Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ισπανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ισπανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Σπίτια καθαρά - María Agúndez

Το καλοκαίρι του '24 διάβασα το Ας πούμε πως είμαι εγώ (Βερόνικα Ράιμο, μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Δώμα), την επόμενη χρονιά τον Σουπερόσαυρο (Μέργεμ Ελ Μεγντάτι, μτφρ. Ιφιγένεια Ντούμη, εκδόσεις Carnívora). Αν και το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η αφηγηματική άνεση, μια γυναικεία πρωτοπρόσωπη πρόζα απολαυστική, φρέσκια και γάργαρη, εκείνο που στο μυαλό μου δημιούργησε δεσμό μεταξύ τους ήταν το γεγονός πως παρότι στην επιφάνεια της αφήγησης υπήρχε μια χαρουμενιά, κάτι το ανάλαφρο, κάπως αστείο, σίγουρα όχι σοβαροφανές, λίγο πιο κάτω, κρυμμένο καλά, υπήρχε ένας θυμός, ένα βάθος, μια αμφισβήτηση, γεγονός που δημιουργούσε μια διαρκή αντίστιξη, ένα χαμόγελο που σύντομα πάγωνε στα χείλη, για το οποίο μετάνιωνες, μια ελαφρότητα μόνο φαινομενική. Σίγουρα δεν διαθέτουν πολιτικοποιημένο φεμινισμό, ούτε σκληρή θεωρία φύλου, ωστόσο έχουν κάτι το ρεαλιστικό, κάτι από την κάθε μέρα, μικρές ψηφίδες που, παρότι εκεί, συχνά περνούν απαρατήρητες από το ραντάρ, ιδιαίτερα αν είσαι άντρας.

Διαβάζοντας τα Σπίτια καθαρά, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ένιωσα πως μια αναγνωστική τριπλέτα συμπληρωνόταν. Θα επιστρέψω σε αυτό.

Η Σολ, η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, εμμονική με την καθαριότητα, από τότε που έμεινε έγκυος δέχεται βοήθεια για τις δουλειές του σπιτιού. Το γεγονός αυτό της προκαλεί δύο προβλήματα, το ένα έχει να κάνει με την ποιότητα της καθαριότητας, το δεύτερο με τις κοινωνικοπολιτικές αρχές της. Συγυρίζει το σπίτι πριν οι καθαρίστριες έρθουν, τρέχει να φύγει ώστε να μην είναι παρούσα, προσπαθεί να είναι δίκαιη μαζί τους, κυρίως, επιχειρεί να κατευνάσει τις ενστάσεις του εαυτού της. Ένα κομμάτι τής σκέψης της σχετίζεται άμεσα με την εικόνα που έχουν οι άλλοι για εκείνη, το προνόμιο της μετατρέπεται σε βάρος, κάποια όπως η Σολ, λένε, δεν μπορεί να ασχολείται με τις δουλειές του σπιτιού, δεν μπορεί να θυσιάσει την επαγγελματική της καριέρα ώστε να αφοσιωθεί στην ανατροφή του παιδιού της, μια Λατινοαμερικάνα είναι η κατάλληλη γι' αυτό. Και αν εκείνη αυτό που θέλει να κάνει είναι να καθαρίζει με αμοιβή, αν αυτή θέλει να είναι η δουλειά της, ο τρόπος της να κερδίζει χρήματα, και όχι μια θέση ευθύνης στην κινηματογραφική παραγωγή, όλη μέρα μπροστά από μια οθόνη, με διαρκές στρες και άπειρες απλήρωτες υπερωρίες;

Επιστρέφοντας στην παραπάνω τριπλέτα, διαβάζοντας το Σπίτια καθαρά συνειδητοποίησα ακόμα κάτι κοινό και αυτό έχει να κάνει με τις αποχρώσεις του να είσαι γυναίκα. Το κοινό στοιχείο που συνδέει τις γυναίκες, τα κουήρ άτομα και τις φυλές, δεν είναι το γεγονός πως είναι γυναίκες, κουήρ άτομα ή ανήκουν στην ίδια φυλή, αλλά το ταξικό, μια πλούσια και μια φτωχή γυναίκα, για παράδειγμα, παρότι γυναίκες και οι δύο δεν αντιμετωπίζουν τις ίδιες καθημερινές δυσκολίες, το αυτό ισχύει και για τα υπόλοιπα παραδείγματα. Σκέφτομαι πόσο απλή, οριακά απλοϊκή μια τέτοια παρατήρηση μοιάζει, αλλά δυστυχώς πρέπει κανείς κάθε φορά να ξεκινάει από το πλέον προφανές για να δοκιμάσει τα όρια μιας συζήτησης για ένα σχετικό θέμα. Η Αγκούντεθ, μέσω της Σολ, χαρτογραφεί όλες αυτές τις αποχρώσεις, σε έναν κόσμο κυρίως γυναικείο και όμως όχι και με τόση συνοχή τελικά, με διαφορετικά προνόμια και δικαιώματα μεταξύ των μερών του. Γιατί, παρότι η Σολ έχει επίγνωση αυτού, αυτό δεν είναι αρκετό ώστε να εξαλείψει τις διαφορές. Επίσης, γιατί θα ήταν μονομερές να εξεταστούν μόνο τα προνόμια της Σολ σε σχέση με τις Λατινοαμερικάνες καθαρίστριες και τροφούς, χωρίς να γίνει λόγος για τα προνόμια τα οποία η Σολ στερείται σε σχέση με τις άλλες μάμις που συναναστρέφεται ή εκείνα τα προνόμια που κουβαλά και θέλει να τα πετάξει από πάνω της, όχι για έναν πιο δίκαιο κόσμο αλλά για να ζήσει όπως επιθυμεί και της αρέσει.

Η πρόζα της Αγκούντεθ είναι απολαυστική, η ανάγνωση ρέει και όμως εδώ και εκεί υπάρχουν διάφορα αγκαθάκια ή πετραδάκια που έρχονται να ενοχλήσουν, λιγότερο ή περισσότερο, αυτό έχει να κάνει και με το αναγνωστικό υποκείμενο, ένα βιβλίο δεν είναι μόνο το υποκείμενο της γραφής αλλά και εκείνο της ανάγνωσης. Χαλαρό και ευχάριστο, σε σημεία αφελές ακόμα-ακόμα,  ωστόσο φαινομενικά και επιφανειακά, από κάτω το πράγμα βράζει. Και έχει ενδιαφέρον η απόφαση της Αγκούντεθ να τοποθετήσει τη Σολ ως έναν καθρέφτη στο οποίο μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού θα αναγνωρίσει την εαυτή του ή κάποια που γνωρίζει. Ίσως και πιο ειλικρινές. Ίσως τελικά να ισχύει πως μόνο για ό,τι ξέρει κανείς μπορεί να γράψει με επιτυχία, αν η επιτυχία σχετίζεται με την αληθοφάνεια και τον ρεαλισμό, ή και τον κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό, τι και αν αυτός δεν είναι το βασικό διακύβευμα της αφήγησης.

Φρέσκο και σύγχρονο, αυτό σκέφτομαι για το Σπίτια καθαρά, ίσως γιατί πρόσφατα σε μια μεγάλη παρέα για ώρα συζητούσαν το πόσο δύσκολο είναι να βρεις και να εμπιστευτείς μια γυναίκα που θα σου καθαρίζει το σπίτι, και, συνέχιζαν, αν τυχόν βρεις τότε σου ζητάει ένα σκασμό λεφτά. Βαρέθηκα σύντομα τη συζήτηση. Αντιλαμβάνομαι πως είναι κάποιου είδους πρόβλημα αλλά όχι για να βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας, όχι για περισσότερα από ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, όχι για θεωρία και φιλοσοφία, αλλά ως αίτημα, ξέρεις κάποια γυναίκα να μου κάνει τις δουλειές του σπιτιού, ναι ή όχι και πάμε παρακάτω.

Η Αγκούντεθ δεν έχει απλώς μια καλή ή έξυπνη ιδέα, το μυθιστόρημα της δεν εξαντλείται σε αυτό. Έχει μια συγκεκριμένη ματιά στον κόσμο γύρω της, μια ματιά ικανή να μην χρειάζεται τόνους βιβλιογραφίας και επιστήμης, μια απλή ματιά κατανόησης του οικείου της κόσμου, μια διάθεση ζαβολιάς, μια διάθεση να ενοχλήσει λίγο πίσω από την πέπλο της χαρούμενης και αφελής αφήγησης, χωρίς να βαραίνει αχρείαστα το περιεχόμενο του μυθιστορήματος, χωρίς να γυρεύει εξεζητημένα κομμάτια θεωρίας ή στράτευσης και με αυτό τον τρόπο πετυχαίνει πολλά περισσότερα τελικά, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια.

Η Σολ είναι ένας αμφιλεγόμενος χαρακτήρας και θα εξηγήσω τι εννοώ. Ο προβληματισμός της γύρω από τη ζωή και τα πράγματα, ακόμα και αν υπερκεράσει κάποια εμπόδια και ιδωθεί, ακόμα και αν θεωρηθεί, θέλω να πω, υπαρκτός, δεν θα φτάσει μέχρι του σημείου του να θελήσεις να την πάρεις μια αγκαλιά ή να σκεφτείς πώς θα μπορούσες να την βοηθήσεις. Αυτό είναι που την κάνει αμφιλεγόμενη. Συμπαθητική και έχει δίκιο αλλά ως ένα σημείο. Υπάρχει ένα δεδομένο προνόμιο που της επιτρέπει να ελιχθεί ακόμα και ερχόμενη σε σύγκρουση με το ίδιο της το προνόμιο, η σύγκρουση αυτή απλώς θα σοκάρει τον περίγυρό της, θα τον προβληματίσει ή θα τον απογοητεύσει, αλλά δεν θα θέσει σε κίνδυνο την ίδια της την επιβίωση. Δεν είναι απλό, σίγουρα όχι αρεστό, να αμφισβητεί ο άλλος, ο κάθε άλλος, τα προβλήματά μας, να τα γειώνει και να μας απαντά για τις γυναίκες στη Λατινική Αμερική, για να δώσω ένα ενδοκειμενικό παράδειγμα. Δεν είναι ωραίο κάποιος να κατονομάζει το προνόμιο μας, ακόμα και αν αυτό είναι ελάχιστο, γιατί μας το υπενθυμίζει, γιατί μας αναγκάζει να το λάβουμε υπόψη, να το υπολογίσουμε στο παροντικό ταμείο, να κάνουμε τουλάχιστον ένα βήμα και από εκεί να παρατηρήσουμε ξανά τον εαυτό μας, να σκεφτούμε λίγο πριν ανοίξουμε το στόμα μας για να παραπονεθούμε. Και ξέρετε κάτι, υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα για τα οποία μπορούμε να παραπονεθούμε, τόσα πολλά πράγματα για τα οποία πρέπει να πολεμήσουμε και να διεκδικήσουμε. Ένα προνόμιο δεν μας στερεί αυτό το δικαίωμα, αυτή την ανάγκη. Κατά κάποιο τρόπο, το πώς παραπονιόμαστε, υποτιμά τον εαυτό μας, χαμηλώνει εξαιρετικά τον πήχη. Θέλω να πω: είναι ένα ζήτημα αν θα βρω κάποιο άτομο να με βοηθήσει με τις δουλειές του σπιτιού, αλλά είναι σίγουρα ένα μεγαλύτερο και σοβαρότερο ζήτημα το γεγονός πως δεν θα πάρω σύνταξη, όχι;

Βιβλία όπως τα Σπίτια καθαρά διαθέτουν μια σκανδαλιά που πολύ του γούστου μου είναι, ικανά να επιφέρουν ρωγμές πιο καίριες από άλλα πιο στρατευμένα που προσπαθούν πολύ να το κάνουν.

υγ. Για το Ας πούμε πως είμαι εγώ περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, για τον Σουπερόσαυρο εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Η Στρατηγική του Πεκινουά - Alexis Ravelo

Το '24, ανάμεσα σε άλλα, διάβασα για πρώτη φορά κάποιο βιβλίο του Αλέξις Ραβέλο, συγκεκριμένα το Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση, που γεννήθηκε το 1971 στις Κανάριες Νήσους και πέθανε εκεί το 2023, πριν συμπληρώσει το τεσσαρακοστό δεύτερο έτος της σύντομης ζωής του, αφήνοντας πίσω του πλούσιο έργο ωστόσο, που ειδολογικά, στη μεγάλη του πλειοψηφία ανήκει στην ευρύτερη κατηγορία της αστυνομικής λογοτεχνίας. Και εκείνη η ανάγνωση αποδείχτηκε μια τεράστια απόλαυση σε μια πίστα από την οποία δεν προσδοκώ μεγάλες συγκινήσεις και απρόσμενες εκπλήξεις, εκείνη της νουάρ λογοτεχνίας, που την αγαπώ γιατί μου καλύπτει δεδομένες αναγνωστικές ανάγκες, αλλά δεν είμαι αυτό που κάποιος θα αποκαλούσε φανατικός θαυμαστής. Το σημείωσα το όνομά του, προς μελλοντική χρήση.

Και μια δύσκολη, πιεσμένη περίοδο, που υστερούσε σε χρόνο και φυσική κατάσταση, τράβηξα από το ράφι το Η Στρατηγική του Πεκινουά. Διαστολή του χρόνου και περαιτέρω επιδείνωση της φυσικής κατάστασης, αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ανάγνωση αυτή, παρότι ο παράδοξα γοητευτικός και αρκούντως αντιηρωικός Ελάδιο Μονρόι απουσίαζε από τον κεντρικό ρόλο.

Το λογοτεχνικό μετερίζι που υπηρετεί ο Ραβέλο, περισσότερο ίσως από κάθε άλλο, διέπεται από συγκεκριμένες ειδολογικές αρχές. Αυτό το χαρακτηριστικό σε αρκετές περιπτώσεις αποδεικνύεται ασφυκτικό, οι συγγραφείς επιχειρούν να ανακατέψουν την τράπουλα, ποντάροντας συνήθως σε κάποιο εύρημα πρωτότυπο, μια ανατροπή μη αναμενόμενη, ελπίζοντας να εντυπωσιάσουν και να αποδειχτούν καινοτόμοι. Όμως, όπως συμβαίνει στο σύνολο της λογοτεχνίας, οι περισσότερες, αν όχι όλες, οι ιστορίες έχουν ειπωθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η άγρα εντυπωσιασμού επιστρέφει συχνά ως μπούμερανγκ και επιφέρει καίριο πλήγμα στη συνολική κατασκευή, που εξ αρχής οικοδομήθηκε με συγκεκριμένο, μη λογοτεχνικό, στόχο. Η διάκριση της λογοτεχνίας σε υποείδη είναι μια κατηγοριοποίηση που συμβαίνει για πλείστους λόγους, ωστόσο δεν αναιρεί την υπακοή στους βασικούς κανόνες της γραφής.

Δεν είναι δύσκολο ή παράτολμο να διακρίνει κανείς στον Ραβέλο έναν φανατικό της νουάρ/αστυνομικής λογοτεχνίας. Η γνώση του πεδίου είναι ένα σημαντικό, αναγκαίο χαρακτηριστικό, στο οποίο, ωστόσο, οφείλει να προστεθεί η συγγραφική ικανότητα, το γεγονός πως κάποιος διαβάζει λογοτεχνία δεν σημαίνει αυτόματα πως μπορεί και να γράψει, κλισέ το ξέρω, αλλά νιώθω την ανάγκη να το γράψω. Και στα δύο μυθιστορήματά του, ο τόπος παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι Κανάριες Νήσοι, νησιωτικό σύμπλεγμα στον Ατλαντικό Ωκεανό, ισπανικό έδαφος τεράστιας γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής σημασίας, απόρροια της περιόδου της αυτοκρατορίας, συνυφασμένο σήμερα με τον τουρισμό, λόγω του εξωτικού χαρακτήρα του και των σταθερών κλιματολογικών συνθηκών καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, δύσκολα, για κάποιον που τις επισκέπτεται ως ταξιδιώτης ή τις παρατηρεί από την ηπειρωτική Ευρώπη, θα μπορούσαν να θεωρηθούν πρόσφορο έδαφος για μια σκοτεινή και σκληρή ιστορία. 

Ο Ραβέλο, γέννημα θρέμμα του νησιού, γνωρίζει από πρώτο χέρι τη σκιά πίσω από τη λάμψη των τουριστικών καταλυμάτων, το παράνομο εμπόριο, τις μεταναστευτικές ροές, το ξέπλυμα χρήματος, την προστασία, τα τεράστια χρηματικά ποσά τα οποία διακινούνται σε αυτή τη σταγόνα γης. Έτσι, έχουμε δύο αρετές ευδιάκριτες, από τη μια η γνώση του πεδίου και η ικανότητα στην κατασκευή ιστοριών, από την άλλη τη χρήση του τόπου, που είναι συνυφασμένη με την αστυνομική λογοτεχνία, κυρίως το αστικό τοπίο, οι δύσκολες πλευρές του πολύβουου κέντρου και τα ακριβά μα έρημα προάστια. Ο συγγραφέας ωστόσο δεν επιθυμεί να γράψει έναν τουριστικό ή αντιτουριστικό οδηγό του νησιού, αλλά χρησιμοποιεί τον τόπο ως ένα ρεαλιστικό σκηνικό, δεν πέφτει έτσι στην παγίδα του εξωτισμού.

Λίγα λόγια για την υπόθεση θα βοηθούσαν: ο Ρούμπιο και η Κόρα, δύο φτωχοδιάβολοι που έχουν κουραστεί να πασχίζουν στο όριο του νόμου για την επιβίωση, αποφασίζουν να ρισκάρουν και να τα βάλουν με τα μεγάλα κεφάλια του οργανωμένου εγκλήματος, να ρίξουν μια τελευταία, καλή ζαριά που αν τους βγει θα τους επιτρέψει να κάνουν μια επανεκκίνηση.

Ο Ραβέλο δεν ποντάρει το σύνολο από τις μάρκες του στις ανατροπές και στην εξεζητημένη ιστορία, χωρίς αυτό να σημαίνει πως τα παραμελεί. Σχηματίζει ικανοποιητικά τους χαρακτήρες του, έτσι ώστε η επιθυμία και το κίνητρο του καθενός να μην ξενίζει, σκιαγραφεί το σκηνικό, αφήνοντας στον ωκεανό την απομόνωση του τόπου, δουλεύει καλά τις γύρω τριγύρω λεπτομέρειες, αναγκαίες για την κυρίως πλοκή, γράφει ένα καλό βιβλίο εντός των ειδολογικών περιορισμών, με γνώση και επιτέλεση των συγγραφικών προθέσεων, στον ρεαλισμό προσθέτει και το απαραίτητο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, προσφέροντας έτσι ένα απολαυστικό μυθιστόρημα, δύσκολο να το αφήσει από τα χέρια του ο αναγνώστης, ατμοσφαιρικό αλλά όχι με τρόπο βεβιασμένο, μια καλή ιστορία στο σύνολό της, με το κακό και το σκοτάδι να κυριαρχούν, χωρίς να επιβάλλονται.

Παρότι ο Ραβέλο κινείται εντός του είδους, το μυθιστόρημα αυτό δεν απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο στους λάτρεις, και αυτό είναι, στα μάτια μου, μια επιπλέον επιτυχία. Ένα απολαυστικό νουάρ μυθιστόρημα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για το Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για λογοτεχνία από τα Κανάρια Νησιά μπορείτε να τσεκάρετε τον έξοχο Σουπερόσαυρο εδώ, και το γλυκύτατο παρά την όποια σκληρότητά του Η κοιλιά του Γαϊδάρου εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2025

Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση - Alexis Ravelo

Βασικό συστατικό της αστυνομικής λογοτεχνίας, αν όχι το κύριο, είναι η ύπαρξη ενός –συνήθως αντιηρωικού– κεντρικού χαρακτήρα, ο οποίος καλείται να διαλευκάνει την υπόθεση. Αρκετές φορές, ο συγγραφέας τον ακολουθεί, με αποτέλεσμα μια σειρά από ιστορίες. Έκτοτε, δύο υποϊστορίες αποτελούν την πλοκή, μία εκείνη της κεντρικής υπόθεσης, η λύση του μυστηρίου, η απάντηση στο αρχικό ερώτημα, γεμάτη από ανατροπές και ευρήματα, αλλά και μία δεύτερη, παράλληλη της πρώτης, εκείνη που σαν σκυταλοδρομία παρακολουθεί την πορεία ζωής του κεντρικού χαρακτήρα, ένα ακόμα αναγνωστικό κίνητρο, πέρα από τη συγγραφική ικανότητα στην παραγωγή νέων πλοκών.

Η αστυνομική λογοτεχνία, που για χρόνια αδίκως ζούσε στη σκιά της παραλογοτεχνίας, είναι αντιμέτωπη, περισσότερο από τις άλλες λογοτεχνικές εκφάνσεις, με τους ειδολογικούς περιορισμούς. Ένας από αυτούς, ο πλέον δυσκολοκατάβλητος, έχει να κάνει με την πρωτοτυπία, με την επινόηση μιας λύσης που δεν έχει ως τώρα δοθεί. Στο κυνήγι αυτό, η ανάγκη για εντυπωσιασμό, οδηγεί σε τραβηγμένες από τα μαλλιά ανατροπές και ευρήματα, αλλοιώνοντας την αληθοφάνεια, που ως είδος το έχει ανάγκη. Οι σειρές, η ακολουθία της ζωής του κεντρικού χαρακτήρα από βιβλίο σε βιβλίο αμβλύνει αυτή την κάλπικη ανάγκη, τα συστατικά του αντιήρωα διαμορφώνουν εν πολλοίς το πλαίσιο εντός του οποίου η πλοκή στήνεται και προωθείται.

Ο Αλέξις Ραβέλο, γεννημένος το 1971 στις Κανάριες Νήσους, δημιούργησε τον Ελάδιο Μονρόι και τον ακολούθησε σε έξι περιπέτειες του, οι οποίες πιθανολογώ πως θα ήταν περισσότερες αν ο συγγραφέας δεν πέθαινε αιφνίδια το 2023. Το Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση αποτελεί την τρίτη ιστορία με πρωταγωνιστή τον Ελάδιο. Ας σημειώσω πριν συνεχίσω πως κάθε βιβλίο της σειράς στέκει αναγνωστικά αυτόνομο, όλα τα απαραίτητα στοιχεία βρίσκονται στο κάθε ένα.

Καθημερινός θαμώνας σε ένα παρακμιακό μπαρ της πρωτεύουσας των Κανάριων Νήσων,  ο Ελάδιο Μονρόι δείχνει αποφασισμένος να μείνει έξω από νέα μπλεξίματα, με ένα χρηματικό μαξιλαράκι που του δίνει μια σχετική ασφάλεια, ερωτευμένος με την κοπέλα του, που δουλεύει σε βιβλιοπωλείο και τώρα τελευταία τον πιέζει γλυκά να διαβάσει Στιγκ Λάρσον. Όμως, άνθρωποι όπως αυτός, με προδιάθεση να μπλέκουν, έλκουν τα προβλήματα, σαν πανίσχυροι μαγνήτες, και όταν αυτό συμβεί η αποφασιστικότητα πάει περίπατο, μια δικαιολογία θα την θέσει νοκ άουτ στο άψε σβήσε.

Ένα επιχειρηματικό τρίγωνο, ένας θάνατος που αποδόθηκε σε φυσικά αίτια, μια δολοφονία που περιέπλεξε τα πράγματα, μια διαθήκη που πυροδότησε έριδες, ένα μικρό ξύλινο κουτάκι, άνευ υλικής αξίας, που γίνεται αντικείμενο βίαιης επιθυμίας, οπλισμένες ομάδες και νεαρές ερωμένες, το σκοτεινό διαδίκτυο και ένας μικροαπατεώνας με το όνομα Υπουργός συνθέτουν αυτή την περιπέτεια στης οποίας το επίκεντρο βρέθηκε ο Ελάδιο από τη μια στιγμή στην άλλη.

Ο Ραβέλο αποδεικνύεται καλός μάστορας του είδους, συγκεντρώνει όλα τα απαραίτητα χαρτιά και τα απλώνει αργά και σταθερά, χωρίς να επενδύει σε απίθανες συμπτώσεις και τραβηγμένα ευρήματα, ποντάροντας στον Ελάδιο και την ατμόσφαιρα των Κανάριων Νήσων, μακριά από άλλες σκληρές πόλεις, όπου το έγκλημα βασιλεύει. Οι Κανάριοι Νήσοι, ευρωπαϊκό έδαφος, ισπανικό για την ακρίβεια, μόνο όμως κατ' όνομα, αφού η απόσταση από τη Γηραιά Ήπειρο αποδεικνύεται καθοριστική, έδαφος γεωστρατηγικής σημασίας, απότοκο της άλλοτε ισπανικής κυριαρχίας, που πλέον ζει κυρίως από τον τουρισμό, στη σκιά του ηφαιστείου και στη δίνη των κυμάτων του Ατλαντικού, με σταθερό κλίμα χειμώνα καλοκαίρι, μετατρέπεται στα χέρια του Ραβέλο σε πειστικό, χωρίς εξωτισμό, σκηνικό δράσης.

Ο Ελάδιο είναι ένας συμπαθέστατος και με τον τρόπο του γοητευτικός αντιήρωας. Το Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, που, παρότι απευθύνεται κυρίως σε ένα κοινό πολυδιαβασμένο, με τον φόβο πως δύσκολα θα βρει κάτι καινούριο που θα το ιντριγκάρει, καταφέρνει να γοητεύσει και ταυτόχρονα να υπερκεράσει τους όποιους ειδολογικούς περιορισμούς, γεγονός που του επιτρέπει να απευθυνθεί και σε όσους δεν διαβάζουν, αποκλειστικά και μόνο, νουάρ. Η υπογραφή τού Κρίτωνα Ηλιόπουλου αποτελεί διπλή εγγύηση, τόσο ως προς την ποιότητα της μετάφρασης, όσο και ως προς την εν γένει αξία του βιβλίου.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ» μπορείτε εδώ! 
 
Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Τόπος

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2025

Σουπερόσαυρος - Μέργεμ Ελ Μεγντάτι

Ο τίτλος κάνει το χέρι να εκταθεί ως το ράφι και να τραβήξει έξω το βιβλίο αυτό, το οπισθόφυλλο υπόσχεται μια ιστορία φρέσκια, σύγχρονη παρότι εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, στα Κανάρια Νησιά, η εμπιστοσύνη στις εκδόσεις Carnívora και τις επιλογές τους συνηγορεί, η απόφαση λαμβάνεται με συνοπτικές διαδικασίες, αυτό, ανάμεσα σε τόσα άλλα, θα είναι το επόμενο βιβλίο, ο Σουπερόσαυρος.

Τη λένε Μέργεμ, γεννήθηκε στο Μαρόκο, μωρό ακόμα μετανάστευσε με τους γονείς της σε ένα νησί στη μέση του Ατλαντικού, έδαφος γραφειοκρατικά ευρωπαϊκό, μεγάλωσε εκεί, πήγε σχολείο, έμαθε τη γλώσσα, έκανε φίλους, παρέα με όνειρα, σπούδασε και η φιλοδοξία της έφτανε μέχρι και το διδακτορικό, έπρεπε όμως πρώτα να βρει μια δουλειά, η έλλειψη προϋπηρεσίας, αυτός ο φαύλος κύκλος απόρριψης, πώς να έχεις προϋπηρεσία αν δεν σε προσλαμβάνει κανείς επειδή δεν έχεις προϋπηρεσία, την ωθεί στην αναζήτηση πρακτικής άσκησης, να δουλεύει κανονικά, δηλαδή, αλλά να πληρώνεται ελάχιστα και χωρίς καμία βεβαιότητα για το μέλλον, τα σούπερ μάρκετ Σουπερόσαυρος, καμία σχέση με όσα ονειρεύτηκε, μοιάζουν να είναι μια προσωρινή λύση.

Κάνει δεκάδες χιλιομέτρων κάθε μέρα, αν χάσει το λεωφορείο, το επόμενο περνάει μια ώρα μετά, ξυπνάει χαράματα, γυρίζει λίγο πριν βραδιάσει, δεν βρίσκει καμία νοηματοδότηση στην άπειρη γραφειοκρατία με την οποία έρχεται αντιμέτωπη, με τις αντικρουόμενες οδηγίες και εντολές, η εταιρική εικόνα της ομάδος είναι μόνο μια εικόνα, νιώθει απομονωμένη, ούτε το όνομά της δεν προφέρει η πλειοψηφία σωστά, ολιγόλεπτα διαλείμματα για ένα τσιγάρο και ένα αναψυκτικό είναι ό,τι μπορεί να αποσυμπιέσει ελάχιστα το υγρό που κοχλάζει, βυθίζεται κάθε μέρα σε αυτό, μάταια επαναλαμβάνει μέσα της πως δεν είναι δική της η εταιρεία, πως με τη λήξη της πρακτικής θα την πετάξουν στον δρόμο που οδηγεί πίσω στη μεσολαβήτρια εταιρεία ανθρώπινου δυναμικού με την οποία μοιράζεται τον μισθό της, παράλληλα παλεύει να ζήσει, να κάνει πλάνα, να κάνει όσα επιθυμεί κάποιο άτομο στην ηλικία της να κάνει, να βρει τις φίλες της, να ερωτευτεί, να κάνει βόλτες, αλλά και πράγματα που οι γονείς της στην ηλικία της μπορούσαν να κάνουν, να έχουν ένα δικό τους σπίτι για παράδειγμα, να μπορούν να πάνε διακοπές το καλοκαίρι, ακόμα ένα παράδειγμα, πολυτέλειες πια.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η συναισθηματικά ανάμεικτη πρόζα, οι εναλλαγές των καιρικών φαινομένων, η πραγματικότητα που συχνά μόνο μέσω της υπέρβασής της μπορεί να περιγραφεί, η συγχρονία του εκεί και του εδώ, η οξυδερκής ματιά της, το υγρό που κοχλάζει και αναζητά διόδους αποσυμπίεσης πριν εκραγεί, το χιούμορ και η υπερβολή, αλλά και η έλλειψη ξεκάθαρης απεύθυνσης, αφού η Μέργεμ εναποθέτει τις λέξεις στο χαρτί ικανοποιώντας μια δική της ανάγκη, δεν επιθυμεί να ζητήσει φιλοδώρημα την κατανόηση, δεν επιθυμεί να μας δείξει πως ξέρει τι κάνει, δεν ξέρει και είναι οκ να το παραδεχτεί, αφήνεται από τη μια μέρα στην επόμενη, πάλι Δευτέρα πρωί, πάλι Δευτέρα πρωί, πάντα, θαρρείς, ξημερώνει μια Δευτέρα πρωί, σίγουρα δεν τη νοιάζει να μας κατευθύνει συναισθηματικά και όλα αυτά προσδίδουν μια συντριπτική δυναμική στην αφήγησή της, που καθηλώνει και συνεπαίρνει, που δεν αφήνει περιθώρια σκέψεων γύρω από την αλήθεια ή μη των όσων εκείνη αφηγείται, άλλωστε διόλου κάτι τέτοιο δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, η αυθεντικότητα και η πειστικότητα δεν πηγάζουν από ένα κοντινό κοίταγμα με μεγεθυντικό φακό, αλλά απ' όσα την αποτελούν και τη συνθέτουν.

Στην αρχή της ανάγνωσης έντονα μου ήρθε στο μυαλό το Ας πούμε πως είμαι εγώ, της Ράιμο, στην πορεία ωστόσο σκεφτόμουν επίσης έντονα το Σαράκι της Μαρτίνες, και κάπου εκεί ανάμεσα πήρε τη θέση του ο Σουπερόσαυρος, η σπιρτόζικη πρόζα, η συγχρονία με τα ετερόκλητα συστατικά της, θύμιζε το Ας πούμε πως είμαι εγώ, η έλλειψη προνομίου, το χαμηλό σημείο εκκίνησης, υπενθύμιζε πως, εκτός όλων των άλλων ιδιοτήτων της Μέργεμ, γυναίκα, μουσουλμάνα, μετανάστρια κ.ο.κ, είναι και φτωχή, ναι φτωχή, όπως φτωχή ήταν, εκτός όλων των άλλων ιδιοτήτων της, και η κοπέλα στο Σαράκι, και η ιδιότητα αυτή καθόριζε σε μεγάλο βαθμό το σύνολο της εμπειρίας, κυρίως την έλλειψη εφικτών εναλλακτικών, αυτό το ελάχιστο προνόμιο που μπορεί να σε τραβήξει από τον βούρκο που νιώθεις κάποιες φορές να βουλιάζεις ενώ παλεύεις για την επιβίωση.

Ένας επιθετικός προσδιορισμός που συχνά χρησιμοποιείται από προνομιούχα άτομα για να περιγράψει ανθρώπους όπως η Μέργεμ είναι το περήφανος. Η περηφάνια παρά τη φτώχεια. Μέσα από το προνομιούχο παρατηρητήριο μας και με τα παραμορφωτικά κιάλια που εκ του ασφαλούς και εξ αποστάσεως χρησιμοποιούμε ο αγώνας για την καθημερινή επιβίωση είναι ακατανόητος, ντυνόμαστε Αντουανέτες και επαναλαμβάνουμε: όποιος προσπαθεί τα καταφέρνει, δεν υπάρχει δεν μπορώ, δεν υπάρχουν δικαιολογίες, όλοι από κάπου ξεκινήσαμε, έτσι είναι η ζωή κ.τ.λ. Το επίθετο περήφανος χαρίζει σε εμάς μια υπεραξία, σαν άλλοι θεατές ενός τσίρκου με άγρια θηρία που περήφανα υποτάσσονται στο μαστίγιο και το καρότο του δαμαστή. Καμία περηφάνια δεν έχει η γραφή της Μέργεμ, καμία ανάγκη για φιλοδώρημα ή χειροκρότημα, γι' αυτό φαντάζομαι, προοικονομώ, πως κάποιοι, μάλλον λευκοί άντρες, θα βιαστούν να μας ενημερώσουν πως μια τέτοια λογοτεχνία δεν τους αφορά, αφού πρώτα έχουν προφέρει τη λέξη λογοτεχνία με ένα ελαφρύ αξάν, σαφέστατα υποτιμητικό, θα προσθέσουν πως μια ιδιωτικότητα, όπως αυτή, χαρακτηρίζει την εποχή μας, δεν γράφεται οικουμενική λογοτεχνία όπως παλιά, πιστεύουν, οι αφελείς, το λιγότερο και το ευγενικότερο επίθετο που μου έρχεται κατά νου, πως η ιστορία της Μέργεμ είναι μια εξαίρεση, μια υπερβολή, ένα τρεντ.

Θεωρώ πως είναι καθοριστικής σημασίας να γίνει η διευκρίνηση, ο διαχωρισμός αν προτιμάτε, πως η λογοτεχνία της Μέργεμ είναι εγγενώς ποιοτική και όχι αποκλειστικά και μόνο εξαιτίας του περιεχομένου της ή του βιογραφικού της συγγραφέως. Ακόμα και ως δείγμα αυτομυθοπλασίας ή, καλύτερα στην περίπτωση αυτή, αυτοβιογραφικής γραφής, ο Σουπερόσαυρος είναι ένα καλό βιβλίο, στο οποίο η συγχρονία στην αποτύπωση ενός σημαντικού μέρους του κόσμου συνυπάρχει με μια δεδομένη λογοτεχνική αρτιότητα, δεν είναι, θέλω να πω, απλώς και μόνο μια καταγραφή, ένα κείμενο δημοσιογραφικό, μια αποτύπωση της συνθήκης. Και αυτό είναι σημαντικό να λέγεται, γιατί υπάρχει ακόμα προς θραύση ένα σημαντικό απόστημα που σε λίγα λόγια λέει: το βιβλίο αυτό, στην προκειμένη περίπτωση, εκδόθηκε, μεταφράστηκε, διαβάστηκε, αποθεώθηκε επειδή η Μέργεμ είναι γυναίκα και μετανάστρια.

υγ. Για το Ας πούμε πως είμαι εγώ περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Σαράκι εδώ. Η Μέργεμ είναι η τρίτη συγγραφέας από εκείνο το νησιωτικό σύμπλεγμα του Ατλαντικού που διαβάζω τον τελευταίο καιρό, είχαν προηγηθεί η Αμπρέου με το Η κοιλιά του γαϊδάρου, περισσότερα εδώ, και ο Ραβέλο με το Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση, περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Ιφιγένεια Ντούμη
Εκδόσεις Carnívora

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2025

Μπέρτα Ίσλα - Javier Marías

Ο Χαβιέρ Μαρίας, ο σημαντικότερος ίσως Ισπανός συγγραφέας των τελευταίων δεκαετιών, πέθανε τον Σεπτέμβριο του 2022 στα εβδομήντα ένα του χρόνια. Το Μπέρτα Ίσλα (μτφρ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου, εκδόσεις Πατάκη) υπήρξε το προτελευταίο του μυθιστόρημα.

Αντίθετα με την πλειοψηφία των προηγούμενων βιβλίων του, εδώ ο τίτλος δεν αποτελεί ευθύ δάνειο από το σαιξπηρικό corpus· Μπέρτα Ίσλα είναι το όνομα της πρωταγωνίστριας, που, έφηβη ακόμα, ερωτεύτηκε και αργότερα παντρεύτηκε τον συνομήλικό της Τομάς Νέβινσον, μισό Ισπανό μισό Άγγλο, που διακρινόταν για την ικανότητά του στις ξένες γλώσσες. Μετά το σχολείο, εκείνη σπούδασε στη Μαδρίτη, ενώ εκείνος στην Οξφόρδη, όπου και τράβηξε το ενδιαφέρον των μυστικών υπηρεσιών του Ηνωμένου Βασιλείου και στις οποίες εν τέλει εντάχθηκε παρά την αρχική του απροθυμία.

Η ζωή ενός κατασκόπου αναπόφευκτα χαρακτηρίζεται από μυστικά και συσκότιση, απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να μπορεί να εναλλάσσει ταυτότητες ανάλογα με τις απαιτήσεις τής κάθε αποστολής, μια ζωή που κινείται στον αντίποδα της συντροφικότητας που –θα έπρεπε να– χαρακτηρίζει την ένωση δύο ατόμων με τον γάμο. Το Μπέρτα Ίσλα είναι μισό κατασκοπικό και μισό ερωτικό/συντροφικό μυθιστόρημα, με τα δύο μέρη πότε να επικαλύπτονται και πότε να παραμένουν ανεξάρτητα. Ο Τομάς απουσίαζε μεγάλα διαστήματα εκτός Μαδρίτης, χωρίς η Μπέρτα να γνωρίζει πού ακριβώς βρίσκεται, ενώ η επικοινωνία τους κάθε άλλο παρά σταθερή υπήρξε. Εκείνη έμενε πίσω φροντίζοντας αρχικά ένα και εν συνεχεία δύο παιδιά. Οι συναντήσεις τους, όταν λάμβαναν χώρα, μόνο ως διαλείμματα μπορούσαν να ληφθούν, εκείνος εμφανιζόταν ξαφνικά για να εξαφανιστεί στη συνέχεια ξανά.

«Για κάμποσο καιρό δεν ήταν σίγουρη αν ο άντρας της ήταν ο άντρας της, όπως κάποιος, που μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, δεν ξέρει αν σκέφτεται ή αν ονειρεύεται, αν ελέγχει ακόμα το μυαλό του ή αν έχει χάσει τον έλεγχο από την εξάντληση».

Η έντονη αντίθεση άσπρου μαύρου, με άχρηστους τους όποιους ποσοτικούς προσδιορισμούς, διακρίνει συνολικά τη ζωή των δυο τους, αλλά και συνολικά το μυθιστόρημα· αλήθεια και ψέμα, φως και σκοτάδι, συζυγική και μοναχική ζωή, ατομική και συλλογική αρένα, πραγματικότητα και φαντασία, πεποιθήσεις και ανασφάλειες, μαζί και χώρια.

Πότε στην ακτή της Μπέρτα, πότε σε εκείνη του Τομάς και πότε παντεπόπτης, ο τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής κρατά σταθερά το πηδάλιο. Ο τρόπος με τον οποίο ο Μαρίας συνδιαλέγεται και κινείται με άνεση ανάμεσα στο κατασκοπικό και το μυθιστόρημα ιδεών είναι μοναδικός και, εκτός από μια διακριτή δημιουργική φωνή, αποκαλύπτει και την ευρυμάθειά του ως πιστού της λογοτεχνίας, κάτι το οποίο δείχνεται περαιτέρω από τις διακειμενικές πινελιές, όπως η έντονη παρουσία του έργου του Έλιοτ. 

Η ειδολογική ποικιλία της μυθοπλασίας δεν αποτελεί δείκτη ποιότητας, κανένα είδος από μόνο του δεν ανήκει στην υψηλή ή τη χαμηλή λογοτεχνία, είναι ο τρόπος με τον οποίο η ιστορία λέγεται, αλλά ούτε και η πρωτοτυπία του θέματος ή οι μεγάλες ιδέες δείχνουν κάτι από μόνες τους. Η γραφή του Μαρίας διακρίνεται από μια εγκεφαλικότητα που παραπέμπει σε παλαιότερες περιόδους, μια λογοτεχνία τοποθετημένη κάπου στην κεντρική Ευρώπη, που ωστόσο δεν έχει σκονισμένες και ταλαιπωρημένες από τον χρόνο επιφάνειες.

Ο αναλυτικός τρόπος πρόσληψης και παρατήρησης, η ανάδειξη των λεπτομερειών, αδιόρατων ίσως τη στιγμή που συνέβαιναν, καθοριστικών για την εκ των υστέρων σύνθεση της μεγάλης εικόνας, αλλά, κυρίως, οι εναλλαγές ταχύτητας, χρόνια που περνούν σε μια παράγραφο και στιγμές που διαρκούν σελίδες επί σελίδων, αποδεικνύονται καθοριστικά για την αναγνωστική εμπειρία, γιατί, σ' ένα ακόμα ζεύγος φαινομενικά ασυμβίβαστο, το Μπέρτα Ίσλα είναι ένα μυθιστόρημα ταυτόχρονα πυκνό, όπως η σπουδαία Λογοτεχνία, αλλά και καταιγιστικό, όπως μια κατασκοπική ιστορία που δεν μπορείς να αφήσεις από τα χέρια σου.

Η λογοτεχνία που υπέγραψε ο Χαβιέρ Μαρίας, όπως το σύμπαν κάθε σημαντικού λογοτέχνη, διαθέτει ευδιάκριτες σταθερές και επαναλαμβανόμενα μοτίβα, και αν μπορούσε να εξαντληθεί σε μια και μόνη φράση τότε αυτή θα ήταν το εναρκτήριο απόσπασμα από το Καρδιά τόσο άσπρη (μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδόσεις Σέλας): «Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα». Το Μπέρτα Ίσλα αποτελεί έναν γνώριμο αστερισμό στον εξοικειωμένο με το έργο του Μαρίας αναγνώστη, και, ταυτόχρονα, μια κατάλληλη πύλη πρώτης επαφής και γνωριμίας.

(Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Για άλλα βιβλία του Χαβιέρ Μαρίας: για το αξεπέραστο Καρδιά τόσο άσπρη (εδώ), για τις Ερωτοτροπίες (εδώ) και για το Έτσι αρχίζει το κακό (εδώ).

Μετάφραση Χριστίνα Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2025

Ζωντανά πλάσματα - Munir Hachemi

Όταν έπιασα στα χέρια μου το μυθιστόρημα του Μουνίρ Ατσέμι, γεννημένου στη Μαδρίτη το 1989, με το όμορφο κοκκινοκίτρινο εξώφυλλο –οι στοιβαγμένες πλαστικές καρέκλες σημαίνουν καλοκαίρι με τον τρόπο τους–, διάβασα το οπισθόφυλλο, κάθε γραμμή πρόσθετε προσδοκίες και επιθυμία ανάγνωσης, ώσπου έφτασα στη φράση κλειδί «επιρροές του Μπόρχες και του Μπολάνιο», καμία ψυχραιμία, θα ήταν το επόμενο βιβλίο, δεν ολοκλήρωσα καν την ανάγνωση του οπισθόφυλλου, ήξερα όσα ήθελα να ξέρω, είχα αρκετά υλικά για να σχεδιάσω έναν ακόμα ορίζοντα προσδοκιών, θελκτικό και υποσχόμενο, ασχέτως τι θα συνέβαινε αργότερα.

Και αν οι επιρροές του Μπόρχες αποτελούν πια αναπόσπαστο μέρος της παγκόσμιας λογοτεχνίας, στοιχεία του σύμπαντός του μπορούν να εντοπιστούν ακόμα και εκεί που ο ίδιος ο εκάστοτε συγγραφέας δεν το φαντάζεται, επιρροή που έχει περάσει πια στο λογοτεχνικό ασυνείδητο, το ίδιο ισχύει και με άλλους σπουδαίους του παρελθόντος, όχι όμως και για πιο πρόσφατους ογκόλιθους, όπως ο Μπολάνιο, που η συνεισφορά τους ακόμα μελετάται, ακόμα βρίσκεται υπό διερεύνηση, σε διαδικασία χωνέματος. Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται διάφοροι συγγραφείς στους οποίους εντοπίζεται μια επιρροή μπολανική*, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύονται την αποτύπωση του ζοφερού περίγυρου, αλλά και, ίσως ακόμα πιο χαρακτηριστικά, τον τρόπο με τον οποίο η λογοτεχνία είναι παρούσα από άκρη σε άκρη, ο Μπολάνιο, συνοπτικά και βιαστικά, αυτά τα δύο στοιχεία ήρθε να μεταβάλλει πλήρως, τον ρεαλισμό –το απόλυτο κακό– και την ενδοκειμενική χρήση της λογοτεχνίας. Και αυτό το τελευταίο ήταν παρόν από την πρώτη κιόλας αράδα:

«Τη μέρα που γνώρισα τον φίλο μου τον Χ μου είπε πως όταν ήταν μικρός είχε επινοήσει μια θεωρία της αφήγησης που τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή. Δεν είναι καθόλου πρωτότυπη η ιδέα ότι οι ιστορίες έχουν μια ταξινομική λειτουργία, ότι επιβάλλουν στο πραγματικό μια τάξη ή μια ιεραρχία. Το πραγματικό ωστόσο είναι μια άγρια επικράτεια, μια ζούγκλα ή μια έρημος, ένας τόπος που δεν μπορεί κανείς να χαρτογραφήσει. Κάθε φορά που το άγριο εισέβαλλε στη ζωή του, ο φίλος μου ο Χ διηγούνταν κάτι, μια ιστορία, οποιαδήποτε, δεν είχε σημασία ό,τι και να 'ταν».

Ακόμα και αν δεν είχα διαβάσει το οπισθόφυλλο, οι πρώτες αυτές γραμμές θα ήταν αρκούντως αποκαλυπτικές των προθέσεων του Ατσέμι, ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου, «Τεχνητή αναπνοή», δάνειο από το ομώνυμο αριστούργημα ενός ακόμα σπουδαίου, του Ρικάρντο Πίλια, θα υπογράμμιζε εμφατικά τη δήλωση προθέσεων. Χωρίς ιστορία όμως, όποια πρόθεση θα έμενε άχρηστη στο ράφι. Αυτή είναι η ιστορία τεσσάρων νεαρών που άφησαν τη Μαδρίτη για να ταξιδέψουν με αυτοκίνητο ως τη νότια Γαλλία με σκοπό να δουλέψουν σεζόν στον τρύγο. Δουλειά εποχική, σκληρή αλλά καλά αμειβόμενη, μια πρόκληση, μια περιπέτεια, ένα πλήρες πακέτο, έτσι έμοιαζε. Όταν θα φτάσουν ωστόσο εκεί, μια έκπληξη τους περιμένει, λόγω ανομβρίας τα κλήματα δεν έκαναν καρπό, ο τρύγος ματαιώθηκε. Νεαροί και αποφασισμένοι, δεν θα κάνουν πίσω, θα επιμείνουν, θα επισκεφτούν μια εταιρεία ανθρώπινου δυναμικού, θα ζητήσουν μια άλλη καλοπληρωμένη δουλειά, κάπως έτσι ξεκινάει η περιπέτεια.

Στο Παγοδρόμιο, μυθιστόρημα του Μπολάνιο στον ίσκιο των σπουδαίων έργων του, σε πρωταγωνιστικό ρόλο βρίσκεται ο φύλακας ενός κάμπινγκ κατά τους χειμερινούς μήνες, δουλειά που και ο Μπολάνιο είχε κάνει για ένα διάστημα. Στα Ζωντανά πλάσματα οι τέσσερις νεαροί θα μείνουν σε ένα κάμπινγκ, δίπλα σε οικογένειες και συνταξιούχους, διαρκώς σε σύγκρουση με τον ιδιοκτήτη, διαρκώς υπό την απειλή της έξωσης, αναπόσπαστο μέρος της συνολικής εμπειρίας. Ο αφηγητής-επίδοξος συγγραφέας, ακολουθώντας ίσως τη θεωρία της αφήγησης που ο φίλος του ο Χ είχε μοιραστεί μαζί του όταν γνωρίστηκαν, τηρεί ένα ιδιότυπο ημερολόγιο περιπέτειας, πότε τυπικό, ακολουθώντας τη χρονική ακολουθία των ημερών και πότε παρεμβάλλοντας κομμάτια κάπου ανάμεσα στην πρόζα και στον στοχασμό, σ' ένα αποτέλεσμα, θαυμαστό πώς, σφιχτοδεμένο και λειτουργικό, παρά τον υβριδικό και πειραματικό χαρακτήρα του, παρά την πάνδηλη παρουσία του Μπολάνιο (κυρίως) και του Μπόρχες (δευτερευόντως), τόσο ως επιρροή όσο και ως διακειμενική αναφορά.

Ας πω πρώτα κάτι κλισέ: Δεν είναι διόλου απλό ή εύκολο να γράψει, ή να επιχειρήσει κάποιος να γράψει, κατά Μπολάνιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Μπουκόφσκι, αμέτρητοι άντρες επίδοξοι συγγραφείς πίστεψαν πως με λίγο αλκοόλ και κάποιες κακές λέξεις θα είχαν ικανό καύσιμο ως τη δόξα, όμως όχι, προφανώς όχι. Τούτου λεχθέντος, συνεχίζω. Η ύπαρξη μιας τόσο ευδιάκριτης επιρροής αποτελεί μια παγίδα διπλή. Από τη μια θέτει έναν πήχη κοντά στον Θεό, από την άλλη μέρος του αναγνωστικού κοινού θα απογοητευτεί από το γεγονός πως ο Μπολάνιο δεν ζει πια, θα θεωρήσει υποκατάστατο κάθε αντίστοιχη απόπειρα. Δεν είναι απλό να αντιπαρατεθείς με τις ίδιες σου τις προσδοκίες, άτιμο πράγμα. Όση προσδοκία δημιούργησε μέσα μου το μπολανικό στοιχείο, άλλη τόση επιφύλαξη γέννησε.

Χρειάστηκε να περιμένω κάποιες μέρες μετά την φρενήρη ανάγνωση, να συντελεστεί ένας πρώτος μεταβολισμός, να πάρει τις διαστάσεις του μέσα μου, αν τις έπαιρνε τελικά, και τις πήρε. Και αυτό έγινε, σκέφτομαι, όχι μόνο επειδή είχε μια καλή ιστορία να αφηγηθεί, όχι μόνο επειδή δημιούργησε ένα ενδιαφέρον αφηγηματικό άλτερ έγκο, όχι μόνο εξαιτίας των πολλών διακειμενικών αναφορών, αλλά επειδή ο Ατσέμι ήρθε αντιμέτωπος με οξυδέρκεια και αποφασιστικότητα απέναντι στο κακό, απέναντι στο σύγχρονο, επειδή όσα είχε να πει, πέρα από τον ιδιοφυή τρόπο να το κάνει, είχαν νόημα και αξία να ειπωθούν, και αυτό ίσως είναι το πλέον μπολανικό στοιχείο του βιβλίου, ο πολιτικός χαρακτήρας, η μη αναχωρητική λογοτεχνία, ο λαϊκός χαρακτήρας της, το εδώ και το τώρα, το συγκεκριμένο και όχι το αφηρημένο. Ο Ατσέμι δεν έμεινε στην επιφάνεια του μπολανικού σύμπαντος. Συγγραφείς, όπως ο Μπολάνιο, εκτός όλων των άλλων που προσφέρουν, δίνουν και μια νέα χαραμάδα θέασης του κόσμου, και ο Ατσέμι μέσα από μια τέτοια μπολανική χαραμάδα αφηγήθηκε αυτή την ιστορία, και μέσα στην απλοχωριά του μπολανικού σύμπαντος, ακόμα ένα χαρακτηριστικό των σπουδαίων είναι πως δεν μας εγκλωβίζουν, κατάφερε να αναφερθεί σε πολλά περισσότερα από την ιστορία των τεσσάρων νεαρών.

Όσο οι μέρες περνούν, η σκιά του Μπολάνιο απομακρύνεται από τα Ζωντανά πλάσματα, όχι γιατί δεν υπάρχει η επιρροή, κάθε άλλο, αλλά γιατί, τελικά, ο Ατσέμι κατάφερε να καταστήσει την επιρροή αυτή γόνιμη, να την οικειοποιηθεί όσο αυτό είναι δυνατόν, να μην υποχωρήσει κάτω από το βάρος. Είναι χαζή η όποια απόπειρα σύγκρισης του Ατσέμι, του κάθε Ατσέμι, με τον Μπολάνιο, δεν έχει νόημα, δεν έχει αξία, δεν. Ο Μπολάνιο, στα λίγα χρόνια που έζησε, άφησε παρακαταθήκη ένα σύμπαν, με μεγάλους και εντυπωσιακούς πλανήτες, αλλά και με μικρότερα αστέρια, ένα σύμπαν στο οποίο υπάρχει χώρος για να καρφωθούν και άλλα σώματα που θα γεμίσουν τον θόλο, τα Ζωντανά πλάσματα είναι ένα από αυτά, υπήρξαν και άλλα, θα ακολουθήσουν ακόμα περισσότερα. Ένας ογκόλιθος, εκλαμβάνεται ως τέτοιος γιατί εμφανίστηκε και εμπλούτισε, άνοιξε δρόμους, φώτισε γωνιές, έδειξε έναν άλλο τρόπο, αλλά ούτε και αυτός ο ογκόλιθος έζησε και έγραψε εν κενώ, μην το αμελούμε αυτό.

Τα Ζωντανά πλάσματα είναι ένα ωραίο βιβλίο, αναπόσπαστο μέρος μιας λογοτεχνίας που μου αρέσει πολύ, σύγχρονο και φρέσκο, καλή λογοτεχνία με εμφανή αλλά ενσωματωμένα τα νήματα.

(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)
 
Μετάφραση Λουίς Εντοάρντο Τόρες, Σωτήρης Παρασχάς
Εκδόσεις αντίποδες

* Συγγραφείς που έγραψαν κατά Μπολάνιο. Πρόχειρα μου έρχονται στο μυαλό τα εξής βιβλία: Η πιο μυστική μνήμη των ανθρώπων (Mohamed Mbougar Sarr, μτφρ. Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη, εκδόσεις Πατάκη, περισσότερα εδώ), Μουσείο φυσικής ιστορίας (Carlos Fonseca, μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδόσεις Καστανιώτη, περισσότερα εδώ), Η ανακάλυψη των σωμάτων (Pierre Ducrozet, μτφρ. Δημήτρης Δημακόπουλος, εκδόσεις Πόλις, περισσότερα εδώ), Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη (Kevin Barry, μτφρ. Ορφέας Απέργης, εκδόσεις Gutenberg, περισσότερα εδώ).

** Περισσότερα για τον Μπολάνιο θα βρείτε εδώ.

*** Για την Τεχνητή αναπνοή του Πίλια, περισσότερα θα βρείτε εδώ.

**** Στο μυαλό μου έχει συντεθεί μια τριάδα πρόσφατων αναγνωσμάτων: Ζωντανά πλάσματα - Η τελειότητα - Ήρθα εδώ και μας θυμήθηκα.

 

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2025

Ήρθα εδώ και μας θυμήθηκα - Anna Pacheco

Πρόσφατα διάβασα την Τελειότητα του Βιντζέντζο Λατρόνικο, εκεί που ένα ζευγάρι ψηφιακών νομάδων εγκαταλείπει, στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, την Ιταλία για το Βερολίνο. Πέρα από την αναγνωστική απόλαυση, το βιβλίο αυτό το ένιωσα συγκαιρινό, γνώριμο, καλώς ή κακώς. Όταν έπιασα στα χέρια μου το Ήρθα εδώ και μας θυμήθηκα, μια σύνδεση ανάμεσα στα δύο αναδύθηκε.

Θυμάμαι από πάντα η Ελλάδα να είναι μια χώρα διακοπών, που κάθε καλοκαίρι γέμιζε ασφυκτικά από εγχώριους και εισαγόμενους τουρίστες, άνθρωποι να δουλεύουν σεζόν, μικροί παράδεισοι να καταλαμβάνονται από νεόδμητες ξενοδοχειακές μονάδες, η πυρετώδης αναζήτηση για το παρθένο και άγνωστο. Και όμως, κάθε χρόνο οι αριθμοί αυξάνονται ιλιγγιωδώς, το γεμάτο αποδεικνύεται πως έχει επιπλέον ελαστικότητα, αφελής μοιάζει εκείνη η αίσθηση της δεκαετίας του ενενήντα, τίποτα δεν είχαμε δει, εκείνο δεν ήταν παρά ένα ελάχιστο των όσων έμελλαν ακόμα να συμβούν. Και το τρομακτικό είναι πως και σήμερα, αυτό συνεχίζει να μοιάζει αφελές, κάθε χρόνο οι αριθμοί αυξάνουν, ανάπτυξη φωνάζουν διάφοροι, ασφυξία νιώθουν κάποιοι άλλοι, πάνω από ένα εκατομμύριο κρεβάτια είναι διαθέσιμα για βραχυχρόνια μίσθωση στην Ελλάδα, ο τουρισμός, σε όλες του τις εκφάνσεις, δεν αγγίζει πια μόνο τις διακοπές μας, αλλά την καθημερινότητά μας, τα ενοίκια, το κόστος και την ποιότητα διαβίωσης εν γένει.

Και κανείς μας δεν μοιάζει αθώος, όλοι έχουμε λιγότερο ή περισσότερο λερώσει τα χέρια μας στον τουριστικό βούρκο, αδελφάκι του εξευγενισμού, στον ίδιο βούρκο κυλιούνται, και ας παλεύουμε για χάρη της γαματοσύνης μας να επιμένουμε πως εμείς τα κάνουμε όλα καλύτερα, πως εμείς έχουμε κάποιο δικαίωμα ή κάποια καλή δικαιολογία, πως είμαστε ταξιδιώτες και όχι τουρίστες, και ό,τι άλλο μπορούμε να φανταστούμε κατά το πέρασμά μας από το εδώλιο. Ναι, το ξέρω, δεν μπορώ να συγκρίνω τον μεμονωμένο τουρίστα με την τουριστική βιομηχανία στο σύνολό της, ναι, το ξέρω, αλλά οι μονάδες αθροίζουν. Στο πίσω μέρος του σελιδοδείκτη στο βιβλίο της Πατσέκο έγραφε: να αναστοχαστούμε τι διακοπές θέλουμε να κάνουμε.

Ένα κείμενο για ένα βιβλίο όπως αυτό δεν μπορεί παρά να είναι έντονα προσωπικό. Ο αναστοχασμός είναι άλλωστε συνθήκη προσωπική και εξόχως ενεργητική σε αντίθεση με τη στάση της ανάθεσης που χαρακτηρίζει ολοένα και περισσότερο την εποχή μας.

Το Βερολίνο του Λατρόνικο και η Βαρκελώνη της Πατσέκο έχουν κάτι να μας πουν για το δικό μας εγγύς μέλλον. Κάποτε μας στεναχωρούσε το πόσο πίσω βρισκόμασταν από τον ανεπτυγμένο κόσμο, σήμερα θα θέλαμε να είμαστε λίγο πιο μακριά, δυστυχώς πλησιάζουμε με ολοένα και αυξανόμενη ταχύτητα, όχι σε όσα μας φαίνονται θελκτικά, τα καθαρά και ανεμπόδιστα πεζοδρόμια για παράδειγμα, αλλά σε όσα μας τρομοκρατούν, τις τιμές των ενοικίων για παράδειγμα. Η Πατσέκο σ' αυτό το έντονα προσωπικό δοκίμιο, προσωπικό με την έννοια της μη αποστασιοποίησης που συχνά η δοκιμιακή γραφή φέρει, εξετάζει μέσω συνεντεύξεων την τουριστική βιομηχανία της Βαρκελώνης, συζητά με ανθρώπους που εργάζονται σε αυτή, συνθέτει μια εικόνα μάλλον δυστοπική.

Δεν μοιάζει να φιλοδοξεί να μας πει κάτι που δεν το φανταζόμαστε και όμως, όσο μακρύτερα είμαστε από την τουριστική βιομηχανία, όσο καλή φαντασία και αν έχουμε, υπάρχουν σημεία στο Ήρθα εδώ και μας θυμήθηκα που μας ταρακουνούν για τα καλά, εμένα τουλάχιστον. Και δεν ξέρω αν αυτό που με ταρακούνησε περισσότερο ήταν οι πρακτικές των μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων, ο τρόπος τους να μειώνουν το κόστος και να εντατικοποιούν την εργασία, ή η αφέλεια, ας μείνω σε αυτή τη λέξη, ενός μεγάλου μέρους των εργαζομένων, αφέλεια που εκτείνεται από το τι άλλο μπορούμε να κάνουμε μέχρι του να νιώθει συνεργάτης και μέτοχος όλου αυτού.

Ανάμεσα σε άλλα, δύο ήταν τα σημεία εκείνα που περισσότερο με ταρακούνησαν, και ας έχω πείσει τον εαυτό μου πως είχα ήδη μια καλή εικόνα γι' αυτά. Πρώτο και κύριο, αυτή η δίχως τέλος και πλήρους ελαστικότητας μεσαία τάξη, εργαζόμενοι που δεν φτάνουν στο τέλος του μήνα και όμως νιώθουν πως ανήκουν σε αυτή, ακόμα και αν την προσδιορίζουν ως κατώτερη μεσαία τάξη, ό,τι διάβολο και αν σημαίνει κάτι τέτοιο. Αυτό δεν περιορίζεται μόνο στους εργαζόμενους του τουριστικού κλάδου, εκτείνεται σε όλα τα μήκη και πλάτη της εργασίας, κοιτάξτε για λίγο τον περίγυρο σας. Η ντροπή της φτώχειας, η απάρνηση της τάξης. Δεύτερο, το περιβάλλον της τουριστικής βιομηχανίας αποτελεί έναν μικρόκοσμο της μεγάλης εικόνας, στον οποίο υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε δουλειές γραφείου και χειρωνακτικές και, παρότι συχνά οι πρώτες πληρώνονται χειρότερα, διαθέτουν μια υπεραξία που ο εργαζόμενος είναι διατεθειμένος να πληρώσει ακριβά.

Αυτό που είναι σημαντικό στο μικρό αυτό κείμενο, που εντοπίζεται κάπου ανάμεσα στο δοκίμιο και τη δημοσιογραφική έρευνα, είναι ακριβώς αυτός ο εργαστηριακός χαρακτήρας του, ο τρόπος με τον οποίο η Πατσέκο παρατηρεί τη μεγάλη εικόνα χρησιμοποιώντας ως όχημα μια εκδοχή της, γεγονός που μας επιτρέπει να καταστήσουμε ακόμα πιο πλήρη τη συνολική εικόνα, προσφέροντάς μας ένα ακόμα παρατηρητήριο. Δυστυχώς η θεωρία, πολιτική ή κοινωνική, τρέχει ασθμαίνοντας πίσω από τον καπιταλισμό, μοιάζει και ίσως και να είναι παρωχημένη και πρακτικά άχρηστη. Κείμενα όπως αυτό μικραίνουν για λίγο την απόσταση, ας μη γελιόμαστε, μόνο η αυτοκαταστροφή του θα μας επιτρέψει να τον φτάσουμε, όσοι και όποιοι επιζήσουμε. 

Ο τουρισμός, η εξάπλωση και η εκβιομηχάνισή του φέρουν μια έντονη αντίφαση. Αυτή είναι πως ο τουρισμός είναι απόρροια της ανάπτυξης, καθώς ολοένα και μεγαλύτερα κομμάτια του παγκόσμιου πληθυσμού έχουν τη δυνατότητα για πρόσβαση στις υπηρεσίες του. Ο πεπερασμένος χαρακτήρας των πόρων είναι και εδώ παρών. Δεν μπορούν όλοι οι κάτοικοι του πλανήτη να κάνουν διακοπές, αφού κάποιοι πρέπει να δουλεύουν σε αυτό, αλλά και τα μέρη, η Αθήνα μας για παράδειγμα, δεν μπορεί να δεχτεί άπειρο αριθμό τουριστών, αυτά, ανάμεσα σε άλλα, δημιουργούν συνθήκες ζήτησης και προσφοράς. Και αυτό είναι κάτι που μόνο σε λίγους μοιάζει να κάνει εντύπωση, αφού καθένας μας θεωρεί τον εαυτό του εξαίρεση και οπλισμένο με ένα μάλλον μεταφυσικής προέλευσης προνόμιο, εγώ και όσοι συμπαθώ είμαστε καλοί, οι υπόλοιποι ας κάτσουν σπίτι τους που θέλουν και διακοπές τρομάρα τους.

Το Ήρθα εδώ και μας θυμήθηκα είναι επίκαιρο λόγω θέρους, αλλά διόλου ανέμελο, κάποιοι, αρκετοί, θα πουν: άσε μας καλοκαιριάτικα. Είναι και εκείνοι μεσαία τάξη...

υγ. Για την Τελειότητα του Λατρόνικο (μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Loggia), περισσότερα θα βρείτε εδώ.

Μετάφραση Χριστιάννα Νικηφοράκη
Εκδόσεις Carnívora 

 

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025

Οι Γερμανοί - Sergio del Molino

Τέσσερα περίπου χρόνια πριν, διάβασα Το δέρμα του γεννημένου το 1979 στη Μαδρίτη Σέρχιο ντελ Μολίνο, ένα βιβλίο που κάπου στις πρώτες πενήντα σελίδες σκέφτηκα σοβαρά, φλέρταρα ίσως ακριβέστερα, να το αφήσω στο πλάι, να το πετάξω ίσως ακριβέστερα, πίσω από τη ράχη του καναπέ, και μόνο η βαρεμάρα του να σηκωθώ και να πιάσω κάποιο άλλο βιβλίο με κράτησε σε αναγνωστικές ράγες. Λίγες σελίδες μετά, όλα τα είχα ξεχάσει, σκεφτόμουν, ένιωθα ίσως ακριβέστερα, πως διάβαζα ένα από τα ευφυέστερα και ιδιαίτερα βιβλία που μπορούσα να ανακαλέσω πρόχειρα. Το σκέφτομαι εκείνο το βιβλίο συχνά, μια δυο φορές έχω σκεφτεί να το εντάξω στην κατηγορία βιβλία που αδικήθηκαν, το παιγνιώδες σκηνικό που έστησε και εντός του οποίου κινήθηκε ο συγγραφέας  και πέτυχε να εντάξει το ατομικό βίωμα της αρρώστιας, ως μια ιδιότυπη κληρονομιά προς τον γιο του, διατηρεί ακόμα μια φρεσκάδα στη μνήμη μου.

Όπως είναι μάλλον εύκολο να υποθέσει κανείς, έχοντας διαβάσει τα παραπάνω, η κυκλοφορία ενός καινούριου βιβλίου του Μολίνο στα ελληνικά έκανε αρκετά καμπανάκια επιθυμίας να ηχήσουν μέσα μου, ικανά να επαναπροσδιορίσουν τις προτεραιότητες με τα βιβλία-προσεχώς. Εκείνο που δεν περίμενα, και υπήρξε ιδιαιτέρως ευχάριστη έκπληξη, ναι, συμβαίνουν και τέτοιες ακόμα και στις μέρες αυτές που ζούμε, ήταν το γεγονός πως το διάβασα σχεδόν μία και έξω, όσο μια τέτοια φράση μπορεί να περιγράψει την ανάγνωση ενός βιβλίου τετρακοσίων σελίδων. Και ήταν έκπληξη γιατί το οπισθόφυλλο ξεκινούσε κατά αυτόν τον τρόπο: Το 1916, μεσούντος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, δύο πλοία με περισσότερους από εξακόσιους Γερμανούς φτάνουν στο λιμάνι του Κάδιθ από το Καμερούν. Και ένα οπισθόφυλλο που ξεκινάει κατά αυτόν τον τρόπο, δίνοντας ένα σχετικά μακρινό παρελθοντικό χωροχρονικό πλαίσιο, δεν μου εξάπτει την αναγνωστική περιέργεια, αντίθετα τη ναρκώνει, τη μετατρέπει σε μια αστήρικτη, ναι, αυθαίρετη, σίγουρα, στερεοτυπική, προφανώς, αδιαφορία. Ήταν όμως το βιβλίο ενός συγγραφέα που τέσσερα περίπου χρόνια πριν, διαβάζοντας Το δέρμα, που παραλίγο να πετάξω πίσω από την πλάτη του καναπέ, με εξέπληξε και βρήκε τη θέση του ανάμεσα στα πλέον ευφυή και ιδιαίτερα βιβλία που έχω διαβάσει. Έτσι ξεκίνησε η ανάγνωση αυτή, με την ανάμνηση μιας τερατώδους έντασης κατάρρευση ενός ορίζοντα προσδοκιών.

Οι Γερμανοί εκείνοι, φτάνοντας στο Κάδιθ, εκδιωγμένοι από τις αποικίες στο Καμερούν, θα εγκατασταθούν στη Θαραγόθα, όπου και θα δημιουργήσουν μια παροικία οικονομικά και κοινωνικά εύρωστη. Μια ιστορία που ελάχιστα γνωστή είναι ακόμα και στους πλέον σκληροπυρηνικούς λάτρεις της ιστορίας. Μια παροικία, όχι ιδιαίτερα μακριά από τη μητέρα πατρίδα, που εξ αποστάσεως θα διαβεί όλα όσα συνέβησαν και κορυφώθηκαν με τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο αφηγηματικός χρόνος είναι παροντικός, μεγάλο μέρος της ιστορίας ωστόσο αποτελεί προϊόν αναλήψεων από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος, συνοπτικά θα μπορούσαμε να πούμε πως το μυθιστόρημα έχει να κάνει με τα κρυμμένα μυστικά του παρελθόντος, που όπως το νερό τα πτώματα, τα αφήνει κάποια στιγμή να αναδυθούν στο παρόν και να προκαλέσουν αναπόφευκτες αντιδράσεις.

Η οικογένεια Σούστερ. Ο παππούς του Γκάμπι, του Φέδε και της Εύα, ήταν ανάμεσα σε εκείνους του Γερμανούς που ξέμειναν και ρίζωσαν στη Θαραγόθα, ιδρύοντας και τρέχοντας μια διάσημη αλλαντοβιομηχανία, που με τα χρόνια παράκμασε. Στην κηδεία του Γκάμπι, σχετικά διάσημου τραγουδοποιού, θα συναντηθούν τα εναπομείναντα μέλη της οικογένειας και κάποιοι φίλοι, εκεί, ανάμεσα στα κακοδιατηρημένα μνήματα στο γερμανικό νεκροταφείο, η ιστορία αυτή θα μπει σε ράγες.

Ο Μολίνο εκκινά από μια πραγματική ιστορία, ελάχιστα γνωστή ακόμα και στους Ισπανούς, πάνω στην οποία τυχαία έπεσε και του κέντρισε το ενδιαφέρον, του γονιμοποίησε τη φαντασία, τον έστειλε στην καρέκλα μπροστά στην οθόνη και έτσι έγραψε το μυθιστόρημα αυτό, διευκρινίζοντας πως πέραν της αρχικής άφιξης και εγκαθίδρυσης εκείνων των Γερμανών, όλα τα υπόλοιπα είναι προϊόν μυθοπλασίας. Αφηγηματικά παίρνει την απόφαση να δώσει τον λόγο σε κάποια σημαντικά πρόσωπα της πλοκής και εκείνα σε πρώτο πρόσωπο, καθώς τα κεφάλαια εναλλάσσονται, υπηρετούν, το καθένα από την πλευρά του, την προώθηση της πλοκής, μέχρι τα κομμάτια του παζλ να μπουν στη θέση τους, να συνθέσουν τη μεγάλη εικόνα της ιστορίας που ο Μολίνο θέλησε να πει.

Αντίθετα με το Δέρμα, εδώ το παιγνιώδες ελάχιστο ρόλο διαδραματίζει, με πιο κλασσικότροπες αποφάσεις να λαμβάνονται, άλλωστε, μυθιστορήματα όπως αυτό πια δεν θεωρούνται και τόσο υβριδικά, ούτε ως δομή και φόρμα προκαλούν τον εντυπωσιασμό, το είδος του ιστορικού μυθιστορήματος έχει διανύσει τεράστιες αποστάσεις, έχει γεφυρώσει το χάσμα που αρχικά υπήρξε ανάμεσα στη μη μυθοπλαστική λογοτεχνία συγγραφέων όπως ο Γουόλς ή ο Καπότε και τη λογοτεχνία, οι απαρχές της χάνονται στα βάθη της αφήγησης, που στηρίζεται ή διαπραγματεύεται ιστορικά γεγονότα. Χωρίς να εγκλωβίζομαι στην ισπανόφωνη λογοτεχνία, ένας από τους αγαπημένους μου, ο πλέον αγαπημένος μου συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων, είναι ο Χαβιέρ Θέρκας. Οι Γερμανοί θα μπορούσαν να είναι ένα δικό του βιβλίο και αυτό με ουδεμία επιτίμηση δεν το λέω, αλλά ως κομπλιμέντο και μάλιστα γενναιόδωρο, που θέτει τον πήχη ιδιαιτέρως ψηλά για το προσωπικό μου αναγνωστικό γούστο, που έτσι δοσμένο δικαιολογεί, μάλλον, το γεγονός της φρενήρης ανάγνωσης σε αντιδιαστολή με το χωροχρονικό παρελθοντικό πλαίσιο το οποίο διόλου δελεαστικό, είπα ήδη, δεν μου φαίνεται.

Όχι αποκλειστικά λόγω της χρήσης της πρωτοπρόσωπης και ταυτόχρονα πολυπρόσωπης αφήγησης, αλλά και εξαιτίας της όσης δουλειάς ο Μολίνο έκανε, φανερά ή υπόγεια, με τα πρόσωπα της πλοκής, πέτυχε να τα εμπλέξει συναισθηματικά σε αυτό τον λαβύρινθο από μυστικά, τη μικρή ατομική ιστορία στις δαγκάνες της μεγάλης μήτρας. Αυτή η εμπλοκή, που συντηρεί και γιγαντώνει την απαραίτητη σε αυτό το είδος λογοτεχνίας αληθοφάνεια, σε συνδυασμό με την προφανή αφηγηματική άνεση που χαρακτηρίζει την πρόζα του Μολίνο, αλλά και την ικανότητα του να ράβει μικρές λεπτομέρειες στο σώμα της κυρίως πλοκής, είναι τα τρία βασικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν στο μυθιστόρημα να κυλήσει χωρίς τριβές που θα μπορούσαν να το εκτρέψουν της πορείας του, χαρίζοντας μια χορταστική ανάγνωση, πετυχαίνοντας πέρα από την αυτή καθαυτή αφήγηση της ιστορίας να γίνει μια διαρκώς παρούσα διαπραγμάτευση σχετικά και γύρω από τη γειτνίαση με το κακό, το πώς η προσωπική μας ιστορία μπορεί ανά πάσα στιγμή να εξοβελιστεί σε άγνωστες και τερατώδεις επικράτειες, που ποτέ δεν θα μπορούσαμε ούτε καν να φανταστούμε, το πώς οι μικρές αφηγήσεις έχουν τα σκοτεινά σημεία τους, τις παραπλανήσεις και τις σιωπές τους, το πώς ο καθένας μας αφηγείται, ή επιχειρεί να αφηγηθεί, με τον τρόπο του την ιστορία του, να τη φέρει στα μέτρα του και να τη σμιλέψει.

υγ. Για Το δέρμα περισσότερα θα βρείτε εδώ, ένα πρώτο νήμα για τα βιβλία του Θέρκας εδώ.

Μετάφραση Μαρία Παλαιολόγου
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 12 Μαΐου 2025

Κακή συνήθεια - Alana Portero

Ταξιδιωτική λογοτεχνία δεν είναι μόνο εκείνη που περιγράφει ταξίδια, αλλά και εκείνη που επιλέγεται να τα συνοδεύσει. Θα επέστρεφα, κάποια χρόνια μετά, ξανά στη Μαδρίτη, ήθελα/χρειαζόμουν/προσδοκούσα κάτι μαδριλένικο. Η Κακή συνήθεια της Αλάνα Πορτέρο είχε μόλις κυκλοφορήσει· Μαδρίτη, δεκαετία του '80· έμοιαζε να είναι το βιβλίο που γύρευα.

Ένα κορίτσι σ' ένα σώμα που μοιάζει αγοριού, ένα κορίτσι σε σύγχυση, προσπαθεί να καταλάβει χωρίς αστρολάβο προς τα πού θέλει να χαράξει πορεία, βαδίζοντας στις γειτονιές του κέντρου, επιστρέφοντας τα βράδια στο εργατικό προάστιο, αλλάζει ρούχα για να περάσει τα σύνορα από το εν κρυπτώ στο φανερό, αλλάζει συμπεριφορά σε μια προσπάθεια να περάσει απαρατήρητη, κλείνεται με τις ώρες στο δωμάτιό της. Είναι μια ιστορία ενηλικίωσης αυτή. Μια Μαδρίτη σε movida, με σκοτεινές γωνιές, με φωτεινές γωνιές, με καλούς και κακούς ανθρώπους.Ήδη ο θάνατος του ενός έχει απελευθερώσει ένα κύμα πολύχρωμο, ιδιαίτερα στην πρωτεύουσα- προπύργιο, τα φίδια έχουν φωλιάσει στις τρύπες τους, τα φίδια ξέρουν να κάνουν υπομονή στα σκοτεινά και υγρά λαγούμια, επωάζουν τα αβγά τους, περιμένουν και εκείνα τον ιστορικό κύκλο. Όμως, οι εποχές δεν αλλάζουν με μια ταφή, μακάρι να ήταν τόσο απλό, η συνέχεια του κακού κρύβεται πίσω από την υποκρισία, κανείς δεν ήξερε, κανείς δεν έφταιγε, όλοι πάλευαν για την αλλαγή, για τη δημοκρατία, για την ελευθερία, το ίδιο πάντα αφήγημα ή για την ακρίβεια το μη αφήγημα, η ακαριαία λήθη.

Έχω αρκετές φορές δηλώσει/παραδεχτεί την αδυναμία μου μπροστά στη λογοτεχνία των μη προνομιούχων (κυρίως) λευκών αντρών, αδυναμία διάκρισης μεταξύ της τεράστιας σημασίας της ύπαρξης μιας τέτοιας λογοτεχνίας και της ποιοτικής στάθμης της, τα προνόμια μου με βαραίνουν, δεν μου επιτρέπουν να δω καθαρά, δεν αφήνουν μεγάλο περιθώριο για μια καθαρή, προφανώς υποκειμενική, αξιολόγηση. Είμαι ένας άνθρωπος που για χρόνια ταλαιπωρήθηκε, και ακόμα προφανώς ταλαιπωρείται, από τα απόλυτα ζεύγη αντιθέτων, άσπρο μαύρο και πουθενά το όμορφο πολυποίκιλο γκρι. Η ανάγνωση, ανάμεσα σε τόσα άλλα, μας συστήνει τον εαυτό μας, ελπίζω δηλαδή να το κάνει, η ανάγνωση είναι ένα, ίσως παράδοξο και μη προφανές, εν εξελίξει μυθιστόρημα ενηλικίωσης, άσχετο με τον αριθμό των κεριών στη ζαχαρόπαστα της τούρτας. Η αμφιβολία και η αμφισβήτηση είναι οι πιο θρεπτικοί της καρποί.

Τον τελευταίο καιρό μόνο, τι και αν έχω ήδη κλείσει τα σαράντα, φανερώνεται δειλά ο ενδιάμεσος χώρος, αυτή η ταυτόχρονη παρουσία της σημασίας και της αδυναμίας, υπάρχει όμως και άλλος χώρος να διερευνηθεί και άλλες γωνιές να φωτιστούν και να πατηθούν, ίσως και να χρησιμεύσουν ως ένα σύντομο ή όχι διάστημα ανάπαυσης. Είναι ξεκάθαρο απ' όσα προηγούνται πως οι ενοχές ακόμα δεν έχουν υποχωρήσει εντελώς από το προσκήνιο, νιώθω πως πρέπει να απολογηθώ, πρώτα και κύρια στον ίδιο μου τον εαυτό, στη γαματοσύνη μου. Δυσκολεύομαι να πω: το Κακή συνήθεια είναι για πολλούς λόγους ένα σημαντικό συμβάν παρότι λογοτεχνικά δεν με κάλυψε.

Αλίμονο, όμως, αν η ανάγνωση υπαγόταν σε ένα απόλυτο ζεύγος αντιθέτων, στην έγκριση και την απόρριψη. Δεν είναι η πρόκληση εκείνη που χαρακτήρισε την ανάγνωσή μου. Η πρόκληση για την πρόκληση μου γεννά εδώ και χρόνια δυσανεξία. Ούτε κάποια προφανής και μονοσήμαντη απάντηση στο γιατί η Πορτέρο έγραψε αυτό το βιβλίο, πέρα της μόνης αποδεχτής: γιατί έτσι ήθελε. Και αυτή η αυτοπεποίθηση, η ανορεξία της να αποδείξει γιατί η ιστορία της πρέπει να ειπωθεί, η απουσία διάθεσης να απολογηθεί, να δικαιολογηθεί ή να πείσει, είναι που προσφέρει επιπρόσθετη αξία στην ιστορία αυτή. Όμως, σε ένα επίπεδο παραδόξως δοκιμιακό, όχι και τόσο λογοτεχνικό.

Σε καμία περίπτωση η Κακιά συνήθεια δεν είναι ένα κακογραμμένο βιβλίο, ίσως μάλιστα ένα μέρος του προβληματισμού επί της λογοτεχνικής του αξίας να κρύβεται στο καλοσχηματισμένο και καλογραμμένο περιεχόμενο.

Η Πορτέρο διαφεύγει του κινδύνου μιας διάχυτης εγωπάθειας, νόσος συχνή της αυτομυθοπλασίας ή της αυτοβιογραφικής γραφής. Είναι ένα από τα κύρια βέλη απέναντι σε αυτού του είδους τη λογοτεχνία, η αυτοαναφορικότητα, η παράδοξη αναχωρητικότητα εντός ενός άκρως ρεαλιστικού πλαισίου. Η Πορτέρο γράφει για να πει πως τα κατάφερε, χωρίς τόνο το πως συνειδητά, αλλά δεν εξαντλείται εκεί, αυτό το ξέρει, έχει συμβεί πριν από το βιβλίο, δεν είναι ένα success story αυτό, αλλά η μαρτυρία μιας επιβίωσης, το οφειλόμενο ευχαριστώ σε εκείνα τα πλάσματα που τη βοήθησαν να σταθεί απέναντι στον καθρέφτη και να αντικρίσει αυτό που είναι, να νιώσει όμορφα με αυτό. Είναι ταυτόχρονα και ένα εγχειρίδιο, αλλά δεν σου λέει το πώς θα τα καταφέρεις, αλλά πως θα τα καταφέρεις, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, με τον δικό σου τρόπο. Γι' αυτό δεν ωραιοποιεί, γι' αυτό δεν δυστοπεί, όλα υπάρχουν μέσα σε όλα, άλλωστε. Δεν εκβιάζει το συναίσθημα, πόσο σημαντικό και αυτό, ε;

Σ' ένα βιβλιοπωλείο άκουσα μια πελάτισσα να λέει, αφού της περιέγραψαν την πλοκή μέσες άκρες: α, τέτοιο είναι; Δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι για τη σημασία βιβλίων όπως αυτό, τόσα και άλλα τόσα, και άπειρα ακόμα τόσα.

Διαβάζω όσα ως τώρα έχω γράψει, κάποιες αλλαγές ίσως χρειάζονται, κάποια σημεία ίσως καλύτερο φωτισμό, διαβάζω ωστόσο και διακρίνω τη σημασία που και αυτό το βιβλίο είχε για μένα, όλα όσα προήλθαν ως σκέψη, ως ξύσιμο μιας επιφάνειας. Τι άλλο να πω, πέρα από αυτό;

Κλείνοντας θα ήθελα, ωστόσο, κάτι ακόμα να πω, κάτι που αφορά μια μεταφραστική επιλογή. Ο κόσμος γύρω μας αλλάζει, συνέβαινε και θα συμβαίνει, η γλώσσα ως μια κατασκευή γνωρίζει κάποιες μετατροπές απαραίτητες. Η Πορτέρο μιλάει για εκείνη σε γένος θηλυκό ακόμα και για την περίοδο εκείνη που όλοι την αντιμετώπιζαν ως αυτό που φαινόταν να είναι, ως αγόρι. Νιώθω, ίσως διαισθητικά, πως εκείνη δεν θα επέλεγε το «ο εαυτός μου» αλλά το «η εαυτή μου» και πριν πείτε πως κάτι τέτοιο δεν είναι δόκιμο, σκεφτείτε το καλά, ίσως από την απάντησή σας να φανεί μια ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη για βιβλία όπως αυτό.

υγ. Προφανώς και σε κάθε (ψευτο)δίλημμα Μαδρίτη ή Βαρκελώνη, η απάντηση θα είναι προφανής.

υγ2. Δύο χρόνια πριν, διάβασα ένα βιβλίο εξίσου σημαντικό, που λογοτεχνικά με κάλυψε περισσότερο, έργο εγχώριας προέλευσης, περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Μαρία Παλαιολόγου
Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2024

Τέκνα, Γονείς και Χιμπατζήδες - Jon Bilbao

Οι καλαίσθητες εκδόσεις Carnívora, εξειδικευμένες στην ισπανόφωνη λογοτεχνία και κυρίως στην σκοτεινή της πλευρά, σύστησαν πρόσφατα στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό μια ακόμα ενδιαφέρουσα λογοτεχνική φωνή, τον γεννημένο το 1972 Γιον Μπιλμπάο, μέσα από το μυθιστόρημα Τέκνα, Γονείς και Χιμπατζήδες.

Ο Γιοάνες, ικανοποιώντας το καπρίτσιο του πεθερού του, βρίσκεται στο Μεξικό με τη σύζυγο και την κόρη τους για τον γάμο του ηλικιωμένου ζωγράφου με μια νεαρή γυναίκα. Όλα κυλούσαν αναμενόμενα βαρετά και οικογενειακά, όταν η προειδοποίηση για έναν επικείμενο τυφώνα έθεσε σε συναγερμό τις τοπικές αρχές με τη σύσταση για καταφυγή στην ενδοχώρα να είναι ισχυρή. Ενώ ετοιμάζουν τα πράγματά τους, ο πεθερός του θα επιμείνει για μια επίσκεψη των δυο τους στο χαμάμ τού υπό εγκατάλειψη ξενοδοχείου. Αργότερα, έχοντας εκπληρώσει και αυτή την υποχρέωση, ο Γιοάνες θα κάνει μια βόλτα με το αυτοκίνητο και επιστρέφοντας στο δωμάτιο θα επιμείνει να παραμείνει για να διευθετήσει κάποιες αναπάντεχες επαγγελματικές υποχρεώσεις. Οι υπόλοιποι αναχωρούν και εκείνος μένει μόνος στο άδειο πια ξενοδοχείο. Την επόμενη μέρα το πρωί θα ξεκινήσει για να τους συναντήσει. Η κυρίως πλοκή του μυθιστορήματος πυροδοτείται από μια σειρά απροόπτων στη διαδρομή αυτή.

Για την αναγνωστική πρόσληψη και την κατανόηση των συγγραφικών προθέσεων, έχει ενδιαφέρον η εξής θέση του Μπιλμπάο: «Μια ιστορία μου αρέσει όταν σε κάνει να νιώθεις σαν να έχεις πάει στην παραλία, το νερό σου φτάνει μέχρι τους αστραγάλους, να αισθάνεσαι ασφαλής και ξάφνου ν' ανοίγει μια τρύπα μπροστά σου και να βυθίζεσαι». Το Τέκνα, Γονείς και Χιμπατζήδες ακολουθεί αυτό ακριβώς το μονοπάτι. Μια ιστορία που αρχίζει κάπως χαλαρά και διαθέτει κάποια στοιχεία μάλλον κωμικά, γεμάτη καθώς είναι από γνώριμες οικογενειακές στιγμές αποπληξίας, εξελίσσεται σ' ένα θρίλερ επιβίωσης, εκεί όπου το ένστικτο της αυτοσυντήρησης έρχεται να αναλάβει πρωτεύοντα ρόλο, χωρίς τίποτα να προϊδεάζει για τα όσα θα ακολουθήσουν οδεύοντας προς τις απανωτές εκρήξεις στο φινάλε της αφήγησης. Η δίνη που θα δημιουργηθεί θα φέρει στην επιφάνεια συμβάντα, τραύματα και απωθημένα του παρελθόντος, λογαριασμούς που δεν ικανοποιήθηκαν ποτέ, αλλά καταχωνιάστηκαν βιαστικά και τσαπατσούλικα, καθώς η ζωή συνεχιζόταν, αποπροσανατολίζοντας και δημιουργώντας νέες προκλήσεις.

Η ανάγνωση επιβεβαιώνει, έστω και υποκειμενικά, αν όχι αυθαίρετα, την πεποίθηση πως ο συγγραφέας ικανοποίησε τις αρχικές του επιδιώξεις, πως η ιστορία, ή καλύτερα ο τρόπος που ο Μπιλμπάο επέλεξε να αφηγηθεί την ιστορία αυτή ήταν ο ενδεδειγμένος. Έτσι, η εξέλιξη της πλοκής, παρά τον παράλογο χαρακτήρα της, δεν ξενίζει τον αναγνώστη, που καθηλωμένος αφήνεται στα χέρια του παντογνώστη αφηγητή να τον οδηγήσει προς τις τελευταίες σελίδες. Ο συγγραφέας πετυχαίνει να ξεπεράσει δύο επικίνδυνους σκοπέλους: πρώτα, εκείνο των ευρημάτων και των ανατροπών, καθιστώντας τα λειτουργικά και απαραίτητα για την αφήγηση εργαλεία, και ακολούθως, εκείνο της ευκολίας στο γύρισμα των σελίδων, μετατρέποντάς το σε πλεονέκτημα, χωρίς να προβαίνει σε λογοτεχνικές εκπτώσεις. Ο Μπιλμπάο διατηρεί μέχρι τέλους τον πλήρη έλεγχο, χτίζει με υπομονή την κορύφωση, ποντάρει επιτυχώς μεγάλο μέρος της προσπάθειάς του στην καλλιέργεια της ολοένα και πιο ασφυκτικής συνθήκης, οδηγεί αργά και βασανιστικά τον Γιοάνες, αλλά και τον αναγνώστη, στην τρύπα που ανοίγεται μπροστά του.

Η απόσταση που διατηρεί ο παντογνώστης αφηγητής είναι τέτοια που του επιτρέπει την αποστασιοποίηση, την αποφυγή της κρίσης, της ηθικολογίας και του διδακτισμού, απαλλάσσοντας την ιστορία από περιττά βάρη και ευκολίες, υπηρετώντας με συνέπεια τον ρόλο του, επιτρέποντας στον αναγνώστη να έχει απρόσκοπτη θέα στην απανθρωποίηση των προσώπων. Η αβίαστη ύπαρξη, μοιάζει να ισχυρίζεται ο Μπιλμπάο, δεν αποτελεί το κατάλληλο έδαφος για την αποκάλυψη των καλά κρυμμένων πίσω από τις κοινωνικές συμβάσεις ζοφερών συστατικών που διαχωρίζουν τον άνθρωπο από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο, ένα αναπάντεχο συμβάν είναι ωστόσο αρκετό για τον πλήρη εκτροχιασμό.

Αν και η επιρροή του Σιμενόν, για τον τρόπο με τον οποίο οι ήρωές του, που μάλλον τίποτα το ηρωικό δεν διαθέτουν, εγκλωβίζονται και αυτό τους οδηγεί στα πιο σκοτεινά κομμάτια του εαυτού τους, μέρη τα οποία ακόμα και οι ίδιοι αγνοούσαν την ύπαρξή τους, είναι ορατή, ήταν τελικά το Τέκνο του θεού του Κόρμακ ΜακΚάρθυ εκείνο που μου ήρθε στον νου διαβάζοντας αυτό το καλό μυθιστόρημα.

υγ. Για το Τέκνο του θεού περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υγ.2 Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών.
 
Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024

Μοντεβιδέο - Enrique Vila-Matas

Αν θεωρήσουμε πως όντως υπάρχει μια λογοτεχνική υποκατηγορία που αποκαλείται βιβλιοφιλική, τότε ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας μετά βεβαιότητας είναι ο πλέον επιφανής εκφραστής της. Μια λογοτεχνία για τη λογοτεχνία, συχνά αμφιλεγόμενη ως προς τα κίνητρα, τους σκοπούς και τα γεννήματά της, αυτοτροφοδοτούμενη και στην καλή της εκδοχή, όπως στην περίπτωση του Μοντεβιδέο, άκρως γοητευτική αναγνωστικά. Γεννημένος το 1948 στη Βαρκελώνη, ο πολυγραφότατος Βίλα-Μάτας αντλεί έμπνευση από τη μυθοπλασία και αποτίει φόρο τιμής σ' αυτήν και τους εκφραστές της, υπενθυμίζοντάς μας κάτι που συχνά αφηνόμαστε να ξεχάσουμε: οι συγγραφείς είναι φανατικοί αναγνώστες, πιστοί της λογοτεχνίας, που ζουν μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς τους τριγυρνώντας στα σοκάκια και τις λεωφόρους της.

Ο Βίλα-Μάτας, παρέα με τον Θέρκας και τον εκλιπόντα Μαρίας, αποτελεί κορυφή της σύγχρονης οροσειράς της ισπανικής λογοτεχνίας. Αφηγηματική άνεση, αχαλίνωτη φαντασία, αιχμηρό χιούμορ, αγάπη για τη λογοτεχνία και παιγνιώδης διάθεση· αυτά είναι τα πλέον αναγνωρίσιμα συστατικά του λογοτεχνικού του σύμπαντος, του τρόπου με τον οποίο περιδιαβαίνει, εμπνέεται και δημιουργεί ανάμεσα στις γραμμές της λογοτεχνίας που με πάθος αγαπά.

Σε πρώτο πρόσωπο, ο αφηγητής πιάνει το νήμα από τότε που αποφάσισε, όπως τόσοι και τόσοι, να εγκατασταθεί στο Παρίσι με την πρόθεση να γίνει συγγραφέας της δεκαετίας του '20. Ωστόσο σύντομα καταλήφθηκε από μια υπέρμετρη τεμπελιά, μνημειακών διαστάσεων, μια ρέκλα τεράστια. Όχι μόνο εγκατέλειψε κάθε πρόθεση συγγραφής, ζώντας στο περιθώριο και κάνοντας ύποπτες συναλλαγές στα σκοτεινά, αλλά σε κάθε ευκαιρία φρόντιζε να διατυμπανίζει: «Το ξέρετε ότι σταμάτησα να γράφω, ε;». Έτσι κύλησαν εκείνα τα δύο χρόνια. Ο αφηγητής-συγγραφέας καταφεύγει στη συγγραφή για να αφηγηθεί μια ιστορία εγκατάλειψης της συγγραφής, θέτοντας έτσι τις βάσεις της κατασκευής, τον καταστατικά υπονομευτικό χαρακτήρα της. Με μια υπόνοια αυτομυθοπλασίας στο επίκεντρο, συχνά στόχος ενός βιτριολικού σαρκασμού, θεωρητικοποιεί με φαινομενική ελαφρότητα και διάθεση σάτιρας την πράξη της συγγραφής, συνοψίζει πέντε κυρίαρχες τάσεις στις οποίες μπορούν να χωριστούν οι συγγραφείς, σίγουρος ωστόσο πως ξεχνά και μια έκτη.

Με πλήθος διακειμενικών αναφορών, ο αφηγητής κατατοπίζει με ακρίβεια τον αναγνώστη στον προσωπικό του χάρτη, εντός του οποίου κινείται, αναζητώντας τη δική του θέση. Θα δεχτεί με χαρά και προθυμία μια πρόσκληση για να παραβρεθεί στο Μοντεβιδέο. Εκεί μετά μανίας ζητά να επισκεφτεί το δωμάτιο του ξενοδοχείου που έμεινε ο Κορτάσαρ κάποτε και έγραψε το διήγημα Η κρυμμένη μεσόπορτα, που ανήκει τόσο στον κόσμο της πραγματικότητας όσο και της φαντασίας. Η μεσόπορτα, κρυμμένη πίσω από μια ντουλάπα, είναι εκείνη που διαχωρίζει και συνδέει τους δύο αυτούς κόσμους. Η αναζήτησή της είναι εκείνη που θα πυροδοτήσει την κυρίως πλοκή της αφήγησης, εκεί που η φαινομενική πραγματικότητα θα συναντηθεί με τη μυθοπλασία και κάπως έτσι ο αφηγητής της ιστορίας θα μετατραπεί σε πρωταγωνιστή της.

Όλα τα προαναφερθέντα συστατικά του συγγραφικού σύμπαντος του Βίλα-Μάτας είναι παρόντα σε ζυγισμένη με ακρίβεια αναλογία. Εκείνο που, και εδώ, ξεχωρίζει είναι η ικανότητα του συγγραφέα να προσαρμόζει την ενδοκειμενική ατμόσφαιρα στις συνθήκες του υπό εξέταση έργου ή δημιουργού. Το αφήγημα, άπαξ και αναδυθεί το νήμα που το ενώνει με το διήγημα του Κορτάσαρ, μεταμορφώνεται και προσομοιάζει σε αυτό. Για τον Βίλα-Μάτας, το διήγημα του Κορτάσαρ δεν είναι απλώς μια πρώτη ύλη ή μια αφορμή, αλλά μια σύμβαση που αναδεικνύει την αναγνωστική του δεινότητα και καθρεφτίζει την εμμονή με την οποία ο αφηγητής μπλέκεται στην αναζήτηση του δωματίου με τη μεσόπορτα, του τρόπου με τον οποίο πραγματικότητα και λογοτεχνία αλληλοκαλύπτονται.

Η αναγνωστική απόλαυση στα βιβλία του Βίλα-Μάτας δεν περιορίζεται ποτέ στα όρια της αφήγησης, αλλά επεκτείνεται στην ανάγκη, στη λαχτάρα καλύτερα, του αναγνώστη να διαβάσει ξανά και με άλλο μάτι το διήγημα του Κορτάσαρ, να συντάξει μια λίστα με συγγραφείς και έργα. Το πάθος για τη λογοτεχνία, που τόσο λείπει από την καθημερινότητα, στα βιβλία του Βίλα-Μάτας βρίσκεται σε γενναιόδωρη περίσσεια. Το Μοντεβιδέο είναι χαρακτηριστικό δείγμα γραφής ενός σπουδαίου συγγραφέα που δεν διστάζει να φανερώσει τις εμμονές και τα πάθη του, αναμετράται μαζί τους και, έτσι, παίζοντας το λογοτεχνικό παιχνίδι με την προσήλωση παιδιού επιφέρει καίριο πλήγμα στην πλήξη και τη σοβαροφάνεια.

υγ. Πριν επτά χρόνια είχα διαβάσει το Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική, περισσότερα εδώ.
υγ.2 Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών.
 
Μετάφραση Ναννά Παπανικολάου
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 27 Μαΐου 2024

Το πίσω δωμάτιο - Carmen Martín Gaite

Η ισπανόφωνη γραμματεία, παρότι πεπερασμένο υποσύνολο της αντίστοιχης παγκόσμιας, διαθέτει ικανό μέγεθος για εκπλήξεις. Τέτοια περίπτωση ήταν και Το πίσω δωμάτιο της Κάρμεν Μαρτίν Γκάιτε, αρκετά βιβλία της οποίας, αν και όχι το συγκεκριμένο, κυκλοφόρησαν παλιότερα στα ελληνικά, που όμως αναφέρονται ως εξαντλημένα. Οι προσδοκίες μου ήταν δύο κατηγοριών και μεταξύ τους αντιφατικές και συγκρουόμενες. Από τη μια η καχυποψία πως αυτό θα ήταν ένα ακόμα βιβλίο για τον ισπανικό εμφύλιο και τη δικτατορία του Φράνκο, λογοτεχνικό θέμα το οποίο το αισθάνομαι κορεσμένο. Από την άλλη η αδυναμία που έχω στη γυναικεία ισπανόφωνη λογοτεχνία. Επικράτησε η δεύτερη, ευτυχώς.

Η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια της ιστορίας αυτής ταυτίζεται με τη συγγραφέα σε μια μεταμοντέρνα κατασκευή που η συγγραφή του παρόντος βιβλίου αποτελεί τον οργανικό της πυρήνα. Κάπου μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, φαντασίας και πραγματικότητας, μια αναλαμπή έμπνευσης σε μια κατά τα άλλα στείρα περίοδο με σημάδια πρόωρης γήρανσης, η επίσκεψη ενός παράξενου δημοσιογράφου που απαιτεί μια συνέντευξη θα ωθήσει τη συγγραφέα σε μια ανασκόπηση των περασμένων και θα επιτρέψει σε μια παλιά, ανολοκλήρωτη, ιδέα σχετικά με τις ερωτικές ιστορίες στα χρόνια του εμφυλίου και του φρανκισμού να επανακάμψει, και κάπως έτσι ένα βιβλίο, που η Γκάιτε σκόπευε να γράψει και δεν ήξερε πώς, γράφεται.

Αυτό δεν είναι ένα ακόμα βιβλίο για τον ισπανικό εμφύλιο και τη δικτατορία του Φράνκο. Σίγουρα δεν είναι, όχι με τον τρόπο που ένας αναγνώστης θα ανέμενε να είναι. Κρατούμενο πρώτο. Θα μπορούσε ωστόσο χωρίς αμφιβολία να ενταχθεί στη σχετικά νεοσύστατη κατηγορία της αυτομυθοπλασίας, παρότι γραμμένο το μακρινό πια 1978, όταν η ονομασία δεν είχε επινοηθεί, κάτι αντίστοιχο με τα φωτογραφικά αυτοπορτραίτα πριν ανακύψει ο όρος σέλφι. Κρατούμενο δεύτερο. 

Μικρή παρένθεση, μάλλον απαραίτητη. Θεωρώ πως υπάρχει μια σύγχυση σχετικά με την αυτομυθοπλασία που δεν της επιτρέπει να ξεχωρίσει από τη συγγενή κατηγορία της αυτοβιογραφικής μυθοπλασίας, υποείδος αρκετά γνώριμο από παλιά. Και αυτό που διακρίνει την αυτομυθοπλασία είναι η ενσωμάτωση της κατασκευής του ίδιου του βιβλίου στον κεντρικό πυρήνα του βιβλίου. Το κέντρο βάρος του autoficction, καθώς μιλάμε για λογοτεχνία και όχι για βιογραφία ή αυτοβιογραφική λογοτεχνία, δεν εντοπίζεται τόσο στην ακρίβεια των γεγονότων, στον αυστηρό ρεαλισμό στην απεικόνιση, γι' αυτό άλλωστε δεν είναι απαραίτητο ο συγγραφέας-αφηγητής να ταυτίζεται με τον συγγραφέα στο εξώφυλλο, αλλά σε αυτό το ενδιάμεσο φίλτρο παρατήρησης, στον τρόπο με τον οποίο η γύρω πραγματικότητα αντανακλάται και μετατρέπεται σε λογοτεχνία. Δεν είναι η αλήθεια το ζητούμενο, όχι το κυρίαρχο τουλάχιστον, αλλά η μετατροπή αυτή. Κατόπιν αυτής της διευκρίνισης, Το πίσω δωμάτιο δικαιωματικά αποτελεί έναν από τους προπομπούς του υποείδους. Δύο καλά σύγχρονα παραδείγματα αυτομυθοπλαστικής λογοτεχνίας είναι Ο φίλος της Νιούνεζ (μτφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδόσεις Gutenberg) και η σειρά της Στράουτ με ηρωίδα τη Λούσυ Μπάρτον (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδόσεις Άγρα).

Η ιδιαιτερότητα αυτή είναι που εν πολλοίς τοποθετεί το μυθιστόρημα αυτό στη μεταμοντέρνα λογοτεχνία, προσδίδοντας μια παιγνιώδη διάθεση στη σύλληψη και την εκτέλεση των συγγραφικών επιδιώξεων, πλάθοντας και φέρνοντας στα μέτρα της συγγραφέως εργαλεία της παράδοσης και δη του μοντερνισμού και κυρίως τη ροή συνείδησης, στην οποία κάποιοι αναγνώστες ίσως αναγνωρίσουν στον μυστηριώδη δημοσιογράφο. Την ίδια στιγμή επιτρέπει στη συγγραφέα να αναφερθεί στο σωτήριο και καθοριστικό ρόλο της λογοτεχνίας στη ζωή της. Το αχόρταγο διάβασμα από μικρή ηλικία, η κατασκευή παράλληλων κόσμων, η δραπέτευση από την ανιαρή πραγματικότητα της μικρής επαρχίας, το παράθυρο στη φαντασία εκεί που όλα είναι δυνατά και πιθανά, το πάτημα σε δύο βάρκες. Επιτρέπουν, παράλληλα, και ένα ιδιότυπο κοίταγμα του αναγνώστη στον συγγραφικό πάγκο εργασίας, που περισσότερο με δωμάτιο αλχημιστή μοιάζει. Η έντονη παρουσία ενός βιβλίου του θεωρητικού Τοντόροφ, που βρίσκεται σε πρώτη ζήτηση στο πλάι της συγγραφέως, οι αναμνήσεις από την ανάγνωση παρέα με την από καιρό νεκρή κολλητή της του εμβληματικού (παρότι οικτρά παρεξηγημένου) μυθιστορήματος του Ντάνιελ Ντεφόε, Ροβινσώνας Κρούσος, η διαδεδομένη αισθηματική λογοτεχνία με τα κλισέ της, αλλά και τα δικά της παλιότερα βιβλία, κατέχουν σημαίνοντα ρόλο στη συνολική αυτή κατασκευή και της προσδίδουν ένα έντονα βιβλιοφιλικό άρωμα.

Η πρόζα της Γκάιτε είναι υψηλοτάτου επιπέδου, η ποιητικότητα ρέει αβίαστη χωρίς να λιγώνει τον αναγνώστη, χωρίς να έχει την αποφορά ενός πολυκαιρισμένου κειμένου. Η αφήγηση, παρότι πρωτοπρόσωπη και περικυκλωμένη από τον έντονα προσωπικό χαρακτήρα της, δεν πάσχει από αυταρέσκεια και εγωπάθεια, κάτι το οποίο αποτελεί λαμπρό παράσημο στο πέτο της, πετυχαίνοντας να ακουστεί καθαρά μια φεμινιστική και εν μέρει πολιτική φωνή, περιλαμβάνοντας τις κοινωνικοπολιτικές ιδιαιτερότητες της εκάστοτε χρονικής περιόδου ως το αναπόφευκτο πλαίσιο διαβίωσης. Το σπάσιμο της γραμμικότητας του χρόνου δεν προκαλεί σύγχυση αλλά, αντίθετα, επιτείνει τη μεταιχμιακή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η συγγραφέας κατά τη συγγραφή του βιβλίου, αποτυπώνοντας περίφημα τον μηχανισμό με τον οποίο λειτουργεί η μνήμη, το πώς συναντάται με την έμπνευση, το πού γειτονεύουν η αποκοπή της δημιουργίας με την πραγματικότητα μιας οικείας καθημερινότητας, το πώς εναλλάσσονται οι διάφορες εκδοχές του εαυτού· οι πεποιθήσεις που κατέρρευσαν, τα όνειρα που έμειναν απραγματοποίητα, ο κόσμος που έμοιαζε μεγάλος και επαρκώς λαμπερός, γεμάτος μυστήρια, το προκαθορισμένο μονοπάτι, η αθωότητα, η ωριμότητα, η εμπειρία, η απομάγευση, η δίψα για το αναπάντεχο, η διαχρονική ανάγκη για καταφυγή στο μπούνκερ της λογοτεχνίας, είτε ως πομπός είτε ως δέκτης. Κυρίως, όμως, Το πίσω δωμάτιο δεν πέφτει θύμα του ίδιου του του εαυτού και, έτσι, δεν περιορίζεται η αναγνωστική πρόσληψη, και ακολούθως απόλαυση, στο κεντρικό τέχνασμα, αλλά διαθέτει την απαιτούμενη αυτάρκεια ώστε να σταθεί πέρα από αυτό, ο σπόρος και το φυτό, μέρη διακριτά και άρρηκτα συνδεδεμένα.

Η αναγνωστική απόλαυση, ενίοτε και σπάνια, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Γκάιτε, ενσωματώνει την αντανακλαστική και ισχυρή πεποίθηση πως το ανάγνωσμα, πέραν των λοιπών αρετών, λιγότερο ή περισσότερο καμουφλαρισμένων, διαθέτει ταυτόχρονα και μεγάλη λογοτεχνική αξία, πως αποτελεί ένα σημαντικό στιγμιότυπο του μεγάλου ποταμού, μια καθοριστική στιγμή στον γεμάτο μπρος και πίσω διάπλου της γραφής και της ανάγνωσης. Διαβάζοντας Το πίσω δωμάτιο, αρκετές φορές αναλογίστηκα την Κλαρίσε Λισπέκτορ, με το πρώτο νήμα να είναι ποταπό και συνάμα ανατριχιαστικά σιχαμερό, μια τεράστια κατσαρίδα στην κουζίνα του σπιτιού, αλλά στη συνέχεια να εντοπίζεται στη διάθεση για ανανέωση, για ένα παιχνίδι με τη λαϊκή λογοτεχνία και τα συστατικά της, για την άρση των στερεοτύπων που βάραιναν και βαραίνουν τις πλάτες των γυναικών συγγραφέων.

Ένα σπουδαίο και απολαυστικό βιβλίο.

υγ. Για τον Φίλο της Νούνιεζ περισσότερα εδώ, για τα βιβλία της Στράουτ με ηρωίδα τη Λούσυ Μπάρτον εδώ. Για τα βιβλία της Λισπέκτορ εδώ.

Μετάφραση Κυριάκος Φιλιππίδης
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 16 Μαΐου 2024

Σαράκι - Layla Martínez

Η εγγονή μου δεν εννοούσε να το καταλάβει. Νόμιζε ότι θα μπορούσε να φύγει μόλις μεγαλώσει, να πάει να σπουδάσει στη Μαδρίτη και να μην ξαναγυρίσει. Στο τέλος, όμως, έμεινε Πού να πάει; Ποιος θα της πλήρωνε τις σπουδές στην πρωτεύουσα; Αυτό μόνο οι μεγαλοπιασμένοι το κάνουν. Κοίταξε μπας και της δώσουν κάποια βοήθεια, σύντομα όμως το πήρε απόφαση. Εδώ, για να σε βοηθήσουν, πρέπει κάτι να έχει κι εσύ από πριν. Αν δεν έχεις τίποτα, αυτό και θα πάρεις: τίποτα. Γυναίκες σαν κι εμάς δεν μας θέλουν στην πρωτεύουσα για σπουδές, άντε το πολύ για υπηρέτριες, αλλά κι από δαύτες έχουν πολλές πια.

Η Λάιλα Μαρτίνεθ, γεννημένη το 1987 στη Μαδρίτη, με σπουδές στις Πολιτικές Επιστήμες και μεταπτυχιακό στη Σεξολογία, είναι ακόμα μια ισπανόφωνη συγγραφέας που οι εκδόσεις Carnívora, πάντοτε με οξυδέρκεια, εντοπίζουν και συστήνουν στο ελληνικό κοινό, μέσα από τη νουβέλα της Σαράκι. Διάβαζα πρόσφατα ένα κριτικό κείμενο, γραμμένο από άντρα, στο οποίο υπήρχε ο εξής αφορισμός: η φεμινιστικότητα της γραφής είναι ευθέως ανάλογη της δυσαρέσκειας που προξενεί στον άντρα αναγνώστη. Εκτός από ένα χαρακτηριστικότατο παράδειγμα mansplaining, ένας άντρας που επιχειρεί να εξηγήσει σε μια γυναίκα κάτι, όπως το πότε μια γυναικεία γραφή είναι αρκούντως φεμινιστική, με τρόπο πατροναριστικό και περιφρονητικό, ταυτόχρονα είναι και η απάντηση στο αν χρειαζόμαστε τη φεμινιστική γραφή ή αν έχουμε ήδη αρκετή, στο αν τα πράγματα είναι πια μια χαρά και όχι όπως παλαιότερα ίσως. Και η απάντηση είναι ξεκάθαρη: έχουμε τεράστια ανάγκη.

Ταυτόχρονα, υπάρχει ανάγκη για πρόζα με έντονο το ταξικό πρόσημο. Οι γυναίκες στη νουβέλα αυτή, η γιαγιά και η εγγονή, εγκλωβισμένες σε ένα σπίτι γεμάτο φωνές και φαντάσματα του παρελθόντος, εκτός από γυναίκες είναι και φτωχές, γεγονός που οξύνει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στον καθημερινό τους αγώνα για επιβίωση. Μου έχει μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη η συνειδητοποίηση του Εριμπόν (Επιστροφή στη Ρενς, μτφρ. Γιάννης Στεφάνου, εκδόσεις Νήσος) πως, φτάνοντας στο Παρίσι, ο σεξουαλικός του προσανατολισμός δεν ήταν πια πρόβλημα, ήταν ωστόσο πρόβλημα το γεγονός πως ήταν φτωχός, προερχόμενος από μια εργατική οικογένεια και αυτό ήταν κάτι που του προκαλούσε έντονο το συναίσθημα της ντροπής.

Η Μαρτίνεθ με μια στακάτη πρόζα, γεμάτη από γνήσιο θυμό, αφηγείται την ιστορία τεσσάρων γυναικών. Τέσσερις διαδοχικές γενεές εγκλωβισμένες στην τάξη και το φύλο τους σ' ένα χωριό που ολοένα και ρημάζει. Η γιαγιά και η εγγονή παίρνουν εναλλάξ τον λόγο, την αφήγηση πυροδοτεί η εξαφάνιση του μικρού γιου της πλούσιας οικογένειας στην οποία από πάντοτε δούλευαν ως υπηρέτριες, τη φύλαξή του είχε αναλάβει η εγγονή, αφού συνειδητοποίησε με τρόπο σκληρό πως ήταν και εκείνη καταδικασμένη να ζήσει σε αυτό το σπίτι και, αναμενόμενα, οι υποψίες της αστυνομίας στράφηκαν πρώτα σε εκείνη.

Η πρόζα της Μαρτίνεθ έχει ως πρώτη ύλη τα συστατικά από τα οποία είναι φτιαγμένο το μικρό αυτό χαμόσπιτο, ο άγονος αυτός τόπος, η μίζερη καθημερινότητα, η αγωνία για την κάλυψη των βασικών αναγκών, η συνείδηση της αδικίας και ο θυμός, η απόρριψη του ρόλου του ήσυχου και καλόβουλου φτωχού, του συμβιβασμένου με τη μοίρα του. Κάποιος δεν έχει γιατί κάποιος άλλος, και μάλιστα σε περίσσευμα, έχει. Στο φόντο της κάθε ιστορίας διαδραματίζεται η μεγάλη εικόνα, ο εμφύλιος και η έμφυλη βία, η πολιτική αστάθεια, οι ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο, η απογοήτευση, ο μαρασμός της υπαίθρου, χωριά ολόκληρα που σιγά σιγά χάνονται από τον χάρτη. Η ιστορία αυτή δεν διαθέτει τη γλυκύτητα της θυματοποίησης, άλλωστε από δήθεν ελεημοσύνη είναι χορτάτες οι γυναίκες αυτές, να δείχνουν πως τις λυπούνται εκείνοι που ευθύνονται για τη δεινή τους θέση, δεν θέλουν άλλο, έγκωσαν, να αλλάξουν ζωή θέλουν, να διεκδικήσουν ένα καλύτερο αύριο.

Ο θυμός, ως βίωμα και όχι ως θεωρία, σπρώχνει μακριά το όποιο σύννεφο θα μπορούσε να φέρει μια βροχή συναισθηματικής χειραγώγησης χωρίς να κρύβεται πίσω από αόριστες και λογοτεχνίζουσες φιοριτούρες. Δεν είναι μια απολογία αυτή η ιστορία, δεν είναι μια απόπειρα για (αυτο)λύπηση, ούτε όμως και μια όλο αυτοπεποίθηση αυτοκολακεία της μορφής: κοίτα με πώς παρ' όλ' αυτά αντέχω. Πυκνή και ολιγοσέλιδη η νουβέλα αυτή σκάει στα χέρια του αναγνώστη, ήδη από τις πρώτες γραμμές, χωρίς να υποτιμά τη λογοτεχνικότητα, χωρίς να θυσιάζει κάτι από το ύφος της για να λειτουργήσει με τρόπο διδακτικό, άλλωστε, όσοι πρέπει να ξέρουν, ξέρουν και ας κάνουν πως δεν ξέρουν. Το ταξικό πρόσημο της ιστορίας αυτής έρχεται να αναμετρηθεί με το καπιταλιστικό κλισέ πως ο καθένας έχει τη δική του ευκαιρία αρκεί να την πιάσει από τα μαλλιά και να μην τσιγκουνευτεί χρόνο και κόπο, να στοχεύσει ψηλά και στο τέλος να τα καταφέρει, γεμάτη από τέτοια παραδείγματα είναι άλλωστε (και) η λογοτεχνία, μια ακόμα απόδειξη του προνομιακού τρόπου με τον οποίο γίνεται η οικοδόμηση και πρόσληψη του κόσμου.

Τις ξέρουμε τις ιστορίες αυτές, τις έχουμε διαβάσει ξανά και ξανά, έχουν κατακλύσει την αγορά, πια η λογοτεχνία έχει γίνει μια βιομηχανία της μιζέριας, γεμάτη από θυμό και κλάματα, ωδή στη δήθεν διαφορετικότητα, πιπίλισμα της λέξης προνόμιο. Αν βρίσκετε κάτι δικό σας στα παραπάνω τότε έχετε και την απάντηση γιατί χρειάζεται (και) αυτή η λογοτεχνία, αν πιστεύετε πως ο κόσμος εκεί έξω είναι όμορφος και αρμονικά πλασμένος, τότε (και) σε εσάς απευθύνεται αυτή η λογοτεχνία. Συμπυκνωμένο και άμεσης καύσης, το Σαράκι είναι ένα ακόμα δείγμα καλής φεμινιστικής, αλλά και ταξικής, γραφής, με δεδομένες λογοτεχνικές αρετές, που σίγουρα δεν απευθύνεται σε ένα κοινό που στη λογοτεχνία αποζητά να ξεχαστεί από τα βάσανα και τις αδικίες του κόσμου, αλλά γυρεύει λογοτεχνικές αντανακλάσεις του ζοφερού αυτού κόσμου, όπου το να είσαι γυναίκα και φτωχή μόνο σπάνιο και συνθήκη εξαίρεσης δεν αποτελεί.

Ένα ακόμα καλό βιβλίο από τις εκδόσεις Carnívora.

υγ. Για την Επιστροφή στη Ρενς έγραφα αυτό.
 
Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora