Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις Κυψέλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις Κυψέλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Ψηλά τα χέρια, σύντροφε - Κώστας Φασουλόπουλος

Ο Γ. ήξερε και είχε μιλήσει. Με τον απαραίτητο ενθουσιασμό, είχε πει: να διαβάσεις τον Εξευγενισμό, ένα από τα καλύτερα ελληνικά βιβλία εκεί έξω, πιστεύω πως θα σου αρέσει. Το βρήκα, το έφερα σπίτι, είναι εκεί και περιμένει, στη στοίβα. Ενδιάμεσα οι εκδόσεις Κυψέλη σύστησαν μια παλπ σειρά, πρώτος τίτλος το Ψηλά τα χέρια, σύντροφε του Κώστα Φασουλόπουλου, τα κομμάτια μπήκαν στη θέση τους.

Τι και αν η μνήμη μου είναι ασθενής, σχεδόν πάντα θυμάμαι, όσος καιρός και να περάσει, το μικροκλίμα εντός του οποίου διάβασα το ένα ή το άλλο βιβλίο, η ανάγνωση πράξη ενεργητική, κομμάτι της ζωής μας. Ζεστή Κυριακή του Ιούνη, ακόμα και μέσα στο διαμέρισμα ένιωθες πως η γειτονιά έχει αδειάσει, κάπως αποτυπωνόταν στον αέρα αυτό. Ξύπνησα νωρίς, έφτιαξα καφέ, έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου.

Αθήνα, 1998. Χρηματιστηριακός πυρετός και προετοιμασία για τους επερχόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες. Οι πολλοί χαρούμενοι, ασχέτως του μεγέθους του κουταλιού με το οποίο έτρωγαν, κάποιοι λίγοι, ιδεολόγοι, αντιδρούσαν, ήταν απλό να χαρακτηριστούν μίζεροι από τους πολλούς, η λεωφόρος της αέναης ανάπτυξης απλωνόταν ανεμπόδιστα, τι και αν τα σαθρά θεμέλια έτριζαν, ο,τι αρπάξει ο τέτοιος μας. Ακόμα και τώρα, τόσες καταστροφές μετά, αρκετοί αναπολούν εκείνα τα χρόνια, τα φτυάρια που άνοιξαν το λάκκο, που μέσα στη λάσπη τσαλαβουτάμε έκτοτε.

Ο Φασουλόπουλος, γεννημένος το 1984, τοποθετεί σε αυτή τη χωροχρονική συντεταγμένη το παλπ μυθιστόρημά του. Δύο μηχανικοί, πρώην αντεξουσιαστές, γύρισαν από την Νικαράγουα εκπαιδευμένοι στο αντάρτικο πόλης, βρήκαν την Ελλάδα του Πασόκ, ένιωσαν εκτός τόπου και χρόνου, λίγο πίστεψαν στη ρητορική, θέλησαν να πιστέψουν σε κάτι καλύτερο, η κρίσιμη μάζα είχε γυρίσει για τα καλά την πλάτη της στο πρόσφατο παρελθόν, η πολιτική έμοιαζε παρωχημένη, μια αρένα διαμάχης για αριστερούς, αναρχικούς και αντεξουσιαστές, που σε κάθε μικροδιαφωνία απαντούσαν με μια ακόμα διάσπαση. Κατασκευαστικές εταιρείες που ανοικοδομούσαν τη χώρα, νέοι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων, εκατοντάδες δημόσια έργα, δραχμές να χορεύουν. Πετυχημένοι, ζουν άνετα, έχουν όμως μια σκοτεινή πλευρά, οργανώνουν και εκτελούν ληστείες, η αδρεναλίνη τρέφει και εθίζει, ετοιμάζουν ένα μεγάλο χτύπημα, ένα ριφιφί στο θησαυροφυλάκιο μιας τράπεζας, η φάση στραβώνει, μπλέκουν με μια συμμορία κακοποιών.

Τα ειδολογικά χαρακτηριστικά της παλπ λογοτεχνίας πληρούνται. Μια καλοδουλεμένη πλοκή, με ανατροπές και αγωνία. Πρόσωπα αντιηρωικά, μοναχικοί τύποι, ιδεολόγοι, αποσυνάγωγοι. Αφηγηματικός ρυθμός στακάτος, στα κόκκινα, με βήματα μικρά, σταθερά, σίγουρα. Η Αθήνα, το σκηνικό της δράσης. Εσάνς κοινωνικοπολιτική, χωρίς διάθεση για δοκιμιακές φανφάρες. Σκοτεινό ακόμα και στο έλεος του αθηναϊκού ήλιου.

Μου άρεσε, τελικά, που ο Φασουλόπουλος δεν επικεντρώνεται πλήρως σε ένα και μόνο πρωταγωνιστικό πρόσωπο, παρότι υπάρχει ένα που καταλαμβάνει περισσότερο χώρο σε σχέση με τα υπόλοιπα, που ανοίγει αρκετά τη βεντάλια του, ο πλουραλισμός αυτός του επιτρέπει τόσο να αποφύγει το υπέρμετρο κλισέ στην αποτύπωσή του, όσο και να ανοίξει τις δυνατότητες της πλοκής, να μπορέσει να παίξει αρκετά χαρτιά κατά την εξέλιξή της.

Ο εξωτισμός του τόπου, διακριτός ή όχι, είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου είδους, στην κακή εκδοχή τού φαινομένου αυτού υπάρχουν μυθιστορήματα που λειτουργούν ως κακοί τουριστικοί οδηγοί. Αυτό ίσως εξηγεί γιατί σε κάθε χώρα το αντίστοιχο αναγνωστικό κοινό αγαπά περισσότερα τα εισαγώμενα βιβλία, γιατί, ας πούμε, ο Μάρκαρης μοιάζει να έχει πιο φανατικό κοινό στο εξωτερικό παρά στην Ελλάδα, μπορεί, βέβαια, να κάνω και λάθος. Ήθελα να πω πως διαβάζοντας το Ψηλά τα χέρια, σύντροφε που διαδραματίζεται στην Αθήνα δεν ένιωσα πως ο συγγραφέας με το ζόρι προσπαθεί να την κάνει πρωταγωνίστρια, αποδίδοντάς της αρετές και ιδιότητες, χωρίς αυτό να σημαίνει πως την παραμελεί, πως δεν κάνει την απαραίτητη χρήση της ως σκηνικό της δράσης.

Ειδικός στην παλπ λογοτεχνία δεν είμαι. Ακόμα περισσότερο, δεν θα ισχυριζόμουν ποτέ πως είναι η προτίμησή μου. Οι εξαιρέσεις, ωστόσο, όταν συμβαίνουν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, με ενθουσιάζουν βαθιά, ίσως γιατί μπαίνω στην ανάγνωση με ανύπαρκτες ή χαμηλότατες προσδοκίες, αν δεν περιμένεις, άλλωστε, τι μπορεί να πάει λάθος. Υπάρχουν νουάρ, αστυνομικά, παλπ μυθιστορήματα που τα έχω παρατήσει λίγες σελίδες μετά την αρχή, βαρεμάρα και ανία, άρνηση να συνεχίσω. Το Ψηλά τα χέρια, σύντροφε το τελείωσα σε δύο μέρες, ίσως αυτό, από μόνο του, να ήταν αρκετό ως σχόλιο.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Κυψέλη 

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Σεβερίνα - Rodrigo Rey Rosa

«Την παρατήρησα από την πρώτη φορά που μπήκε, κι αμέσως κατάλαβα ότι ήταν κλέφτρα, παρόλο που εκείνη τη μέρα δεν έκλεψε τίποτα.
Τις Δευτέρες, τα απογεύματα, είχε συνήθως βραδιές ποίησης στο "Λα Εντρετενίδα", το βιβλιοπωλείο που είχαμε ανοίξει πρόσφατα μια παρέα φίλων παθιασμένων με τα βιβλία. Δεν είχαμε και τίποτα καλύτερο να κάνουμε και επίσης είχαμε κουραστεί να δίνουμε υπερβολικά ποσά για βιβλία που δεν ήταν του γούστου μας, πράγμα σύνηθες για τους περίεργους, όπως συχνά μας αποκαλούν στις επαρχιακές πόλεις. (Εδώ συμβαίνουν πολύ χειρότερα πράγματα, αλλά δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τώρα.) Εντέλει, για να τελειώνουμε με αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση, ανοίξαμε το δικό μας κατάστημα».

Όταν η Σεβερίνα, που τότε εκείνος δεν ήξερε το όνομά της, μπήκε στο βιβλιοπωλείο αμέσως κατάλαβε πως ήταν κλέφτρα, λίγο πριν, λίγο μετά, ταυτόχρονα ίσως, τη βρήκε πανέμορφη, η γοητεία της τον κατέλαβε πάραυτα. Εκείνος, μαζί με κάτι φίλους, είχαν ανοίξει το βιβλιοπωλείο, ο τρόπος να κάνεις ένα ακριβό χόμπι επάγγελμα, ο τρόπος να σε βλέπουν οι άλλοι, αντί για περίεργο, ένα είδος επιχειρηματία. Όλα αυτά, ωστόσο, τα αναφέρει η πρώτη σελίδα. Τα υπόλοιπα τα αφήνει να εννοηθούν, τα προοικονομεί κατά κάποιο τρόπο, έπεται να τα αφηγηθεί εκείνος.

Αν ισχύει πως εκείνοι που γράφουν, είναι περισσότεροι από εκείνους που διαβάζουν, ίσως να ήταν ακόμα πιο σοκαριστικό, αν υπάρχει πια κάτι που να σοκάρει μια κοινωνία έτσι και αλλιώς σε σοκ, το ποσοστό των ανθρώπων που θα δήλωναν πως το όνειρό τους είναι να ανοίξουν ένα βιβλιοπωλείο, καθένας για τους δικούς του λόγους, φαινομενικά, κυρίως, ωστόσο, για να είναι, όπως θα δήλωναν, όλη μέρα ανάμεσα σε βιβλία, να διαβάζουν και να συζητούν γι' αυτά, και θα μπορούσα πολλά να πω για τα όνειρα που γίνονται φυλακές, για τους τόνους από λογιστικό χαρτί, για τη διαρκή ανατροφοδότηση με τίτλους, πωληθέντες και καινούργιους, για τα περιθώρια κέρδους, για όλα εκείνα που —αφελώς;— δεν τα σκέφτηκαν, δεν τα υπολόγισαν και τώρα γκρινιάζουν για όλα αυτά, όπως εκείνοι που μετά από χρόνια στο Λονδίνο συνεχίζουν να παραπονιούνται πως βρέχει διαρκώς, χωρίς να αναφέρονται στο βασικό, και αυτό δεν είναι το όνειρο που έγινε πραγματικότητα, αλλά το γεγονός πως ένα βιβλιοπωλείο είναι παρ' όλ' αυτά ένα μέρος μαγικό. Όλα αυτά, ωστόσο, είναι μάλλον άσχετα με το βιβλίο αυτό, ή και όχι.

Τα βιβλία που στο επίκεντρό τους έχουν βιβλία ή δημιουργούς βιβλίων ή χώρους βιβλίων, που συχνά χαρακτηρίζονται ως βιβλιοφιλικά, λες και υπάρχουν και βιβλιοεχθρικά, είναι για μένα μια συχνά ένοχη απόλαυση, ένοχη γιατί πια, τώρα που κάπως έχουν γίνει της μόδας, ούτε το πάθος, που παλιότερα χαρακτήριζε τη συγκεκριμένη κατηγορία, δεν υπάρχει, απλά μια διέξοδος πιθανής εμπορικής επιτυχίας διαφαίνεται, το βιβλιοπωλείο-φαρμακείο που σώζει χαμένες ψυχές, τα διαβάζω, αλλά ρίχνω και μια ματιά τριγύρω, μήπως κάποιος με παρακολουθεί, ενίοτε, όπως συνέβη με το Σεβερίνα, η αλυσίδα την ένοχης απόλαυσης απολύει τον χαρακτηρισμό της και απομένει μονάχη της. Και η αλυσίδα άξιζε το βάρος της.

Η κλοπή βιβλίων, ανάμεσα σε άλλες κλοπές, έχει ένα στοιχείο ευγένειας και ρομαντικότητας, σαν να μη πρόκειται για απλή κλοπή, καταδικασμένη απερίφραστα, ένας μύθος έχει δημιουργηθεί γύρω από αυτή, σαν κάτι προφανές, σαν κάτι που όλοι μας έχουμε κάνει, γιατί ήμασταν μικροί και φτωχοί και θέλαμε να διαβάσουμε. Η Σεβερίνα είναι μια κλέφτρα βιβλίων.

Ο αφηγητής μας την ερωτεύεται, την παρακολουθεί, την περιμένει να έρθει ξανά στον τόπο του εγκλήματος, το πάθος της κλοπής δύσκολα καταλαγιάζει, το ξέρουν όλοι αυτό, αργά ή γρήγορα εκείνη θα επιστρέψει, εκείνος θα την πιάσει στα πράσα, θα της δείξει τη λίστα με τα βιβλία που υπεξαίρεσε, θα της μιλήσει για κάμερες, αλλά η φωνή του θα τρέμει, είναι όμορφη η Σεβερίνα, και, μην το αμελούμε, μοιράζεται, ή μοιάζει να μοιράζεται, το ίδιο πάθος με εκείνον, τα βιβλία, εκείνη τα κλέβει, εκείνος άνοιξε ένα βιβλιοπωλείο.

Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, που η λογοτεχνία, παρέα με το διάχυτο κακό, ήταν ένας από τους βασικούς πόλους της λογοτεχνίας του, εκτός από δεινός γραφιάς, ένας από τους μεγάλους σύγχρονους, ένας ακόμα από τους πρόωρα χαμένους, που άφησε πίσω του τόσα βιβλία αλλά και τόσα τι θα συνέβαινε εάν δεν πέθαινε στα πενήντα του, ήταν και ένας δεινός αναγνώστης, με μεγάλη επάρκεια για τη συγκαιρινή του λογοτεχνία, επίσης, να κάτι που οι δεινοί κάνουν, δεν βάζουν φίλτρα και αναχώματα, αλλά διαβάζουν πολύ, είχε πει για τον Ροντρίγκο Ρέι Ρόσα: «Ο πιο αμείλικτος συγγραφέας της γενιάς μου, ο πιο διάφανος... ο πιο φωτεινός απ' όλους», και αυτός ο συγγραφέας, παρ' όλη την ισπανόφωνη λογοτεχνία που έχει μεταφραστεί, δεν υπήρχε πρακτικά στα ελληνικά, πλην μιας αρχαίας έκδοσης, το 1992 από τις εκδόσεις Μάγια, μέχρι που η Καλυψώ Αγγελοπούλου τον μετέφρασε ιδανικά και οι εκδόσεις Κυψέλη τον εξέδωσαν όμορφα, έτσι επανασυστήθηκε και τώρα περιμένουμε και άλλα βιβλία του να κυκλοφορήσουν, να ένα άγχος όταν διαβάζεις ένα βιβλίο που σου αρέσει πολύ, εύχεσαι/αγωνίας να πάει καλά εμπορικά.

Ο πήχης είχε τοποθετηθεί έτσι και αλλιώς ψηλά, όταν ένας σπουδαίος συγγραφέας συστήνει έναν ομότεχνό του, τότε οι λίστες έρχονται και γεμίζουν με νέα ονόματα, με επιπλέον βιβλία, λες και δεν μας έφταναν όσα ως τώρα είχαμε βάλει στο μάτι, λες και θα ζήσουμε σε καιρούς και χρόνια ανέφελα και πολλά, λες και μας περισσεύει χρόνος. Τέλος πάντων. Έλεγα για τον πήχη, ήδη τοποθετημένο ψηλά, ακολούθησε η πρώτη σελίδα, ψήλωσε και άλλο, η ανάγνωση έμενε να αποφανθεί επί αυτού. Όσο αυθαίρετος και αν είναι ο ορίζοντας προσδοκιών που, συνειδητά ή όχι, συνήθως όχι, δημιουργήθηκε άπαξ και το βιβλίο βρέθηκε μπροστά μου, κάπου μέσα μου ήξερα τι είδους βιβλίο θα ήταν αυτό, τι και αν γραμμένο χρόνια μετά τον θάνατο του Μπολάνιο, πως, αφού θα ήταν του γούστου του, τότε η λογοτεχνία και το κακό θα ήταν εκεί, με έναν χαρακτήρα παλπ διάχυτο, μια λογοτεχνία αλλεργιογόνα για τις αναγνωστικές ελίτ, με το πάθος διάχυτο, την αίσθηση πως εδώ διακυβεύονται τα πάντα, θαρρείς. Και ο Ρέι Ρόσα, στη Σεβερίνα, ανταποκρίθηκε εξαιρετικά σε όσα ο έρμος ορίζοντας προκατέλαβε. Μια —ακόμα μια— ιστορία αγάπης.

Στακάτος ρυθμός που ορίζει το αναγνωστικό τέμπο, άψογα αποτυπωμένη, η άβυσσος στην οποία με τη θέλησή του πέφτει μέσα της ο αφηγητής και η Σεβερίνα ένα αερικό, αδύνατο να το κρατήσει ανάμεσα στα χέρια του. Ο κόσμος της λογοτεχνίας, ένας κόσμος μέσα στον κόσμο, μια επικράτεια γνώριμη, οικεία για τον αναγνώστη, μια συγγένεια, η αναγνώριση ενός ομοίου, που συχνά μπερδεύεται ανάμεσα στο πραγματικό και το μυθοπλαστικό, που βλέπει τη λογική του να παραμερίζεται, να γίνεται ήρωας —εδώ γελάμε φωναχτά— μιας ιστορίας, η αφέλεια ποτίζει τον κήπο, εκείνος καρπίζει όνειρα με τα μάτια ανοιχτά και ένα βιβλίο ακουμπισμένο στο στήθος, το κακό παραφυλά, και εκείνη η παρένθεση πως (Εδώ συμβαίνουν πολύ χειρότερα πράγματα, αλλά δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τώρα), αποδεικνύεται ξανά και ξανά τόσο απόλυτα σχετική με την ενασχόληση με τη λογοτεχνία, εντάξει και με τον έρωτα, τόσο απλά και τόσο κοινότοπα, το μπούνκερ όπως συνηθίζω να λέω, που δεν μαγεύει, δεν σκορπά χρυσόσκονη, δεν παρασέρνει με γλυκόλογα, αλλά είναι γεμάτο από ζωή και πράγματα των ανθρώπων. Μέσα στον κόσμο, αλλά για λίγο μέσα σε ένα κομμάτι του, τα άλλα σε παρένθεση, η φρίκη και ο ζόφος, παράπονο δεν έχουμε κανένα, άλλωστε. Μια λογοτεχνία που δεν μπλέκεται μέσα στα γρανάζια του απόλυτου, από τη μια ή την άλλη μπάντα, του σκληρού ρεαλισμού ή της αναχώρησης, μια λογοτεχνία που κάτι θυμίζει, κάτι σκάβει, κάτι βρίσκει, κάπου αγκιστρώνεται, κάτι αποκολλά και κάτι μεταμοσχεύει.

Αν ήταν βιβλίο του Μπολάνιο θα ήταν ίσως το Λούμπεν μυθιστορηματάκι, αν μια τέτοια αναλογία χρησιμεύει σε κάτι.

υγ. Για το Λούμπεν μυθιστορηματάκι περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Καλυψώ Αγγελοπούλου
Εκδόσεις Κυψέλη

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Για τα αναφιλητά ενός υποχόνδριου άνευ θυρεού



Εξ αρχής αυτά τα δύο βιβλία, ο Υποχόνδριος του Στέλιου Παπαγρηγορίου (εκδόσεις Κυψέλη) και τα Αναφιλητά τού Γιώργου Δούλου (εκδόσεις Έρμα), απέκτησαν ιδιότητες διδύμου στο μυαλό μου, αφού πρώτα διαμορφώθηκε η επιθυμία να τα διαβάσω.

Προηγήθηκε ο Υποχόνδριος με τον προσδιοριστικό υπότιτλο: νοσοβιογραφία. Ύστερα από κάποιες σελίδες, μου άρεσε αυτό που διάβαζα, αναζήτησα τον συγγραφέα, είδα πως έχει γράψει και άλλα βιβλία, δεν το(ν) γνώριζα, έψαξα και τις μουσικές του, ούτε αυτές γνώριζα, επέστρεψα στην ανάγνωση. Στην είσοδο με καλωσόρισε ένα απόσπασμα από Τα στοιχειώδη σωματίδια του Μισέλ Ουελμπέκ, υπογραμμισμένο και από μένα στη δική μου ανάγνωση, «Τα μόνα γεγονότα που σου απομένουν να ζήσεις είναι ιατρικής τάξεως». Η αγάπη του, αυτό το παράδοξο για τον Ουελμπέκ ουσιαστικό, για τον Σοπενχάουερ είναι δεδομένη, άλλωστε, το παραπάνω απόσπασμα απλά την επισημαίνει.

Μια κακοήθεια στον θυρεοειδή αδένα δίνει τέλος στην υποχονδρία από την οποία έπασχε ο αφηγητής, αυτό που φοβόταν συνέβη, μια ασθένεια του χτύπησε την πόρτα, το φοβόταν ή το ήλπιζε, δεν ξέρω, βρίσκω τη γραμμή ιδιαιτέρως λεπτή, όση εκείνη ανάμεσα στο θα αρρωστήσω σίγουρα και στο είμαι άρρωστος σίγουρα, κάτι (θα) έχω. Μια νοσοβιογραφία, το εξώφυλλο δίνει την ειδολογική απάντηση, αν αυτό έχει κάποια αξία κατά την ανάγνωση, μια νοσοβιογραφία περιλαμβάνει: ένα μεγάλο μέρος εαυτού —υποκείμενο πρωταγωνιστικό, το πάσχον σώμα—, επιστημολογία —δείκτες, διαγνώσεις, θεραπείες, προσδόκιμα—, αλλά και μια καταβύθιση στον ψυχισμό δια μέσου (και) της λογικής. Χωρισμένη σε μικρά κεφάλαια η αφήγηση κινείται ανάμεσα στο (ψευδο)αυτομυθοπλαστικό και το δοκίμιο, αυτό και αυτό με τη σειρά του, αναπόφευκτα. Αναλήψεις από τον ταμιευτήρα του υποχόνδριου παρελθόντος, καταθέσεις από το παρόν της εν εξελίξει μάχης, η φθορά, αναπόφευκτη και όμως τόσο εκπληκτική, ο θάνατος στο τέλος της διαδρομής, μόνη βεβαιότητα.

Όταν κάποιος γύρω μας αρρωσταίνει, η συμβουλή είναι οικουμενικά σύμφωνη: προσπάθησε να διατηρήσεις την ψυχραιμία σου. Ένα χτύπημα στην πλάτη, ενίοτε. Αλλά και: δες το σαν μια δοκιμασία, μην απελπίζεσαι/αγχώνεσαι, μην το βάζεις κάτω, η επιστήμη έχει προοδεύσει, είσαι τυχερός γιατί θα μπορούσε, η ψυχολογία παίζει καθοριστικό ρόλο, να το θυμάσαι. Ο συγγραφέας Παπαγρηγορίου διατηρεί την ψυχραιμία του κατά την κατασκευή, πετυχαίνει αρμονία και ισορροπία στα συστατικά και τα μέρη, τις αναλογίες και τα υλικά, η νοσοβιογραφία δεν είναι κάτι απλό στην κατασκευή, όπως η νόσος δεν είναι κάτι το απλό στη βίωση, ούτε και ο υποχόνδριος βίος. Το συναίσθημα και η λογική, το μυθοπλαστικό και το δοκιμιακό, οι σκέψεις του υποκειμένου και τα δάνεια, η προσοχή να μη στεγνώσει το κείμενο εντελώς, αλλά και να μην γίνει συναισθηματικό νιανιά. Κυρίως η ισορροπία από την πτώση σε έναν παχύρρευστο μηδενισμό ή σε ένα βυθό ναρκισσισμού ή και κακόγουστου χιούμορ. Η ισορροπία αυτή, οριακή κάποιες στιγμές, είναι που κατά τη γνώμη μου καθιστά το κείμενο αυτό γοητευτικό στην ανάγνωση, προκλητικό κατά μία έννοια, καθώς δεν κινείσαι σε γνωστά και οικεία περιβάλλοντα, παρότι τα όσα αναφέρει είναι οικεία για κάθε σώμα και (τον φόβο για) τη φθορά του. Ένα σημείο κοινού εδάφους, η δανειοληψία από τις αναγνώσεις. Το αυτοδοκίμιο ως τρόπος αφήγησης του προσωπικού, ως αναγνώριση, ως παραδοχή των πηγών και των ριζών, ως πυξίδα που καθόρισε, αν και ακόμα το κάνει, το μονοπάτι, το αυτοδοκίμιο ως διερεύνηση των φίλτρων, της τυχαιότητας και της πρώτης ύλης από την οποία το υποκείμενο αποτελείται. Τα φανερά χαρτιά, όχι άσσοι κρυμμένοι στο μανίκι, όχι αφηρημένα ενδοκειμενικά κατάλοιπα, αλλά με βιβλιογραφία και συγκεκριμένα αποσπάσματα.

Ο Υποχόνδριος είναι ταυτόχρονα γνώριμος και ανοίκειος, η κατασκευή και η αφήγησή του, επίσης. Συγγενεύει/ανήκει σε ένα ευρύτερο αφηγηματικό κόρπους, υπό άνθιση τελευταία, αλλά δεν εξαχνίζεται εντός του, διατηρεί μια διακριτή αυτονομία, ξεχωρίζει χωρίς να φωνάζει, χωρίς να το εκβιάζει, ίσως γιατί καταστατικά αποδέχεται τη μη παρθενογένεση, γιατί τα δάνεια του/μας/μου είναι πολύτιμα.

Ακολούθησαν τα Αναφιλητά. Το πρωτόλειο συγγραφικό έργο ενός πολυσύνθετου δημιουργού, του Γιώργου Δούλου, πολυσχιδής μάλλον είναι η λέξη που ταιριάζει καλύτερα, με σπουδές στη θεατρολογία, ασχολείται με την κεραμική. Τα μπλε κεραμικά του τα είχα δει, δεν ήξερα πως είναι δικά του, ωστόσο.

Θα ήθελα να πω: σε κάθε ανάγνωση βουτάω γυμνός, χωρίς συμπράγκαλα. Είναι όμως ψέμα, αναπόφευκτα είναι. Το λέω αυτό γιατί τα συμπράγκαλα με βάραιναν ξεκινώντας και προχωρώντας την ανάγνωση, αναρωτιόμουν έντονα σχετικά με την ειδολογική κατάταξη του βιβλίου, ξεχνούσα να αναπνεύσω, να αφεθώ, να βρω ρυθμό. Το κείμενο ωστόσο με κρατούσε, η περιέργεια από μόνη της δεν θα ήταν αρκετή, ποτέ δεν είναι, παρά τα συμπράγκαλα, πόσα χρόνια είχα να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη και τώρα με έχει πιάσει εμμονή, η ανάγνωση για μένα διαθέτει κυρίαρχο το στοιχείο της απόλαυσης, δεν είμαι φιλόλογος, δεν νιώθω κριτικός, είμαι αναγνώστης, άλλωστε, έτσι ζω. Το κείμενο, λοιπόν, με κρατούσε, όχι πάντοτε χωρίς όχληση, κύρια εκείνη του κατακερματισμού, μου έλειπε μια συνοχή, που με τη σειρά της θα απαντούσε σε διάφορα που τα συμπράγκαλα αναζητούσαν, φτου και πάλι από την αρχή. Το κείμενο με κρατούσε, με κράτησε μέχρι το τέλος, σελίδα τη σελίδα η όχληση υποχωρούσε, η συγκεκριμένη περί κατακερματισμού, τουλάχιστον, τα συμπράγκαλα τα συνήθισα κάπως, η αναπνοή βρήκε ρυθμό, απόλαυση και χαλάρωση, επίσης βρήκα.

Ευτυχώς το κείμενο με κράτησε. Όχι, ευχολόγιο είναι αυτό, δεν ισχύει, πάμε πάλι: Επειδή το κείμενο με κράτησε και έφτασα ως το τέλος, μπόρεσα να νιώσω τα παραπάνω, συναισθηματικά ήμουν καλυμμένος, πλήρης. Κοίταξα το εξώφυλλο ξανά, αναφιλητά, να το ειδολογικό, έστεκε εξαρχής εκεί, τα μαρτυρούσε όλα. Ειδολογικά το βιβλίο αυτό είναι αναφιλητά, στιγμές χαοτικού αφήματος, στιγμές παύσης, πειθαρχίας, επιβολής στο συναίσθημα, καλώς την τη λογική σκέψη, άφημα, παύση, πειθαρχία, επιβολή, λογική, φτου και πάλι από την αρχή. Αυτό ήταν. Η κειμενοποίηση των αναφιλητών. Να και η δική μου λογική, να και τα συμπράγκαλα, να που ικανοποιούνται. Μετά την αλληλουχία καταστάσεων, ας περάσουμε στα συστατικά τους. Πατρότητα, σεξουαλικότητα, δημιουργία, ύπαρξη. Αναρωτιέμαι, αναζητώ στη μνήμη καλύτερα, αν θυμάμαι άλλο βιβλίο, ο τρόπος μου να παρατηρώ την ανθρώπινη εμπειρία, που να μιλάει για την πατρότητα, σίγουρα, λέω, θα υπάρχει, άσχετα αν δεν μου έρχεται, όχι ωστόσο με αυτό τον τρόπο, από αυτό το μονοπάτι.

Λέει κάπου ο Δούλος, σε ισορροπία συναισθήματος-λογικής, πως ένα από τα προβλήματα όταν αποκτάς παιδί είναι το βάρος, τα συμπράγκαλα καλή ώρα, που κουβαλάς από τις γενιές που προηγήθηκαν και από το γύρω περιβάλλον, η μονοσημία για το πώς οφείλεις να νιώσεις, για το πώς είναι σωστό να νιώσεις, με όρους απόλυτους, καλό κακό, σωστό λάθος, κανένα περιθώριο στην αμφιβολία, κανένα περιθώριο να τοποθετήσεις κάτι δικό σου στη νέα αυτή εξίσωση. Και έχει δίκιο, όχι μόνο στην πατρότητα συμβαίνει αυτό, αλλά αυτή είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα για το πώς ο κόσμος μπορεί να πέσει να σε φάει αν τολμήσεις να ξεστρατίσεις. Σε αυτό το σημείο ξεκλειδώνουν πολλά στο κείμενο, στην κατασκευή του, στην ψυχή του. Ο Δούλος λέει πως παλεύει για τον δικό του τρόπο απέναντι στην πεπατημένη οδό που δεν τον ικανοποιεί. Λέει επίσης πως η αμφιβολία είναι συνεχής, σε πολλά ζητήματα απαντά με ένα δεν ξέρω. Λέει πως προσπαθεί.

Τα Αναφιλητά λαμβάνουν χώρο εντός του άνωθεν πλαισίου σκέψης, η ζωή συναντά το έργο, αναπόφευκτα.

Μπορεί η αμφιβολία να συνέχει μια κατασκευή λόγου; Αναρωτιέμαι. Δεν ξέρω. Εξαρτάται από την κάθε περίπτωση, η εύκολη απάντηση είναι αυτή. Στα αναφιλητά συμβαίνει, αυτό ακριβώς είναι τα αναφιλητά, μια κατασκευή λόγου που τη συνέχει η αμφιβολία, που την παίρνει από το χέρι και την οδηγεί. Αποφεύγω να εισέλθω σε αυτοβιογραφικές λεπτομέρειες, εκτός κατασκευής δεν θα λειτουργούσαν, θεωρώ. Τα αναφιλητά έχουν μια αυθεντικότητα, να ένα σημείο κοινό με τον υποχόνδριο, με τον τρόπο τους αποτυπώνουν μια εποχή, τη σημερινή, που η αμφιβολία κρατάει τα ινία της επανάστασης απέναντι σε έναν κόσμο που διατυμπανίζει διαρκώς βεβαιότητες, που όλοι ξέρουν, που όλοι τα κάνουν όλα σωστά, που κανείς δεν κάνει λάθος, που κανείς δεν πέφτει, που κανείς δεν χτυπά, παρά μόνο ευθύνη άλλου. Και τι κάνουμε όλοι εδώ κάτω στον βούρκο του 608, πώς βρεθήκατε και εσείς εδώ;

Δεν θυμάμαι αν το λέει κάπου ο συγγραφέας ή αν είναι σκέψη δική μου, όπως και να έχει: η αμφιβολία, όπως και τα αντιπαραδείγματα, είναι μια πολύ καλή πυξίδα, ένας ακριβής γεωεντοπισμός, καθώς ανά πάσα στιγμή γνωρίζει το υποκείμενο της αμφιβολίας πώς και πού βρίσκεται, αντίθετα με την τυφλή βεβαιότητα.

Τα αναφιλητά εντέλει λειτούργησαν πλήρως αναγνωστικά αλλά και συναισθηματικά, τα διαχωρίζω παρότι εν πολλοίς ταυτίζονται αυτά τα δύο. Υπάρχουν κάποια κείμενα, και αυτό είναι ένα τέτοιο, που κατά τη διάρκεια και κυρίως μετά το τέλος της ανάγνωσης, μοιάζει να σου τείνουν μια πρό(σ)κληση, δοκίμασε και εσύ, μοιάζει να λένε, δεν το απαιτούν, σε καμία περίπτωση δεν το κάνουν. Η γραφή άλλωστε, παρά τα όσα λένε οι επικοινωνιολόγοι, πρώτα αφορά τον εαυτό, την εξόρυξη και την τήξη, το ασχημάτιστο φλου που παίρνει μορφή, ύστερα αυτό γυρεύει να επικοινωνήσει, το κάθε υποκείμενο γραφής έχει τους λόγους του επί αυτού. Και η αμφιβολία στη γραφή είναι γόνιμη, μακριά από θέσφατα και αποστειρωμένους κανόνες, όχι μόνο για το υποκείμενο της γραφής, αλλά και για τον δέκτη, δεν μιλάω για παρθενογένεση εδώ, αλλά για πολυσημία, για τη διαφορετικότητα της κάθε ανθρώπινης εμπειρίας, για μια καθησυχαστικά πλούσια παλέτα από αποχρώσεις στον καμβά (και) της δημιουργίας.

Τελικά το ένστικτό μου αποδείχτηκε σωστό. Κανένα παράσημο, μόνο τυχαιότητα. Τα δύο βιβλία ανήκουν σε ένα ευρύτερο κόρπους αυτομυθοπλασίας, γυρεύουν καταφύγιο σε δάνεια αλλότρια με την ευγνωμοσύνη του ευεργετηθέντος, αμφιβάλλουν, καθένα με τον τρόπο του, την ιδιοσυγκρασία του, γυρεύουν απαντήσεις, γυροφέρνουν σε ένα προκλητικό ανοίκειο παρότι γνώριμο στίβο, δεν δείχνουν, δεν επισημαίνουν, δεν εκβιάζουν, απλώνουν το χέρι, δοκίμασε κι εσύ, λένε, καθένα με τον τρόπο του, με την ιδιοσυγκρασία του, συμβάλλουν με τη σειρά τους κι αυτά στην πολυσημία, στην βιοποικιλότητα της ανθρωπινότητας.

Κλείνω εδώ αυτό το διπλό κείμενο.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

Αυτό που δεν έχει όνομα - Piedad Bonnett

Ήμουν στο μαγαζί όταν έφτασε το βιβλίο της Πιεδάδ Μπονέτ, για την οποία τίποτα δεν γνώριζα, είδα στο σύντομο βιογραφικό πως είναι Κολομβιανή, γεννημένη το 1951, ξεκίνησα να διαβάζω, λίγες σελίδες αργότερα το άφησα, οι συνθήκες δεν ήταν και οι πλέον ιδανικές, αργότερα στο σπίτι ξενύχτησα, την επόμενη μέρα νωρίς το απόγευμα το είχα τελειώσει.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, συχνά σε πρώτο πληθυντικό σε μια απόπειρα συμπερίληψης όλης της οικογένειας, ξεκινά από τη στιγμή που η συγγραφέας και ο άντρας της φτάνουν στο διαμέρισμα του γιου τους στη Νέα Υόρκη, το παράθυρο, από το οποίο πήδηξε και προσγειώθηκε νεκρός στο κράσπεδο λίγες μέρες πριν, ήταν ανοιχτό. Ο θάνατος φέρει μαζί του μια σειρά από ψυχρές, απαραίτητες, έντονα γραφειοκρατικές διαδικασίες, το άδειασμα του σπιτιού, τα έγγραφα ταφής, η τελετή, η επικοινωνία του γεγονότος, χαρτιά και άλλα χαρτιά, γνώση ή υπόθεση των επιθυμιών του νεκρού, μια διαδικασία που κρατάει στον αφρό τους πενθούντες και δεν τους αφήνει να βυθιστούν. Αυτό συμβαίνει όταν γυρίσουν πίσω σε εκείνο που λέγεται καθημερινότητα.

Δύο βιβλία πριν, διάβασα το Αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, στη συνέχεια το Περί γάμου και χωρισμού, χωρίς να το έχω υπολογίσει Αυτό που δεν έχει όνομα ήρθε να συμπληρώσει μια τριάδα πόνου και απώλειας, τριάδα επίσης σε μια δυσδιάκριτη επικράτεια, κάπου στα σύνορα της αυτομυθοπλασίας με την αυτοβιογραφία. Το αναγνωστικό μονοπάτι, ενίοτε, χαρακτηρίζεται από παράξενες συμπτώσεις, το ένστικτο ή η τυχαιότητα διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο, φανερώνουν κάτι από το βαρομετρικό της περιόδου εκείνης.

Το πένθος ανέκαθεν αποτελεί καύσιμο της λογοτεχνίας, της δημιουργίας εν γένει, κρυμμένο λιγότερο ή περισσότερο ανάμεσα στις γραμμές του κειμένου. Η Μπονέτ, συγγραφέας ήδη, μετά την αυτοκτονία του γιου της, δεν ξέρει πώς αλλιώς μπορεί να διαχειριστεί το πένθος τής απώλειας, καταφεύγει σε γνώριμα καταφύγια, σε εκείνα της γραφής και της ανάγνωσης, δεν επιθυμεί να αποσπάσει τη σκέψη, να ξεχάσει, όχι, κάτι τέτοιο θα ήταν φρικτό, να καταλάβει θέλει, να διαβάσει αφηγήσεις αντίστοιχες, να μπορέσει να συμπληρώσει τα κενά της ιστορίας του γιου της, να κατανοήσει. Εκείνος είναι πια νεκρός, και ας ξεχνιέται εκείνη κάποιες στιγμές ανοίγοντας την πόρτα του δωματίου του και περιμένοντας να τον δει μπροστά της, τι ανοίγεις την πόρτα ρε μάνα, να της πει, μια μελωδία θα ήταν αυτή, η σιωπή και η ακινησία βασιλεύουν πια.

Δεν αγαπώ καθόλου τους ανθρώπους εκείνους που χωρίς να έχουν διαβάσει το ένα ή το άλλο βιβλίο αποφαίνονται πως ο δημιουργός εκμεταλλεύεται τον πόνο, πως τον βγάζει σε πάγκο στην αγορά να τον πουλήσει στον κάθε περαστικό αναγνώστη. Θα μπορούσαν απλά να μη διαβάσουν το βιβλίο, δεν θα το έκαναν έτσι και αλλιώς, και να σωπάσουν, να ασχοληθούν με κάτι άλλο, να μας αφήσουν ήσυχους.

Αυτό δεν είναι ένα συναισθηματικά εύκολο βιβλίο και πώς θα μπορούσε να είναι. Η διάκριση ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο είναι εδώ καθοριστική. Απομονώνοντας το περιεχόμενο, η ιστορία λέει πως ένας νεαρός άντρας που υπέφερε από έντονες ψυχικές διακυμάνσεις αυτοκτόνησε πηδώντας στο κενό από το ανοιχτό παράθυρο. Η ιστορία αυτή, ωστόσο, δεν θα ήταν από μόνη της αρκετή ώστε να πάρει λογοτεχνική μορφή και να μπορέσει να σταθεί και ως τέτοια, πέρα από μια συμπυκνωμένη και οδυνηρή περίληψη του γεγονότος.

Έγραφα και στο αντίστοιχο κείμενο για Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα πως υπάρχει η ενοχή της ανάγνωσης, η απόλαυση που αντλεί ο αναγνώστης σε πλήρη και ευθεία αντίθεση με την ιστορία που διαβάζει. Το ίδιο συμβαίνει και εδώ. Το γεγονός, η γυναικοκτονία στο ένα και η αυτοκτονία εδώ, είναι γνωστό από την πρώτη σελίδα, κανένα περιθώριο ευτυχούς τέλους δεν υπάρχει, η ανάληψη από το παρελθόν, τα βήματα που οδήγησαν στον θάνατο απλώς έρχονται να πουν την ιστορία δύο ανθρώπων που πια δεν δύνανται να το κάνουν για τον εαυτό της, ένας ιδιότυπος φόρος τιμής, μια απόπειρα επούλωσης του τραύματος αλλά και των τύψεων που μένουν να βασανίζουν τους εναπομείναντες στη ζωή, το αν θα μπορούσαν να έχουν κάτι έγκαιρα, όταν όλα ήταν ακόμα δυνατά.

Με τα λόγια της Μπονέτ: «Μετά τον θάνατο του Ντανιέλ, όταν ο συγγραφέας και φίλος μου Αντόνιο Γκαρθία μαθαίνει ότι γράφω αυτό το βιβλίο, μου χαρίζει το Γεγονός, ένα σκληρό και όμορφο βιβλίο της Ανί Ερνό. Σε αυτό διαβάζω το εξής: "Είναι πιθανό μια ιστορία όπως αυτή να προκαλέσει όχληση ή αποστροφή, ή να χαρακτηριστεί κακόγουστη, Το γεγονός πως έχεις ζήσει κάτι, ό,τι κι αν είναι αυτό, σου δίνει το δικαίωμα να γράφεις γι' αυτό. Δεν υπάρχει κατώτερη αλήθεια". Δίνει το δικαίωμα, πράγματι. Αλλά αναρωτιέμαι γιατί το κάνω. Ίσως επειδή ένα βιβλίο γράφεται κυρίως για να γεννήσει ερωτήματα. Επειδή το να αφηγείσαι συνεπάγεται να αποστασιοποιείσαι, να δίνεις προοπτική και νόημα. Επειδή, λέγοντας την ιστορία μου, ίσως λέω και πολλές άλλες ακόμα. Επειδή, παρ' όλα αυτά, παρ' όλη τη σύγχυση και τη μελαγχολία μου, ακόμα έχω πίστη στις λέξεις. Επειδή, παρότι ζηλεύω αυτούς που μπορούν να γράψουν λογοτεχνία με ξένα δράματα, εγώ μπορώ να τραφώ μόνο από τα δικά μου σπλάχνα. Αλλά κυρίως επειδή, όπως γράφει ο Μιγιάς, "η συγγραφή ανοίγει και την ίδια στιγμή καυτηριάζει τις πληγές"».

Η ανάγνωση, ο κύριος τρόπος μέσω του οποίου αντλώ από τη δεξαμενή της ανθρώπινης εμπειρίας, δεν είναι πάντοτε ευγενική μαζί μου, ευτυχώς. Παραπάνω από μια φορές σκέφτηκα τους δύο νεκρούς, τη Λιλιάνα και τον Ντανιέλ, τη δολοφονημένη και τον αυτόχειρα, με όρους σύγκρισης, εκείνη που δεν το επέλεξε και εκείνος που το επέλεξε, να το πλεονέκτημα. Με ενόχλησα και με εκνεύρισα, με θύμωσα κάνοντας τη σκέψη αυτή, είδα κάτι ποταπό μέσα μου, κάτι το συντηρητικό, κάτι το οποίο με λύσσα θα αρνιόμουν πως είναι συστατικό μου, όμως τέτοιας ποιότητας άνθρωπος είμαι, ακόμα ένα κρακ πήρε τη θέση του στην ηχητική αίθουσα, παρέα με άλλα πολλά, της ανάγνωσης τέκνα.

Κατά την ανάγνωση, προσπαθούσα να ελέγχω αν η αφήγηση της Μπονέτ έτεινε στον συναισθηματικό εκβιασμό, μήπως έλεγε: πώς μπορείς να πεις κάτι σε μια μάνα που πενθεί· χωρίς να το λέει ευθέως. Η απόπειρα βίαιης εξόρυξης συναισθήματος με κάνει να στυλώνω τα πόδια. Η Μπονέτ δεν ασχολείται με τον αναγνώστη αλλά με την εαυτή της, με την οικογένειά της και τον νεκρό πια γιο της, αυτοί είναι οι συντελεστές της εξίσωσης εδώ. Και αν σε επίπεδο απόπειρας συναισθηματικής ίασης κάτι τέτοιο μοιάζει προφανές, σε επίπεδο παραγωγής λογοτεχνίας μοιάζει ύποπτο, πώς γίνεται μια δημιουργός, μια πομπός να μην έχει κατά νου τον δέκτη; Σε περιπτώσει όπως αυτή, υποθέτω, πως είναι ακόμα πιο σαφές πως το βιβλίο, όταν ολοκληρωθεί, εγκαταλείπει τον συγγραφέα και περιφέρεται αυτόνομο στα ράφια των βιβλιοπωλείων, επιτρέποντας σε ξένα και άγνωστα χέρια και μάτια να το διαβάσουν.

Κάτι άλλο που σκέφτομαι, αυτή τη φορά μετά το τέλος της ανάγνωσης, και κάπως έχει να κάνει με τη διαπραγμάτευση της απόλαυσης, εμπεριέχεται στο εξής ερώτημα: το αδηφάγο διάβασμα οφείλεται στις αφηγηματικές αρετές ή είναι μια επώδυνη συναισθηματικά διαδικασία που θέλεις να τελειώσει το συντομότερο δυνατόν; Δεν ξέρω να πω, θα έλεγα γενικά και τετριμμένα πως κάπου ανάμεσα στα δύο βρίσκεται η απάντηση.

Πέρα από την (ενοχική) απόλαυση της ανάγνωσης, τις διακειμενικές αναφορές που κάποιες υπήρξαν κοινές (ο Όστερ ή ο Μαρίας για παράδειγμα) και άλλες σημειώθηκαν για περαιτέρω διερεύνηση, το έντονο συναίσθημα που η βιωματική γραφή της Μπονέτ μου γέννησε, υπήρξε και κάτι ακόμα που έκανε αυτή την ανάγνωση σημαντική και έχει να κάνει με τη διαπραγμάτευση του ζητήματος της ψυχικής υγείας με όρους θεραπείας. Ο Ντανιέλ είχε πάντοτε πρόσβαση σε ειδικούς με ισχυρή σύσταση, ένα προνόμιο οικονομικό και κοινωνικό το οποίο η πλειοψηφία δεν διαθέτει, επίσης, με βάση την αφήγηση της Μπονέτ, ο γιος της είχε και την υποστήριξη από τον οικογενειακό πυρήνα, ωστόσο δεν τα κατάφερε να υποτάξει τους δαίμονές του. Η αορατότητα της ψυχικής νόσου, παρά τις όποιες καμπύλες και νέες βιβλιογραφικές καταχωρήσεις, πέρασε κάτω από όλα τα ραντάρ, μεταμορφώθηκε, έδειξε να νικιέται, λούφαξε, αυτό που δεν έχει όνομα είχε τον τελευταίο λόγο. Το δεν υπάρχουν ασθένειες αλλά ασθενείς έμεινε απλώς ένα ευφυολόγημα, μια ευχή σε έναν θεό που δεν υπάρχει ή είναι κωφός.

Η αυτοχειρία, η πράξη ή ο ιδεασμός της, ειδικά για τους ορθολογιστές δίχως μεταφυσικές ανησυχίες, υψώνει ακόμα ένα φιλοσοφικό ερώτημα, δοκιμάζοντας τα όρια της ηθικής/ορθής επιλογής της επιθυμίας για ζωή απέναντι στην επιθυμία για θάνατο, ερώτημα αντιμέτωπο με τον μονόλογο των ζωντανών και τη σιωπή των αυτόχειρων.

Βιβλία όπως αυτό, πάντα θα μου φέρνουν στο μυαλό το καλύτερο ίσως της κατηγορίας πένθους, το Η χρονιά της μαγικής σκέψης της Τζόαν Ντίντιον.

υγ. Αναφέρθηκα στην πρόσφατη ανάγνωση του Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, περισσότερα εδώ, στο Περί γάμου και χωρισμού, περισσότερα εδώ, στο Η χρονιά της μαγικής σκέψης, περισσότερα εδώ, στον Όστερ, κυρίως στο Ημερολόγιο του χειμώνα, περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Καλυψώ Αγγελοπούλου
Εκδόσεις Κυψέλη

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2025

Φαπ - Jim Dodge

Μια ξεχωριστή θέση στην αναγνωστική μου καρδιά έχουν τα βιβλία εκείνα που λόγω μεγέθους μου κάνουν παρέα κάτι κυριακάτικα πρωινά, τότε συνήθως απλώνεται μπροστά μου ένα διάστημα κατάλληλο για απερίσπαστη ανάγνωση και το μέγεθος τους επιτρέπει μια ανάγνωση χωρίς αναβολές για το επόμενο χρονικό κενό, μια ενιαία εμπειρία, μια και έξω. Η ποσότητα είναι κάτι που εύκολα μπορεί με ασφάλεια να υπολογιστεί, η ποιότητα, ωστόσο, μένει να αποδειχτεί και να καθορίσει το σύνολο της εμπειρίας.

Μια από τις ισχυρότερες παρανοήσεις, πηγή διαξιφισμών και παρεξηγήσεων, είναι η διάκριση μεταξύ απλότητας και απλοϊκότητας. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα, λόγω του βραβείου Νόμπελ, αποτελεί η περίπτωση της Ανί Ερνό. Γράφει πολύ απλά, λένε οι διαφωνούντες ως προς τη λογοτεχνική αξία του έργου της· λες και αυτό είναι κάτι απλό, απαντούν με διάθεση για παιχνίδι με τις λέξεις οι απέναντι. Αγαπάμε λυσσαλέα την απλότητα στη γραφή, όσο και αν η αδρεναλίνη που εκ της συγγραφικής φιλοδοξίας πηγάζει μας γοητεύει.

Το Φαπ, με το πανέμορφο εξώφυλλο, αυτόματα με την κυκλοφορία του πήρε θέση ανάμεσα στα υποψήφια για ανάγνωση κάποιου χειμερινού πια κυριακάτικου πρωινού. Λόγω μεγέθους. Συγκεκριμένες, πόσο μάλλον υψηλές, λογοτεχνικές προσδοκίες δεν είχα, αλλά κανείς δεν επιθυμεί να προσθέσει μια ακόμα απογοήτευση σε μια μέρα όπως η Κυριακή και μάλιστα στην έναρξή της. Ο χωροχρόνος σκιαγραφεί τον αναγνωστικό ορίζοντα. Τι και αν ήταν τελικά ένα βράδυ μιας κουρασμένης Παρασκευής; Καμία σημασία δεν έχει, η ανάγκη ήταν συγκεκριμένη και παρούσα.

Μετά από μια σύντομη αναδρομή στη βιογραφία παππού και εγγονού, ο Ντοτζ μας αφηγείται με απλότητα μια όμορφη, γλυκόπικρη παρότι φαινομενικά μόνο γλυκιά, ιστορία, με μια διάθεση αρκετά παιγνιώδη, που ωστόσο έχει ρίζες και κάτω από την ορατή επιφάνεια. Ο παππούς με τη ροπή στον τζόγο, που ένας Ινδιάνος του έδωσε κάποτε τη συνταγή για ένα ουίσκι με σχεδόν απόλυτη περιεκτικότητα σε αλκοόλ και εκείνος το μεταλαμβάνει καθημερινά σε ικανή ποσότητα, θα ανοίξει τις πόρτες για τον ορφανό εγγονό του, με τη μανία του να σχεδιάζει και να κατασκευάζει φράχτες. Μια πάπια, που έσωσαν από βέβαιο θάνατο, θα προστεθεί στα μέλη αυτού του σπιτικού.

Από τις πρώτες σελίδες κιόλας θυμήθηκα το τελευταίο μυθοπλαστικό έργο του Τομ Ρόμπινς, Μπι όπως μπίρα.

Σύντομη παρέκβαση που ωστόσο θα με φέρει πίσω στο βιβλίο του Ντοτζ. Για χρόνια πίστευα πως τα βιβλία του Ρόμπινς είναι αστεία, συναισθηματική αφέλεια και περιορισμένη γνώση του τριγύρω ζόφου, η ασφάλεια της παιδικής ηλικίας. Λίγο πριν την αναγνωστική μου ενηλικίωση, ξαφνικά και χωρίς πρότερη συνειδητή επεξεργασία, συνειδητοποίησα πως το κωμικό ήταν απλώς ένα πέπλο, ένας παραμορφωτικός φακός της πραγματικότητας, ένα απαραίτητο δεκανίκι για την περιδιάβαση του κόσμου, μια ζώνη προστασίας από την πτώση στο πηγάδι της απελπισίας. Θα έβαζα και τον Βόνεγκατ σε αυτή την κατηγορία, αλλά εκείνος είχε έγκαιρα κάνει δήλωση προθέσεων κυκλοφορώντας το Σφαγείο νούμερο πέντε. Τέλος παρέκβασης.

Η πεποίθηση πως σημασία έχει ο τρόπος που κανείς αφηγείται μια ιστορία είναι τόσο κλισέ που αποτελεί μια απόλυτη αλήθεια, ίσως τη μόνη χωρίς εξαιρέσεις, όχι μόνο γιατί οι ιστορίες έχουν στο σύνολό τους ειπωθεί ξανά και ξανά στη ροή του ποταμού, αλλά γιατί επιβεβαιώνεται ξανά και ξανά μέσα από βιβλία όπως το Φαπ. Πριν συνεχίσετε την ανάγνωση, αναλογιστείτε για μια στιγμή την παρουσία του The Straight story στη φιλμογραφία του Ντέιβιντ Λιντς.

Επιστροφή στο Φαπ και μετράμε κινδύνους: η αναχωρητική λογοτεχνία που δεν συνομιλεί με τον τριγύρω κόσμο, αλλά και η ρεαλιστική, το μάλλον αντίθετό της, που εγκλωβίζεται σε αυτόν και στερείται λογοτεχνικότητας. Ο Ντοτζ πατάει και στις δύο πλευρές, παρότι ίσως ο αναγνώστης διακρίνει, μπουχτισμένος από φρίκη, μόνο την πρώτη, ο ρεαλισμός παραμένει εν πολλοίς καμουφλαρισμένος πίσω από στρώσεις μιας φαινομενικής και σίγουρα εκτός κλίματος αφέλειας. Μετράμε ακόμα: τον διδακτισμό, το δάκτυλο που δείχνει, πρόσφορο έδαφος στη σχέση ενός ηλικιωμένου με ένα παιδί. Άμεση απόρροια: η σοβαροφάνεια, να πάρουν στα σοβαρά ο συγγραφέας, ο αφηγητής και οι χαρακτήρες τον εαυτό τους. Ακόμα έναν: τη διάθεση για παραβολικότητα με κρυμμένα μηνύματα. Αλλά και: τον εγκλωβισμό στο αστείο. Μετρήσαμε ήδη: την απλοϊκότητα.

Αλεξικέραυνο που συνήθως κρατά μακριά τους παραπάνω κινδύνους: το παιχνίδι, όπως το αντιλαμβάνονται τα παιδιά. Έτσι γράφει ο Ντοτζ, όπως τα παιδιά παίζουν.

Οι συγγραφικές προθέσεις, έστω και με την πιθανότητα υποκειμενικής και άστοχης διάκρισής τους, η ικανοποίηση ή όχι αυτών, αποτελούν ένα κριτήριο πρόσληψης και κρίσης του εκάστοτε βιβλίου. Ο Ντοτζ μοιάζει να θριαμβεύει σε αυτό, έχοντας, κατά την κρίση μου πάντα, γράψει το βιβλίο που ήθελε να γράψει, το βιβλίο που από τις πρώτες κιόλας σελίδες έδειξε πως θέλει να γράψει. Πάμε ένα κλισέ, δεύτερη φορά στο ίδιο κείμενο: δεν είναι απλό να γράψεις απλά, πόσο μάλλον να αποποιηθείς δύο ρόλους, εκείνον που με τη σειρά του επισημαίνει πόσο χάλια είναι ο κόσμος, αλλά και εκείνον που καθησυχάζει και προτρέπει: δείτε τη φωτεινή πλευρά, εστιάστε στο καλό, επενδύστε σε θετική ενέργεια, μην αγχώνεστε, φωνάξτε μπροστά στον καθρέφτη: είσαι υπέροχος.

Θέλει ο Ντοτζ να εκτρέψει τη ροή του λογοτεχνικού ποταμού προς νέες κορυφές; Όχι. Είναι κακό αυτό; Όχι. Το ασκί με τα κλισέ μοιάζει έτοιμο να εκραγεί σκορπίζοντας χιλιάδες θραύσματα ολούθε.

Γιατί πρέπει κανείς να αναρωτιέται διαρκώς και επανειλημμένως κάτι τέτοιο; Ίσως γιατί η ψυχαγωγία έχει από καιρό εξοβελιστεί από το μπουκέτο με τα λουλούδια που ο καθένας μας, στην εποχή της ατομικότητας, νιώθει την υποχρέωση να γυρέψει και με προσοχή να μαζέψει. Η λογοτεχνία δεν θα μπορούσε να γλιτώσει από αυτό το μηδέν ένα. Πάμε πάλι: η σοβαροφάνεια, που δεν είναι μάστιγα μόνο ανάμεσα στους δημιουργούς αλλά και στους δέκτες.

Το Φαπ παρότι δεν θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο διαβάζει κανείς ίσως καταφέρει να πετύχει ένα καίριο πλήγμα στη διχρωμία, είτε του ερέβους της πραγματικότητας, είτε της φωτεινότητας της αφέλειας και, ας μη γελιόμαστε, του προνομίου. Πάμε μια τελευταία φορά: το να είναι κάτι αστείο δεν του στερεί a priori την επαφή με την πραγματικότητα, ένα μπούνκερ είναι η λογοτεχνία και όσοι γυρεύουν καταφύγιο και κρυψώνα σε αυτό μια χαρά γνωρίζουν πως τριγύρω μαίνεται πολυποίκιλος πόλεμος, δεν κάνουν καν πως δεν ξέρουν, παίρνουν απλά τις απαραίτητες ανάσες για να συνεχίσουν.

Ήταν ένα όμορφο βράδυ Παρασκευής αυτό.

Μετάφραση Αντώνης Καλοκύρης
Εκδόσεις Κυψέλη

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2024

Στόμα γεμάτο χώμα - Μπράνιμιρ Στσεπάνοβιτς

Ένα από τα βιβλία που σημάδεψαν την αναγνωστική μου εφηβεία, τότε που στις φοιτητικές παρέες εκείνα γύριζαν από χέρι σε χέρι, με αποτέλεσμα τα περισσότερα εξ αυτών να μην πέρασαν ποτέ στην ιδιωτική βιβλιοθήκη, ήταν το Στόμα γεμάτο χώμα. Παρά την ελάχιστη εμπειρία που διέθετα με μια, ίσως ακατανόητη και πιθανά αδικαιολόγητη, βεβαιότητα το είχα θεωρήσει αριστούργημα, έτσι, σκεφτόμουν, θα ήθελα να γράφω. Δεν θυμόμουν πολλά από εκείνη την ανάγνωση, πέρα από τον ξέφρενο χαρακτήρα της και τη βεβαιότητα περί αριστουργήματος, ίσως και πως ανήκε στο σώμα της υπαρξιακής λογοτεχνίας που κάποια χρόνια αργότερα τόσο με γοήτευσε και με καθόρισε, όχι μόνο αναγνωστικά. Πριν από λίγο καιρό, οι εκδόσεις Κυψέλη ανακοίνωσαν την επικείμενη επανακυκλοφορία του βιβλίου αυτού σε νέα μάλιστα μετάφραση. Προσδοκίες και φόβος απομάγευσης στα ύψη.

Και αν οι προσδοκίες μοιάζουν μάλλον δικαιολογημένες, η αναγνωστική επιστροφή σε ένα λογοτεχνικό νησί που επισκέφτηκα μικρός με γέμιζε από τον φόβο της κατάρρευσης του βωμού επί του οποίου είχα τοποθετήσει το Στόμα γεμάτο χώμα, η εμπειρία και το διαμορφωμένο μέσα στα χρόνια αισθητικό κριτήριο ακόνιζαν τα νύχια τους. Η επιστροφή είναι ταξίδι ολόκληρο, φορτωμένο αναπόφευκτα με το σαμάρι της προηγούμενης εμπειρίας, που μέσα στα χρόνια ο μύλος της αφήγησης του παρελθόντος σμίλεψε, χωρίς να νιώθει την παραμικρή υποχρέωση να υπακούσει απέναντι στην αλήθεια —ποια αλήθεια ακριβώς, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Κάθε αφήγηση του παρελθόντος, ακόμα και η πλέον μύχια ή ανείπωτη, διέπεται από αναπόφευκτη μυθοπλασία.

Ένας άντρας μαθαίνει από τον γιατρό πως του απομένουν μόλις λίγοι μήνες ζωής, τρεις λατινικές λέξεις, η αρρώστια, τιτλοφορούν το ελάχιστο μέλλον του. Βγαίνοντας από το ιατρείο θα βαδίσει προς τον σταθμό του τρένου, θα επιβιβαστεί και θα κατέβει νύχτα σε έναν έρημο σταθμό. Δυο άλλοι άντρες, επιθυμώντας να ξεφύγουν για λίγο από την καθημερινή ρουτίνα του άστεως ανεβαίνουν στο ίδιο εκείνο βουνό να κυνηγήσουν και να ψαρέψουν. Όταν τον αντικρίσουν θα αρχίσουν, χωρίς δεύτερη, ούτε καν πρώτη, σκέψη, να τον κυνηγούν, στην παρέα τους θα προστεθούν σιγά σιγά και άλλοι άντρες, ένας δασοφύλακας και ένας βοσκός, μεταξύ άλλων.

Αυτή είναι η υπόθεση της ιστορίας αυτής που διαδραματίζεται στα παρθένα βουνά του Μαυροβουνίου της τότε ενωμένης Γιουγκοσλαβίας. Μια απλή σε σύλληψη ιδέα, διαποτισμένη σε μεγάλο βαθμό από το παράλογο, που όμως στα χέρια του Στσεπάνοβιτς αποδεικνύεται αρκετή ως καύσιμη ύλη για τη νουβέλα αυτή, όχι απλώς για να ειπωθεί η ιστορία, αλλά για να λειτουργήσει ως η κορυφή ενός παγόβουνου, που κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και του ορατού κρύβεται το μεγαλύτερο μέρος του.

Είναι ένα από τα κύρια γνωρίσματα της καλής λογοτεχνίας αυτό, όσα υπονοούνται και δεν λέγονται ευθέως να την καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό, χωρίς αυτό να συνεπάγεται, όχι όσο αφορά την καλή λογοτεχνία, μια προσποιητή κρυπτικότητα ή μια επιτήδευση ψευδοφιλοσοφικού ύφους.

Ο Στσεπάνοβιτς χρησιμοποιεί δύο αφηγητές, έναν παντογνώστη τριτοπρόσωπο που αφηγείται τις σκέψεις του κυνηγημένου και έναν πρωτοπρόσωπο στο πρόσωπο του ενός εκ των δύο αρχικών κυνηγών. Αυτή η αφηγηματική διαδοχή αποδεικνύεται υψηλά λειτουργική, καθοριστική για τη συνάρθρωση της νουβέλας, και όχι ένα απλό και στείρο εύρημα εντυπωσιασμού. Τα ερωτήματα, με κύριο εκείνο του γιατί κυνηγούν αυτόν τον άντρα, μένουν αναπάντητα, παρότι φαινομενικά είναι απλά στην απάντησή τους, απλά ωστόσο λόγω της απόστασης που χωρίζει τον αναγνώστη από τους διώκτες, από το πλήθος που βρίσκεται στο κατόπι του κυνηγημένου άντρα, η εκ του ασφαλούς θέαση της παράλογης αυτής πράξης. Είναι, θα λέγαμε, ο τρόπος με τον οποίο ο όχλος λειτουργεί, χωρίς να εκκινεί από μια στέρεα σκέψη, αλλεργικός στο διαφορετικό, σε εκείνο που στέκει έξω από την αντιληπτική του ικανότητα, εκείνη που τον καθησυχάζει και τον βεβαιώνει, μην επιτρέποντάς του να πέσει στο πηγάδια της ματαιότητας, της έλλειψης ξεκάθαρου νοήματος που χαρακτηρίζει την ύπαρξη.

Το ζήτημα της αυτοκτονίας, της ζωοφόρου αυτής προοπτικής, παρά την εν γένει αντίφαση που προκύπτει, αποτελεί ίσως τη μοναδική υπερδύναμη με την οποία είναι οπλισμένος ο άνθρωπος, που νιώθει πως μπορεί να πάρει τη ζωή στα χέρια του αφαιρώντας την. Αλλά και εκείνη η άλλη, η αντίρροπη, η επιθυμία για ζωή που απορρέει από το ένστικτο της επιβίωσης, όταν το τέλος πλησιάζει δεν αποτελεί πια λύση αλλά συνθήκη προς αποφυγή.

Μπορεί η νουβέλα αυτή να μοιάζει απλή ως προς τα ερωτήματα και τα ζητήματα που θέτει, όμως η ποιότητα αυτών των ερωτημάτων και ζητημάτων είναι που την κάνει ταυτόχρονα σύνθετη και βαθιά φιλοσοφική, ακριβώς γιατί η απλότητα παύει πάραυτα όταν αρχίζει η διαπραγμάτευση. Θα επαναλάβω: η φιλοσοφική διάσταση της νουβέλας ούτε ψευδής είναι ούτε επισκιάζει τη λογοτεχνικότητα του κειμένου, αλλά, όπως της αρμόζει, διέπει τα κενά και τις ρωγμές τής αφήγησης, συνδιαμορφώνει το περιβάλλον εντός του οποίου το ανθρωποκυνηγητό λαμβάνει χώρα, και στο τέλος, ακόμα και όταν η μνήμη γύρω από την ακριβή υπόθεση φθαρεί ή χαθεί ολοκληρωτικά, εκείνη η αίσθηση της αγωνίας και της αγέλης ενάντια στο διαφορετικό θα επιζήσει στη μνήμη του αναγνώστη, επιτρέποντάς του, κατά ικανότητα ή βούληση, να την προσαρμόσει στα δικά του φίλτρα πρόσληψης και κατανόησης του φαινομένου της ζωής, ίσως και στη διαμόρφωση ενός οδηγού πλοήγησης από τον κόσμο αυτό. Μπορεί, βέβαια, πάντοτε μπορεί, να περάσει και να μην τον αγγίξει, είθισται αυτό να συμβαίνει.

Πανηγυρική υπήρξε η επιστροφή αυτή, ξέφρενη και ενισχυτική του τότε εναπομείναντος στη μνήμη συναισθήματος, αυτό είναι ένα πάρα πολύ σπουδαίο βιβλίο.

Μετάφραση Ισμήνη Ραντούλοβιτς
Εκδόσεις Κυψέλη

Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2023

Σανταράμ - Gregory David Roberts

Πέρυσι τον Δεκέμβρη, συντάσσοντας τη λίστα με τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '22, ανάμεσά τους και το Σανταράμ, έγραφα: «Πίστευα πως το βιβλίο αυτό θα ήταν ένα μεγάλο μέρος του Αυγούστου μου. Μια μεγάλη, χορταστική αφήγηση, δίπλα στο κύμα, ανάμεσα σε βουτιές, καφέδες και μπύρες. Ξέρετε τι λένε για τα σχέδια όμως, ε; Και καμία σημασία δεν έχει ποιον κατηγορεί καθένας ως αυτουργό. Αλλά πού θα πάει, θα έρθει η στιγμή που η πραγματικότητα θα γίνει τόσο δυσβάσταχτη, για ακόμα μια φορά, που η καταφυγή σε μια παράλληλή της θα είναι μονόδρομος. Άλλωστε, η πίστη πως θα το χρειαστώ το βιβλίο αυτό είναι που με κάνει να αρνούμαι την τηλεοπτική του μεταφορά». Και τα έφερε έτσι η ζωή που το Σανταράμ ήταν όντως το μεγαλύτερο μέρος του Αυγούστου μου, απλά με έναν χρόνο καθυστέρηση.

Και μόνο το βιογραφικό σημείωμα στο αυτάκι του βιβλίου να διαβάσει ο αναγνώστης σχετικά με τον Γκρέγκορι Ντέιβιντ Ρόμπερτς, θα νιώσει πως, ακόμα και αν επρόκειτο για μυθοπλαστική σύνθεση, διαθέτει το στοιχείο της υπερβολής. Αντίστοιχα νιώθω κάθε φορά που επανέρχομαι στη βιογραφία τού Τομ Ρόμπινς. Ήταν ήδη προφανές πως το περιεχόμενο του βιβλίου αυτού, σχετικά με την πολυετή παρουσία τού συγγραφέα στην Ινδία, θα ήταν ανάλογο και σε περιεχόμενο, εκεί που η πραγματικότητα υπερβαίνει τη φαντασία και τη λογοτεχνική επινόηση, ένα αρκετά έκκεντρο μεμουάρ με αρκετό πασπάλισμα εξωτισμού απόρροια της ίδιας της χώρας. Εκείνο που κυρίως με δελέασε για να διαβάσω το Σανταράμ ήταν η έννοια της ξενότητας, ένας άνθρωπος που φτάνει σε μια χώρα έξω από τη γνώριμη σύσταση και λειτουργία που έχουμε οι κάτοικοι του δυτικού κόσμου. Δεν ανέμενα κάτι ανάλογο των βιβλίων του Μπόουλς ή του Τσάτουιν, οι προσδοκίες μου, σε επίπεδο λογοτεχνίας, δεν ήταν τόσο υψηλές, ενώ και το πλαίσιο ήταν εξαρχής αντιδιαμετρικά διαφορετικό.

Δραπέτης από τις αυστραλιανές φυλακές, ο Ρόμπερτς, με πλαστά ταξιδιωτικά έγραφα, θα βρεθεί στην Ινδία. Το παρόν βιβλίο αποτελεί την καταγραφή της εκεί εμπειρίας του. Το γεγονός πως η προσέγγισή μου απέναντι στο βιβλίο ήταν εξαρχής λογοτεχνική και όχι ρεπορταζιακή με απάλλαξε από το μικρόβιο της αμφισβήτησης. Θέλω να πω πως δεν με ένοιαζε να εξακριβώσω την ειλικρίνεια και την πραγματικότητα των γεγονότων. Ακόμα και αν φαντάστηκε το μεγαλύτερο μέρος των όσων περιγράφει, αυτό ήταν κάτι που δεν με απασχόλησε στιγμή και δεν αποτέλεσε σε καμία περίπτωση κριτήριο σχετικά με την απόλαυση που μου χάρισε εν τέλει το βιβλίο αυτό. Η αλήθεια είναι πως στην προκειμένη περίπτωση το περιεχόμενο υπερβαίνει τη λογοτεχνική αξία, είναι αυτό, δηλαδή, που κυρίως χαρακτηρίζει το Σανταράμ, τα ίδια τα γεγονότα και η διαδοχή τους αποτελούν το κυρίως καύσιμο για την ανάγνωση του βιβλίου αυτού.

Αν και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για ένα κακογραμμένο βιβλίο, υπάρχουν λογοτεχνικά στοιχεία που το βαραίνουν. Ο Ρόμπερτς διέθετε συγγραφική φιλοδοξία, υποκινούμενος ίσως από την ίδια την εμπειρία του στην Ινδία, μια σπουδαία ιστορία, σχεδόν απίστευτη, από την οποία κατάφερε να βγει ζωντανός. Δεν ήθελε απλώς να κάνει μια ημερολογιακή καταγραφή των γεγονότων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δοκιμάσει, στιγμές στιγμές, έναν λόγο πιο ποιητικό, να χρησιμοποιήσει αρκετούς επιθετικούς προσδιορισμούς, να αποπειραθεί να προσδώσει μια λογοτεχνικότητα. Αυτό είναι ένα μειονέκτημα του βιβλίου, που του στερεί την ευκολία στο γύρισμα των σελίδων, που το κάνει λίγο πιο δύστροπο από εκείνο που του αναλογούσε. Η φύση της γραφής, ο αφηγητής που είναι και πρωταγωνιστής της ιστορίας, αναπόφευκτα τοποθετεί ένα τεράστιο, διαρκώς παρόν, εγώ. Κάποιες στιγμές μοιάζει να επιδιώκει κάπως βεβιασμένα να ανυψωθεί στο ίδιο επίπεδο των γεγονότων, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια υπόνοια ηρωικής χροιάς, μια ιδιότυπη εγωπάθεια, μια απόπειρα επιτηδευμένης σύνθεσης του εαυτού, που δεν αναδύεται ομαλά και μέσα από την ίδια την ανάγνωση, αλλά προσφέρεται, κάποιες στιγμές, ως μασημένη τροφή, μια υπόνοια πως γυρεύει τον θαυμασμό και τον εντυπωσιασμό. Θυμίζει κάπως τις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις της αστυνομικής λογοτεχνίας, όταν ο ιδιωτικός αστυνομικός αναφέρεται στον χαρακτήρα του αλλά και στον συναισθηματικό του κόσμο επεξηγώντας πώς αυτό επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τα γεγονότα και τις καταστάσεις. Δεν με πείραξε ιδιαίτερα αυτό, ήταν μια σύμβαση που σύντομα την αποδέχτηκα και τη συνήθισα.

Από την άλλη, αυτή η διαρκής παρουσία του εγώ αναδεικνύει ικανοποιητικά την αίσθηση του ξένου, το πώς δοκιμάζει να ενταχθεί και να επιβιώσει κάποιος σε ένα περιβάλλον ανοίκειο του οποίου το λεξιλόγιο δεν το κατέχει. Η σταδιακή κατανόηση εκ μέρους του Ρόμπερτς του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η ινδική κοινωνία αποδεικνύεται ιδιαίτερα λειτουργική, καθοδηγητική για τον αναγνώστη σε ένα εξωτικό περιβάλλον. Είναι ένα σημείο που ο συγγραφέας τα καταφέρνει καλά, φροντίζοντας να μην αναμείξει την εμπειρία με τη μετέπειτα γνώση, πέρα από κάποιες παρεκβάσεις και προοικονομίες απαραίτητες για την προώθηση της πλοκής και τη σύνδεση των γεγονότων. Το περιβάλλον, η Ινδία δηλαδή, κατέχει αναπόφευκτα πρωταγωνιστικό ρόλο. Αναγνωρίζω στον Ρόμπερτς πως δεν προσπάθησε να πουλήσει εξωτισμό, πέρα από κάποιες ποιητικές περιγραφές, όπως προείπα. Η αποφυγή αυτή βοηθάει να αναδυθεί η αγωνία της επιβίωσης που αποτελεί και τον κυρίως πυρήνα της ιστορίας του. Αυτή άλλωστε είναι η συνθήκη της παρουσίας του εκεί, σε αυτή την ιδιότυπη ομηρία στην οποία βρίσκεται όντας φυγάς. Το Σανταράμ δεν είναι οι αναμνήσεις ενός πλάνητα που βρέθηκε στην Ινδία με ένα σακίδιο στην πλάτη και αυτό καλό είναι να το γνωρίζει ο επίδοξος αναγνώστης αν πιστεύει πως θα διαβάσει κάτι μαγικό και εξωτικό, με χρώματα και αρώματα, καθώς εδώ κυριαρχεί το μαύρο και η αποφορά, η πραγματικότητα δηλαδή.

Αν και για μένα το γεγονός πως είναι μια πραγματική ιστορία, έστω με τις παρεμβάσεις και τις αλλοιώσεις της αφήγησης, δεν αποτέλεσε κυρίαρχο αναγνωστικό παράγοντα, αντιλαμβάνομαι πως για αρκετούς αναγνώστες θα λειτουργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο. Πραγματικά ή επινοημένα, τα όσα ήρθε αντιμέτωπος ο Ρόμπερτς αποτελούν μιας πρώτης τάξεως υλικό προς αφήγηση. Όπως προείπα, το περιεχόμενο εδώ υπερβαίνει των άλλων λογοτεχνικών συστατικών, είναι μια σύμβαση την οποία ο αναγνώστης οφείλει να δεχτεί, ειδάλλως θεωρώ πως, αργά ή γρήγορα, θα απορρίψει το βιβλίο. Διαβάζοντας όσα ως τώρα έγραψα αντιλαμβάνομαι πως στάθηκα κυρίως στις αδυναμίες του βιβλίου αυτού. Και αυτό συνέβη ακριβώς γιατί, παρότι είχα όλα τα χαρτιά φανερά, διάβασα το βιβλίο αυτό ως μυθιστόρημα και όχι ως μεμουάρ.

Ωστόσο, οι προσδοκίες που είχα για το Σανταράμ ικανοποιήθηκαν σε μεγάλο, αν και όχι σε απόλυτο, βαθμό. Η ξενότητα, η καταιγιστική δράση, η ανοίκεια, σε όλα τα επίπεδα εκτός ίσως του τουριστικού, ινδική συνθήκη και η μεγάλη απόσταση της πραγματικότητάς μου από εκείνη του Ρόμπερτς ήταν που με κράτησαν στην ανάγνωση παρά τις όποιες λογοτεχνικές ενστάσεις κατέγραψα παραπάνω. Η διαρκής πάλη ανάμεσα στο ηρωικό και το αντιηρωικό, η δυσκολία ταύτισης ή ενσυναίσθησης με τον ίδιο τον πρωταγωνιστή είναι καθοριστική, η εναλλαγή συμπάθειας και αντιπάθειας, επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας, χτίζει σταδιακά μια ιδιαίτερη αναγνωστική σχέση, αρκετά ιδιαίτερη και μάλλον περίπλοκη, σχέση που συνεχίζει να λειτουργεί και μετά το τέλος της αφήγησης. Υπάρχει και μια ωραία, δυνατή ερωτική ιστορία, η οποία ζέχνει ρεαλισμό, ένα καλοδεχούμενο αντίδωρο.

Ένα σίγουρα ιδιαίτερο βιβλίο.

υγ. Την ανάρτηση για τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '22 θα τη βρείτε εδώ. Για τα βιβλία του Μπόουλς: Τσάι στη Σαχάρα (εδώ), Ψηλά πάνω από τον κόσμο (εδώ), Ο καιρός της φιλίας (εδώ). Για τα βιβλία του Τσάτουιν: Ουτς (εδώ), Στην Παταγωνία (εδώ).

Μετάφραση Ευαγγελία Μούμα
Εκδόσεις Κυψέλη