Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιαπωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιαπωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2022

Δεν ήμουν πια άνθρωπος - Οσάμου Νταζάι

Και τι ήταν τώρα που δεν ήταν πια άνθρωπος, αναρωτήθηκα μόλις έπιασα το βιβλίο αυτό στα χέρια μου. Ο τίτλος ήταν αρκετός για να γεννήσει την επιθυμία. Δεν γνώριζα κάτι για τον Νταζάι, αόριστα το όνομά του κάτι μου έλεγε, όχι όμως πολλά, όχι τόσα ώστε να αναμένω διακαώς και φορτωμένος με προσδοκίες την κυκλοφορία τού Δεν ήμουν πια άνθρωπος, που απ' όσα διάβασα θεωρείται το πλέον σημαντικό έργο του, το τελευταίο που ολοκλήρωσε πριν από την αυτοκτονία του. Όσο διαβάζει κανείς, τόσο συνειδητοποιεί το εύρος της άγνοιάς του, και αυτός είναι ένας καλός λόγος για να συνεχίσει να διαβάζει κανείς.

Είχα δει τρεις φωτογραφίες αυτού του ανθρώπου.

Ο συγγραφέας του βιβλίου δεν γνώριζε τον Γιόζο, τον συντάκτη των τριών σημειωμάτων. Μια γυναίκα του τα έδωσε μαζί με τρεις φωτογραφίες του, ενώ εκείνος είχε ήδη χαθεί. Αυτό το αφηγηματικό εύρημα, ο συγγραφέας που ανακαλύπτει κάποιο χειρόγραφο ενός άγνωστου συντάκτη, όσες φορές και αν το συναντήσω με συγκλονίζει, παρά την απλότητα και την παλαιότητά του, σε μια εποχή μεταμοντέρνας γραφής και διαρκούς αναζήτησης νέων, πρωτότυπων και εντυπωσιακών φορμών αφήγησης. Ίσως γιατί στην εποχή της επικοινωνίας και της ψηφιακής πραγματικότητας, που όλα γράφονται για κάποιον αποδέκτη, που η ανάγκη για αφήγηση υποκύπτει στη «λογοκρισία» του άλλου και φαντάζει πρωτίστως υστερόβουλη και ακολούθως αναγκαστική, αυτή η μορφή, έστω και τεχνητά, αναβλύζει μια καθαρότητα ως προς την αναγκαιότητα και τον αδιέξοδο χαρακτήρα της, το περιβόητο: δεν γινόταν αλλιώς. Κάποιες φορές, το εύρημα αυτό λειτουργεί και ως μια κρυψώνα του προσωπικού, μια αναγκαία απόσταση που ο συγγραφέας χρειάζεται να λάβει από τον ίδιο του τον εαυτό, διαχωρίζοντας το ζεύγος συγγραφέα-αφηγητή. Το Δεν ήμουν πια άνθρωπος είναι —και—μια τέτοια περίπτωση. 

Ωστόσο, όπως κάθε αφηγηματικό εύρημα, έτσι και αυτό δεν αρκεί από μόνο του. Απαιτείται δεξιοτεχνία και λεπτοδουλειά ώστε να λειτουργήσει. Και ο Νταζάι τα κατάφερε με έναν τρόπο συγκλονιστικό. Η επιλογή να προσθέσει τις τρεις φωτογραφίες του Γιόζο, φωτογραφίες τις οποίες ο συγγραφέας περιγράφει στην εισαγωγή του μυθιστορήματος, είναι καθοριστική. Τόσο η εισαγωγή, όσο και ο επίλογος αποτελούν μέρη του βιβλίου, ενταγμένα οργανικά στην τελική σύνθεση, απαραίτητα για την ολοκλήρωση της εμπειρίας της ανάγνωσης, καθώς, στην αυτοπροσωπογραφία του Γιόζο, έρχονται να αντιπαρατάξουν την εικόνα των άλλων για εκείνον, εικόνα την οποία ο ίδιος βίωνε με διαφορετικό τρόπο. Και αυτή η, φαινομενικά και μόνο, απλή συγγραφική επιλογή αποδεικνύεται ευφυής, καθώς επιτείνει την απόσταση που ο Νταζάι παίρνει από το άλτερ έγκο του και κατά επέκταση από τον ίδιο του τον εαυτό, από την αυτοεικόνα του.  

Έζησα μια ζωή γεμάτη από επαίσχυντες καταστάσεις.

Χωρίς αχρείαστες φιοριτούρες, ο Γιόζο ξεκινά την αφήγηση της ζωής του με διάθεση κριτική. Το Δεν ήμουν πια άνθρωπος αποτελεί ένα ιδιότυπο μυθιστόρημα ενηλικίωσης με τη μορφή διαθήκης, έναν τελικό απολογισμό μιας ζωής. Ξεκινώντας από τα παιδικά του χρόνια, περιγράφει όσα έζησε, τις συγκυρίες και τα προσωπικά λάθη, βιώνοντας με περισσή ένταση τις στιγμές που η ζωή θα μπορούσε να τραβήξει έναν διαφορετικό δρόμο, που μια φράση που δεν ειπώθηκε ήταν αρκετή για να συμβούν όσα τελικά συνέβησαν. Δεν παρασύρεται ωστόσο από ένα άχρηστο τι θα συνέβαινε εάν, δεν αναζητά διαρκώς δικαιολογίες, ξέρει καλά πως πια δεν έχει νόημα, πως ό,τι έγινε έγινε, πως εκείνος είχε την ευθύνη, αν αυτό έχει τελικά κάποια σημασία. Δεν θυματοποιεί τον εαυτό του, ούτε όμως τον ηρωοποιεί, αυτό ήταν. Προσπαθεί να σταθεί αντικειμενικός παρατηρητής του εαυτού του, με τις όποιες δυσκολίες και ασυμβατότητες περικλείει ένα τέτοιο εγχείρημα. Ο Νταζάι πετυχαίνει μια υποδειγματική και πειστική αφηγηματική φωνή, καθηλωτική και αξέχαστη, που διακρίνεται από ειλικρίνεια, αποφεύγοντας με άνεση την όποια συναισθηματική καθοδήγηση ή την ανάστροφη διδακτική του αντιπαραδείγματος. Δεν στοχεύει στη λύπηση του αφηγητή εκ μέρους του αναγνώστη, διατηρώντας και μεγαλώνοντας διαρκώς τη μεταξύ τους απόσταση, αποτυπώνοντας τον τρόπο με τον οποίο ο Γιόζο έζησε ανάμεσα στους ανθρώπους, όσο διέθετε και εκείνος ανθρώπινες ιδιότητες.

Κι έτσι οδηγήθηκα στη σκέψη να κάνω τον κλόουν. Αυτή ήταν η τελευταία αίτηση αγάπης που απηύθυνα στους ανθρώπους. Γιατί, μ' όλο που τους φοβόμουν στο έπακρο, φαίνεται ότι δεν μπορούσα ν' αποσπαστώ εντελώς απ' αυτούς. Μ' αυτό το ένα μέσο, να κάνω τον κλόουν, μπόρεσα να διατηρήρω έναν λιγοστό σύνδεσμο με τους ανθρώπους. Κατόρθωσα να διατηρώ αδιάκοπα στην επιφάνεια ένα φτιαχτό χαμόγελο. Ήταν μια ευκολία που πρόσφερα στους άλλους, την πετύχαινα όμως καταβάλλοντας από μέσα μου, με πολύ κόπο, απελπισμένες προσπάθειες κι έχοντας πάντα την αίσθηση ότι μια τρίχα με χωρίζει απ' την περιοχή του κινδύνου.

Οι πλέον συγκλονιστικές σελίδες της αφήγησης είναι, παράδοξα ίσως, εκείνες στις οποίες μια αχτίδα έμοιαζε να κάνει την εμφάνισή της. Ο τρόπος με τον οποίο ανά περιόδους ο Γιόζο πίστευε πως θα τα καταφέρει, ξεγελώντας τον εαυτό του και τους άλλους. Η αγωνία που διατρέχει, ακόμα και εκ των υστέρων, αυτές τις γραμμές της αφήγησης και φανερώνει τη δίψα για μια ζωή σε αρμονία με την προσωπική του ηθική, σε εκεχειρία με τους δαίμονες του, κάνοντας τον κλόουν, ζώντας στο πλευρό κάποιας ερωμένης, ζωγραφίζοντας μάνγκα, δοκιμάζοντας να κρατηθεί μακριά από το αλκοόλ. Σε αυτή τη διαρκή διαμάχη, ο Νταζάι επιτρέπει στον έξω κόσμο να εισβάλλει. Όσα διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα τού αφηγητή βρίσκονται εκεί έξω, η οικογένεια και η κοινωνία κατά κύριο λόγο. Κανείς άνθρωπος δεν ζει σ' ένα περιβάλλον αποστειρωμένο.

Η προσωπική ιστορία του Γιόζο αποτελεί ταυτόχρονα την αποτύπωση μιας εποχής, εντούτοις, ο συγγραφέας πετυχαίνει να σώσει το μυθιστόρημά του από την αχρείαστη ιαπωνικότητα και το όποιο φολκλόρ τη συνοδεύει ως στερεοτυπία, τοποθετώντας τη στο πλαίσιο της ιστορίας και όχι στο κέντρο της σκηνής, χωρίς ωστόσο αυτό να τον απομακρύνει από τη λογοτεχνική παράδοση της χώρας του. Η ιστορία του Γιόζο, παρά την οικουμενικότητα που τη διακρίνει, παρά τις ποικίλες εκδοχές της που συναντώνται στην παγκόσμια γραμματεία διαχρονικά, είναι η ιστορία κάποιου που ζούσε στην Ιαπωνία κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του προηγούμενου αιώνα, διαμορφωμένη εν πολλοίς από το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον της εποχής. Δεν απαιτείται, αλλά και δεν αρκεί, η αναφορά σε σαμουράι και ανθισμένες κερασιές για να καταστήσει ιαπωνικό ένα λογοτεχνικό έργο.

Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο αυτό, αναπόφευκτα ίσως, του έρχονται στο νου το προγενέστερο Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι, καθώς και τα μεταγενέστερα Ο λύκος της στέπας του Έσε και το αριστουργηματικό Οι απόψεις ενός κλόουν του Μπελ, αλλά και Η γυναίκα της άμμου του, επίσης Ιάπωνα, Άμπε. 

Η μετάφραση από τα ιαπωνικά είναι του Στέλιου Παπαλεξανδρόπουλου, όπως και το κατατοπιστικό επίμετρο, που καλό ωστόσο θα ήταν να διαβαστεί μετά το πέρας της ανάγνωσης.

Το Δεν ήμουν πια άνθρωπος είναι ένα συγκλονιστικό βιβλίο.

υ.γ Για τον Λύκο της στέπας περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, για τις Απόψεις ενός κλόουν εδώ, και για τη Γυναίκα της άμμου εδώ.

Μετάφραση Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος
Εκδόσεις Gutenberg


  

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

Η γυναίκα της άμμου - Κόμπο Αμπέ





Μια μέρα του Αυγούστου ένας άντρας εξαφανίστηκε. Επ' ευκαιρία των διακοπών του είχε φύγει για μια ακτή, κάπου μισή μέρα με το τρένο. Από τότε δεν ξανάδωσε σημεία ζωής. Όλες οι προσπάθειες να βρεθεί, οι αναζητήσεις μέσω της αστυνομίας, οι αγγελίες στις εφημερίδες, δεν κατέληξαν πουθενά.
Ο νεαρός δάσκαλος είχε πάθος με την εντομολογία. Εφοδιασμένος με τα κατάλληλα σύνεργα, και εκμεταλλευόμενος τις ολιγοήμερες διακοπές του σχολείου, πήρε το τρένο και κατέβηκε στον μικρό σταθμό της παραθαλάσσιας πόλης με τους αμμόλοφους, τους οποίους σκόπευε να εξερευνήσει προς αναζήτηση κάποιου σπάνιου εντόμου. Αφού πέρασε αρκετές ώρες περπατώντας και παρατηρώντας με προσοχή την άμμο, αποδέχτηκε την πρόσκληση μίας ομάδας ηλικιωμένων κατοίκων του κοντινού χωριού για φιλοξενία. Τα σπίτια του χωριού, αόρατα από την επιφάνεια, βρίσκονται σε κοιλότητες στο εσωτερικό των αμμόλοφων. Χρησιμοποιώντας μια ανεμόσκαλα θα κατέβει στο σπίτι μιας νεαρής κοπέλας. Δεν θα αργήσει να καταλάβει πως η πρόσκληση για φιλοξενία δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια παγίδα· η ανεμόσκαλα θα τραβηχτεί και εκείνος θα απομείνει εγκλωβισμένος στο παράξενο αυτό σπίτι.

Ο άντρας, που δεν ένιωθε άνετα στην προηγούμενη ζωή του, που ασφυκτιούσε στο εργασιακό περιβάλλον, που αναζητούσε απαντήσεις σχετικά με την αγάπη και τον κοινό έγγαμο βίο, που αδυνατούσε να βρει κώδικες επικοινωνίας με τους ανθρώπους γύρω του, θα βρεθεί ξαφνικά εγκλωβισμένος σε έναν αμμώδη θύλακα, σε μια αυστηρή κοινωνική δομή. Έτσι λοιπόν το παρελθόν, που τόσο το απεχθανόταν, μετατρέπεται σε συνώνυμο της ελευθερίας.

Μια ιστορία κλειστοφοβική, που κινείται ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον συμβολισμό, με έντονη και προφανή την επιρροή του Κάφκα, Η γυναίκα της άμμου είναι ένα μυθιστόρημα πολλών αναγνώσεων, που διαβάζεται απνευστί με ένα διαρκές αίσθημα αγωνίας. Ο Κόμπο Αμπέ, φλερτάροντας με την επιστημονική φαντασία, εγκλωβίζει τον ήρωά του στο ίδιο του το πάθος, δημιουργώντας ένα περιβάλλον τρομακτικό, δομημένο από το πλέον ελάχιστο σημείο ύλης, τον κόκκο της άμμου.  

Ιδιοφυές ως προς τη σύλληψη και με συνεπή χρήση του αρχικού ευρήματος, Η γυναίκα της άμμου δεν αποτελεί τυπικό παράδειγμα ιαπωνικής λογοτεχνίας, εκείνης την οποία με επιτυχία και διεθνή αναγνώριση υπηρέτησαν συγγραφείς όπως ο Καβαμπάτα, ο Τανιζάγκι, ο Μίσιμα ή ο Όε, είναι όμως μια λογοτεχνία εξωστρεφής, και είναι μάλλον παράδοξο το γεγονός πως δεν έχουν μεταφραστεί άλλα έργα του Αμπέ στα ελληνικά. Διαβάζοντας το Η γυναίκα της άμμου θα τολμούσα να πω πως μάλλον αποτέλεσε ισχυρή και καθοριστική επιρροή στα πρώτα έργα του Χαρούκι Μουρακάμι, όπως αυτό φαίνεται για παράδειγμα στο Σκληρή χώρα των θαυμάτων και το τέλος του κόσμου (περισσότερα εδώ).

Η γυναίκα της άμμου δημοσιεύτηκε το 1962, μεταφράστηκε γρήγορα σε πολλές γλώσσες, ενώ μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ιάπωνα σκηνοθέτη Τεσιγκαχάρα Χιρόσι το 1964 και τιμήθηκε με το Βραβείο των Κριτικών στο Φεστιβάλ των Καννών.

Μετάφραση Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος
Εκδόσεις Άγρα   
 

 

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018

Kitchen - Μπανάνα Γιοσιμότο





Είχα καιρό να διαβάσω κάτι ιαπωνικό. Θυμήθηκα τη Γιοσιμότο. Μία φίλη παλιά μου είχε μιλήσει για εκείνη, με λόγια γλυκά, όχι διθυραμβικά, κι εγώ με τον καιρό κατάφερα να εντοπίσω διάφορα βιβλία της, κυρίως σε παλαιοβιβλιοπωλεία. Και τώρα, που θέλησα να διαβάσω κάτι ιαπωνικό, σύγχρονο, κάτι στο στυλ των Μουρακάμι -του Χαρούκι ή του Ριού-, ένιωσα πως ήταν η στιγμή να διαβάσω ένα βιβλίο της Γιοσιμότο, το Kitchen συγκεκριμένα, βιβλίο στο οποίο περιλαμβάνονται οι πρώτες τρεις νουβέλες που εξέδωσε η Γιαπωνέζα συγγραφέας, αρκετά έργα της οποίας κυκλοφόρησαν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη πριν από χρόνια. Συγγραφέας συνεπής, η οποία όμως εδώ και χρόνια δεν μεταφράζεται πια στα ελληνικά.

Η παρούσα έκδοση αποτελείται από τρεις νουβέλες, με τις δύο πρώτες (Kitchen, Kitchen 2) να συνδέονται, ενώ η τρίτη (Moonlight Shadow) είναι αυτόνομη, αν και συγγενής ως προς το ύφος και τη θεματική. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ανήκει σε δύο κοπέλες στα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής τους, ζωής στιγματισμένης από την απώλεια και την επακόλουθη απόλυτη μοναξιά. Οι ηρωίδες της Γιοσιμότο αναζητούν τη λύτρωση, τον τρόπο να συνεχίσουν να ζουν, την αίσθηση σταθερότητας στο βάδισμα. Ταλαιπωρούνται από αϋπνίες, νιώθουν σεβασμό για τα μέρη εκείνα που τους εξασφαλίζουν έναν ήσυχο και βαθύ ύπνο, αφήνουν τη ζωή να τις οδηγήσει, τη ζωή που συνεχίζει να κυλά, λίγο από αδυναμία αντίδρασης και λίγο από μία πίστη διαισθητική, προσπαθούν να κρατήσουν τα μάτια ανοιχτά απέναντι στο θαύμα, σε μία συνάντηση ονειρική, σε μία γνωριμία καρμική. Οι ηρωίδες της Γιοσιμότο δεν φωνάζουν και δεν επιζητούν τη λύπηση, γι' αυτό και επιτυγχάνουν να συγκινήσουν. Πορεύονται με τον δικό τους τρόπο, που παρότι κάποιες φορές μοιάζει κάπως αφελής, εντούτοις δεν ξενίζει.

Δεν υπάρχει μέρος στον κόσμο που να τ' αγαπάω περισσότερο απ' ό,τι την κουζίνα. Δεν έχει σημασία πού βρίσκεται, πώς είναι φτιαγμένη· αρκεί να είναι μια κουζίνα, ένα μέρος που ετοιμάζει κανείς φαγητό, κι είμαι μια χαρά. Αν είναι δυνατόν, την προτιμώ λειτουργική και όχι πολύ καινούρια. Ακόμα καλύτερα αν έχει ένα σωρό πετσέτες στεγνές και καθαρές και πλακάκια άσπρα που να λαμποκοπάνε. Αλλά και οι απίστευτα βρώμικες κουζίνες μ' αρέσουν μέχρι θανάτου.
Γραφή απλή, χωρίς αχρείαστα φτιασίδια, γραφή τρυφερή και γυναικεία, που χωρίς τυμπανοκρουσίες καταφέρνει να φτάσει αρκετά βαθιά στην ψυχή των ηρώων, σκιαγραφώντας τους χαρακτήρες χωρίς να καταναλώσει λεπτομέρειες, αποδίδοντας με συναισθηματική ειλικρίνεια την αίσθηση της απώλειας, περιγράφοντας τα πρώτα βήματα μετά το σημείο μηδέν, το σκληρό παζάρι με τη μνήμη, το διπλό πρόσωπο της λήθης. Η Γιοσιμότο, μέσα από τις δύο ηρωίδες της, επιτυγχάνει να ενσωματώσει στις ιστορίες της την ιαπωνική κουλτούρα, που ισορροπεί ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, την τεχνολογία και την πίστη στο άγνωστο, τις πολύβουες πόλεις με τις νησίδες απομόνωσης, την υπερβολική ταχύτητα του εξωτερικού κόσμου και τη βραδυπορεία του εσωτερικού.

Οι αναγνωστικές προσδοκίες υπερκαλύφθηκαν. 


Μετάφραση Άμπυ Ραΐκου
Εκδόσεις Καστανιώτη
 

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

Ο Κάφκα στην ακτή - Χαρούκι Μουρακάμι





Στα δέκατα πέμπτα γενέθλιά μου, θα το σκάσω από το σπίτι, θα πάω σε μια μακρινή πόλη και θα ζήσω σε μια γωνία κάποιας μικρής βιβλιοθήκης. Θα χρειαστεί μια βδομάδα ώστε να προετοιμαστώ για όλες τις λεπτομέρειες. Εν ολίγοις λοιπόν: στα δέκατα πέμπτα γενέθλιά μου θα το σκάσω από το σπίτι, θα πάω σε μια μακρινή πόλη και θα ζήσω σε μια γωνιά κάποιας μικρής βιβλιοθήκης.

Μοιάζει με παραμύθι, αλλά δεν είναι, πιστέψτε με. Όπως κι αν το διηγηθεί κανείς.

Ο δεκαπεντάχρονος Κάφκα, ανήμερα των γενεθλίων του, θα εγκαταλείψει το σπίτι του στο Τόκιο και τον πατέρα του, με τον οποίο ζούσε αφού η μητέρα του και η αδερφή  του εξαφανίστηκαν πριν από χρόνια χωρίς μια αγκαλιά αποχαιρετισμού καν, χωρίς μια δικαιολογία. Ο πατέρας του κάποτε του είπε, εν είδει προφητείας: κάποια μέρα θα με δολοφονήσεις και θα πλαγιάσεις με τη μητέρα σου και την αδερφή σου. Έτσι ξεκινάει η περιπέτεια του Κάφκα, όνομα που επινόησε ώστε να κρυφτεί.

Παράλληλα, ο Μουρακάμι διηγείται την ιστορία του Νακάτα, ενός όχι και τόσο έξυπνου γέρου, που δεν γνωρίζει ανάγνωση αλλά έχει την ικανότητα να μιλάει με γάτες. Ο Νακάτα θα εγκαταλείψει επίσης το Τόκιο, αγνοώντας τον ακριβή προορισμό του, στηριζόμενος στο ένστικτό του και την καλοσύνη των ξένων.

Το μυθιστόρημα, χωρισμένο σε κεφάλαια, στα οποία εναλλάσσονται οι δύο ιστορίες, εκείνη του Κάφκα σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ενώ εκείνη του Νακάτα σε τριτοπρόσωπη από έναν αφηγητή που μοιάζει παντογνώστης, διαθέτει όλα εκείνα τα στοιχεία που έχουν καθιερώσει τον Ιάπωνα συγγραφέα ως έναν από τους σημαντικότερους παραμυθάδες του καιρού μας. Το μεταφυσικό και η φιλοσοφία της Ανατολής προσδίδουν τον απαραίτητο εξωτισμό, εκείνο το κάτι που μετατρέπει την ιστορία φυγής ενός εφήβου από το σπίτι του σε ένα σύγχρονο παραμύθι, ένα ιδιότυπο παρακλάδι της λογοτεχνίας του φανταστικού, με περίκλειστους κόσμους, παράλληλες πραγματικότητες, την ανάγκη των ηρώων για απόλυτη απομόνωση, αρκετή δόση βίας και σεξ.

Σε πρώτο πλάνο βρίσκεται η ιστορία, τα ευρήματα και η πορεία προς την τελική λύση. Αντίθετα η γλώσσα και τα εκφραστικά μέσα δεν αποτελούν το φόρτε του βιβλίου, με συχνή χρήση φιλοσοφικών τσιτάτων. Επίσης, η επιλογή της εναλλαγής ανάμεσα στην πρωτοπρόσωπη και την τριτοπρόσωπη αφήγηση διευκολύνει μεν τον συγγραφέα αλλά δεν δικαιολογείται. Η ανάγνωση είναι ομαλή και αβίαστη, η κλιμάκωση του σασπένς μελετημένη, το πάντρεμα των δύο ιστοριών επιτυχυμένο. Εκείνο που δεν είμαι σίγουρος αν λειτουργεί είναι το παραβολικό μέρος της ιστορίας, ο απεγκλωβισμός από την προσωπική περιπέτεια των δύο ηρώων και η εμπλοκή του αναγνώστη πέρα από το σημείο της περιέργειας για την τελική έκβαση, τη λύση του μυστηρίου.

Ο Κάφκα στην ακτή, που από πολλούς θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα του Μουρακάμι, δεν με μάγεψε όσο κάποια μετέπειτα μυθιστορήματά του, όπως το Σπούτνικ αγαπημένη, Το νορβηγικό δάσος ή Το κουρδιστό πουλί, αν και αναγνωστικά με κράτησε σε εγρήγορση, ενώ άξια σχολιασμού είναι η απουσία "κοιλιάς" σε ένα μυθιστόρημα επτακοσίων σελίδων, δείγμα μαστοριάς και εργατικότητας.

Η επιλογή της μετάφρασης από τα αγγλικά μού άφησε ένα αίσθημα απορίας.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση Αργυρώ Μαντόγλου
Εκδόσεις Ψυχογιός

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Σχεδόν διάφανο γαλάζιο - Ριού Μουρακάμι




Είναι δεδομένη η έλξη που μου ασκεί η λογοτεχνία του περιθωρίου, ένα το κρατούμενο. Δυνατότερη όμως έλξη μού ασκεί το περιθώριο της επιτυχίας. Aκριβές παράδειγμα: η λογοτεχνία του Νόρμαν Μαίηλερ. Άνθρωποι που είχαν τα προγνωστικά με το μέρος τους, χρήματα και σπουδές, ένα μέλλον να τους περιμένει με το χαλί τεντωμένο τέλεια, κι όμως απέτυχαν να περπατήσουν, κάπου σκόνταψαν και τώρα τρεκλίζουν, από το ποτό και τη δυστυχία, αποτυχημένοι συναισθηματικά, εγκλωβισμένοι. Δεν είναι η ταύτιση μαζί τους που με έλκει. Καμία ταύτιση δεν νιώθω, ίσως μια μικρή αποστροφή: εδώ ο κόσμος καίγεται, σκέφτομαι, και εκείνοι τριγυρνούν ανάμεσα στα αυτοσχέδια προβλήματά τους, έχοντας λυμένα τα πρωταρχικά, εκείνα για τα οποία αρκετοί παλεύουν κάθε στιγμή. Είναι η κατάρρευση του μαθηματικού μοντέλου ευτυχίας, όχι δεν είναι χαιρεκακία, όχι, αλλά η επιβεβαίωση για το μυστήριο της ζωής, που τόσο απέχει από τα εργαστήρια των επιστημόνων. Είναι αυτό το υπαρξιακό βάρος, για το οποίο τόσο υπάρχει η τάση να παραβλέπεται και να παραγνωρίζεται, εκείνο το άγνωστο κάτι που μας φταίει, που εκτροχιάζει τις πορείες και καταρρίπτει τις βεβαιότητες, εκείνο που εμπνέει κάποιους δημιουργούς να το περιγράψουν και να το αποδώσουν γυμνό.

Τέτοιοι είναι και οι ήρωες του Ριού Μουρακάμι, στο συγγραφικό του ντεμπούτο, Σχεδόν διάφανο γαλάζιο, γραμμένο το 1977, όταν εκείνος ήταν ακόμα φοιτητής και η έκδοσή του έπεσε σαν βόμβα στα θεμέλια της ιαπωνικής λογοτεχνικής σκηνής, αποσπώντας βραβεία σημαντικά και εγείροντας, πώς όχι άλλωστε, διαφωνίες και διαμάχες ανάμεσα σε φανατικούς υποστηρικτές και ορκισμένους πολέμιους, αποτυπώνοντας το κλίμα μιας παράλληλης πραγματικότητας, ανεξάρτητης, που δεν ανέκοπτε την κανονικότητα αλλά υπήρχε εκεί, διεκδικώντας το χώρο που της αναλογούσε. Σε ένα προάστιο του Τόκιο, στα μέσα της δεκαετίας του '70, κοντά στην αμερικανική βάση, μια παρέα εφήβων, προερχόμενων από τη μεσαία τάξη, δίχως προβλήματα επιβίωσης, από απλή βαρεμάρα, θαρρείς, τριγυρνούν στους δρόμους και πειραματίζονται με οτιδήποτε απαγορευμένο, ακολουθώντας ένα μοντέλο ζωής όπως το μετέφεραν τα κύματα του Ειρηνικού στις ιαπωνικές ακτές. Δοκιμάζουν, ασυνείδητα, τις αντοχές του σώματος και βιώνουν έντονα τα, όλο και πιο ασαφή, όρια του εγκεφάλου, μια καθημερινότητα γεμάτη παραισθήσεις και εμμονές. Μια ακαριαία ενηλικίωση.

Άρχισα να ουρλιάζω κάτι στίχους που θυμόμουν, του Jim Morrison: "When the music is over, when the music is over, put out all the lights, my brothers live at the bottom of the sea, my sister was killed, pulled up on land like a fish, her belly torn open, my sister was killed, when the music is over, put out all the lights, put out all the lights."
Σαν τους εξαίσιους άνδρες στα μυθιστορήματα του Ζαν Ζενέ, έφερα ένα γύρο το σάλιο μες στο στόμα μου και το μάζεψα στη γλώσσα μου -βρόμικος άσπρος γλυκερός αφρός. Έτριψα τα πόδια μου κι έγδαρα με τα νύχια το στήθος μου· τα μπούτια μου και τα δάχτυλα των ποδιών μου κολλούσαν. Ένιωσα το δέρμα σ' όλο μου το σώμα ν' ανατριχιάζει, σαν να μ' είχε τυλίξει ξαφνικά ολόκληρο μια ριπή παγωμένου αέρα, και όλη μου η δύναμη χάθηκε μεμιάς.

Η γλώσσα του Μουρακάμι τόσο προκλητική όσο και η πραγματικότητα που περιγράφει ο, συνονόματός του, αφηγητής, μέλος αναπόσπαστο της παρέας καθώς είναι, βιώνει στο πετσί του ακραίες ψυχολογικές και νευρολογικές διακυμάνσεις, αποτυπωμένες με σκληρά ξεσπάσματα και ποιητικές παύσεις, κολλήματα ενός διαταραγμένου εγκεφάλου, που έχει την διαύγεια να παρατηρήσει την απλή πτώση ενός φύλλου και να την αποτυπώσει σε αργή κίνηση με ακρίβεια και γλωσσικό πλούτο, λίγο πριν ή μετά από μια πυρετική βραδιά με εκκωφαντική μουσική, σεξουαλικά όργια και χρήση ναρκωτικών, από την περιγραφή της οποίας δεν απουσιάζει η βωμολοχία και η πρόκληση. Υπάρχει μια υπόνοια γλωσσικής επιτήδευσης σε όλο αυτό, εκεί άλλωστε στέκει και το σημείο διαφωνίας, η κατηγορία της πρόκλησης για την πρόκληση και το ερώτημα: είναι λογοτεχνία αυτό; Είναι ίσως αυτή η διαρκής αμφιβολία, αυτή η έλξη-απώθηση και η ανάμεικτη συναισθηματική κατάσταση του αναγνώστη, ένα τελικώς επιτυχημένο στοίχημα για τον δημιουργό, που μάλλον δεν θα αρνηθεί πως η πρόκληση αποτελεί πρωτεύον συστατικό του λογοτεχνικού του οικοδομήματος, μια προσπάθεια να ταρακουνήσει τα λιμνάζοντα ύδατα μιας λογοτεχνίας που αρκείται στο υψηλό και αρνείται να κοιτάξει έξω από τα παράθυρα των λογοτεχνικών σαλονιών, στη γωνία του δρόμου που κάποιοι έφηβοι τριπάρουν και αναρωτιούνται: "Ριού, βάλε λίγη μουσική, έχω μπουχτίσει πια με τα γαμήσια, δεν μπορεί, θα πρέπει να υπάρχει και κάτι άλλο, θέλω να πω, θα πρέπει να υπάρχουν και άλλοι τρόποι να περνάμε καλά."

Μετάφραση από τα Αγγλικά Αλέξανδρος Καρατζάς
Εκδόσεις Printa


 

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Το κυνηγετικό όπλο - Γιασούι Ινόουε




Το πρώτο βιβλίο ιαπωνικής λογοτεχνίας που διάβασα, αν θυμάμαι καλά και δεν με ξεγελά η μνήμη μου, ήταν η Λίμνη του Καβαμπάτα, ή Καουμπάτα αν προτιμάτε· βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι ξανά, ίσως και να με ξεγελά, και με το δίκιο της, μνήμη επιλεκτική. Ο Μουρακάμι ήρθε, έτσι και αλλιώς, πολύ αργότερα. Κάπου τότε, σύγχρονα με τη Λίμνη, είχα δει και το Tokyo Story του σπουδαίου Όζου. Τα δύο αυτά έργα συνέθεσαν, άπαξ και δια παντός, ένα ζεύγος, που όρισε, σε μένα, τα όρια της ιαπωνικής κουλτούρας του 20ου αίωνα. Ακολούθησαν και άλλοι σπουδαίοι, όπως ο Όε, ο Μίσιμα ή ο Τανιζάκι· τώρα ήταν η σειρά του Ινόουε. Όσο για το άμεσο μέλλον, ελπίζω εκείνη να μην ξεχάσει τα λόγια της: μόλις το διαβάσω, θα σου το δώσω· αναφερόμενη στη Γυναίκα της άμμου του Κόμπο Αμπέ.

Στο μυθιστόρημα του Ινόουε, Κυνηγετικό όπλο, όλα ξεκίνησαν όταν ο συγγραφέας δέχτηκε την πρόσκληση ενός παλιού του φίλου, διευθυντή του περιοδικού Ο σύντροφος του κυνηγού, και του έστειλε ένα ποίημα με τίτλο: Το κυνηγετικό όπλο. Μία κίνηση αμηχανίας, από μεριάς του παλιού του φίλου, με διάθεση να γεφυρώσει τον χρόνο της απουσίας του. Ύστερα από την έκδοση, κρατώντας το περιοδικό στα χέρια του ο συγγραφέας, ένιωσε έντονη την αμφιβολία σχετικά με το μήνυμα του ποιήματος, νιώθοντας πως επέκρινε την τέχνη του κυνηγιού αντί, όπως όφειλε, να την εξυψώνει, αν ήθελε να είναι συμβατός με το πνεύμα του περιοδικού, ευχαριστώντας παράλληλα τον παλιό του φίλο. Με αγωνία περίμενε την οργισμένη αντίδραση, είτε της Εταιρείας Κυνηγών είτε κάποιου αναγνώστη. Μάταια όμως. Τελικώς, αναλογίστηκε, κανείς δεν το είχε διαβάσει.

Η απόπειρα του συγγραφέα να "απολογηθεί" για τη σπουδαιότητα των λόγων που τον οδήγησαν να διηγηθεί την ιστορία ετούτη είναι κάτι που με συγκινεί, όχι μόνο σε αυτή την περίπτωση αλλά πάντα, με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να συγκινεί μια σκέψη παιδική. Ο συγγραφέας, λοιπόν, αντί για ένα οργισμένο γράμμα, γίνεται αποδέκτης μιας παράξενης επιστολής. Σε αυτήν ο συντάκτης, κάποιος με το όνομα Μισούγκι, ισχυρίζεται πως είναι ο πρωταγωνιστής του ποιήματος, ο οποίος, συντροφιά με ένα σκύλο ράτσας Σέτερ και κρατώντας ένα κυνηγετικό όπλο μάρκας Τσώρτσιλ, ανεβαίνει την πλαγιά του όρους Αμάγκι για να κυνηγήσει. Αφού πρώτα παραδεχτεί με ειλικρίνεια πως, έως εκείνη τη στιγμή, αγνοούσε τον κόσμο της ποίησης, δηλώνει κολακευμένος που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για έναν ποιητή και ορμώμενος από αυτή την πίστη συνεχίζει: "Έχετε κάθε δικαίωμα ν' αμφιβάλλετε για τη διανοητική κατάσταση ενός ανθρώπου που πηδάει αυθαίρετα από το ένα θέμα στο άλλο. Δίπλα μου βρίσκονται τρία γράμματα. Είχα σκεφτεί να τα κάψω, όταν όμως διάβασα το υπέροχο ποίημά σας, θεώρησα καθήκον μου να σας τα δείξω. Λυπάμαι που θα χαλάσω την ησυχία σας, όμως τα γράμματα τα έχω ήδη στείλει, συστημένα. Θα ήμουν ευτυχής εάν τα διαβάζατε με την άνεσή σας. Μου φαίνεται τελείως παράλογο ένας άνθρωπος να θέλει να τον καταλαβαίνουν οι άλλοι. Ποτέ δεν είχα νιώσει έτσι, όταν όμως έμαθα ότι σας ενδιαφέρει η περίπτωσή μου, αποφάσισα να σας τα πω όλα."

Δυο μέρες αργότερα ο συγγραφέας έλαβε τις συστημένες επιστολές.

Ο επιστολικός, εν τέλει, χαρακτήρας του μυθιστορήματος του Ινόουε φέρνει στο νου το Κλειδί του Τανιζάκι, ως γλώσσα και ως δομή αφήγησης. Ο τρόπος με τον οποίο αποκαλύπτονται οι πτυχές της ιστορίας, οι λόγοι που οδήγησαν τους συντάκτες των επιστολών στη συγγραφή τους, η αποστασιοποίηση του συγγραφέα, που απλώς παραθέτει τα λόγια κάποιου άλλου, και μάλιστα αντιγράφοντάς τα με απόλυτη ακρίβεια, παραλείποντας μόνο τα στοιχεία εκείνα που θα αποκάλυπταν την ταυτότητα των εμπλεκόμενων προσώπων. Όλα αυτά, και πάνω απ' όλα ο ιαπωνικός τρόπος, συνθέτουν ένα μυθιστόρημα θαυμαστό για την απλότητά του, και γι΄αυτό πανέμορφο.


Μετάφραση Δανάη Μιτσοτάκη
Εκδόσεις Καστανιώτη         

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Τις μικρές ώρες - Χαρούκι Μουρακάμι




Μπροστά μας έχουμε τη νυχτερινή όψη της πόλης. Βλέπουμε την εικόνα της από ψηλά, όπως θα την έβλεπε ένα νυχτοπούλι που πετάει στον ουρανό. Πλαισιωμένη από τον πλατύ ορίζοντα, η πόλη μοιάζει μ' ένα γιγάντιο ον, με το σύνολο ενός σύνθετου οργανισμού που απαρτίζεται από πολλούς μικρότερους. Αμέτρητα αιμοφόρα αγγεία επεκτείνονται μέχρι τις άκρες του αόρατου σώματός της, αντικαθιστώντας αδιάκοπα τα κύτταρα: στέλνουν νέες πληροφορίες, συλλέγουν τις παλιές· νέα αναλώσιμα συλλέγουν τα παλιά· νέες αντιφάσεις συλλέγουν τις παλιές.

Ένα κινηματογραφικού στυλ μονοπλάνο, με έντονη την επιστημονική ποιητικότητα, στην οποία συχνά -και κυρίως στα πρώτα έργα του- αρέσκεται ο Μουρακάμι, οδηγεί τον αναγνώστη από την πανοραμική θέα της μεγάλης πόλης (βλ. Τόκιο), με τα εκατομμύρια φώτα και τον βαρυφορτωμένο με ουρανοξύστες αστικό ορίζοντα να επιβάλλει τη σιωπή και το δέος, στο τραπέζι του εστιατορίου Denny´s, όπου η Μαρί κάθεται μόνη της και διαβάζει ένα ογκώδες βιβλίο, λίγα λεπτά πριν από τα μεσάνυχτα.

Ύστερα, ο Τακαχάσι θα μπει με την σειρά του στο εστιατόριο, επιθυμώντας να φάει κάτι πριν την ολονύχτια πρόβα με την μπάντα στη οποία παίζει τρομπόνι. Θα αναγνωρίσει την Μαρί, είχαν βγει, πάει καιρός, σε ένα διπλό ραντεβού, οι δυο τους ήταν οι κομπάρσοι, ο φίλος του και η αδερφή της ήταν οι πρωταγωνιστές. Θα κάτσει στο τραπέζι της δίχως να την ρωτήσει. Kάπου στο βάθος ακούγεται το τζαζ κομμάτι, Five spot after dark.   

Η αδερφή της, η Έρι, πάσχει από μια σπάνια και μάλλον ανεξήγητη ασθένεια, κατά την οποία διαρκώς κοιμάται. Και είναι ακριβής γλωσσικά η χρήση της λέξης ασθένεια, αναφερόμενη σε ένα σώμα δίχως το απαραίτητο σθένος για να σταθεί και όχι προσβεβλημένο από κάτι, γι' αυτό και ιατρικώς ανεξήγητη. Ο αφηγητής μάς οδηγεί στην κάμαρά της, στη μέση της νύχτας, εκεί που μόνο φαινομενικά όλα είναι ήρεμα και στάσιμα.

Η Μαρί πάντοτε ζούσε στην σκιά της ομορφιάς της αδερφής της, ήταν η άτυχη στη ζαριά των γονιδίων, αναγκαστικά πήρε το ρόλο του πνεύματος, εκείνος ήταν ο μόνος που περίσσευε, μαζί με αυτόν τον ρόλο φορτώθηκε και το βάρος από σχόλια και υποθέσεις του περίγυρου, συμπεράσματα σχετικά με τα συναισθήματά της, με τον καιρό σαράκι στην αυτοπεποίθησή της. Δεν υπάρχει, μάλλον, χειρότερο συναίσθημα από το να νιώθεις άσχημος, μη ποθητός ή αδιάφορος. Και όλα αυτά εξαιτίας μιας σύμπτωσης, μιας γειτνίασης που επιβάλλει τη σύγκριση, την άχρηστη και άσκοπη σύγκριση.
 
Το πρώτο πληθυντικό της αφήγησης, ένα ιδιότυπο voice over με χαρακτήρα σκηνοθετικής οδηγίας, αρχικώς ξενίζει και ίσως καταπιέζει την ανεξάρτητη φύση του αναγνώστη, όμως σύντομα ο αφηγητής αναλαμβάνει τον πλήρη έλεγχο, μην διστάζοντας να μιλήσει για λογαριασμό μας και να διατάξει, όταν το κρίνει απαραίτητο, οδηγώντας μας εκεί που εκείνος επιθυμεί, σε μια επίδειξη δύναμης και βεβαιότητας, υπνωτίζοντας τις αισθήσεις και βυθίζοντάς μας σε αυτό το απόκοσμο σκηνικό που συνθέτει.

Πρέπει να παραδεχτεί κανείς πως ακόμα και στις πλέον αδύναμες στιγμές του, και ναι, το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι αδύναμο συγκρινόμενο με την υπόλοιπη βιβλιογραφία του, ο Μουρακάμι έχει το ταλέντο να καθηλώνει, ακόμα και όταν για τους δικούς του λόγους επιλέγει να είναι αφαιρετικός και ολιγαρκής, ποντάροντας σε ένα σίγουρο γι' αυτόν χαρτί, την ατμόσφαιρα· και ποιο καλύτερο σκηνικό άραγε από το μεταμεσονύχτιο Τόκιο;



υ.γ Περισσότερο από όλα τα έργα του μου έφερε στο νου ένα από τα πρώτα του, Σκληρή χώρα των θαυμάτων και το τέλος του κόσμου.

υ.γ2 Δεν το θεωρώ κατάλληλο για έργο γνωριμίας με τον Μουρακάμι, απευθύνεται μάλλον σε δηλωμένους θαυμαστές του.

υ.γ3 Η δεύτερη ανατύπωση διόρθωσε την ατυχή επισήμανση της πρώτης έκδοσης, Υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ.

     
(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση Μαρία Αργυράκη
Εκδόσεις Ψυχογιός


Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Οι κυνηγοί των ονείρων - Neil Gaiman / Yoshitaka Amano




Είναι, ίσως, η ομορφότερη ιστορία που έχω διαβάσει ποτέ, απάντησε όταν, μετά από ένα τρίλεπτο τηλεφωνικής συνομιλίας που λειτούργησε ως εισαγωγή για να μου μιλήσει για ένα βιβλίο που διάβασε, την ρώτησα: και σου άρεσε; Θα σου το δανείσω, αν δεν καταφέρω να το βρω για να σου το χαρίσω, είναι εξαντλημένο αλλά θα βάλω τα δυνατά μου, θα σε ενημερώσω. Κλείνοντας συνειδητοποίησα πως δεν μου είχε πει για ποιο βιβλίο επρόκειτο. Ύστερα από δύο βδομάδες, αν θυμάμαι καλά, με πήρε τηλέφωνο, δίχως αχρείαστες εισαγωγές αυτή τη φορά, απαίτησε να μάθει πού θα με έβρισκε, για να μου δώσει κάτι που είχε για μένα. Δεν πήγε το μυαλό μου, μνήμη ασθενής και διασπασμένη προσοχή, ελαττώματα που ίσως γεννούν την αγάπη, ίσως και όχι. Έπινα καφέ στην πλατεία με κάποιον που ήθελε να γίνει τραγουδιστής, και πολύ αργότερα αποδείχτηκε κακός άνθρωπος. Μόλις εκείνη έφτασε τους σύστησα, ο τραγουδιστής βρήκε το ακροατήριο που αναζητούσε, ένιωσα σε ένα όμορφο, αν και προσωρινό, περιθώριο. Με τα πολλά ο τραγουδιστής έφυγε, μείναμε οι δυο μας, άνοιξε την τσάντα: το βρήκα!, είπε. Ήταν μεσημέρι και είχε έναν ωραίο ήλιο στην πλατεία. Από τότε πέρασε κάτι παραπάνω από ένας χρόνος. Είναι, ίσως, η ομορφότερη ιστορία που έχω διαβάσει ποτέ, την άκουγα να λέει κάθε που σκεφτόμουν να το πιάσω στα χέρια μου. Πότε λειτουργούσε αποτρεπτικά λόγω προσδοκιών και πότε ως μελλοντικό δεκανίκι. Η μέρα έφτασε.

Ένας μοναχός ζούσε ολομόναχος σ' ένα ναό στην πλαγιά ενός βουνού. Ήταν ένας μικρός ναός, και ο μοναχός ήταν ένας νεαρός μοναχός, και το βουνό δεν ήταν το πιο όμορφο ή το πιο εντυπωσιακό βουνό στην Ιαπωνία.
Μια μέρα, ένας ασβός και μια αλεπού αποφάσισαν να εκδιώξουν τον μοναχό και να καταλάβουν τον ναό. Δεν τα κατάφεραν. Η αλεπού ερωτεύτηκε τον μοναχό. Ένας άρχοντας, που παρά την γνώση που συσσωρεύει διαρκώς δεν καταφέρνει να απαλλαγεί από τον φόβο, εποφθαλμιά την απλότητα της σκέψης του μοναχού.

Εμπνεόμενος σε έναν αρχαίο ιαπωνικό μύθο, ο Neil Gaiman -του οποίου σίγουρα θα διαβάσω μελλοντικά και άλλα έργα του- με γλώσσα απλή και όπλο την φαντασία, διηγείται μια ιστορία από μόνη της δυνατή και αυτάρκη, δίχως την ανάγκη συμβολισμών και κρυφών μηνυμάτων, που έτσι και αλλιώς, όπως κάθε μα κάθε ιστορία, διαθέτει, επιτρέποντάς σου να βρεθείς "εκεί", δίχως ψευδοφιλοσοφικά τσιτάτα και άλλα παρεμφερή εξωτικά καρυκεύματα, αχρείαστο βάρος στο οποίο -παράδοξο πώς- έχτισαν την εργογραφία τους αρκετοί συγγραφείς, η πλειοψηφία των οποίων δυτικοί. Η εικονογράφηση του Amano, αν και ανοίκεια για τα γούστα μου, ολοκληρώνει το κείμενο με επιτυχία και προσδίδει την ατμόσφαιρα, συμπλήρωμα -πιθανότατα απαραίτητο- στη γέφυρα ανάμεσα στο χτες του μύθου και το σήμερα τόσο της γραφής όσο και της ανάγνωσης. 

Είχε δίκιο που δεν μου είπε τίποτα παραπάνω για το βιβλίο αυτό, είχα δίκιο κι εγώ που δεν διάβασα ούτε καν το οπισθόφυλλο. Η προκατάληψη θα είχε νικήσει. Δεν διαβάζω graphic novel, θα έλεγα, δεν με ενδιαφέρει η ιστορία ενός μοναχού, θα έλεγα, ιδιαίτερα ενός μοναχού που τον ερωτεύεται μια αλεπού, θα έλεγα, ακόμα μια ιστορία γεμάτη από δήθεν ανατολίτικη φιλοσοφία, θα έλεγα ο χαζός. Έτσι θα έλεγα.

Η αφιέρωση του παρόντος προφανής, πιστεύω.

υ.γ  Η μικρή αλεπού είχε ακούσει για τα Μπακού. Αν ένας ονειρευτής ξυπνήσει από ένα όνειρο κακό ή προάγγελο σκοτεινών γεγονότων, μπορεί να επικαλεσθεί τα Μπακού, με την ελπίδα ότι θα έρθουν και θα φάνε το όνειρο και θα το πάρουν μαζί τους, μακριά, αυτό και ό,τι προοιωνίζεται. (Λες;)


Μετάφραση Βασίλης Μπαμπούρης
Εκδόσεις Οξύ 

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Το Κλειδί - Τζουνιτσίρο Τανιζάκι






... Από φέτος έχω αποφασίσει να γράφω ανοιχτά πάνω σε κάτι που μέχρι σήμερα δίσταζα ακόμη και να το μνημονεύσω στο ημερολόγιό μου. Είχα αποφύγει να αναφέρομαι με τόσο συγκεκριμένο τρόπο σε ό,τι σχετίζεται με τη σεξουαλική ζωή την οποία μοιράζομαι με τη γυναίκα μου. Κι αυτό από φόβο μήπως εκείνη διαβάσει στα κρυφά αυτό το ημερολόγιο και θυμώσει· από φέτος όμως αποφάσισα να μη φοβάμαι πια τέτοια πράγματα.

Λίγο πιο κάτω σταμάτησα για να πάρω ανάσα, να συνειδητοποιήσω τι διάβασα μόλις, με την ελπίδα της παρανόησης, μακάρι κάτι άλλο να εννοεί ο αφηγητής, σκέφτηκα. Επανεκκίνηση. Οι φράσεις στέκονταν στη θέση τους ίδιες και απαράλλαχτες, ο συντάκτης δηλώνει αποφασισμένος να καταγράψει στις σελίδες του ημερολογίου του στιγμιότυπα και χαρακτηριστικά της σεξουαλικής ζωής "την οποία μοιράζεται με τη γυναίκα του".

Η απουσία επικοινωνίας ανάμεσα σε ανθρώπους που - θεωρητικώς τουλάχιστον - σχετίζονται, είτε ερωτικά είτε φιλικά, είναι κάτι που με σοκάρει, μάλλον επειδή είναι κάτι το οποίο αδυνατώ - και πεισματικά αρνούμαι - να συλλάβω, παρά τα πλείστα παραδείγματα εκεί έξω. 

Αναλογίζομαι τον αφηγητή να κρατά μέσα του όλες αυτές τις σκέψεις και νιώθω το βάρος.

Υπάρχει όμως και δεύτερος αφηγητής, για την ακρίβεια αφηγήτρια. Η σύζυγος αποφασίζει και εκείνη να κρατήσει ημερολόγιο.

Πάνω σε αυτή την εναλλαγή καταχωρήσεων και ύφους - η οποία δυστυχώς δε μπορεί να αποδοθεί τυπογραφικώς στα ελληνικά αφού το ημερολόγιο του συζύγου είναι γραμμένο με ένα συνδυασμό ιδεογραμμάτων και ενός άλλου συλλαβικού αλφαβήτου (κατακάνα) αντί για το σύνηθες (χιραγκάνα) - στηρίζει την αφήγηση της ιστορίας του ο Τανιζάκι. Καθώς οι μέρες περνούν, ένα ιδιόμορφο παιχνίδι στρατηγικής διαδραματίζεται στα γραπτά, καθώς καθένας από τους δύο επιλέγει να αποκαλύψει κάτι ποντάροντας στην πιθανότητα ο άλλος να το διαβάσει κρυφά και παράνομα, αντίστοιχο παιχνίδι όμως παίζεται και σε "βάρος" του αναγνώστη, που δυσκολεύεται να δείξει εμπιστοσύνη και μένει να παρατηρεί τις παγίδες που στήνουν οι δύο σύντροφοι.

Η απόσταση που προσδίδει ο πλάγιος λόγος της περιγραφής, οι παρελθοντικοί χρόνοι των γεγονότων και οι παροντικοί της σκέψης είναι στοιχεία που προσδίδουν στο ημερολογιακό κείμενο κάτι το αρρωστημένα απρόσωπο, ακόμα και όταν οι αφηγητές αναφέρονται στις πιο προσωπικές τους στιγμές.

Η υποκρισία μιας κοινωνίας - της ιαπωνικής στην προκειμένη περίπτωση -, το στρίμωγμα των επιθυμιών και των ενστίκτων υπό το βάρος ενός επιβεβλημένου πρωτοκόλλου συμπεριφοράς, ο συναισθηματικός δεσμός ως συμβόλαιο τύπων, η μοναξιά. Αυτά θαρρώ πως είναι τα θέματα που πρωτίστως θίγονται στο Κλειδί, ενώ οι σεξουαλικές/ερωτικές επιθυμίες του ηλικιωμένου κατέχουν σημαντική μα δευτερεύουσα θέση. Η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας του ζευγαριού τα σκεπάζει όλα.

Συγκλονιστικό ακριβώς γιατί το θέμα του είναι τόσο αφύσικο μα ταυτόχρονα συνηθισμένο, λίγα πράγματα μοιάζουν να έχουν αλλάξει στο σήμερα σε σχέση με την Ιαπωνία του 1956. Οποιουδήποτε είδους πρόκληση για την πρόκληση απουσιάζει, υπάρχει κάτι το καθάριο στη γραφή του Τανιζάκι, κομμάτια ατόφια της ανθρώπινης ύπαρξης, αμόλυντα από τεχνητές επεμβάσεις.

Να ζήσεις μονάχος σου όντας περιστοιχισμένος από ανθρώπους, πόσο θλιβερό.

Μια σημαντική επανακυκλοφορία από τις Εκδόσεις Άγρα.


υ.γ όταν ένας εραστής της ανάγνωσης και των βιβλίων ξεχωρίζει ένα και μοναδικό για να σου προτείνει, τότε αυτό κάτι σημαίνει.




Μετάφραση Παναγιώτης Ευαγγελίδης
Εκδόσεις Άγρα   

   

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Σκληρή χώρα των θαυμάτων και το Τέλος του Κόσμου - Χαρούκι Μουρακάμι








Ανέλπιστη ανακάλυψη. Μου πήρε κάποια δευτερόλεπτα να συνειδητοποιήσω πως κρατούσα στα χέρια μου το συγκεκριμένο βιβλίο του Μουρακάμι. Στα παλαιοβιβλιοπωλεία συμβαίνουν θαύματα, μην το ξεχνάτε αυτό.

Επιθυμία πολυκαιρισμένη να έρθω σε επαφή με τα πρώτα έργα του Ιάπωνα λογοτέχνη, κομμάτια του παζλ που απέμεναν κενά λίγο πριν πάρω την απόφαση να αφοσιωθώ στο IQ84.

Οι πρώτες σελίδες κυλούν κάπως αμήχανα, παρά τη δεδομένη έλξη της γραφής του Μουρακάμι, ο αναγνώστης χρειάζεται αρκετές σελίδες για να "μπει" στην ιστορία ή - για να είμαστε ακριβείς - στις δύο ιστορίες που ξεδιπλώνονται παράλληλα. Μια εισαγωγή μυστηριακή, προκλητική για τις αισθήσεις και τελικά αντάξια ενός σπουδαίου βιβλίου. Δύσκολο να παραγραφεί από τη μνήμη η πρώτη σκηνή, άτοπη και άχρονη, με τον αφηγητή να επεξεργάζεται το οικείο μα διαφορετικό εσωτερικό ενός ιδιότυπου ανελκυστήρα.

Τα μονά κεφάλαια αφορούν την επαγγελματική περιπέτεια ενός Αριθμητή. Με λίγα λόγια, δουλειά των Αριθμητών είναι η κωδικοποίηση και διαφύλαξη πληροφοριών μέσω ενός περίπλοκου συστήματος εγκεφαλικής κωδικοποίησης. Εχθρός των Αριθμητών είναι οι Σημειωτές, που προσπαθούν να καταστρέψουν όλα τα μέτρα προστασίας και ασφάλειας ώστε να οικειοποιηθούν τις διακινούμενες πληροφορίες που τους ενδιαφέρουν. Μάχη σκληρή με τις αντιμαχόμενες πλευρές να μη διστάζουν να κάνουν χρήση θεμιτών και αθέμιτων μέσων. Ο Αριθμητής της ιστορίας μας θα βρεθεί αντιμέτωπος με τη μεγαλύτερη πρόκληση της καριέρας του.

Στα ζυγά κεφάλαια, ο αφηγητής καταφτάνει σε μια παράξενη πόλη, περιτριγυρισμένη από ένα πανύψηλο τείχος. Ο φύλακας στην πύλη τον ενημερώνει για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, του εξηγεί πως η εργασία του αφορά την ανάγνωση παλιών ονείρων στη βιβλιοθήκη της πόλης, η βιβλιοθηκάριος θα του εξηγήσει αναλυτικότερα. Για να του επιτραπεί όμως η είσοδος είναι υποχρεωμένος να αποχωριστεί τη σκιά του.

Η εναλλαγή ανάμεσα στις δύο ιστορίες, από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, δίνει μια ιδιαίτερη δυναμική στο μυθιστόρημα. Καθώς η ένταση κορυφώνεται, ο συγγραφέας τοποθετεί μια άνω τελεία για να συνεχίσει με το ξετύλιγμα της άλλης ιστορίας. Εκτός της εξέλιξης των δύο ιστοριών, είναι η πιθανή σύνδεσή τους (και ακολούθως ο τρόπος) που απασχολεί σταθερά τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας - ακόμα και στο δεύτερο βιβλίο του - αποδεικνύεται τεχνίτης ικανός, με σοφία τοποθετεί λεπτομέρειες, φαινομενικά ασήμαντες και αδιάφορες, για να τις μεταφέρει στο επίκεντρο της σκηνής αρκετές σελίδες μετά. Τίποτα δεν είναι τυχαίο, τίποτα δεν είναι περιττό στον κόσμο που δημιουργεί ο Μουρακάμι, όλα δένουν μεταξύ τους την κατάλληλη στιγμή.

Πρόκειται σαφέστατα για μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας ενώ και η μεταφυσική - σήμα κατατεθέν του δημιουργού - είναι διαρκώς παρούσα. Την έμπνευση του Μουρακάμι γονιμοποιεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος, οι άπειρες δυνατότητες και οι άγνωστες περιοχές του, ένα μέρος στο οποίο η ψυχή θα μπορούσε να αναζητήσει καταφύγιο από την πραγματικότητα, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά αποτέλεσμα αντίληψης.

Καθώς οι σελίδες περνούν, η εμπλοκή του αναγνώστη θεριεύει, καθώς αναγνωρίζει οικεία στοιχεία στον περιγραφόμενο κόσμο. Όπως κάθε καλό μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, έτσι και το συγκεκριμένο αποτελεί μια αλληγορία. Η σύγκρουση και - κυρίως - η διάκριση του καλού και του κακού αποτυπώνεται στη μάχη ανάμεσα σε Σημειωτές και Αριθμητές. Το πάθος και η ηρεμία, το εφήμερο ρίσκο και η μόνιμη βεβαιότητα, επιλογές, που σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, αναγκαζόμαστε συχνά να λάβουμε, ακόμα και σε συνθήκες λιγότερο παραμυθένιες.

Πρόθεση του Μουρακάμι αποτελεί το μυθιστόρημά του να καταστεί "κατανοητό" και αποδεκτό από το δυτικό κόσμο, δεν τον ενδιαφέρει να παραμείνει εντός των ιαπωνικών συνόρων. Γι' αυτό το λόγο, και παρά το γεγονός πως η ιαπωνική κουλτούρα είναι παρούσα και κυρίαρχη, προσθέτει ευρωπαϊκές και αμερικάνικες πινελιές στον τελικό καμβά, αναφερόμενος (μεταξύ άλλων) σε δεκάδες κλασικά μυθιστορήματα και παλιές κινηματογραφικές ταινίες προερχόμενα από τη δύση, δημιουργώντας έτσι ένα κοινό παρελθόν ανάμεσα σε ήρωες και αναγνώστες.  

Παρά το μέγεθός του, διαβάζεται αχόρταγα ενώ δεν υστερεί σε τίποτα από τα μετέπειτα - παγκοσμίου φήμης - έργα του. Διαθέτει την ιδιαίτερη αίσθηση που αφήνουν τα έργα του Μουρακάμι, στην οποία δηλώνω εθισμένος. Απίστευτη ικανότητα να παντρεύει την εσωτερικότητα με τη φρενήρη εξωτερική δράση, στοιχείο που του χαρίζει πωλήσεις δίχως να του στερεί πόντους ποιότητας.

Ίσως, τώρα που καλοκαίριασε για τα καλά, να είναι η στιγμή να χαθώ στο πολυσέλιδο IQ84.




Μετάφραση Γιούρι Κοβαλένκο
Εκδόσεις Καστανιώτη



Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Ο Παράμεσος - Yoko Ogawa




Το λογοτεχνικό σύμπαν της Ογκάουα αποπνέει μία γοητεία παράξενη. Γνήσιο τέκνο της ιαπωνικής νεοκουλτούρας, καταφέρνει να συνδυάσει το άρρωστο, το μεταφυσικό και το ποιητικό στο έργο της. Στον Παράμεσο, ολιγοσέλιδη νουβέλα σε μικρή φόρμα έκδοσης, μας διηγείται (ακόμη) μία ιδιαίτερη ιστορία αγάπης ( ή μήπως ταιριάζει ορθότερα η λέξη λαγνεία) που λαμβάνει χώρα σε ένα εργαστήριο δειγμάτων.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα απο την αρχή. Η νεαρή ηρωίδα θα εγκαταλείψει την επαρχία για να μετακομίσει στη μεγάλη πόλη. Δούλευε σε ένα εργοστάσιο αναψυκτικών. Μία μέρα, δε θα προσέξει και η μηχανή θα της εγκλωβίσει τον παράμεσο. Ευτυχώς η πληγή είναι επιπόλαια, ένα μικρό κομμάτι σάρκας θα κοπεί και θα βυθιστεί στο υγρό αναψυκτικό δίνοντας σε αυτό ένα χρώμα κόκκινο. Λίγες μέρες αργότερα θα παραιτηθεί από τη δουλειά. Περπατώντας στους δρόμους της μεγαλούπολης θα βρεθεί έξω από ένα τεράστιο κτίριο. Μία αγγελία, στην είσοδο, αναφέρει πως ζητείται βοηθός για το εργαστήριο δειγμάτων. Θα χτυπήσει το κουδούνι, ο κύριος Ντεσιμάρου θα της ανοίξει την πόρτα. Μετά από μία σύντομη συνέντευξη θα προσληφθεί.

Δύο είναι οι κεντρικοί άξονες της νουβέλας. Η ερωτική ιστορία των δύο και η ανθρώπινη ανάγκη για λήθη. Το μεγαλύτερο μέρος της δράσης λαμβάνει χώρα στο τεράστιο οίκημα μέσα στο οποίο στεγάζεται το εργαστήριο, ένα παλιό οικοτροφείο γυναικών. Τα δωμάτια έχουν διαμορφωθεί ειδικά ώστε να φιλοξενούν τα δείγματα. Τα λουτρά, στεγνά πια, είναι ο χώρος όπου πραγματοποιούνται οι συνευρέσεις τους. Λαγνεία και φετιχισμός, συνευρέσεις δοσμένες με μια ποιητικότητα που αποδιώχνει τη στείρα πρόκληση. Το σύνολο του κειμένου διέπεται από έναν άχρονο μινιμαλισμό και μία σειρά από αντικείμενα τα οποία υπηρετούν τη διπλή λειτουργία του συμβολισμού και της πλοκής.

Παράλληλα, αλλά και μέρος της ιστορίας των δύο, η δυσβάσταχτη μνήμη που οδηγεί τους ανθρώπους στο ιδιαίτερο αυτό εργαστήριο δειγμάτων. Η επιθυμία να κλείσουν σε ένα κουτάκι τον πόνο και την απώλεια. Το χρηματικό αντίτιμο δεν τους πτοεί, αυτό που τους απασχολεί είναι η, όσο το δυνατόν ακριβέστερη, δειγματοληψία. Προσδοκούν πως παραδίδοντας το αγκάθι της μνήμης για φύλαξη θα καταφέρουν να γιατρέψουν την πληγή.

Πριν τον Παράμεσο είχαν προηγηθεί το Άρωμα Πάγου και το Ξενοδοχείο Ίρις.

Η νουβέλα της Ογκάουα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2005 από την Diane Bertrand. Τη μουσική της ταινίας, L' Annulaire, υπογράφει η Beth Gibbons των Portishead.  


Μετάφραση (από τα ιαπωνικά) Παναγιώτης Ευαγγελίδης
Εκδόσεις Άγρα




  


Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

Χαρούκι Μουρακάμι και Χριστούγεννα




Είναι η περίοδος που οι εκδοτικοί οίκοι ρίχνουν σιγά σιγά στην αγορά τα "βαριά" χαρτιά. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα (με την εμπορική προσέγγισή τους) καθώς η κίνηση στα βιβλιοπωλεία αυξάνεται σταδιακά, για να κορυφωθεί τις μέρες εκείνες, αφού πολλοί είναι εκείνοι που επιλέγουν παραδοσιακά το βιβλίο για δώρο. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και λίγο πριν από το καλοκαίρι.

Τα τελευταία χρόνια είχε γίνει προσωπική παράδοση η ανάγνωση κάποιου βιβλίου του Μουρακάμι κατά τη διάρκεια των διακοπών. Πέρυσι ήταν το αυτοβιογραφικό Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο ενώ πρόπερσι το Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου.

Το δελτίο τύπου των εκδόσεων Ψυχογιός μας πληροφόρησε για τη μεταγραφή του Ιάπωνα συγγραφέα και μας χαροποίησε με την είδηση πως η μετάφραση των βιβλίων του θα γίνεται πλέον απευθείας από τα ιαπωνικά και όχι από τα αγγλικά όπως συνέβαινε μέχρι πρότινος. Ορεκτικό αποτέλεσε η πρόσφατη επανακυκλοφορία του Νορβηγικού δάσους, με το κυρίως πιάτο να είναι το IQ84, για το οποίο ήδη έχουν γραφτεί εκατοντάδες κριτικές. Το αναγνωστικό κοινό έχει διχαστεί και το hype καλά κρατεί. Ο Μουρακάμι δίνεται κάθε χρόνο ως φαβορί για το Νόμπελ λογοτεχνίας αλλά ακόμα δεν έχει φτάσει στην πηγή.

Δε θυμάμαι κάτω από ποιες συνθήκες ήρθα σε επαφή για πρώτη φορά με το έργο του, έχουν περάσει αρκετά χρόνια από εκείνο το καλοκαίρι. Σκέφτομαι πως στάθηκα τυχερός αφού, ακόμα και αν ήταν ήδη τόσο δημοφιλής , τον γνώρισα χωρίς τυμπανοκρουσίες, μακριά από αναγνωστικά πρέπει. Πλέον, που η σχέση μας είναι δεδομένη, ελάχιστα με ενοχλεί ο ντόρος που γίνεται γύρω από το όνομά του. Δεν υπάρχει αεροδρόμιο που να έχω επισκεφθεί και να απουσιάζει ο Χαρούκι. Παραδέχομαι πως με χαροποιεί το γεγονός αλλά ταυτόχρονα ομολογώ πως προτιμώ να γνωρίζω πρώτα ένα συγγραφέα μέσα από το έργο του και όχι από εξώφυλλα και συνεντεύξεις, πρακτική η οποία παραπέμπει περισσότερο σε τακτικές μάρκετινγκ.

Η κυκλοφορία του IQ84 στα ελληνικά θα προκαλέσει τη σχετική συζήτηση σε λογοτεχνικούς και μη κύκλους. Φαντάζομαι ήδη πως θα γίνει λόγος για την τιμή (δεν είναι μακριά οι αντίστοιχες συζητήσεις για το 2666 του Μπολάνιο). Ως αναγνώστης αδυνατώ να λειτουργήσω υπό καθεστώς πίεσης. Όταν όλοι μιλάνε για ένα βιβλίο προτιμώ να δώσω χρόνο. Προφανώς και επιθυμώ να διαβάσω το βιβλίο του Μουρακάμι αλλά δε θα βιαστώ. Εκεί θα είναι και θα με περιμένει να νιώσω έτοιμος.

Αναρωτιόμουν αν η πλειοψηφία εκείνων που θα διαβάσει άμεσα το πολυαναμενόμενο αυτό μυθιστόρημα έχει πρότερη επαφή με το έργο του Ιάπωνα λογοτέχνη ή αν θα παρατηρηθούν φαινόμενα απογοητευμένων αναγνωστών που δεν ενθουσιάστηκαν από την πρώτη τους επαφή. Κάτι παρόμοιο είχε παρατηρηθεί σε κάποιο βαθμό με την περσινή έκδοση του 2666. Δεν ισχυρίζομαι πως ο επίδοξος αναγνώστης θα πρέπει να έχει διαβάσει το σύνολο της βιβλιογραφίας του συγγραφέα, αλλά έργα όπως το IQ84 ή το 2666, αποτελούν απόσταγμα της εξέλιξης των δημιουργών τους που συντελέστηκε βιβλίο το βιβλίο και συχνά κάτι ανάλογο απαιτείται και από τον αναγνώστη.  

Ελπίζω ο Γ. να κρατήσει την υπόσχεσή του και να μου δανείσει τα δύο δυσεύρετα βιβλία του συγγραφέα που κυκλοφόρησαν πριν χρόνια από τις εκδόσεις Καστανιώτη και έτσι να τηρήσω την παράδοση που με θέλει να διαβάζω Μουρακάμι λίγο πριν την αλλαγή του χρόνου!  

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Τσάκισέ τα από μικρά, σκότωσέ τα από παιδιά - Κενζαμπούρο Όε



Η απόφαση για εκκένωση του αναμορφωτηρίου είναι δεδομένη. Οι ανήλικοι τρόφιμοι, με τη συνοδεία φυλάκων, παίρνουν το δρόμο αναζητώντας κάποιο μέρος το οποίο θα δεχτεί να τους φιλοξενήσει. Η πορεία είναι μακρά και επίπονη. Οι διαπραγματεύσεις του επικεφαλής της πομπής με τους κατά τόπους άρχοντες καταλήγουν σε αδιέξοδο, κανείς δεν επιθυμεί αυτά τα παιδιά στον τόπο του. Τελικά, οι κάτοικοι ενός ορεινού και δυσπρόσιτου χωριού θα τους δεχτούν. Θα στοιβάξουν τους νεαρούς σε μία αποθήκη με σκοπό να τους χρησιμοποιήσουν ως εργατικό δυναμικό. Όμως το χωριό θα πληγεί από πανούκλα και οι κάτοικοι θα τρέξουν μακριά αφήνοντας πίσω τους τα παιδιά.

Ο Όε εκδίδει αυτό το μυθιστόρημα, το πρώτο του, πριν ακόμα αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο. Νωρίτερα έχει κερδίσει ένα σημαντικό λογοτεχνικό βραβείο για νέους συγγραφείς με το διήγημά του Το Κελεπούρι. Τυγχάνει εξαιρετικής υποδοχής από τους κριτικούς. Αν και η πρώτη του αγάπη ήταν τα μαθηματικά, στο Τόκιο θα σπουδάσει γαλλική φιλολογία. Η πτυχιακή του εργασία ήταν αφιερωμένη στο έργο του Σαρτρ. Οι επιρροές του υπαρξισμού στο έργο του είναι δεδομένες.

Μυθιστόρημα που πρέπει να προσεγγιστεί σε μία βάση συμβολισμού παρά ρεαλισμού. Ελάχιστα είναι τα ονόματα που αναφέρονται. Οι ενήλικες προσδιορίζονται με το επάγγελμά τους ενώ μόνο σε μερικούς νεαρούς δίνονται ονόματα. Ούτε οι τοποθεσίες ονοματίζονται. Το ανώνυμο χωριό του Όε φέρνει στο νου το Οράν, πόλη στην οποία διαδραματίζεται το μυθιστόρημα του Καμύ Πανούκλα, και το ερημονήσι του Γκόλντινγκ στον Άρχοντα των μυγών. Αυτά τα δύο προγενέστερα μυθιστορήματα αποτελούν αναφορά για το πρωτόλειο μυθιστόρημα του Ιάπωνα συγγραφέα.

Η ελευθερία των νεαρών είναι περιορισμένη. Από τη μία το δύσβατο του φυσικού τοπίου, από την άλλη η ύπαρξη του οπλισμένου φρουρού. Στην απουσία των ενηλίκων ο χρόνος κυλάει αργά. Η ανάγκη για επιβίωση θα φέρει τους ατίθασους νεαρούς πιο κοντά, θα γεννηθεί η αλληλεγγύη. Ο ρομαντισμός της παιδικότητας όμως θα διαρκέσει λίγο, η ενηλικίωση είναι κοντά.

Η ιστορία λαμβάνει χώρα κατά την περίοδο του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου λίγο πριν την ήττα της Ιαπωνίας. Ο Όε, λίγα χρόνια αργότερα, επιδιώκει να συνταράξει την ιαπωνική κοινωνία που βρίσκεται σε μία μετάβαση και να επαναφέρει τον άνθρωπο στο επίκεντρο. Είναι αυτός ο ανθρωποκεντρισμός του έργου του που τον εξόρισε στη συνείδηση των ακραίων πολιτικών τάσεων, καθώς έγινε ερμηνεία των γραφομένων του με όρους αυστηρά και στενά πολιτικούς.

Το μυθιστόρημα του Όε, Μία προσωπική υπόθεση, είναι ένα από τα σκληρότερα και δυνατότερα βιβλία που έχω διαβάσει. Ο γιος του καθηγητή Μπερντ θα γεννηθεί με δύο κεφάλια και είναι εκείνος που πρέπει να λάβει την απόφαση για το αν θα εγχειριστεί, με όλο το ρίσκο της δύσκολης επέμβασης, ή όχι. Εδώ και καιρό είχα στα υπόψη μου να επιστρέψω σε κάποιο βιβλίο του Όε και ιδιαίτερα στο πρώτο του. Η έκπληξή μου όταν το είδα στις προσφορές κεντρικού βιβλιοπωλείου μετατράπηκε άμεσα σε ενθουσιασμό.

Στο Τσάκισέ τα από μικρά... είναι μεν ευδιάκριτες οι αρετές της γραφής του νομπελίστα συγγραφέα, με την ταυτόχρονη όμως ύπαρξη κάποιων στοιχείων που προδίδουν πως πρόκειται για το πρώτο του, μεγάλης φόρμας, έργο. Κυρίως κάποιες ποιητικές περιγραφές τοπίου οι οποίες φανερώνουν πως, εκτός από το έργο των υπαρξιστών και των νατουραλιστών, αναποφεύκτα επηρεάστηκε και από παλαιότερες σχολές της γαλλικής (κυρίως) λογοτεχνίας. Ταυτόχρονα η προαναφερθείσα παραπομπή τόσο στην Πανούκλα του Καμύ όσο και στο μυθιστόρημα του Γκόλντινγκ Ο άρχοντας των μυγών στερούν πρωτοτυπία από την ιστορία.  Στο Μία προσωπική υπόθεση έχει πια βρει τη δική του φωνή, που παρά τις όποιες επιρροές διαθέτει αδιαμφισβήτητη αυθεντικότητα, ικανή να τον κατατάξει ανάμεσα στους κορυφαίους Ιάπωνες λογοτέχνες.


Μετάφραση Ίκαρος Μπαμπασάκης
Εκδόσεις Καστανιώτη


Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Ξενοδοχείο Ίρις - Yoko Ogawa




Η πρόκληση για την πρόκληση πάντα μου αφήνει μια αίσθηση χυδαιότητος. Ίσως αυτό να οφείλεται στην ανικανότητά μου να συμμεριστώ τα περιβόητα θέματα ταμπού που συχνά αποτελούν τον πυρήνα για τεχνήματα διαφόρων μορφών έκφρασης και βέλος στη φαρέτρα του μάρκετινγκ με το χαρακτηρισμό σοκαριστικό να συνοδεύει σε υπερμεγέθη γραμματοσειρά. Ένα από αυτά τα θέματα είναι οι ιστορίες με πρωταγωνίστριες διάφορες "Λολίτες", όρος που οφείλεται στο σπουδαίο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ.

Δύο παραδείγματα της ανωτέρω περιγραφείσας αποστροφής είναι το American Beauty, ταινία που απέσπασε βραβεία, ούσα μια ακόμη αποτυχημένη προσπάθεια προερχόμενη από το Χόλυγουντ για ποιοτικό σινεμά τέχνης και Το ημερολόγιο εφηβείας της Μελίσσα Π., ημερολογιακό σεξουαλικό παραλήρημα μια έφηβης(;) που εκτός από αποστροφή λογοτεχνική αποτελεί και δείγμα της νεοϊταλικής αισθητικής.

Στο Ξενοδοχείο Ίρις της Ογκάουα η χρήση της πρόκλησης, ευτυχώς, έχει άλλη χρησιμότητα.

Η Μάρι και η μητέρα της έχουν το Ξενοδοχείο Ίρις. Ο πατέρας της έχει πεθάνει εδώ και κάποια χρόνια, αλκοολικός που απείχε αρκετά από το επιθυμητό πρότυπο πατέρα. Ένα βράδυ το ξενοδοχείο σηκώνεται στο πόδι όταν μια πόρνη βγαίνει από ένα δωμάτιο ουρλιάζοντας και κατηγορώντας τον ηλικιωμένο πελάτη της για διαστροφή. Η δεκαεφτάχρονη Μάρι θα εντυπωσιαστεί από τη δυναμική απάντηση εκείνου. Λίγες μέρες αργότερα θα τον πετύχει στο δρόμο και θα τον ακολουθήσει. Αθώα ή με πλήρη συνείδηση θα εμπλακεί σε μια σχέση ακραίου πόθου με τον ηλικιωμένο μεταφραστή.

Ιαπωνική ματιά στις θεωρίες του Φρόυντ. Η τολμηρή(;), άρρωστη (;), παράξενη(;), προκλητική(;) σχέση της έφηβης με τον ηλικιωμένο δίνει στη συγγραφέα τη βάση για να αναφερθεί περισσότερο από όλα στις οικογενειακές σχέσεις, στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση αλλά και στον άγνωστο και συχνά ζοφερό κόσμο του ερωτικού/σεξουαλικού πόθου.

Υπέροχο μυθιστόρημα που φέρει ακέραια τη σφραγίδα της ιαπωνικής νεοκουλτούρας, με μια διάθεση κριτική χωρίς όμως να λείπει και η επιθυμία για κατανόηση της. Η Ιαπωνία είναι ένας κόσμος ακόμα μακρινός από τον οικείο σε μας δυτικό, παρά τις αλλαγές που έχουν επέλθει στην κοινωνία της κυρίως μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Τρία πρόσωπα του έργου πέρα από τους δύο πρωταγωνιστές, η μητέρα που έχει εμμονή με την κόμη της Μάρι, η καθαρίστρια-φίλη της μητέρας με τη μανία για ανούσιες κλοπές, ο μουγγός ανιψιός του μεταφραστή με το μπλοκάκι περασμένο με κορδόνι από το λαιμό.

Δε μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι πως μπορεί να υπάρχει δεύτερη ανάγνωση πίσω από την επιλογή της συγγραφέως σχετικά με το επάγγελμα του ηλικιωμένου συντρόφου της έφηβης. Ο ηλικιωμένος και η έφηβη, ο μεταφραστής και το έργο της συγγραφέως.

Η ιαπωνική λογοτεχνία είναι ξεχωριστή και ιδιαίτερη, η Ογκάουα είναι μια από τις πιο ταλαντούχες σύγχρονες φωνές παρέα με τον παγκόσμια αναγνωρισμένο και πολυδιαβασμένο Χαρούκι Μουρακάμι.

(Όμορφη) μετάφραση από τα Ιαπωνικά : Παναγιώτης Ευαγγελίδης.
Εκδόσεις Άγρα.


υ.γ εδώ μπορείτε να βρείτε την ανάρτηση σχετικά με το άλλο βιβλίο της Ογκάουα, Άρωμα πάγου.