Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2017

Θα περάσει και αυτό - Milena Busquets




Για κάποιον λόγο ποτέ δεν μου πέρασε απ' το μυαλό ότι θα έφτανα τα σαράντα. Στα είκοσι με φανταζόμουν στα τριάντα, να ζω με τον έρωτα της ζωής μου και με μερικά κουτσούβελα. Και στα εξήντα να φτιάχνω μηλόπιτες για τα εγγόνια μου, εγώ που δεν ξέρω να φτιάξω ούτε τηγανητό αυγό, αλλά θα μάθαινα. Και στα ογδόντα, σαν μπαμπόγρια, να πίνω ουίσκι με τις φίλες μου. Όμως ποτέ δε με φαντάστηκα στα σαράντα, ούτε καν στα πενήντα. Κι όμως να που είμαι εδώ. Στην κηδεία της μητέρας μου, και επιπλέον σαράντα χρονών.
Υποθέτω πως εκείνο που αρχικά μου τράβηξε την προσοχή στο συγκεκριμένο βιβλίο με αποτέλεσμα να το κατεβάσω από το ράφι του βιβλιοπωλείου και να το ξεφυλλίσω, ήταν η καταγωγή της συγγραφέως από την Ισπανία. Εκείνο όμως που με έκανε να θέλω να το διαβάσω ήταν σίγουρα το παραπάνω εναρκτήριο απόσπασμα· ένιωσα μια ειλικρίνεια που ολοένα και σπανίζει στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ένιωσα πως με αφορούσε η ιστορία της αφηγήτριας. Και δεν έκανα λάθος.

Η Μπλάνκα, στα σαράντα της, βρίσκεται στο χωριό της μητέρας της για την κηδεία της, στο χωριό των παιδικών της καλοκαιριών, μακριά από τη Βαρκελώνη. Παρ' ότι η υγεία της μητέρας της όλο και χειροτέρευε το τελευταίο διάστημα, και το τέλος έμοιαζε όχι μόνο δεδομένο αλλά και ανακουφιστικό, όσο ανακουφιστικό μπορεί να είναι το τέλος ενός ανθρώπου, δεδομένης της ταλαιπωρίας του ίδιου αλλά και των κοντινών του ανθρώπων, ο θάνατός της σοκάρει τη Μπλάνκα. Ποτέ δεν είναι έτοιμος κανείς για τον θάνατο.

Αποφασίζει, με παρότρυνση των φίλων της, να περάσει κάποιες μέρες στο παραθαλάσσιο χωριό, μακριά από την κανονικότητα της καθημερινότητας στη Βαρκελώνη. Στο ευρύχωρο σπίτι, εκτός από τα δυο παιδιά της, θα μείνουν και δυο φίλες της, ενώ θα κάνουν την εμφάνισή τους και οι πρώην σύζυγοι. Η φιλία, ο έρωτας, το σεξ, η αγάπη, η μητρότητα, ο θάνατος, οι αναμνήσεις, οι ενοχές και η ζωή που συνεχίζεται παρά τις απώλειες.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Μπλάνκα πότε απευθύνεται στη νεκρή μητέρα της, σαν ένα γράμμα, και πότε μοιάζει με ένα προσωπικό ημερολόγιο των ημερών στο Καδακές, μια καταγραφή σκέψεων και γεγονότων, κάποια από εκείνα θα ήθελε ίσως να τα έχει μοιραστεί με τη μητέρα της, κάποια άλλα ίσως με τις φίλες της. Ως πενθούσα βρίσκεται στο απυρόβλητο, σε ένα περιβάλλον φιλικό, αλλά κρατώντας τις περισσότερες από τις σκέψεις της για τον εαυτό της, δημιουργεί μια απενοχοποίηση του πένθους, που της παραχωρεί τη δυνατότητα να παραστρατήσει από την πεπατημένη του πένθους, όπως ορίζεται εδώ και γενιές, από ένα πρωτόκολλο θλίψης και άρνησης της ζωής, και της επιτρέπει να βιώσει το πένθος με τον δικό της προσωπικό και αβίαστο τρόπο, όπως θα έπρεπε να γίνεται δηλαδή. Γεγονός που προσδίδει ειλικρίνεια και δημιουργεί έδαφος για ταύτιση στον αναγνώστη, ίσως όχι σε εκείνον τον αναγνώστη που πιστεύει στη γενίκευση μιας τόσο προσωπικής υπόθεσης όπως το πένθος, και όλα αυτά του μοιάζουν ίσως προκλητικά και ασεβή ακόμη.

Η Μπουσκέτς καταφέρνει να αναμετρηθεί με ένα θέμα κοινότυπο χωρίς να αναπαραγάγει λογοτεχνικά στερεότυπα. Το Θα περάσει κι αυτό δεν είναι αριστούργημα, σίγουρα δεν είναι, είναι όμως ένα ειλικρινές βιβλίο, και ας μην προκύπτει από πουθενά πως πρόκειται για πραγματική ιστορία, βιβλίο που αποτυπώνει το γλυκόπικρο αίσθημα της ζωής, την αδυναμία ένταξης του προσωπικού στο εγχειρίδιο καλής συμπεριφοράς. Μυθιστόρημα σύγχρονο με την εποχή του και με δεδομένη λογοτεχνική αξία, που δεν δικαιολογεί απλώς την επιλογή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, αλλά τη μετατρέπει σε αφηγηματικό εργαλείο.

Μια ευχάριστη έκπληξη.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Χριστίνα Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη  



Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2017

Illska Το Κακό - Έιρικουρ Ερτν Νόρδνταλ





Μια νεαρή ιστορικός, η Άγκνες, γράφει τη διπλωματική της με θέμα την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ισλανδία και την Ευρώπη. Δεύτερης γενιάς μετανάστρια, παιδί Λιθουανών, που βρήκαν καταφύγιο στην Ισλανδία και έχουν πια επιστρέψει στη χώρα τους, η Άγκνες επέλεξε να μείνει εκεί που ένιωθε ότι ανήκει. Η Άγκνες και ο Όμαρ γνωρίστηκαν ένα παγωμένο βράδυ, που και οι δύο είχαν ανάγκη από αγάπη, περιμένοντας, αρκετά μεθυσμένοι, στη σειρά για ταξί. Για την έρευνά της η Άγκνες θα επιδιώξει να διεισδύσει στους κόλπους της ισλανδικής ακροδεξιάς, θα γνωρίσει τον Άρνορ, νεοναζί διανοούμενο, με τον οποίο συναντιέται συχνά, παρά τη δεδομένη απέχθειά της προς την ιδεοληψία του. Η απέχθεια όμως συχνά μετασχηματίζεται σε έλξη.

Είναι όμως το Illska απλώς ένα μυθιστόρημα για τον νεοφασισμό με ένα ερωτικό τρίγωνο στον πυρήνα του; Σίγουρα όχι. Και αν αυτός είναι ο κεντρικός άξονας της ιστορίας που αποφασίζει να διηγηθεί ο Νόρδνταλ, ο γεννημένος το 1978 Ισλανδός συγγραφέας, αποφασίζει να το κάνει με έναν τρόπο αρκετά φιλόδοξο, όχι μόνο ως προς την αφηγηματική φόρμα αλλά και προσθέτοντας στην ιστορία του τα απαραίτητα εκείνα συμπληρώματα, με σκοπό να εξηγήσει πώς η Ευρώπη βαδίζει ξανά στα φασιστικά βήματα του πρόσφατου παρελθόντος, πορεία που δεν γεννήθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά φέρει έναν ρυθμό που δεν έπαψε ποτέ να χτυπά, πληγές που δεν επουλώθηκαν, ρίζες που δεν κόπηκαν.

Η σημερινή Ισλανδία, λίγα χρόνια μετά την οικονομική κατάρρευση και την έκρηξη του ηφαιστείου που παρέλυσε τις αεροπορικές συνδέσεις πάνω από την Ευρώπη, με το αίσθημα της απομόνωσης μες στη μέση του ωκεανού έντονο, αποτελεί το τέλειο σκηνικό, θαρρείς, για να αναπτυχθούν θεωρίες σχετικά με την καθαρότητα του αίματος και της φυλετικής υπεροχής, το σκηνικό στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία της Άγκνες, του Όμαρ και του Άρνορ. Με διαρκή εναλλαγή ανάμεσα στο πρώτο αφηγηματικό πρόσωπο και στο τρίτο, εκείνο του παντογνώστη αφηγητή, και με μπρος-πίσω στον χρόνο, ο Νόρδνταλ συνθέτει το μυθιστόρημά του, μοιράζοντας το έδαφος ανάμεσα στις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του και την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, και έτσι επιτυγχάνει μια ολοκληρωμένη εικόνα, μια αιτιολογική σύνδεση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.

Με αφηγηματική άνεση και έλεγχο της ιστορίας του, ο Νόρδνταλ καταφέρνει να εγκλωβίσει τον αναγνώστη, να τον παρασύρει σε μια αχόρταγη ανάγνωση, χωρίς να χαλαρώνει στιγμή τον ρυθμό, παρά το μέγεθος του βιβλίου. Κανένας ήρωας του βιβλίου δεν αφήνει αδιάφορο τον αναγνώστη, καθώς ένα ανάμεικτο αίσθημα ταύτισης, λύπησης και θυμού, γεννιέται με το πέρας της ιστορίας, κανείς δεν έχει απόλυτο δίκιο, κανείς δεν μπορεί να κατηγορηθεί για το σύνολο των πράξεων και των αποφάσεών του, και ίσως εκεί να δημιουργείται μία ταύτιση, χάρη σε αυτή την ανθρώπινη ατέλεια.

Με το Illska επιβεβαιώνεται ξανά και ξανά πως ο τρόπος να διηγηθείς μια ιστορία είναι εκείνος που μπορεί να απογειώσει ή όχι την ιστορία, και ο Νόρδνταλ μοιάζει να το γνωρίζει καλά, παρά τις όποιες υπόνοιες για διάθεση επίδειξης ικανοτήτων σε κάποια σημεία, δεν διστάζει να θέσει τον πήχη ψηλά, να αναμετρηθεί με ένα θέμα υψηλής πολεμικής, όπως ο νεοφασισμός, και να βγει, μάλλον, αλώβητος, παραμένοντας πιστός στην πρόθεσή του να γράψει μυθιστόρημα και όχι πολιτική πραγματεία.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ρούλα Γεωργακοπούλου
Εκδόσεις Πόλις


Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

Στην Παταγωνία - Bruce Chatwin





Όταν εκείνη η ρομαντική αναγνώστρια μου έκανε δώρο τη νουβέλα του Τσάτουιν, συγγραφέα που γνώριζα ως όνομα αλλά ποτέ δεν είχα διαβάσει κάτι δικό του, τη νουβέλα με τον παράξενο τίτλο Ουτς, εκτός από την προτροπή να το διαβάσω, έσπευσε να συμπληρώσει πως και τα άλλα του βιβλία είναι υπέροχα, όπως για παράδειγμα εκείνο με τον γεμάτο όνειρα για ταξίδια τίτλο Στην Παταγωνία, τόπο με κάτι το μαγικά απόκοσμο στο άκουσμά του. Και όταν διάβασα το Ουτς και την ευχαρίστησα, πρώτα χαμηλόφωνα στο κλείσιμο της τελευταίας σελίδας και στη συνέχεια με μια αγκαλιά, ήξερα ήδη πως αργά ή γρήγορα θα επέστρεφα σε ακόμα ένα βιβλίο του, ιδανικά σε εκείνο για την Παταγωνία. Έτσι και έγινε.

Το βιβλίο Στην Παταγωνία δεν θα είχε καμία πραγματική αξία, παρά θα θύμιζε κάποιο από τα δεκάδες άρθρα σχετικά με έναν τουριστικό προορισμό, άρθρα συνοδευόμενα από διαφημιστικές καταχωρίσεις, αν ο Τσάτγουιν δεν διέθετε εκείνο το βλέμμα του πραγματικού ταξιδιώτη, και εκείνη την ικανότητα της μεταφοράς του βλέμματος στο χαρτί, χωρίς περιττές φιοριτούρες και διάθεση αυταρέσκειας, παρά μόνο την ανάγκη να καταγράψει εκείνα που αναζητούσε ταξιδεύοντας ως εκεί, και εκείνα τα άλλα, κυρίως εκείνα τα άλλα, που αναζητούσε χωρίς να το γνωρίζει και το συνειδητοποίησε μόνο αντικρίζοντάς τα. Η ικανότητα της μεταμόρφωσης ενός απόλυτα προσωπικού βιώματος σε κάτι με ευρύτερο ενδιαφέρον, σε κάτι μαγικό, με έναν τρόπο που μου θύμισε το Σατόρι στο Παρίσι ενός άλλου σπουδαίου ταξιδευτή, του Τζακ Κέρουακ.
Εγκατέλειψα τα κόκκαλα του Λα Πλάτα, παραπατώντας κάτω από τα πλήγματα των λατινικών του Καρλ φον Λίννε κι επέστρεψα βιαστικά στο Μπουένος Άιρες, στον σταθμό της Παταγωνίας, για να πάρω το νυχτερινό λεωφορείο προς τα νότια.
Το μόνο κακό, αν πραγματικά το θεωρεί κάποιος κακό, είναι αυτή η δίψα για ταξίδι που σου δημιουργεί η ανάγνωση ενός τέτοιου βιβλίου, για ένα ταξίδι προσωπικό και όχι στα βήματα εκείνου του συγγραφέα, αυτή η αίσθηση της περιπλάνησης, με τις άσκοπες στιγμές και τις ενστικτώδεις αποφάσεις. Παρ' όλ' αυτά η διεισδυτική ματιά του Τσάτγουιν στο φαινομενικά μικρό και αδιάφορο είναι ικανή να κάνει μαγική και την ελάχιστη ακόμα βόλτα, την παραμικρή περιδιάβαση ακόμα και σε ένα περιβάλλον γνωστό, ή όχι και τόσο εξωτικό, δημιουργώντας σου μια δίψα, εν τέλει, για ζωή.

Μετάφραση Τάκη Κίρκη
Εκδόσεις Χατζηνικολή  

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017

Με αφορμή τα Τρία δωμάτια στο Μανχάτταν του Georges Simenon




αλλά και τους Αρραβώνες του κυρίου Ιρρ, βιβλία που διάβασα φέτος το καλοκαίρι, ακολουθώντας μία παράδοση χρόνων, αν και συνήθως αρκούμαι σε ένα βιβλίο του Σιμενόν κάθε έξι μήνες περίπου, καλοκαίρι και Χριστούγεννα, νομίζω πως κατάλαβα τι είναι εκείνο που με συγκινεί και με έλκει στα έργα του σπουδαίου αυτού Βέλγου συγγραφέα, που κατά τη διάρκεια της ζωής του γνώρισε την απαξίωση των λογοτεχνικών κύκλων, αλλά ο χρόνος, που είναι και ο τελικός κριτής, τον τοποθέτησε, έστω και αργά, στο πάνθεον των σπουδαίων. Αυτά τα δύο βιβλία σκόπευα να τα κάνω δώρο σε μία φίλη, και τελικά, με δικής της απόφαση, Οι αρραβώνες του κύριου Ιρρ μετατράπηκαν σε δώρο για μία τρίτη φίλη, αφού πρώτα διαβάσαμε και οι δύο την ιστορία του Ιρρ, τη θλιβερή και άτυχη ιστορία του κυρίου Ιρρ, και στη συνέχεια τα Τρία δωμάτια στο Μανχάταν, ένα βιβλίο διαφορετικό από τα υπόλοιπα του Σιμενόν που έχω διαβάσει μέχρι τώρα, και που δεν μπορώ να μιλήσω για την διαφορετικότητά του, καθώς θα αποτελούσε σπόιλερ για εκείνους που δεν έχουν ακόμα διαβάσει την ερωτική ιστορία των δύο μοναχικών ξένων, που γνωρίστηκαν κάποιο βράδυ σε ένα μπαρ του Μανχάτταν.

Μέχρι τώρα πίστευα πως ήταν εκείνη η καφκική τροπή στη ζωή ενός απλού ανθρώπου, εκείνο το χτύπημα της μοίρας που μετέτρεπε σε κόλαση τη ζωή του, που τον έθετε στο στόχαστρο της κοινωνίας και των αρχών, μόνο του και χωρίς κανέναν πραγματικό σύμμαχο, ούτε καν την οικογένειά του, αυτός ο παιδικός εφιάλτης μιας στιγμιαίας, χωρίς σκέψη ενέργειας, που αρκεί για να αποβεί καταδικαστική, εκείνο το μυστικό που αποκαλύπτεται ξαφνικά, το παρελθόν που κάποια στιγμή ξυπνά και έρχεται να συναντήσει το παρόν. Και ήταν, και ακόμα είναι, αυτή η οικεία αίσθηση με κάθε βιβλίο του, ότι οι αναγνωστικές προσδοκίες της περιόδου ξέρω πως θα ικανοποιηθούν σε μεγάλο βαθμό, επιστρέφοντας σε ακόμα μία ιστορία του Σιμενόν.

Όμως, φέτος το καλοκαίρι, διαβάζοντας σχεδόν διαδοχικά τα δύο αυτά βιβλία, και έχοντας τη δυνατότητα να συζητήσω γι' αυτά, σκέφτηκα πως ίσως εκείνο που τελικά κρύβεται πίσω απ' όλες τις ιστορίες τού Σιμενόν είναι η ανθρώπινη αφέλεια, αυτή η διάθεση να φωνάξεις στον ήρωα: μην είσαι αφελής, ρε άνθρωπε· και ταυτόχρονα με τον θυμό να νιώθεις και μία ταύτιση μαζί του, μια βαθιά, ειλικρινή κατανόηση για τις πράξεις του και τις επιλογές του, μια ελπίδα πως στο τέλος θα τα καταφέρει, πως, δεν μπορεί, το δίκαιο θα επικρατήσει. Δεν λέω πως οι ήρωες του Σιμενόν είναι χαζοί, η αφέλεια είναι διαφορετική. Η αφέλεια θα μπορούσε να είναι, σκέφτομαι, εκείνη που ιντρίγκαρε τον Σιμενόν, εκείνη που γεννούσε τους ήρωες και τις ιστορίες τους, ο απλός τρόπος σκέψης, η πίστη στο ένστικτο και στους ανθρώπους, αφέλεια μέσα σε ένα υστερόβουλο περιβάλλον, σε έναν κόσμο στον οποίο η τύχη ευνοεί μόνο τους δυνατούς, ο χρόνος αργά ή γρήγορα βαραίνει τα πάντα ακόμα και η ελάχιστα λανθασμένη απόφαση μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες.

Αναλογίζομαι ξανά όσους ήρωες του Σιμενόν μπορώ ν' ανακαλέσω στη μνήμη μου, και διακρίνω αυτό το νήμα να τους ενώνει, αναλογίζομαι πράγματα δικά μου και των κοντινών μου ανθρώπων, και διακρίνω επίσης το ίδιο νήμα, και μετά σκέφτομαι πως εκείνοι που δεν νιώθουν αφελείς, αλλά αντίθετα διαθέτουν και επιδεικνύουν μια πίστη στην τέλεια ύπαρξή τους, αδικαιολόγητη για το εμβαδόν που καταλαμβάνουν στο σύμπαν, θα ήταν ιδανικοί, αργά ή γρήγορα, για πρωταγωνιστές μιας ιστορίας του Σιμενόν. 
 

(*Και τα δύο βιβλία σε μετάφραση Αργυρώς Μακάρωφ)

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017

Τελευταία έξοδος - Federico Axat




Ο Τεντ Μακέι ήταν έτοιμος να ρίξει μια σφαίρα στον κρόταφο, όταν άρχισε να χτυπάει επίμονα το κουδούνι της πόρτας.
Περίμενε. Δεν μπορούσε να πιέσει τη σκανδάλη με κάποιον έξω από την πόρτα.
Φύγε, όποιος κι αν είσαι.
Ξανά το κουδούνι. Μετά, μια αντρική κραυγή:
"Ανοίξτε, ξέρω ότι με ακούτε!"

Με πατημένο το γκάζι, ήδη από την πρώτη πρώτη γραμμή, ξεκινάει ο Αργεντίνος Federico Axat τη διήγηση της ιστορίας του Τεντ Μακέι, τη στιγμή που, ενώ ήταν έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη και να θέσει τέλος στη ζωή του, το επίμονο χτύπημα στο κουδούνι της πόρτας θα τον αναγκάσει να την ανοίξει σε έναν ξένο, που μοιάζει με πωλητή, και έχει να του προτείνει κάτι τρελό: ισχυριζόμενος πως είναι μέλος μιας οργάνωσης, του δίνει τη δυνατότητα να μετατραπεί από υποψήφιος αυτόχειρας σε θύμα δολοφονίας, και να μειώσει με αυτόν τον τρόπο την οδύνη της οικογένειάς του. Πριν απ' αυτό όμως, του προτείνει να δολοφονήσει έναν ατιμώρητο από την δικαιοσύνη εγκληματία και ύστερα ένα μέλος της οργάνωσης, που επίσης επιθυμεί να αυτοκτονήσει. Μπέρδεμα ε;

Με τις ανατροπές να ακολουθούν η μία την άλλη σε ρυθμό καταιγιστικό, θα ήταν ασυγχώρητο εκ μέρους μου να αναφερθώ περαιτέρω στην υπόθεση του βιβλίου, χάνοντας έτσι την ευκαιρία να επισημάνω κάποια αδύνατα σημεία της πλοκής και των ανατροπών, αλλά επιτρέποντας στον υποψήφιο αναγνώστη να ακολουθήσει τον Τεντ Μακέι με σύμμαχο την άγνοια και έπαθλο την έκπληξη και το σασπένς.

Στο βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα αναφέρεται κάτι που, αν και φαίνεται λογικό και όχι και τόσο πρωτότυπο ως αντίδραση σε συναίσθημα, πρώτη φορά αντικρίζω γραμμένο: ξεκίνησε να γράφει από πλήξη. Μόλις το διάβασα σκέφτηκα: άρα λογικό να γράψει ένα θρίλερ γεμάτο ανατροπές κάποιος που αντιμάχεται την προσωπική πλήξη, επιχειρώντας να εντυπωσιάσει τον ίδιο του τον εαυτό, να τον εκπλήξει, να τον ιντριγκάρει και να τον οδηγήσει πιο βαθιά μέσα στην ιστορία την οποία δημιουργεί ο ίδιος από το τίποτα. Και αν έτσι έγινε η πρώτη γραφή, σίγουρα οι επόμενες διέθεταν σημαντικό ποσοστό επιμέλειας και αλλαγών, με σκοπό να δέσει όλο αυτό το συνονθύλευμα ιδεών και εναλλαγών πορείας, να δημιουργηθούν κορυφές για το σασπένς και να διορθωθούν τα φιλολογικά στοιχεία. Κατασκεύασμα κατ' εξοχήν εγκεφαλικό, στρατευμένο να προκαλέσει συγκεκριμένα συναισθήματα, να οδηγήσει τον αναγνώστη σε απώλεια οποιουδήποτε ορίζοντα προσδοκιών και, αν προλάβει, να δημιουργήσει από ανατροπή σε ανατροπή, και τελικώς να προσφέρει μια καλή λύση του μυστηρίου.

Δεν μπορώ να πω πως εντυπωσιάστηκα από το βιβλίο του Axat, παρά το γεγονός πως το διάβασα σε χρόνο ρεκόρ, δεδομένου του όγκου του. Αν και είχε κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία, εντούτοις έπασχε από ένα σύνηθες πρόβλημα, η εντυπωσιακή πρώτη ιδέα γρήγορα ξεμένει από καύσιμα, με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον προοδευτικά να μειώνεται.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2017

Η μυστική ιστορία - Donna Tart





Ήταν η περίοδος της μεγάλης αφήγησης, η ανάγκη για καταβύθιση σε έναν παράλληλο της πραγματικότητας κόσμο. Μια μέρα, στην παραλία ενός όμορφου κολπίσκου, ενώ δυσκολευόμουν ν' αποφασίσω αν θα αφήσω το βλέμμα να φτάσει μέχρι πέρα στον ορίζοντα πάνω από την αγριεμένη θάλασσα ή αν θα επιστρέψω στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, με την αγωνία για την εξέλιξη της υπόθεσης να με δελεάζει, σκεφτόμουν πως η επαφή με την τέχνη είναι μια απόπειρα αποκοπής από την πραγματικότητα, ή έστω συμπλήρωσής της, μια πράξη που ταυτίζεται με το εδώ και το τώρα, με αβέβαιη μελλοντική επίδραση, μια επισφαλής επένδυση χαμηλού ρίσκου. Πόσες είναι εκείνες οι επαφές με την τέχνη, τη λογοτεχνία εν προκειμένω, που μας έσωσαν, για να υπερβάλω λίγο, τη ζωή εκείνη τη στιγμή και στη συνέχεια χάθηκαν στους λαβύρινθους της μνήμης, μια θολή ανάμνηση και μια αιώνια ευγνωμοσύνη, χωρίς να είναι δυνατή τώρα, μέρες ή χρόνια μετά η ανάκληση έστω και του ελάχιστου της πλοκής; Μια αποκοπή μεγάλης χρονικής διάρκειας αναζητούσα εκείνη την περίοδο, και ας μην έμενε τίποτα για το μέλλον, παρά μόνο ένα απροσδιόριστο συναίσθημα στη θέα της ράχης του μυθιστορήματος σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης.

Η Καρδερίνα, το τελευταίο από τα τρία βιβλία της Ταρτ, το πρώτο δικό της που διάβασα, με είχε γοητεύσει, με τον τρόπο που οι Αμερικανοί συγγραφείς ξέρουν να γοητεύουν, να στήνουν τις γενναιόδωρες αφηγήσεις τους, να ανατέμνουν τη σύγχρονη πραγματικότητα, να μη διστάζουν να πειραματιστούν, ξέροντας, καλύτερα απ' όλους, πώς να εντάσσουν στο έργο τους τα ερεθίσματα, την παγκόσμια λογοτεχνική κληρονομιά. Όταν εκείνη με είχε δει να διαβάζω την Καρδερίνα, για δύο ή τρεις συνεχόμενες Τετάρτες, όταν είχα τη συνήθεια να επισκέπτομαι το καφέ στο οποίο δούλευε, συνήθεια που ξαφνικά διέκοψα, μια Τετάρτη που απλώς δεν πήγα, αφού με ρώτησε πώς μου φαίνεται και εγώ της απάντησα πως δυσκολευόμουν να το αφήσω απ' τα χέρια μου, μου πρότεινε να διαβάσω κάποια στιγμή και τη Μυστική ιστορία. Το είχε διαβάσει πριν από πολλά χρόνια, δεν θυμόταν πολλά πέρα απ' το ότι της άρεσε πολύ.
Το χιόνι στα βουνά έλιωνε, και ο Μπάνι ήταν νεκρός αρκετές βδομάδες πριν αντιληφθούμε τη σοβαρότητα της κατάστασης στην οποία είχαμε περιέλθει. Το πτώμα του βρέθηκε μετά από δέκα μέρες, ξέρετε. Ήταν το μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό στην ιστορία του Βερμόντ – αστυνομία, FBI, μέχρι και στρατιωτικό ελικόπτερο· τα μαθήματα στο κολέγιο σταμάτησαν, το βαφείο στο Χάμπντεν έκλεισε, κόσμος ερχόταν από το Νιου Χαμπσάιρ, τη Νέα Υόρκη, ακόμα και από τη Βοστώνη.
Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι το μέτριο σχέδιο του Χένρι αποδείχτηκε τόσο αποτελεσματικό παρά τα απρόβλεπτα γεγονότα που συνέβησαν. Δεν σκοπεύαμε να κρύψουμε το πτώμα σε κάποιο μυστικό σημείο.
Με ιντριγκάρουν τα μυθιστορήματα εκείνα στα οποία ο συγγραφέας δεν διστάζει να προβεί στην κυρίως αποκάλυψη της πλοκής από την πρώτη κιόλας γραμμή, μια επίδειξη πίστης στον εαυτό του, ότι δεν έχει την ανάγκη της έκπληξης, για να κρατήσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον αμείωτο, και ταυτόχρονα η υπενθύμιση ότι μια δολοφονία και η μη διαλεύκανσή της μπορούν να είναι απλώς η αφορμή και όχι το κυρίως ζητούμενο σε μια πολυσέλιδη αφήγηση.

Ο Ρίτσαρντ Παπέν, καιρό αφού η ιστορία μπήκε στο αρχείο από την αστυνομία, επιχειρεί να ανασυνθέσει εκείνη την περίοδο, εκείνη την περίοδο που από μια σειρά τυχαίων γεγονότων βρέθηκε να φοιτά στο πανεπιστήμιο του Χάμπντεν, στο Βερμόντ, χιλιάδες μίλια μακριά από το σπίτι του και την προηγούμενη ζωή του, θαμπώθηκε από μια παράξενη ομάδα φοιτητών, που μελετούσε τον κόσμο της διανόησης, υπό την καθοδήγηση ενός χαρισματικού καθηγητή, σε ένα πρόγραμμα σπουδών στα όρια της ανοχής του ιδρύματος, και κατάφερε να γίνει τελικά μέλος της, εγκαταλείποντας το αρχικό πρόγραμμα σπουδών που είχε επιλέξει. Η επαφή με τους κλασικούς, τη φιλοσοφία, τις υψηλές ιδέες, η γοητευτική ακαδημαϊκή προσέγγιση, οι συζητήσεις υπό την επήρεια του αλκοόλ και η αίσθηση ότι ανήκει σε έναν κλειστό κύκλο, οδήγησαν τον Ρίτσαρντ σε μονοπάτια που ποτέ δεν είχε φανταστεί πως θα διαβεί, μακριά από την ακαδημαϊκή κανονικότητα, μονοπάτια που έφτασαν μέχρι τη δολοφονία του Μπάνι, και ακόμα παραπέρα.

Η επιμονή στις λεπτομέρειες και στην αναφορά μικρών επεισοδίων της παρουσίας του Ρίτσαρντ στο πανεπιστήμιο, η σκιαγράφηση των χαρακτήρων των ηρώων, η φιλοσοφία και η ποίηση, τα ανθρώπινα πάθη και τα παιχνίδια του μυαλού, το διαρκές αίσθημα αγωνίας, παρά τη γνώση για την εξέλιξη της ιστορίας, η αφηγηματική ικανότητα της Ταρτ και ο έλεγχος πάνω στην ιστορία με τα δεκάδες παρακλάδια, όλα αυτά προσφέρουν μια αναγνωστική απόλαυση. Την προβολή της αρχικής, μεγάλης εικόνας της ιστορίας, ακολουθεί ένα αργό και αναλυτικό πέρασμα, ένα κολάζ, που, αφού ο αναγνώστης αντικρύσει από μακριά, εν συνεχεία έχει την ευκαιρία να το δει να ξεδιπλώνεται με όλες του τις ραφές και τα, αρχικώς, μη εμφανή επίπεδά του.

Εκείνη την ημέρα, στον κολπίσκο, η θέα της θάλασσας κέρδισε τη λαχτάρα για την ολοκλήρωση της Μυστική ιστορίας, την επομένη, στον κήπο, με τον πρώτο καφέ διάβασα τις τελευταίες σελίδες.

Μετάφραση Σάντυ Παρίση
Εκδόσεις Λιβάνη 

 

Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2017

Τα κοκάλινα ρολόγια - David Mitchell





Ντέιβιντ Μίτσελ δεν είχα διαβάσει ως τότε, και όμως, η τύχη τα φέρνει καμιά φορά έτσι, που μια αναγνωστική επιλογή, υποκινούμενη κάπως από ένα καπρίτσιο, όπως για παράδειγμα από τη σκέψη: γυρίζοντας σπίτι θα διαβάσω το πρώτο βιβλίο που θα αντικρίσω από τη στοίβα με τα προσεχώς, αυτή θα είναι η επιλογή για το επόμενο βιβλίο, αφού αλλιώς δεν μπορώ να αποφασίσω· Και φτάνοντας στο τέρμα της ανηφόρας, Τα κοκάλινα ρολόγια με περίμεναν στην είσοδο της πολυκατοικίας, το πλέον δροσερό μέρος όταν έξω κάνει μια ζέστη αστικά αφόρητη μα παραθαλάσσια ποθητή, και έτσι, αν και δεν ήταν η ακριβής τέλεση της σκέψης ή της επιθυμίας αν προτιμάτε, τα έφερε έτσι η συγκυρία, που λίγες μέρες πριν πάρω κάποια ρεπό μαζεμένα από έναν χειμώνα μακρύ, ήρθε η στιγμή να διαβάσω Ντέιβιντ Μίτσελ για πρώτη φορά, και σίγουρα όχι τελευταία.

Λίγες μόνο ώρες μετά έκανα την ακόλουθη σκέψη, την οποία και φρόντισα να μοιραστώ ψηφιακά, και ήταν διατυπωμένη κάπως έτσι, οι μέρες, έγραψα, πριν την καλοκαιρινή διακοπή, την πολυπόθητη αυτή διακοπή, μοιάζουν με μυθιστόρημα του Μίτσελ, διαθέτουν λίγη μαγεία, αρκετό ρεαλισμό και μια υποδόρια αγωνία, τι θα γίνει τελικά, πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Και ας βάζει ο ίδιος ο συγγραφέας στο στόμα της πικρόχολης επιμελήτριας τον αφορισμό πως όσο μπορεί μια γυναίκα να είναι ολίγον έγκυος, άλλο τόσο μπορεί ένα βιβλίο να είναι ολίγον φανταστικό, εμένα με είχε κυριεύσει εκείνη η σκέψη σύνδεσης της αναμονής με το λογοτεχνικό σύμπαν του Αμερικανού συγγραφέα.

Και οι σελίδες περνούσαν, και εγώ βυθιζόμουν στην εξέλιξη της ιστορίας, στις εικόνες μαγικού ρεαλισμού, εκεί που όλα έμοιαζαν πιθανά, αν και συνήθως όχι εύκολα, μήτε ευχάριστα, με μια επίφαση ρεαλισμού, με ένα πρόσχημα πλοκής αντιληπτής από το πλέον απαίδευτο μάτι, εκείνο που δεν έχει μάθει, ή αρνείται να παραδεχτεί πρώτα και να αντικρύσει στη συνέχεια πως πίσω από τον προφανή υπάρχει ένας ακόμα ολόκληρος κόσμος, βγαλμένος από τις ιστορίες των γιαγιάδων και τα βάθη των ονείρων, με μια αδικαιολόγητη επιμονή στον ορθολογισμό, με ένα μαστίγιο απέναντι στη φαντασία, με τα εγχειρίδια της ιατρικής ανά χείρας και τις γενικεύσεις απέναντι στο μη απτό, στο μη κατανοητό.

Μπορεί η ιστορία να ξεκινά κάπως αμήχανα, μία έφηβη, η Χόλι Σάικς, φεύγει από το σπίτι της μετά από έναν τσακωμό με τη μητέρα της, αφορμή για την οποία στάθηκε η σχέση της με έναν μεγαλύτερο άντρα, και μια ερωτική απογοήτευση που δεν άργησε να εκραγεί, όταν εκείνη τον βρήκε στο κρεβάτι με την καλύτερή της φίλη, τη στιγμή που όλο χαρά και όνειρα έφτασε σπίτι του για να του ανακοινώσει πως τα εγκατέλειψε όλα για χάρη του, για να είναι μαζί για πάντα. Μια δεύτερη φυγή, μια περιπλάνηση, μακριά από ό,τι γνωστό θα οδηγήσει την ιστορία στις παρυφές του κόσμου μας, μαεστρικά καθοδηγημένη από τη φαντασία και το ταλέντο του Μίτσελ στην αφήγηση και στη σύνθεση μεμονωμένων περιστατικών.

Και το ποσοστό της μαγείας αυξανόταν, ο ρεαλισμός υποχωρούσε, ποιος τον είχε έτσι κι αλλιώς ανάγκη, και η αγωνία κορυφωνόταν, όμως πλέον ένας ενθουσιασμός άπειρων δυνατοτήτων τη συνόδευε στην έξαρσή της, και οι σελίδες περνούσαν, η ιστορία με παρέσερνε, η καταβύθιση δεν φόβιζε μήτε προκαλούσε ασφυξία, μα αποκάλυπτε έναν νέον κόσμο.

Έτσι, από μια σύμπτωση, Τα κοκάλινα ρολόγια να βρεθούν στο πλέον δροσερό μέρος, την κατάλληλη χρονική στιγμή, τότε που δεν μπορούσα ν' αποφασίσω για το επόμενο αναγνωστικό βήμα, βρέθηκα να διαβάζω Μίτσελ για πρώτη φορά, όταν ο ρεαλισμός έπρεπε πάση θυσία να σβήσει μέσα στη φαντασία. Αν και θα μπορούσε να λειτουργήσει και αντίστροφα χρονικά, τώρα που έχω πια πίσω μου τη διακοπή, η φαντασία να οδηγήσει ομαλά πίσω στον ρεαλισμό, σε έναν ρεαλισμό όμως γεμάτο από ρήγματα.

Και βέβαια ο κόσμος του Ντέιβιντ Μίτσελ δεν θα είχε την επίδραση αυτή χωρίς τη γλωσσική διαμεσολάβηση της μεταφράστριας και συγγραφέως Μαρίας Ξυλούρη.

Μετάφραση Μαρία Ξυλούρη
Εκδόσεις Τόπος