Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020

Ρετούς - Λένα Καλαϊτζή-Οφλίδη, Σίμος Οφλίδης




9 Ιουνίου στα 1934 γεννηθήκαμε. Ίδια μέρα, μη σου πω και ίδια ώρα, στην άλλη μεριά του Ατλαντικού είχαν επίσης γεννητούρια. Η εγγονή μου ψάχνοντας με τις ώρες για άχρηστες πληροφορίες στο ίντερνετ ανακάλυψε πως στα μαιευτήρια του Ντίσνεϊ έφεραν στον κόσμο, όχι τυχαία ούτε από αθέλητο λάθος αλλά μετά από υπολογισμούς και μελετημένα σχέδια, τον Ντόναλντ Ντακ. Τρομερό παπί, χούγια ανθρώπινα. 
Ο Παναγής, για λίγα λεπτά, κέρδισε εφ' όρου ζωής τον τίτλο του μεγάλου αδερφού, ήταν και αυτός ο ένας πόντος και τα οχτώ χιλιοστά υψομετρικής διαφοράς που το επιβεβαίωνε άλλωστε, διαφορά αναλλοίωτη όσο και αν δοκίμαζε να ισιώσει τις πλάτες του ο Αλέκος, ο μικρός της υπόθεσης. Ο Αλέκος αναθυμάται μια ζωή, από το μικρό μακεδονικό χωριό, με τις πληγές της κατοχής και του εμφυλίου, όλα όσα σαν όνειρο, θαρρείς, πέρασαν, το πώς βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη, πώς ασχολήθηκαν με τη φωτογραφία, πώς απέκτησαν παιδιά και εγγόνια. Από τα τελειώματα της διαδρομής η θέα προς τα πίσω έχει μια νοσταλγία που καλύπτει τον φόβο και τη δυστυχία, η μνήμη είναι ο μάστορας του ρετούς, διορθώνει και παραχαράζει κατά ιδία βούληση, εν αγνοία του πελάτη-ξενιστή. Η ανάμνηση πυροδοτείται και διακόπτεται από το σήμερα, Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013, λίγο πριν από τις δώδεκα το μεσημέρι, όταν τα δελτία ειδήσεων θα κάνουν λόγο για εκτεταμένα επεισόδια κατά τη διάρκεια μιας πορείας στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, την ώρα που οι πρώτες πληροφορίες αναφέρουν την ύπαρξη δύο νεκρών από πυροβολισμούς σε ληστεία στο ανοιχτό, παρά τις ταραχές, ταχυδρομείο.

Το Ρετούς δεν είναι μια απλή αφήγηση αναμνήσεων παρότι διαθέτει τα βασικά συστατικά του είδους, όπως ο μεγάλος σε ηλικία αφηγητής λίγο πριν το τέλος της ζωής του, η νοσταλγία μιας περασμένης εποχής, η διακλάδωση της ατομικής ιστορίας στο δέντρο της μεγάλης της αδερφής, ο υποκειμενισμός της αφήγησης παρά τη φαινομενική προσπάθεια για αποστασιοποίηση και αντικειμενική ματιά, η διάθεση για δικαιολόγηση διαφόρων πράξεων με καταφυγή στη μοίρα και την έλλειψη πρόθεσης. Μια αφήγηση στρωτή και γλυκιά, τίμιων προθέσεων και ευχάριστη στην ανάγνωση, όπως οι περισσότερες ιστορίες των ηλικιωμένων στις οποίες απουσιάζει ο διδακτισμός, που διαθέτει όμως και κάποια ευρήματα, λιγότερο ή περισσότερο φανερά, που προσδίδουν περαιτέρω λογοτεχνική αξία στο τελικό αποτέλεσμα. 

Η επιλογή του επαγγέλματος των διδύμων μόνο ως τυχαία δεν πρέπει να εκληφθεί, ο φωτογράφος μοιάζει να είναι ο κατ' εξοχήν μάρτυρας της ιστορίας, αυτόπτης αλλά αμέτοχος, τουλάχιστον σε πρώτο χρόνο, υπεύθυνος να διαφυλάξει τη στιγμή, να αποτυπώσει το κλίμα και την ατμόσφαιρα της εποχής. Η αφήγηση του Αλέκου είναι η αφήγηση ενός αυτόπτη μάρτυρα που όμως επέλεξε να μείνει εκτός κάδρου, ασχολούμενος με τη σύνθεση, τον φωτισμό, τις σκιές, τις αντιθέσεις. Ο φωτογράφος που την ώρα της ιστορίας κοιτάζει τη δουλειά του κυριολεκτικά, την ώρα που η πλειοψηφία του κόσμου κοιτάζει επίσης τη δουλειά της, χωρίς να ανακατεύεται στα πεδία της ιστορίας. Ο καλός φωτογράφος άλλωστε είναι εκείνος που θα αναδείξει το αυθόρμητο ή που θα κάνει το στημένο να δείχνει αυθόρμητο. Ως επαγγελματίας παρατηρητής, ο φωτογράφος έχει ευαίσθητα αντανακλαστικά στις μικροαλλαγές της καθημερινότητας, στον τρόπο που ο κόσμος ντύνεται ή διασκεδάζει για παράδειγμα, τον τρόπο με τον οποίο καθένας φαντάζεται τον εαυτό του, εκείνα που θέλει να δείξει και εκείνα που δεν πέτυχε, τις ατέλειες που θέλει να κρύψει και τις αναμνήσεις που θέλει να μεγεθύνει.

Σε αφηγήσεις παρόμοιες εκείνο που λείπει συχνά είναι ο πυροκροτητής εκείνος που ενεργοποίησε τον μηχανισμό της μνήμης, ελλείψει του οποίου η αφήγηση μοιάζει εκτός πλαισίου. Στο Ρετούς ο πυροκροτητής είναι κυριολεκτικός, είναι ο πυροβολισμός στη ληστεία του ταχυδρομείου, εκείνος που οδηγεί τον Αλέκο να θυμηθεί τα περασμένα, να σηκώσει τη γέφυρα με το εδώ και το τώρα, να αντικρίσει τη διαδρομή που αφήνει πίσω του. Το αφηγηματικό τώρα εκτός από την ενεργοποίηση της μνήμης συντελεί και στη διαδρομή που αυτή θα πάρει, στα στιγμιότυπα στα οποία θα σταθεί και σε εκείνα που θα παρακάμψει ενώ θα δικαιολογήσει και το τέλος. Αυτή η εναλλαγή ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, σε ένα τότε που μοιάζει με πέρασμα του ποταμιού από πέτρα σε πέτρα, και σε ένα τώρα γραμμικό, εδώ που το κάθε λεπτό έχει τη δική του σημασία, δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αφηγηματική αντίστιξη.     
 
Το συγγραφικό δίδυμο συνομιλεί με τους δίδυμους ήρωες. Ο Αλέκος αφηγείται, ο Παναγής μένει σιωπηλός, παρότι παρών στα περισσότερα επεισόδια. Μου οξύνει πάντοτε τη φαντασία και την περιέργεια ο τρόπος που δουλεύει ένα συγγραφικό ζευγάρι, όπως στην προκειμένη η Λένα Καλαϊτζή-Οφλίδη και ο Σίμος Οφλίδης. Στα μάτια μου μοιάζει με μια λογοτεχνική ιστορία από μόνος του. Τα όρια της κριτικής, η μονομαχία στη λήψη των αποφάσεων, ποιον χαρακτήρα αγαπάει καθένας τους πιο πολύ, ποιον επιλέγει για να κρυφτεί πίσω του, αλλά και πιο πρακτικά κομμάτια της διαδικασίας, ποιος πληκτρολογεί για παράδειγμα ή αν είναι παρόντες και οι δύο συνεχώς, αν δουλεύουν ίσως όπως σε μια σκυταλοδρομία, αν χωρίζουν τα κεφάλαια, αν διαβάζει ο ένας στον άλλον φωναχτά ή αν προσθέτουν και αφαιρούν χωρίς να το ομολογούν, εν κρυπτώ. Το ανοιχτό παρά τις ταραχές ταχυδρομείο με τα θύματα εν μέσω μιας κοινωνικής διαμαρτυρίας, συνομιλεί ευθέως με τον τραγικό θάνατο των υπαλλήλων της τράπεζας Μαρφίν, που εγκλωβίστηκαν στο εσωτερικό της, μετά από άρνηση των προϊσταμένων να κλείσει το κατάστημα, και βρήκαν τραγικό θάνατο από την πυρκαγιά που ακολούθησε την επίθεση με βόμβες μολότοφ, αφού το υποκατάστημα δεν διέθετε κανένα από τα υποχρεωτικά μέτρα πυρασφάλειας.

Το Ρετούς, πέραν των λοιπών αρετών που σχολίασα παραπάνω, με ιντρίγκαρε -και θα συνεχίσει για κάποιο καιρό να το κάνει- με την επιλογή του αφηγητή, με τα ανάμεικτα συναισθήματα που μου γέννησε η αφήγηση αυτού του γλυκού ανθρώπου, που κατάφερε τόσα πράγματα σε προσωπικό επίπεδο παρότι ξεκίνησε πολύ πίσω από τη γραμμή εκκίνησης, που θύμιζε, όμως ταυτόχρονα, τόσες γνώριμες ιστορίες ανθρώπων που κοιτούν τη δουλειά τους, που δεν θέλουν να ανακατεύονται, που μένουν σιωπηλοί, που αποφεύγουν να παίρνουν αποφάσεις, που προσδίδουν μια νοσταλγικότητα στα περασμένα ανεξαρτήτως της βαρύτητάς τους, που όταν ζορίζουν τα πράγματα το πρόσωπό τους σκληραίνει και το μισούν αυτό γιατί χαλάει την εικόνα που οι ίδιοι έχουν για τον εαυτό τους, τη μάσκα που με τόση επιτυχία φορούσαν ως τότε. Άνθρωποι όπως ο αφηγητής του Ρετούς αποτελούν την περιβόητη σιωπηλή πλειοψηφία της κάθε εποχής, της οποίας ο ηλικιακός μέσος όρος όλο και μειώνεται.

Και κάπως έτσι, ενώ ξεκίνησα να διαβάσω μια αφήγηση αναμνήσεων, το τέλος με βρήκε με την αίσθηση πως αυτό που διάβασα υπονομεύει θαυμάσια και χωρίς ασέβεια το είδος στο οποίο φαινομενικά ανήκει, με μια διάθεση παιγνιώδη από πλευράς συγγραφέων, μια έμμεση κοινωνικοπολιτική κριτική πίσω από τον μανδύα μιας απλής νοσταλγικής αφήγησης, ανάγνωση ιδιαιτέρως απολαυστική, ικανή να κρύψει τις όποιες αδυναμίες του κειμένου, ένα πετυχημένο ρετούς. 

υγ. Θα επισπεύσω την ανάγνωση της νουβέλας του Θωμά Κοροβίνη Ο γύρος του θανάτου.

Εκδόσεις Νησίδες        

Σάββατο 13 Ιουνίου 2020

Normal People (2020)





Λάτρης των σειρών δεν είμαι. Τις τελευταίες εβδομάδες στα κοινωνικά δίκτυα έπεφτα πάνω σε θετικά σχόλια για το Normal People, σειρά που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της, γεννημένης το 1991, Σάλλυ Ρούνεϊ. Υπήρχε κάτι σε αυτά τα σχόλια που μου τράβηξε την προσοχή αρχικά, που με έκανε να θέλω να δω περί τίνος πρόκειται εν τέλει. Με τον καιρό μαθαίνεις να διακρίνεις τον πόθο πίσω από τα λόγια των ανθρώπων, και ό,τι γεννά πόθο, αξίζει να αναζητηθεί, χωρίς αυτό να εγγυάται την ομοφωνία. Έτσι έγινε -και- ετούτη τη φορά.

Αυτή είναι μια ιστορία αγάπης. Ένας φτωχός και μια πλούσια ερωτεύονται. Κάποιοι θα σταματήσετε να διαβάζετε εδώ το κείμενο αυτό. Το ξέρω και δεν σας κακολογώ. Όμως: Οι ιστορίες έχουν ειπωθεί, όλες οι ιστορίες έχουν ειπωθεί. Ο τρόπος είναι εκείνος που αλλάζει. Μα και ο τρόπος εδώ δεν έχει κάτι το ρηξικέλευθο, δεν αποτελεί κάποια πρωτοπορία παρά βάδισμα σε μονοπάτια γνώριμα και χιλιοπερπατημένα. Τότε; Η ιστορία αυτή διαδραματίζεται στο σήμερα. Σιγά, θα πείτε. Η ιστορία αυτή διαδραματίζεται στο σήμερα, θα επαναλάβω εγώ. Η ιστορία αυτή, όπου ένας φτωχός και μια πλούσια ερωτεύονται, όπου ένας νέος και μια νέα ερωτεύονται, είναι μια ιστορία που θα συμβαίνει πάντα. Η Ρούνεϊ, λίγο πριν την ολοκληρωτική επικράτηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, διηγείται  μια ιστορία αγάπης της γενιάς της με έναν τρόπο τρομακτικά αληθινό. 
Σε μια μικρή πόλη της Ιρλανδίας ο δημοφιλής Κόνελ και η περίεργη Μαριάν θα ερωτευτούν και θα τα φτιάξουν, κρατώντας τη σχέση τους κρυφή. Έρχονται από διαφορετικούς κόσμους, εκείνη μένει στην έπαυλη με τη μητέρα της και τον αδερφό της, εκείνος σ' ένα μικρό σπίτι με τη μητέρα του. Χαμηλών τόνων και χωρίς σεναριακές ακρότητες, το Normal People μοιάζει αρχικά να φλερτάρει με την αδιαφορία, ίσως γιατί απουσιάζει το ανοίκειο που έλκει και εντυπωσιάζει με τη συνθετότητά του, με τη μαθηματική του δομή, ίσως γιατί η σημερινή εποχή δεν διαθέτει κάποια μαγεία, ίσως και για τα δυο. Ο τρόπος με τον οποίο εικονοποιήθηκε το βιβλίο σού αφήνει την αίσθηση πως παρακολουθείς μια σειρά εποχής, με τον τρόπο του Μη μ' αφήσεις ποτέ του Ισιγκούρου, μια αίσθηση ρετρό, μια διακριτική υπενθύμιση πως τα πάθη του ανθρώπου είναι μια ιστορία από τις αρχές του παρελθόντος. Καθώς τα επεισόδια κυλούν, ο θεατής εμπλέκεται συναισθηματικά, χωρίς όμως να νιώσει την ανάγκη να φωνάξει στους ήρωες τι να κάνουν, χωρίς να νιώθει διδακτικός και παντογνώστης, αποδεχόμενος τον ρόλο του έξω από τον χορό, συνειδητοποιώντας πόσο ανούσιες είναι οι συμβουλές και πόσο άχρηστοι οι μέντορες.   

Η σχέση των δύο δεν είναι παρά το νήμα γύρω από το οποίο κρέμονται βαρίδια και στολίδια της εποχής μας, οι αντιφάσεις μιας εποχής όπου μπορεί κανείς να συζητά ανοιχτά για διάφορα θέματα ταμπού, μιας εποχής κουλ ανθρώπων που όμως δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν -με- τον συναισθηματικό τους κόσμο, ανθρώπων που μπορούν να συζητήσουν το ενδεχόμενο της ανταλλαγής ερωτικών συντρόφων -για παράδειγμα- αλλά δεν μπορούν να συζητήσουν το ενδεχόμενο να μείνουν μαζί. Αυτό το σκληρό κουκούλι που περικλείει ένα μαλακό και άγνωστο μέσα. Οι μοναχικοί δρόμοι που τραβάει ο καθένας με τις αδιάφορες -τυχαίες εν πολλοίς- τομές, η ανάγκη για επικοινωνία, για μοίρασμα, μια ανάγκη άγνωστη, που είναι σχεδόν αδύνατο να περιγραφεί και να διατυπωθεί, μια ανάγκη που δεν αναγνωρίζεται σε μια εποχή ατομικότητας, σε μια εποχή ατομικής ευθύνης όπου ο καθένας πρέπει, λένε, να μάθει να στηρίζεται στα πόδια του, μια ανάγκη που εκλαμβάνεται ως αδυναμία, την ώρα που τα πάντα προσεγγίζονται με όρους νίκης και ήττας. Η φιλία, μια έννοια που τόσο διαστρεβλώνεται βιαίως και διαρκώς, λείπει, και όταν βρεθεί, το ενδεχόμενο της απώλειας, ακόμα και για το ρίσκο του έρωτα, σε κοκαλώνει. 

Η οικογένεια δεν θα μπορούσε να λείπει από εδώ. Δεξαμενή νευρώσεων και φοβιών, μια εστία βίας, πάντοτε πίσω από το προκάλυμμα της αγάπης και με την υποστήριξη της κοινωνίας. Η απουσία της πατρικής φιγούρας. Η μεταφόρτωση επιθυμιών και ονείρων. Η αποτυχία του χτες στις πλάτες του αύριο. Η μέτρηση σε χρήμα. Η δια αντιπροσώπου κοινωνική αναγνώριση. Τα οικογενειακά τραπέζια. Το μικρόβιο που καθένας κουβαλάει και διαιωνίζει. Ο ελέφαντας στο κέντρο του δωματίου. Δεν είναι όμως όλα χαμένα, όχι μέχρι να χαθούν. 

Υπάρχει ένα διήγημα του Κορτάσαρ, το οποίο ευφυώς έχει διασκευάσει ο Γκοντάρ (βλ. Week End), όπου ένας απλός, καθημερινός, αδιάφορος Παριζιάνος μετατρέπεται σε έναν δημοφιλή, γοητευτικό και με αρχηγικές αρετές τύπο κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου μποτιλιαρίσματος έξω από το γαλλική μητρόπολη. Όταν όμως η κίνηση επανέρχεται τότε ξαφνικά όλα επιστρέφουν για εκείνον εκεί από όπου ξεκίνησαν, καθώς ο καθένας επιβιβάζεται στο αυτοκίνητό του επιστρέφοντας στην παλιά ζωή του. Η μετάβαση στην εποχή μετά το σχολείο έχει έναν τέτοιο χαρακτήρα, κάποιοι ανθίζουν και κάποιοι μαραίνονται. Κάποιοι δεν θέλουν ποτέ να γυρίσουν πίσω εκεί, κάποιοι άλλοι νοσταλγούν διαρκώς τις μέρες εκείνες. Η ζωή σε μια μικρή πόλη για κάποιους μπορεί να είναι απελευθερωτική.
Η Daisy Edgar-Jones και ο Paul Mescal συνθέτουν ένα δίδυμο υψηλής έντασης, που υπηρετούν άψογα την εξέλιξη των χαρακτήρων σε αυτή την κρίσιμη, αυξημένης μεταβλητότητας, ηλικιακή περίοδο, επιτυγχάνοντας την απαραίτητη εσωτερικότητα που οι ρόλοι απαιτούν. Η κινηματογράφηση έχει κάποιες σπουδαίες στιγμές χωρίς να απαιτεί τον πρώτο ρόλο και να επισκιάζει την ιστορία. Θέλω να διαβάσω και το βιβλίο τώρα. Πέρυσι, όταν είχε κυκλοφορήσει το Συζητήσεις με φίλους, το πρωτόλειο της Ρούνεϊ που είχε δημιουργήσει ένα κάποιο χάιπ στο εξωτερικό, οι αντιφατικές κριτικές της εδώ αναγνωστικής κοινότητας με απέτρεψαν· τώρα, μετά από τη σειρά θέλω να διαβάσω και αυτό.
 

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020

Κάιρο - Νικόλας Καλόγηρος




Οφείλει να πλησιάσει κανείς το βλέμμα του, αν πραγματικά επιθυμεί να κατανοήσει κάτι που συμβαίνει μακριά, ειδάλλως θα μιλά στερεοτυπικά, στηριζόμενος στο δικό του -άγνωστο πώς- διαμορφωμένο σύστημα άντλησης της πληροφορίας, και ύστερα, αφού επεξεργαστεί την όποια πληροφορία, με βάση τις δικές του προσλαμβάνουσες και ιδιαίτερες χωροχρονικές συνθήκες, θα επιχειρήσει να συνθέσει τη μεγάλη εικόνα, θα πιστέψει πως γνωρίζει. Όμως δεν θα γνωρίζει πραγματικά. Και δεν θα αρκεστεί στη σύνθεση της εικόνας, αλλά θα προχωρήσει σε πλήρη ανάλυση της κατάστασης και θα προτείνει τι πρέπει να γίνει.  Αυτό ισχύει επίσης και όταν κάποιος ισχυρίζεται πως επιθυμεί να βοηθήσει, πως θέλει να σταθεί αλληλέγγυος και υπέρμαχος ενός αγώνα. Γενικά δεν είναι κακό να δηλώνει κανείς άγνοια για κάποια ζητήματα. Όπως επίσης θα έπρεπε να μη θέτει τους κανόνες εκείνος που θα βοηθήσει αλλά εκείνος που χρειάζεται -αν όντως χρειάζεται- βοήθεια, εκτός και αν πίσω από τον μανδύα του βοηθού κρύβεται το πρόσωπο του λύκου. Τότε όλα αλλάζουν.
Αυτό που στην αρχή έμοιαζε με τον κουραστικό βόμβο ενός συνεχώς κινούμενου χάους που ξεχείλιζε άναρχα κι ανάποδα, δίχως ουρά ή μύτη, κι από ψηλά φαινόταν ένα πλήθος στροβιλιζόμενων κοπαδιών από λαμαρίνα, κατέληξε με τον καιρό να μου αποκαλύπτεται σαν μια απολύτως οργανωμένη γλώσσα, σαν ένα τακτοποιημένο σύστημα σημείων, με ξεχωριστούς για κάθε περίπτωση κώδικες. Ένας συγκροτημένος δίαυλος επικοινωνίας σαν απάντηση στην ανάγκη που έστρεφε τα νεύματα από τη σιωπηλή ιδιωτεία της δυτικής διακριτικότητας στον φωνακλά δρόμο, στον μυριόστομο δημόσιο χώρο, μέσα στ' αυτιά της μεγάλης ανατολίτικης εικόνας. 

Είναι η ιστορία του Μηνά, που βρέθηκε στο Κάιρο για να βοηθήσει στην επικείμενη επανάσταση, στην ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος. Μέλος ακροαριστερής οργάνωσης, με πρόσφατη την εμπειρία της εξέγερσης που πυροδοτήθηκε από τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, ο Μηνάς, μετά από επιμονή, θα πείσει τους συντρόφους του πως η παρουσία του στην Αίγυπτο θα βοηθούσε τους εκεί καταπιεσμένους, τόσο οργανωτικά όσο και επιχειρησιακά, ενώ ταυτόχρονα θα αποτελούσε και μια απόδειξη του διεθνιστικού προσανατολισμού της οργάνωσης. Με πλαστό διαβατήριο και σύνδεσμο από την παραμονή του στη Μεγάλη Βρετανία ως φοιτητής ο Μηνάς θα βρεθεί στο Κάιρο στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας. Εκεί, σε μια πραγματική μητρόπολη, ο Μηνάς θα ζήσει από κοντά τα γεγονότα που θα οδηγήσουν στην Πλατεία Ταχρίρ, θα δει τις βεβαιότητές του να καταρρέουν, θα ερωτευτεί, θα νοσταλγήσει, θα μαγευτεί, θα πιστέψει ξανά πως ένας καλύτερος κόσμος είναι εφικτός.

Η επιλογή του συγκεκριμένου ήρωα από τον συγγραφέα είναι άκρως λειτουργική και κομβικής σημασίας για το μυθιστόρημα. Ο Μηνάς δεν είναι κάποιος που βρέθηκε τυχαία εκεί, δεν είναι τουρίστας ή φοιτητής, δεν είναι κάποιος από σπόντα αυτόπτης μάρτυρας. Αν ήταν τέτοιος, λίγα περισσότερα θα είχε να διηγηθεί από τον απεσταλμένο ενός τηλεοπτικού σταθμού. Ο Μηνάς θα βρεθεί στο Κάιρο με μια συγκεκριμένη αποστολή, η κινηματική του τριβή και η ιδεολογική του κατάρτιση αποτελούν εργαλεία ερμηνείας της εκεί πραγματικότητας, που επιπλέον δικαιολογούν απόλυτα τον λόγο του αλλά και τον τρόπο με τον οποίο σκέπτεται και ενεργεί. Πίσω από τον ήρωα στέκει η έρευνα και η ευρυμάθεια του συγγραφέα-δημιουργού, καθώς, δίχως αυτή, ο Μηνάς δεν θα ήταν παρά μια καρικατούρα και το Κάιρο μια μακέτα. Και οι υπόλοιποι ήρωες του Καλόγηρου είναι στο σύνολο τους αληθινοί, ανθρωπίνως ατελείς, αν και κάποιοι, όπως η Ριχάμ, ξεχωρίζουν λίγο παραπάνω. Δεν είναι ωραιοποιημένοι, δεν φοράνε στολές που να τους πέφτουν μεγάλες, δεν μιλάνε ξύλινα. Ο τρόπος με τον οποίο διακόπτεται η ροή του κειμένου ώστε να παρουσιαστεί κάποιο καινούριο πρόσωπο είναι ένα αρκετά πρωτότυπο εύρημα, που θυμίζει το πάγωμα της κινηματογραφικής εικόνας και τη voice over γνωριμία με τον ήρωα, και λειτουργεί χωρίς να ξενίζει ή να πετάει τον αναγνώστη εκτός. 

Ο Καλόγηρος παραδίδει ένα απολαυστικό μυθιστόρημα, με την ιστορία να αποτελεί την αφορμή για μια μεγαλύτερη αφήγηση, για μια περιδιάβαση στη γειτονιά μας, από την πρώην Γιουγκοσλαβία μέχρι την Βόρεια Αφρική. Γνωριμία μ' έναν κόσμο που από κοντά μοιάζει πιο γνώριμος και οικείος απ' όσο δείχνει, που όμως διαθέτει τους δικούς του κώδικες, το δικό του μικροκλίμα, αποτέλεσμα ζυμώσεων χρόνων σε όλους τους τομείς, ιδιαιτερότητες οι οποίες πρέπει να γίνουν σεβαστές ως ένα βαθμό. Η ανοχή κάποιου σε αυτές τις ιδιαιτερότητες είναι που θα προσδιορίσει τη θέση του απέναντι στην εκεί πραγματικότητα. Ο Καλόγηρος δείχνει έναν πλουραλισμό γνώσης τον οποίο επιτυχώς ενσωματώνει στην αφήγηση, γνώση η οποία εκτείνεται σε διάφορους τομείς, όπως η γλώσσα, η θρησκεία, η μυθολογία, τα έθιμα, η λογοτεχνία, η μουσική, η τεχνολογία, η ιστορία, η γεωγραφία, η αρχαιολογία κ.α., τα οποία όλα μαζί, και καθώς η πλοκή διαδραματίζεται, συνθέτουν ένα σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό μυθιστόρημα δρόμου. Οι προσδοκίες που καταρρίπτονται, οι παθογένειες που αποκαλύπτονται και οι έρωτες που είναι αδιέξοδοι έρχονται να συναντήσουν την ανάγκη για μια καλύτερη ζωή, την εκτόνωση μέσω της μουσικής, την αλληλεγγύη που εμφανίζεται την κρίσιμη στιγμή. Η εναλλαγή από πρωτοπρόσωπη σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, ακόμα και μέσα στο ίδιο κεφάλαιο, είναι καλοδουλεμένη και χωνεμένη καλά. Γλωσσικά το κείμενο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς αποτελεί ένα -πετυχημένο- μείγμα διαφόρων διαλέκτων, με αρκετούς νεολογισμούς, την ιδιόλεκτο των ηρώων στον προφορικό τους λόγο, τη δυσκολία να εκφράζεσαι σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική σου, τα αποσπάσματα στα αραβικά αλλά και μια ποιητική διάθεση στις περιγραφές συναισθημάτων και τοπίων.      

Ένα μυθιστόρημα όπως αυτό κρίνεται τελικά για την αληθοφάνειά του, αληθοφάνεια η οποία εδώ γεννά το εξωτικό και μαγεύει τον αναγνώστη. Διαβάζοντας το Κάιρο θυμόμουν τους ήρωες του Μπόουλς να επισκέπτονται τη Βόρεια Αφρική, στο μεταίχμιο ταξιδιώτη και φυγά, ποτέ όμως τουρίστα, με τις ενοχές της αποικιοκρατίας και την αλλοτρίωση της Δύσης να τους συντροφεύουν και την ανάγκη τους να απομακρυνθούν από έναν κόσμο ομοιόμορφο, να χαθούν. Σε αυτό το δεύτερο βιβλίο του ο γεννημένος το 1989 Νικόλας Καλόγηρος εμπνέεται από τον σπουδαίο Τσίρκα και τα καταφέρνει περίφημα.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


υγ. Λίγα λόγια για το πρωτόλειο του Καλογήρου μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Εκδόσεις Κέδρος  

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2020

Το δέντρο της υπακοής - Βασιλική Πέτσα




Τις πρώτες κιόλας μέρες που ο ιός έπαψε να απασχολεί μόνο την Κίνα, και σιγά σιγά ο υπόλοιπος πλανήτης άρχισε να συνειδητοποιεί την απειλή, στις ειδήσεις γινόταν αναφορά σ' ένα κρουαζιερόπλοιο, το Diamond Princess, αν η μνήμη μου δεν με απατά, που παρέμενε στα ανοιχτά, ενώ ο ιός επέλαυνε εντός του και ο αριθμός των νεκρών μεγάλωνε, και κανένα λιμάνι δεν το καλούσε κοντά του, εκείνο που άλλοτε ήταν η πολύφερνη νύφη με τους χιλιάδες καταναλωτές, έγινε μέσα σε μια νύχτα, θαρρείς, ένας Δούρειος Ίππος για τον οποίο όλοι γνώριζαν και παρακαλούσαν -από μέσα τους ψιθυριστά- να εξαφανιστεί από τα δικά τους ραντάρ, όπως εξαφανίστηκε ξαφνικά και το Λιουμπόβ Ορλόβα, κάπου στα ανοιχτά του Βόρειου Ατλαντικού, μία από τις ιστορίες που ενέπνευσε τη Βασιλική Πέτσα στο πρώτο της μυθιστόρημα, Το δέντρο της υπακοής, το οποίο για κάποιο λόγο παραποιώ διαρκώς σε δέντρο της υποταγής, ποιος ξέρει γιατί. Και αν στην πρώτη σελίδα, η σύνδεση με τον σημερινό κόσμο είναι κάπως πιο προσωπική και ίσως χαλαρή, η σελίδα 302 διαβάζεται πια διαφορετικά:
[...] εκείνη με ενημέρωσε πως ο μικρότερος αδερφός της έπαιρνε αγωγή για κνίδωση κι εγώ, στα μέσα Σεπτεμβρίου, της ανακοίνωσα πως η κοινή μας φίλη, η δασκάλα, είχε χτυπήσει άσχημα στο κεφάλι. Έπειτα, λίγες μέρες αργότερα, την ειδοποίησα πως η κοινή μας φίλη μεταφέρθηκε στη μονάδα Λοιμώξεων του περιφερειακού νοσοκομείου: το εξάνθημα που είχε εμφανιστεί στο σώμα της είχε ερμηνευτεί ως σύμπτωμα ιλαράς. Να είχε ανησυχήσει; Να θεώρησε, ήδη, τότε, πως με κάποιο τρόπο ευθύνεται εκείνη; Η φωνή της στο τηλέφωνο, σταθερή και ουδέτερη, δεν πρόδιδε ούτε ίχνος συναισθηματικής φόρτισης. Έπειτα από μέρες, της τηλεφώνησα για να της ανακοινώσω πως η κοινή μας φίλη είχε τελικώς διαγνωστεί με ευλογιά: τα κυστίδια που εμφανίστηκαν ξαφνικά σε κάποιες από τις βλατίδες που κάλυπταν το δέρμα της, μέχρι και τις πατούσες, είχαν υποψιάσει τους γιατρούς, και η κατάστασή της διαρκώς χειροτέρευε. Κάναμε και οι δυο μας μια διακριτική παύση. "Νομίζεις πως θα έπρεπε να εξεταστώ κι εγώ;" με ρώτησε τέλος. Της απάντησα πως αν έτσι κριθεί, θα την καλέσουν οπωσδήποτε οι ειδήμονες. Δεν θέλησα να τη φορτίσω περισσότερο, περιγράφοντάς της λεπτομερώς την εκτεταμένη κινητοποίηση των υγειονομικών αρχών στην περιοχή, τα ιδιαίτερα μέτρα ασφαλείας που είχαν ήδη αρχίσει να εφαρμόζονται με πυρετώδεις ρυθμούς ως κατεπείγουσες διαδικασίες περιορισμού μιας ασθένειας που είχε προ αρκετών δεκαετιών εξαλειφθεί σ' ολόκληρη τη Σοβιετική Ένωση.
Ένας πρώην ιεροκήρυκας που αναζητά την Κιβωτό, ένας πατέρας που φεύγει κρυφά με το μωρό για να φτάσει μέχρι την άκρη του κόσμου, το Σαντιάγκο ντε Κομποστέλα, εκεί που καταλήγει το πλέον γνωστό θρησκευτικό προσκύνημα, μια λίμνη που θυσιάστηκε για να ποτιστεί το έδαφος, μια οικογένεια που έζησε απομονωμένη στη Σιβηρία, τα παιδιά με τα οράματα, το πλοίο που πλέει παραδομένο πλήρως στα θαλάσσια ρεύματα. Το δέντρο της υπακοής είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα πέντε επιμέρους ιστοριών που εκτείνονται σε όλο το μήκος του εικοστού αιώνα, σε διαφορετικά μήκη και πλάτη, ιστορίες καταγεγραμμένες, λιγότερο ή περισσότερο γνωστές, οι οποίες διαμορφώθηκαν κατάλληλα ώστε να μετατραπούν σε καλή λογοτεχνία. Εκείνο που μένει να απαντηθεί είναι αν θα "έπρεπε" οι πέντε αυτές ιστορίες να παραδοθούν ως ανεξάρτητα -εκτενή- διηγήματα μιας ομογενούς συλλογής ή αν καλώς προτιμήθηκε η δεδομένη μυθιστορηματική συνάρθρωση. Το αφηγηματικό αυτό εύρημα λειτουργεί, σίγουρα όχι εξ αρχής, αλλά στην πορεία της ανάγνωσης τα ερωτήματα απαντώνται. Οι παύσεις της κάθε ιστορίας λόγω της παρεμβολής των υπολοίπων συντελούν στην ατμόσφαιρα του βιβλίου, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε αρχικά ο αναγνώστης ίσως μπερδευτεί αναζητώντας την ευθεία σύνδεση των ιστοριών μεταξύ τους. Η εναλλαγή εντείνει την αγωνία για την εξέλιξη της κάθε ιστορίας, δίνοντάς της ταυτόχρονα χρόνο στη σκέψη του αναγνώστη. Κάθε επόμενο κεφάλαιο συνοδεύεται από τους αντίλαλους των προηγούμενων, γεγονός που μετουσιώνει σε βίωμα την έννοια της πολυφωνικότητας. Αν κάποιος αναγνώστης επιθυμεί την αντιστοίχηση με την πραγματικότητα τότε θα χρειαστεί να κάνει κάποια αναζήτηση. Υποθέτω πως αν το βιβλίο αυτό ήταν μεταφρασμένο, στην ελληνική έκδοση θα υπήρχαν μερικές δεκάδες επεξηγηματικών υποσημειώσεων, κατά τη γνώμη μου αχρείαστες αφού δεν σχετίζονται ούτε με το corpus του μυθιστορήματος ούτε με την πρόσληψή του. Καλώς, λοιπόν, εδώ απουσιάζουν. Στη σημερινή εποχή άλλωστε λίγα πράγματα είναι πιο εύκολα από μια αναζήτηση στο διαδίκτυο. Το τελικό αποτέλεσμα είναι τόσο πειστικό που η πονηρά διατυπωμένη άποψη περί έμμεσου περάσματος της Πέτσα από τη μικρή στη μεγάλη φόρμα διαλύεται στο τίποτα από το οποίο προήλθε.

Ο μακροπερίοδος λόγος, με τη σωστή χρήση των σημείων στίξης, σε συνδυασμό με τη χρήση της γλώσσα εντυπωσιάζουν. Η προφορικότητα, η ενσωμάτωση των διαλόγων σε ευθύ και σε πλάγιο λόγο, η ροή συνείδησης αλλά και οι περιγραφές, τα πραγματολογικά στοιχεία, οι πολιτικές και θεολογικές αναζητήσεις, όλα είναι καλά μιξαρισμένα -αν μου επιτρέπεται το δάνειο από την ηχοληψία. Υποθέτω πως η κρυπτικότητα του κειμένου, που μοιάζει να μη θέλει να προβεί σε περιττές -κατά τη συγγραφέα- εξηγήσεις, αλλά να παραμείνει κάπως κλειστό, πηγάζει από το γεγονός πως οι ιστορίες αυτές είναι πραγματικές. Η πορεία που ακολουθεί η Πέτσα κατά τη συγγραφή είναι αντίστροφη, η κατάληξη της ιστορίας είναι εκείνη που της τραβάει την προσοχή, η απώλεια του στίγματος του πλοίου για παράδειγμα, το γεγονός στέκει εκεί, παγιωμένο στον χρόνο και ενεργοποιεί την έμπνευση και τη σκέψη της συγγραφέως, η οποία δοκιμάζει να φτάσει στο ίδιο -δεδομένο- αποτέλεσμα, ακολουθώντας -συνθέτοντας αν προτιμάτε- μια μυθιστορηματική -και όχι ανακριβή- διαδρομή. Αναζητά τα συναισθήματα, όσα δεν ειπώθηκαν ή τα πήρε μαζί του ο αέρας, την κακιά στιγμή, την απώλεια της πίστης, το νήμα που ενώνει την ιστορία. Η πίστη σε έναν καλύτερο κόσμο, είτε υπό θρησκευτικό είτε υπό πολιτικό πρίσμα, και μέσω αυτής εκπορευόμενη η πίστη προς τον άνθρωπο, δευτερεύουσα πίστη που ολοένα και χάνεται, είναι διάχυτη στο μυθιστόρημα αυτό, ακόμα και ως μέρος της γενικότερης ατμόσφαιρας. 

Εν κατακλείδι, Το δέντρο της υπακοής είναι ένα απαιτητικό ανάγνωσμα, αρκετά πυκνό και κλειστό, μυθιστόρημα που απαιτεί τον χρόνο του και επιβάλλει τον ρυθμό του, που όμως διαθέτει ευδιάκριτες λογοτεχνικές αρετές, ικανές να ανταμείψουν τον αναγνώστη και να δημιουργήσουν αυξημένες προσδοκίες για το επόμενο μυθιστορηματικό βήμα της Βασιλικής Πέτσα.          

Εκδόσεις Πόλις   

Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

El espiritu de la colmena (1973)





Όταν σ' ένα χωριό της Καστίλης θα φτάσει το καινούριο έργο του κινηματογράφου, τα παιδιά θα τρέξουν φωνάζοντας πίσω από το φορτηγό με τον εξοπλισμό και τη μπομπίνα, θα το περικυκλώσουν και θα ρωτήσουν με λαχτάρα τον επιχειρηματία να μάθουν αν πρόκειται για θρίλερ ή για καουμπόικο, καθώς δεν αντέχουν να περιμένουν ως την προβολή το απόγευμα. Η αίθουσα δεν θα αργήσει να γεμίσει, καθένας φέρνει την καρέκλα του, πληρώνει το εισιτήριο του, βολεύεται όπου βρει κενό, ο τεχνικός ξεβιδώνει τη λάμπα και η προβολή ξεκινά. Διεσταλμένες κόρες και λαμπερά από την αντανάκλαση πρόσωπα. Μέχρι να φτάσει στο χωριό αυτό ο Φράνκεστάιν θα είναι ήδη εννέα χρονών και θα έχει προλάβει να στοιχειώσει κιόλας τα όνειρα χιλιάδων θεατών. Αυτή εδώ είναι η ιστορία της μικρής Άνα, για την οποία ακόμα όλα είναι πιθανά.

Η οικογένεια της Άνα ζει σ' ένα αρχοντικό, το οποίο, αν και με τα σημάδια του χρόνου και της εγκατάλειψης να είναι εμφανή, σημαίνει την υψηλή κοινωνική θέση των ενοίκων του. Ο πατέρας, αυστηρός και απόμακρος συνήθως, με σπάνιες στιγμές τρυφερότητας, εκ των οποίων οι περισσότερες στα κρυφά, όταν τα παιδιά έχουν πια κοιμηθεί, για παράδειγμα, και εκείνος στέκει στην πόρτα και τα χαζεύει όλο στοργή. Ο πατέρας με το πάθος για τα γράμματα και τα μελίσσια, με το ρολόι τσέπης που είναι ταυτόχρονα και μουσικό κουτί. Στον ρόλο αυτόν ο Fernando Fernán Gómez που τόσο μου θύμιζε φυσιογνωμικά τον Μπέρνχαρντ. Η μητέρα που μοιάζει χαμένη, που ελέγχει το ταχυδρομείο συχνά, μη διστάζοντας να καλύψει την απόσταση με το ποδήλατο, που μοιάζει στεναχωρημένη με τον τρόπο εκείνων που κάτι άλλο περίμεναν από τη ζωή, με τον τρόπο εκείνων που συμβιβάστηκαν. Και οι δυο μικρές, η Άνα, με τα τόσο εκφραστικά μάτια, μεγάλα και θλιμμένα, έτοιμη να αντικρίσει θαύματα και πνεύματα, γυρίζει με την αδερφή της από την προβολή μαγεμένη και φοβισμένη, ζητάει από την Ιζαμπέλ, μεγαλύτερη καθώς είναι, διευκρινίσεις. Λέξη δική της δεν αφήνει να πέσει κάτω. Η Ιζαμπέλ δεν είναι πως δεν αγαπάει τη μικρή της αδερφή, δεν διστάζει μάλιστα να της ψιθυρίζει τις σωστές απαντήσεις όταν η δασκάλα τη ρωτά, είναι όμως παιδί και θέλει να παίζει και το να τρομάζει κανείς κάποιον μικρότερο φαντάζει, ώρες-ώρες, διασκεδαστικό, ακόμα και όταν δεν είσαι παιδί πια, όπως το να κλείνεις τα μάτια και να κάνεις τον νεκρό, από ανασφάλεια ίσως για να δεις αν σε αγαπούν τόσο ώστε ο θάνατός σου να προκαλέσει τρόμο.

Με κυρίως σκηνικό αυτό το μικρό χωριό, με τους χωμάτινους δρόμους και τον απέραντο κάμπο, σε μια δύσκολη χρονική συγκυρία για την Ισπανία, με τους νικητές του πρόσφατου εμφυλίου να ζητούν την εξόντωση κάθε δημοκρατικού κυττάρου, ο Ερίθε γυρίζει μια ταινία με ένα σενάριο στο οποίο τα περισσότερα δεν λέγονται αλλά ευκόλως εννοούνται, ανάλογα και με τις προσλαμβάνουσες που ο κάθε θεατής διαθέτει. Ο Ερίθε επιτυγχάνει να παραδώσει μια ταινία με οικουμενική διάσταση, μια ταινία όπου η ποίηση συνεπικουρούμενη από το φανταστικό συναντά την πολιτική. Το σενάριο παρότι μοιάζει με μια πρώτη προσέγγιση απλό, δεν είναι σε καμία περίπτωση απλοϊκό. Ο εγκιβωτισμός της ταινίας του Φράνκεστάιν δεν αποτελεί απλώς και μόνο έναν φόρο τιμής, αλλά αποτελεί το κυρίως εύρημα για την εξέλιξη της πλοκής. Αυτό το κατά πολλούς τέρας που όμως κάθεται δίπλα στη λίμνη με το μικρό κορίτσι πετώντας λουλούδια στο νερό και ο φυγάς πολιτικός κρατούμενος που βρίσκει καταφύγιο σε έναν εγκαταλελειμμένο στάβλο δημιουργούν ένα ζεύγος με πλήθος συμβολισμών και παραλληλισμών. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα μελίσσια, η οργάνωση της κοινωνικής δομής των οποίων τίθεται αναπόφευκτα σε αναλογία με την ανθρώπινη πραγματικότητα, χωρίς να απαιτείται λεκτικός σχολιασμός. Ο κινηματογράφος είναι άλλωστε η τέχνη της εικόνας και το μοντάζ υπεύθυνο -μεταξύ άλλων- για την νοηματοδότηση των εικόνων. Ένα τρίτο θεματικό πόλο αποτελεί το ζευγάρι πατέρα-μητέρας, ο τρόπος με τον οποίο σχετίζονται και επικοινωνούν, αυτή η σιωπηλή αποδοχή. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως δεν υπάρχει ένα πλάνο που να περιλαμβάνει και τα τέσσερα μέλη της οικογένειας, ακόμα και σε μια σκηνή δείπνου, που όλοι κάθονται γύρω από το τραπέζι.

Πάνω και πέρα από όλα η ταινία αυτή είναι η ιστορία μιας πρώιμης ενηλικίωσης, ένα πρώτο ρήγμα στην επιφάνεια της πραγματικότητας του μεγάλο κόσμο. Αναρωτιέμαι, πώς να εξηγούσε άραγε ο Ερίθε στα δύο παιδιά, και ειδικά στην Άνα, τι ήταν εκείνο που ήθελε, ποιες λέξεις να χρησιμοποιούσε. Χωρίς το βλέμμα της Άνα στα πράγματα δεν θα ήταν η ίδια ταινία. Κάθε κάδρο στην ταινία αυτή μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής. Πλάνα με την κάμερα ακίνητη, όπως εκείνα που δείχνουν τη μητέρα να φεύγει με το ποδήλατο από το χωριό ή με την προσέλευση των μαθητών στο σχολείο, αλλά και πλάνα με την κάμερα να κινείται όπως εκείνο με τον πατέρα και τις δύο κόρες να γυρεύουν μανιτάρια ανάμεσα στα δέντρα, μένουν αξέχαστα στον θεατή.

Το πνεύμα του μελισσιού είναι μία από τις κορυφαίες ισπανικές ταινίες, κατά κάποιους η κορυφαία. Ο Βίκτορ Ερίθε αφού δοκίμασε πρώτα στον ρόλο του κριτικού, γράφοντας για το Nuestro Cine, έχοντας ολοκληρώσει ήδη τις σπουδές του στον κινηματογράφο, σκηνοθέτησε ακολούθως κάποιες μικρού μήκους ταινίες και το 1973, δύο χρόνια πριν πεθάνει ο Φράνκο, θα παρουσιάσει αυτό το τουλάχιστον εντυπωσιακό ντεμπούτο. Συνολικά μέχρι σήμερα έχει γυρίσει δύο μεγάλου μήκους ταινίες και ένα ντοκιμαντέρ, με απόσταση δέκα χρόνων κάθε φορά, δείχνοντας τα τελευταία χρόνια μια διάθεση για συνεργασίες και παράλληλα πρότζεκτ.

         

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Πολπόταμος - Τζέημς Μήτσαμ




Άσχετα με το αν πειθαρχεί κάποιος στη λίστα με την οποία προσέρχεται στο βιβλιοπωλείο, σπάνια -πια- φεύγει από εκεί μ' ένα βιβλίο που καθόλου δεν γνώριζε την ύπαρξή του λίγες στιγμές πριν. Ακόμα πιο σπάνια αυτό δεν οφείλεται σε κάποιο γαμάτο πρόσωπο της πλοκής που θα βρεθεί να προτείνει κάτι φοβερό που διάβασε τελευταία και με τέτοια σιγουριά θα σου το τείνει, που εσύ, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς ματιά στο οπισθόφυλλο καν, θα το πάρεις στα χέρια σου και θα κατευθυνθείς στο ταμείο. Υπάρχουν όμως και εκείνες οι φορές που κατεβαίνεις τα σκαλιά για να πάρεις ένα βιβλίο, μια αγορά υπό την πίεση του χρόνου, ένα ραντεβού στο οποίο κιόλας είσαι καθυστερημένος ή ένα λεωφορείο που θα βρει τη στιγμή να περάσει στην ώρα του, και το βλέμμα σου σκαλώνει σ' ένα βιβλίο που το εξώφυλλό του δεν σου θυμίζει τίποτα και όμως ξάφνου σου δημιουργείται η επιθυμία να το διαβάσεις. Κάποιος, παλιότερα, αντιστοίχησε το συναίσθημα αυτό με εκείνο που νιώθει ένας χαρτογιακάς μπροστά σε μια ευκαιρία επένδυσης, μια αντιστοίχηση απομαγευτική μα δυστυχώς αληθής. Α, και εκείνο το βιβλίο που επειγόσουν να πάρεις;, το ξέχασες. Προφανώς. Και ίσως αυτό, κατ' εμέ, να είναι το βασικό επιχείρημα για την υπεροχή του υλικού βιβλιοπωλείου απέναντι στην ηλεκτρονική του εκδοχή.

Και σε αυτή την εποχή, που όλοι -ας μη γελιόμαστε- νιώθουμε κάτοχοι της πληροφορίας και με αυτοπεποίθηση περισσή κάνουμε πλείστα πράγματα, πόσο μάλλον τις αγορές μας, έχοντας πείσει τον εαυτό μας πως αυτό είναι κάτι το καλό, έχοντας αφήσει χωρίς δεύτερη σκέψη την έκπληξη εκτός της καθημερινότητάς μας με μια εμμονή για ολοένα και πληρέστερο έλεγχο, ξεχνώντας πως όποιος θέλει να ελέγχει είναι πιο διατεθειμένος και να ελέγχεται, σε αυτή την εποχή, έλεγα, η έκπληξη είναι κάτι το υπέροχο. Η έκπληξη να γυρνάς σπίτι με ένα βιβλίο για το οποίο δεν ξέρεις τίποτα, βιβλίο το οποίο αγόρασες γιατί κάτι όμορφα ύποπτο σου ξύπνησε το όνομα Τζέημς Μήτσαμ, κάποιο παιχνίδι, κάποια συνωμοσία, τέτοια θέλουμε εμείς οι αναγνώστες, σασπένς από την πρώτη σελίδα, από το εξώφυλλο, για να μη μιλήσω για τον τίτλο, πολπόταμος, για ποια διασταύρωση ιπποπόταμου να πρόκειται άραγε; Και στο λεωφορείο, που προφανώς έχασες γιατί το γαμημένο πέρασε στην ώρα του, ενώ το επόμενο εμφανίστηκε με είκοσι πέντε λεπτά καθυστέρηση, νιώθεις έτοιμος να διαλευκάνεις το μυστήριο αυτής της παράξενης δίχως άλλο έκδοσης, διαβάζεις το οπισθόφυλλο:
Η πλοκή του έργου είναι απλή: Νεαρός φαρσέρ στέλνει προβοκατόρικες ανώνυμες επιστολές σε τυχαίες διευθύνσεις. Μία απ' αυτές καταλήγει σε παράφρονα μεσήλικα με συλλογή όπλων και νοσταλγία για τους νεκρούς ποταμούς. Ακολουθεί αιματοχυσία.
Αυτά αρκούν για αυτό το μυθιστόρημα, το οποίο δεν είναι μυθιστόρημα πλοκής αλλά χαρακτήρων. Σκοπός του δεν είναι να αφηγηθεί μια σύνθετη ιστορία με ανατροπές και απίθανες λύσεις αλλά να φτάσει στα τρίσβαθα του ψυχισμού του ήρωα, ο οποίος δεν είναι ο νεαρός σιτού, ούτε ο παράφρων μεσήλιξ, ούτε κάποιο απ' τα θύματά τους. Ήρωας είναι το σκηνικό στο οποίο διαδραματίζεται η πλοκή, ο τόπος του δράματος, η Αθήνα, με τα ποτάμια που απώθησε στο ασυνείδητό της και τώρα ξεχύνονται κόκκινα ως οξεία ψυχωτική κρίση...
Αντί να ξεδιαλύνει, το οπισθόφυλλο οξύνει την περιέργεια του αναγνώστη, που, παρότι έχει βρει κάθισμα και μάλιστα με τη φορά της κίνησης του οχήματος ώστε να μη ζαλίζεται, εντούτοις δυσφορεί, σκέφτεται το νησί από το οποίο έφυγε τρέχοντας ο χαζός μόλις δόθηκε το κέλευσμα, τυράκι για το ποντικάκι, παραμερίζει την εισαγωγή, παρότι του ίδιου του συγγραφέα, δεν διαβάζει ποτέ, παρά στο τέλος και αν, τις εισαγωγές και τα επίμετρα και τους προλόγους, μόνο τις αφιερώσεις διαβάζει γιατί ενίοτε είναι ό,τι καλύτερο θα διαβάσει στο βιβλίο ολάκερο, προχωράει προς το κείμενο, και διαβάζει.
Οι Αθηναίοι είναι μεγάλοι μαλάκες.
Η Αθήνα θα μπορούσε να είναι Παράδεισος. Αν είχε σχεδιαστεί σύμφωνα με τα ποταμάκια της. Αν περιστρεφόταν γύρω τους, αν την διέτρεχαν ελεύθερα και η ζωή της γλεντοκοπούσε στις όχθες τους, με παιδικά καραβάκια στολισμένα με λουλούδια να ταξιδεύουν στην ροή τους και ένα πηγάδι σε κάθε αυλή. Τέτοια πράγματα.
Αντί γι' αυτό οι Αθηναίοι προτίμησαν να τα μπαζώσουν και να χτίσουν πάνω τους έναν τάφο από τσιμέντο.
Κάποιος πρέπει να εκδικηθεί για τα ποτάμια. Μέχρι να κυλήσουν, ξανά, αυτή τη φορά κόκκινα.
Ο αναγνώστης σηκώνει το βλέμμα και αντικρίζει τους συνεπιβάτες του, αναλογίζεται πόσο γραφικός θα έμοιαζε αν ξαφνικά σηκωνόταν όρθιος και τους μιλούσε για το βιβλίο αυτό, το αφιερωμένο στα μπαζωμένα ποτάμια και ρέματα της Αθήνας, για την ανάγκη τα ποτάμια αυτά να κυλήσουν ξανά, για την επιλογή του συγγραφέα να γράψει με ψευδώνυμο σε μια εποχή προβολής του εγώ, για την εμπειρία στο υπόγειο βιβλιοπωλείο που τόσο του έλειπε στο νησί, για το νησί που τόσο του λείπει τώρα. Αποφασίζει να μην το κάνει, αποφασίζει να αντισταθεί στην έλξη που ασκεί η πρώτη πρώτη φράση  στον μισανθρωπισμό που ολοένα και απλώνεται, καλύπτοντας κάθε επιφάνεια μέσα του, αποφασίζει και να αντισταθεί -παρότι με μία κάποια δυσκολία- και να μην αρχίσει να φωνάζει πόσο μαλάκες είμαστε όλοι μας και τι στο διάολο περιμένουμε, αλλά αντιστέκεται και συνεχίζει να διαβάζει τον πολπόταμο, κατεβαίνει έγκαιρα στη στάση, μια φορά μόνο του έχει τύχει να τη χάσει, και εκείνη επειδή τον είχε πάρει ο ύπνος, πτώμα από τη δουλειά, και όχι γιατί διάβαζε κάτι υπέροχο ή γιατί αποφάσισε να ακολουθήσει μια κοπέλα, αυτά συμβαίνουν σε άλλους, βλέπετε.  

Τελειώνει την ανάγνωση μέσα σε λίγες ώρες. Η αρχική θέση άμυνας για μια δήθεν ψαγμένη υπόγεια μοντερνιά υποχωρεί γρήγορα, η γαμημένη καχυποψία με την οποία οι ατάλαντοι μας έχουν δηλητηριάσει ευθύνεται γι' αυτό, γρήγορα αρχίζει να γουστάρει, η πρόζα του Μήτσαμ, παραληρηματική και εμπνευσμένη, παρασέρνει στο διάβα της διάφορες βεβαιότητες, αφήνοντας πίσω την αναγνωστική απόλαυση να ανθίσει μόνη της, παρότι δεν συμφωνεί απόλυτα με τον αφηγητή σε κάποια σημεία, παρότι νιώθει και ο ίδιος στο στόχαστρο ακόμα ακόμα του αφηγητή, και όμως η αναγνωστική απόλαυση είναι δεδομένη. Πρόζα που διανθίζεται -πόσο θα μισήσει αυτό το ρήμα ο Μήτσαμ- με αποσπάσματα συγγραφέων, αρχαίων, κλασικών και σύγχρονων, στα αρχαία και στην καθαρεύουσα, από τον Πλάτωνα μέχρι τον Βακαλόπουλο, και από τον Μπένγιαμιν και τον Απολιναίρ μέχρι τον Χρηστάκη και τον Ροΐδη, η Αθήνα -η μητρόπολη που μας αναλογεί- ζωντανεύει, και ας μην υπάρχει έξοδος από τον λαβύρινθό της, και ας μην τελειώνει αυτή η αλληλουχία κατασκευών πουθενά, και ας μην είναι ο Παράδεισος που θα μπορούσε να είναι. Και όσο οι σελίδες περνάνε το κείμενο αποκτά όλο και περισσότερο ρυθμό, η εξοικείωση του αναγνώστη σίγουρα παίζει τον ρόλο της, και η Σταδίου δεν είναι πια παρά ένα δυσώδες ρέμα, που μόνο πολύ αργότερα θα ενώσει ως οδός τα δύο κέντρα της Αθήνας, το καλό με το κακό, κάτι το οποίο έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς, καθώς τα πολυτελή μαγαζιά δίνουν σιγά σιγά τη θέση τους σε πιο δεύτερα κατηφορίζοντας προς την Ομόνοια, η Σταδίου όπως η Σκουφά/Ναυαρίνου ενώνουν δύο κόσμους διαφορετικούς, μια ευθεία γραμμή βάδισης και ολόκληροι τόμοι ανθρωπολογικού και κοινωνιολογικού ενδιαφέροντος θα μπορούσαν να γραφτούν, ιδιαίτερα από οξυδερκείς περιπατητές που πάντοτε γυρεύουν μια καλή δικαιολογία για σουλάτσο (βλ. επιτόπια έρευνα).

Και επειδή τράβηξε αρκετά αυτή η ανάρτηση, θα πρότεινα να αναζητήσετε το βιβλίο και κάπως έτσι να κλείσει το κείμενο αυτό.      

Εκδόσεις Τυφλόμυγα  

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

Νυχτοδάσος - Djuna Barnes



στη μνήμη του Δημήτρη Αρμάου.

Το νυχτοδάσος είναι ίσως ο πλέον ανοίκειος τόπος για το κάθε ον, συνυφασμένος με τον τρόμο από την αρχή του χρόνου μέχρι και σήμερα, παρότι απομακρυνόμαστε από τα δάση που έτσι και αλλιώς ολοένα και συρρικνώνονται, η μνήμη αυτή, γονιδιακά αποτυπωμένη πια, με μια ελάχιστη υπόνοια ξυπνά. Οι ήχοι μεγεθύνονται στη σιωπή, οι σκιές πυκνώνουν στο σκοτάδι. Οι λέξεις πάντοτε κρύβουν κάτι, κάτι που φωλιάζει σε αυτές, λίγο να ξύσει κανείς την επιφάνεια θα διαπιστώσει πως δεν σχημάτισε τυχαία εκείνη και όχι την άλλη λέξη, πως η τυχαιότητα είναι μόνο φαινομενική, μια εξήγηση βιαστική, μια δικαιολογία συχνά απαραίτητη, για τους άλλους, για εμάς, πιο συχνά για εμάς. Όταν η Μπαρνς συνειδητοποίησε πως ο τίτλος που διάλεξε για το μυθιστόρημά της αυτό, εμπεριείχε το όνομα της παλιάς της ερωμένης Nigh T.Wood, βεβαιώθηκε πως ανάμεσα στους τίτλους αυτός ήταν ο εκλεκτός. Και η αποκάλυψη αυτή άλλο δεν δείχνει παρά πως, ακόμα και αν πετύχεις να σε πείσεις πως η ιστορία που επιθυμείς να διηγηθείς είναι τέκνο της ένωσης της φαντασίας με την έμπνευση, ακόμα ακόμα και αν σκοπός σου ήταν να ενσταλάξεις το προσωπικό προσεκτικά και με έλεγχο στην ιστορία αυτή, κρατώντας μακριά τα αδιάκριτα βλέμματα, θα έχεις αποτύχει οικτρά. Και κάθε ανάγνωση θα το δείχνει αυτό. Σημαίνει κάτι τέτοιο πως το Νυχτοδάσος διαβάζεται ως ένα μυθιστόρημα αυτοβιογραφικό; Ναι, όπως το κάθε μυθιστόρημα διαβάζεται ως αυτοβιογραφικό, και εκείνο που μένει να απαντηθεί είναι ποιου η αυτοβιογραφία είναι.
"Η Ρόμπιν μπορεί να πάει οπουδήποτε, να κάνει οτιδήποτε", συνέχισε η Νόρα, "επειδή μπορεί και ξεχνά. Κι εγώ δεν μπορώ να πάω πουθενά, επειδή θυμάμαι". Πλησίασε προς το μέρος του. "Μάθιου", είπε, "μη νομίζεις πως ήμουν πάντοτε έτσι. Κάποτε ήμουν αδίσταχτη, αλλά αυτή είναι μια αγάπη διαφορετική... με ακολουθεί παντού, δεν σταματάει πουθενά... με κατατρώει. Πώς θα μπορούσε να μου μιλήσει, τη στιγμή που δεν υπάρχει τίποτα να πει που να μην αποτελεί αποδεικτική μαρτυρία εναντίον της;".
Ο Φέλιξ απέκτησε με τη Ρόμπιν έναν γιο, τον Γκουίντο, εκείνη τον παράτησε όταν γνώρισε τη Νόρα, η οποία εγκαταλείφθηκε όταν η Ρόμπιν ερωτεύτηκε τη Τζένη και έφυγαν μαζί για την Αμερική. Ο Φέλιξ και η Νόρα, χωριστά ο καθένας, καταφεύγουν στα ευήκοα ώτα του γιατρού Μάθιου-Μέγας-κόκκος-άλατος- Δάντης Ο' Κόνορ, να του μιλήσουν για εκείνη, την πηγή της δυστυχίας τους, που συνεχίζουν να την ποθούν. Αυτή είναι η υπόθεση του μυθιστορήματος αυτού σε αδρές γραμμές. Ένα ρομάντζο, μια ιστορία αγάπης είναι το Νυχτόδασος, μια ιστορία για τον πόνο της αγάπης ή για το αδύνατο της αγάπης, καθένας μπορεί να διαλέξει. Και δεν προκαλεί εντύπωση πως όταν κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα αυτό, παρότι εγκωμιάστηκε από ιερά τέρατα της λογοτεχνίας, δεν βρήκε το κοινό του, όπως δεν προκαλεί εντύπωση πως ακόμα και σήμερα, πάνω από ογδόντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, και παρότι προσέλκυσε ξανά το ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, εξακολουθεί να δυσκολεύεται να γίνει αποδεκτό από το ευρύ αναγνωστικό κοινό. Έργα όπως αυτό δημιουργούν μια αμηχανία στους αναγνώστες, επαγγελματίες ή μη, με τις ευτελείς πρώτες ύλες να ευθύνονται ως ένα βαθμό γι' αυτό, μια αμηχανία μήπως πρόκειται για κάποια απάτη, η άμυνα που αναπτύσσουμε μην τύχει και πιαστούμε κορόιδα, θυσιάζοντας έτσι καχύποπτα κάθε πιθανή απόλαυση. 

Στον πρόλογό της η -σπουδαία και παραγνωρισμένη στα καθ' ημάς- Γουίντερσον εντοπίζει την ιδιαιτερότητα του μυθιστορήματος αυτού -που ισχύει και για αρκετά ακόμα-, ιδιαιτερότητα που έχει να κάνει με τον χρόνο που καλείται να διαθέσει -και όχι να θυσιάσει- ο αναγνώστης, και που έρχεται σε αντίθεση με τις πρώτες ύλες που η συγγραφέας χρησιμοποιεί. Σε μια εποχή γρήγορης απόλαυσης η λογοτεχνία της Μπαρνς μοιάζει παρωχημένη. Η πρώτη ανάγνωση με άφησε με την υποψία πως αυτό που διάβασα είχε πάστα καλής λογοτεχνίας και μάλιστα σε υψηλή περιεκτικότητα. Υποψία όμως και όχι βεβαιότητα για την οποία χρειάστηκε μια δεύτερη ανάγνωση, που παρότι πιο γρήγορη, καθώς πλέον τα μονοπάτια του νυχτοδάσους τα είχα κιόλας μια φορά διαβεί, αποδείχτηκε ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Η ανάγνωση αυτού του μυθιστορήματος θα μπορούσε να εξελιχθεί σ' ένα παιχνίδι ρόλων, σκέφτομαι, μετά την πρώτη ανάγνωση, κάθε αναγνώστης θα διάλεγε ένα πρόσωπο, για τους δικούς του λόγους ο καθένας, άλλος τη Ρόμπιν, και άλλος τον γιατρό, άλλος τη Νόρα και άλλος τον Φέλιξ, ίσως κάποιος τη Τζένη. Ύστερα, γύρω από το τραπέζι, κάθε πρόσωπο θα έλεγε την ιστορία του. Η Ρόμπιν θα έπρεπε να παραμείνει σιωπηλή ακούγοντας αυτές τις ιστορίες στις οποίες εκείνη πρωταγωνιστεί, και που μαζί με τον γιατρό συνθέτουν ένα ιδιοφυώς δοσμένο ζευγάρι χαρακτήρων. Η Ρόμπιν που κυριαρχεί από άκρη σε άκρη στην ιστορία αυτή και όμως δεν εμφανίζεται ποτέ, ό,τι μαθαίνουμε για εκείνη είναι από τις διηγήσεις του Φέλιξ, της Νόρα, της Τζένη και του Μάθιου, εκείνη δεν παίρνει τον λόγο, δεν της δίνεται το δικαίωμα να δικαιολογηθεί, να δώσει τη δική της εκδοχή, αν υποθέσουμε πως θα της ενδιέφερε κάτι τέτοιο. Απέναντί της ο Μάθιου, εκείνος που ακούει, ένας εξομολογητής που δεν το επέλεξε να φορτώνεται την πίκρα των ανθρώπων και όμως αυτός μοιάζει να είναι ο προορισμός του επί γης.

Η Γουίντερσον επισημαίνει την αλήθεια των χαρακτήρων της Μπαρνς, αληθινοί και καθόλου στερεοτυπικοί, παρότι ανήκουν σε μιαν άλλη εποχή, μακρινή της δικής μας, φέρουν την ανθρώπινη αλήθεια, τη σκοτεινή πλευρά του ερωτικού πόνου, τα πάθη και τις αδυναμίες τους, με αποτέλεσμα να αναγνωρίζονται με ευκολία από τον αναγνώστη, που με έκπληξη διακρίνει το ενδεχόμενο της ταύτισης με κάποιο από αυτά να ξεπροβάλλει. Η γλώσσα της Μπαρνς κινείται οριακά -στα μάτια του σημερινού αναγνώστη- κοντά στην επιτήδευση, στοχαστική και βαρυφορτωμένη όπως είναι, και όμως όχι μόνο δεν ξεπερνά το όριο, αλλά επιπλέον πετυχαίνει να σαγηνεύσει τον αναγνώστη σελίδα τη σελίδα.  Η πλοκή χωρίζεται σε οκτώ κεφάλαια χαλαρής σύνδεσης, που θα μπορούσαν να σταθούν και ανεξάρτητα, και που όμως λειτουργούν σε πλήρη αρμονία ως σύνολο. Η πρόζα της Μπαρνς στηρίζεται κυρίως στους διαλόγους, που αποτελούνται από παράλληλους, μεγάλους σε έκταση μονολόγους, με την αφηγήτρια να επεμβαίνει ελάχιστα, αφήνοντας τα ηνία στους ήρωες. 

Είναι φοβερό πώς ένα κείμενο ογδόντα ετών αναβλύζει τέτοια φρεσκάδα διατηρώντας ταυτόχρονα την αίσθηση του παλιού, και είναι αυτό ένα χαρακτηριστικό του μοντερνισμού που αγαπώ ιδιαίτερα. Στη δεύτερη ανάγνωση είχα διαρκώς στην άκρη του μυαλού μου το Ορλάντο της Βιρτζίνια Γουλφ. 

υγ. Αν κανείς έπρεπε να διαλέξει ένα και μόνο βιβλίο της Γουίντερσον για να διαβάσει, θα πρότεινα αυτό εδώ. Για το Ορλάντο της Γουλφ περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Αργυρώ Μαντόγλου
Εκδόσεις Gutenberg