Ο Δημήτρης αφού ολοκλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις επιστρέφει στην Ιταλία όπου σπούδασε. Αυτή την φορά ως τουρίστας, επιλέγει να επισκεφθεί μια πόλη του βορρά. Εκεί γνωρίζει τον Αντρέα. Ο Αντρέας μένει με την Χριστίνα στον "εφιάλτη", στον 17ο όροφο ενός μπλοκ πολυκατοικιών, που κάποτε κατοικούσαν άνθρωποι, τώρα έχουν εγκαταλειφθεί στους καταραμένους. Η σκοτεινή πλευρά της Ιταλίας.
Με το πρώτο του βιβλίο ο Δημήτρης Μαμαλούκας, δεν μοιάζει να επιδιώκει να αλλάξει τον ρου της ιστορίας της λογοτεχνίας, έχει όμως μια ιστορία να μας διηγηθεί και το κάνει. Με ύφος που υπηρετεί την ιστορία του. Μικρές προτάσεις και χρήση ιταλικών όρων. Σκιαγραφεί όχι μόνο την σκοτεινή πλευρά της Ιταλίας αλλά δίνει και μια εικόνα της ζωής των Ελλήνων φοιτητών εκεί. Η σκηνή με την καφετιέρα και τον λεκέ στο ταβάνι είναι κάτι παραπάνω από πραγματική. Διαβάζεται εύκολα αλλά ίσως όχι και τόσο ευχάριστα. Σε μένα, που πέρασα ένα διάστημα της φοιτητικής μου ζωής στην Ιταλία, ήχησε οικείο. Μου άφησε μια νοσταλγία και μου πυροδότησε έναν ύπνο γεμάτο όνειρα.
Βιογραφικό σημείωμα
Ο Δημήτριος Μαμαλούκας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Σπούδασε φιλοσοφία στην Ιταλία την περίοδο 1987 - 1994. Ασχολείται με τη μετάφραση και γράφει κριτική λογοτεχνίας στην "Κυριακάτικη Αυγή" και στο περιοδικό "Διαβάζω".
Βιβλιογραφία
Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα, Απόπειρα, 2000,
Ο μεγάλος θάνατος του Βοτανικού, Καστανιώτης, 2003,
Η απαγωγή του εκδότη, Καστανιώτης, 2005,
Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα, Καστανιώτης, 2007,
Η μοναξιά της ασφάλτου, Λιβάνης, 2008,
Κοπέλα που σε λένε Φίνι, Λιβάνης, 2009.
Συμμετείχε στις ανθολογίες διηγημάτων : Ελληνικά εγκλήματα, Υπόγειες ιστορίες, Το τελευταίο ταξίδι.
Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011
Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011
Μπριζ, η νεκρή πόλη - Ζορζ Ρόντενμπακ
Ο Ούγκο Βιάν μετά την απώλεια της νεαρής γυναίκας του επιλέγει να μετακομίσει στην βελγική Μπριζ θεωρώντας την ως την πλέον κατάλληλη πόλη για να στεγάσει την θλίψη του. Πέντε χρόνια περνάνε έτσι ζώντας με την οικονόμο του Μπαρμπ σε ένα σπίτι γεμάτο από πράγματα της, πρόωρα χαμένης, συντρόφου του. Κάθε μέρα με την δύση του ήλιου βγαίνει βόλτα στην πόλη. Ένα βράδυ συναντά στον δρόμο την Τζέιν. Η ομοιότητά της με την νεκρή σύζυγο είναι καταπληκτική.
Η ιστορία εξελίσσεται κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα στην Μπριζ, μια πόλη επιβλητικά στενάχωρη και με έντονο το θρησκευτικό στοιχείο. Θα μπορούσε να είναι το σενάριο μιας παλιάς ταινίας, με πολλά κοντινά στα πρόσωπα και με έναν περιγραφικό τρόπο κινηματογράφισης.
Μετάφραση Απόστολος Παναγιώτου.
Εκδόσεις Παρασκήνιο.
Βιογραφικό σημείωμα
Ζορζ Ρόντενμπακ (1855 - 1898)
Βέλγος συγγραφέας, αριστοκρατικής καταγωγής. Έζησε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε με τους μεγάλους συμβολιστές. Ιδρυτής της λογοτεχνικής ομάδας "Νεαρό Βέλγιο", στενός φίλος του Μαλαρμέ. Δραματουργός, ποιητής στίχων γλαφυρών και μελαγχολικών, όπως οι συλλογές του Λευκή νιότη και το Βασίλειο της σιωπής. Εντοπίζει με ακρίβεια την ανθρώπινη μοναξιά και τάσσεται εναντίον της στα μυθιστορήματά του Μπριζ, η νεκρή πόλη και Ο κωδωνοκρούστης.
Η ιστορία εξελίσσεται κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα στην Μπριζ, μια πόλη επιβλητικά στενάχωρη και με έντονο το θρησκευτικό στοιχείο. Θα μπορούσε να είναι το σενάριο μιας παλιάς ταινίας, με πολλά κοντινά στα πρόσωπα και με έναν περιγραφικό τρόπο κινηματογράφισης.
Μετάφραση Απόστολος Παναγιώτου.
Εκδόσεις Παρασκήνιο.
Βιογραφικό σημείωμα
Ζορζ Ρόντενμπακ (1855 - 1898)
Βέλγος συγγραφέας, αριστοκρατικής καταγωγής. Έζησε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε με τους μεγάλους συμβολιστές. Ιδρυτής της λογοτεχνικής ομάδας "Νεαρό Βέλγιο", στενός φίλος του Μαλαρμέ. Δραματουργός, ποιητής στίχων γλαφυρών και μελαγχολικών, όπως οι συλλογές του Λευκή νιότη και το Βασίλειο της σιωπής. Εντοπίζει με ακρίβεια την ανθρώπινη μοναξιά και τάσσεται εναντίον της στα μυθιστορήματά του Μπριζ, η νεκρή πόλη και Ο κωδωνοκρούστης.
Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011
Δόκτωρ Πασαβέντο - Ενρίκε Βίλα Μάτας
Το τελευταίο εξάμηνο έπεφτα όλο και πιο συχνά πάνω σε αναφορές σχετικές με τον καταλανό συγγραφέα Ενρίκε Βίλα-Μάτας, ειδικά στα βιβλιοφιλικά μπλογκς. Ήταν λοιπόν στα υπόψην αλλά πάντα κάτι προηγείτο, ώσπου έφτασε η στιγμή να βρεθεί στην στίβα με τα προς ανάγνωση βιβλία.
Δεν ξέρω αν διάβασα το πιο αντιπροσωπευτικό του έργο και δεν θα το μάθω πριν να έρθω σε επαφή με το υπόλοιπο έργο του, αλλά το συγκεκριμένο μπορώ να πω ότι μου άρεσε πολύ. Με υπνώτισε και με παρέσυρε μαζί με τον δόκτορα Πασαβέντο στο ταξίδι του προς την εξαφάνιση.
Ταξίδι που βρίθει λογοτεχνικών αναφορών, συγγραφέας που αγαπάει την λογοτεχνία, επηρεάζεται από αυτήν και βασανίζεται από τους δαίμονες της δημιουργίας.
Λογοτεχνία υψηλού επιπέδου. Κάθε σελίδα αποπνέει την αύρα των μεγάλων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Η πραγματική εξαφάνιση της Αγκάθα Κρίστι, η απομόνωση του Βάλζερ σε ψυχιατρική κλινική, η ανάγκη για μοναξιά του Κάφκα και ο γρίφος Πίντσον. Η εμμονή για εξαφάνιση και για συσχετισμό καταστάσεων, φαινομενικά ανεξάρτητων, που λαμβάνουν χώρα στην οδό Βανώ στο Παρίσι. Φυγή δίχως τέλος. Είναι σύνθετο και προσωπικό το σύμπαν που κατασκευάζει ο Βίλα - Μάτας μέσα στο οποίο κινείται ο δόκτορ Πασαβέντο προσπαθώντας να να εξαφανιστεί.
Μετάφραση Ναννά Παπανικολάου.
Εκδόσεις Καστανιώτη.
υγ Μέσα από τις αναρτήσεις μου προσπαθώ απλώς να αποδώσω την αίσθηση που μου άφησε αυτό για το οποίο έπελεξα να γράψω, δεν είναι σε καμία περίπτωση κριτική ή ανάλυση.
Μια όμορφη κριτική - ανάλυση του έργου του Βίλα - Μάτας υπάρχει στο μπλογκ Αναγνωστική αδεία , ρίξτε μια ματιά αν το επιθυμείτε.
Δεν ξέρω αν διάβασα το πιο αντιπροσωπευτικό του έργο και δεν θα το μάθω πριν να έρθω σε επαφή με το υπόλοιπο έργο του, αλλά το συγκεκριμένο μπορώ να πω ότι μου άρεσε πολύ. Με υπνώτισε και με παρέσυρε μαζί με τον δόκτορα Πασαβέντο στο ταξίδι του προς την εξαφάνιση.
Ταξίδι που βρίθει λογοτεχνικών αναφορών, συγγραφέας που αγαπάει την λογοτεχνία, επηρεάζεται από αυτήν και βασανίζεται από τους δαίμονες της δημιουργίας.
Λογοτεχνία υψηλού επιπέδου. Κάθε σελίδα αποπνέει την αύρα των μεγάλων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Η πραγματική εξαφάνιση της Αγκάθα Κρίστι, η απομόνωση του Βάλζερ σε ψυχιατρική κλινική, η ανάγκη για μοναξιά του Κάφκα και ο γρίφος Πίντσον. Η εμμονή για εξαφάνιση και για συσχετισμό καταστάσεων, φαινομενικά ανεξάρτητων, που λαμβάνουν χώρα στην οδό Βανώ στο Παρίσι. Φυγή δίχως τέλος. Είναι σύνθετο και προσωπικό το σύμπαν που κατασκευάζει ο Βίλα - Μάτας μέσα στο οποίο κινείται ο δόκτορ Πασαβέντο προσπαθώντας να να εξαφανιστεί.
Μετάφραση Ναννά Παπανικολάου.
Εκδόσεις Καστανιώτη.
υγ Μέσα από τις αναρτήσεις μου προσπαθώ απλώς να αποδώσω την αίσθηση που μου άφησε αυτό για το οποίο έπελεξα να γράψω, δεν είναι σε καμία περίπτωση κριτική ή ανάλυση.
Μια όμορφη κριτική - ανάλυση του έργου του Βίλα - Μάτας υπάρχει στο μπλογκ Αναγνωστική αδεία , ρίξτε μια ματιά αν το επιθυμείτε.
Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011
Λα Πουπέ @ Θέατρο Σφενδόνη
Πρώτη φορά σε μονόλογο και νιώθω τυχερός, βέβαια δεν πήγα εντελώς στα τυφλά, είχα πυξίδα την υπoγραφή του αγαπημένου συγγραφέα Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη ( την ανάρτηση για τα βιβλία του, Φιλοξενούμενος και Τέσσερις τοίχοι, μπορείτε να την βρείτε εδώ ).
Το θέατρο Σφενδόνη είναι πολύ όμορφο , η επιλογή δε να τοποθετηθούν αντικριστά οι κερκίδες, για την συγκεκριμένη τουλάχιστον παράσταση, ήταν πολύ επιτυχημένη, έθετε κατά κάποιον τρόπον το κοινό απέναντι στο κοινό.
Ο χώρος ανάμεσα στις δύο κερκίδες ανήκε ολοκληρωτικά στην κυρία Κοκκίνου, η οποία στον ρόλο της μοδίστρας με καθήλωσε με την ερμηνεία της. Δική της επίσης και η σκηνοθεσία. Μου άρεσε αυτό το διπλό "παιχνίδι", από την μία ο λόγος και από την άλλη ένας διαρκής αυτοσχεδιασμός με τα χαρτόκουτα διαφόρων μεγεθών, τα οποία ,υπακούοντας σε ένα αυστηρότατο πλάνο, μετακινούσε κατά την διάρκεια της παράστασης για να τα φέρει εκεί που σκόπευε με το τέλος της. Πολύ λειτουργικό, όχι ακριβό και έξυπνα στημένο το σκηνικό, το οποίο και επιμελήθηκε η Ν. Αλεξίου.Υπέροχο το κουστούμι της Χρ. Μαθέα. Το κείμενο ήταν πολύ δυνατό, ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης είναι τουλάχιστον ταλαντούχος. Τον διακρίνει μια οξυδέρκεια στην γραφή. Όπως και τα βιβλία του έτσι και το θεατρικό του κείμενο ήταν ταυτόχρονα προσωπικό και κοινό.
Πώς μπορεί κάποιος να σκηνοθετήσει τον εαυτό του σε έναν μονόλογο άραγε; Πώς γίνεται να έχει άποψη για το αποτέλεσμα; Ρητορικά και τα δύο ερωτήματα, φανερώνουν μάλλον προσωπική άγνοια και μικρή θεατρική τριβή. Η Αν.Κοκκίνου μου απέδειξε ότι γίνεται, τώρα το πώς είναι ένα άλλο ζήτημα.
Ένα με ενόχλησε, μάλλον επειδή δεν μπόρεσα να καταλάβω την χρησιμότητά του.. Τα τραγούδια. Τέσσερα στον αριθμό, το μόνο που κατάφεραν ήταν να με αποσπούν και να με προσγειώνουν απότομα. Δεν ξέρω αν ήταν μέρος του κειμένου ή σκηνοθετική επιλογή αλλά προσωπικά δεν μου άρεσε και θα είχα την περιέργεια να ακούσω τον αντίλογο.
Μια πολύ καλή παράσταση, one woman show. Το γεγονός ότι συνεχίζει για τρίτη χρονιά, στην προκειμένη περίπτωση, είναι μια απόδειξη.
Το θέατρο Σφενδόνη είναι πολύ όμορφο , η επιλογή δε να τοποθετηθούν αντικριστά οι κερκίδες, για την συγκεκριμένη τουλάχιστον παράσταση, ήταν πολύ επιτυχημένη, έθετε κατά κάποιον τρόπον το κοινό απέναντι στο κοινό.
Ο χώρος ανάμεσα στις δύο κερκίδες ανήκε ολοκληρωτικά στην κυρία Κοκκίνου, η οποία στον ρόλο της μοδίστρας με καθήλωσε με την ερμηνεία της. Δική της επίσης και η σκηνοθεσία. Μου άρεσε αυτό το διπλό "παιχνίδι", από την μία ο λόγος και από την άλλη ένας διαρκής αυτοσχεδιασμός με τα χαρτόκουτα διαφόρων μεγεθών, τα οποία ,υπακούοντας σε ένα αυστηρότατο πλάνο, μετακινούσε κατά την διάρκεια της παράστασης για να τα φέρει εκεί που σκόπευε με το τέλος της. Πολύ λειτουργικό, όχι ακριβό και έξυπνα στημένο το σκηνικό, το οποίο και επιμελήθηκε η Ν. Αλεξίου.Υπέροχο το κουστούμι της Χρ. Μαθέα. Το κείμενο ήταν πολύ δυνατό, ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης είναι τουλάχιστον ταλαντούχος. Τον διακρίνει μια οξυδέρκεια στην γραφή. Όπως και τα βιβλία του έτσι και το θεατρικό του κείμενο ήταν ταυτόχρονα προσωπικό και κοινό.
Πώς μπορεί κάποιος να σκηνοθετήσει τον εαυτό του σε έναν μονόλογο άραγε; Πώς γίνεται να έχει άποψη για το αποτέλεσμα; Ρητορικά και τα δύο ερωτήματα, φανερώνουν μάλλον προσωπική άγνοια και μικρή θεατρική τριβή. Η Αν.Κοκκίνου μου απέδειξε ότι γίνεται, τώρα το πώς είναι ένα άλλο ζήτημα.
Ένα με ενόχλησε, μάλλον επειδή δεν μπόρεσα να καταλάβω την χρησιμότητά του.. Τα τραγούδια. Τέσσερα στον αριθμό, το μόνο που κατάφεραν ήταν να με αποσπούν και να με προσγειώνουν απότομα. Δεν ξέρω αν ήταν μέρος του κειμένου ή σκηνοθετική επιλογή αλλά προσωπικά δεν μου άρεσε και θα είχα την περιέργεια να ακούσω τον αντίλογο.
Μια πολύ καλή παράσταση, one woman show. Το γεγονός ότι συνεχίζει για τρίτη χρονιά, στην προκειμένη περίπτωση, είναι μια απόδειξη.
Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011
Submarino (2010)
Συνιδρυτής ,μαζί με το Λαρς Φον Τρίερ, του δόγματος 95 , ο Τόμας Βίντεμπεργκ μας χάρισε το 1998 το Festen (οικγενειακή γιορτή), ίσως το δυνατότερο οικογενειακό δράμα μετά το Tokyo Story (1953) του μεγάλου Ιάπωνα ,Όζου.
Έχω μια ιδιαίτερη αγάπη για το σινεμά του βορρά, εκτιμώ βαθύτατα την σωστή χρήση των μέσων. Δείχνουν να έχουν επίγνωση των δυνατοτήτων τους και φροντίζουν για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Στηρίζονται σε δυνατά και δουλεμένα σενάρια και η αντίληψη περί υποκριτικής είναι πολύ κοντά στην δική μου (ταπεινή) άποψη.
Το σινεμά τους δεν είναι χτεσινό, στηρίζεται σε μια μεγάλη παράδοση με σκηνοθέτες σύμβολα όπως ο Carl Theodor Dreyer και ο Ingmar Bergman, και μπορεί πλέον να μην υπάρχει στον ίδιο βαθμό το μεταφυσικό στοιχείο αλλά αυτό δεν στερεί τίποτα από την δυναμική της εικόνας και του λόγου, της μαγιάς δηλαδή. Είναι πολλοί οι σκηνοθέτες που θα μπορούσα να προτείνω, στους προαναφερθέντες θα πρόσθετα τον Kaurismaki, την Bier και τον Per Fly.
Λίγα λόγια για το Submarino τώρα.
Ο Νικ και ο μικρότερος αδερφός του φροντίζουν το νεογέννητο αδερφάκι τους ενώ η μάνα τους λείπει συνέχεια από το σπίτι όντας αλκοολική. Το μωρό πεθαίνει και τα δυο αδέρφια πιστεύουν ότι ήταν δική τους ευθύνη. Αυτό αποτελεί ένα μεγάλο τραύμα που καθορίζει τις ζωές τους. Χρόνια αργότερα θα συναντηθούν στην κηδεία της μητέρας τους.
Ο Βίντεμπεργκ επιστρέφει με ένα δυνατό δράμα, προσεγγίζει με τον δικό του τρόπο την σκοτεινή πλευρά της δανέζικης κοινωνίας και μας λέει πως ότι λάμπει συχνά δεν είναι καθαρός χρυσός. Η ταινία έχει όλα τα στοιχεία που αγαπώ στο σκανδιναβικό σινεμά, δυνατό σενάριο και ερμηνείες. Η φωτογραφία είναι η αποτύπωση των χρωμάτων που κυριαρχούν ( έστω και κάπως στερεοτυπικά) στις βόρειες χώρες. Το φινάλε είναι ευφυές.
Μια πολύ δυνατή ταινία η οποία από ότι κατάλαβα δεν είχε και μεγάλη απήχηση στο ελληνικό, τουλάχιστον, κοινό.
Έχω μια ιδιαίτερη αγάπη για το σινεμά του βορρά, εκτιμώ βαθύτατα την σωστή χρήση των μέσων. Δείχνουν να έχουν επίγνωση των δυνατοτήτων τους και φροντίζουν για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Στηρίζονται σε δυνατά και δουλεμένα σενάρια και η αντίληψη περί υποκριτικής είναι πολύ κοντά στην δική μου (ταπεινή) άποψη.
Το σινεμά τους δεν είναι χτεσινό, στηρίζεται σε μια μεγάλη παράδοση με σκηνοθέτες σύμβολα όπως ο Carl Theodor Dreyer και ο Ingmar Bergman, και μπορεί πλέον να μην υπάρχει στον ίδιο βαθμό το μεταφυσικό στοιχείο αλλά αυτό δεν στερεί τίποτα από την δυναμική της εικόνας και του λόγου, της μαγιάς δηλαδή. Είναι πολλοί οι σκηνοθέτες που θα μπορούσα να προτείνω, στους προαναφερθέντες θα πρόσθετα τον Kaurismaki, την Bier και τον Per Fly.
Λίγα λόγια για το Submarino τώρα.
Ο Νικ και ο μικρότερος αδερφός του φροντίζουν το νεογέννητο αδερφάκι τους ενώ η μάνα τους λείπει συνέχεια από το σπίτι όντας αλκοολική. Το μωρό πεθαίνει και τα δυο αδέρφια πιστεύουν ότι ήταν δική τους ευθύνη. Αυτό αποτελεί ένα μεγάλο τραύμα που καθορίζει τις ζωές τους. Χρόνια αργότερα θα συναντηθούν στην κηδεία της μητέρας τους.
Ο Βίντεμπεργκ επιστρέφει με ένα δυνατό δράμα, προσεγγίζει με τον δικό του τρόπο την σκοτεινή πλευρά της δανέζικης κοινωνίας και μας λέει πως ότι λάμπει συχνά δεν είναι καθαρός χρυσός. Η ταινία έχει όλα τα στοιχεία που αγαπώ στο σκανδιναβικό σινεμά, δυνατό σενάριο και ερμηνείες. Η φωτογραφία είναι η αποτύπωση των χρωμάτων που κυριαρχούν ( έστω και κάπως στερεοτυπικά) στις βόρειες χώρες. Το φινάλε είναι ευφυές.
Μια πολύ δυνατή ταινία η οποία από ότι κατάλαβα δεν είχε και μεγάλη απήχηση στο ελληνικό, τουλάχιστον, κοινό.
Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011
Biutiful (2010)
Ώμορφη Βαρκελώνη. Γροθιά στο τουριστικό στερεότυπο της πρωτεύουσας της Καταλoνίας. Αλήθεια ποιός θα ήθελε να την επισκεφθεί στο άμεσο μέλλον μετά την θέαση της ταινίας;
Ο Uxbal ( Javier Bardem) είναι ένας άντρας σε ελεύθερη πτώση, ένας αντιήρωας σε έναν κόσμο που δεν χωράει ήρωες πια, κινείται στο μητροπολιτικό περιθώριο, δείχνει να θέλει αλλά να μην μπορεί να φανεί αντάξιος των προσωπικών του αξιών.
Ο Ινιάριτου ( Amores Perros, 21 Grams, Babel) επιστρέφει με ένα ακόμα δράμα. Υπάρχουν και σε αυτήν την ταινία τρεις παράλληλες ιστορίες, απλά αυτή την φορά σχεδόν εφάπτονται, δεν συναντώνται απλώς. Ο μεξικανός κάνει ταινία κάθε τρία με τέσσερα χρόνια και αυτό αντανακλάται στο σενάριο, κυρίως. Ταινίες δουλεμένες στην λεπτομέρεια. Το Biutiful θα μπορούσε να θεωρηθεί και δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, ως ένα σημείο βέβαια.
Ο Μπαρδέμ, βραβευμένος στο περσινό φεστιβαλ των Καννών είναι εξαιρετικός, τον βοηθάει και ο ρόλος του, ο οποίος είναι αρκετά αβανταδόρικος. Πρόκειται για μεγάλο ηθοποιό και φροντίζει να το δείχνει σε κάθε ευκαιρία. Η Maricel Alvarez στο ρόλο της διαταραγμένης ψυχικά πρώην συζύγου είναι συγκλονιστική.
Η ταινία είναι λίγο τεράστια, 147 λεπτά για την ακρίβεια αλλά δεν πιστεύω να ένιαξε κανέναν, κυλάει τόσο αβίαστα που αποδεικνύει θαρρείς την σχετικότητα του χρόνου. Είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό το γεγονός ότι δεν κάνει σε κανένα σημείο κοιλιά. Τα παραπάνω αποτελούν ένα επιπρόσθετο σχόλιο σχετικά με την δουλειά που προηγείται του γυρίσματος.
Κάτι τελευταίο, μου άρεσε το πως χειρίστηκε το μεταφυσικό στοιχείο σε ένα περιβάλλον ωμά ρεαλιστικό.
Πρόκειται σίγουρα για μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς ( μακάρι βέβαια να διαψευστώ!)
Ο Uxbal ( Javier Bardem) είναι ένας άντρας σε ελεύθερη πτώση, ένας αντιήρωας σε έναν κόσμο που δεν χωράει ήρωες πια, κινείται στο μητροπολιτικό περιθώριο, δείχνει να θέλει αλλά να μην μπορεί να φανεί αντάξιος των προσωπικών του αξιών.
Ο Ινιάριτου ( Amores Perros, 21 Grams, Babel) επιστρέφει με ένα ακόμα δράμα. Υπάρχουν και σε αυτήν την ταινία τρεις παράλληλες ιστορίες, απλά αυτή την φορά σχεδόν εφάπτονται, δεν συναντώνται απλώς. Ο μεξικανός κάνει ταινία κάθε τρία με τέσσερα χρόνια και αυτό αντανακλάται στο σενάριο, κυρίως. Ταινίες δουλεμένες στην λεπτομέρεια. Το Biutiful θα μπορούσε να θεωρηθεί και δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, ως ένα σημείο βέβαια.
Ο Μπαρδέμ, βραβευμένος στο περσινό φεστιβαλ των Καννών είναι εξαιρετικός, τον βοηθάει και ο ρόλος του, ο οποίος είναι αρκετά αβανταδόρικος. Πρόκειται για μεγάλο ηθοποιό και φροντίζει να το δείχνει σε κάθε ευκαιρία. Η Maricel Alvarez στο ρόλο της διαταραγμένης ψυχικά πρώην συζύγου είναι συγκλονιστική.
Η ταινία είναι λίγο τεράστια, 147 λεπτά για την ακρίβεια αλλά δεν πιστεύω να ένιαξε κανέναν, κυλάει τόσο αβίαστα που αποδεικνύει θαρρείς την σχετικότητα του χρόνου. Είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό το γεγονός ότι δεν κάνει σε κανένα σημείο κοιλιά. Τα παραπάνω αποτελούν ένα επιπρόσθετο σχόλιο σχετικά με την δουλειά που προηγείται του γυρίσματος.
Κάτι τελευταίο, μου άρεσε το πως χειρίστηκε το μεταφυσικό στοιχείο σε ένα περιβάλλον ωμά ρεαλιστικό.
Πρόκειται σίγουρα για μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς ( μακάρι βέβαια να διαψευστώ!)
Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011
Η φωνή - Γιώργος Σταματόπουλος
Ένα πρώτο ερώτημα που σου αφήνει είναι εάν πρόκειται για μυθιστόρημα ή δοκίμιο. Μάλλον είναι κάτι ανάμεσα στα δύο τελικά, ίσως λίγο άνισα δοσμένο αλλά είναι τέτοια η αγωνία του συγγραφέα που σε παρασέρνει μαζί του, σε ένα προσωπικό ταξίδι στην καθημερινότητά του, στην προσωπική αναζήτηση, στον απολογισμό, στο ταμείο ανάμεσα στην θεωρία και στην πράξη, στο παρελθόν και στο μέλλον που σαν στενό ρούχο κρέμεται στο παρόν.
Η υπόθεση είναι περίπου η ακόλουθη : ο πρωταγωνιστής οδηγώντας ακούει ραδιόφωνο, κάποια στιγμή στα διόδια της Ελευσίνας το σήμα χάνεται και το καντράν τρελένεται και τότε μια φωνή λέει τα εξής : " Οι άθλιοι του 21ου αιώνα, ξένοι, πρόσφυγες, αιρετικοί,του λόγου, της επιθυμίας και της σκέψης, θα βρουν καταφύγιο στην ευρυχωρία του πνεύματος, διαφορετικά το μέλλον θα είναι μια πλήμμη φρίκης..." και ανανεώνει το ραντεβού για την επόμενη εβδομάδα την ίδια ώρα. Ο δοκιμιακός λόγος του εκφωνητή συντροφεύει, όχι πάντα ευχάριστα, τον αφηγητή κατά την διάρκεια των επόμενων εβδομάδων σε μια παρτίδα ,κυρίως, εγκεφαλική.
Το διάβασα αβίαστα, με άγγιξε σε πολλά σημεία και αν και σε μερικά έχω τις ενστάσεις μου, συμβιβάζομαι με το ότι πρόκειται ίσως για το προσωπικό στυλ γραφής του συγγραφέα.
Σύντομο βιογραφικό σημείωμα:
Ο Γιώργος Σταματόπουλος γεννήθηκε στο Κεφαλάρι Κορινθίας το 1956. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες και κοινωνιολογία στο Πάντειο πανεπιστήμιο και εργάζεται ως δημοσιογράφος στην Ελευθεροτυπία. Έχει εκδώσει τα βιβλία: Δοκιμή, Δρόμος, 1983, Αμμουδιές στην Απρόσιτη Διαφάνεια, Ελληνικά Γράμματα, 1994, T.V. η μεγάλη αδελφή, Δελφίνι, 1995, Μέσα Προσεγγίσεις (Ο λόγος ως ανάσχεσις στον εκχυδαϊσμό της επικοινωνίας), Παρουσία, 1996, Νους θυμός εφ'ήμερη, Καστανιώτη, 2000, Έρωτας -Ανθρώπου μύησις, Καστανιώτη,2000, Η φωνή ,Καστανιώτη, 2005.
Η υπόθεση είναι περίπου η ακόλουθη : ο πρωταγωνιστής οδηγώντας ακούει ραδιόφωνο, κάποια στιγμή στα διόδια της Ελευσίνας το σήμα χάνεται και το καντράν τρελένεται και τότε μια φωνή λέει τα εξής : " Οι άθλιοι του 21ου αιώνα, ξένοι, πρόσφυγες, αιρετικοί,του λόγου, της επιθυμίας και της σκέψης, θα βρουν καταφύγιο στην ευρυχωρία του πνεύματος, διαφορετικά το μέλλον θα είναι μια πλήμμη φρίκης..." και ανανεώνει το ραντεβού για την επόμενη εβδομάδα την ίδια ώρα. Ο δοκιμιακός λόγος του εκφωνητή συντροφεύει, όχι πάντα ευχάριστα, τον αφηγητή κατά την διάρκεια των επόμενων εβδομάδων σε μια παρτίδα ,κυρίως, εγκεφαλική.
Το διάβασα αβίαστα, με άγγιξε σε πολλά σημεία και αν και σε μερικά έχω τις ενστάσεις μου, συμβιβάζομαι με το ότι πρόκειται ίσως για το προσωπικό στυλ γραφής του συγγραφέα.
Σύντομο βιογραφικό σημείωμα:
Ο Γιώργος Σταματόπουλος γεννήθηκε στο Κεφαλάρι Κορινθίας το 1956. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες και κοινωνιολογία στο Πάντειο πανεπιστήμιο και εργάζεται ως δημοσιογράφος στην Ελευθεροτυπία. Έχει εκδώσει τα βιβλία: Δοκιμή, Δρόμος, 1983, Αμμουδιές στην Απρόσιτη Διαφάνεια, Ελληνικά Γράμματα, 1994, T.V. η μεγάλη αδελφή, Δελφίνι, 1995, Μέσα Προσεγγίσεις (Ο λόγος ως ανάσχεσις στον εκχυδαϊσμό της επικοινωνίας), Παρουσία, 1996, Νους θυμός εφ'ήμερη, Καστανιώτη, 2000, Έρωτας -Ανθρώπου μύησις, Καστανιώτη,2000, Η φωνή ,Καστανιώτη, 2005.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)