Σάββατο 30 Απριλίου 2011
Νανά - Εμίλ Ζολά
Ο έρωτας για την Νανά δεν είναι μόνο τρόπος βιοπορισμού, είναι ένα παιχνίδι, μια απόλαυση. Παρασέρνει τους πάντες στο διάβα της, τους οδηγεί στο κρεβάτι της αν της κάνει κέφι και ας βρήκε για μια περίοδο τον μάστορά της. Κινείται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη των κοινωνικών τάξεων, είναι μια τάξη από μόνη της. Όλα αυτά συμβαίνουν τα τελευταία τρία χρόνια της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας.
Μπορεί σήμερα να φαντάζει κάπως απλοϊκό, όμως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως η Νανά του Εμίλ Ζολά είναι γραμμένη το 1880, πριν από 131 χρόνια δηλαδή. Δεν είναι δύσκολο για κάποιον να κάνει τις απαραίτητες αναγωγές στο σήμερα, διαβάζοντας το συγκεκριμένο μυθιστόρημα αντιλαμβάνεσαι πως η μοναδική διαφορά με το σήμερα είναι η "άνεση" με την οποία διηγούμαστε σήμερα παρόμοιες ιστορίες, σαν να τις θεωρούμε κάτι που απλώς συμβαίνει. Ας σκεφτούμε όμως τον ντόρο που προκάλεσε τότε η έκδοση του συγκεκριμένου κειμένου και ας προβληματιστούμε όλοι μας από τους συμβολισμούς που κρύβονται ανάμεσα στις νατουραλιστικές περιγραφές του Εμίλ Ζολά.
Σκέφτομαι τώρα που το βιβλίο στέκει εδώ, στα αριστερά του υπολογιστή, μέσω του οποίου πληκτρολογώ ετούτη την ανάρτηση, πόσο πιο πολύ θα με είχε συγκλονίσει η ανάγνωση του κλασικού αυτού μυθιστορήματος αν δεν είχαν προηγηθεί τόσα μεταγενέστερά του αναγνώσματα, γιατί μπορεί να εξακολουθεί να είναι σημαντική η επαφή με την κλασική λογοτεχνία από άποψη παιδείας, αλλά συχνά η μάχη με την σύγχρονη είναι λίγο άνιση ως προς την απόλαυση. Καταλαβαίνω πως πολλοί θα διαφωνήσουν αλλά είναι η προσωπική μου άποψη χωρίς βέβαια να αποτελεί κανόνα ούτε και για μένα τον ίδιο.
Εκδόσεις Γκοβοστή.
Μετάφραση Γιώργος Πράτσικας.
Σάββατο 23 Απριλίου 2011
Άουστερλιτς - W. G. Sebald
Ακόμα μια σελίδα, σκέφτεσαι, και θα το αφήσω και κάπως έτσι περνάνε οι σελίδες, στις φωτογραφίες που παρεμβάλονται της ιστορίας του Ζακ Άουστερλιτς ξαποστένει η ματιά για λίγο πριν να συνεχίσει την ανάγνωση. Μάστορας της γλώσσας ο Ζέμπαλντ, κατέχει την γνώση της γραφής, την συνταγή με τις αναλογίες. Είναι από εκείνες τις φορές που διαβάζοντας το μεταφρασμένο κείμενο αναλογίζομαι πως θα μου άρεσε να μπορούσα να διαβάσω από το πρωτότυπο, συναίσθημα το οποίο δεν έχει να κάνει τόσο με το μεταφραστικό αποτέλεσμα, το οποίο δια χειρός Ιωάννας Μεϊτάνη είναι πραγματικά υψηλού επιπέδου, όσο με την δυναμική του πρωτοτύπου.
Όταν πέρυσι το καλοκαίρι διάβαζα το «Οι δακτύλιοι του Κρόνου» ήξερα πως αργά ή γρήγορα θα επέστρεφα στο λογοτεχνικό σύμπαν του ιδιαίτερου αυτού γερμανού συγγραφέα. Το ίδιο νιώθω και τώρα μετά το πέρας της δεύτερης επαφής μου με το έργο του.
Δεν είναι μόνο ο τρόπος γραφής του ιδιαίτερος. Αυτό το οποίο με εντυπωσιάζει και με ελκύει στο έργο του είναι το γεγονός ότι αν και με την μορφή μυθιστορήματος τα έργα του τείνουν περισσότερο στο να χαρακτηριστούν ως μελέτες, πραγματείες, κάτι οικείο για τον Ζέμπαλντ που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του σε διάφορα πανεπιστήμια ανά την Ευρώπη.
Μέσα από την προσωπική ιστορία του Ζακ Άουστερλιτς, ενός ανθρώπου χωρίς πατρίδα, χωρίς θρησκεία, χωρίς γλώσσα, ο Ζέμπαλντ μας μιλάει για την Ευρώπη, την αρχιτεκτονική, την πολιτική, την θρησκεία, το εβραϊκό ζήτημα.
Προτάσεις που αργούν να ανακοπούν από κάποια τελεία, δομημένες όμως τόσο μαεστρικά με αποτέλεσμα την αναγνωστική μέθη.
Εκδόσεις Άγρα.
Μετάφραση Ιωάννα Μεϊτάνη.
Πέμπτη 21 Απριλίου 2011
Η Σκέψη και Ο Κυβερνήτης - Λεονίντ Αντρέγιεφ
Η Σκέψη, που κατά καιρούς έχει εκδοθεί και με τον τίτλο Τρέλα, αποτελεί την γραπτή εξήγηση του γιατρού Αντόν Ιγκνάγιεβιτς Κερζέντσεφ, που κατηγορείται για φόνο, κατά την διάρκεια της παραμονής του στην ψυχιατρική κλινική.
Όπως ανέφερα και πιο πάνω την συγκεκριμένη νουβέλα την είχα διαβάσει αρκετά παλιότερα. Εντυπωσιάστηκα από το γεγονός οτί θυμόμουν αρκετές λεπτομέρειες, αυτό μάλλον όμως εξηγείται από την εντύπωση που μου είχε προκαλέσει το παραλήρημα του Κερζέντσεφ, οποίος πότε προσπαθεί να εξηγήσει πως το παίζει τρελός και πότε πως είναι. Η συγκεκριμένη νουβέλα έχει μεταφερθεί και στο θέατρο, κάτι απόλυτα αναμενόμενο από την φύση του κειμένου.
Ο Αντρέγιεφ μας προσκαλεί σε ένα εγκεφαλικό παιχνίδι, στο οποίο η κάθε κίνησή του είναι μελετημένη ως την τελευταία λεπτομέρεια σε σημείο που εμένα τουλάχιστον με έκανε να ανησυχώ γύρω από την ψυχική κατάσταση του ίδιου του συγγραφέα.
Ο Κυβερνήτης σήκωσε το λευκό μαντήλι, οι στρατιώτες πυροβόλησαν τους απεργούς που είχαν περικυκλώσει το κυβερνείο, κάποιοι έπεσαν νεκροί. Η εικόνα αυτή στοιχειώνει τον κυβερνήτη. Όλοι είναι σίγουροι πως κάποιος θα τον σκοτώσει, εκείνος επιμένει να περπατάει μονάχος του στα έρημα δρομάκια της πόλης.
Το πέρας της ανάγνωσης μου άφησε μια γεύση οικονομίας, κατά την γνώμη μου σε καμία από τις δύο αυτές νουβέλες δεν υπάρχει περιττή λέξη, ούτε μία και είναι εντυπωσιακό.
Ο Αντρέγιεφ είναι ίσως ένα από τα πιο γνωστά μυστικά της ρωσικής λογοτεχνίας.
Εκδόσεις Άγρα
Μετάφραση Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Τρίτη 19 Απριλίου 2011
Λαγού Μαλλί - Γιάννης Μακριδάκης
Κυρίαρχο χαρακτηριστικό της νουβέλας αυτής αποτελεί η ιδιαίτερη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, γραπτή αποτύπωση της χιακής διαλέκτου. Δεν με ξένισε, πώς αλλιώς άραγε θα μπορούσε να αποτυπωθεί διαφορετικά η ιστορία του καπτα-Σίμου και της βάρκας του της Δεσπινιώς; Δεν είναι το μικρό μέγεθος μόνο που σε αναγκάζει να το διαβάσεις απνευστί, είναι και η γλώσσα. Συχνά ξεχνάμε στο βωμό της ιστορίας, τον πρωτεύοντα ρόλο της γλώσσας στην λογοτεχνία, και ευτυχώς υπάρχουν τέτοια κείμενα για να μας το θυμίζουν.
Το Λευτερό ο καβγατζής, ο Νικολής η Μουγγριά, ο Λάμπης ο λιμενικός και ο Πέτρος ο καθηγητής συντροφεύουν τον καπτα-Σίμο στην κηδεία του. Λίγες μέρες πριν πέθανε πάνω στο Δεσπινιώ, σκαρί αβύθιστο, τις ίδιες μέρες ο πρωθυπουργός από το Καστελόριζο ανακοίνωνε τα γνωστά πλέον σε όλους μας μαντάτα.
Η θάλασα κυριαρχεί, ο μόχθος του ψαρά και η αλμύρα της θάλασσας. Αλλά ο συγγραφέας δεν αφήνει ασχολίαστη την πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας.
Μικρή σε έκταση αλλά σφιχτή σε δομή η αξιολογότατη νουβέλα του Γιάννη Μακριδάκη μας δίνει μια εικόνα της "κρίσης" μακριά από τα αστικά κέντρα και χωρίς να χρειαστεί να φωνάξει καταφέρνει να ακουστεί σε όποιον θέλει να την ακούσει.
Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε στην Χίο το 1971, σπούδασε μαθηματικά. Από το 1997, που ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου, οργανώνει τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του κέντρου, επιμελείται τις εκδόσεις του και διευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό Πελινναίο.
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Δευτέρα 18 Απριλίου 2011
Νυχτερινό τρένο για την Λισαβόνα - Πασκάλ Μερσιέ
Ο Γκρεγκόριους, φιλόλογος σε σχολείο της Βέρνης, διάγει ένα βίο σχεδόν ασκητικό. Κάθε μέρα την ίδια ώρα αφήνει το σπίτι του και πηγαίνει στο σχολείο στο οποίο κάποτε ήταν μαθητής και ο ίδιος και που τώρα διδάσκει λατινικά, αρχαία ελληνικά και εβραϊκά. Χωρισμένος από καιρό περνά τον χρόνο του στο σπίτι ανάμεσα σε αρχαία κείμενα και σχόλια. Μια μέρα διασχίζοντας την γέφυρα συναντά μια κοπέλα έτοιμη να αυτοκτονήσει, όταν αργότερα την ρωτά ποιά είναι η μητρική της γλώσσα εκείνη θα του απαντήσει "Portugues". Ο τρόπος που θα ηχήσει η λέξη αυτή στα αυτιά του Γκρεγκόριους θα τον οδηγήσει λίγο αργότερα, όταν η κοπέλα θα έχει χαθεί, να εγκαταλείψει το σχολείο πριν το τελευταίο κουδούνι. Χαμένος περιδιαβαίνει την Βέρνη. Ο δρόμος θα τον οδηγήσει σε ένα ισπανικό βιβλιοπωλείο, εκεί θα αγοράσει το βιβλίο του Αμαντέου ντε Πράντου με τίτλο " Ένας χρυσοχόος των λέξεων". Όταν γυρίσει σπίτι, με ένα δίσκο εκμάθησης της πορτογαλικής, θα πάρει την ξαφνική απόφαση να ταξιδέψει ως την Λισαβόνα.
Εκεί θα ακολουθήσει τα ίχνη του Αμαντέου ντε Πράντου.
Η παραπάνω είναι νομίζω μια κατατοπιστική εισαγωγή για το βιβλίο του Ελβετού Πασκάλ Μερσιέ ( ψευδώνυμο του Πέτερ Μπιέρι). Θα συγκρατηθώ και δεν θα γράψω τίποτα παραπάνω σχετικά με την πλοκή και την υπόθεση. Αν ποτέ διαβάσετε το συγκεκριμένο μυθιστόρημα ίσως καταλάβετε το γιατί. Θέλω απλώς να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα το οποίο ίσως να μην είναι το πιο αντιπροσωπευτικό τού βιβλίου αλλά είναι αυτό που μου έμεινε στην μνήμη.
" Ο Γκρεγκόριους δεν είχε πλήξει ποτέ στην ζωή του. Άκουγε πως υπήρχαν άνθρωποι που δεν ήξεραν τι να κάνουν με την ώρα τους, και λίγα πράγματα έβρισκε τόσο ακατανόητα όσο αυτό. Ούτε τώρα έπληττε. Αυτό που ένιωθε στο ήσυχο, υπερβολικά μεγάλο σπίτι ήταν άλλο: σαν να στεκόταν ο χρόνος ακίνητος, ή μάλλον όχι, δεν στεκόταν ακίνητος, απλά δεν τον τραβούσε κι αυτόν μαζί του στο περασμά του, δεν τον ταξίδευε προς το μέλλον, απλά κυλούσε δίπλα του χωρίς να τον αγγίζει, χωρίς να σχετίζεται μαζί του."
Ο συγγραφέας Πασκάλ Μερσιέ είναι Ελβετός, γεννήθηκε στην γερμανόφωνη Βέρνη και σπούδασε φιλοσοφία. Εργάζεται ως καθηγητής φιλοσοφίας στο Ελέυθερο πανεπιστήμιο του Βερολίνου.
Αν και γραμμένο στα γερμανικά, το βιβλίο δεν μου φάνηκε και τόσο γερμανικό χωρίς αυτό να είναι κάτι το αρνητικό.
Το Νυχτερινό τρένο για τη Λισαβόνα μου το πρότεινε μια φίλη που το διάβασε από το πρωτότυπο, την ευχαριστώ για αυτό γιατί νομίζω πως από μόνος μου δύσκολα θα τολμούσα να το διαβάσω ακόμα και αν έπεφτα τυχαία πάνω του.
Εκδόσεις Ψυχογιός.
Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου.
Πέμπτη 14 Απριλίου 2011
Trouble over Tokyo @ Residents bar
Ήταν όμορφη η αναμονή για το επόμενο τεύχος, δυστυχώς όμως τα όμορφα πράγματα έχουν ένα τέλος αλλά τα τεύχη του περιοδικού μένουν ως μάρτυρες εκείνης της εποχής να στολίζουν την βιβλιοθήκη μου.
Όταν είδα τις ημερομηνίες της εμφάνισης του Trouble over Tokyo στην Ελλάδα με κατέκλυσε ένα συναίσθημα αρκετά ανάμικτο, από την μία ένα παράπονο αφού το πρωινό ξύπνημα στο οποία θα έπρεπε να υποβάλω τον εαυτό μου το πρωινό της Κυριακής, λίγες ώρες μετά το live, καθιστούσε αδύνατη την παρουσία μου εκεί. Από την άλλη μια ελπίδα για την εμφάνισή του στην Θεσσαλονίκη, στην οποία θα βρισκόμουν την Κυριακή.
Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την τελευταία φορά που βρέθηκα στον ελληνικό βορρά, ήταν λίγο παράξενο το ενδεχόμενο της επιστροφής, έκρυβε όμως και μια μαγεία. Μια επιστροφή στο παρελθόν.
Το πως μαζεύτηκε μια μεγάλη παρέα στο residents εκείνο το βράδυ είναι μια άλλη ιστορία.
Το residents έχει μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, τέτοια που του δίνει μια ανεξήγητη οικειότητα. Το live αποτέλεσε την επιβράβευση για την επιμονή μου, ο Toph σε τρομερά κέφια, αν και μόνος του επί σκηνής παρέα με την κιθάρα και τα κουμπάκια του, κατάφερε να μας ξεσηκώσει και να μας δώσει ρόλο στο σκηνικό που έστησε εκείνη την βραδιά. Μουσικός που δουλεύει επαγγελματικά την μουσική του ως την τελευταία λεπτομέρεια αλλά ερασιτέχνης στον τρόπο με τον οποίο την βιώνει, στάθηκε να μας κοιτάζει αμήχανα στο τέλος του σετ και ενώ οι θαμώνες ζητούσαν επιταχτικά και άλλο, εκείνος δεν μας χάλασε το χατίρι. Το πιο σημαντικό πράγμα σε ένα live είναι η ενέργεια που θα σου δώσει, την μουσική ως μουσική μπορείς πολύ εύκολα και απλά να την απολαύσεις στο σαλόνι του σπιτιού σου.
Άσε που χωρίς είσοδο σου μένει μπάτζετ ικανό για να πιείς μια μπύρα παραπάνω!
Thanks Toph, thanks Muzine!
Trouble over Tokyo @ myspace
Το αγαπημένο μου τραγούδι στο youtube
Κυριακή 10 Απριλίου 2011
Οι νάνοι του θανάτου - Τζόναθαν Κόου
Ο Τζόναθαν Κόου, αν και τον ανακάλυψα σχετικά αργά, είναι ένας από εκείνους τους συγγραφείς που μου δημιουργεί την κατ'εμέ ονομαστική ανάγκη, η οποία σύμφωνα με τον δικό μου ορισμό έχει να κάνει με την επιθυμία να διαβάσεις το βιβλίο ενός συγκεκριμένου συγγραφέα την δεδομένη χρονική στιγμή. Ένιωθα λοιπόν πως χρειαζόμουν επειγόντως έναν Κόου για συντροφιά. Ακολουθώντας την αλφαβητική κατάταξη των βιβλίων, έφτασα ως το Κ, έσκυψα για να πάρω στα χέρια μου τον "Ιδιωτικό βίο του Μάξουελ Σιμ" η ματιά μου όμως έπεσε λίγο πιο δίπλα, και ενώ τα χέρια πλησίαζαν το καινούργιο εκείνη φλέρταρε με το παλιό, το πρώτο που εκδόθηκε στα ελληνικά και επίσης αδιάβαστο με τίτλο " Οι νάνοι του θανάτου". Αμφιταλαντεύτηκα για κάποια ώρα. Αν είχα αρκετά χρήματα μαζί μου θα αγόραζα, παραδέχομαι, και τα δύο, όμως έπρεπε να επιλέξω.
Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με κρατά μακριά από τις νέες εκδόσεις, χρειάζομαι ίσως το πέρασμα του χρόνου, σαν να απαιτείται να συνηθίσω την παρουσία του νέου τίτλου, του εξώφυλλου. Επέλεξα το παλιό. Δεν μπαίνω στην διαδικασία να σκεφτώ αν έπραξα σωστά, εκείνη την στιγμή χρειαζόμουν έναν Κόου άλλωστε.
Ο Γουίλιαμ αποφασίζει να δοκιμάσει την τύχη του μακριά από την χημεία, στην μουσική. Μετακομίζει στο Λονδίνο και μοιράζεται ένα διαμέρισμα, σε μια εργατική πολυκατοικία, με την Τίνα, η οποία δουλεύει βραδυνή βάρδια. Λόγω ωραρίων δεν βλέπονται σχεδόν ποτέ και επικοινωνούν με σημειώματα που αφήνουν στον πάγκο της κουζίνας. Ο Γουίλιαμ δουλεύει σε ένα δισκοπωλείο στο City. Έχει μια μπάντα, η οποία όμως περνά κρίση και βρίσκεται στα όρια της διάλυσης. Ο μυστηριώδης μάνατζερ Τσέστερ του προτείνει να παίξει πλήκτρα σε μια άλλη μπάντα. Στην πρώτη συνάντηση θα γίνει μάρτυρας μιας δολοφονίας...
Από εκεί ξεκινά ο Κόου την ιστορία του νεαρού Γουίλιαμ. Λιγότερο πολιτικό από τα υπόλοιπα βιβλία του Κόου, οι νάνοι του θανάτου είναι ένα βιβλίο για το Λονδίνο, την μουσική, τον έρωτα και τα αδιέξοδα. Κάθε κεφάλαιο έχει ως επικεφαλίδα έναν στίχο από κάποιο τραγούδι του Morrissey άλλοτε τραγουδιστή των Smiths. Αν είχα κάποιες στοιχειώδεις γνώσεις μουσικής θεωρίας θα μπορούσα ίσως να καταλάβω περισσότερα πράγματα, όπως για παράδειγμα τις παρτιτούρες που συχνά πυκνά εμφανίζονται στο κείμενο.
Μια διαφορά του συγκεκριμένου βιβλίου σε σχέση με τα υπόλοιπα του Κόου είναι πως έχει μια πλοκή πιο μονοπρόσωπη, ο Γουίλιαμ είναι ξεκάθαρα ο πρωταγωνιστής της ιστορίας αυτής.
Βιβλίο που διαβάζεται απνευστί και σε καθηλώνει. Όλα τα βιβλία του Κόου είναι ξεχωριστά και αγαπημένα. Θα σας πρότεινα να διαβάσετε οποιοδήποτε αλλά αν έπρεπε να ονοματίσω ένα τότε αυτό θα ήταν είτε η Λέσχη των τιποτένιων είτε το Σπίτι του ύπνου.
Η ανάρτηση αυτή πιστεύω πως πρέπει "υποχρεωτικά" να κλείσει με ένα τραγούδι των Smiths, αυτό για παράδειγμα.
Εκδόσεις Πόλις.
Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου.