Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καταλονία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καταλονία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Ναπάλμ στην καρδιά - Pol Guasch

«Ήρθε το κρύο, όπως έρχεται πάντα. Ένα πρωινό σηκώνεσαι και το έδαφος είναι άσπρο. Οι μέρες ήταν σύντομες και παγωμένες. Από το παράθυρο όλα γίνονταν μικροσκοπικά και αδιάφορα».

Ο τίτλος, το εξώφυλλο, ο μεταφραστής, ο εκδοτικός οίκος. Ναπάλμ στην καρδιά, λευκή επιφάνεια με μια εικαστική όρθια σύνθεση δεξιά, Ευρυβιάδης Σοφός, Κείμενα. Και ένα άγνωστο όνομα. Πολ Γουάσκ.

Δεν διάβασα το οπισθόφυλλο. Γύρισα την πρώτη σελίδα, ήρθε το κρύο, όπως έρχεται πάντα. Ήταν αρκετό αυτό, το επόμενο βιβλίο είχε λάβει θέση. Όλα συνέβησαν γρήγορα. Ο ορίζοντας προσδοκιών, επίσης. Από ποια μονοπάτια άραγε, η εικόνα από το εξώφυλλο του Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι αναδύθηκε. Μια κουήρ αυτομυθοπλασία περίμενα. Η εικόνα ολοένα και εξασθενούσε καθώς οι σελίδες γύριζαν, απομακρυνόταν η συγγένεια, κάτι άλλο δοκίμαζε να κάνει ο Γουάσκ.

Πάνε δεκαπέντε ή και περισσότερα χρόνια που διάβασα την Κίτρινη βροχή, τον μονόλογο του τελευταίου κατοίκου ενός χωριού στα Πυρηναία. Το σκεφτόμουν όλο και περισσότερο το βιβλίο εκείνο διαβάζοντας το Ναπάλμ στην καρδιά, εκεί όπου, σε ένα ερημωμένο χωριό στρατιωτικοποιημένης ζώνης, ένας ανώνυμος νεαρός περιμένει μια ευκαιρία για να δραπετεύσει.

Υπάρχουν δύο κύρια μονοπάτια σε ένα δυστοπικό μυθιστόρημα, στο ένα ο αφηγητής ξεναγεί και εξηγεί, στο άλλο απλώς καταγράφει τη συνθήκη στην οποία βρίσκεται. Ο ανώνυμος νεαρός πρωτοπρόσωπος αφηγητής ακολουθεί το δεύτερο. Κάθε αφηγηματική επιλογή έχει τα πλεονεκτήματά της, αρκεί να χρησιμοποιηθεί κατάλληλα. Μια ημερολογιακή καταγραφή του τώρα, μια αφήγηση του τότε και μια σειρά από επιστολές στον αγαπημένο του Μπόρις, αυτές οι τρεις αφηγηματικές ροές συνθέτουν το μυθιστόρημα αυτό. Ο αφηγητής ξέρει για τι πράγμα μιλάει, ο Μπόρις επίσης, οι όποιες επεξηγήσεις είναι, αν είναι, αναγκαίες και απαραίτητες για τον αναγνώστη.

Υπάρχουν στιγμές, ειδικά στην αρχή και όσο η ανάγνωση είναι αποσπασματική, που ο αναγνώστης ίσως νιώσει πως βαδίζει στα τυφλά, όσο η ανάγνωση προοδεύει και διαρκεί, αυτό το συναίσθημα δεν απολύεται μεν, μετατρέπεται σε οργανικό συστατικό της εμπειρίας δε, επιτρέπει σε μια κοινή επικράτεια να αναπτυχθεί, μια ιδιότυπη, σίγουρα, κοινή επικράτεια. Ο αφηγητής δεν απευθύνεται άμεσα σε κανέναν πλην του Μπόρις και του ίδιου του του εαυτού, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα κυριαρχούν. Σκέφτηκα να προσθέσω και την απελπισία, όμως θα έπρεπε, αποφασίζω, να την παρατάξω παρέα με την ελπίδα, σχήμα μάλλον οξύμωρο, ωστόσο παρόν. Μπορεί κάποιος που είναι απελπισμένος να ελπίζει; Μα και βέβαια. Κυρίως αυτό συμβαίνει.

Κανείς δεν μπορεί να βρεθεί στη θέση του άλλου, ακόμα περισσότερο όταν η μυθοπλαστική μεμβράνη τυλίγει την εξιστόρηση. Και όμως, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα χαρακτηρίζουν την ανάγνωση εξαιτίας αυτού του αόριστου και του αφηρημένου κόσμου στον οποίο κινείται εγκλωβισμένος ο αφηγητής, το συναίσθημα του να βρίσκεσαι σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και να ακούς μια ιστορία τρόμου, κάπως έτσι. Οι σελίδες συνεχίζουν να γυρίζουν, κάποια κομμάτια έρχονται να προστεθούν στο παζλ, κάποιες χαραμάδες αφήνουν κάποια ελάχιστα φωτόνια να εισέλθουν, ωστόσο εκείνο που μάλλον συμβαίνει είναι να ατονήσει σιγά σιγά το ενδιαφέρον του τι συμβαίνει και του πού βρισκόμαστε, δεν είναι αυτό το διακύβευμα.

Το δίπτυχο ελπίδα απελπισία δεν είναι το μόνο αντιθετικό και οξύμωρο. Η ποιητικότητα συμπορεύεται με τον κακοτράχαλο θυμό, η αναχωρητικότητα με τον σκληρό ρεαλισμό, η οικογενειακή ασφυξία με τον πόνο της απώλειας. Ο Γουάσκ, με αρκετές λογοτεχνικές σπουδές στο βιογραφικό του, περισσότερο από μια ιδέα, δείχνει να έχει ένα αρκετά προσωπικό όραμα, ένα σύμπαν, έναν τρόπο, μια φωνή, αυτά τα στοιχεία είναι που συνέχουν κυρίως το αφήγημα αυτό, που διατηρούν την ισορροπία και τη λειτουργικότητα, που το καθιστούν ξεχωριστό. Η ιδιαιτερότητα, παρότι ομόφωνα ποθητή, στην πράξη διχάζει, τα φιλόδοξα έργα το έχουν αυτό το χαρακτηριστικό, η αδιαφορία δεν τα αγγίζει, συνηθίζουν να διχάζουν και να πολώνουν, εκεί που κάποιος διακρίνει ένα αριστούργημα, κάποιος άλλος ισχυρίζεται πως η όση ανάγνωση ήταν απλώς και μόνο χάσιμο χρόνου. Δεν προσδίδει παράσημα η μία ή η άλλη υποδοχή, απλά συμβαίνει.

Τι και αν περίμενα κάτι διαφορετικό, το Ναπάλμ στην καρδιά με υπνώτισε και με βύθισε στον κόσμο του, τι και αν δεν μπόρεσα παρά ελάχιστα να τον αποτυπώσω στη φαντασία μου, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα με κατέλαβαν πλήρως, κάτω από την επιφάνεια της ανάγνωσης ο βυθός βίωνε μια αναστάτωση, μια ανάγνωση ανησυχαστική. Όσο παραβολικά ή μεταφορικά και αν σκέφτηκα επί του βιβλίου κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας της ανάγνωσης δεν κατάφερα να ξεχωρίσω τα νήματα αναμεταξύ μας, τα κομμάτια που μέσα μου κινούνταν, μετατοπίσεις και μικροσεισμοί, οι αναλογίες δεν υπήρχαν, όσο και αν ένιωθα δυσφορία, δυσκολία και πνιγηρότητα, δεν μπορούσα να εντοπίσω τι ήταν εκείνο που τις προκαλούσε, σίγουρα δεν ήταν απόλυτη, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, ενσυναίσθηση, κάτι δικό μου με απασχολούσε. Σε αυτό το κενό βυθίστηκα, σε αυτό το άγνωστο γιατί. Η αφαιρετικότητα της αφήγησης ενίσχυε αυτό το βύθισμα, γνώριζα καλά έναν άνθρωπο χωρίς να τον ξέρω πραγματικά, διάβαζα μια αφήγηση που δεν απευθυνόταν σε μένα, που δεν μου ζητούσε, που δεν την ενδιέφερα.

Και ακριβώς επειδή δεν της προκαλούσα το ενδιαφέρον της απεύθυνσης ή του αιτήματος, δεν επιχειρούσε να με υπονομεύσει ή να με εκβιάσει συναισθηματικά, δεν επιχειρούσε να λάβει το στέμμα του θύματος, να γιατί μπορεί η ελπίδα να χορεύει σφιχτά πιασμένη με την απελπισία, να γιατί δεν χρειάζεται κάθε πρωτοπρόσωπη αφήγηση να πάσχει από εγωπάθεια και εγωκεντρισμό. Ίσως, σκέφτομαι, επειδή περίμενα μια κουήρ αυτουμυθοπλασία, και δεν τη διάβασα, ίσως γι' αυτό να μου άρεσε τόσο πολύ το βιβλίο αυτό, γιατί παρέα με αυτό που περίμενα υπήρχαν και ένα μάτσο ενστάσεις και φοβίες ειδολογικού ή της μόδας χαρακτήρα. Διαβάζοντας κάτι εντελώς, ή όχι και τόσο υπό μια έννοια, διαφορετικό, κάτι που δεν περίμενα και διόλου προετοιμασμένος δεν ήμουν, αλλά και πώς να ήμουν, το Ναπάλμ στην καρδιά σε σημεία με πήρε και με σήκωσε, να πώς μπορεί η δυσφορία να συνέρχεται με την απόλαυση, να πώς ο κόμπος στο στομάχι βρίσκεται λίγο πιο κάτω από το διάφραγμα που ανεβοκατεβαίνει ελεύθερο.

Αυτό είναι ένα πρωτόλειο έργο. Σκέφτομαι πάντα πως το δεύτερο βήμα ενός συγγραφέα ίσως και να είναι το πλέον κρίσιμο, στο πρώτο έχει αφιερώσει χρόνο, κόπο, συναίσθημα και βίωμα, η κυοφορία διήρκεσε αρκετά. Τώρα, έχοντας διαβάσει δύο φορές αυτό το βιβλίο, σκέφτομαι πως η αναμονή για το επόμενο διαθέτει μια διαφορετική ποιότητα. Σίγουρα ο χρόνος θα δείξει, αλλά σήμερα θα πόνταρα πως εδώ έχουμε την ανατολή μιας ενδιαφέρουσας και ιδιαίτερης λογοτεχνικής φωνής.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για την Κίτρινη βροχή περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ευρυβιάδης Σοφός
Εκδόσεις Κείμενα

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2025

Μπόουλντερ - Eva Baltasar

Διαβάζοντας, πριν από ένα χρόνο περίπου, το Πέρμαφροστ, αφού απέδωσα τις ευχαριστίες μου στη Λ. για την ισχυρή επισήμανση να διαβάσω το βιβλίο αυτό, που κινδύνευσε να περάσει κάτω από τα αναγνωστικά μου ραντάρ, εξαιτίας της λογοτεχνικής υπερπαραγωγής και παρά τη δεδομένη αγάπη μου για την ισπανόφωνη, καταλανική στην προκειμένη περίπτωση, λογοτεχνία, έκλεινα γράφοντας: Θα περιμένω με ενδιαφέρον την κυκλοφορία και των επόμενων βιβλίων της Μπαλταζάρ. Και να που ο καιρός κύλησε, ένα ακόμα βιβλίο της μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Ευρυβιάδη Σοφό, το δεύτερο μέρος ενός τρίπτυχου, που ολοκληρώθηκε με την κυκλοφορία του Mamut (2022), που φαντάζομαι δεν θα αργήσει να μεταφραστεί με τη σειρά του.

Μπόουλντερ: ογκόλιθος ή βράχος που διαμορφώνεται από το νερό ή τις καιρικές συνθήκες. Αυτή η απλή σημείωση θα ήταν αρκετή ώστε να αποφευχθεί ο αμήχανος υπότιτλος: Η γυναίκα του βράχου. Τέλος πάντων, μικρή σημασία έχει κάτι τέτοιο.

Στο Πέρμαφροστ, το μόνιμα παγωμένο έδαφος, εκείνο το μέρος της γης που δεν ξεπαγώνει ποτέ, αποδιδόταν υπέροχα ως αίσθηση απόστασης της αφηγήτριας από το συναίσθημά της, αυτό μου θύμισε η ερμηνεία της λέξης Μπόουλντερ, μια πιθανή συνάφεια, προς διερεύνηση, αναδύθηκε, ένας πιθανός συνδετικός κρίκος που διέπει το τρίπτυχο. Η απόσταση ανάμεσα στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση και το συναίσθημα της αφηγήτριας ήταν άλλωστε εκείνο που κυρίως μου έκανε εντύπωση στο Πέρμαφροστ, αυτό που περισσότερο χαράχθηκε στη μνήμη μου, παραμένοντας με τον τρόπο του αναλλοίωτο ένα χρόνο και αρκετά βιβλία μετά, η απόσταση εκείνη που απομάκρυνε κάθε υποψία για συναισθηματικό εκβιασμό, κάθε υποψία για ένα: κοίτα με τι έζησα· παρά την όποια, πιθανά αυθαίρετη, υποψία πως είχα να κάνω με ένα ακόμα δείγμα αυτομυθοπλασίας, μια ακόμα αποθέωση του ατομικού. Η απόσταση λειτούργησε και σε ένα δεύτερο επίπεδο, προσδίδοντας μια επιπλέον λογοτεχνική αξία στο βιβλίο, μια τεχνική ιδιαιτερότητα που το έκανε να ξεχωρίζει ανάμεσα σε τόσα άλλα παρεμφερή, ενισχύοντας μέσα μου την πεποίθηση πως αυτό αποτελεί μια πρώτη διάκριση ανάμεσα σε λειτουργική και μη λειτουργική μυθοπλασία του εαυτού, ή, αν προτιμάτε, μια διάκριση ανάμεσα στην αυτομυθοπλασία και την αυτοβιογραφική ξαδέρφη της.

Ας προσθέσω κάτι εδώ, μια σημείωση για μελλοντική χρήση, όταν η λήθη θα έχει εξομοιώσει το αναγνωστικό μονοπάτι. Είχα μόλις διαβάσει την όμορφη Μέρα του Κάνινγκαμ, μέρος της οποίας διαδραματίζεται στην εξωτικά απόμακρη Ισλανδία. Με έκπληξη είδα, κάποια στιγμή, την πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια του Μπόουλντερ να μετακομίζει εκεί. Η τυχαιότητα και η μεταφυσική της γοητεία.

Κεγιόν. Τσιλοέ. Ένα βράδυ πριν από πολλά χρόνια. Περασμένες δέκα. Ούτε ουρανός, ούτε βλάστηση, ούτε ωκεανός. Μονάχα αέρας, το χέρι που τα παίρνει όλα. Πρέπει να 'μαστε δώδεκα άτομα. Ψυχές. Σε ένα μέρος όπως αυτό, τέτοια ώρα, τους ανθρώπους τούς λες ψυχές.

Στακάτα, με μια υπόνοια ποιητικού στοχασμού, η αφηγήτρια πιάνει το νήμα της αφήγησης, που ξεκίνησε όταν εγκατέλειψε τη στεριά, κατάσαρκα κάποια χρήματα, για να πιάσει δουλειά στην κουζίνα ενός πλοίου. Σε ένα από τα μπάρκα θα γνωρίσει τη Σάμσα. Μαζί της θα φύγει για την Ισλανδία.

Η ονοματοποιία παρουσιάζει ενίοτε κάποιο ενδιαφέρον. Η επιλογή του ονόματος Σάμσα μόνο τυχαία δεν μπορεί να είναι, ένα από τα πλέον διάσημα ονόματα της παγκόσμιας γραμματείας, ο ήρωας (ο Κάφκα μειδιά) της Μεταμόρφωσης. Και αν αυτό το κομμάτι είναι εύκολα ανιχνεύσιμο, σχετικά με την πρόθεση της Μπαλταζάρ μόνο, αυθαίρετες επί το πλείστον, υποθέσεις μπορούν να γίνουν. Σε τι παράσιτο (η αγαπημένη μου μεταφραστική επιλογή απ' όλες) μεταμορφώνεται άραγε η σύντροφός της; Θα πόνταρα στη μητρότητα, στην επίμονη απόπειρά της να φέρει στον κόσμο ένα παιδί χρησιμοποιώντας το σπέρμα κάποιου άγνωστού της νεαρού Ισλανδού. Η εγκυμοσύνη, η γέννα, η παρουσία της μικρής Τίνα, η αχόρταγη δίψα της για γάλα, το έμπλεο υπαρξιακής αγωνίας κλάμα της, η ανατροπή των όποιων εγκαθιδρυμένων και ποθητών συστατικών ρουτίνας στη ζωή ενός ζευγαριού. Η μεταμόρφωση της σχέσης; Ίσως, σε μια ανάγνωση πιο εγωκεντρική. Και κάτι πιο τραβηγμένο ίσως: Τίνα, η διάσημη θατσερική αποστροφή, There Is No Alternative, άπαξ και το παιδί βγήκε από τη μήτρα δεν υπάρχει καμία εναλλακτική. Τέλος υποθέσεων, ως προς την ονοματοποιία τουλάχιστον, γιατί, τι άλλο είναι η ανάγνωση παρά μια σειρά από υποθέσεις προθέσεων και επίτευξης αυτών;

Αυτή εδώ είναι μια ιστορία αγάπης. Μια κουήρ ιστορία αγάπης, αν προτιμάτε αυτή τη διευκρίνηση. Μια ιστορία αγάπης, πρωτοπρόσωπη μα από απόσταση, με τον τρόπο της αλληγορική και ρεαλιστική ταυτόχρονα, ίσως εξαιτίας της απόστασης, ίσως εξαιτίας της φύσης κάθε ιστορίας αγάπης. Μια (ακόμα) απόπειρα διάκρισης και επισήμανσης προθέσεων: η Μπαλταζάρ ή η αφηγήτρια, όπως προτιμάτε, δεν θέλει να τεμαχίσει και να απαριθμήσει ένα προς ένα όλα τα κομμάτια της σχέσης αυτής, να κλείσει ασφυκτικά αυτή την ιστορία αγάπης σε ένα σύστημα πλήρως αιτιοκρατικό, πλήρως διακριτό και εξηγήσιμο. Ούτε για την ίδια την αφηγήτρια, ούτε για τη σύντροφό της, πόσο μάλλον για τον αναγνώστη. Κάποιες σελίδες του έρωτα μένουν άγραφες, από τη φύση τους αδύνατον να κειμενοποιηθούν, να γίνουν λέξεις με ορισμούς στο λεξικό, να χάσουν τον πλουραλισμό τους, τη μαγεία του άγνωστου, του ανείπωτου. Ταυτόχρονα, όμως, δεν μοιάζει να επιθυμεί, σίγουρα δεν επιθυμεί, το παραμύθι, γι' αυτό παραπάνω χαρακτήρισα την ιστορία αυτή αλληγορική και ρεαλιστική ταυτόχρονα. Και εδώ, η απόσταση από το συναίσθημα, με συναρπάζει, με γοητεύει, με καθηλώνει με τον τρόπο της, με κάνει να θέλω να μιλήσω για κλισέ, για μελό και για επιτήδευση, μα με τραβάει πάλι πίσω στην ανάγνωση. 

Υπάρχει μια ομίχλη συχνά στη λογοτεχνία, στην αφήγηση εν γένει, εκείνο που δεν διευκρινίζουμε όταν αφηγούμαστε μια ιστορία, εκείνο που αφήνουμε μετέωρο, εκείνο που η κακή λογοτεχνία αποτυπώνει με απανωτά αποσιωπητικά. Η ομίχλη που δεν μας επιτρέπει να δούμε, η ομίχλη που μας κάνει να φανταζόμαστε. Στο Μπόουλντερ, στα λιμάνια της Λατινικής Αμερικής και στην απομονωμένη Ισλανδία, η ομίχλη είναι συχνά παρούσα, στη ζωή και στον έρωτα επίσης. Ποιητικούρα χαμηλής στάθμης, το παραδέχομαι. Συχνά υπάρχει αυτή η ανάγκη, καλώς ή κακώς εκτελεσμένη, ώστε να αποδώσει αυτό το αίσθημα, τη λεπτή διάκριση ανάμεσα στο οικείο και το ανοίκειο, ανάμεσα σε αυτό που γνωρίζουμε και σε αυτό που νομίζουμε ότι γνωρίζουμε, στο μεσοδιάστημα που φύεται η λογοτεχνία και η ανάγκη μας να διαβάζουμε λογοτεχνία, οι ίδιες φαινομενικά ιστορίες, ξανά και ξανά, εκεί που κάποιοι λένε: τα ίδια πάλι· εκεί που κάποιοι άλλοι, ανάμεσά τους κι εγώ, λένε: τα ίδια πάλι.

Η ομίχλη συσκοτίζει, η ομίχλη γεννά τη μάγευση σε έναν κόσμο που πάσχει από διαυγή ορατότητα. Η ομίχλη επισημαίνει το ανείπωτο, δίνει μορφή και σχήμα στο άμορφο και το ασχημάτιστο. Η ομίχλη αναδεικνύει την εγγύτητα, δεν επιτρέπει στο βλέμμα να χαθεί στο βάθος του ορίζοντα, οριοθετεί. Και αυτό, κάποιες στιγμές, είναι ανακουφιστικό.

Η πρόζα της Μπαλταζάρ έχει κάτι το ιδιαίτερο, ερωτοτροπεί με την επιτήδευση, της διαφεύγει, ερωτοτροπεί με το κλισέ, του διαφεύγει, ερωτοτροπεί με το μελό, του διαφεύγει. Εκείνο από το οποίο δεν διαφεύγει, παρότι διόλου δεν μοιάζει να επιθυμεί να ερωτοτροπήσει μαζί του παρότι το αποδέχεται, είναι η αδυναμία, η ανικανότητα ελέγχου του συναισθήματος, παρά την απόσταση, παρά την παραδοχή της ανθρωπινότητας, δεν του διαφεύγει αλλά δεν πέφτει αμαχητί, παίρνει το σχήμα ενός ογκόλιθου, στιβαρού μα ακίνητου, παραδομένου στο διαβρωτικό πέρασμα του νερού από παντού γύρω της, τι θα ήθελε να είναι ένας βράχος, τι σχήμα θα ποθούσε να πάρει, πώς θα ένιωθε αν το νερό έπαυε να τον σμιλεύει;

Σκεφτόμουν έντονα την Γουίντερσον διαβάζοντας το βιβλίο αυτό και μέσω αυτής η σκέψη έφτανε ως την πηγή της Γουλφ.

υγ. Για το Πέρμαφροστ, έγραφα αυτό. Από τα βιβλία της Γουίντερσον, θα διάλεγα αυτό.

Μετάφραση Ευρυβιάδης Σοφός
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2022

Μας καταβροχθίζει η φωτιά - Jaume Cabré

Μετά την εκκωφαντική, αναγνωστική, αλλά και εμπορική, επιτυχία του Confiteor στη χώρα μας, κάθε νέο βιβλίο του Ζάουμε Καμπρέ αποτελεί σημαίνον εκδοτικό γεγονός, καταδικασμένο ωστόσο στη σύγκριση με το πρότερο έργο του, κυρίως με το Confiteor αλλά και τις Φωνές του ποταμού Παμάνο. Σύγκριση άδικη μα αναπόφευκτη. Παραδοχή: ξεκίνησα να διαβάζω το Μας καταβροχθίζει η φωτιά περισσότερο από περιέργεια παρά από προσδοκία· περιέργεια να δω τον Καμπρέ να καταπιάνεται με το νουάρ. Οι όποιες προσδοκίες έμελλε να υψωθούν στην πορεία.

Ο Ισμαήλ γεννήθηκε την πιο κρύα μέρα του χρόνου. Ήταν Τετάρτη και ο λιγοστός κόσμος, που κυκλοφορούσε στις οκτώ η ώρα το πρωί, το μόνο που σκεφτόταν ήταν να μπει το γρηγορότερο δυνατόν κάπου ζεστά. Η πιο κρύα μέρα του χρόνου, ίσως και της δεκαετίας.

Έχασε τη μητέρα του μικρός και ο πατέρας του δεν έχανε ευκαιρία να τον κατηγορεί διαρκώς και για το οτιδήποτε. Εκείνος σύντομα κατέληξε σε μια ψυχιατρική κλινική και ο Ισμαήλ σε ένα διαμέρισμα ανηλίκων. Από τότε είχε να δει τη Λέο, τον παιδικό του έρωτα. Εν τω μεταξύ τα χρόνια πέρασαν, ο Ισμαήλ τελείωσε τη φιλολογία και ξεκίνησε να εργάζεται ως καθηγητής, μια ζωή μετρημένη, χωρίς εκπλήξεις, με τη λογοτεχνία να τον συντροφεύει και να του χαρίζει τα ύψη στα οποία η καθημερινότητα αποτυγχάνει με συνέπεια ξανά και ξανά. Όταν στάθηκε μπροστά της στο κατάστημα με τις κλωστές, δεν την αναγνώρισε. Δεν περίμενε τίποτα πια, δεν είχε λόγους να κοιτά με προσοχή, να γυρεύει θαύματα. Μη μου μιλάς στον πληθυντικό, θα του πει εκείνη, παίζαμε στο πλατύσκαλο, εσύ κι εγώ. Και να που το χαρτί της ζωής μοιάζει να γυρνά. Φευ.

Ο τίτλος του πλέον πρόσφατου μυθιστορήματος του Καταλανού συγγραφέα είναι μέρος της παλίνδρομης λατινικής φράσης In girum imus nocte et consumirum igni, Στριφογυρίζουμε μες στη νύχτα και μας καταβροχθίζει η φωτιά. Η φράση αυτή εν πολλοίς συμπυκνώνει την αίσθηση κατά την ανάγνωση, αφού η αφηγηματική φωνή, και η παρεπόμενη αυτής ατμόσφαιρα, φέρνει στο νου προφορική αφήγηση παραμυθιού γύρω από μεγάλη φωτιά που πυκνώνει το σκοτάδι τριγύρω. Αίσθηση που λειτουργεί καθηλωτικά, επιβάλλοντας μια αδιάκοπη, κατά το δυνατόν, ανάγνωση, ενεργοποιώντας παιδικές αναγνωστικές μνήμες. Σε τεχνικό επίπεδο, η σύμβαση αυτή επιτρέπει στις διάφορες παρεκβάσεις που φέρουν κάτι από μαγικό ρεαλισμό να λειτουργήσουν, αλλά και να δικαιολογηθεί η χρήση της ποιητικής και υπαινικτικής γλώσσας, αφηγηματικά συστατικά μη αναμενόμενα σε μια ιστορία με στοιχεία νουάρ, αλλά απαραίτητα σε ένα σκοτεινό παραμύθι. Η αποκάλυψη της ταυτότητας του παντογνώστη αφηγητή, στο τέλος της ιστορίας, επισφραγίζει τη σύμβαση.

Ο Καμπρέ πετυχαίνει μια όμορφη αντίστιξη ανάμεσα στην αφηγηματική φωνή και το περιεχόμενο, καθώς η ιστορία του Ισμαήλ ως αφήγηση μοιάζει αρχετυπική αλλά ως προς το περιεχόμενο σύγχρονη, και αυτή η αντίστιξη διαθέτει μια γοητεία, που αναδεικνύει τη συγγραφική μαστοριά, την ικανότητα να αφηγηθεί με τρόπο παλιακό μια ιστορία συγκαιρινή, την ιστορία του Ισμαήλ και της Λέο, που τόσο κοντά έφτασαν στην ευτυχία. Το Μας καταβροχθίζει η φωτιά είναι ένα ιδιότυπο νουάρ, με τον τρόπο που η Τοκάρτσουκ έφερε τα τελευταία χρόνια στο ευρωπαϊκό λογοτεχνικό προσκήνιο, με την επαναμάγευση του τριγύρω ζόφου, με την επιστροφή στις πηγές του μύθου, χωρίς ωστόσο καμία διάθεση αναχωρητισμού. Ο Καμπρέ μας υπενθυμίζει ότι σημασία σε μια ιστορία δεν έχει τόσο το τι αλλά το πώς. 

Ένα πολυεπίπεδο, παρότι φαινομενικά απλό, μυθιστόρημα.

Μετάφραση Ευρυβιάδης Σοφός
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2021

Να μάθω να μιλώ με τα φυτά - Marta Orriols

Ο Μάουρο κι εγώ υπήρξαμε ζευγάρι για πολλά χρόνια· ύστερα, μόνο για κάποιες ώρες, πάψαμε να είμαστε. Πριν από μερικούς μήνες πέθανε ξαφνικά, δίχως προειδοποίηση. Τον παρέσυρε ένα αυτοκίνητο, και μαζί με αυτόν παρέσυρε ένα σωρό άλλα πράγματα.

Η Πάουλα, μια νεογνολόγος σαράντα δύο ετών, θα δει τη ζωή της, από τη μια στιγμή στην άλλη, να ανατρέπεται. Ένα μεσημέρι, τρώγοντας σε κάποιο εστιατόριο, ο από χρόνια σύντροφός της, Μάουρο, της ανακοινώνει πως θέλει να χωρίσουν. Πριν εκείνη προλάβει  να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς σημαίνει αυτό, το ποδήλατο του Μάουρο θα παρασυρθεί από ένα αμάξι. Λίγες ώρες αργότερα θα ξεψυχήσει στο νοσοκομείο. Ο θάνατός του θα αποκαλύψει την παράλληλη ερωτική ιστορία που ο Μάουρο διατηρούσε με μια κατά πολύ νεότερη γυναίκα. Η Πάουλα διαβάζει ξανά και ξανά τα μηνύματα λαγνείας και υποσχέσεων που αντάλλασσαν οι δύο εραστές. Όλοι την αντιμετωπίζουν ως χήρα, εκείνη ξέρει πως τη στιγμή του ατυχήματος οι δυο τους δεν ήταν πια ζευγάρι. Φίλοι και συνάδελφοι προσπαθούν να της σταθούν και να την παρηγορήσουν. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι απλό. Η διαχείριση της απώλειας είναι μια εντελώς προσωπική υπόθεση. Η οριστικότητα του θανάτου του Μάουρο την παραλύει. Οι απαντήσεις που χρειάζεται δεν υπάρχουν. Αναζητεί ενόχους ανάμεσα στους κοινούς τους φίλους, αναρωτιέται ποιοι γνώριζαν και της απέκρυπταν την αλήθεια. Συνεχίζει να δουλεύει αρνούμενη να πάρει άδεια. Γυρεύει την εξάντληση στη σωματική άσκηση, εξάντληση που μάταια ελπίζει πως θα της προσφέρει το καταφύγιο του ύπνου.

Η Καταλανή Μάρτα Οριόλς στήνει εξ αρχής τη συνθήκη εντός της οποίας πρόκειται να εξελιχθεί η πλοκή της ιστορίας της. Επιλέγει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση για να δώσει την απαραίτητη δυναμική και να αποτυπώσει την άκρως υποκειμενική εμπειρία που η ηρωίδα της βιώνει, αυτό τον διπλό θάνατο, πρώτα της σχέσης και ύστερα του Μάουρο. Ο πόνος πηγαίνει χέρι χέρι με την άγνοια για την κρυφή ζωή του αγαπημένου της καθώς γυρεύει απαντήσεις σε διάφορα ερωτήματα· πόσο καιρό ήταν μαζί; πόσο σοβαρή ήταν η σχέση αυτή; τι τον οδήγησε στην αγκαλιά εκείνης της γυναίκας; τι λάθη έκανε η ίδια; πώς θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί τα πράγματα αν είχαν αποκτήσει ένα παιδί ή αν το αυτοκίνητο δεν είχε παρασύρει το ποδήλατό του; Η διαχείριση του πένθους και η αναζήτηση απαντήσεων συνθέτουν το ένα σκέλος της επόμενης μέρας για την Πάουλα, το άλλο είναι ακριβώς αυτό: η επόμενη μέρα. Η καθημερινότητα που συνεχίζεται, η δουλειά στην κλινική, τα διαδικαστικά σχετικά με το σπίτι, η σχέση με τον πατέρα της, το συναισθηματικό και σωματικό κενό που νιώθει. Στα σαράντα δύο της χρόνια, η Πάουλα δεν είναι ούτε μικρή ούτε μεγάλη, βαδίζει σε ένα ηλικιακό μεταίχμιο κατά το οποίο η διάρρηξη της ρουτίνας και των βεβαιοτήτων είναι αρκούντως σοκαριστική, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αντικατασταθεί στο προσωπικό λεξιλόγιο το συνεχίζω από το αρχίζω. Γύρω της, οι περισσότεροι έχουν οικογένεια και παιδιά, ασχολούνται με ζητήματα πρακτικά της καθημερινότητας. Η Πάουλα μοιάζει με εξωγήινο. 

Σε μια πλοκή όπως αυτή, το όριο ανάμεσα στην καλή και την κακή λογοτεχνία είναι επίφοβο, το φάντασμα της σαπουνόπερας πλανάται σε χαμηλό ύψος. Η Οριόλς πετυχαίνει να γράψει ένα καλό γυναικείο μυθιστόρημα, διαπραγματευόμενη, παρά την κάπως πρωτότυπη συνθήκη, ζητήματα γνώριμα και πολλάκις ειπωμένα. Η αυθεντικότητα στη φωνή της Πάουλα αποτελεί το σπουδαιότερο πλεονέκτημα του βιβλίου. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τη συνθήκη, τα συστατικά που αποτελούν την καθημερινότητά της, τα αδιέξοδα στα οποία προσκρούει και οι αποφάσεις, εν θερμώ και παρορμητικά, που παίρνει συνθέτουν ένα αληθινό πρόσωπο και συμβάλλουν στη δημιουργία του απαραίτητου για την ιστορία ρεαλισμού. Δεν είναι απλώς και μόνο ένα θύμα, μια καημένη που της συνέβη κάτι φοβερά στενάχωρο και σκληρό. Η Οριόλς αποφεύγει τις συναισθηματικές, κυρίως, υπερβολές και επικεντρώνεται στη σκιαγράφηση του παγώματος που η κάθε απώλεια προκαλεί. Τα σκοτεινά σημεία σχετικά με τον Μάουρο, αλλά και την παράλληλη σχέση του, που αναπόφευκτα υπάρχουν και για τα οποία οι απαντήσεις είναι κυρίως υποθετικές λειτουργούν περίφημα. Η εγγύτητα ενός ζευγαριού, εγγύτητα στην οποία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό κάθε σχέση, εδώ καταρρέει, ο Μάουρο, ο νεκρός πια Μάουρο που ήθελε να χωρίσουν, μετατρέπεται για την Πάουλα σ' έναν εν πολλοίς άγνωστο, γεγονός που, αναμενόμενα, της προκαλεί ένα γενικότερο υπαρξιακό ταρακούνημα, στο οποίο και στηρίζεται το μυθιστόρημα.

Το εύρημα του επαγγέλματος της Πάουλα είναι χρηστικό και λειτουργεί αβίαστα και συμπληρωματικά ως προς την ιστορία. Η καθημερινή μάχη ενάντια στον θάνατο, η εξοικείωση με την απώλεια που ποτέ δεν κατακτάται, η ψευδαίσθηση του ελέγχου στην έκβαση της μάχης αυτής. Η Οριόλς, με υλικά σχετικά απλά, πετυχαίνει να συνθέσει ένα σφιχτό μυθιστόρημα, βαθιά ανθρώπινο και αρκούντως σύγχρονο, καταφέρνει να υπερκεράσει τα στενά όρια μιας προσωπικής ιστορίας, καθιστώντας το Να μάθω να μιλώ με τα φυτά ένα ωραίο, αν και συναισθηματικά δύσκολο, μυθιστόρημα, από το οποίο απουσιάζει ο συναισθηματικός εκβιασμός. Πίσω και πέρα από κάθε τι άλλο, κρύβεται το εξής ερώτημα: αν ήταν στο χέρι της, η Πάουλα θα ήθελε να ξέρει την αλήθεια; Ερώτημα το οποίο αναπόφευκτα φέρνει στο μυαλό του αναγνώστη τον Χαβιέρ Μαρίας, καθώς το σύνολο σχεδόν του έργου του διαπραγματεύεται ακριβώς αυτό. «Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα [...]», έτσι ξεκινά η Καρδιά τόσο άσπρη. Το Να μάθω να μιλώ με τα φυτά συγγενεύει με το Θα περάσει και αυτό της Μιλένα Μπουσκέτς (περισσότερα εδώ).

Ο τίτλος και το εξώφυλλο μου τράβηξαν αρχικά το ενδιαφέρον για το βιβλίο αυτό, η χώρα προέλευσης το ενέτεινε, καθοριστικό όμως για να διαβάσω τελικά το Να μάθω να μιλώ με τα φυτά στάθηκε το όνομα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στη μετάφραση.

Μετάφραση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Εκδόσεις Καστανιώτη