Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις κλειδάριθμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις κλειδάριθμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

Οι πλινθοποιοί - Selva Almada

Αυτό είναι το τέταρτο βιβλίο της Αλμάδα που διαβάζω. Ήταν το Δεν είναι ποτάμι, το πρώτο βιβλίο της Αργεντινής συγγραφέα που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, η αγάπη μου για την ισπανόφωνη λογοτεχνία, εκείνο που μου σύστησε μια σημαντική φωνή, τα υπόλοιπα ακολούθησαν. Το λιτό στυλ, η χαμηλόφωνη αφήγηση, η απέραντη πάμπα. Τρία άρθρα, τρία επίθετα, τρία ουσιαστικά, ένα σύμπαν ολόκληρο, μια ευδιάκριτη παρουσία, τα απλά συστατικά με τα οποία κατασκευάζει τα βιβλία της, μικρής έκτασης μυθιστορήματα, οι ξεκάθαρες προθέσεις, η απέχθεια για ο,τι περιττό, η αφαίρεσή του με λεπτές, επιδέξιες κινήσεις, μια μάγα που ξέρει τι κάνει.

Οι πλινθοποιοί που κάνουν τη γη δομικό υλικό, που στεγάζει και προστατεύει, που διακρίνει την ιδιωτικότητα στη στενή γειτνίαση μιας μικρής επαρχίας, είναι το πλέον φιλόδοξο από τα βιβλία τής Αλμάδα που έχω ως τώρα διαβάσει, το πιο σύνθετο στην κατασκευή, εκείνο στο οποίο ο χρόνος διαρκώς κόβεται φέτες και τοποθετείται κομμάτι-κομμάτι με μαεστρία, διαρρηγνύοντας τη γραμμική αφήγηση, ξεκινώντας από ένα αφηγηματικό παρόν, ένα σώμα που ψυχορραγεί στο έδαφος που φιλοξενείται ένα λούνα παρκ και εν συνεχεία με διαρκείς αναλήψεις από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος η ιστορία συμπληρώνεται και φωτίζεται, καθώς τα όποια κενά ολοένα και συμπληρώνονται, οι χαραμάδες κλείνουν.

«Η μεγάλη ρόδα άδειασε, τα καθίσματα ωστόσο εξακολουθούν να ταλαντεύονται αργά. Θα φταίει ο αέρας της αυγής. Στον Πάχαρο Ταμάι, ανάσκελα ξαπλωμένο στο έδαφος, φαίνεται ότι ο γιγάντιος τροχός εξακολουθεί να κινείται. Μα είναι αδύνατον γιατί δεν ακούγεται μουσική. Δεν ακούει τίποτα· το κεφάλι του κατακλύζεται από έναν λευκό θόρυβο. Λευκό σαν τον ουρανό —ποτέ δεν τον είχε ξαναδεί έτσι— κόντρα στον οποίο διαγράφεται ένα κομμάτι της μηχανής, ένα μικρό, θολό κομμάτι, το μόνο που μπορεί να δει το μάτι. Μισοκλείνει τα μάτια μήπως και πάψει να γυρίζει. Χειρότερα είναι, ζαλίζεται και δεν γυρίζει πια μόνο ο τροχός μα ολόκληρος ο κόσμος».

Ο Μαριάνο Μιράντα και ο Πάχαρο Ταμάι, και πριν από αυτούς οι γονείς τους, οι πατεράδες τους. Κολλητοί φίλοι, τι και αν οι αρσενικοί γεννήτορες δεν το επιδοκίμαζαν, δεν επέτρεπαν στον άλλο να έρθει στο σπίτι τους, τι και αν το μίσος, έτσι όπως το μίσος από μια αδιόρατη χαραμάδα αναβλύζει και παγώνει στην επιφάνεια, αποκτώντας όγκο και έκταση ολοένα και μεγαλύτερη, εκείνοι υπήρξαν κολλητοί, καθισμένοι στο ίδιο θρανίο, συνεργάτες στις ίδιες παιδικές σκανταλιές, μικρές αποδράσεις από τον έλεγχο, πράγμα εύκολο έτσι όπως μεγάλωναν σχεδόν μόνοι τους. Και πριν απ' αυτούς οι γονείς τους. Το σκυλί των αγώνων. Οι μεθυσμένες φιλονικίες στα καπηλειά. Η δολοφονία. Η αναζήτηση του ενόχου. Οι ανακρίσεις. Οι υποψίες. Οι αφορμές. Οι μαρτυρίες των τρίτων. Η ηχώ του ψιθυρίσματος πίσω από παλάμες. Το αλκοόλ και ο τζόγος. Δουλειές του ποδαριού, παροδικές και κακοπληρωμένες. Η επισφάλεια που γεννά μια οργή που δεν στρέφεται σε αυτή. Οι γυναίκες ήταν εκείνες που έπρεπε να βάλουν τα πράγματα σε μια σειρά, η οικιακή οικονομία, μια ευκαιρία για κάτι καλύτερο, οτιδήποτε θα ήταν καλύτερο, αλλά αυτό το οτιδήποτε διόλου εύκολο δεν το κάνει αυτό, είναι πολύ πάρα πολύ υπερβολικά πολύ.

Η Αλμάδα ξέρει καλά πως δεν αρκεί να κόψεις ένα κάδρο σε κομμάτια, να τα ανακατέψεις και να επιχειρήσεις να τα βάλεις ξανά στη σειρά. Ξέρει καλά πως οι πλευρές, οι γωνίες, οι αρμοί πρέπει να λειανθούν και να δουλευτούν για να έρθουν να κολλήσουν αδιάκριτοι μεταξύ τους, η ενότητα, το σύνολο, το κάδρο που θα είναι ένα μεγάλο κομμάτι ενός μεγαλύτερου πίνακα που περιλαμβάνει τον τόπο, τον χρόνο, τους ανθρώπους και τη ζωή σε εκείνη τη χωροχρονική στιγμή που η αφήγηση διαπραγματεύεται, εκεί, στους αρμούς και την ένωσή τους, θα κριθεί το αν η κατασκευή θα λειτουργήσει ως γρανάζι του συνόλου, εκείνο που δεν λέγεται αν θα υπάρξει, εκείνο που μένει άρρητο, υπόγεια να βράζει, το ανησυχαστικό συναίσθημα που διέπει την ανάγνωση, το κακό, το χώμα, η φτώχεια και η προδεδικασμένη μοίρα, η ανθρωπινότητα παρά τα ρούχα και τα φτιασίδια.

Ένα από τα χαρακτηριστικά στη γραφή της Αλμάδα είναι η τρομακτικά περίτεχνη ισορροπία που επιτυγχάνει ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το συμβολικό, κάτι που κυρίως διακρίνεται στον τρόπο με τον οποίο δημιουργεί τους χαρακτήρες και τους εμφυσά ζωή, η αληθοφάνεια που πετυχαίνει, η κατάλληλη δόση στερεοτυπικότητας που προσθέτει, το υλικό, θα έλεγα, από το οποίο είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος, τα πάθη και οι πράξεις του, ο τρόπος με τον οποίο τα πρόσωπα είναι ταυτόχρονα πραγματικά, αυτόνομα και μοναδικά, αλλά και καλούπια, γνώριμα και οικεία, που διαφεύγουν του στενού χωροχρόνου, υπερβαίνουν με έναν ιδιότυπο τρόπο τα όρια της συγκεκριμένης αφήγησης, ενοικούν και άλλες, αμέτρητες μέσα στο πέρασμα του χρόνου και την εναλλαγή του τόπου, και έτσι η συγγραφέας καταφέρνει να μιλήσει ταυτόχρονα ειδικά και γενικά, να πει αυτή την ιστορία αλλά ταυτόχρονα την κάθε ιστορία, χωρίς να υποκύπτει σε αμετροεπείς φιλοδοξίες, καταδικασμένες και αφόρητες, γεμάτες από διδακτισμό και εγωπαθή γνώση επί παντός επιστητού.

Και η ζωή, πώς θα ήταν πειστική χωρίς τη μαγεία, χωρίς την επιστροφή των νεκρών και τη συνομιλία μαζί τους, έτσι όπως η αγωνία και τα ερωτήματα αφήνουν χώρο περισσό. Και η λογοτεχνία, πώς θα ήταν απολαυστική χωρίς τη μαγεία, χωρίς τον υμένα εκείνο που την κρατάει να αιωρείται στο όριο πάνω από τη στείρα, σκληρή, αδιάσπαστη πραγματικότητα, χωρίς να γίνεται αναχωρητική, χωρίς να αποστρέφει το βλέμμα. Καλή η τεχνική και χρήσιμη η επισήμανση και η διάκρισή της, αλλά όχι αρκετή, ιδιαίτερα σε μια εποχή που η αρτιότητα ζέχνει αψυχία, που το ταλέντο, το άρρητο, το άπιαστο που μετατρέπει ένα κείμενο σε μια εμπειρία συγκλονισμού παραμερίζεται, ο εντυπωσιασμός και η υπερβολή ενοικούν, τόσες αφηγήσεις τριγύρω, των άλλων και δικές μας, η ανάγκη για συγχρονία, πρώτος εγώ θα δεχτώ τον λίθο, η Αλμάδα, πατώντας σε μια παράδοση που υπερπηδά τα σύνορα, φτιάχνει κάτι σημαντικό, παρά την απλότητα των υλικών, παρότι οι ιστορίες της έχουν ειπωθεί ξανά και ξανά, εκείνη επιμένει στο χώμα και το νερό, στη σκόνη που ο αέρας φέρνει και ο αέρας παίρνει, στην ανθρωπινότητα, στο κακό και το καλό, στο προαιώνιο καλό και το προαιώνιο κακό, σ' αυτό που από πάντα υπάρχει, που εξαλείφει τις όποιες αποστάσεις ο αναγνώστης διατηρεί με εκείνο το μέρος και εκείνο τον χρόνο, απλώνοντας εκτάσεις κοινής εμπειρίας, εκεί, άλλωστε, είναι που καρπίζει εκείνο που διαφεύγει της λογικής και τη σκέψης, της θεωρίας επίσης, εκείνο το άπιαστο που μας καθηλώνει στην ανάγνωση και μας συγκλονίζει ως τα μύχια, άγνωστες οι διαδρομές, άγνωστα και εκείνα, τι και αν δικά μας, και η Αλμάδα το κάνει υποδειγματικά.

Ένα σπουδαίο βιβλίο.

υγ. Για το Δεν είναι ποτάμι περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, για το Ο άνεμος που σαρώνει εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Κλειδάριθμος

Πέμπτη 1 Μαΐου 2025

Δεν είναι ποτάμι - Selva Almada

Τον Σεπτέμβριο κυκλοφόρησε το Δεν είναι ποτάμι, το πιο πρόσφατο βιβλίο της Σέλβα Αλμάδα, του οποίου η αγγλική μετάφραση βρέθηκε στη βραχεία λίστα του Διεθνούς Βραβείου Μπούκερ για το 2024, με το οποίο τελικώς τιμήθηκε το Καιρός της σημαντικής Τζέννυ Έρπενμπεκ. Πέρυσι, πάλι από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος και πάντοτε σε μετάφραση της Αγγελικής Βασιλάκου, το ελληνικό κοινό ήρθε σε μια πρώτη επαφή με το έργο της Αργεντινής, γεννημένης το 1973, συγγραφέως, μέσα από το Ο άνεμος που σαρώνει, αν και πέρασε, δυστυχώς, μάλλον απαρατήρητο εν μέσω της τεράστιας βιβλιοπαραγωγής.

Υπάρχουν συγγραφείς που σε κάθε βιβλίο δοκιμάζουν κάτι διαφορετικό, υπάρχουν και εκείνοι που έχοντας βρει τη φωνή τους επανέρχονται ξανά και ξανά στην ίδια πρώτη ύλη, μεταβάλλοντας λιγότερο ή περισσότερο το πλαίσιο και τις συνθήκες που επικρατούν εντός του. Στη δεύτερη κατηγορία, αν και με μικρό δείγμα ελέγχου, μοιάζει να ανήκει η Αλμάδα. Παρότι φαινομενικά κάτι τέτοιο μοιάζει με μειονέκτημα ή αδυναμία, σημασία έχει πάντοτε ο τρόπος, όχι δηλαδή το τι γράφει κανείς αλλά το πώς το γράφει. Και εδώ έχουμε την περίπτωση μιας καλής συγγραφέως.

Στο Ο άνεμος που σαρώνει, ένας ιεροκήρυκας που ταξιδεύει με την έφηβη κόρη του θα προστρέξει, λόγω βλάβης του αυτοκινήτου, σ' ένα συνεργείο, στη μέση της πάμπας, χιλιόμετρα μακριά από τον προορισμό του αλλά και το εγγύτερο αστικό κέντρο. Ο ιδιοκτήτης τού συνεργείου ζει εκεί μαζί με ένα νεαρό αγόρι που πριν χρόνια μια γυναίκα, η μητέρα του, το εγκατέλειψε λέγοντάς του πως είναι γιος του. Η Αλμάδα με τα απλά αυτά συστατικά, χωρίς διάθεση για στείρο εντυπωσιασμό, στήνει μια χαμηλών τόνων και ταχύτητας νουβέλα, της οποίας, σαν παγόβουνο, μόνο ένα μικρό μέρος της είναι ορατό.

Στο Δεν είναι ποτάμι, τρεις άντρες, δύο φίλοι μεσήλικες και ο νεαρός γιος του τρίτου μέλους της παρέας, που είναι νεκρός από χρόνια, αποφασίζουν να περάσουν ένα σαββατοκύριακο ψαρεύοντας σ' ένα νησί στη μέση ενός πλατύ ποταμού, όπως συνηθίζουν εδώ και χρόνια να κάνουν. Ένας τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής, με διαρκείς, κατάλληλα ενταγμένες, αναλήψεις από το παρελθόν αλλά και υπολογισμένες με ακρίβεια παρεκβάσεις από τη ζωή των ανθρώπων που ζουν σε εκείνα τα μέρη, θα πλέξει τα νήματα της απλής αυτής ιστορίας, χωρίς εξάρσεις, μη λέγοντας περισσότερα απ' όσα πρέπει να λεχθούν, με αποτέλεσμα ένα συμπυκνωμένο μυθιστόρημα που δεν ξεπερνά σε έκταση τις εκατό σελίδες.

Η πύκνωση είναι ίσως το κυρίως ζητούμενο στη μικρή φόρμα· τίποτα να μην περισσεύει. Η συγγραφέας, χωρίς να κρύβει τις (κυρίως) φοκνερικές της καταβολές και με πρώτη ύλη το χώμα και το νερό, αποκόπτει τα τρία πρόσωπα από τον καμβά της κυρίως ζωής τους για να τα παρατηρήσει με μεγαλύτερη άνεση και παραδίδει ένα λεπτής ύφανσης κομψοτέχνημα, ένα παλιακού στυλ μυθιστόρημα. Η Αλμάδα επιβεβαιώνει πως ο ύποπτος για μαρκετινίστικο εύρημα χαρακτηρισμός της σύγχρονης κλασικής συγγραφέως είναι ακριβής. Προσοχή, ωστόσο. Ούτε το παλιακό, ούτε το κλασικό σημαίνουν κάτι το παρωχημένο σε μια εποχή που, όπως και κάθε εποχή, δοκιμάζει να τραβήξει τα όρια της τέχνης, να κομίσει κάτι το νέο, να αποπειραθεί με κάτι που δεν έχει επιχειρηθεί ξανά, να εντυπωσιάσει, να εγκλωβιστεί, εν τέλει, στην παγίδα του κενού, ως άλλο πυροτέχνημα που παρά την αρχική του λάμψη, γρήγορα βυθίστηκε στο αμείλικτο σκοτάδι του νυχτερινού ουρανού.

Το Δεν είναι ποτάμι θα μπορούσε να έχει γραφτεί από πάντοτε, αυτό είναι που το καθιστά σύγχρονο κλασικό, αυτό είναι επίσης που καθησυχάζει τον αναγνώστη, που νιώθει πως τη γνωρίζει καλά αυτή την ιστορία και τους ανθρώπους της, παρότι με το δεξί του χέρι κρατά έναν μεγάλο αριθμό ακόμα αδιάβαστων σελίδων. Και η Αλμάδα δεν επιθυμεί να εντυπωσιάσει, κάθε άλλο. Ωστόσο, αυτός ο διάχυτος καθησυχασμός, που μοιάζει να αποτελεί προγραμματική συγγραφική πρόθεση, είναι που τελικά εγκλωβίζει τον αναγνώστη αργά και ήρεμα, όχι γιατί έρχεται αντιμέτωπος με κάποια καλοσχεδιασμένη ανατροπή, αλλά γιατί, αντίθετα, βυθίζεται, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, ολοένα και περισσότερο στα μη ορατά από την ακτή σκοτεινά βάθη του ποταμού.

Κλείνοντας το βιβλίο ο αναγνώστης, πέρα από το συναίσθημα που η επαφή με την καλή λογοτεχνία προκαλεί, νιώθει πως ξέρει για το κάθε πρόσωπο της ιστορίας περισσότερα από εκείνα που διάβασε. Η γραφή της Αλμάδα διακρίνεται από την απλότητα εκείνη που η εμπιστοσύνη στον εαυτό γεννά, ξέρει τι κάνει και πώς το κάνει, δεν έχει ανάγκη από ταχυδακτυλουργικά τρικ, ούτε από φωνές που καλούν σε αναμέτρηση με τους τιτάνες του παρελθόντος της λογοτεχνίας που αγαπά και υπηρετεί με σεβασμό και γνώση, κυρίως με γνώση, θα έλεγα. Γιατί, ανάμεσα σε άλλα, σημαντικό στην αποτίμηση ενός έργου, πέρα από την απόλαυση, είναι η ανταπόκριση ή μη στη συγγραφική φιλοδοξία, εκεί που ακόμα και η υπέρβαση μπορεί να αποδειχθεί αδυναμία, μια τυχαιότητα. Και η Αλμάδα σε αυτό το τι ήθελα να κάνω και τι τελικά έκανα, τα καταφέρνει περίφημα.

υγ. Για το Ο άνεμος που σαρώνει, περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

(Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας Η εποχή, λινκ εδώ)

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Κλειδάριθμος

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2023

Ο άνεμος που σαρώνει - Selva Almada

Πολλάκις έχω διατυπώσει στη γωνιά αυτή την αδυναμία μου για την προερχόμενη από τη Λατινική Αμερική σύγχρονη γυναικεία λογοτεχνία, ένα σχετικά πρόσφατο παρακλάδι ενδιαφέροντος μιας ευρύτερης αδυναμίας για την ισπανόφωνη γραμματεία, που εν μέρει οφείλεται στο άνοιγμα που έχουν κάνει προς αυτή την κατεύθυνση αρκετοί εγχώριοι εκδοτικοί οίκοι. Αυτή η αδυναμία είναι που μου γέννησε την περιέργεια και έφερε το βιβλίο της γεννημένης το 1973 Αργεντινής συγγραφέως πιο άμεσα στην κορυφή της στοίβας με τα προσεχώς, ενώ ταυτόχρονα καθόρισε σε μεγάλο βαθμό και τις αναγνωστικές προσδοκίες.

Ο άνεμος που σαρώνει είναι μια νουβέλα, γραμμένη το 2012, που σχετικά πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος σε μετάφραση Αγγελικής Βασιλάκου. Η υπόθεση διαδραματίζεται μέσα σε κάποιες ώρες. Ο αιδεσιμότατος Πίρσον, παρέα με την έφηβη κόρη του, κηρύσσει το Ευαγγέλιο διατρέχοντας την αργεντίνικη ύπαιθρο, όταν το αυτοκίνητό τους χαλάει και ένας διερχόμενος οδηγός φορτηγού τους ρυμουλκεί μέχρι το συνεργείο που διατηρεί στη μέση του πουθενά ο Γκρίνγκο Μπάουερ. Ο μηχανικός μένει εκεί μαζί με τον Ταπιόκα, ένα νεαρό αγόρι που πριν από κάποια χρόνια η μητέρα του το εγκατέλειψε εκεί λέγοντας στον Μπάουερ πως είναι γιος του. Οι τέσσερίς τους θα συνυπάρξουν όσο διαρκεί η επισκευή του αυτοκινήτου.

Φτιαγμένη από απλά υλικά, χωρίς πρόθεση πρόκλησης στείρου εντυπωσιασμού, η νουβέλα της Αλμάδα πετυχαίνει να εντυπωθεί στον αναγνώστη. Παρά την χαμηλών τόνων αφήγηση, χωρίς κορυφώσεις και ανατροπές που να κόβουν την ανάσα, Ο άνεμος που σαρώνει διαπραγματεύεται μια σειρά από περίπλοκα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Μεταξύ αυτών είναι το πώς συστήνουμε τον εαυτό μας σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτα για μας, η πατρική φιγούρα, η αλλαγή πλεύσης, η ανάγκη για νόημα και πίστη, η ματαιότητα και σκληρότητα της εφηβικής περιόδου και η καταφυγή στη μοναξιά, ενώ παράπλευρα αποτυπώνεται σε αδρές γραμμές η μεγάλη εικόνα της αργεντίνικης πραγματικότητας περισσότερο ως μακρινός απόηχος. Αυτή η, λόγω μεγέθους κυρίως, νουβέλα μοιάζει με μια άσκηση ύφους, που φέρνει στον νου το, κατά Ζολά, πειραματικό μυθιστόρημα. Η συγγραφέας απομονώνει τους τέσσερις χαρακτήρες σε ένα περιβάλλον αποκομμένο από τον μεγάλο κόσμο. Εκεί τους παρατηρεί να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, φέρνοντας ο καθένας τις αποσκευές του από το παρελθόν, το μονοπάτι που ακολούθησε ώσπου να βρεθεί, ηθελημένα ή μη, τη συγκεκριμένη στιγμή στον καθορισμένο χώρο του συνεργείου.

Η Αλμάδα στρέφει την πλήρη προσοχή της στα τέσσερα πρόσωπα, χωρίς να ξεχωρίζει κάποιο από αυτά σε ρόλο πιο κεντρικό. Ο τρόπος με τον οποίο αποκαλύπτεται το παρελθόν, πότε ως ανάδυση σε μια συζήτηση και πότε ως αναληπτική παρέμβαση του παντογνώστη αφηγητή, επιτρέπει στα πρόσωπα να αποκτήσουν το απαραίτητο βάρος, την αναγκαία αληθοφάνεια, ενώ ταυτόχρονα προσδίδει μια αβίαστη και φυσική σχέση αιτίου και αιτιατού στο πώς διαχειρίζονται την αναγκαστική τους συνύπαρξη. Επίσης, φέρνει στην επιφάνεια στοιχεία που επιτρέπουν στον αναγνώστη να πραγματοποιήσει υποθέσεις γύρω από τη σχέση πατέρα παιδιού, αλλά και να φλερτάρει με την πιθανή εξέλιξή της στο μέλλον, όταν τα παιδιά θα έχουν ενηλικιωθεί και θα μπορούν να πάρουν περισσότερες αποφάσεις. Η μητρική απουσία διαδραματίζει κομβικό ρόλο στο μικροκλίμα της ιστορίας, μια απουσία εμφανώς και καθοριστικά παρούσα, κοινός τόπος και για τα δύο ζευγάρια χαρακτήρων, που φέρνει στο προσκήνιο την πατρότητα και τις ιδιαιτερότητές της, πάλι με τρόπο ομαλό και χωρίς η θεωρητική παρατήρηση να υπερβαίνει τα λογοτεχνικά όρια, αλλά αποτελώντας μια μεταβλητή που κινεί το ενδιαφέρον της συγγραφέως στο ανάπτυγμα της εξίσωσης αυτής, μια συγγραφική επιλογή ανάμεσα σε τόσες άλλες.

Η ύφανση της πλοκής σκοπίμως δεν είναι πυκνή, χωρίς ωστόσο αυτό να είναι τελικά μειονέκτημα της γραφής, παρότι στο άκουσμά του ως τέτοιο μοιάζει. Η συνειδητή αυτή συγγραφική απόφαση επιτρέπει στον χωροχρόνο να διεισδύσει ανάμεσα στις γραμμές τής ιστορίας και να αποτυπώσει τις ιδιαιτερότητές του αλλά και τα συναισθήματα που γεννά. Το περιβάλλον εντός του οποίου συμβαίνει η ιστορία παίζει καθοριστικό ρόλο, η συνάντησή τους δεν θα ήταν ίδια σε άλλο τόπο με παρουσία περισσότερων ανθρώπινων ερεθισμάτων και με τον χρόνο να υπακούει σε άλλους ρυθμούς. Η αφήγηση των πεπραγμένων δεν αποτελεί έναν εμμονικό μονόδρομο που θα μπορούσε να αποδειχτεί τελικά αδιέξοδος, αφού εδώ το σημαντικό δεν είναι το τι έγινε, αλλά το πώς τα τέσσερα πρόσωπα αντιμετωπίζουν ό,τι συμβαίνει. Και αυτό το πώς εν πολλοίς αποτελείται από μύχιες και κρυφές σκέψεις, κενά σιωπής και στιγμές αδράνειας. Η Αλμάδα διαχειρίζεται με τρόπο άρτιο τις συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα η ιστορία αυτή και τις καθιστά βασικά συστατικά της νουβέλας της. Επίσης, ενώ τα δίπολα υπάρχουν (μεταξύ άλλων ο πνευματικός Πίρσον και ο πρακτικός Μπάουερ, το αγόρι και το κορίτσι, η ζωή σε διαρκή κίνηση και σε απόλυτη στάση), η συγγραφέας δεν εγκλωβίζεται στην στερεοτυπία που απορρέει από αυτά, και αυτή είναι μια ακόμα από τις αρετές της γραφής της.

Ο άνεμος που σαρώνει είναι ένα από εκείνα τα λογοτεχνικά έργα που διακρίνονται για τη βραδυφλεγή καύση τους, που δεν εντυπωσιάζουν στην πρώτη επαφή αλλά ωστόσο αντέχουν στη φθορά του χρόνου που ακολουθεί την ανάγνωση. Ένα καλό βιβλίο.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Κλειδάριθμος