Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκουαδόρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκουαδόρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

Σιωπηλή σαν το Θάνατο - Abdón Ubidia

Η νύχτα ράγισε σαν αστραπή. Στη γειτονιά κάποιος πέθαινε.
Ήταν το Κίτο. Ήταν το 1983 (η δικτατορία στην Αργεντινή είχε τελειώσει). Ήταν ένας γιατρός ο οποίος, στα τέλη του πιο βροχερού χειμώνα που μπορούσε να θυμηθεί, βρέθηκε μόνος του στο σπίτι του στη Μπέγιαβίστα, να κοιτάζει χωρίς να βλέπει, μέσα απ' την τεράστια τζαμαρία του γραφείου του, τη μακρουλή, φευγαλέα, απόκρημνη μορφή της πολιτείας που χανόταν στον ορίζοντα των γαλάζιων βουνών. Νοσταλγούσε τη γυναίκα του; Νοσταλγούσε τον γιο του; Ποιος ξέρει. Μπορεί ποτέ να μην αγάπησε αρκετά τη γυναίκα του, κι όσο για τον γιο, είχε μπει, βλέπεις, στη βίαιη ηλικία -με μια βουβή επανάσταση εναντίον του πατέρα-, έτσι που η εγκατάλειψη από εκείνους δεν σήμαινε μια μετάβαση απ' τον έρωτα στο ξέφτισμα του έρωτα, αλλά από τη φασαρία στη σιωπή, από μια δύσκολη συντροφιά σε μια παραζαλισμένη μοναξιά.

Ο τόπος, λοιπόν, είναι το Κίτο, πρωτεύουσα του Εκουαδόρ, χτισμένο σε υψόμετρο 2.850 μέτρων, και ο χρόνος το 1983, στο τέλος ενός έντονα υγρού χειμώνα, όταν πια η δικτατορία στη γειτονική Αργεντινή είχε λάβει τέλος. Και αν ως προς τον χώρο και τον χρόνο της δράσης ο Ουμπίδια είναι ακριβής, όταν φτάνει να αναφερθεί στον γιατρό, τον χαρακτήρα καταλύτη για την εξέλιξη της πλοκής αυτής της μικρής νουβέλας, μιλάει αόριστα για έναν γιατρό, που κοιτάζει έξω από την τεράστια τζαμαρία την πολιτεία να απλώνεται, έχοντας απομείνει σπίτι μόνος του, και θα μπορούσε να 'ναι, θαρρείς, ο οποιοδήποτε άντρας στη θέση του, σε αυτή την ηλικία, από καιρό πια όχι νεαρή, αλλά σε καμία περίπτωση προχωρημένη, εγκαταλελειμμένος από τη γυναίκα του και το παιδί του, χωρίς να ξέρουμε γιατί και πώς κάτι τέτοιο συνέβη, σε ένα σπίτι σιωπηλό. Ο καινούριος ένοικος θα τον χαιρετίσει ενθουσιωδώς, θα του συστηθεί ως Ροδόλφο Μορόνι, απλώς Μορόνι για τους φίλους, θα σπεύσει να διευκρινίσει, δηλώνοντας πως σκόπευε να ανοίξει εκεί, στο Κίτο, ένα παράρτημα της κτηματομεσιτικής εταιρείας που διατηρούσε στην Αργεντινή, και πως η οικογένειά του, γυναίκα και κόρη, θα τον ακολουθούσαν όταν οι διάφορες επισκευές στο σπίτι θα ολοκληρώνονταν. Ο γιατρός δεν είχε πολλά πάρε δώσε μαζί του.

Και κάπως έτσι ξεκινά η ιστορία αυτή, που αρχικά προοριζόταν για διήγημα και μόνο στην πορεία, και ύστερα από παραίνεση μιας φίλης του Ουμπίδια, πήρε τη μορφή σύντομης νουβέλας. Από τις πρώτες κιόλας γραμμές, ο συγγραφέας προσφέρει στον αναγνώστη ευκρινείς συντεταγμένες ανάγνωσης, επί των οποίων δύναται να οικοδομηθούν οι αναγνωστικές προσδοκίες. Αρχικά είναι δύο φράσεις: Στη γειτονία κάποιος πέθαινε και η δικτατορία στην Αργεντινή είχε τελειώσει· ιδιαίτερα η δεύτερη, παρενθετική και φαινομενικά αταίριαστη ως περιγραφή του χειμώνα του 1983 στο Εκουαδόρ, υποψιάζει τον αναγνώστη για τα όσα μπορεί να κρύβει ο -κατά δήλωση δική του- κτηματομεσίτης, έχοντας υπόψη του τη συνήθη τακτική των μελών και συνεργατών διδακτορικών καθεστώτων να εγκαταλείπουν σαν τα ποντίκια το ναυαγισμένο πια πλοίο, γυρεύοντας κρυψώνες και ταυτότητες νέες, και το πλοίο στην Αργεντινή είχε προσκρούσει σε ξέρα. Αλλά και λίγο παρακάτω, η λεπτομερής αναφορά στη συναισθηματική κατάσταση ενός γιατρού, εγκαταλελειμμένου και μόνου, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, για τον τρόπο με τον οποίο εκείνος αναμένεται να ενεργήσει απέναντι στα γεγονότα.

Είναι τέτοια η έκταση της νουβέλας που δεν επιτρέπει οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά στην πλοκή, καθώς κάτι τέτοιο θα λειτουργούσε εις βάρος της προσδοκόμενης αναγνωστικής απόλαυσης. Ήδη από τις πρώτες γραμμές της ιστορίας είναι εμφανής η ικανότητα του Ουμπίδια -αρκετά έργα του οποίου έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στα ελληνικά- στη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας, με την απειλή να αιωρείται και τον αναγνώστη να είναι σε διαρκή επιφυλακή για το τι πρόκειται να συμβεί στην επόμενη γραμμή. Ενδιαφέρον έχει να αναλογιστεί κανείς γιατί ο Ουμπίδια επέλεξε τη μικρή φόρμα -έστω και αν πέρασε από το διήγημα στη νουβέλα- για την ιστορία αυτή. Υποθέτω πως η απάντηση -χωρίς απαραίτητα να είναι η μόνη- βρίσκεται στην πρόθεση του συγγραφέα η ιστορία αυτή να λειτουργήσει υπαινικτικά και σχηματικά, κινούμενη γύρω από τον τρόπο με τον οποίο όλοι μας -τελικά- εμπλεκόμαστε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ανεξαρτήτως προθέσεων και καταβολών με μια ιστορία που φαινομενικά δεν είναι δική μας, αφού τα συστατικά της κάθε ιστορίας δεν γίνεται να προσεγγιστούν μονοσήμαντα και με βάση μόνο τη λογική.

Έχοντας επιλέξει τη μικρή φόρμα, ο Ουμπίδια γνωρίζει καλά πως το περιττό δεν ταιριάζει εδώ. Και με βάση τον -ας τον χαρακτηρίσουμε- περιορισμό αυτό κινείται καθ' όλη την πορεία της αφήγησης. Η αφαίρεση που χαρακτηρίζει τη γραφή του ενισχύει επιπρόσθετα των παραπάνω ισχυρισμό περί υπαινικτικής και σχηματικής λειτουργίας της ιστορίας. Οι χαρακτήρες παραμένουν αρκετά στο σκοτάδι, κάτι που ισχύει ακόμα και για τον γιατρό. Λίγα πράγματα γνωρίζουμε γι' αυτούς. Δεν εξαντλούνται στο άτομό τους, δεν είναι προσωποκεντρικοί αλλά κατέχουν ευδιάκριτους ρόλους ως προς τη λειτουργία τους στην ιστορία, χωρίς όμως να αποκτήσουν χαρακτηριστικά στερεοτυπικά. Ιδιαίτερα ο γιατρός, χωμένος καθώς είναι στις προσωπικές του ανησυχίες, που ελάχιστο χώρο του αφήνουν για να ασχοληθεί με κάτι έξω και πέρα από αυτόν, προσιδιάζει αρκετά στον φιλήσυχο πολίτη, που η καθημερινότητα ελάχιστα τον επηρεάζει, ακόμα και αν πρόκειται για μια μεγάλη πολιτική αλλαγή, έτσι όπως είναι ασφαλής στη ζωή που έχει οικοδομήσει. Άλλωστε, μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός πως, επιπρόσθετα του κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα που φέρει η επαγγελματική του ιδιότητα, ο γιατρός έχει αποφασίσει να αποτραβηχτεί στο σπίτι του, χωρίς να δέχεται επισκέψεις, με σκοπό να διαβάσει και να γράψει. Κάπως έτσι ο Ουμπίδια τοποθετεί στην εξίσωση και τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών. Γιατί μπορεί στις λεπτομέρειές της η ιστορία αυτή να 'ναι μοναδική, αλλά στον πυρήνα της είναι τρομακτικά οικεία, και θα μπορούσε να εκτυλίσσεται σε πολλά μέρη του κόσμου και σε διάφορες χρονικές περιόδους. Και εδώ έγκειται η συγγραφική ευφυΐα του Ουμπίδια, καθώς στηρίζει όλη την ιστορία του στην αντίθεση ανάμεσα στο συγκεκριμένο (τόπος, χρόνος, ιστορικοπολιτικό πλαίσιο) και το αόριστο (ένας γιατρός, εκείνη, ο άντρας από την Αργεντινή), για να την οδηγήσει εν τέλει μακριά από τον χειμώνα του 1983 στο Κίτο, καθιστώντας την οικουμενική.

Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora

 

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2020

Mandíbula - Mónica Ojeda


 

Ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης μεταφρασμένης λογοτεχνίας, παρότι διαθέτει τεχνική αρτιότητα και λογοτεχνικές αρετές, πάσχει από ψυχή, καθώς η κουλτούρα των σεμιναρίων συγγραφής ολοένα και εξαπλώνεται, με αποτέλεσμα μια ομοιομορφία να επικρατεί, μια λείανση των γωνιών να επιχειρείται, υπό τον φόβο πως αυτές θα ξενίσουν το αναγνωστικό κοινό, μια εργαστηριακή, θα έλεγε κανείς, παραγωγή, που διακρίνεται για τη χλιαρότητά του. Όμως, ανάμεσά τους όλο και ξεπετάγεται κάποιο βιβλίο όπως αυτό της γεννημένης στο Εκουαδόρ Μόνικα Οχέδα, που έρχεται να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα, να απαιτήσει από τον αναγνώστη και να τον αποζημιώσει για την επιμονή του να αναζητά κάτι το διαφορετικό, μια φωνή προσωπική, μια αφήγηση-τσεκουριά. Mandíbula, στα ισπανικά, είναι η σιαγόνα, είτε αναφέρεται κανείς σε άνθρωπο, είτε σε ζώο. Ο πρωτότυπος τίτλος του μυθιστορήματος διατηρήθηκε και στην ελληνική έκδοση.  

"Η κρίση πανικού είναι σαν να πνίγεσαι στον αέρα", προσπάθησε να της περιγράψει κάποτε και, ίσως επειδή φαινόταν ακατανόητη, ήταν η καλύτερη περιγραφή του προβλήματός της που είχε καταφέρει να δώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Η κρίση πανικού είναι σαν να καίγεσαι μες στο νερό, να πέφτεις προς τα πάνω, να παγώνεις μες στη φωτιά, να βαδίζεις  αντίθετα από τον εαυτό σου, με τη σάρκα στερεή και τα κόκαλα ρευστά, σκέφτηκε. Καμιά λέξη, ωστόσο, δεν μπορούσε να περιγράψει την ταχυκαρδία που εκείνη τη στιγμή μετέτρεπε το στήθος της σε πορώδη πέτρα. Το κρανίο της ήταν βαρύ, γεμάτο κεντριά και πολεμοφόδια, αλλά πιο πέρα απ' το κεφάλι της ξεπρόβαλε το ηφαίστειο.

Στο πολυφωνικό αυτό μυθιστόρημα πρωταγωνιστούν αποκλειστικά γυναίκες, οι άντρες, ακόμα και όταν είναι παρόντες, όπως ο ψυχίατρος της Φερνάντα για παράδειγμα, μένουν βουβοί. Είναι η ιστορία μιας κοριτσοπαρέας που όλες τους είναι μαθήτριες σε ένα υπερσυντηρητικό ιδιωτικό σχολείο θηλέων, που ανήκει στο θρησκευτικό τάγμα Opus Dei. Συναντιούνται σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, σε ένα δωμάτιο με ολόλευκους τοίχους, διηγούνται ιστορίες τρόμου, άλλες πρωτότυπες και άλλες αλιευμένες από το Creepypasta, έναν διαδικτυακό τόπο με ιστορίες τρόμου, παίζουν -το φαινομενικά και μόνο αθώο- θάρρος ή αλήθεια, γνωρίζουν το σώμα τους και αναζητούν τα όριά του. Νεοδιόριστη στο σχολείο η Κλάρα, που από μικρή ντύνεται όπως η μητέρα της, με μια τραυματική εμπειρία στο προηγούμενο σχολείο όπου δίδασκε, εξ ου και η ανάγκη πρώτα για διάλειμμα και ακολούθως για αλλαγή περιβάλλοντος, θα εμπλακεί αναπόφευκτα και θα βρεθεί αντιμέτωπη με τους δικούς της φόβους, σε μια απόπειρα να παρέμβει. Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε κεφάλαια, σε καθένα από το οποίο η αφηγηματική φωνή αλλάζει και η ιστορία αποκαλύπτεται έτσι σιγά σιγά, ακολουθώντας διαφορετικές διαδρομές. Ο τρόμος πλανάται από την πρώτη κιόλας σελίδα, καθώς ο αναγνώστης, με διάχυτο το αίσθημα της ασφυξίας, βυθίζεται στην ανάγνωση.

Εκείνο στο οποίο πρωτίστως επιτυγχάνει η Οχέδα είναι οι διακριτές αφηγηματικές φωνές. Και αν ανάμεσα στις έφηβες και την καθηγήτρια κάτι τέτοιο μοιάζει απλό, το ίδιο δεν ισχύει στις λεπτές αποχρώσεις που χαρακτηρίζουν τις φωνές των κοριτσιών. Τα κορίτσια μιλάνε μια γλώσσα ζωντανή, της ηλικίας τους, γεμάτη από αγγλισμούς και λοιπούς νεολογισμούς, μια γλώσσα χειμαρρώδη με την οποία γυρεύουν να περιγράψουν όσα νιώθουν καθώς διανύουν το ναρκοπέδιο της εφηβείας, γλώσσα που ελάχιστα μεταβάλλεται ανεξάρτητα από το αν μιλάνε μεταξύ τους ή με μεγαλύτερους, γλώσσα που βαθαίνει το αναπόφευκτο χάσμα των γενεών, τις παράλληλες πραγματικότητες που οι χαρακτήρες της ιστορίας βιώνουν. Οι κοπέλες ανήκουν σε μια γενιά ψηφιακή και παγκοσμιοποιημένη, σύγχρονη με τις εξελίξεις σε χώρες μακρινές από το Εκουαδόρ, ανήκουν επίσης σε μια -φαινομενικά- προνομιούχα κοινωνική τάξη, γόνοι πλούσιων οικογενειών καθώς είναι, με γονείς πετυχημένους επαγγελματικά που ελάχιστο χρόνο έχουν να διαθέσουν στην ανατροφή τους, την οποία έχουν αναθέσει σε τρίτους.

Το περιβάλλον του Εκουαδόρ, με τα ηφαίστεια και την τροπική βιοποικιλότητα, προσδίδει περαιτέρω εξωτισμό στην αφήγηση, χωρίς όμως αυτό να βρίσκεται στο προσκήνιο. Την Οχέδα δεν την ενδιαφέρει να διηγηθεί μια ιστορία για τη χώρα της, αλλά την ιστορία των κοριτσιών αυτών, που, ανάμεσα σε άλλα χαρακτηριστικά, μεγαλώνουν στο Εκουαδόρ. Και αυτό έχει μεγάλη διαφορά. Κάπως αντίστοιχα χειρίζεται η γεννημένη το 1988 συγγραφέας και το μυστήριο, καθώς εδώ το μυστήριο δεν αποκαλύπτεται σταδιακά απλώς και μόνο για να προσδώσει κάποιο σασπένς, αλλά για να δώσει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να εξοικειωθεί, όσο αυτό είναι δυνατό, με την πραγματικότητα μέσα στην οποία κινούνται οι χαρακτήρες. Εξοικείωση με τις συνθήκες και όχι με τον τρόμο τον ίδιο. Τρόμος που δεν περιορίζεται σε όσα έγιναν αλλά εκτείνεται και σε όσα θα μπορούσαν να συμβούν φλερτάροντας με τα όρια. 

Στον πυρήνα του μυθιστορήματος βρίσκεται, σε διάφορες μορφές, ο φόβος. Η αθωότητα που συνοδεύει την ηλικία των κοριτσιών, αρχικά λειτουργεί αντιστικτικά με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της ιστορίας, όμως σύντομα μετατρέπεται σε άγνωστη γη για τον αναγνώστη, μια ακόμα πηγή φόβου. Ο φόβος μυρίζει, η μυρωδιά του ξυπνά ένστικτα βαθιά, γύρω του στήνονται η επιβολή, η αναζήτηση των ορίων, που ολοένα επαναπροσδιορίζονται, η ντροπή, το παιχνίδι, η εξουσία. Την Οχέδα δεν την ενδιαφέρει να αναδείξει διδακτικά το σωστό έναντι του λάθους, το καλό έναντι του κακού, οι κοπέλες δεν σκέφτονται με τέτοιους όρους άλλωστε, εκείνο που μοιάζει να επιθυμεί είναι η διερεύνηση της ανθρώπινης υπόστασης, η ανάγκη για κατανόηση. Η Οχέδα πετυχαίνει μαζί με τους χαρακτήρες της να εγκλωβίσει και τον αναγνώστη στο σκηνικό αυτό, καθώς ανασύρει και στοχεύει τους δικούς του φόβους, το δικό του παρελθόν και τη δική του πραγματικότητα, με έναν τρόπο τρομακτικά ρεαλιστικό, αφού στιγμή δεν του επιτρέπει να επαναπαυθεί πως πρόκειται απλώς και μόνο για μια νοσηρή φαντασία.

Το Mandíbula είναι ένα μυθιστόρημα σύγχρονο και ανησυχαστικό. Η μετάφραση της Ιφιγένειας Ντούμη υπηρετεί θαυμάσια το πρωτότυπο, μεταφέροντας στα ελληνικά ένα κείμενο ιδιαίτερα απαιτητικό τόσο γλωσσικά όσο και ως προς την ατμόσφαιρά του. Μια έκδοση που αξίζει να προσεχθεί από το αναγνωστικό κοινό.           

Μετάφραση Ιφιγένεια Ντούμη
Εκδόσεις Σκαρίφημα