Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζακλίν Χαρπμάν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζακλίν Χαρπμάν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Λογαριασμοί που κλείνουν για να μείνουν ανοιχτοί (μέρος Α')

Και αυτές οι λίστες, πώς μεγαλώνουν, με τρόπους διάφορους, της επιμονής και της συγκυρίας, μεταξύ άλλων, αλλά κυρίως: διαβάζοντας· γεγονός που διόλου, αν και φαινομενικά, παράδοξο δεν είναι, διαβάζοντας, λοιπόν, οι λίστες αντί να μικραίνουν μεγαλώνουν. Διάβασες ένα βιβλίο, σου άρεσε, τσεκάρεις την υπόλοιπη εργογραφία, ποια έχουν μεταφραστεί, ποια κυκλοφορούν, η λίστα μεγαλώνει, ένας ακόμη συγγραφέας. Να μια εκδοχή των πραγμάτων.

Βιβλίο Ι, Να συνεχίζεις, Λωράν Μωβινιέ, μτφρ. Ισμήνη Δούκα, εκδόσεις Σοκόλη

Έντεκα χρόνια πριν, ένα μικρό σε μέγεθος βιβλίο, ένα πρωί, με διέλυσε, το διάβασα και δεύτερη και τρίτη φορά, μάλλον το χάρισα ή το δάνεισα, δεν το βρίσκω πια ανάμεσα στα ετοιμόρροπα ράφια, μπορεί και κάπου να έχει κρυφτεί, Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη (μτφρ. Σπύρος Γιανναράς, εκδόσεις Άγρα), από τότε θυμάμαι: μια άνευ σημασίας μικροκλοπή σ' ένα σούπερ μάρκετ, ένα πραγματικό γεγονός, η δολοφονία του ενόχου από τον σεκιουριτά, κυρίως όμως τον τρόπο με τον οποίο ο, άγνωστος ως τότε σε μένα, Λωράν Μωβινιέ κέντησε σε μια και μόνη περίοδο την ιστορία αυτή, και όταν αυτό συμβαίνει, το απεχθές περιεχόμενο να δίνεται αριστοτεχνικά, να μην μπορείς να το αφήσεις από τα μάτια σου παρά την οργή, τη φρίκη, τον ζόφο, η καλή λογοτεχνία το κάνει αυτό, η τέχνη εν γένει το κάνει αυτό, ανάμεσα σε τόσα άλλα, δεν μας αφήνει να αποστρέψουμε το βλέμμα.

Κάπου στην άκρη του μυαλού μου, ένας φάκελος είχε δημιουργηθεί, Λωράν Μωβινιέ. Ως τότε κάτι άλλο δικό του δεν είχε κυκλοφορήσει. Το Να συνεχίζεις κυκλοφόρησε το 2021, δεν το πήρα χαμπάρι, η πλήρης εποπτεία της εκδοτικής παραγωγής είναι ανέφικτη, δεν είναι δικαιολογία αυτό, είναι μια πραγματικότητα. Κάπου, κάπως, μέσα στον χειμώνα, χάζευα μεταχειρισμένα βιβλία, το όνομα του συγγραφέα κάτι μου θύμισε, όπα, τι έχουμε εδώ! Φτιάχνοντας τη στοίβα με τα βιβλία της διακοπής, το πρόσθεσα, στην υποκατηγορία βιβλία συγγραφέων που μου άρεσαν πολύ τα προηγούμενά τους.

Τι βιβλίο! Όσα και αν προσδοκούσα, δεν ήταν αρκετά, ενθουσιασμός. Ένα χωρισμένο από χρόνια ζευγάρι, ένας έφηβος γιος που εμπλέκεται σε μια απόπειρα ομαδικού βιασμού, η μητέρα αποφασίζει να πάρει τον έλεγχο, πουλάει όσα έχει στο όνομά της ώστε να χρηματοδοτήσει ένα ταξίδι στο Κιργιστάν με τον γιο της, ένα ταξίδι με άλογα σε εκτάσεις αχανείς. Αν είχα διαβάσει το οπισθόφυλλο, μη γνωρίζοντας τον συγγραφέα, μάλλον θα το προσπερνούσα, αυτό δεν σημαίνει πως το οπισθόφυλλο δεν είναι ακριβές, σημαίνει απλά και μόνο πως είτε τα λέμε φίλτρα είτε κολλήματα, όταν πρόκειται να επιλέξουμε ένα βιβλίο, αυτό πάντοτε γίνεται εις βάρος ενός άλλου.

Η αφήγηση ξεκινάει από τη μέση των πραγμάτων, οι δυο τους κάνουν ήδη το ταξίδι, «Την προηγούμενη νύχτα, ο Σαμυέλ και η Σιμπύλ αποκοιμήθηκαν βλέποντας τ' άλογα να χάνονται πίσω από τ' άγρια σκιάδια και τις συστάδες λουλουδιών στους ορεινούς λειμώνες· παγετώνες, βουνά, πυκνά σύννεφα, η κούραση σ' ολόκληρο το σώμα και η νύχτα κάτω από τ' άστρα, στην κορυφή ενός λόφου που σχημάτιζε το ιδεώδες πλάτωμα για δύο σκηνές». Εν συνεχεία, παράλληλα με το ταξίδι, ο Μωβινιέ αριστοτεχνικά θα εμπλέξει διάφορα αφηγηματικά κλαδιά, αναλήψεις από το παρελθόν, το μακρινό και το κοντινό, θα εστιάσει πότε στον έναν και πότε στην άλλη, θα φέρει τη Γαλλία στο Κιργιστάν, τις προετοιμασίες, τις προσδοκίες, τις ενστάσεις και τις δυσκολίες, την περιπέτεια να ιππεύεις σε μια άγνωστη επικράτεια, εκεί που η φύση είναι υπεύθυνη, η θεά αν προτιμάτε, και το κάνει αριστοτεχνικά, όχι μόνο γιατί πιάνει και αφήνει τα κορδόνια κίνησης χωρίς κραδασμούς στις συνδέσεις και τις μεταβάσεις, αλλά, κυρίως, γιατί ενώ φλερτάρει έντονα με τον εξωτικισμό και τον αναχωρητισμό, με το μελό και τον εσωτερισμό, με ένα πίστεψε σε σένα, πάρε τη ζωή στα χέρια σου, με όλα αυτά που θα μπορούσαν κατά μόνας ή σε ομάδες συστατικών να συνθέτουν μια κακή λογοτεχνία/φιλοσοφία/βοήθεια, ο Μωβινιέ τα μεταχειρίζεται με έναν τρόπο συγκλονιστικό, να τα κλισέ χτυπούν την πόρτα, δεν έχει σημασία, λένε, το τι, αλλά το πώς, καλά λένε.

υγ. Για το Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη, περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 

Βιβλίο ΙΙ, Ορλάντα, Ζακλίν Αρπμάν, μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, εκδόσεις Αλεξάδνρεια

Τη χρονιά που πέρασε διάβασα το Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες, δεν γνώριζα τη συγγραφέα, το βιβλίο μεταφράστηκε εκ νέου και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αίολος σε μετάφραση της Μυρσίνης Γκανά, υπήρχε ήδη ένα χάιπ σχετικό, διαβάζοντάς το αντιλήφθηκα το γιατί ένα βιβλίο τριάντα χρόνια μετά αποκτά δημοφιλία, πολλές αναγνώστριες το είχαν κιόλας διαβάσει στα αγγλικά ή στο πρωτότυπο, λειτούργησαν και αυτές ως ξερά κλαδάκι για τη φωτιά, κάπως έτσι κι εγώ το διάβασα, μου το επισήμαναν. Τελειώνεις ένα βιβλίο που σου άρεσε κτλ κτλ τα είπαμε παραπάνω, υπήρξε στα ελληνικά ακόμα ένα δικό της, το Ορλάντα, λέω υπήρξε γιατί πλέον δεν κυκλοφορεί, ως εξαντλημένο εμφανίζεται, πρόσθετη αξία η αναζήτηση, η εύρεση προσφέρει μια πρώτη ικανοποίηση, το κυνήγι του χαμένου θησαυρού που στέφθηκε με επιτυχία, μια χαρά παιδαριώδης, δική σας ευθύνη η ανάγνωση της λέξης.

Ήταν Αύγουστος και ένιωθα την ελευθερία —δική μου η φυλακή αλλά μπόνους η διακειμενική αναφορά στο Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες— να διαβάσω ό,τι θέλω χωρίς να σκέφτομαι επαγγελματικά ως υπάλληλος βιβλιοπωλείου, πως πρέπει να είμαι ενημερωμένος, γιατί άντε και πρότεινα σε κάποιον την Ορλάντα, μετά τι θα του έλεγα, τρέξε πάρε σβάρνα τα παλαιοβιβλιοπωλεία και ψάξε;

Η λογοτεχνία, η συγγραφή και η ανάγνωσή της, δύναται να είναι επικίνδυνη στάση ζωής. Ας πούμε, η Αλίν, περιμένοντας στον σταθμό του τρένου την αμαξοστοιχία για Βρυξέλλες, διάβαζε Βιρτζίνια Γουλφ, με ένα ενδιαφέρον έντονα ακαδημαϊκό, γύρευε ξανά και ξανά, τα ερμηνευτικά κλειδιά να αποκωδικοποιήσει, να κάνει χρήση του τι θέλει να πει η ποιήτρια, και τότε, αφού σήκωσε το βλέμμα, αντίκρισε έναν νεαρό και αποφάσισε, ακαριαία και χωρίς δεύτερη σκέψη των κινδύνων, ένα κομμάτι της, το πιο αρσενικό, η Ορλάντα, να μετοικίσει στο κορμί του ευειδούς νέου, να το καταλάβει, να χωριστεί έτσι στα δύο. Αυτή είναι η σύμβαση την οποία μετέρχεται η συγγραφέας, αυτή είναι η σφυρίχτρα ώστε το παιχνίδι να αρχινίσει, ναι, το παιχνίδι. Το εύρημα αυτό, που δεν ανήκει ακριβώς στο κυρίως σώμα της λογοτεχνίας του φανταστικού, αλλά περισσότερο βασίζεται σε μια διάθεση παιγνιώδους διακειμενικότητας και συνομιλίας, που ταυτόχρονα βρίσκεται εντός του ευρύτερου πεδίου ενδιαφέροντος  της ψυχαναλύτριας συγγραφέα.

Το αποτέλεσμα υπήρξε πολύ ενδιαφέρον, η ανάγνωση κυλούσε, τα διακειμενικά νήματα ήταν παρόντα, η διάθεση για παιχνίδι εμφανής, ωστόσο δεν έπαθα πλάκα, ίσως γιατί το εύρημα και η ακολουθία του, που η συγγραφέας ορθά υλοποίησε ώστε να μη χαθεί στο γκροτέσκο χωρίς δυνατότητα επιστροφής, δεν επέτρεψαν στο μυθιστόρημα αυτό να λειτουργήσει πέρα από την επιφάνεια των σελίδων του, η ιστορία έμεινε καλά κλεισμένη εντός του, το ενδιαφέρον ήταν αυτό που έμεινε να το χαρακτηρίζει, άλλωστε, πιάνοντας το νήμα το Ορλάντο δεν το θεωρώ κορυφή στην εργογραφία της Γουλφ παρά την αδιαμφισβήτητη αξία και σημασία του, κυκλοφόρησε μην το ξεχνάμε πριν από εκατό χρόνια. Τρία χρόνια πριν την Βελγίδα συγγραφέα, η Βρετανή Ζανέτ Ουΐντερσον θα γράψει Το πάθος πατώντας με τον τρόπο της επίσης πάνω στο βιβλίο της Γουλφ.

υγ. Για το Εγώ που δεν γνώρισα του άντρες περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Ορλάντο της Γουλφ εδώ και για Το πάθος της Ουΐντερσον εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες - Jacqueline Harpman

Όσες ήξεραν, είχαν ήδη μιλήσει. Σημείωσα και περίμενα, αυτό ανάμεσα σε τόσα άλλα, κυκλοφόρησε. Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες. Περίμενα κάτι σύγχρονο, σίγουρα αυτομυθοπλασία, σε κάποια φεμινιστική απόχρωση, μια νεαρή συγγραφέα. Περνάω καλά κάνοντας αυτές τις υποθέσεις, είναι οι πρώτες στρώσεις επί των οποίων θα υψωθεί ο απολαυστικά αυθαίρετος ορίζοντας προσδοκιών, φανταστικά βιβλία. Έπεσα έξω τόσο που καμία νομιμοποίηση αυθαιρέτου δεν θα με κάλυπτε, κανένα πρόστιμο, καμιά γραφειοκρατική ελίτ τιμονιά κάποιου μηχανικού.

Η Χαρπμάν γεννήθηκε το 1929 στο Βέλγιο, πέθανε το 2012, εργάστηκε για κάποια χρόνια ως ψυχαναλύτρια, έγραψε αρκετά. Το βιβλίο, που ειδολογικά ανήκει στην επιστημονική φαντασία, εκδόθηκε το 1995, γνώρισε κάποια επιτυχία, πρόσφατα ανακαλύφθηκε ξανά, μια δεύτερη ζωή του δόθηκε. Το 1997 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση της Στύλβας Πράσσου, από χρόνια ήταν εξαντλημένο. Πρόσφατα κυκλοφόρησε εκ νέου από τις εκδόσεις Αίολος, αν κάποιοι ξέρουν καλά την επιστημονική φαντασία είναι αυτοί, σε νέα μετάφραση δια χειρός Μυρσίνης Γκανά.

«Από τότε που δεν βγαίνω πια σχεδόν καθόλου, περνάω πολύ χρόνο σε μια πολυθρόνα, ξαναδιαβάζοντας τα βιβλία. Μόνο τώρα τελευταία άρχισαν να με ενδιαφέρουν τα προλογικά σημειώματα. Οι συγγραφείς μιλούν εκεί πρόθυμα για τον εαυτό τους, εξηγούν για ποιους λόγους έγραψαν το έργο που παρουσιάζουν. Ξαφνιάζομαι: δεν ήταν λοιπόν πιο αυτονόητο σ' εκείνο τον κόσμο απ' ο,τι σε αυτόν που έζησα εγώ να μεταδίδει κανείς τις γνώσεις που είχε καταφέρει να αποκτήσει; Μοιάζουν να αισθάνονται συχνά την ανάγκη να διευκρινίσουν πως δεν υπάρχει κάποια έπαρση στο εγχείρημά τους, πως τους ζητήθηκε να γράψουν και πως δίστασαν πριν συναινέσουν. Τι παράξενο!».

Διάφορα νήματα ξεπηδούν από τις πρώτες αυτές γραμμές. Ορίζεται το αφηγηματικό παρόν, αφού όσα είναι να αφηγηθούν έχουν κιόλας συμβεί, ο ταμιευτήρας του παρελθόντος, σκοτεινός προς το παρόν, στέκει λίγο πιο πέρα. Ορίζεται ο τόπος, ένα μέρος από το οποίο η αφηγήτρια δεν βγαίνει πια. Διακρίνεται ο κόσμος, αυτός που εκείνη έζησε και ο άλλος για τον οποίο μαθαίνει μέσα από τα βιβλία που διαβάζει ξανά και ξανά. Μόνο πρόσφατα, μας λέει, απέκτησε ενδιαφέρον για τις εισαγωγές, για το γιατί της γραφής, δεν ήταν, υποθέτει εκείνη, κάτι το αυτονόητο, ο επίδοξος συγγραφέας έπρεπε πρώτα να πετάξει από πάνω του κάθε υπόνοια έπαρσης.

Δεν θυμάται πότε βρέθηκε στο κλουβί με τις άλλες γυναίκες, πρέπει να ήταν αρκετά μικρή, υποθέτει, είναι η μικρότερη από όλες, παρότι ο χρόνος εκεί, στην απομόνωση, δεν έχει τη σημασία που συνήθως του αποδίδεται, το τεχνητό φως διαρκώς παρόν, οι συνθήκες θερμοκρασίας πάντοτε σταθερές. Οι φύλακες, αμίλητοι, στέκουν διαρκώς σε επιφυλακή ώστε να επιβάλλουν τον κανονισμό, τι επιτρέπεται και τι όχι, ένα μαστίγιο σφυρίζει δίπλα σε εκείνη που τόλμησε, παρασύρθηκε, αφαιρέθηκε. Μια συνθήκη δυστοπική.

Μια από τις ελευθερίες που, μπορεί να είναι ευχή ή κατάρα για τον επίδοξο συγγραφέα, δίνει η επιστημονική φαντασία είναι πως η αιτιοκρατία διαθέτει μια κατά βούληση χαλαρότητα. Αυτός είναι ο κόσμος, η συνθήκη ζωής, αν προτιμάτε, που η Χαρπμάν οραματίστηκε, ο πυρήνας γύρω από τον οποίο αποφάσισε να βάλει σε περιστροφή την αφήγησή της, ένα κέντρο κράτησης γυναικών υπό το άγρυπνο βλέμμα των φυλάκων, μια από εκείνες θα αφηγηθεί εκ των υστέρων τη ζωή της.

Ανοίγω παρένθεση. Πρόσφατα σχετικά, καθ' υπόδειξη της σπουδαίας Τζέννυ Έρπενμπεκ, διάβασα το μυθιστόρημα της Μάρλεν Χαουσχόφερ, Ο τοίχος. Εκείνη την ανάγνωση θυμήθηκα αρκετές φορές διαβάζοντας το βιβλίο της Χαρπμάν, την ατμόσφαιρα, κυρίως, αλλά και τον αναληπτικό τρόπο αφήγησης των όσων συνέβησαν στο παρελθόν καθεμιάς από τις δύο αφηγήτριες. Κλείνει η παρένθεση.

Το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, που για χρόνια θεωρείτο παραλογοτεχνία, με τις ελευθερίες που προσφέρει, επιτρέπει στις επικράτειες της εναλλακτικής πραγματικότητας να γίνουν προσβάσιμες, και όταν κανείς αναφέρεται σε μια εναλλακτική, συνήθως αρνητική, σίγουρα όχι προφητική, με τον τρόπο της προειδοποιητική, τότε μπορεί να θίξει, πότε ευθέως αναλογικά και πότε παραβολικά, διάφορα ζητήματα, σκέψεις, ακόμα και να σπείρει κάποιες ιδέες φιλοσοφικές, κοινωνικές, πολιτικές ή ανθρωπολογικές. Είναι σημαντικό ωστόσο, ίσως το πλέον σημαντικό απ' όλα, η συγγραφέας να διαθέτει ένα πανοπτικό του υπό κατασκευή και λειτουργία κόσμου εντός του οποίου ενοικούν τα πρόσωπα και πραγματώνεται η πλοκή. Ακολούθως, είναι σημαντικός, επίσης, ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας θα ξεναγήσει/εξοικειώσει τον αναγνώστη με το σύμπαν αυτό. Η Χαρπμάν παίρνει άριστα δέκα και στα δύο αυτά κομμάτια.

Ο αναγνώστης, αντίθετα με την αφηγήτρια, γνωρίζει τον κόσμο στον οποίο θα ζούσε εκείνη αν δεν είχε βρεθεί σε αυτή τη φυλακή, όχι με ακρίβεια, αλλά το πλαίσιο μπορεί εύκολα και με ασφάλεια να εξαχθεί, για εκείνη είναι άγνωστο, από τις υπόλοιπες κρατούμενες και από τα βιβλία αντλεί τις γνώσεις εκείνες που τη βοηθούν να προβεί στις διάφορες υποθέσεις. Η αφηγήτρια, ωστόσο, διαθέτει ένα δικό της δυνατό χαρτί, ξέρει με ακρίβεια τα όσα συνέβησαν σε εκείνη ως τη στιγμή που πήρε την απόφαση να αφηγηθεί την ιστορία της. Έχουμε, λοιπόν, δύο πραγματικότητες, ο αναγνώστης τη δική του, την κοινή ανθρώπινη εμπειρία που για εκείνη είναι άγνωστη, και η αφηγήτρια αντίστοιχα τη δική της.

Το Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες είναι ένα βιβλίο ανησυχαστικό, το κλίμα που επικρατεί εντός του, επίσης. Άπαξ και το πιάσεις στα χέρια σου, δυσκολεύεσαι να το αφήσεις. Η αναγνωστική εμπειρία, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην εξέλιξη της πλοκής, δεν έχει μόνο να κάνει με τα ευρήματα και τις ανατροπές, απαραίτητες για να στηθεί και να σταθεί η κατασκευή, αλλά όχι περιοριστικές για το περιεχόμενο, ανοιχτό σε αναγνώσεις και ερμηνείες. Η Χαρπμάν, μεγάλη λάτρης της επιστημονικής φαντασίας, γνώστρια, λοιπόν, του είδους, παράλληλα με τις σπουδές και τις εμπειρίες της ψυχανάλυσης, σίγουρα με τριβή στα φεμινιστικά κινήματα, κατασκευάζει μια φυλακή, να ο Φουκό και η θεωρία του που παραπάνω προοικονομήθηκαν, κλείνει σε αυτή κάποιες γυναίκες, με τους άντρες να είναι παρόντες μόνο ως φύλακες, απανθρωποιεί και ανακατασκευάζει, διαπραγματεύεται, μέσω της αφηγήτριάς της, εκ νέου μια σειρά από πράγματα δεδομένα.

Η ανάγνωση, τριάντα και χρόνια μετά, του μυθιστορήματος αυτού, δικαιολογεί γιατί ήρθε ξανά στην επιφάνεια του αναγνωστικού ενδιαφέροντος, γιατί θεωρείται σημαντικό για ποικίλους λόγους, γιατί, εκτός από καλή λογοτεχνία, απολαυστική παρά το ζοφερό χαρακτήρα της, είναι ένα βιβλίο που αποδεικνύει για ακόμα μια φορά κάτι που συνηθίζουμε να αφήνουμε απέξω και έχει να κάνει με την οξυδέρκεια ως συγγραφική αρετή, την ικανότητα, στην επικράτεια του γενικού και αόριστου ορισμού του ταλέντου, στο όχημα της αφήγησης να φορτώνονται ένα σωρό ακόμα αποσκευές. Το Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες υπηρετεί άρτια τα ειδολογικά χαρακτηριστικά της επιστημονικής φαντασίας αλλά δεν εγκλωβίζεται και δεν περιορίζεται σε αυτά. Δεν πρόκειται για ένα βιβλίο που αφορά μόνο το φανατικό κοινό του είδους.

υγ. Για το Ο τοίχος έγραφα αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!  
 
Μετάφραση Μυρσίνη Γκανά
Εκδόσεις Αίολος