Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις κουκουνιάου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις κουκουνιάου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2022

Καραντίνα στο Νησί του Διαβόλου - Τζέημς Μήτσαμ

Τον Τζέημς Μήτσαμ τον «γνώρισα» τον Ιούνιο του 2020 όταν διάβασα τον Πολπόταμο. Αργότερα, στην αναγνωστική ανασκόπηση του πρώτου πανδημικού έτους, το βιβλίο έλαβε την άκρως τιμητική διάκριση Έκπληξη της χρονιάς (ή αλλιώς: Δεν ξέρω από πού μου ήρθε). Τέτοιες γνωριμίες γίνονται συνήθως σε ενημερωμένα βιβλιοπωλεία, έτσι και αυτή, αλλά ας μη γελιόμαστε, είναι τέκνα της τυχαιότητας και του ενστίκτου, αφού, ανάμεσα σε εκατοντάδες λίγο πολύ γνώριμους τίτλους από γνωστούς εκδότες, το μάτι ξεχώρισε το όνομα Τζέημς Μήτσαμ και έτσι ξεκίνησε το ξετύλιγμα του κουβαριού. Τότε, βέβαια, ακόμα δεν ήξερα πως είχα ήδη διαβάσει μια δική του μετάφραση, και πώς να το ξέρω δηλαδή αφού ως μεταφραστής του Έλεος και θνητότητα στη Βιέννη (ναι, του Τόμας Πίντσον) εμφανιζόταν ο Λούντβιχ Βαν Μπετόβεργ. Εν ολίγοις, ο Τζέημς Μήτσαμ είναι ένας πολυπράγμων ανθρώπινος οργανισμός που κινείται στο λογοτεχνικό (ίσως και όχι μόνο) περιθώριο και εμφανίζεται με πλείστα διαφορετικά ονόματα την τελευταία εικοσαετία, μεταφέροντας και εκτός χαρτιού μια διάθεση παιγνιώδη και κρυπτική, αμιγώς λογοτεχνική, αν με ρωτάτε.

Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε το (μάλλον) τελευταίο του βιβλίο, Καραντίνα στο νησί του διαβόλου, με ένα εξώφυλλο τρομερά παλπ, αισθητικά προερχόμενο κατευθείαν από το μακρινό πια παρελθόν, δηλωτικό ωστόσο των συγγραφικών προθέσεων και καταβολών, που χαρακτηρίζονται από διάχυτη ποικιλομορφία και εσωτερικευμένη αντίφαση. Ήδη από την πρώτη πρόταση της εισαγωγής ο Μήτσαμ ξεκαθαρίζει πως «είναι κρίμα, εν έτει 2022, να γράφονται ακόμα συμβατικά μυθιστορήματα, νουβέλες και διηγήματα, λες και βρισκόμαστε  στον 19ο αιώνα, όταν εδώ και περισσότερα από εκατό χρόνια οι Φουτουριστές, το Dada, οι Σουρεαλιστές και ο James Joyce και, αρκετά πτώματα αργότερα, στο δεύτερο κύμα, ο W.S. Burroughs, η Ψυχεδέλεια και το Punk, έχουν καταργήσει κάθε συμβατικό κανόνα στην καλλιτεχνική δημιουργία και μας έχουν δείξει πώς να παίζουμε δημιουργώντας και καταστρέφοντας σύμπαντα και λαβυρίνθους, θέτοντας κατά βούληση τους δικούς μας κανόνες, σε συνθήκες απόλυτης δημιουργικής ελευθερίας, αγγίζοντας νέα ύψη ψυχοσωματικής ηδονής και ευδαιμονίας».

Στο ρήμα «παίξουμε» εντοπίζεται ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής του Μήτσαμ, στην έλλειψη σοβαροφάνειας το υπόλοιπο. Δεν επιχειρεί να πείσει, πρώτα τον εαυτό του και ύστερα τον αναγνώστη, πως φέρει κάποια πρωτοπορία, επιλέγοντας να παίξει χρησιμοποιώντας την τεχνική της μεταστροφής· να αποσπάσει δηλαδή κάτι από το αρχικό του πλαίσιο, να το πειράξει και να το εντάξει σε μια διαφορετική υφολογική και νοηματική βιοποικιλότητα. Μια τεχνική που λογοτεχνικά αποτυπώνεται υποδειγματικά στις περιβόητες Ασκήσεις ύφους του Ρειμόντ Κενό και μουσικά εδώ και δεκαετίες στη τζαζ αλλά και τη λόγια μουσική. Το απόσπασμα το οποίο ο Μήτσαμ επέλεξε για να παίξει στο πρώτο μέρος του βιβλίου προέρχεται από το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Αντόλφο Μπιόυ Κασάρες Σχέδιο διαφυγής, σε μετάφραση Ντ. Σωτήρα. Ο Μήτσαμ πραγματοποιεί εννέα παραλλαγές του αρχικού μοτίβου, πειράζοντας τόσο το ύφος όσο και το περιεχόμενο, σ' ένα αποτέλεσμα ιδιαίτερα ενδιαφέρον, ειδικά για τους λάτρεις του πρωτότυπου μυθιστορήματος, καθώς μέσα από το παιχνίδι ο μεταποιητής συγγραφέας φροντίζει, εκτός των άλλων, να δημιουργήσει αναλογίες μεταξύ των δύο εποχών, υπογραμμίζοντας τη διαχρονικότητα και τη διατοπικότητα βιβλίων όπως αυτό του Κασάρες, που ως πρώτο συστατικό έχουν τον τρόμο και την παραβολή.

Ως υπενθύμιση και σύνδεση με το μυθιστόρημα του Κασάρες θα αναφέρω λίγα λόγια σχετικά με την κεντρική υπόθεση: Ο Ανρί Νεβέρ αναγκάζεται να μπαρκάρει εξαιτίας μιας διαμάχης γύρω από την οικογενειακή επιχείρηση. Αφήνει πίσω του την Ιρέν. Υποψιάζεται πως ο εξαναγκασμός του σε φυγή αποτελεί σχέδιο σκοτεινό του Ξαβιέ, που τώρα απέμεινε να πολιορκεί την Ιρέν δίχως αντίπαλο. Ο Ανρί την εμπιστεύεται αλλά φοβάται μήπως δεν αντέξει για πολύ. Καταφτάνει στην Καγκέν τέλη Γενάρη. Εκεί θα έρθει αντιμέτωπος με συνθήκες πρωτόγνωρες για τον ίδιο, ένα νησιωτικό σύμπλεγμα - τόπος φυλακής και εξορίας. Διαρκής αμφιβολία στην αναζήτηση κάποιου έμπιστου, οι υποψίες αναζητούν αποδείξεις, η λογική τον καλεί να μείνει μακριά από τη Νήσο του Διαβόλου, μάταια. Πίσω από τους τοίχους των φυλακών διαδραματίζονται σχέδια που δεν τα χωρά - αρχικά - ο ανθρώπινος νους, μπροστά τους, η στέρηση της ελευθερίας μοιάζει να ωχριά.

Το παιχνίδι του Μήτσαμ λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της καραντίνας, όπως άλλωστε φαίνεται και από τον τίτλο, η υγειονομική κατάσταση εκτάκτου ανάγκης στην οποία περιήλθε μεγάλο μέρος του πλανήτη αποτελεί μια βάση έμπνευσης, μάλλον αναγκαστικής. Το παιχνίδι αποκτά εδώ χαρακτηριστικά ενός σχεδίου διαφυγής από την πραγματικότητα, είναι ο τρόπος του λογοτέχνη να διατηρηθεί πνευματικά υγιής σε συνθήκες εγκλεισμού και παράνοιας, να κρατήσει απασχολημένο το μυαλό του, θέτοντας ο ίδιος τα όρια και τους περιορισμούς, ακόμα και αν στη συνέχεια αποφασίσει να τα παραβιάσει επειδή ο ίδιος το θέλησε, χωρίς να είναι υπόλογος σε τίποτα και σε κανέναν παρά μόνο στον ίδιο του τον εαυτό. Είναι ταυτόχρονα και ο τρόπος του να αποδώσει έναν ασεβή φόρο τιμής σ' ένα σπουδαίο βιβλίο, με έναν τρόπο λογοτεχνικό και άρα απαλλαγμένο από το βάρος της αστικής ευγένειας και των δήθεν καλών τρόπων, αναγνωρίζοντας σ' αυτό το κατάλληλο για το παιχνίδι του μοτίβο.

Ο Μήτσαμ μετά τον Κασάρες επιλέγει να παίξει και με τον Χέγκελ, πειράζοντας ένα απόσπασμα από τη Φαινομενολογία του νου (μτφρ. Γ. Φαράκλας) που με διαφορετική κάπως διατύπωση συναντάται και στη Φαινομενολογία του πνεύματος (μτφρ. Δ. Τζωρτζόπουλος) με ήρωα των παραλλαγών αυτών τον Τζακ Τζόουνς. Από τις είκοσι τρεις παραλλαγές, αρκετές ιδιαιτέρως απολαυστικές και ευφάνταστες, παραθέτω εκείνη που λόγω εποχής περισσότερο με άγγιξε και έχει να κάνει με τις διακοπές στην κοντινή Ικαρία, ζήτημα φιλοσοφικό εκ φύσεως, υποταγμένο δε στη μαζικότητα και το hype:

Οι διακοπές μας είναι η γέννηση και η φθορά μας, δίχως οι ίδιες να έχουν γένεση ούτε φθορά, παρά κυλάνε καθεαυτές και αποτελούν την ενεργό πραγματικότητα και την κίνηση της ζωής του Τζακ Τζόουνς. Ο Τζακ έχει παγιδευτεί λοιπόν στο ικαριώτικο πανηγύρι, κανένα μέλος του οποίου δεν είναι ξενέρωτο· φλογερές κοκκινομάλλες στέλνουν στην κόλαση φλεγόμενους ταξιδιώτες, αντάρτες αρπάζουν μπριζόλες από τραπέζια αθώων οικογενειών, πάνκισες παίρνουν πίπες πίσω απ' τα δέντρα, φρίκουλες χορεύουν ινδιάνικους χορούς, ελκυστικές πρεζοκαγκουρίνες ενεδρεύουν με μαχαίρια στο σκοτάδι, τρίπιοι χούλιγκαν καταλήγουν στην παραλία για να δουν τα χρώματα της ανατολής· κι επειδή κάθε μέλος χάνεται απ' την στιγμή που αποκόπτεται απ' το πανηγύρι, αυτή η μέθη είναι η νηφάλια γαλήνη στο μάτι της καταιγίδας. Ναι μεν οι επιμέρους γκρούβαλοι καταδικάζονται απ' το δικαστήριο της Σάμου για παράνομη κατασκήνωση, αποτελούν ωστόσο θετικές αναγκαίες στιγμές τόσο όσο είναι αρνητικές και προπηλακιζόμενες από κουκουέδες.- Στο σύνολο της κίνησης, ιδωμένο ως χανγκόβερ, ό,τι διακρίνεται μέσα της και προικίζεται με ιδιαίτερη ύπαρξη διαφυλάσσεται ως κάτι που εν-θυμείται, εσωτερικό στον εαυτό του, που η ύπαρξη του είναι η φάση του, όπως κι αυτή είναι εξ ίσου άμεσα ύπαρξη.

Η Καραντίνα στο Νησί του Διαβόλου υπήρξε ένα ξεχωριστό και απολαυστικό βιβλίο, αυθεντικά παλπ και περιθωριακό, όχι καλογυαλισμένο και σε σημεία δύστροπο και απαιτητικό, ξεκάθαρα γέννημα ενός μυαλού που τρελαίνεται για τις λέξεις και το παιχνίδισμά τους, γραμμένο σε συνθήκες επιπρόσθετα του κανονικού δυστοπικές, γραμμένο ωστόσο όχι για να αρέσει, αλλά για να ικανοποιήσει πρώτα και κύρια τον ίδιο τον Μήτσαμ, να εκτονώσει τη δική του ανάγκη, να αντέξει το βάρος που του αποθέτει στις γραμμές του ο δημιουργός. Ιδιαίτερο, όπως και αν έχει, σε μια εποχή ομοιομορφίας παρά την κατανάλωση τόνων χαρτιού.

υγ. Για τον Πολπόταμο περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Ο Κενοειδής εδώ, για το αριστούργημα του Κασάρες, εννέα χρόνια πριν, εδώ.

Εκδόσεις κουκουνιάου

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2020

Ο Κενοειδής - Richard Hell

 
Ο Richard Hell υπήρξε μια από τις ηγετικές μορφές του νεοϋορκέζικου proto-punk, συμμετείχε σε μια σειρά από μπάντες (Neon Boys, Heartbreakers, Richard Hell & the Voidoids) και υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους στη διαμόρφωση αυτού που σήμερα είναι γνωστό ως punk αισθητική, το οποίο εν πολλοίς αντέγραψε ο μάνατζερ των Sex Pistols λίγο αργότερα. Ο Κενοειδής (όπως δημιουργικά μετέφερε στα ελληνικά ο μεταφραστής τον πρωτότυπο τίτλο The Voidoid), είναι μια άκρως πειραματική νουβέλα, που γράφτηκε το 1973, αλλά δεν κυκλοφόρησε παρά το 1996 από τον εκδοτικό οίκο Codex και μόλις πρόσφατα μεταφράστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά. Στο κατατοπιστικό εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή Λούντβιχ Βαν Μπετόβεργ, εξηγούνται -μεταξύ άλλων- και οι δύο βασικοί λόγοι για τους οποίους εκείνος έκρινε πως άξιζε τον κόπο να μεταφράσει και να εκδώσει τον Κενοειδή: πρώτον, αποτελεί ένα ντοκουμέντο σχετικά με την περίοδο του πρώιμου αμερικανικού punk και τη σκηνή της Νέας Υόρκης, όταν ακόμα αυτή ήταν υπό διαμόρφωση, και διεπόταν από μια αυθεντικότητα, και δεύτερον, για το λογοτεχνικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει για τους λάτρεις της παραληρηματικής γραφής. Και αν το όνομα που χρησιμοποιεί ο μεταφραστής σας θυμίζει κάτι είναι γιατί πριν λίγα χρόνια είχε μεταφράσει το διήγημα του Τόμας Πίντσον Έλεος και Θνητότητα στην Βιέννη (εκδόσεις Κακός Βηξ).

Για να φτάσει στο γκέτο της Νέας Υόρκης, αν υποθέσουμε πως όντως φτάνει κάπου συγκεκριμένα κάποιος από τους ήρωες της νουβέλας αυτής, υπό μορφή επιστολής, ο αφηγητής θα εκφράσει τη βεβαιότητα πως Εσύ και οι γονείς σου θα λατρέψετε την Αλαμπάμα και ευθύς αμέσως σπεύδει να υπεραμυνθεί της πίστης του αυτής, περιγράφοντας την καθημερινή ζωή σε ένα μέρος όπως η Αλαμπάμα, ένα μέρος κατάλληλο για την άνθηση της οικογενειακής ευτυχίας, εκεί όπου μπορεί κανείς με την ησυχία του να αυνανιστεί μέρα μεσημέρι στη σκιά μιας κερασιάς. Στην πραγματική ζωή ο Hell το έσκασε με τον κολλητό του Tom Verlaine, όταν οι δυο τους πήγαιναν στο γυμνάσιο, και βρέθηκαν στην Αλαμπάμα, όπου και συνελήφθησαν, λίγο αργότερα, κατηγορούμενοι για βανδαλισμούς. Το γυμνάσιο δεν το τελείωσε ποτέ και έφυγε για τη Νέα Υόρκη για να ζήσει ως ποιητής. Σε ένα κείμενο παραληρηματικής γραφής η σχέση αιτίου και αιτιατού δεν είναι πάντα προφανής, με αποτέλεσμα η λογική παρακολούθηση της "πλοκής" να παραμερίζεται. Στο σημείο αυτό συναντώνται η δυσκολία και η απόλαυση που αυτή η γραφή προσφέρει στον αναγνώστη, που είναι διατεθειμένος να ακολουθήσει το κείμενο, χωρίς να γυρεύει διαρκώς απαντήσεις, διατεθειμένος να χαθεί στις εικόνες που ένα μυαλό όπως του Hell γεννά.  

Στον ομιχλώδη ουρανό πάνω από τα γκρίζα και ροζ τούβλα του γκέτο της Νέας Υόρκης κρέμεται μια μάζα ηλεκτρικών κυμάτων που περιμένουμε να παγιδευτούν από δάκτυλα κιθαριστών, σαν κάποιος που γλύφει το δόντι του ώσπου χτυπά νεύρο. Γλείφει το νεύρο του. Στον ομιχλώδη ουρανό πάνω από τα γκρίζα και ροζ τούβλα του γκέτο της Νέας Υόρκης ένα μοναχικό βρωμερό ματωμένο περιστέρι ηλεκτρίζεται από μια αστραπή, όχι, είναι μια γλώσσα, όχι είδα κάτι ροζ... Το περιστέρι δεν έχει πούπουλα. Πέφτει σε μια μαύρη οδοντωτή στέγη.

Υπάρχουν, όπως το παραπάνω απόσπασμα δείχνει, σημεία που διακρίνονται για την ποιητικότητά τους, αν και ίσως όχι με την κλασική -αν όντως ευσταθεί ένας τέτοιος χαρακτηρισμός- αντίληψη περί ποιητικής γραφής. Μπορεί κανείς να διακρίνει διάφορα λογοτεχνικά είδη στην παραληρηματική πρόζα του Hell, η φαντασία, η σάτιρα και μια διάθεση δοκιμιακή, είναι κάποια από αυτά. Υπάρχουν σίγουρα κάποια -φαινομενικά- αδύναμα μέρη στη νουβέλα, που ίσως δικαιολογούνται από το γεγονός πως πρόκειται για ένα έργο ταυτόχρονα πρωτόλειο και ερμητικό. Ενδιαφέρον έχει να διαβάσει κανείς τον επίλογο του ίδιου του συγγραφέα, που περιλαμβάνεται στην έκδοση, σχετικά με την περίοδο που έγραφε τον Κενοειδή, κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο η συγγραφή αποτελούσε ένα καταφύγιο για τον ίδιο, σε μια περίοδο που οι μουσικές του αναζητήσεις συναντούσαν διαφόρων ειδών εμπόδια, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο εργαζόταν σ' ένα μικρό δωμάτιο που είχε νοικιάσει επ' αυτού, και που είχε διαμορφώσει κατά τρόπο τέτοιο ώστε τα πάντα να είναι προσβάσιμα με το άπλωμα του χεριού χωρίς να χρειάζεται να σηκωθεί. Η ανάγνωση ικανοποιεί απόλυτα και τους δύο λόγους οι οποίοι οδήγησαν τον Λούντβιχ Βαν Μπετόβεργ στη μετάφραση και την έκδοση της νουβέλας αυτής, ενώ η εκδοτική πρακτική που ακολουθήθηκε συνάδει πλήρως με την αισθητική της εποχής κατά την οποία Ο Κενοειδής γράφτηκε. Ο Κενοειδής κυκλοφορεί σε περιορισμένα αντίτυπα από τις εκδόσεις κουκουνιάου.

υγ. Στον Κενοειδή έφτασα διαβάζοντας πριν από λίγους μήνες τον Πολπόταμο του Τζέημς Μήτσαμ. Περισσότερα για την ανάγνωση εκείνη μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Λούντβιχ Βαν Μπετόβεργ
Εκδόσεις Κουκουνιάου