Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Μαΐου 2025

Θα κάψω το Παρίσι - Bruno Jasieński

«Ξεκίνησε από ένα μικρό, φαινομενικά ασήμαντο περιστατικό, χαρακτήρα σίγουρα προσωπικού. Κάποιο όμορφο βράδυ του Νοέμβρη, στη γωνιά της οδού Βιβιέν και της λεωφόρου της Μονμάρτης, η Ζανέτ δήλωνε στον Πιερ ότι χρειάζεται οπωσδήποτε βραδινά γοβάκια.»

Εκείνο το πρωί, ο επιστάτης σταμάτησε δίπλα στον Πιερ, του ζήτησε να μαζέψει τα εργαλεία του, απολυόταν. Ήταν κάτι που συνέβαινε ήδη κάποιες βδομάδες, όχι μόνο στο συγκεκριμένο εργοστάσιο, αλλά παντού, αργά και σταθερά εργάτες παύονταν, η ζήτηση είχε πέσει, η προσφορά έπρεπε να ακολουθήσει, οι καμπύλες είναι αυστηρές, δεν διαθέτουν ανθρωπιά, αντιλαμβάνονται μόνο νούμερα, τέτοιο ήταν και ο Πιερ, τέτοιο και το αντίτιμο για ένα ζευγάρι βραδινά γοβάκια, που η Ζανέτ χρειαζόταν και εκείνος με όλη του την καρδιά θα ήθελε να της προσφέρει, ένα ακόμα δώρο, όμως η αποζημίωση δεν ήταν παρά ελάχιστη. Η Ζανέτ απομακρυνόταν, ο Πιερ έψαχνε μάταια κάποιο άλλο πόστο, η ζωή από τη μια στιγμή στην άλλη ανατρέπεται, χωρίς γυρισμό, όλα τα ανθρώπινα αποτιμώνται σε μονάδες χρήματος, έτσι ο Πιερ, βρέθηκε χωρίς κοπέλα, χωρίς σπίτι, χωρίς κάτι να βάλει στο στόμα του. Ένας ακόμα από τους πολλούς που περίσσευαν στην εξίσωση της κρίσης που είχε σκιάσει το Παρίσι και το σύστημα απέβαλε μήπως και επιβιώσει.

Έτσι, από ένα μικρό, φαινομενικά ασήμαντο περιστατικό, χαρακτήρα σίγουρα προσωπικού, ξεκίνησε η αφήγηση αυτή, για να μετατραπεί σε κάτι τεράστιο, άκρως σημαντικό περιστατικό, χαρακτήρα σίγουρα συλλογικού. Από ένα μικρό, αόρατο δια γυμνού οφθαλμού, βακτήριο, το yerisnia pestis, ξεπηδά μια πανδημία πανούκλας, δύο δοκιμαστικοί σωλήνες από το Ινστιτούτο Παστέρ ήταν αρκετοί, το Παρίσι μπαίνει σε καραντίνα, το κέντρο των πάντων απομονώνεται, ο θάνατος δεν διαθέτει ανθρωπιά, δεν εξετάζει προνόμια ταξικά, κοινωνικά και οικονομικά, αντιλαμβάνεται μόνο ξενιστές μέσω των οποίων επελαύνει, χωρίς να υπολογίζει πως ο αφανισμός των ξενιστών θα είναι και ο δικός του αφανισμός, το δικό του τέλος, να μια ομοιότητα με τον καπιταλισμό, που ό,τι δεν χρειάζεται το αποβάλει, βακτήρια που παρασιτούν και εξαπλώνονται χωρίς να υπολογίζουν τίποτα στο διάβα τους, και στο τέλος τους, αν υπάρχουν επιζώντες, θα κληθούν να σηκώσουν το βάρος της επόμενης μέρας της καταστροφής, να μαζέψουν τα συντρίμμια, να θεμελιώσουν έναν καινούργιο πολιτισμό, που θα διατηρεί στη μνήμη ζωντανή την επικινδυνότητα της εκμετάλλευσης στον βωμό του κέρδους των λίγων.

Το Θα κάψω το Παρίσι, το πρώτο έργο του Πολωνού Μπρούνο Γιασένσκι που εκδίδεται στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Έρμα και σε μετάφραση της Αναστασίας Χατζηγιαννίδη, είναι ένα φοβερό βιβλίο. Ο Γιασένσκι, ένας από τους πρωτοπόρους του ευρωπαϊκού μοντερνισμού, ήρθε από νωρίς σε επαφή με τα αβάν γκαρντ κινήματα της εποχής, τη ρωσική πρωτοπορία και τον φουτουρισμό, και σταδιακά θα ενστερνιστεί τις μαρξιστικές ιδέες, θα βρει καταφύγιο στο Παρίσι το 1925, όπου το 1928 θα εκδώσει το Θα κάψω το Παρίσι, το οποίο προκάλεσε εντύπωση και δίχασε αφού από κάποιους θεωρήθηκε αριστούργημα αλλά από άλλους κρίθηκε ως αμφιλεγόμενο. Η πρωτοπορία, σ' όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης δημιουργίας, σπάνια λαμβάνει άμεσα την καθολική υποδοχή, άλλωστε. Η τότε πρωτοπορία του βιβλίου αυτού στο σήμερα φαίνεται και από το γεγονός πως μοιάζει ύστερο της εποχής του, κάτι που δεν νομίζω πως περιορίζεται στη γέννηση του σουρεαλισμού μέσα από τον φουτουρισμού, αλλά και την ακόλουθη εμφάνιση του υπαρξισμού. Παρότι εξ αρχής είχα υπόψη μου πως εκδόθηκε το 1925, δεν ήταν λίγες οι φορές που ένιωθα πως η πλοκή λαμβάνει χώρα μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, σκεφτόμουν με διαφορετικούς όρους τη συσχέτιση με την Πανούκλα του Καμί, για να δώσω μόνο ένα παράδειγμα.

Ο Γιασένσκι, στο Θα κάψω το Παρίσι, χρησιμοποιεί ως εύρημα την παρισινή πανούκλα, με έναν τρόπο εργαστηριακής παρακολούθησης, γι' αυτό αρκετοί διέκριναν και επέκριναν ένα νατουραλιστικό χαρακτήρα στο έργο. Η φιλοδοξία όμως του συγγραφέα θεωρώ πως θα ασφυκτιούσε σε έναν τόσο στενό ειδολογικό περιορισμό, το ίδιο το έργο, επίσης. Το Παρίσι της εποχής, πολυσυλλεκτικό και σε αναβρασμό, αποτελεί το τέλειο σκηνικό ζυμώσεων, καθώς ταυτόχρονα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μεσοπολεμικής παρακμής και ύφεσης, την ίδια στιγμή όμως που η πρωτοπορία και η επιρροή από τα ανατολικά έχουν διεισδύσει στο συλλογικό σώμα της ετερόκλητης μητρόπολης, με την ανάμνηση της Κομμούνας να είναι σχετικά φρέσκια. Διόλου απλή και εύκολη δεν είναι, λοιπόν, μια ειδολογική κατάταξη του μυθιστορήματος αυτού, στο οποίο αντανακλάται η πολύπλοκη σύνθεση της γαλλικής πρωτεύουσας, της ανθρώπινης συνθήκης εν γένει.

Παρότι υπάρχει ένα κεντρικό εύρημα, η πανούκλα, αυτό δεν λειτουργεί ούτε εγκλωβιστικά αλλά ούτε άναρχα απελευθερωτικά για τον συγγραφέα, που δεν ξεστρατίζει αποπροσανατολισμένος από την ίδια του την έμπνευση ή την επικίνδυνη μέθη της συγγραφής. Είναι θαυμαστή η ισορροπία που επιτυγχάνει ο Γιασένσκι ανάμεσα στο φανταστικό και το ρεαλιστικό, ο τρόπος με τον οποίο η αχαλίνωτη φαντασία συνυπάρχει με την οξυδερκή παρατήρηση και την πολιτική στράτευση είναι που καθιστά τόσο σημαντικό το Θα κάψω το Παρίσι, τόσο φρέσκο και άχρονα διαχρονικό επίσης, ο καπιταλισμός και οι κρίσεις του, άλλωστε, συνοψίζουν ακόμα και σήμερα εν πολλοίς την ανθρώπινη ιστορία. Η υπέρβαση των όποιων αναμενόμενων περιορισμών, η άνεση με την οποία ο Γιασένσκι δοκιμάζει τα όρια της γραφής, τόσο σε επίπεδο μορφής, όσο και περιεχομένου, αντανακλά τη σύνθετη φύση της ανθρώπινης παρουσίας στον πλανήτη, καθιστώντας ακόμα και το ίδιο το υποκείμενο της γραφής ανεπαρκές, χαρακτηριστικό παράδειγμα που ένα έργο υπερβαίνει τον δημιουργό του, και αυτό προκύπτει από την ανάγνωση, ως αίσθηση, ίσως από την ανεπάρκεια του αναγνώστη, τη δική μου στην προκειμένη περίπτωση, που δυσκολεύεται να αποδεχτεί πως το μυθιστόρημα υπήρξε πλήρως ελεγχόμενο από τον δημιουργό του, ταυτίζοντάς τον ίσως με τον καψερό Πιερ τη στιγμή που τα μάτια του λάμπουν μπροστά στους δοκιμαστικούς σωλήνες με το ένοχο βακτήριο.

Αν κάτι απουσιάζει από το Θα κάψω το Παρίσι, αυτό είναι η μελαγχολία, η άρνηση και η ματαιότητα πως τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει, παρά τον διάχυτο ζόφο, παρά το θανατικό που σέρνεται από πόρτα σε πόρτα. Η αλλαγή ωστόσο κοστίζει, αυτό ο Γιασένσκι το υπενθυμίζει στην κάθε ελάχιστη αφορμή, τίποτα δεν θα αλλάξει χωρίς κόστος, και το τίμημα που το κυριαρχικό σύστημα προκαλεί καθημερινά είναι τεράστιο, αφού θέτει σε κίνδυνο ακόμα και τον πλήρη αφανισμό του ανθρώπου, σπαταλώντας τους πόρους, αδιαφορώντας για τους φυσικούς περιορισμούς, εμμένοντας σε μια ανόητη ανθρώπινη παντοδυναμία, το ατομικό, ωστόσο, θα πρέπει να θυσιαστεί στο συλλογικό, άλλος δρόμος δεν υπάρχει.

Από τις πλέον σημαντικές κυκλοφορίες της χρονιάς, ένα ακόμα κενό από την παγκόσμια γραμματεία που έρχεται να συμπληρωθεί εκατό χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία τού Θα κάψω το Παρίσι.

υγ. Ο Μπρούνο Γιασένσκι έρχεται να συμπληρώσει αναγνωστικά, ως τέταρτη όψη, μια σημαντική συγγραφική τριάδα εκ Πολωνίας, την Τοκάρτσουκ, τον Γκομπρόβιτς και τον Λεμ, περισσότερα γι' αυτούς θα βρείτε εδώ.

Μετάφραση Αναστασία Χατζηγιαννίδη
Εκδόσεις Έρμα

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2025

Olga Tokarczuk, Μέρος τρίτο, Εμπούσιον

Μετά από την όμορφη παράκαμψη που περιελάμβανε την ανάγνωση δύο ακόμα μυθιστορημάτων της νομπελίστριας συγγραφέα Όλγκα Τοκάρτσουκ (Πλάνητες, Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών) το Εμπούσιον εμφανίστηκε στον αναγνωστικό ορίζοντα.

Πρώτα ένα ντισκλέιμερ για το όνομα. Μόλις έπιασα το μυθιστόρημα στα χέρια μου, γεμάτος χαρά και προσδοκίες, τόνισα τον τίτλο στη λήγουσα, Εμπουσιόν, προοικονομώντας μια γαλλική εσάνς, όμως έκανα λάθος. Ο τίτλος προκύπτει από τη σύντμηση δύο λέξεων αρχαιοελληνικής προέλευσης, Έμπουσα και Συμπόσιο. Και αν το Συμπόσιο παραπέμπει με σαφήνεια στο ομώνυμο έργο του Πλάτωνα, η Έμπουσα, δαίμονας θηλυκού γένους που σχετιζόταν με τη χθόνια θεότητα Εκάτη και άλλαζε διαρκώς μορφές και έτρωγε ανθρώπινες σάρκες, μάλλον είναι σχετικά άγνωστη.

Παρότι αποφεύγω όσο μπορώ την όποια πληροφορία σχετικά με ένα βιβλίο που πρόκειται να διαβάσω, αποφεύγοντας ακόμα και το οπισθόφυλλο, η συσχέτιση του Εμπούσιον με Το μαγικό βουνό του Τόμας Μαν περιήλθε στη γνώση μου. Πέρα από τις όποιες πινελιές στον ορίζοντα προσδοκιών μου, η σχέση αυτή επανέφερε στη μνήμη εκείνη την πασχαλινή ανάγνωση πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια, τον εγκλωβισμό του νεαρού μηχανικού Χανς Κάστορπ στο σανατόριο, τη μετατροπή μιας επίσκεψης στον άρρωστο ξάδερφό του σε νοσηλεία του ίδιου, αυτό το αργό πέρασμα από τη συνθήκη του υγιούς σε εκείνη του πάσχοντος. Όπως είθισται να συμβαίνει με τα σπουδαία έργα της παγκόσμιας γραμματείας, Το μαγικό βουνό είναι ένα πολυεπίπεδο έργο, προσβάσιμο μέχρι ενός σημείου, απαιτητικό για την πλήρη κατάκτησή του. Η ανάμνηση της εμπειρίας εκείνης και η επίγνωση του πατήματος σε ορισμένες μόνο κορυφές, πιθανότατα χαμηλών και προφανών, είναι ο συνδυασμός που διατηρεί διαρκώς επίκαιρο το διακύβευμα μιας μελλοντικής επανανάβασης.

Πίσω στο Εμπούσιον. Σεπτέμβριος του 1913, σανατόριο Γκέρμπερσντορφ, Κάτω Σιλεσία. Στους πρόποδες των βουνών λειτουργεί ένα σανατόριο στο οποίο καταφεύγουν φυματικοί ελπίζοντας στην ίαση που το υψόμετρο και η ιατρική φροντίδα υπόσχονται. Ο Βόινιτς, φοιτητής ακόμα, με διάγνωση φυματίωσης είναι ένας από αυτούς. Από το ελάχιστο αυτό κομμάτι περίληψης, οι αναλογίες με το έργο του Τόμας Μαν είναι διακριτές.

Ένα ερώτημα προκύπτει αναπόφευκτα. Γιατί η Τοκάρτσουκ επιλέγει να πει αυτή την ιστορία, ενώ η σκιά του Μαγικού βουνού πέφτει βαριά στο ποτάμι της παγκόσμιας λογοτεχνίας; Δεν είναι εύκολο, απλό ή ασφαλές να απαντηθεί ένα τέτοιο ερώτημα, όχι χωρίς να καταφύγει κανείς στα λόγια της ίδιας της συγγραφέα. Ας αφήσω για αργότερα την απόπειρα απάντησης.

Ας ειπωθεί πρώτα κάτι κλισέ μα απαραίτητο: το να γράψει κανείς ένα μυθιστόρημα πατώντας σε ένα γνώριμο πατρόν δεν είναι κάτι απλό, σίγουρα όχι ακίνδυνο, η σύγκριση, διαρκώς παρούσα, στέκει αυστηρός κριτής. Ας ειπωθεί κάτι ακόμα: η Τοκάρτσουκ δεν έχει ανάγκη να αναζητήσει ευθεία έμπνευση στο αρχετυπικό μυθιστόρημα του Μαν. Οπότε επανερχόμαστε στο παραπάνω ερώτημα.

Η μετάβαση στην καθημερινότητα του σανατορίου, ιδιαίτερα σήμερα που κάτι τέτοιο δεν αποτελεί ιατρική συνήθεια, δεν είναι απλή. Η πορεία οφείλει, και η Τοκάρτσουκ το ξέρει, να είναι αργή. Η ρουτίνα στα μέρη εκείνα ήταν βασικός πυλώνας λειτουργίας, η ανία ήταν ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό, το πνιγηρό περιβάλλον από τη διάχυτη αρρωστίλα επίσης. Με αργά και σταθερά βήματα, μια κλασικότροπη αφηγηματική φωνή ακολουθεί τον Βόινιτς στο ταξίδι και στην ανάβασή του μέχρι τους πρόποδες του βουνού, εν συνεχεία τον αφήνει να περιπλανηθεί, να γνωρίσει το μέρος και τα πρόσωπα, τις συνήθειες και τις δραστηριότητες των τροφίμων. Αυτό το αργό μονοπλάνο, απαραίτητο για την εισαγωγή του αναγνώστη, μπορεί να ενοχλήσει έτσι όπως είναι αντιστικτικό στον υψηλής ταχύτητας κόσμο τριγύρω μας, είναι όμως η μόνη οδός ώστε να γεφυρωθεί το χάσμα ενός αιώνα και να στηθεί με πειστικό τρόπο το σκηνικό και η εντός αυτού δράση. Μια σειρά από γεγονότα, που στον κάτω κόσμο των υγιών θα περνούσαν μάλλον απαρατήρητα, εδώ λαμβάνουν μεγαλύτερες διαστάσεις, η βαρύτητα δεν υπακούει στους ίδιους νόμους.

Και αυτό το γιατί της επιλογής της Τοκάρτσουκ όλο και επιστρέφει.

Ας ειπωθεί κάτι απλοϊκό ακόμα: η δεινότητα της γραφής της Τοκάρτσουκ είναι δεδομένη. Επίσης: κάθε τι είναι τοποθετημένο με τρόπο τέτοιο, συχνότατα όχι προφανή, ώστε να εξυπηρετεί τον συνολικό μηχανισμό. Η τυχαιότητα δεν είναι παράγοντας εδώ, η έμπνευση έρχεται να συμπληρώσει και να απογειώσει τη μηχανική της κατασκευής.

Ο αναγνώστης, έναν αιώνα μετά, δεν θεωρεί δεδομένη την αποκλειστική και κυρίαρχη αντρική παρουσία στη διανομή των ρόλων. Σήμερα, ελπίζω πως, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Άσχετα αν συμφωνεί κανείς με την αναθεωρητική αναγνωστική ματιά στη λογοτεχνία (στην προκειμένη περίπτωση) του παρελθόντος, δεν είναι κάτι που κάνει εντύπωση, είναι ένα δείγμα, θετικό ή αρνητικό είναι μια άλλη συζήτηση, της κοινωνικής συγχρονίας, του πλουραλισμού εκείνου που πια έχει στερήσει του λευκούς δυτικούς άντρες την αποκλειστικότητα παραγωγής αφήγησης και άρα ερμηνείας του κόσμου μέσα από το δικό τους πρίσμα.

Αναφέρομαι σε αυτό γιατί παρέα με τον αργό εγκλιματισμό του αναγνώστη στις συνθήκες της ζωής στο σανατόριο, η αντρική παρουσία μονοπωλεί τα υψηλά στρώματα, οι γυναίκες, αν δεν ανήκουν στο βοηθητικό προσωπικό, τότε βρίσκονται σε ένα περιθώριο, αποκομμένες από την αντρική πλειοψηφία και που η μόνη σχέση μαζί τους είναι το ερωτικό παιχνίδι,  και αυτό μόνο σε ένα θεωρητικό επίπεδο, ούτε καν σωματικό. Ανάμεσα στις σπουδαίες συζητήσεις των αντρών, για την πολιτική ή τη θρησκεία για παράδειγμα, συχνά πυκνά γίνεται αναφορά στις διαφορές των δύο φύλων, στους λόγους που οι γυναίκες είναι κατώτερες δημιουργίες, θεϊκές ή βιολογικές, μικρή σημασία έχει.

Και ίσως αυτό το νήμα, ολοένα και πιο διακριτό στην πορεία της ανάγνωσης να μπορεί να αποδειχτεί καθοριστικό για τη συνολική πρόσληψη αλλά και για την απάντηση στο γιατί της επιλογής της Τοκάρτσουκ. Ας δώσω μια ερμηνεία υποκειμενική.

Έχοντας συμπληρώσει το πρώτο τέταρτο του εικοστού πρώτου αιώνα, είναι κάπως λυπηρό, ας το θέσω ήπια και κομψά, να υπάρχει ακόμα η επίκληση της αυθεντίας σε όλα τα επίπεδα. Και στη λογοτεχνία δεν συμβαίνει λιγότερο, κάθε άλλο. Η επίκληση αυτή συνήθως γίνεται από εκείνους (λευκοί στρέιτ χριστιανοί άντρες, ω τι έκπληξη μαμά!) οι οποίοι νιώθουν πως αποτελούν τη συνέχεια της (όποιας) κυρίαρχης αφήγησης. Και αυτό είναι κάτι το λογικό. Βέβαια, το γεγονός πως το γιατί είναι εξηγήσιμο διόλου δεν το καθιστά δικαιολογήσιμο. Δυσκολότερα εξηγήσιμο είναι το γιατί κουρνιάζουν στην επίκληση της αυθεντίας άνθρωποι που δεν ανήκουν σε αυτή την ιδιότυπη κοινωνική ομάδα. Αλλά αυτό είναι μια ακόμα μεγαλύτερη συζήτηση.

Η Τοκάρτσουκ, ιδιαιτέρως πολιτική συγγραφέας, με έντονο το στοιχείο αυτό στη γραφή της, στα μάτια μου, όπως αυτά διάβασαν το Εμπούσιον τουλάχιστον, με έναν τρόπο έξυπνο θέτει αυτό το ζήτημα, της αντρικής λευκής κυριαρχίας, ως βασικό πυλώνα του μυθιστορήματος αλλά ταυτόχρονα και υπονομευτικό. Υποθέτω πως ανάλογα από το σημείο εκκίνησης του κάθε αναγνώστη, το σημείο στο οποίο αρχίζει να εμφανίζεται και ολοένα να εντείνεται η όχληση διαφέρει. Σε κάποιους ίσως δεν σχηματιστεί ποτέ, ίσως εκείνοι να είναι οι πρώτοι που θα βγουν να φωνάξουν πως σε τίποτα δεν χρειάζεται μια σύγχρονη διασκευή του Μαγικού βουνού, μένοντας στο προφανές και επιφανειακό. Και αυτή η απόσταση από την αφετηρία μέχρι την έλευση της όχλησης ίσως αποτυπώνει γεωμετρικά τη διήθηση της κυρίαρχης αφήγησης, την εσωτερίκευσή της. Όσο δεν μας προκαλεί κάποια εντύπωση, ακόμα και αν θέσουμε το ιστορικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής εκείνης εντός του οποίου λαμβάνουν χώρα οι συζητήσεις αυτές, τόσο αυτό δείχνει την κυριαρχία.

Χωρίς να κάνω σπόιλερ, θα πω πως ένας ακόμα βασικός άξονας του βιβλίου και με τον τρόπο του ανθρωπιστικός (μη μισανθρωπικός), είναι η απουσία δυαδικών ζευγών στην πρόσληψη και ερμηνεία του κόσμου, ούτε άσπρο μαύρο, ούτε καλό κακό, ούτε κανένα άλλο απόλυτο ζεύγος δεν είναι αρκετό, οι μεταξύ τους αποχρώσεις μόνο μπορούν να αποτυπώσουν με σχετική ευκρίνεια τον κόσμο. Ορμώμενος εξ αυτού, έχοντας θέσει ως βάση πως το ζεύγος απόλυτη λατρεία και  απόλυτη κατακρήμνιση δεν υφίσταται, θεωρώ πως για την αναζήτηση του γιατί η Τοκάρτσουκ επέλεξε να πατήσει πάνω στο πατρόν ενός εμβληματικού λογοτεχνικού έργου πρέπει να κινηθούμε στις αποχρώσεις.

Δεν είναι παράδοξη η ταυτόχρονη αναγνώριση του μεγαλείου ενός έργου και η ανάδειξη διαφόρων προβληματικών, ειδικά αν κάποιος διαφύγει των φιλολογικών παρωπίδων και αντιμετωπίσει τη λογοτεχνία ως ένα κοινωνικό αλλά και πολιτικό συμβάν. Σε αυτές τις αποχρώσεις, σε αυτή τη συνύπαρξη θαυμασμού και αηδίας εντοπίζω την επιλογή της Τοκάρτσουκ. Η αμφισβήτηση της αυθεντίας χωρίς άναρθρες κραυγές, αλλά με έναν τρόπο έξυπνο, που έρχεται να αναδείξει το πόσο βαθιές είναι οι ρίζες της κυρίαρχης πρόσληψης και αποτύπωσης του κόσμου (και) στη λογοτεχνία, το πόσο κανονικές θεωρούνται διάφορες θέσεις και απόψεις, κρυμμένες, λιγότερο ή περισσότερο, πίσω από την αδιαμφισβήτητη φιλολογική τελειότητα.

Ο τρόπος με τον οποίο η Τοκάρτσουκ κινείται είναι έξυπνος για έναν ακόμα λόγο. Δεν μεταφέρει μόνο τον σημερινό αναγνώστη στην τότε εποχή, αλλά και την τότε εποχή στο σήμερα. Μια απόχρωση νατουραλιστικής παράδοσης μετατρέπει το σανατόριο σε μια μικρογραφία του μεγάλου κόσμου. Και αν δεν υπάρχουν σανατόρια σήμερα, αυτό δεν έχει και τόση σημασία, τη στιγμή που ο κυρίαρχος λόγος συνεχίζει να καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας συζήτησης. Δεν νομίζω πως χρειάζεται περαιτέρω επεξήγηση της λυπηρής αυτής αναλογίας. Η Έμπουσα θα είχε αρκετή δουλειά.

Η Τοκάρτσουκ παίζει το παιχνίδι αυτό με όρους υψηλής λογοτεχνίας. Το παρελθόν δεν στερεί, αλλά αντίθετα αναδεικνύει, τις αναλογίες. Άλλωστε το παρόν στα χτίσματα του παρελθόντος εν πολλοίς εδρεύει.

Η πρώτη μου σκέψη κλείνοντας το βιβλίο ήταν πως μου έλειπε ο ενθουσιασμός, αυτόν ανέμενα και αυτόν θρηνούσα. Όσο οι μέρες κυλούσαν και το σκαρίφημα της αποτύπωσης της ανάγνωσης αναπτυσσόταν, τόσο τα κομμάτια έμπαιναν στη θέση τους. Ο ενθουσιασμός, ο όποιος ενθουσιασμός, θα ερχόταν, αν ερχόταν, ως αποτέλεσμα βραδείας καύσης, μια διαμάχη της λογικής και του συναισθήματος, του κρυμμένου και του φανερού, του επιφανειακού και του βαθέος. Η αρτιότητα στη λογοτεχνία συχνά υψώνει τείχη, διαφόρων ειδών, το αναγνωστικό δέος υποτάσσει τον ενθουσιασμό, η απόσταση ανάμεσα στον αναγνώστη και το κείμενο είναι παρούσα και δύσκολα γεφυρώνεται. Ας μη γελιέμαι, η απόσταση και το δέος αναδεικνύουν την (αναγνωστική) ανημπόρια, τα στρώματα στο υπέδαφος επίσης, η διαίσθηση επικρατεί της όποιας επιχειρηματολογίας με βάση την όποια σκευή. Το Εμπούσιον δεν είναι ένα δύσκολο βιβλίο, σίγουρα δεν είναι στρυφνό και αποστειρωμένο, είναι όμως ένα σπουδαίο βιβλίο, με όσα κάτι τέτοιο κομίζει και αναδεικνύει.

υγ. Κείμενα για τα υπόλοιπα μυθιστορήματα της Τοκάρτσουκ: για το Αρχέγονο και άλλοι καιροί περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ για την εμπειρία της ανάγνωσης των Βιβλίων του Ιακώβ εδώ. Για τους Πλάνητες εδώ, για το Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών εδώ.

Μετάφραση Αναστασία Χατζηγιαννίδη
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2025

Olga Tokarczuk, μέρος δεύτερο, Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών

Πριν από το Εμπούσιον, τελικό σταθμό της διαδρομής στο έργο της Τοκάρτσουκ, αποφάσισα να κάνω μια ακόμα παράκαμψη μετά τους Πλάνητες και να διαβάσω το —θεωρούμενο από πολλούς αδύναμο, τουλάχιστον στην εργογραφία της νομπελίστριας συγγραφέως— Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών.

Πριν από έναν χρόνο περίπου, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, η ίδια η Τοκάρτσουκ, ακομπλεξάριστη και διόλου στημένη ή δήθεν, αναφερόμενη στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα είπε πως το έγραψε όταν συνειδητοποίησε πως Τα βιβλία του Ιακώβ θα τραβούσαν και πως εκείνη, ούσα συγγραφέας, έπρεπε κάπως να κερδίσει τα προς το ζην. Είπε και άλλα ενδιαφέροντα πράγματα εκείνη τη βραδιά, παρά τις τεχνικές αστοχίες της οργάνωσης.

Όταν απονέμεται ένα σπουδαίο βραβείο, όπως το Νόμπελ Λογοτεχνίας, μια συζήτηση όχι και τόσο λογοτεχνική εγείρεται, με όρους οπαδικούς και προσωπικής επιβεβαίωσης. Οι πωλήσεις των βιβλίων του εκάστοτε συγγραφέα ανακάμπτουν προσωρινά και αρκετοί είναι εκείνοι που διαβάζουν κάποιο βιβλίο του με σκοπό να απαντήσουν —χαζά κατά τη γνώμη μου— στο ερώτημα: άξιζε το βραβείο; Ερώτηση μάλλον άστοχη, πόσο μάλλον όταν δεν επιλέγεται ένα από τα κορυφαία έργα του δημιουργού, αλλά το πιο προσιτό. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο όταν το βιβλίο δεν αποδεικνύεται αντάξιο ενός Νόμπελ, αλλά και όταν αποτελεί τη μοναδική επαφή με το έργο ενός καλού και σημαντικού συγγραφέα. Τούτων δοθέντων, δεν είναι λίγοι εκείνοι που διαβάζοντας το Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών κατέληξαν σε τελεσίδικο πόρισμα σχετικά με την εν γένει αξία του έργου της Τορκάτσουκ, τασσόμενοι είτε υπέρ είτε κατά, σε έναν κόσμο ασπρόμαυρο χωρίς αποχρώσεις ενδιάμεσες, σ' έναν κόσμο που το να εκφράζουμε τη γνώμη μας επί παντός επιστητού θεωρείται το υπέρτατο και αναφαίρετο δικαίωμά μας.

Πριν δύο χρόνια, ήταν ένα δύσκολο καλοκαίρι για μένα. Ανάμεσα σε αρκετά άλλα βιβλία, ξεκίνησα να διαβάζω το Αλέτρι για να το παρατήσω και αυτό λίγο αργότερα. Εγώ μου έφταιγα και όχι τα βιβλία, η ζωή που είχε άλλα σχέδια, ανησυχαστικά. Τώρα ένιωσα την επιθυμία να επισκεφτώ και αυτόν τον κατά τα φαινόμενα μικρότερο πλανήτη του τοκαρτσικού σύμπαντος, να κλείσω έναν ανοιχτό λογαριασμό με μια συγγραφέα πριν προχωρήσω στο Εμπούσιον και ολοκληρώσω έτσι τα μεταφρασμένα στα ελληνικά έργα της.

Μια απόπειρα ειδολογικής κατάταξης του έργου θα μας οδηγούσε στις επικράτειες της αστυνομικής λογοτεχνίας. Σε ένα απομονωμένο χωριό, που η πλειοψηφία των κατοίκων του το εγκαταλείπουν κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ζει η αφηγήτρια της ιστορίας αυτής, Γιανίνα Ντουσέικο, μόνη της, με συντροφιά το Σαμουράι, το αυτοκίνητό της, θρηνώντας ακόμα για τα δύο χαμένα σκυλιά της. Τον χειμώνα το μέρος γίνεται έρμαιο των ορέξεων του καιρού, η ξυλόσομπα επιβάλλεται να μένει διαρκώς αναμμένη. Η Γιανίνα λειτουργεί ως μια άτυπη φύλακας του μέρους, ελέγχοντας τα άδεια σπίτια, ενώ συχνά πυκνά υψώνει ανάστημα απέναντι στους κυνηγούς τους οποίους σε κάθε ευκαιρία αναφέρει στις αρχές, που την αντιμετωπίζουν μάλλον ως μια γραφική γιαγιούλα. Όλα θα αρχίσουν να περιπλέκονται όταν μια σειρά από βίαιες δολοφονίες θα αρχίσουν να λαμβάνουν χώρα στη απομονωμένη Κοιλάδα του Κλότζκο.

Η Γιανίνα είναι ένας απολαυστικός χαρακτήρας, από εκείνους που η ροπή προς την πλήρη ιδιωτεία ωθεί στον αφανισμό, κάνοντας τη ζωή στον πλανήτη ακόμα πιο ανυπόφορη, καθώς ο άνθρωπος θεωρεί εαυτόν κυρίαρχη ύπαρξη. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ένας άλλος απολαυστικός γυναικείος χαρακτήρας μου ήρθε κατά νου, εκείνος της Μάριαν Λέδερμπι, ετών ενενήντα δύο, αφηγήτρια της ιστορίας στο Ακουστικό κέρας της Κάρινγκτον. Η στερεοτυπία μόνο επιφανειακή είναι, η αγάπη της Τοκάρτσουκ για τη Γιανίνα είναι βαθιά, παρά τα φαινόμενα, συγγραφική στάση κομβική για τη συνολική λειτουργία της κατασκευής, ένα πλεούμενο που αντέχει στον τυφώνα της μισανθρωπίας και της απογοήτευσης.

Το Αλέτρι δεν είναι τυπικό δείγμα της αστυνομικής λογοτεχνίας, η Τοκάρτσουκ, με μια παιγνιώδη διάθεση, όχι και τόσο πρόδηλη στο υπόλοιπο έργο της, επιχειρεί ένα διάλειμμα από την έρευνα και τη συγγραφή των απαιτητικών Βιβλίων του Ιακώβ, μοιάζει να είναι ο τρόπος της να ξεκουραστεί και να χαρεί τις ελευθερίες της φαντασίας της. Είναι μιας μορφής κατάρα οι ενδοεργογραφικές συγκρίσεις για έναν συγγραφέα. Μάλιστα, όσο πιο ικανός είναι ένας συγγραφέας τόσο μεγαλύτερη κατάρα είναι η σύγκριση με τον εαυτό. Ωστόσο, αναπόφευκτα, αυτή η σύγκριση δεν μπορεί να μη γίνει, ένα μεγάλο μέρος των αναγνωστικών προσδοκιών προσκρούει στα αναχώματα, εκείνο που ο αναγνώστης νιώθει ως δικαίωμά του να αναμένει και εκείνο που ο συγγραφέας έχει κατά νου να γράψει συγκρούονται μετωπικά.

Προφανές αλλά ας ειπωθεί: Το Αλέτρι δεν στέκεται στο ύψος των υπόλοιπων έργων της Τοκάρτσουκ. Βέβαια, από αυτό μέχρι να θεωρηθεί ένα κακό βιβλίο η απόσταση είναι αχανής. Όλα τα προαναγνωστικά παραφερνάλια μου είχαν δημιουργήσει την αίσθηση πως θα διάβαζα ένα αδύναμο βιβλίο, μόνο η επιθυμία μου να ολοκληρώσω αναγνωστικά το μεταφρασμένο έργο της ήταν εκείνη που μου έδινε ώθηση για την ανάγνωση αυτή.

Έτσι, όχι μόνο δεν είχα προσδοκίες —υποκειμενικά και αυθαίρετα σκιαγραφημένες— από το βιβλίο αυτό, αλλά είχα και ενστάσεις —ακόμα πιο υποκειμενικά και αυθαίρετα σκιαγραφημένες— που τις λάμβανα υπόψη μου ως βεβαιότητες. Ας προστεθεί επίσης πως η αστυνομική λογοτεχνία κυρίως κατά εξαίρεση είναι του γούστου μου. Στο σύνολο, λοιπόν, αυτή η ανάγνωση δεν προσέβλεπε σε τίποτα άλλο πέρα από την περιέργεια και την ανάδυση μιας ψυχαναγκαστικής επιθυμίας για πλήρη θεώρηση του μεταφρασμένου έργου της Τοκάρτσουκ.

Πολλές φορές ισχυριζόμαστε ή ισχυρίζονται στο όνομά μας πως μας άρεσε το τάδε βιβλίο απλώς και μόνο επειδή ήταν του δείνα περιώνυμου συγγραφέα. Εδώ ωστόσο ισχύει το ανάποδο: το Αλέτρι μου άρεσε πολύ παρότι ήταν ένα βιβλίο της Τοκάρτσουκ, παρότι το βάραιναν και το χαρακτήριζαν αναπόφευκτα οι ενδοεργογραφικοί συσχετισμοί.

Έχει ενδιαφέρον, όχι μόνο από τεχνική άποψη, αλλά γενικότερα, ο τρόπος με τον οποίο η Τοκάρτσουκ στήνει και αφηγείται μια ιστορία οικολογικού «τρόμου» στον οποίο άντρες χειροδύναμοι κρατούν την πλειοψηφία των ρόλων και μια γυναίκα, προς τα τέλη της μεσήλικης φάσης της ζωής της, υψώνει ανάστημα, χωρίς φόβο, ωθούμενη από το αίσθημα της δικαιοσύνης. Η επιρροή του Καρλ Γιουνγκ —ας μην ξεχνάμε πως η Τοκάρτσουκ αρχικά σπούδασε ψυχολογία— διαφαίνεται και μέσα από την ενασχόληση της Γιανίνα με τα ζώδια εκεί που γυρεύει να δώσει απαντήσεις και επιχειρεί να χαρτογραφήσει συμπεριφορές και στάσεις, να ερμηνεύσει αλλά όχι και να δικαιολογήσει πρόσωπα και καταστάσεις. Και δύο δεύτεροι ρόλοι, ο επίδοξος μεταφραστής του Μπλέικ, απ' όπου και ο τίτλος του βιβλίου, και η συγγραφέας που διατηρεί ένα σπίτι στον οικισμό αυτό και προς το τέλος της ιστορίας θα ανακοινώσει την απόφασή της να το εγκαταλείψει οριστικά.

Απολαυστικό, έξυπνα πολιτικό, διόλου αναχωρητικό, μόνο επιφανειακά αστείο και γραφικό, αδιάφορο για το πώς θα εξαπατήσει τον αναγνώστη μέσα από ανατροπές και ευρήματα, γλυκόπικρο, όπως ο κόσμος τριγύρω. Το Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών είναι —και— ένα οικολογικό μανιφέστο με επίκεντρο τον διάχυτο σπισισμό, ένα ανάχωμα στην ανθρώπινη ασυδοσία, μυθιστόρημα που έρχεται να φωτίσει από διαφορετική γωνία το έργο και τον χαρακτήρα της Τοκάρτσουκ, εξ ου και σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, για μια επαρκή γνώση αυτού του ξωτικού που τα πόδια του πατάνε γερά στη γη.

Τελειώνοντας την ανάγνωση συνειδητοποίησα πως σε εκείνη την υπέροχη κινηματογραφική λέσχη στο Καρλόβασι Σάμου είχα δει την ταινία που βασίστηκε εμπνευσμένα στο βιβλίο αυτό. Ο λόγος για το Pokot, εδώ.

Τώρα, σειρά έχει το Εμπούσιον, οι προσδοκίες είναι στο φουλ.

Μετάφραση Αναστασία Χατζηγιαννίδη
Εκδόσεις Καστανιώτη

υγ. Για το Ακουστικό κέρας της Κάρινγκτον περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για το Αρχέγονο και άλλοι καιροί περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ για την εμπειρία της ανάγνωσης των Βιβλίων του Ιακώβ εδώ. Για τους Πλάνητες εδώ.

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2025

Olga Tokarczuk, μέρος πρώτο, Πλάνητες

Η συγκυρία: Το 2017, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, στη σειρά Συγγραφείς απ' όλο τον κόσμο, που ο Ανταίος Χρυσοστομίδης οραματίστηκε, το μυθιστόρημα μιας άγνωστης ως τότε σε μένα Πολωνής συγγραφέως, της Όλγκα Τοκάρτσουκ, Το αρχέγονο και άλλοι καιροί, σε μετάφραση από τα πολωνικά της καλής μεταφράστριας Αλεξάνδρας Ιωαννίδου. Η —ευτυχής—συγκυρία έγκειται στο γεγονός πως ήρθα σε επαφή με το σύμπαν αυτής της —όπως αποδείχτηκε— σπουδαίας συγγραφέως χωρίς προσδοκίες και προαναγνωστικά παραφερνάλια, τα οποία εντάθηκαν αναπόφευκτα λίγο αργότερα με την απονομή του Διεθνούς Βραβείου Μπούκερ και —κυρίως—με την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2018.

Προς τα τέλη της περασμένης χρονιάς κυκλοφόρησε το Εμπούσιον, το πρώτο μυθιστόρημα που η Τοκάρτσουκ έγραψε μετά την απονομή του σημαντικότερου λογοτεχνικού βραβείου. Χωρίς πολλά πολλά εντάχθηκε στην —τεράστια και δυναμική— λίστα με τις προσεχείς αναγνώσεις. Είχε προηγηθεί η ανάγνωση του αριστουργήματος των αριστουργημάτων Τα βιβλία του Ιακώβ, βιβλίο απαιτητικό αλλά άκρως ανταποδοτικό και γενναιόδωρο. Όταν έφτασε η στιγμή για την ανάγνωση του Εμπούσιον, μια επιθυμία αναδύθηκε, να διαβάσω πρώτα του Πλάνητες, που για καιρό έστεκαν έρμαιο της σκόνης στη βιβλιοθήκη, ένας ακόμα ανοιχτός λογαριασμός να κλείσει.

«Το πρώτο μου ταξίδι το έκανα με τα πόδια, διασχίζοντας τα χωράφια. Για ώρα κανείς δεν είχε προσέξει την εξαφάνισή μου, γι' αυτό και κατάφερα να προχωρήσω αρκετά μακριά. Περπάτησα όλο το πάρκο και μετά, μέσα από αγροτικούς δρόμους, μέσα από τα καλαμπόκια και τους αγρούς τους γεμάτους με πικραλίδες και ένα δίχτυ από αμπολές, μέχρι τις όχθες του ποταμού. Σε αυτή την πεδιάδα ο ποταμός ήταν ούτως ή άλλως πανταχού παρών, μούσκευε τη στρώση του χορταριού και έγλειφε τα ποτάμια».

Οι Πλάνητες είναι μια μεταμοντέρνα σύνθεση, εκεί όπου μια πρωτοπρόσωπη κεντρική αφήγηση, θραυσματική και αποσπασματική, ανακόπτεται από ιστορίες αυτοτελείς ή σε συνέχειες. Ο πυρήνας είναι σαφέστατα εκείνος του ταξιδιού και του ταξιδευτή, του πλάνητα όπως εύστοχα αποδόθηκε ο τίτλος στα ελληνικά. Ο φιλοσοφικός στοχασμός είναι διάχυτος, σε αυτόν υπάγονται ανησυχίες και αναζητήσεις βιολογικές, γεωλογικές, ανθρωπολογικές, θεολογικές, κοινωνικές, πολιτικές, ιστορικές. Η διερεύνηση του κόσμου εντός και εκτός του ανθρώπινου σώματος, η χαρτογράφηση αυτού του κόσμου, μια απόπειρα κατανόησης του μηχανισμού της ζωής σε μια κουκκίδα εν μέσω ενός απέραντου και ανεξήγητου σύμπαντος.

Το τέλος της έκδοσης συνοδεύεται από τον λόγο που η Τοκάρτσουκ εκφώνησε κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ. Εκεί, ένας από τους κύριους αρμούς σκέψης σχετίζεται με την ολοένα και αυξανόμενη —σαφέστατα απόρροια της κοινωνικοπολιτικής πορείας— ιδιωτεία στην αφήγηση, την ολοένα και μειούμενη οικουμενική λογοτεχνία, το εγώ που επικρατεί έναντι του όποιου εμείς, η φαντασία που υπάγεται στην ανάγκη διαμοιρασμού της προσωπικής εμπειρίας.

Αναφέρομαι σε αυτό το κομμάτι σκέψης της συγγραφέως, ένα ιδιότυπο μανιφέστο, το οποίο στα παρασκήνια και χωρίς να αναφέρεται κουβαλάει ένα «όμως εγώ», για να δοκιμάσω να ξεκλειδώσω και να ερμηνεύσω —υποκειμενικά— τους Πλάνητες. Με μια πρώτη, επιφανειακή ματιά, το εγώ υπάρχει εδώ σε μεγάλη έκταση, όχι απαραίτητα επειδή η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, αλλά γιατί το αυτοβιογραφικό ή ακόμα και —φαινομενικά—αυτομυθοπλαστικό στοιχείο καταλαμβάνει το κυρίως εμβαδόν της συνολικής κατασκευής, αφού ακόμα και οι παρεμβαλλόμενες αφηγήσεις με τον τρόπο τους εκκινούν από το εγώ της αφηγήτριας, είναι κομμάτια του κόσμου της, ιστορίες που άκουσε στα ταξίδια της.

Διόλου απλό και ασφαλές δεν είναι να επιχειρήσει κανείς να διακρίνει ως ντετέκτιβ το αληθές από το μυθοπλαστικό. Καμία αξία κάτι τέτοιο δεν θα είχε ούτως ή άλλως.

Έχει όμως ενδιαφέρον το πώς στέκονται σε ομαδική παράταξη οι Πλάνητες και η θεωρία της Τοκάρτσουκ όπως αυτή διατυπώθηκε στον λόγο της προς τη Σουηδική Ακαδημία. Ίσως η απάντηση να είναι απλή και να έχει να κάνει με το γεγονός πως εδώ το εγώ διερευνά και ταξιδεύει στον μεγάλο κόσμο, πως το υποκείμενο της αφήγησης άλλον τρόπο πέρα από τον εμπειρικό δεν έχει για να αφηγηθεί αυτό το ταξίδι, άλλη λίμνη δεν έχει για να βουτήξει παρά σε εκείνη της προσωπικής εμπειρίας, όχι για να τη διαχωρίσει ωστόσο και να την αναδείξει ως ξεχωριστή, αλλά για να επιχειρήσει μια μεγαλύτερη αφήγηση, προσθέτοντας στην ατομική εμπειρία ιστορίες που άκουσε, διερευνώντας τα όρια της εξερεύνησης, αναζητώντας στο παρελθόν και το παρόν ένα κοινό τάγμα αναζήτησης.

Ίσως, για τους συγγραφείς, στην παρατήρηση του γύρω κόσμου να εγκολπώνεται και η παρατήρηση για το πώς γίνεται η αφήγησή του, τι συμβαίνει και πώς αυτό δίνεται αφηγηματικά. Ίσως, λοιπόν, σε μια εποχή έντονης ιδιωτείας, απόρροια του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου, η Τοκάρτσουκ, παρά την —σαφέστατα και κυρίαρχα πολιτική— εναντίωσή της, ή τον προβληματισμό της, αν προτιμάτε, να πεθύμησε να δοκιμάσει τα ειδολογικά αυτά χαρακτηριστικά, ίσως η φιλοδοξία της να είχε να κάνει με το αν μπορεί το ατομικό να καταστεί εν τέλει συλλογικό, έστω και με τον τρόπο του. Έτσι, σε μια εποχή εγωπαθούς αφήγησης, που ανάμεσα σε τόσα άλλα χαρακτηρίζεται από την έντονη, ολοένα και αυξανόμενη, κινητικότητα, η συγγραφέας διέκρινε κάτι που άξιζε τη λογοτεχνική της επιμονή, που τη νοηματοδοτούσε. Στους Πλάνητες, αντίθετα με το ανοίκειο στο Αρχέγονο και το χωμένο στο παρελθόν σύμπαν των Βιβλίων του Ιακώβ, ο ρεαλισμός είναι ιδιαίτερα έντονος, το στοιχείο του παραμυθιού είναι σχεδόν ανύπαρκτο ή καλύτερα κουκουλωμένο κάτω από πλήθος σκεπασμάτων.

Οι Πλάνητες δεν είναι ένα έργο μεταμοντέρνο μόνο εξαιτίας της κατασκευής του, αλλά και λόγω της υβριδικότητάς του, καθώς εδώ τα όρια μεταξύ αφήγησης και δοκιμιακής γραφής είναι στιγμές στιγμές δυσδιάκριτα, γεγονός που με τη σειρά του συνεισφέρει στην μη ατομικότητα και την ακόλουθη απόπειρα σύνθεσης μιας μεγαλύτερης εικόνας, με κύριο συστατικό την έρευνα και την παράθεση πηγών και ιστορικών ντοκουμέντων. Και αν εδώ δεν έχουμε το στοιχείο του φανταστικού, τη δημιουργία τόπων, ο ρεαλισμός συνυφαίνεται με την παρουσία μη τόπων, όπως, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι τα αεροδρόμια.

Το σπουδαίο που κατορθώνει η Τοκάρτσουκ εδώ, αν θεωρήσουμε δεδομένη την ικανότητά της στην αφήγηση και τη λογοτεχνική κατασκευή, είναι η απόλαυση που οι Πλάνητες προσφέρουν, η συνοχή που παράδοξα αισθάνεται ο αναγνώστης-ταξιδιώτης ανάμεσα στις σελίδες τους, παρότι οι ραφές σύνθεσης είναι κάτι παραπάνω από ορατές. Αλλά και η συνεισφορά στην απόπειρα κατανόησης του γύρω κόσμου, η υπενθύμιση πως το παρόν δεν είναι αποκομμένο από το παρελθόν αλλά προέκτασή του. Το μυθιστόρημα αυτό, επίσης, είναι ένα καλό δείγμα απόδειξης του τρόπου με τον οποίο το μέγεθος ενός μυθιστορήματος υπηρετεί το συγγραφικό όραμα. Θέλω να πω πως αν το βιβλίο αυτό ήταν μικρότερης έκτασης τίποτα άλλο δε θα προσέφερε πέρα από μια ευδιάκριτη πλην όμως διαψευσμένη φιλοδοξία, ίσως, μάλιστα, η υποδοχή του να μην ήταν έμπλεη ενθουσιασμού αλλά γεμάτη από υποψίες ευκολίας στη γραφή, υποψίες που συχνά πυκνά η επαφή με τη μεταμοντέρνα γραφή γεννά. Η Τοκάρτσουκ, χωρίς να παραμερίζει το προσωπικό της στίγμα, αναμετράται, θαρρείς, με σύγχρονα λογοτεχνικά εργαλεία, τα οικειοποιείται και παρότι δεν μοιάζει να τα συμπαθεί ιδιαιτέρως κάνει μια εντυπωσιακή επίδειξη για το πώς μπορεί να γραφτεί σπουδαία λογοτεχνία σε μια εποχή, για την ίδια τη συγγραφέα, πενίας.

Επιστρέφω στον λόγο προς τη Σουηδική Ακαδημία για να πω κάτι που σχετίζεται με τους Πλάνητες και όσα εξ αφορμής της ανάγνωσής τους επεσήμανα, πως η Τοκάρτσουκ παρότι σαφέστατα στέκεται απέναντι σε αυτή τη σύγχρονη εγωπαθή εκδοχή της λογοτεχνίας, δεν ντύνει τη στάση της με ρουχισμό διδακτισμού και επιθετικότητας, άλλωστε το μη γούστο μόνο περιορισμένη επικράτεια καταλαμβάνει, ή θα έπρεπε να καταλαμβάνει, η ανάλωση στη διαρκή επίθεση ελάχιστα παραγωγικά οφέλη μπορεί να έχει, η διαρκής αντιπαράθεση και ο συνεχής προσδιορισμός μέσω του δεν μου αρέσει, μόνο αποπροσανατολιστικός μπορεί να καταλήξει. Και αυτό είναι μια χρήσιμη υπενθύμιση.

Διαβάζοντας τους Πλάνητες και ενώ το Εμπούσιον περίμενε τη σειρά του, αποφάσισα να κάνω μια ακόμα παράκαμψη και να διαβάσω το Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών. Περισσότερα σχετικά σε επόμενο κείμενο.

υγ. Για το Αρχέγονο και άλλοι καιροί περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ για την εμπειρία της ανάγνωσης των Βιβλίων του Ιακώβ εδώ.

Μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη 27 Απριλίου 2023

Τα βιβλία του Ιακώβ - Olga Tokarczuk

Όταν διάβασα πρώτη φορά Τοκάρτσουκ, εκείνη δεν είχε πάρει ακόμα το Νόμπελ λογοτεχνίας. Θέλω να πω πως οι προσδοκίες ήταν σίγουρα διαφορετικής στάθμης. Το αρχέγονο και άλλοι καιροί ήταν ένα ακόμα βιβλίο της σειράς Συγγραφείς απ' όλον τον κόσμο των εκδόσεων Καστανιώτη, που στο πέρασμα των χρόνων έχουν συστήσει στο ελληνικό κοινό πολλά σημαντικά έργα και συγγραφείς, κάποιοι εκ των οποίων, κάποια χρόνια αργότερα, τιμήθηκαν με σπουδαία βραβεία, όπως συνέβη και στην περίπτωση της Πολωνής συγγραφέως. Δεν ήταν ένα βιβλίο μιας νομπελίστριας. Ένα μεγάλο μέρος της επιλογής ενός βιβλίου, αλλά και της ίδιας της ανάγνωσής του, έχει να κάνει με τις προσδοκίες του υποκειμένου, με τον, συχνά αυθαίρετο, ορίζοντα προσδοκιών που σπεύδει να σκιαγραφήσει, με τις –μάλλον αόριστες– απαιτήσεις προς ικανοποίηση που εγείρει, και ένα βραβείο, ή το γενικότερο hype, συχνά αποδεικνύονται τροχοπέδη για την πρόσληψη και την απόλαυση ενός βιβλίου, που υπό άλλες συνθήκες θα διατηρούσε το πλεονέκτημα της έκπληξης, της περιδιάβασης μιας άγνωστης γης.

Ήδη από Το αρχέγονο και άλλοι καιροί, παρότι το μυθιστόρημα αυτό δεν συγκαταλέγεται στα αριστουργήματά της, ήταν ήδη εμφανής η φιλοδοξία της Τοκάρτσουκ, η διακριτή και δυνατή φωνή ως μέρος της μεγάλης ροής της λογοτεχνίας, η πιθανότητα να λάβει κάποια στιγμή θέση ανάμεσα στους σπουδαίους συγγραφείς της παγκόσμιας γραμματείας και όχι μόνο στους σύγχρονους και εν καιρώ πιθανά λησμονημένους. Τι και αν ο χρόνος είναι πάντοτε ο τελικός κριτής, εκείνος που θα καταξιώσει ή θα παρακάμψει έναν δημιουργό και το έργο του, η ανάγνωση εκείνη ήταν αρκετή για να δημιουργήσει μια βεβαιότητα σχετικά με το εύρος των δυνατοτήτων της συγγραφέως. Τα βιβλία του Ιακώβ, το φερόμενο ως το μεγάλο, προς ώρας, μυθιστόρημά της, έφερε, πρόσθετα των άλλων, και το βάρος της τελικής επιβεβαίωσης μιας υποψίας. Μια ανάγνωση που θα λειτουργούσε ως ένα πιο ασφαλές κριτήριο κατάταξης, ως δικαίωση ή μη μιας προσδοκίας.

Προσπάθησα να δημιουργήσω τις κατάλληλες συνθήκες για την ανάγνωση αυτή. Για την ακρίβεια η στάση μου ήταν πιο παθητική, περίμενα τις συνθήκες να φαντάζουν κατάλληλες για την ανάγνωση αυτή, περίμενα να νιώσω πως μπορώ να αφιερωθώ με το μέγιστο των δυνάμεών μου στο μυθιστόρημα αυτό, λαμβάνοντας υπόψη, πέραν των προσδοκιών, και το τεράστιο μέγεθός του. Δεν είναι όλες οι περίοδοι κατάλληλες για να αναμετρηθεί κανείς με ένα φερόμενο ως αριστούργημα της λογοτεχνίας. Ωστόσο, για πολλοστή φορά, αποδείχθηκε πως υπάρχουν κάποια βιβλία, όπως αυτό, τα οποία δύνανται να αδιαφορήσουν για τις εξωτερικές συνθήκες, που καταφέρνουν να φέρουν την πραγματικότητα στα μέτρα τους, να δημιουργήσουν ένα διακριτό πλαίσιο ανάγνωσης, να υψώσουν τείχη απέναντι στις προκλήσεις της καθημερινότητας, να δαμάσουν και τον χρόνο ακόμα. Για τέτοιο βιβλίο θα σας μιλήσω σήμερα.

Πριν όμως το κάνω, θα αναφερθώ στην καχυποψία με την οποία αντιμετώπισα την αρίθμηση των σελίδων με σειρά αντίστροφη, καθώς το βιβλίο ξεκινάει από τη σελίδα 858 για να καταλήξει στη σελίδα ένα του οπισθόφυλλου. Τα ευρήματα εκείνα που γυρεύουν την πρωτοτυπία και τον στείρο εντυπωσιασμό, που μυρίζουν δηθενιά, καθόλου δεν είναι του γούστου μου, ενώ συχνά είναι ικανά να αλλοιώσουν την τελική γεύση της ανάγνωσης. Η καχυποψία αυτή με κράτησε σε απόσταση από το βιβλίο για κάτι παραπάνω από πενήντα σελίδες, καθώς περισσότερο είχα το μυαλό μου στο να δώσω μια ερμηνεία στην απόφαση αυτή, παρά στο ίδιο το κείμενο, δεν μπορούσα να αφεθώ, η λογική στεκόταν αυστηρά στην είσοδο και γύρευε απαντήσεις. Προσδοκίες και καχυποψία συνέθεταν ένα δίδυμο αποτρεπτικό της απόλαυσης, ενώ αν προστεθεί σε αυτά και το γεγονός πως τα ιστορικά μυθιστορήματα δεν είναι το αγαπημένο μου φλιτζάνι τσαγιού, αντιλαμβάνεστε πως οι αναγνωστικοί οιωνοί ήταν μάλλον δυσοίωνοι. Ωστόσο λίγο πριν τις εκατό σελίδες είχα κιόλας παραδοθεί στην αφήγηση της Τοκάρτσουκ.

Στα Βιβλία του Ιακώβ, η Τοκάρτσουκ φτάνει στα όρια του την έννοια του ιστορικού μυθιστορήματος, σε τέτοιο σημείο που να γίνεται παρακινδυνευμένο να αναφερθεί κάποιος σε αυτό ως τέτοιο, καθώς είναι έντονες οι μυθοπλαστικές αρετές αλλά και το μεταφυσικό στοιχείο. Και όμως, με μια αυστηρή ειδολογική κατάταξη, ανήκει εκεί. Είναι η ιστορία του Ιακώβ Λεϊμπόβιτς Φρανκ, ενός μυστηριώδους προσώπου, που φτάνει το 1752 στην Πολωνία από τη Σμύρνη, διακηρύσσοντας ιδέες που σύντομα προκαλούν αναστάτωση στην τοπική κοινότητα των Εβραίων. Κάποιοι τον θεωρούν αιρετικό, κάποιοι άλλοι σωτήρα. Σύντομα, γύρω του αναπτύσσεται ένας κύκλος μαθητών και ακολούθων, το όνομά του συζητείται ολοένα και περισσότερο. Η Τοκάρτσουκ εντάσσει περίτεχνα την ιστορία αυτή στο γενικότερο ιστορικό πλαίσιο της εποχής και του τόπου, σε μια Ευρώπη που τα σύνορά της είναι ρευστά και υπό διαμόρφωση, το τέλος μιας περιόδου και ο προπομπός της έλευσης μιας νέας. Όπως επισημαίνει και η ίδια στις ευχαριστίες του τέλους, το γεγονός πως πρόκειται για μυθιστόρημα την απαλλάσσει από την υποχρέωση της αναλυτικής και λεπτομερούς βιβλιογραφίας, ωστόσο δίνει κάποια ενδεικτικά έργα στα οποία κυρίως βασίστηκε η ενδελεχής έρευνά της.

Ο παντογνώστης αφηγητής συναντάται με το πνεύμα μιας ετοιμοθάνατης ηλικιωμένης γυναίκας που αφήνεται στο βάθος μιας σπηλιάς υπό τον φόβο να πεθάνει πριν ολοκληρωθεί η γαμήλια τελετή, που φέρνει στο Ροχάτιν του Ποντόλ μεγάλο μέρος των προσώπων της ιστορίας, και από ψηλά παρατηρεί τα πεπραγμένα επί γης. Ο λόγος συχνά πυκνά δίνεται και στα πρόσωπα της πλοκής, η Τοκάρτσουκ πετυχαίνει να αποδώσει διακριτά της διάφορες φωνές, αλλά και να διατηρήσει σταθερή και αναλλοίωτη την αφηγηματική χροιά του παντογνώστη αφηγητή, χροιά που προσδίδει την αίσθηση ενός ιδιότυπου παραμυθιού στην αφήγηση. Και είναι αυτή η κύρια φωνή που εν πολλοίς συνέχει την πληθωρική αυτή κατασκευή, ή καλύτερα ειπωμένο, η κύρια φωνή αποτελεί την πλέον ορατή συνεκτική ουσία του μυθιστορήματος αυτού. Η συγγραφική φιλοδοξία, στην οποία ήδη έγινε παραπάνω αναφορά, εδώ αγγίζει νέες, υψηλές κορυφές, κάτι το οποίο είναι εμφανές από τις πρώτες κιόλας σελίδες, φιλοδοξία η οποία καθιστά Τα βιβλία του Ιακώβ ένα έργο ξεχωριστό παρότι πατά γερά σε μια μακρά μυθιστορηματική παράδοση.

Μίλησα ήδη, επίσης, για τον τρόπο με τον οποίο η αφήγηση της ιστορίας αυτής δημιουργεί τον απαραίτητο αναγνωστικό χώρο. Τα βιβλία του Ιακώβ είναι ένα από εκείνα τα σπουδαία μυθιστορήματα τα οποία καλωσορίζουν το μεγαλύτερο μέρος του αναγνωστικού κοινού, προσφέροντας περισσότερα από όσα απαιτούν αναγνωστικά, χωρίς ωστόσο να προβαίνουν σε εκπτώσεις και διευκολύνσεις ως προς την ποιότητα και το συγγραφικό όραμα. Είναι ένα βιβλίο που, παρά το μέγεθός του, τόσο σε αξία όσο και σε αριθμό σελίδων, διαβάζεται απολαυστικά, κάτι το οποίο οφείλουμε να πιστώσουμε στην ικανότητα και το όραμα της Τοκάρτσουκ, η οποία κατασκευάζει, –ή μήπως αποτυπώνει;– μαεστρικά τον κόσμο εντός του οποίου διαδραματίζεται η ιστορία, πετυχαίνοντας να μικρύνει την χρονική απόσταση που χωρίζει τον σημερινό αναγνώστη από την μακρινή πια εποχή εκείνη. Με τον τρόπο της, η Τοκάρτσουκ αφηγείται μια ιστορία διαχρονική, ακόμα και σε έναν κόσμο με ολοένα μειούμενη ανάγκη καταφυγής στο πνευματικό, όπως είναι ο σημερινός, ιστορία που πολλές φορές μου έφερε στον νου εικόνες από σύγχρονους αυτοαποκαλούμενες σωτήρες που πετυχαίνουν να προσελκύσουν έναν αριθμό πιστών, μιλώντας για την τελική κρίση που είναι προ των πυλών. Ο θρησκευτικός χαρακτήρας της ιστορίας, παρότι έντονος και πανταχού παρών, αποτελεί στον πυρήνα του μια αφορμή για την Τοκάρτσουκ ώστε να μας μιλήσει για τα ανθρώπινα ερωτήματα, για την ανάγκη απαντήσεων που πατούν πάνω σε μια αγωνία θα λέγαμε υπαρξιακή.

Πολυφορεμένη και κλισέ η διαπίστωση πως σημασία έχει περισσότερο ο τρόπος παρά το περιεχόμενο μιας ιστορίας, και όμως στην περίπτωση αυτού του βιβλίου μοιάζει με δρόμο αυστηρά μονής κατεύθυνσης. Η Τοκάρτσουκ απομακρύνεται από το σύγχρονο όχι μόνο για να αναδείξει τους δρόμους που οδήγησαν σε αυτό αλλά και για να αποκτήσει πιο καθαρή ματιά απέναντί του. Για να χρησιμοποιήσω έναν θρησκευτικό όρο, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως Τα βιβλία του Ιακώβ είναι μια λοξή παραβολή. Μια απόπειρα συγχρονίας από μεγάλη χρονική απόσταση. Η αφήγηση εκτός από συνεκτική είναι και ιδιαιτέρως απολαυστική, καταφέρνοντας να μετουσιώσει σε λέξεις τον –και εδώ παρόντα– μεταφυσικό χαρακτήρα της ιστορίας, αυτόν τον ιδιότυπο κεντροευρωπαϊκό μαγικό ρεαλισμό, που ωστόσο περισσότερο με έναν γνώριμο Βαλκάνιο ομοιάζει, με τον κόσμο του Πάβιτς για να δώσω ένα ενδεικτικό παράδειγμα.

Ο χρόνος αποτελεί έναν ακόμα άξονα περιστροφής στο μυθιστόρημα αυτό. Σε αντίστιξη με τον σύγχρονο δρομέα που επιδιώκει τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα, σ' έναν κόσμο που μοιάζει διαρκώς να αλλάζει κάνοντας άλματα, η Τοκάρτσουκ αντιπαραβάλει έναν κόσμο αργών, παρότι τιτάνιων, μετατοπίσεων. Αλλά δεν είναι μόνο οι δύο κόσμοι οι οποίοι υπόκεινται στον χρόνο, είναι και η ίδια η ανάγνωση. Απόρροια του τρόπου με τον οποίο διάγει τον καθημερινό του βίο ο αναγνώστης και του πλήθους των πληροφοριών με τον οποίο έρχεται διαρκώς αντιμέτωπος, εδώ βρίσκεται αντιμέτωπος με την απαίτηση του βιβλίου για μια περιδιάβαση πιο αργή, πιο αναλυτική που δεν εξοβελίζει τις λεπτομέρειες ως κάτι το περιττό. Το βιβλίο αυτό, θέλω να πω, μοιάζει να ανήκει σε μια πρότερη εποχή, όχι τόσο εξαιτίας του περιεχομένου και του τρόπου αφήγησης, όσο εξαιτίας του αναγνωστικού βηματισμού που με τον τρόπο του επιβάλλει.

Τα βιβλία του Ιακώβ είναι από εκείνα τα μυθιστορήματα που αποδεικνύονται καθοριστικά για την αναγνωστική μας ταυτότητα, επαναπροσδιορίζοντας τα χαρακτηριστικά της υψηλής λογοτεχνίας και βαθαίνοντας τις ρίζες της ανάγνωσης μέσα μας, υπενθυμίζοντας πως η λογοτεχνία είναι μια διαδικασία αργής καύσης και όχι ένας αγώνας ταχύτητας, αλλά και πως η συγγραφική φιλοδοξία έχει υποτιμηθεί και περιπέσει σε στόχους πιο εφήμερους και όρους μάλλον κατανάλωσης.

υγ. Η Τοκάρτσουκ εξηγεί ικανοποιητικά την αντίστροφη μέτρηση των σελίδων.
υγ.2 Η μετάφραση υπήρξε ένας άθλος που έφερε εις πέρας η Αλεξάνδρα Ιωαννίδου. Οι ελάχιστες υποσημειώσεις μου δημιούργησαν μια αμφιθυμία. Η έκδοση, ως σύνολο, είναι πανέμορφη, υπενθυμίζοντας πως το βιβλίο είναι και ένα αντικείμενο εκτός από περιεχόμενο.
υγ.3 Για Το αρχέγονο και άλλοι καιροί περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

Ο Ανίκητος - Στάνισλαβ Λεμ




Πέρυσι το καλοκαίρι, η συνέντευξη του Μανώλη Πιτέλη, ιδιοκτήτη της Άγνωστης Καντάθ, στον Αντώνη Γαζάκη και το Marginalia (την οποία μπορείτε να βρείτε εδώ), ήταν αρκετή για να σημάνει τον συναγερμό της αναμονής, καθώς εκεί, ανάμεσα σε τόσα ενδιαφέροντα σχετικά με τη λογοτεχνία του φανταστικού, κρυβόταν η αναγγελία της επικείμενης έκδοσης για πρώτη φορά στα ελληνικά του Ανίκητου του σπουδαίου Στάνισλαβ Λεμ. Και ο καιρός πέρασε και το βιβλίο έφτασε στα χέρια μου, καινούριος Λεμ στα ελληνικά, επιτέλους, και η ανάγνωση δεν μπορούσε να περιμένει!     
Ο Ανίκητος, ένα καταδρομικό τύπου 2, το μεγαλύτερο σκάφος του διαστημικού στόλου που είχε τη βάση του στον αστερισμό της Λύρας, ταξίδευε με τους κινητήρες φωτονίων του στο πιο μακρινό τεταρτημόριο αυτού του αστρικού σμήνους. Οι ογδόντα τρεις άντρες του πληρώματος κοιμούνταν στον κυλινδρικό, κρυογονικό θάλαμο στο κεντρικό κατάστρωμα. Η διάρκεια της πτήσης ήταν σχετικά σύντομη, έτσι προτιμήθηκε αντί για την πλήρη καταστολή ο ελεγχόμενος βαθύς ύπνος, στον οποίο η θερμοκρασία του σώματος δεν πέφτει κάτω από δέκα βαθμούς Κελσίου. 
Ο Ανίκητος ταξιδεύει για τον πλανήτη Ρέγκις ΙΙΙ. Εκεί, το πολυμελές και άκρως εξειδικευμένο πλήρωμά του θα διερευνήσει τα αίτια της απώλειας επαφής με το πλήρωμα του Κόνδωρ, ενός αντίστοιχου τύπου με τον Ανίκητο καταδρομικού σκάφους, που είχε βρεθεί στον Ρέγκις ΙΙΙ σε αναγνωριστική αποστολή. Η τεχνολογία αιχμής με την οποία είναι εξοπλισμένο το σκάφος και η εξειδίκευση του πληρώματος μοιάζουν να αποτελούν αδιαμφισβήτητα εχέγγυα για την επιτυχία της αποστολής. Όμως, σε έναν άγνωστο τόπο, άγνωστοι θα 'ναι και οι κίνδυνοι, και στον Ρέγγις ΙΙΙ οι άντρες του Ανίκητου αντιμετωπίζουν πρωτόγνωρες συνθήκες, για τις οποίες ούτε εκείνοι ούτε οι μηχανές είναι προετοιμασμένοι να ανταποκριθούν. Ο πλανήτης μοιάζει ακατοίκητος και, καθώς οι έρευνες του πληρώματος κλιμακώνονται, οι εικασίες σχετικά με το τι έγινε αποκτούν ολοένα και πιο παράδοξο χαρακτήρα, κινούμενες έξω από τα όρια της γνώσης και της αντίληψης των μελών του πληρώματος. 

Η σχετικά απλή στη σύλληψη πλοκή αποτελεί -ως είθισται στη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας- την αφορμή μέσω της οποίας ο συγγραφέας θα μπορέσει να μιλήσει για τα γήινα, με τους ήρωές του έτη φωτός μακριά. Οι επιστημονικές γνώσεις του Λεμ βοηθούν στην εικονοποίηση όσων η φαντασία του σκαρώνει, γνώσεις που δεν εξαντλούνται στον τομέα των θετικών επιστημών αλλά εκτείνονται και στις αντίστοιχες ανθρωπιστικές. Ξεκινώντας από το υπερφίαλο όνομα του σκάφους και φτάνοντας μέχρι την αυτοπεποίθηση της επιστημονικής εξειδίκευσης, ο Λεμ μοιάζει να διηγείται την ιστορία κάποιων που πιστεύουν πως θα τα καταφέρουν εκεί που οι άλλοι απέτυχαν οικτρά, χωρίς να αλλάξουν κάτι στην προσέγγισή τους, χωρίς να αμφιβάλλουν εγκαίρως για τις ικανότητές τους, χωρίς να αναρωτηθούν γύρω από την αποστολή. Ενώ και στο μοίρασμα των ρόλων παρατηρεί κανείς διάφορους χαρακτήρες, εκείνους, για παράδειγμα, που έχουν την ικανότητα να σκεφτούν λοξά την κρίσιμη στιγμή αλλά και εκείνους που δεν είναι διατεθειμένοι να κουνηθούν από τις βεβαιότητές τους ή που φλερτάρουν με την εγκατάλειψη του ορθολογισμού. Η βεβαιότητα -και η κατάρρευσή της- είναι μια έννοια κλειδί για την ανάγνωση τόσο του μυθιστορήματος αυτού όσο και του έργου του Λεμ γενικότερα, ενώ η αμφιβολία δεν διαθέτει αρνητικό φορτίο, κάθε άλλο μάλιστα.

Στο μυθιστόρημα δεν υπάρχει κάποια αναφορά σχετικά με την εθνικότητα του πληρώματος, αόριστα μόνο αναφέρεται κάπου η Γη, όπως επίσης άγνωστος παραμένει και ο χρόνος κατά τον οποίο διαδραματίζεται η αποστολή. Η απουσία οποιασδήποτε αντιστοιχίας με το εδώ και το τώρα ενισχύει τον μη ρεαλιστικό χαρακτήρα της ιστορίας, την αναντιστοιχία της με την πραγματικότητα, δίνοντας περαιτέρω ελευθερίες στον συγγραφέα, σε μια εποχή που ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός στη λογοτεχνία κυριαρχούσε και η λογοκρισία επαγρυπνούσε. Από την άλλη, η μικρή κοινότητα με την κάθετη ιεραρχία που αποτελεί το πλήρωμα του σκάφους, οι σχέσεις που αναπτύσσονται και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί, δεδομένης της ύπαρξης ενός αόρατου εχθρού, αποτελούν ένα απομονωμένο μοντέλο προς εξέταση στο εργαστήριο του Λεμ. Γιατί, παρότι οι συνθήκες που επικρατούν στον Ρέγκις ΙΙΙ είναι διαφορετικές, ο τρόπος με τον οποίο σκέπτεται και λειτουργεί το πλήρωμα είναι παρόμοιος -αν όχι ίδιος. Η απουσία γυναικών από το πλήρωμα αξίζει να σημειωθεί.

Η ικανότητα κάποιων συγγραφέων, όπως ο Λεμ στην περίπτωση αυτή, να δημιουργούν κόσμους σχεδόν από το μηδέν, να τους επανδρώνουν και να τους καθιστούν σκηνικό δράσης, και μάλιστα με έναν τρόπο -φαινομενικά- απλό, ιδιαιτέρως προσιτό για τον αναγνώστη, είναι μαγική. Σε ένα περιβάλλον ανοίκειο και ξένο, τον πλανήτη Ρέγκις ΙΙΙ ο Λεμ επιτυγχάνει να χαρίσει στον αναγνώστη μια αίσθηση γνώριμης οικειότητας, κάτι το οποίο λειτουργεί διττά, καθώς από τη μία τον παρασέρνει μακριά από τα γνώριμα, πιέζοντας στα άκρα τη φαντασία του, μια απόσταση από τα τριγύρω απαραίτητη και παρηγορητική, κάτι που αποτελεί, άλλωστε, μία από τις βασικές αποστολές της λογοτεχνίας, ενώ από την άλλη, σε ένα δεύτερο επίπεδο, επιτρέπει στην ιστορία του να λειτουργήσει παραβολικά και έγκειται στον αναγνώστη η αντιστοίχηση της ιστορίας αυτής με καταστάσεις πιο γνώριμες και κοντινές σε αυτόν, χωρίς καμία διάθεση διδακτισμού. 

Η μετάφραση του Ναούμ Θεοδοσιάδη -στα μάτια μου- μοιάζει με άθλο, καθώς, από τη μία, το ύφος του Λεμ είναι χαρακτηριστικό, και μόνο φαινομενικά απλό, ενώ από την άλλη υπάρχει η εν γένει δυσκολία της απόδοσης στα ελληνικά όλων αυτών των επιστημονικών όρων, αρκετοί εκ των οποίων αποτελούν προϊόν έμπνευσης και λεξιπλασίας του Λεμ. Η έκδοση συνοδεύεται από μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εισαγωγή από τον ίδιο τον εκδότη, συνδυασμός γνώσης και πάθους για τη λογοτεχνία του φανταστικού -και όχι μόνο.

υγ. Στα ελληνικά κυκλοφορούσαν μέχρι τώρα το Σολάρις και το Ημερολόγιο των άστρων, και τα δύο από τις εκδόσεις Ποταμός. Πριν πέντε χρόνια διάβασα το από πάντα εξαντλημένο Συνέδριο για το μέλλον, το οποίο έφτασε στα χέρια μου με έναν τρόπο τυχαίο και αλληλέγγυο, περισσότερα για την ανάγνωση εκείνη μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Μετάφραση Ναούμ Θεοδοσιάδης
Εκδόσεις Η άγνωστη Καντάθ                   

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

Το Αρχέγονο και άλλοι καιροί - Olga Tokarczuk





Έκλεισα το ραδιόφωνο· ένιωθα να με ενοχλεί. Όταν διάβαζα το βιβλίο, έξω είχε ήλιο· καιρός που ερχόταν σε πλήρη αντίστιξη με τον καιρό που επικρατούσε στο Αρχέγονο, υγρασία και ομίχλη, σίγουρα όχι πάντα, αλλά καταλαβαίνετε, κάποιοι τόποι έχουν μέσα μας τον ίδιο καιρό πάντα. Τώρα, που επιτέλους κάθισα να γράψω γι' αυτό, έξω βρέχει. Ίσως γι' αυτό να γράφω τώρα γι' αυτό το βιβλίο και όχι για κάποιο άλλο. Αφήνω τις σημειώσεις στην άκρη προς το παρόν, θα εμπιστευτώ την αναγνωστική ανάμνηση. Στο τέλος ίσως κάνω μια σύγκριση ανάμεσα στο τότε και στο τώρα. Ίσως και όχι.
Το Αρχέγονο βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος.
Για να διασχίσει κανείς με γρήγορα βήματα το Αρχέγονο απ' τον βορρά στον νότο, χρειάζεται μια ώρα. Το ίδιο για να το διασχίσει απ' την ανατολή στη δύση. Αν πάλι κανείς θελήσει να τριγυρίσει απ' άκρη σε άκρη το Αρχέγονο με την ησυχία του, παρατηρώντας προσεκτικά και με περίσκεψη το καθετί, θα του πάρει μια ημέρα. Απ' το πρωί ως το βράδυ.
Θεωρώ δεδομένο πως κάποιος που θα διαβάσει την πρώτη παράγραφο του βιβλίου της Πολωνής συγγραφέως θα συνεχίσει την ανάγνωση, και θεωρώ επίσης πιθανό πως το Αρχέγονο και οι ιστορίες όσων γεννήθηκαν ή βρέθηκαν εκεί θα στοιχειώσουν τον αναγνώστη που θα φτάσει μέχρι το τέλος, απλώς πιθανό το θεωρώ αυτό και όχι δεδομένο εξαιτίας της απομάγευσης της περιόδου. Το Αρχέγονο, τόπος ελάχιστος μέσα στη μεγάλη χώρα και στην τεράστια ήπειρο, μέρος ενός σκηνικού κανονικότητας και φρίκης, τόπος που τα όριά του καθορίζονται από τον τρόπο -ή μήπως ικανότητα;-, που έχει ο καθένας να κοιτάζει. Κάτοικοι και περαστικοί, περαστικοί που αποφάσεις δικές τους ή άλλων, εραστών και ηγετών, οδήγησαν εκεί, κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, πότε από τη δύση και πότε από την ανατολή, κάτοικοι και περαστικοί αρχετυπικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες, που επισημαίνουν τη διαφορετικότητα ακόμα και των αδερφών, που τονίζουν τη δυσκολία της συνύπαρξης, που αναδεικνύουν την ανάγκη για ανοχή και σεβασμό.

Για να δείξει κανείς τη μεγάλη εικόνα, χρειάζεται να πλησιάσει σε εκείνην αρκετά, τόσο που μόλις ένα ελάχιστο μέρος της να ορίζεται από το βλέμμα, ένας τόπος μικρός όπως το Αρχέγονο για παράδειγμα· ύστερα, να αφήσει το βλέμμα να καθαρίσει και να το εστιάσει εκεί· και τότε να παρατηρήσει ό,τι συνέβαινε εκεί· ίσως έτσι καταφέρει να έχει μια αρκετά σαφή εικόνα για όσα συνέβαιναν στη μεγάλη εικόνα κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου, του εικοστού αιώνα για παράδειγμα. Αυτό επιλέγει να κάνει η Τόκαρτσουκ, και το κάνει καλά.

Επιλέγει επίσης να αφήσει έξω τον στεγνό ρεαλισμό, τη γλώσσα των ιστορικών και των στρατευμένων λογοτεχνών, να αφήσει έξω τους αριθμούς και τον διαχωρισμό καλοί - κακοί, να προσθέσει στην εξίσωση τη ζωή, που στις αναλύσεις κρύβεται εντελώς πίσω από τα ιστορικά γεγονότα, να θυμίσει, σε όποιον ξεχνάει ή κάνει πως δεν καταλαβαίνει, πως η μεγάλη ιστορία αποτελεί σύνθεση από εκατομμύρια ατομικές ιστορίες.

Είναι ενδιαφέρον το γεγονός πως κάποιες από τις βασικές επιρροές της βρίσκονται κάπου στη Λατινική Αμερική, ο μέγας Γκομπρόβιτς, Πολωνός μετανάστης στην Αργεντινή, και ο Μάρκες, ο πατέρας του μαγικού ρεαλισμού, ίσως ακριβέστερα ο προφήτης του Χουάν Ρούλφο. Βέβαια, θα ήταν λάθος να παραλείψει κανείς την επίδραση  των λαϊκών δοξασιών και μύθων στο έργο της, που οι πηγές τους χάνονται στα βάθη των αιώνων.

Και αν κάποιος ισχυριζόταν πως το μεταφυσικό στοιχείο στην αφήγηση της ιστορίας του Αρχέγονου και των ανθρώπων του κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα αποτελεί μια απόπειρα εκ μέρους της συγγραφέως να ωραιοποιήσει και να μετατρέψει την ιστορία σε παραμύθι, ο ισχυρισμός εκείνος θα φανέρωνε πλάνη και άγνοια της πραγματικής ψυχής των παραμυθιών, της σκοτεινής και αμείλικτης ψυχής τους.

Η επινόηση ενός φανταστικού τόπου, σίγουρα δεν αποτελεί πρωτοτυπία της Τόκαρτσουκ. Είναι συνήθης ανάγκη κάποιων συγγραφέων, ώστε να φέρουν τον κόσμο στα δικά τους μέτρα. Κάποιοι άλλοι επιλέγουν να ακολουθήσουν τον ήρωά τους στο πέρασμα των χρόνων, να τον κάνουν μάρτυρα των γεγονότων. Το Αρχέγονο θα μπορούσε να μετακινηθεί στο χώρο και στο χρόνο για να μιλήσει και για κάποιον άλλο τόπο σε κάποιους άλλους καιρούς.

Τελικά δεν άντεξα και έριξα μια ματιά στις σημειώσεις που κράτησα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, τα αποτελέσματα της σύγκρισης όμως θα τα κρατήσω για προσωπική χρήση, κυρίως μελλοντική.

Ακόμα βρέχει έξω και ο αέρας έχει δυναμώσει.

Μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
Εκδόσεις Καστανιώτη  

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

Συνέδριο για το μέλλον - Στάνισλαβ Λεμ





Κυριακή πρωί. Εκείνος διάβαζε το Solaris σε ένα τραπέζι κάπως πιο πέρα από εκεί που καθόμουν εγώ. Πήρα το θάρρος και περνώντας από δίπλα του, κατευθυνόμενος στο ταμείο, του είπα: δεν είναι απίστευτος συγγραφέας ο Λεμ; Ξαφνιάστηκε, και απομάκρυνε το βλέμμα από τις σελίδες, ακολουθώντας την ηχητική παρεμβολή. Ναι, συμφώνησε. Συζητήσαμε για τον Λεμ και για τη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, για την άδικη θέση της σαν αποπαίδι, για την αβίαστη αναγνωστική προσέγγισή της ακόμα και από κάποιους που δηλώνουν μεγάλοι θαυμαστές της. Γκρίνιαξα: μα, είναι δυνατόν να κυκλοφορούν στα ελληνικά μόνο δύο βιβλία του;* Υποσχέθηκε να μου φέρει, την επόμενη φορά, στο ίδιο καφέ, το Συνέδριο για το μέλλον, εδώ και χρόνια εξαντλημένο, από τη βιβλιοθήκη του. Τήρησε την υπόσχεσή του.

Μια έκδοση ταπεινή, που δεν θα γέμιζε το μάτι κάποιου εστέτ βιβλιόφιλου, με χρονολογία έκδοσης πρότερη εκείνης της γεννήσεώς μου, ένα αντίτυπο ταλαιπωρημένο, με τα σημάδια του χρόνου -μα και της ανάγνωσης- εμφανή στο σώμα του, ένα ανέλπιστο εύρημα. Να το προσέξεις, μου είπε. Η ανάγνωσή του απέκτησε το χαρακτήρα επείγοντος, ένας συνδυασμός λαχτάρας και υποχρέωσης για άμεση επιστροφή, σφήνα ανάμεσα στα ιταλικά μυθιστορήματα που διάβαζα εκείνες τις μέρες με μανία -εξαιτίας της Φεράντε και του Ταμπούκι που είχαν προηγηθεί.

Ο ήρωας του Λεμ, κάποια στιγμή στο μέλλον, ταξιδεύει για ένα συνέδριο μελλοντολόγων, το οποίο φιλοξενείται σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο στην Κόστα Ρίκα, με κύριο θέμα συζήτησης τον υπερπληθυσμό που απειλεί τον πλανήτη. Ξαφνικά, θα ξεσπάσει μια απεργία και η πόλη θα περιέλθει σε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, την οποία οι αρχές προσπαθούν να διαχειριστούν με τη χρήση διάφορων τακτικών, τα αποτελέσματα των οποίων όμως καταλήγουν αντικρουόμενα και επιτείνουν το χάος, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για τον συγγραφέα.

Ο Λεμ, ο σπουδαίος και τεράστιος αυτός συγγραφέας, παραδίδει ένα μυθιστόρημα αχαλίνωτης φαντασίας και μαύρου χιούμορ, γραμμένο το 1971, μεταφρασμένο στα ελληνικά το 1977, που η ανάγνωσή του σήμερα, εκτός από τη δεδομένη απόλαυση, αναδεικνύει μία διορατικότητα του συγγραφέα του για την εξέλιξη των πραγμάτων στον πλανήτη Γη, διορατικότητα, την οποία -κάπου έχω επαναλάβει και παλαιότερα- δεν είμαι σίγουρος ότι θα επιθυμούσε να επιβεβαιωθεί ο διακρινόμενος για τον ανθρωπισμό του Λεμ, αρκούμενος, φαντάζομαι, στο μασκάρεμα του τότε παρόντος, ξεγελώντας τις επιτροπές λογοκρισίας και ελπίζοντας σε ένα καλύτερο αύριο.

Η ικανότητα του Λεμ στην γλωσσοπλαστία, αποτελεί την κύρια πηγή του χιούμορ και το βασικό εργαλείο της κατασκευής και της παρουσίασης του μέλλοντος κόσμου ή της παραμόρφωσης του σύγχρονου με εκείνον, στοιχείο το οποίο ο μεταφραστής στα ελληνικά, Βασίλης Καζαντζής, αναδεικνύει με έμπνευση και επιμονή στην ανάδειξη της λεπτής απόχρωσης κάθε νέας λέξης που επινοεί και εισάγει ο συγγραφέας, εμπνεόμενος σίγουρα, πέρα από τη δεδομένη ικανότητά του, και από τη γοητεία που του άσκησε ως αναγνώστη το κείμενο.

Λίγες μέρες μετά επέστρεψα το βιβλίο στον κάτοχό του.


*Από τις εκδόσεις Ποταμός κυκλοφορούν το Solaris και το Ημερολόγιο των άστρων.

Μετάφραση Βασίλης Καζαντζής
Εκδόσεις Κάκτος

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Υπερ-Ατλαντικός - Βίτολντ Γκομπρόβιτς




Τόπος, που να μου ασκεί τέτοια μαγεία, όπως η Αργεντινή της δεκαετίας του '50, δεν υπάρχει. Εκεί, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, διαγώνια από το πεδίο έντασης, τα απόνερα φτάνουν στις ακτές της και φέρνουν παράξενους ταξιδιώτες, φυγάδες από τον εκάστοτε νόμο, ανθρώπους φοβισμένους από τη φρίκη, και φρίκες φοβισμένες από τους ανθρώπους.

Ο Γκομπρόβιτς, λίγο αφού εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, που έτυχε μάλλον χλιαρής υποδοχής, επιβιβάζεται, μετά από διάφορα παιχνίδια της τύχης, στο πολωνικό υπερωκεάνιο Χρόμπρε με σκοπό να καλύψει δημοσιογραφικά το παρθενικό του ταξίδι. Η άφιξή τους στην Αργεντινή συμπίπτει με την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, εκείνος αποφασίζει να μην γυρίσει, έτσι και αλλιώς η επιστροφή στην Πολωνία θα ήταν μάλλον αδύνατη.

Τις εμπειρίες των πρώτων αυτών χρόνων στην Αργεντινή υποτίθεται πως περιγράφει ο Γκομπρόβιτς στον Υπερ-Ατλαντικό. Υποτίθεται, γιατί, όπως είναι γνωστό, στο έργο του Πολωνού δημιουργού, κάτι που είναι έτσι είναι ταυτόχρονα και αλλιώς, έτσι και ο Υπερ-Ατλαντικός, παρωδία της γκαβέντα, του παραδοσιακού πολωνικού επικού μυθιστορήματος, γραμμένη σε παρωχημένο και στερεότυπο ύφος, πηγάζει αρχικώς από την ανάγκη του Γκομπρόβιτς να αφηγηθεί τα πρώτα χρόνια του στην Αργεντινή.


Αισθάνομαι την ανάγκη να μεταβιβάσω στην Οικογένεια, στα ξαδέλφια και στους φίλους την αρχή ετούτων πλέον, των παλαιών κατά μια δεκαετία περιπετειών μου στην πρωτεύουσα της Αργεντινής.  Δεν προσκαλώ τον οιονδήποτε να μοιραστεί μαζί μου αυτές τις πολυκαιρισμένες Χυλόπιτές μου, αυτό το μάλλον ωμό γογγύλι μέσα σε τούτη τη Γανωμένη γαβάθα, Άνοστο και Κακό και επιπλέον Αισχρό μαυροζούμι, ούτε αυτό το πηχτό πλιγούρι, ούτε αυτό το Κουρκούτι μου από μαύρο σιτάρι, που είναι αρτυμένα με το λάδι των Αμαρτιών μου·αχ, και να μην τα έπαιρναν, να μην τα έπιαναν ποτέ στο Στόμα τους -αυτό θα ήταν για τον αιώνιο Χαμό και τον Εξευτελισμό μου, την ώρα που, χωρίς τέλος, ακολουθώντας την πορεία της Ζωής μου, ανεβαίνω εξουθενωμένος αυτό το δικό μου μολύβδινο Βουνό.
Η πλοκή δεν αποτελεί τίποτα παραπάνω από ένα πρόσχημα· Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει πλοκή στα βιβλία του Γκομπρόβιτς. Εδώ, ο συγγραφέας φτάνει στο Μπουένος Άιρες και αποφασίζει να μείνει και να μην επιστρέψει στην εμπόλεμη Πολωνία. Με ελάχιστα χρήματα, καμία γνώση της γλώσσας και δίχως γνωριμίες το μέλλον διαγράφεται ζοφερό. Θα γνωρίσει έναν puto, μια αδερφή δηλαδή που είναι ερωτευμένος με έναν νεαρό Πολωνό, και αναλαμβάνει ένα ρόλο διαιτητή της κατάστασης, είναι εκείνος που θα αποφασίσει να ρίξει τον νεαρό στην αγκαλιά του ή να το αποτρέψει. Δίλημμα που συνοψίζεται ως εξής: πίστη στο παρελθόν ή ελευθερία να πλάθει ο καθένας τον εαυτό του όπως επιθυμεί. Δίλημμα που δεν οδηγεί σε ηθικολογία μα σε κωμωδία όπως μόνο ο Γκομπρόβιτς ξέρει να μετατρέπει. Το καθαρό παράλογο, το παράδοξο, κυριάρχο στοιχείο του λογοτεχνικού του σύμπαντος.

Αυτός ο άνθρωπος (ένας από τους πιο παράξενους ανθρώπινους τύπους που είδα ποτέ μου) ήταν άκρως εκλεπτυσμένος και κάθε στιγμή Εκλεπτυνόταν περισσότερο. Τυλιγμένος μέσα σε ένα μακρύ μανδύα, φορούσε τεράστια μαύρα ματογυάλια που τον χώριζαν σαν φράχτης από τον περιβάλλοντα Κόσμο, στο λαιμό ένα μεταξωτό φουλάρι διάστικτο με ημικυκλικά στίγματα, στα χέρια μαύρα γάντια από οργαντίνα που άφηναν τα μισά δάχτυλα έξω, στο κεφάλι ένα μαύρο ημιπλατύγυρο καπέλο. Έτσι περίεργα ντυμένος, απομονωμένος, σήκωνε κατά διαστήματα μέχρι το στόμα του ένα μπουκαλάκι απ' όπου έπινε μια γουλιά, σκούπιζε το πρόσωπό του με ένα Μαντίλι από μαύρη οργαντίνα, έκανε αέρα.
Μοναδική αναγνωστική εμπειρία η επαφή με το έργο αυτού του σπουδαίου δημιουργού. Είχε προηγηθεί η Πορνογραφία.



Μετάφραση Τασία Χατζή
Εκδόσεις Νεφέλη

  

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Η Πορνογραφία - Βιτόλντ Γκόμπροβιτς








«Καθήστε τώρα να σας πω μια άλλη περιπέτειά μου, και να μη με λένε Γκόμπροβιτς, αν δεν είναι η πιο σημαδιακή απ’ όσες έχω ζήσει στη ζωή μου»


1943, η Πολωνία είναι υπό πλήρη γερμανική κατοχή. Οι φίλοι του Βίτολντ πασχίζουν να συνεχίσουν τον μποέμικο τρόπο ζωής, επιδεικνύοντας αδιαφορία για τις εξωτερικές συνθήκες. Κάθε Τρίτη μαζεύονται σε ένα μικρό διαμέρισμα και σε κατάσταση μέθης – για την οποία το αλκοόλ δε φέρει πάντα την αποκλειστική ευθύνη – γυροφέρνουν συνεχώς τα ίδια θέματα· θεός, τέχνη, λαός, προλεταριάτο. Η αιώνια συζήτηση γύρω από την αλλαγή.

Την ίδια ώρα που η κατάσταση στην πρωτεύουσα είναι σχεδόν ασφυκτική, στην επαρχία η ζωή συνεχίζεται σε ρυθμούς σχεδόν φυσιολογικούς. Παρέα με τον άγνωστο και μυστηριώδη Φρεντερίκ, θα αποδεχτούν την πρόσκληση να περάσουν μερικές μέρες στην έπαυλη του Ιππό, φίλου του Βίτολντ, σπρωγμένοι από την περιέργεια της ανακάλυψης του άγνωστου.

Τα επαρχιακά ήθη, η βαρύτητα της θρησκείας στην καθημερινότητα και η νιότη – κυρίως αυτή – θα αποτελέσουν πρόκληση για το δίδυμο. Και ενώ ο Βίτολντ θα αρκεστεί στο ρόλο του παρατηρητή, ο Φρεντερίκ δε θα διστάσει στιγμή να διαφθείρει και να προκαλέσει. Η κόρη του Ιππό, λογοδοσμένη με το γιο ενός μεγαλοκτηματία μα – υποσυνείδητα – ερωτευμένη με έναν νεαρότερό της, θα βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των δύο πρωτευουσιάνων. Ο Φρεντερίκ στο ρόλο ενός σκηνοθέτη – δημιουργού δίνει συνεχώς σκηνικές εντολές στους ηθοποιούς – μαριονέτες και είναι τέτοια η επιρροή του σε αυτούς ώστε εκείνοι του εμπιστεύονται τυφλά τις ζωές τους αδυνατώντας να προβάλλουν την παραμικρή αντίσταση. Ο ερεθισμός, η προδοσία, η απάτη, η υπόσχεση. Στην ατελή νιότη, εκεί κρύβεται κάθε ελπίδα για τη νέα ομορφιά, τη νέα ποίηση. Ο ποιητής δεν αρκείται όμως στην αναζήτηση, φλέγεται από την επιθυμία να στολίσει, να δώσει μορφή στο ατελές, μα πολλά υποσχόμενο, υλικό του. 

Με διάχυτα τα επαρχιακά στερεότυπα, το μυθιστόρημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φολκλορικό ταυτόχρονα όμως και ποιητικό, εξαιτίας της διαρκούς παρουσίας του υπαινιγμού αλλά και του τρόπου με τον οποίο ο Γκόμπροβιτς χειρίζεται τη γλώσσα. Η αίσθηση της φάρσας, η μεταφυσική χροιά και η λατρεία του συγγραφέα για το ατελές αποτελούν βασικούς άξονες για την προσέγγιση του μυθιστορήματος. Και η Ιστορία, δε θα μπορούσε να απουσιάζει η Ιστορία σε μια περίοδο τόσο ταραγμένη για την Πολωνία αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο. Στην ηρεμία της πολωνικής επαρχίας οι φήμες για το αντάρτικο δίνουν και παίρνουν, πλήγματα σημαντικά στον κατακτητή μαρτυρούνται, η ελπίδα συντηρείται, ο αγώνας συνεχίζεται.

Δε θα διστάσω να εμπιστευτώ το ένστικτό μου· στην Πορνογραφία υπάρχουν επιρροές από το μυθιστόρημα του Μπουλγκάκοφ, ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα. Υποψία που επιβεβαιώνεται στη σκηνή που ο Φρεντερίκ με τον Βίτολντ παρευρίσκονται στην εκκλησία για την κυριακάτικη λειτουργία.

Η έκδοση του Ηριδανού συνοδεύεται από ένα ιδιαιτέρως κατατοπιστικό και πλήρες επίμετρο, με κείμενα του ίδιου του συγγραφέα (αν και θα χρειαστεί να επαναλάβω την άποψή μου πως τα συνοδευτικά κείμενα κάθε έκδοσης θα έπρεπε να βρίσκονται στο τέλος του βιβλίου και όχι στην αρχή αυτού...). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του στον Μπόρχες (ο Γκόμπροβιτς έζησε πολλά χρόνια εξόριστος στην Αργεντινή): «Εγώ και ο Μπόρχες είμαστε δύο αντίθετα πράγματα, εκείνος είναι ριζωμένος στη λογοτεχνία ενώ εγώ είμαι στην πραγματικότητα αντιφιλολογικός.» Είναι νομίζω αυτή η επιφανειακή άρνηση του φιλολογικού που καθιστά τόσο ιδιαίτερο τον τρόπο γραφής του Πολωνού συγγραφέα και δίνει την αίσθηση του άναρχου αποτελέσματος που όμως γρήγορα υποχωρεί καθώς τα νήματα της ιστορίας κάνουν την εμφάνισή τους και η διονυσιακή πλευρά του αναγνώστη ξυπνά, σελίδα τη σελίδα, από το λήθαργό της.



(πρωτοδημοσιεύτηκε στο bookstand.gr)




Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης
Εκδόσεις Ηριδανός