Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελισάβετ φωτοπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελισάβετ φωτοπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Στη γύρα - Ελισάβετ Φωτοπούλου

Τα βράδια της Τετάρτης είναι εντελώς παρεξηγημένα· σ' αυτά, στα τεταρτόβραδα, αφιερώνει η Ελισάβετ Φωτοπούλου τα διηγήματα αυτά, την πρώτη της εκδοθείσα λογοτεχνική απόπειρα, αισθητικά όμορφη και συμβατή με το περιεχόμενο, τα τριάντα συν ένα μικρού μεγέθους διηγήματα, στη γύρα της Φωτοπούλου από εδώ και από κει, μια παράλληλη δραστηριότητα, η παρατήρηση, η ύφανση, το παράλογο, το απλό και τετριμμένο, η διάθεση για παιχνίδι με τη γλώσσα, διηγήματα κεντρικής ιδέας ή στιγμιαίας έμπνευσης, κάτι το ελάχιστο, η ουρά στην τράπεζα, για παράδειγμα, ως άξονας περιστροφής, η παρατήρηση για το σκάνδαλο με τα χαρτάκια αναμονής, με το παρεμπόριο εκείνων που το παίζουν θεοί και διαλέγουν τον εκλεκτό στα βάθη της ουράς στον οποίο θα χαρίσουν ένα κοντινό νούμερο που πια δεν το χρειάζονται, δεκάδες μάρτυρες και κανείς δεν διαμαρτύρεται, κανείς δεν κάνει κάτι, εκτός από την αφηγήτρια που άλλο πια δεν μπορεί, δεν αντέχει, το πετσί της δεν το σηκώνει, κάτι ελάχιστο είναι ικανό να οδηγήσει στην έκρηξη, τα χαρτάκια να γίνουν κομφετί, όμορφο κατά την αιώρηση, ρυπογόνο και άχρηστο μετά την πτώση στο πεζοδρόμιο, είναι μια κάποια λύση, θυμήθηκα κάποτε που έγραφα πως ήθελα να γνωρίσω αυτούς που έχουν πάρει το νούμερο ένα σε σειρά αναμονής του παλιού ΟΑΕΔ, να μου μιλήσουν, να μου πουν για τη ζωή τους, ήταν επτά και μισή, τα γκισέ εξυπηρέτησης άνοιγαν στις οκτώ και εγώ βρέθηκα με το νούμερο εκατό δώδεκα, σοβαρά.

Είχα καιρό να διαβάσω τέτοιου είδους διηγήματα, που να επιχειρούν ανάμεσα στην εξυπνάδα, στην παρατήρηση, στο χιούμορ και στον ζόφο, ένας μικρός άξονας περιστροφής, διάθεση παιγνίου με κίνδυνο να μη λειτουργήσει ο μηχανισμός, εμπλοκή στο γρανάζι του εξυπνακισμού και της υπερβολής, θα μπορούσε να ονομαστεί η βλάβη, ίσως πια, σκέφτομαι, λόγω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, εκεί που το αστείο, το τρολ και το πνευματώδες αγκομαχούν να έλξουν κάποιες αντιδράσεις να έχει καταληφθεί ο χώρος, ίσως επίσης, συνεχίζω να σκέφτομαι, η σοβαροφάνεια που ολοένα και κατακλύζει να λειτουργεί αποτρεπτικά στην παραγωγή μιας λογοτεχνίας με αυτές τις πρώτες ύλες, να μη θεωρείται εξαρχής κάτι το σπουδαίο, και καταλήγω να σκέφτομαι πόσο διαφορετικά ένιωθα απέναντι στα διηγήματα αυτά κάθε φορά που έκλεινα το βιβλίο έχοντας προχωρήσει κάποια διηγήματα ακόμα, πόσο πιο οικεία ένιωθα, ο υμένας της επιφάνειας ρώγμιαζε κατά τόπους, ένας κήπος με άνθη —σίγουρα με παράξενα ονόματα που πρώτη φορά θα άκουγα—αποκαλυπτόταν, και μετά το πέρας της ανάγνωσης είχα μετατοπιστεί, γι' αυτό και επέστρεψα να διαβάσω ξανά κάποια από τα πρώτα, για τα οποία δεν ήμουν έτοιμος, και δεν το έκανα από τύψεις μήπως τα αδίκησα αλλά από επιθυμία απόλαυσης.

Με την πάροδο της ανάγνωσης, ανάμεσα σε όσα παραπάνω προκατέβαλα, υπήρξε και η άνθηση του γλυκόπικρου, του κωμικοτραγικού, της γεμάτης από αντιφάσεις ζωής μας, χωρίς σοβαροφάνεια και διάθεση κριτικής και σάτιρας, όχι σε πρώτο επίπεδο, όχι νιανιά το φαγάκι για το παιδάκι, αυτή είναι μια οδός εύκολη, απλά να κοιτάξεις τριγύρω και να αρχίσεις να κρώζεις, η Φωτοπούλου, τη φαντάζομαι, στέκει στην ουρά της τράπεζας, μια εικόνα που κάποτε όλους μας ένωνε και η ψηφιακή μετάβαση μας τη στέρησε δια παντός, στέκεται και κοιτάζει, σίγουρα ακούει μουσική, και έτσι όπως κοιτάζει διάφορες εικόνες ξεπηδούν, η μία μέσα στην άλλη, κάποιες αιωρούνται, το μυαλό χάνεται στον λαβύρινθο του ενός συμβάντος που οδηγεί στο επόμενο, νόσημα από το οποίο κάποιοι πάσχουν από παιδιά, με τη δασκάλα να τα επαναφέρει κάθε τόσο με το ερώτημα πού ταξιδεύεις πάλι και πού μπορεί κάποιος να ταξιδεύει στην ουρά μιας τράπεζας, σίγουρα κάπου καλύτερα, κάπου πιο πολύχρωμα, κάπου που μπορεί ξάφνου να χιονίσει χαρτί με στίγματα μαύρης μελάνης, αλλά όσο και αν χιονίσει άσπρη μέρα δεν θα δούμε, να ένα παράδειγμα δικού μου εξυπνακίστικου σχολίου, κάτι που στα διηγήματα της Φωτοπούλου δεν παρατηρείται, ευτυχώς.

Οφείλω να σημειώσω πως ένας ακόμα λόγος για τον οποίο είχα καιρό να διαβάσω διηγήματα ή και πρόζα γενικότερα, όπως αυτή που παράγει η Φωτοπούλου, έχει να κάνει και με το γεγονός πως δεν είναι του γούστου μου. Στέκομαι, βάζω επιτέλους μια τελεία εντός παραγράφου, και σκέφτομαι τι μπορεί να σημαίνει αυτό, δεν είναι του γούστου μου. Στα είκοσι διάβαζα μανιωδώς Τομ Ρόμπινς, έσκαγα στα γέλια, γούρλωνα τα μάτια σε κάθε επόμενη παρομοίωση, αργότερα, στα σαράντα, διάβασα ξανά, αντίκρισα τη θλίψη που τότε αδυνατούσε λόγω μιας σειράς από προνόμια, με κύριο εκείνο της νεότητας, να διακρίνω. Με θλίβουν τα διηγήματα της Φωτοπούλου, με θλίβουν γιατί πρώτα με κάνουν να γελάσω, να χαλαρώσω, να αφεθώ στην ελαφρότητα της ευφάνταστης πρόζας, να πανηγυρίσω γι' αυτό το βγάλσιμο της γλώσσας, και έτσι το βάθος, το αναπόφευκτο βάθος μέχρι το εδώ και το τώρα επιμηκύνεται και η πτώση γίνεται πιο θορυβώδης, το ξύπνημα στον εφιάλτη, με θλίβουν παρότι ξέρω πως δεν έχουμε και πολλές διεξόδους, παρότι ξέρω πως η ομοιοπαθητική, ιστορίες στενάχωρες ακριβώς επειδή είναι ρεαλιστικές, απλώς ναρκώνει και δεν παρηγορεί, και παρότι με θλίβουν τα απολαμβάνω, δεν ξέρω γιατί νιώθω την ανάγκη να προχωρήσω σε αυτή τη διευκρίνηση, ίσως γιατί φοβάμαι πως θα ακουστεί ως κάτι το αρνητικό, διηγήματα που θλίβουν· στο αφηγηματικό υποκείμενο, πιστεύω, θα του άρεσε, Ελισάβετ Φωτοπούλου Στη γύρα Διηγήματα που Θλίβουν εκδόσεις ΚΨΜ. 

Το μέγεθος των διηγημάτων είναι ιδανικό και για τη καθημερινή γύρα του αναγνώστη, ίσως στη γύρα να είναι η ενδεδειγμένη συνθήκη ανάγνωσης, αυτών των πολύχρωμων καρέ ενός ασπρόμαυρου κόσμου, μακιγιάζ που με μια πρώτη σταγόνα βροχής λιώνει και πασαλείβεται στο πρόσωπο τη στιγμή που είναι η σειρά σου στον γκισέ εξυπηρέτησης.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 

Εκδόσεις ΚΨΜ