Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκότωσα έναν σκύλο στη Ρουμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκότωσα έναν σκύλο στη Ρουμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία - Claudia Ulloa Donoso

Ο παράδοξος τίτλος, οι εκδόσεις, οι μεταφράστριες, το οπισθόφυλλο. Με αυτή τη σειρά. Ήταν Παρασκευή και διάλεγα το επόμενο βιβλίο. Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία, εκδόσεις Carnívora, Ασπασία Καμπύλη/Χριστίνα Φιλήμονος, Μια Λατινοαμερικάνα καθηγήτρια νορβηγικών σε μετανάστες, μετανάστρια κι η ίδια στη Νορβηγία, εξαρτημένη από τα ηρεμιστικά και το αλκοόλ, βρίσκει διέξοδο στο ταξίδι που της προτείνει ένας πρώην μαθητής της στην πατρίδα του, τη Ρουμανία.

Το μυθιστόρημα, χωρισμένο σε τέσσερα μέρη [(νεκρός σκύλος), (σκυλολόι), (γαβγίσματα), (σκυλοσκοτώστες)], καλωσορίζει τον αναγνώστη με την αφήγηση ενός σκύλου, του Σκύλου υποθέτω, με ξενίζει και με φοβίζει, μου φέρνει στον νου ένα βιβλίο τρομερό, συνταρακτικό, όσοι το έχετε διαβάσει ξέρετε γιατί, αναφέρομαι στο Anima του Μουαουάντ, με προβληματίζει ωστόσο, δεν είχα χρησιμοποιήσει διόλου αυτό το υλικό στην ανύψωση του ορίζοντα, με τρομάζει μήπως μια υποδόρια λυρικότητα ξεχυθεί και καλύψει τα πάντα, εννοείται πως δεν θα τα παρατήσω από τις πρώτες σελίδες, συνεχίζω.

Το πρώτο αυτό μέρος, ολιγοσέλιδο και εκ των υστέρων λειτουργικό στο όλο στήσιμο, το διαδέχεται το δεύτερο, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της καθηγήτριας, «Η πρώτη φωτογραφία που τράβηξα στη Ρουμανία ήταν η φωτογραφία του σκοταδιού. Το πρώτο προαίσθημα το είχα στις κόρες των ματιών μου. Αυτό που δεν μπορούσα να δω ήταν αυτό που ήθελα να θυμάμαι». Πατάω ήδη πιο στέρεα στο αναγνωστικό έδαφος, οι θόλοι της προκατασκευής μου φωτίζονται εκ νέου.

Μια καθηγήτρια μιας γλώσσας που δεν είναι η μητρική της, μια ξένη σε τόπο ξένο με μαθητές ξένους, ακολουθεί έναν απόφοιτο σε ένα ταξίδι στη Ρουμανία, τη δική του πατρίδα, εκείνος έχει να υλοποιήσει δύο συναισθηματικές γραφειοκρατίες, μια τελετή για τη συμπλήρωση κάποιων χρόνων από τον θάνατο του πατέρα του, έναν λευκό γάμο με μια κοπέλα ώστε να μπορέσει να τον ακολουθήσει πίσω στη Νορβηγία. Το σκοτάδι, αυτό που δεν μπορούσε να δει ήταν αυτό που ήθελε να θυμάται. Η αφήγηση του Σκύλου ξεκινά από τον χαμό του, η αφήγηση εκείνης από την πρώτη εικόνα μετά την άφιξη στην άγνωστη για εκείνη χώρα. Η αφήγηση πότε προωθείται στο αφηγηματικό παρόν, πότε αναλαμβάνει από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος, το σκοτάδι σιγά σιγά ραγίζει, δέσμες φωτός το διαπερνούν, τα μάτια συνηθίζουν σε αυτό που έχουν απέναντί τους, αργούν ίσως αλλά συνηθίζουν.

Σκέφτομαι, όσο διαβάζω, γιατί εκείνη τον ακολούθησε εκεί, βλάκες άνθρωποι που αποζητούμε την καταφυγή στην τετράγωνη λογική, που δεν διακρίνουμε παρά μόνο στη ζωή μας την τυχαιότητα, τη ματαιότητα, την παραίτηση, το παράλογο, το ανεξήγητο, το αυθόρμητο, ελάχιστα περιθώρια μέσα στη ζούγκλα της αιτιοκρατίας και της στοχοθεσίας. Δεν παίρνω απάντηση, δεν νιώθω πως παίρνω απάντηση, η λογική μου δεν ικανοποιείται, αυτό είναι ενοχλητικό, ό,τι στέκει ανεξήγητο είναι ενοχλητικό, αργώ αλλά ως ένα βαθμό συνειδητοποιώ πως ούτε εκείνη δεν ξέρει γιατί, ούτε εκείνος, που με τη σειρά του θα πάρει τον λόγο, ξέρει γιατί της το πρότεινε, απλά συνέβη, προσγειώθηκαν στη Ρουμανία, το σκοτάδι.

Όταν βρίσκεσαι σε ένα καινούργιο τόπο, εξωτικό ως ένα βαθμό, ανοίκειο σίγουρα, τότε, ίσως με έκπληξη, αντικρίζεις τον ίδιο σου τον εαυτό, σταθεροποιείται το είδωλο στον καθρέφτη ενώ όλα γύρω είναι ρευστά και πρωτοφανή, μοιάζουν αλλά δεν είναι, θυμίζουν αλλά δεν είναι. Όλα αυτά που δεν είσαι απλώνονται ξάφνου μπροστά σου. Ο τόπος μπορεί να είναι η ύστατη προθανάτια σκέψη, μια ξένη χώρα, αλλά και η δική σου, η επιστροφή, λένε, είναι ταξίδι, ο μετανάστης είναι ξένος παντού. 

Η Κλαούντια Ουγιόα Ντονόσο, γεννημένη στο Περού, ζει στη βόρεια Νορβηγία και εργάζεται ως καθηγήτρια νορβηγικών και ισπανικών σε μετανάστες.

Η σύγχυση δεν είναι καταστατική αλλά οργανική, σκέφτομαι γύρω στη σελίδα εκατό, το σημείωσα, ήταν σημαντικό, ήδη δεν μπορούσα να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου. Το Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία, σημείωσα επίσης, με κάποιο τρόπο, μέσα από την επικρατούσα σύγχυση που αποστερεί την όποια λογική διεργασία λήψης αποφάσεων, λειτουργεί συμπληρωματικά με τη Σάρκα, η σύγχυση μοιάζει να λειτουργεί αποτρεπτικά στο βάθος των χαρακτήρων, και αυτό μοιάζει, αλλά δεν είναι, καθόλου μειωτικό για τα βιβλία αυτά, αλλά, ίσως αντίθετα ή αντιστικτικά, μετατρέπεται σε ένα πλεονέκτημα, στη διάνυση μιας επικράτειας επιφανειακής, αντιπροσωπευτικής της επικρατούσας απομάγευσης, ένας ρεαλισμός ωμός, οικείος όσο και αν το αρνούμαστε, διόλου ποιητικός, παρότι δίνεται μάχη ώστε να μετατραπεί σε τέτοιο από τους διαφόρους που δηλώνουν ειδικοί, το ένστικτο μας γυρίζει πίσω, μας συνδέει με αυτό το αρχέγονο, δεν είναι στάση ζωής, αλλά μια κραυγή αγωνίας, μια παραίτηση, ένα άφημα αναγκαστικό.

Και έτσι, το παράδοξο/παράξενο/ανοίκειο να που μοιάζει να είναι αναμενόμενο/φυσικό/οικείο. Κάτι δικό μας. Σκεφτείτε, μόνο για μια στιγμή, τι νιώθετε για εκείνους που υπερηφανεύονται πως έχουν τα πάντα υπό έλεγχο και δεν φοβούνται, που τα ξέρουν, λένε, όλα.

Αυτοβιογραφικά ή μυθοπλαστικά, τι σημασία να έχει, η Ουγιόα Ντονόσο αποτυπώνει αυτή τη σύγχυση, και ας μην καταφεύγει διαρκώς στην υπενθύμιση των ερωτημάτων τι, πού, πώς, γιατί, δεν εργαλειοποιεί τη σύγχυση, το παράδοξο απλώς υπάρχει, ποιος θα το αρνηθεί, η απόλαυση ενός βιβλίου όπως αυτό, όπως κάθε προτίμηση σε κάθε βιβλίο, δείχνει πράγματα για τον αναγνώστη, πρώτιστα στον ίδιο του τον εαυτό, ανάγνωση πράξη ενεργητική ενάντια στη μονοσημία, εκεί που η ελευθερία είναι πλήρης και όχι υπόδουλη δηλώσεων περί πλήρους γνώσης των πραγμάτων, εκεί που η ελευθερία είναι καταδίκη, δεν το λέω εγώ αυτό, αλλά το συμμερίζομαι πλήρως, αυτή είναι η κοτρόνα που ανεβοκατεβάζουμε, η καταδίκη στην ελευθερία και άρα και στο παράλογο, όμως έλεγα πως η απόλαυση ενός βιβλίου όπως αυτό διακρίνει τους αναγνώστες σε εκείνους που θα σκυλιάσουν να αρνηθούν τη συγγένεια, πως έτσι έχουν τα πράγματα, πως το χάος επικρατεί, πως όλα τα άλλα είναι απλοί περισπασμοί της αγωνίας και της ματαιότητας, όχι γιατί όταν κάνουμε σχέδια ο θεός γελά, αλλά γιατί θεός δεν υπάρχει, ούτε σχέδια δεν υπάρχουν, παρά τις εξισώσεις, παρά τα διαγράμματα και τη στατιστική, παρά τον ορθολογισμό και το άσπρο μαύρο της απομάγευσης, η λογοτεχνία, η καλή λογοτεχνία φύεται εκεί, στο μάλλον άγνωστο, στο φαινομενικά ανοίκειο, στο μακρινό από εμάς.

Η ένα προς ένα αναλογία είναι επίσης ένα άχρηστο εργαλείο, ένα κακοεκτελεσμένο και ελάχιστα εντυπωσιακό τρικ.

Αυτό το βιβλίο μου άρεσε πολύ, παρότι με δοκίμασε, αυτή η αντίφαση, το ζεύγος έλξη απώθηση, αυτό το άγνωστο γιατί μου άρεσε, αυτό το γνώριμο γιατί δεν μου άρεσε, έχεις με τα χρόνια κάπως τακτοποιήσει το σπίτι σου και αράζεις, λιγότερο ή περισσότερο χαλαρός και ήσυχος, έρχεται η λογοτεχνία και σε βρίσκει απροετοίμαστο, δεν είναι μετρήσιμο, δεν είναι αποδείξιμο, δεν είναι φιλολογικό, δεν είναι χειροπιαστό, είναι μια αίσθηση, μια περιδιάβαση στο κοινό ανοίκειο, εξ αυτού εκπορεύεται, τείνω να πιστέψω, η μανία με την οποία το διάβασα, η αγωνία να δω τι θα συμβεί παρακάτω στο βασίλειο της σύγχυσης, πέρα από την ενσυναίσθηση, πέρα από το μοίρασμα, πέρα από την ταύτιση, κάπου πιο πέρα, αλλού.

υγ. Για τη Σάρκα έγραψα αυτό, για το Anima αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!