Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

Κάτσε να μπει η άνοιξη, Μπαντίνι - John Fante

Τι ωραία, τι καλά, το Κουαρτέτο του Μπαντίνι σιγά σιγά στα ελληνικά!

Πάνε πολλά χρόνια, θαρρώ ήταν στο παζάρι της Κλαυθμώνος, που αγόρασα το Ρώτα τον άνεμο, επρόκειτο για το Ask the dust, Τέος Ρόμβος ο μεταφραστής, Απόπειρα οι εκδόσεις, ίσως, τώρα που το σκέφτομαι λίγο καλύτερα, να διάβασα το βιβλίο λίγο πριν ή λίγο μετά που μπήκα στον στρατό, οπότε βρισκόμαστε κάπου στο 2007, θυμάμαι τον ενθουσιασμό μου, αχνά έναν νεαρό ονειροπόλο αλητάκο και μια σκέψη σύγκρισης με το Ο Φύλακας στη σίκαλη, η αίσθηση πως διάβασα κάτι εξαιρετικό, μια σκέψη για το πώς θα ήταν η αναγνωστική επιστροφή σ' αυτό. 

Αργότερα, έμαθα πως αυτό ήταν το τρίτο μέρος ενός κουαρτέτου, το πιο γνωστό και δημοφιλές μέρος, αλλά και πάλι, γιατί μόνο αυτό; Από το 2021 και δώθε, από τις εκδόσεις Δώμα, κυκλοφορούν κάθε λίγο και μια νουβέλα (ή εκτεταμένο διήγημά) του, πρώτα Το όργιο, ύστερα η Γεμάτη ζωή και Ο σκύλος μου ο Ηλίθιος κι εγώ ήλπιζα πως αργά ή γρήγορα από κάπου ξάφνου θα ξεμύτιζε ο Μπαντίνι, τον περίμενα, κάθε επόμενη έκδοση έργου του Φάντε στα ελληνικά, τον άφηνε πιο πίσω, διατηρούσε όμως την ουρά ενεργή, κάτι ήταν και αυτό, αποδείχτηκα πιο υπομονετικός από τον Μπαντίνι, αλλά αυτό μάλλον είναι ευκολάκι.

Το Κάτσε να μπει η άνοιξη, Μπαντίνι είναι το πρώτο έργο τού Φάντε που δημοσιεύεται, το 1938, είχε ήδη γράψει το δεύτερο μέρος, Ο δρόμος για το Λος Άντζελες, που όμως δεν εκδόθηκε παρά το 1985 πια, το τελευταίο που θα χωθεί στο ράφι. Ο Αρτούρο Μπαντίνι, άλτερ έγκο του συγγραφέα σε αυτή τη σειρά με έντονο το αυτοβιογραφικό στοιχείο, είναι ο μεγαλύτερος από τους τρεις γιους της οικογένειας του Σβέβο και της Μαρίας, που ζουν κάπου στο Κολοράντο, όπου έχει αρχίσει να χιονίζει και δεν προβλέπεται σύντομα να σταματήσει, κάθε χρόνο τα ίδια, κάθε χρόνο ο Σβέβο μετανιώνει που δεν έφυγε για την Καλιφόρνια και τώρα είναι εγκλωβισμένος και χωρίς δουλειά, ποιος τρελός θα έκανε οικοδομικές εργασίες με τέτοιο καιρό και επιπλέον εν μέσω Μεγάλης Ύφεσης, της Μεγάλης Κατάθλιψης σε απόλυτους μεταφραστικούς όρους, μάλλον πιο αντιπροσωπευτική της ζωής τότε.

Η οικογένεια Μπαντίνι, Ιταλοί στην καταγωγή, μεροδούλι μεροφάι, με μια σειρά από στερεότυπα και κλισέ, αν εξαιρέσει κανείς το χιόνι, δύσκολα θα βρει διαφορές ανάμεσα στο Κολοράντο και τον ιταλικό νότο, ο άντρας που δουλεύει και φέρνει τα φράγκα, και όταν δεν δουλεύει πίνει ένα ποτήρι, μπορεί και παραπάνω, στο μπαρ, η γυναίκα που φορτώθηκε και γέννησε μια σειρά παιδιά, δούλα και νοικοκυρά, η ανάμνηση των υποσχέσεων, για παράδειγμα εκείνη για την κατασκευή μιας μπανιέρας, η καταφυγή στο ροζάριο, τα αγόρια με σειρά εμφάνισης παίρνουν πρωτοβουλίες, κυρίως φέρνουν μπελάδες, τραβούν προς την εφηβεία και την ενηλικίωση, με κάποιο τρόπο το σύνολο συνέχεται από κάποια στοιχεία αγάπης και νοιαξίματος, αυτή είναι η οικογένεια Μπαντίνι, μια ακόμα οικογένεια όπως τόσες και τόσες άλλες.

Πάντα με εντυπωσιάζει η φρεσκάδα αφηγήσεων όπως αυτή του Φάντε, σίγουρα δεν είναι σημερινή, αλλά άνετα θα μπορούσε να είναι στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα. Και μάλλον είναι αυτή η φρεσκάδα που καθιστά γοητευτικό και απολαυστικό ένα στη βάση του ρεαλιστικό μυθιστόρημα στην περίοδο του κραχ, κάτι γνώριμο δηλαδή ως συνθήκη και σκηνικό δράσης, ανέφερα και παραπάνω τα στερεότυπα της οικογένειας, ας προσθέσω και μια πεθερά, τη μητέρα της Μαρίας, που ανά διαστήματα δεν αρκείται στο να στέλνει απλώς χρήματα αλλά τους επισκέπτεται κιόλας, γεγονός που κάνει έξαλλο τον Σβέβο, σχεδόν όσο και το χιόνι και η τελειότητα της γυναίκας του, που δεν του επιτρέπει να της συμπεριφερθεί άσχημα, μέχρι που θα γνωρίσει μια πλούσια χήρα.

Ο Σβέβο και ο Αρτούρο είναι τα πρόσωπα μέσα από τα οποία αντικρίζουμε κυρίως τα γεγονότα, γι' αυτούς τους δύο αποκτάμε μια σχετική πρόσβαση στα συναισθήματα και στον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται, τα βάσανα και τις στεναχώριες τους, τις δικαιολογίες που λένε στον εαυτό τους κάνοντας το ένα σφάλμα πίσω απ' τ' άλλο, ενώ στη σκιά τους, του συζύγου και του πρωτότοκου αρσενικού, η σιωπή της συζύγου και μάνας, η υπομονή, η επιμονή και η πίστη, επίσης, εκείνη πρωταγωνιστεί και όταν απουσιάζει από την αναμενόμενη θέση της, τότε όλοι τους ανησυχούν.

Αγαπώ τους συγγραφείς και για τους συγγραφείς που διάβασαν εκείνοι πριν γίνουν συγγραφείς (αν δεν αποφάσισαν γι' αυτό να γίνουν), και ήταν όντως ευτύχημα που έγιναν, και τώρα που αναζωπυρώθηκε μέσα μου το πώς είναι να συναντάς τον Μπαντίνι, σκέφτομαι πόσο τυχερός ήμουν σε εκείνη την απογευματινή βόλτα στο παγωμένο παζάρι βιβλίου. Ο Φάντε, θέλω να πω, κάθεται ψαρεύοντας σχετικά στις αρχές του ποταμού της λογοτεχνίας που μου αρέσει, μαζί με άλλους σπουδαίους τύπους.

Σκέφτομαι την εποχή εκείνη, τον ζόφο και τη δυσκολία, στο κατώφλι ενός ακόμα πολέμου, υπάρχει κάτι, δεν ξέρω αν αισιόδοξο είναι το κατάλληλο επίθετο, αλλά υπάρχει ένα άνοιγμα για μια ανεμελιά σχεδόν πλήρως αντιστικτική, μια ελπίδα ίσως πως άλλο τίποτα δεν έμενε να χαθεί, αφού όλα είχαν χαθεί, πως αν χτυπήσεις πάτο δεν έχει παρακάτω, πως μένοντας εκεί ίσως συνηθίσεις και σιγά σιγά κοιτάξεις δειλά προς τα πάνω, δεν ξέρω, λίγο αργότερα, ακόμα και στη σκιά του Ονείρου, άλλο τέτοιο ξέφωτο δεν νιώθω να υπάρχει, ίσως το ορόσημο να είναι η κυκλοφορία του Δρόμου, δεν έχω τα στοιχεία, ως σκέψη την αφήνω εδώ αυτή την παράγραφο. 

Ο Φάντε δεν έχει ως τώρα την αποδοχή που του αξίζει στη χώρα μας, θεωρώ, τα τρία μικρότερα σε έκταση έργα του, ωστόσο, αγαπήθηκαν αρκετά και πιστεύω πως θα λειτουργήσουν ως ένα επαρκές προσάναμμα για την υποδοχή του Μπαντίνι, αυτού του γοητευτικού αλητάκου.

Μετρώ κιόλας αντίστροφα. 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 

Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Δώμα 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου