Είναι ιδιαίτερος ο κόσμος του Μπέρνχαρντ, είτε θα τον λατρέψεις είτε θα τον μισήσεις, μέση οδός δεν υπάρχει και είναι αυτό χαρακτηριστικό των μεγάλων και ο Μπέρνχαρντ είναι τέτοιος. Στο φουαγιέ πριν την έναρξη κοιτούσα τους υπόλοιπους θεατές, αναρωτιόμουν πόσοι απ' αυτούς άραγε είχαν πρότερη επαφή με τον Αυστριακό συγγραφέα. Έγραφα σε μια παλιότερη ανάρτηση σχετικά με το μυθιστόρημα Ο ανιψιός τουΒιτγκενστάιν : "Διστάζω να προτείνω σε κάποιον να διαβάσει Μπέρνχαρντ, όχι γιατί είναι δύσκολος, μακριά από μένα τέτοιοι χαρακτηρισμοί, αλλά γιατί είναι πολύ ιδιαίτερος."
Ύστερα από το τέλος της παράστασης δεν ήμουνα σε θέση να κάνω ρεπορτάζ δια των σχολίων των εξερχομένων από την αίθουσα, η παρουσία μου για σχεδόν τρεις ώρες στην έπαυλη των τριών αδελφών με είχε αποκάμει παρότι η παράσταση μου άρεσε. Περπάτησα ως το σπίτι, ο πονοκέφαλος οξύνθηκε, κοιμήθηκα νωρίς.
Διάβαζα νωρίτερα σχόλια θεατών σχετικά με την παράσταση, οι περισσότεροι δήλωναν γοητευμένοι από την παράσταση και τις ερμηνείες, κάποιοι λίγοι σχολίαζαν αρνητικά. Αναφερόντουσαν κυρίως στη διάρκεια της παράστασης και ειδικότερα του πρώτου μέρους, κάποιοι άλλοι τα έβαλαν με το κείμενο και τις πολλές του επαναλήψεις, ίδιον του Αυστριακού συγγραφέα.
Η αλήθεια είναι πως περίμενα μεγαλύτερη διάσταση απόψεων, ίσως όμως να ισχύει αυτό που μου είπε ο Γ. , ότι δηλαδή δύσκολα κάποιος γράφει ένα σχόλιο αρνητικό.
Η αναμέτρηση με το κείμενο του Μπερνχαρντ είναι μάχη άνιση γι' αυτόν που θέλει να μείνει εντός των αυστηρών ορίων που θέτει ο συγγραφέας και δεν επιλέγει την αυθαίρετη προσωπική διασκευή. Η μεγαλύτερη δυσκολία, πιστεύω, έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας αναμιγνύει την πρωτοπορία σε καταστάσεις κλασικές. Οι ήρωες και τα σκηνικά είναι συγγενικά με το παρελθόν, δομές κλασικές στη λογοτεχνία και στο θέατρο, οικογενειακό δράμα που θα μπορούσε να είναι Ίψεν ή Στρίντμπεργκ και να μπορεί θαυμάσια να αποδοθεί μέσα από κλασικές θεατρικές φόρμες. Όμως η γραφή του Μπέρνχαρντ με τις επαναλήψεις, τις εμμονές, το αναγκαίο πίσω βήμα μετατρέπει σε πρόκληση τη μεταφορά του στη σκηνή. Οι τρεις πρωταγωνιστές οι οποίοι υπογράφουν και τη σκηνοθεσία φαίνεται πως πήραν την απόφαση να προσεγγίσουν το κείμενο με βάση την κλασική τους παιδεία. Πιστεύω πως ήταν έξυπνη και λειτουργική αυτή η επιλογή αφού με αυτό τον τρόπο το κείμενο έμεινε ανενόχλητο να υπηρετεί τους σκοπούς του συγγραφέα.
Ο Λούντβιχ ετοιμάζεται να επιστρέψει σπίτι από το ψυχιατρείο, εκεί βρίσκονται οι δυο του αδερφές. Η επιστροφή του θα δημιουργήσει εντάσεις ανάμεσα στα τρία αδέρφια που παρά το πέρας τριάντα χρόνων από το χαμό των γονέων, απέχουν ακόμα από τον πλήρη απογαλακτισμό.
Στο πρώτο μέρος παρούσες είναι οι δυο αδερφές, η μία ετοιμάζει το τραπέζι ενώ η άλλη, αδιάφορη, καπνίζει. Ήδη από την πρώτη αυτή σκηνή ο θεατής αναγκάζεται να έρθει σε επαφή με τον κόσμο του Μπέρνχαρντ, οι εμμονές και οι επαναλήψεις στο λόγο (κατά την προετοιμασία του δείπνου), είναι αναφαίρετο μέρος του σύμπαντος του δημιουργού. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν με ενόχλησε η χρονική της διάρκεια καθώς πιστεύω πως ήταν απαραίτητη ως εισαγωγή, ακόμα και του πιο αμύητου θεατή, στο κλίμα του έργου.
Το σκηνικό με τη σκηνή στη μέση και τις θέσεις των θεατών αριστερά και δεξιά λειτούργησε. Οι ιστοί που κύκλωναν το δωμάτιο στο οποίο λαμβάνει χώρα η δράση ενισχύουν το μοτίβο της οικογενειακής απομόνωσης ενώ η βαρυφορτωμένη σκηνή αποτυπώνει σε ικανοποιητικό βαθμό το εσωτερικό του σπιτιού στο οποίο επιλέγει ο συγγραφέας να τοποθετήσει τους ήρωές του. Οι φωτισμοί καλοδουλεμένοι.
Γενικά πρόκειται για μια παράσταση βασισμένη σε ένα κείμενο πρωτοπορίας δοσμένη με ένα κλασικό τρόπο κάτι το οποίο όπως προείπα λειτουργεί. Οι ερμηνείες υψηλού επιπέδου αν και έχω κάποιες ενστάσεις. Η μεγάλη διάρκεια δεν με ενόχλησε καθόλου.
Η επαφή, έστω και με μεσάζοντες, με το έργο του Μπέρνχαρντ ήταν ιδιαίτερη για μια ακόμη φορά. Στοιχεία κοινά στο έργο του επαναλαμβάνονται και σε αυτό. Τα οικογενειακά δεσμά, το μίσος για την Αυστρία, ο προβληματισμός για τις τέχνες, η γεωμετρία, η φιλοσοφία, τα πανεπιστήμια του εξωτερικού, η κατασκευή μιας οικίας όπως η νορβηγική καλύβα και κυρίως η έχθρα προς τη στασιμότητα " τριάντα χρόνια και τίποτα δεν έχει αλλάξει σε αυτό το σπίτι".
Θα είχα την περιέργεια να δω κάποια στιγμή μια πιο πειραματική προσέγγιση στο έργο του Αυστριακού συγγραφέα.
Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012
Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012
Ένας καλλιτέχνης του ρευστού κόσμου - Κατσούο Ισιγκούρο

Και αν το Μη με αφήσεις ποτέ, ήταν ένα μυθιστόρημα του οποίου η δράση λάμβανε μεν χώρα στην Αγγλία αλλά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως απάτριδο, το συγκεκριμένο βιβλίο του Ισιγκούρο είναι ιαπωνικό ως την τελευταία σελίδα.
Ο Ισιγκούρο (όπως άλλωστε προδίδει το επίθετό του) γεννήθηκε στην Ιαπωνία αλλά από μικρή ηλικία βρέθηκε στη Μεγάλη Βρετανία. Η αγγλική είναι η γλώσσα στην οποία γράφει. Δεν είναι άλλωστε ο μόνος, κάτι αντίστοιχο έκανε ο Ναμπόκοφ, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα δίγλωσσου συγγραφέα. Αλλά και στις μέρες μας ο Κούντερα, η Χέρτα Μύλλερ αλλά και άλλοι.
Το ιαπωνικό κλίμα που επικρατεί στις σελίδες του βιβλίου είναι το πρώτο χαρακτηριστικό με το οποίο έρχεται σε επαφή ο αναγνώστης. Μου θύμισε έντονα το στυλ γραφής του μεγάλου Ιάπωνα συγγραφέα Καβαμπάτα και ειδικότερα το μυθιστόρημά του Λίμνη. Είναι αυτή η εσωτερικότητα που χαρακτηρίζει τη τέχνη στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου.
Ο Μασούζι Όνο, κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, είναι ένας ηλικιωμένος πρώην ζωγράφος. Βρισκόμαστε μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου με τις καταστροφικές συνέπειες για την άλλοτε ισχυρή αυτοκρατορία. Ένας κόσμος ρευστός, οι ήρωες του χτες είναι οι προδότες του σήμερα. Η πραγματικότητα μεταβάλλεται με ταχείς ρυθμούς σε ολές της τις εκφάνσεις. Οι σαμουράι δίνουν τη θέση τους στον Ποπάυ, η ιαπωνική αρχιτεκτονική στη δυτική, η κόκα κόλα είναι παρούσα. Ο Μασούζι Όνο έχει δύο κόρες, η μία παντρεύτηκε πριν την κατάρευση του μετώπου, η άλλη είναι ανύπαντρη και κινδυνεύει να μείνει γεροντοκόρη. Το προξενιό της εποχής διέπεται από κανόνες αυστηρούς και τρομαχτικά απρόσωπους. Ο πατέρας θα αναγκαστεί να απολογηθεί και να απαρνηθεί το παρελθόν του για να μη σταθεί εμπόδιο στην "ευτυχία" της κόρης του.
Το επίθετο "ρευστός" στον τίτλο είναι επιτυχημένο και αντιπροσωπευτικό. Δεν είναι μόνο η πραγματικότητα που είναι ρευστή, η σπασμωδική μετάβαση της ιαπωνικής κοινωνίας. Είναι και οι σχέσεις ρευστές, δεν υπάρχουν πια βεβαιότητες μήτε απαντήσεις, τα ερωτήματα που τίθενται στο ίδιο το μυθιστόρημα μένουν αναπάντητα θαρρείς, ρευστά και ανοιχτά σε ερμηνείες, δίνοντας στο κείμενο διαστάσεις φιλοσοφικές, καθιστώντας σχεδόν επιβεβλημένη μια δεύτερη ανάγνωση με βάση της τη στρατευμένη τέχνη.
Μου συμβαίνει επίσης συχνά να κάνω εικόνα αρκετά ιαπωνικά μυθιστορήματα έχοντας ως οδηγό την τεράστια ταινία Τόκιο Στόρυ του Ιάπωνα σκηνοθέτη Όζου, την οποία και σας προτρέπω να δείτε όσοι δεν την έχετε δει.
Πολύ ιντριγκαδόρικο το Ν.Κ. του μεταφραστή, γιατί άραγε επέλεξε να μην φανερωθεί;
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας.
Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012
Ανταρκτική - Άντζελα Δημητρακάκη

Το βιβλίο αυτό της άγνωστης, μέχρι πρότινος, σε μένα συγγραφέως, αποτέλεσε την αφορμή για μια ανάρτηση σχετική με την ελληνική λογοτεχνία που ακόμα στριφογυρίζει στο μυαλό μου πριν πάρει το δρόμο της για το πληκτρολόγιο.
Η Τ. μου μίλησε μια μέρα με ενθουσιασμό για την Αντιθάλασσα τής ίδιας, έψαξε στη βιβλιοθήκη της για να μου το δανείσει αλλά η απόπειρα δε στέφθηκε από επιτυχία. "Δεν πειράζει", της είπα και το σημείωσα για να το ψάξω κάποια στιγμή στο μέλλον. Λίγες μέρες μετά βρέθηκα στο παζάρι της πλατείας Κλαυθμώνος. Ανάμεσα στα πολλά ενδιαφέροντα βιβλία βρήκα και την Αντιθάλασσα, χάρηκα. Λίγο πιο δίπλα η Ανταρκτική, το πρώτο μυθιστόρημα της Δημητρακάκη. Δεν υπήρξε καν δίλλημα, αγόρασα και τα δύο με ξεκάθαρη την πρόθεση να πιάσω την πορεία της από την αρχή.
Η Βέρα γυρίζει πίσω στην Ελλάδα μετά από μια μακρά περιπλάνηση στον κόσμο, άφραγκη βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι της Στέφης που μοιάζει με κέντρο διερχομένων. Η παρέα εμπλουτίζεται, οι δίδυμες αδερφές της αναζητούνται και η ζωή προχωρά αργά.
Πρόζα θλιμμένη, ρυθμός καταιγιστικός, πνοή καθάρια,προσωπική. Μια κραυγή βγάζει η Βέρα, μια κραυγή μιας γενιάς χωρίς εμφύλιο, χωρίς Πολυτεχνείο, μιας γενιάς φαινομενικά βολεμένης που όλο και πιο σπάνια υψώνει τη φωνή της και απομένει στα σκοτεινά της ιστορίας. Μπορεί η Βέρα να μην επικαλείται μήτε την ιστορία μήτε την πολιτική αλλά τα αποτελέσματα στο μικρόκοσμο της ηρωίδας είναι εμφανή.
Το τελευταίο διάστημα έχω πολλάκις επαναλάβει την εκτίμηση μου στο Χρήστο Βακαλόπουλο, αν κάποιος από εσάς συμμερίζεται αυτό το συναίσθημα τότε πιστεύω πως θα απολαύσει την Ανταρκτική. Επίσης η Βέρα με τη Στέφη θυμίζουν αρκετά την Τιτή και τη Ρένα, τις ηρωίδες της Φάρσας της Έρσης Σωτηροπούλου.
Δε θα αργήσει η στιγμή που θα διαβάσω την Αντιθάλασσα, απλά επιθυμώ να μεσολαβεί ένα χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δύο βιβλία του ίδιου συγγραφέα.
Η Άντζελα Δημητρακάκη γεννήθηκε τον Οκτώβρη του 1968. Ζει στην Αγγλία και διδάσκει σύγχρονη τέχνη και θεωρία στο πανεπιστήμιο του Southampton.
Εκδόσεις Οξύ.
Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012
Ο Ιβάν και τα σκυλιά @ Θέατρο Αμιράλ
«Και έτσι λοιπόν τα χρήματα τέλειωσαν και δεν υπήρχε τρόπος να αγοράσει κανείς φαγητό... Οι μανάδες και οι πατεράδες προσπάθησαν να βρουν πράγματα που μπορούσαν να ξεφορτωθούν, πράγματα που έτρωγαν, που έπιναν ή πράγματα που χρειάζονταν ζεστασιά... Πρώτα έφυγαν τα σκυλιά».
Ο μικρός Ιβάν το σκάει από το σπίτι του, περιπλανιέται μόνος στους δρόμους της Μόσχας με μόνη του συντροφιά μια αγέλη σκύλων. Αυτή είναι η υπόθεση στο μονόλογο της Χάτι Νέιλορ. Το κείμενο είναι παιδικό, τόσο στην απλότητα όσο και στις αντιδράσεις. Παιδικό και όχι παιδιάστικο. Τόσο ο Οικονόμου στη σκηνοθετική προσέγγιση όσο και ο Σερβετάλης στο ρόλο του Ιβάν σέβονται αυτό το χαρακτηριστικό και το αποτέλεσμα τους δικαιώνει. Αποφεύγουν να καταφύγουν στην εύκολη λύση του συναισθηματικού εκβιασμού, κάτι το οποίο (άδικα τελικά) φοβόμουν έχοντας διαβάσει την υπόθεση του έργου. Επενδύουν στην παιδική ματιά, απλή μα δεικτική, που αποτέλεσε την πρώτη ύλη στην έμπνευση της συγγραφέως. Ένα παιδί βιώνει, δεν αναλύει.
Ο Σερβετάλης είναι ένας από τους ηθοποιούς εκείνους που αν και αναμετρήθηκαν με το τηλεοπτικό θηρίο, κατόρθωσαν να βγουν νικητές. Μετά την επιτυχία του ως μοϊκανός - Λάζαρος, αποτραβήχτηκε για να επιστρέψει υπό άλλες συνθήκες, πιθανώς λιγότερο κερδοφόρες, αλλά τέτοιες οι οποίες του επιτρέπουν να δείξει το ιδιαίτερο ταλέντο του ως ηθοποιός τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο.
Το κρεβάτι με τα ροδάκια ως σκηνικό αποδείχτηκε εξόχως λειτουργικό. Αυτή θα έπρεπε να είναι άλλωστε η βασική ιδιότητα των σκηνικών σε κάθε παράσταση και όχι ο στείρος εντυπωσιασμός. Σκεφτόμουν γυρίζοντας στο σπίτι μετά την παράσταση πως τελικά η ανάγκη για εντυπωσιασμό γεννάται, τις περισσότερες φορές, από την αδυναμία του κειμένου ή από τη λάθος "ανάγνωση" αυτού.
υ.γ Ο Ιβάν μας μίλησε για τη ζωή του στους δρόμους της Μόσχας. Και όμως δε χρειάζεται να πάμε μέχρι εκεί για να δούμε τη δυστυχία των ανέστιων, που κάθε μέρα όλο και πληθαίνουν στους δρόμους, περισσότεροι πια και από τα αδέσποτα.
Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012
Η στενή πύλη - Αντρέ Ζιντ

Όσα χρόνια και αν περάσουν, σκέφτομαι, ποτέ δε θα έχω διαβάσει όλα τα βιβλία εκείνα που θα ήθελα. Αν και ο Ζιντ είναι ένας από τους κλασικούς της λογοτεχνίας εντούτοις η Στενή πύλη αποτελεί την πρώτη μου επαφή με το έργο του.
" Άλλοι με όλα αυτά θα μπορούσαν να γράψουν ένα βιβλίο, την ιστορία όμως που θα σας διηγηθώ χρειάστηκε να εξαντλήσω τη δύναμη της ψυχής μου για να τη ζήσω και ζώντας την ανδρώθηκα."
Όταν ο Ζερόμ ερωτεύτηκε την Αλίσα ήταν μόλις δέκα ετών, εκείνη λίγο μεγαλύτερη. Η δέσμευσή τους παρά την ηλικιακή της αφέλεια ήταν μια ειλικρινής δέσμευση. Η σχέση τους πλατωνική, όταν βρίσκονται στον ίδιο χώρο καθώς μεγαλώνουν, η επιθυμία για τελειότητα τους κρατά σε απόσταση. Εκείνος θα δοκιμάσει διάφορες τακτικές, δε φοβάται την αναμονή παρά τις κατά καιρούς αμφιβολίες. Εκείνη έλκεται από την ιδέα της αγνότητος, εντός της μένεται η μάχη ανάμεσα σε Εκείνον και στον Ζερόμ.
Αν και γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, με αφηγητή της ιστορίας τον Ζερόμ, η παράθεση από τον συγγραφέα αποσπασμάτων τόσο από τις επιστολές όσο και από το ημερολόγιο της Αλίσας προσδίδει μια ισορροπία στο κείμενο, αφαιρώντας αρκετή από την αντιπάθεια την οποία θα ένιωθε ο αναγνώστης για εκείνη σε περίπτωση που ο Ζερόμ μονοπωλούσε την αφήγηση.
Ο τρόπος γραφής σε συνδυασμό με την ιστορία δίνουν μια αθωότητα στο μυθιστόρημα (ή μεγάλη νουβέλα αν προτιμάτε). Η παιδική ματιά σε ιδανικά "υψηλά", τα οποία σήμερα σε μερικούς φαίνονται χαζά, και η δέσμευση, παρά το πέρας των χρόνων, σε αυτά μου προκάλεσαν μια αισιοδοξία κατά την ανάγνωση παρά τη λυπητερή ιστορία. Επιστροφή στην απλότητα που τόσο έχουμε, νομίζω, ανάγκη.
Το γεγονός πως ο Ζερόμ και η Αλίσα είναι πρώτα ξαδέρφια, κάτι το οποίο είναι αποδεκτό κατά την περίοδο εκείνη, δίνει και μια φροϋδική διάσταση στην ιστορία, γιατί πίσω από τον παιδικό έρωτα, υπάρχει (ή τουλάχιστον υπήρξε για μένα) μια δεύτερη ανάγνωση, με τα οικογενειακά πρότυπα να σκιάζουν την αθωότητα των δυο παιδιών. Επίσης ο Ζιντ χωρίς να παίρνει ξεκάθαρει θέση θίγει το ζήτημα της θρησκείας και της επιρροής της στους ανθρώπους.
Κάτι που με ενόχλησε ήταν η μεταφορά στα ελληνικά του ονόματος της ηρωίδος ως Άλισα κάτι το οποίο κατά την ανάγνωση χτύπαγε άσχημα τόσο στο μάτι μου όσο και στις αναγνωστικές αναπνοές. Για το λόγο αυτό πήρα την πρωτοβουλία και στην ανάρτηση αυτή αναφέρομαι σε εκείνη ως Αλίσα.
Η ανάγνωση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος βοηθάει στη ξεκάθαρη διάκριση ανάμεσα στην ιστορία αγάπης και στην ερωτική ιστορία.
Είναι όμορφη αυτή η επιστροφή στις ρίζες της σύγχρονης λογοτεχνίας, ενίοτε δε και αναγκαία.
Μετάφραση Ανδρέας Κατσαμακίδης.
Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος.
Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2012
Σελιδοδείκτες και ανάγνωση
Στα πρώτα μου μετεφηβικά αναγνώσματα οι σελιδοδείκτες ήταν κάτι απλώς αναγκαίο, η δίψα μου ήταν τόσο μεγάλη που με έκανε να αδιαφορώ. Δωρεάν σελιδοδείκτες που έβρισκα δίπλα ή μπροστά στην ταμειακή του βιβλιοπωλείου, διαφήμιζαν βιβλία που ποτέ δε διάβασα. Ξέμεναν σε κάποιο βιβλίο και έτσι κάπως η χρηστική τους ζωή λάμβανε τέλος.
Ύστερα, όταν πια αισθητικά δε με κάλυπταν, τη θέση τους πήραν οι σελιδοδείκτες της Πρωτοπορίας με τα αποφθέγματα μεγάλων συγγραφέων. Έτσι έμαθα πως σύμφωνα με τον Όσκαρ Γουάιλντ " η μόδα είναι μια μορφή ασχήμιας τόσο ανυπόφορη που πρέπει να την αλλάζουμε κάθε έξι μήνες" και συμφώνησα μαζί του.
Κατά καιρούς μου έκαναν δώρο διάφορους σελιδοδείκτες. Έτσι δοκίμασα και το μεταλλικό ο οποίος ξέμεινε στις σελίδες της βιβλιογραφίας ενός βιβλίου φιλοσοφίας, στις οποίες είχα υποσχεθεί να επιστρέψω κάποτε. Θυμάμαι εκείνο το δώρο για τη γιορτή μου που παρέα με το βιβλίο είχε και ένα σελιδοδείκτη, "έτοιμο για ανάγνωση" μου είπε εκείνη χαμογελώντας.
Τα τελευταία τρία ή τέσσερα χρόνια οι σελιδοδείκτες έγιναν για μένα ένα σημαντικό μέρος της ανάμνησης της ανάγνωσης ενός βιβλίου. Αποκόμματα από εισιτήρια, φυλλάδια παραστάσεων, οδοντογλυφίδες, ένα post it, μια απόδειξη, ένα μπιλιέτο. Εκείνα που άλλοι μαζεύουν σε ένα κουτί εγώ τα έχω φυλαγμένα στη βιβλιοθήκη. Πολλά απ' αυτά συντρόφευσαν παραπάνω από μία αναγνώσεις μέχρι τη στιγμή που ένιωθα πως βρήκαν τη θέση τους ανάμεσα στις σελίδες κάποιου βιβλίου.
Δεν έτυχε να αγοράσω σελιδοδείκτη ως σήμερα, η χρήση ενός αντικειμένου μπορεί να ανακυκλωθεί ώστε ποτέ να μην αναγκαστώ να τσακίσω τη σελίδα ενός βιβλίου ή να τραβήξω το "αυτί" του. Καταλαβαίνω όμως και εκείνους που έχουν φετίχ με τους σελιδοδείκτες αρκεί να μην είναι δύσχρηστοι και "φωνακλάδες"...
Ύστερα, όταν πια αισθητικά δε με κάλυπταν, τη θέση τους πήραν οι σελιδοδείκτες της Πρωτοπορίας με τα αποφθέγματα μεγάλων συγγραφέων. Έτσι έμαθα πως σύμφωνα με τον Όσκαρ Γουάιλντ " η μόδα είναι μια μορφή ασχήμιας τόσο ανυπόφορη που πρέπει να την αλλάζουμε κάθε έξι μήνες" και συμφώνησα μαζί του.
Κατά καιρούς μου έκαναν δώρο διάφορους σελιδοδείκτες. Έτσι δοκίμασα και το μεταλλικό ο οποίος ξέμεινε στις σελίδες της βιβλιογραφίας ενός βιβλίου φιλοσοφίας, στις οποίες είχα υποσχεθεί να επιστρέψω κάποτε. Θυμάμαι εκείνο το δώρο για τη γιορτή μου που παρέα με το βιβλίο είχε και ένα σελιδοδείκτη, "έτοιμο για ανάγνωση" μου είπε εκείνη χαμογελώντας.
Τα τελευταία τρία ή τέσσερα χρόνια οι σελιδοδείκτες έγιναν για μένα ένα σημαντικό μέρος της ανάμνησης της ανάγνωσης ενός βιβλίου. Αποκόμματα από εισιτήρια, φυλλάδια παραστάσεων, οδοντογλυφίδες, ένα post it, μια απόδειξη, ένα μπιλιέτο. Εκείνα που άλλοι μαζεύουν σε ένα κουτί εγώ τα έχω φυλαγμένα στη βιβλιοθήκη. Πολλά απ' αυτά συντρόφευσαν παραπάνω από μία αναγνώσεις μέχρι τη στιγμή που ένιωθα πως βρήκαν τη θέση τους ανάμεσα στις σελίδες κάποιου βιβλίου.
Δεν έτυχε να αγοράσω σελιδοδείκτη ως σήμερα, η χρήση ενός αντικειμένου μπορεί να ανακυκλωθεί ώστε ποτέ να μην αναγκαστώ να τσακίσω τη σελίδα ενός βιβλίου ή να τραβήξω το "αυτί" του. Καταλαβαίνω όμως και εκείνους που έχουν φετίχ με τους σελιδοδείκτες αρκεί να μην είναι δύσχρηστοι και "φωνακλάδες"...
Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012
Ο χειμώνας στη Λισσαβώνα - Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα

"Είχαν περάσει σχεδόν δυο χρόνια από την τελευταία φορά που είδα τον Σαντιάγο Μπιράλμπο, κι όμως όταν τον ξανασυνάντησα, μεσάνυχτα, στο μπαρ του Μετροπολιτάνο, χαιρετηθήκαμε χωρίς έμφαση, σα να πίναμε μαζί την προηγούμενη νύχτα, όχι στη Μαδρίτη, αλλά στο Σαν Σεμπαστιάν, στο μπαρ του Φλόρο Μπλουμ, όπου κάποτε έπαιζε για καιρό."
Εκείνος μουσικός, εμφανίζεται στο Λέιντυ Μπέρντ, γνωρίζονται. Ύστερα εκείνη αναγκάζεται να φύγει με τον μικροαπατεώνα σύντροφό της για το Βερολίνο, για μια μπάζα καλή. Εκεί η δουλειά στραβώνει. Επικοινωνούν με γράμματα ώσπου κάποια στιγμή το τελευταίο γράμμα επιστρέφεται λόγω αδυναμίας εντοπισμού του παραλήπτη. Στο τελευταίο γράμμα της υπάρχει ένας χάρτης της Λισσαβώνας και ένα όνομα, Μπούρμα.
Μια νουάρ ιστορία, όπως οι περισσότερες λογοτεχνικές ιστορίες αγάπης, υπό τους ήχους της τζαζ. Ένα τοπίο θολό από τα τσιγάρα και το αλκοόλ, φώτα χαμηλά, ανύπαρκτα. Αναφορές στο νουάρ ασπρόμαυρο κινηματογράφο, στη λογοτεχνία, στη τζαζ. Το Σαν Σεμπαστιάν είναι ίσως η πιο σκοτεινή πόλη της Ισπανίας έχοντας ταυτόχρονα μια λάμψη κοσμοπολίτικη, τα πολλά φώτα όμως κάνουν παχιά σκιά. Η Αγάπη στο βούρκο του υπόκοσμου, της παρανομίας. Η Λισσαβώνα με τη θέα στον ωκεανό, εκεί που όλα φαντάζουν δυνατά.
Είναι από τα μυθιστορήματα εκείνα που σε στοιχειώνουν. Το ερώτημα μου άρεσε δε μου άρεσε μπαίνει στην άκρη παρέα με τις όποιες ενστάσεις σχετικά με την τεχνική, το μυαλό παραμερίζει αφήνοντας χώρο στο συναίσθημα. Οι μακρόσυρτες μελωδίες, οι καταραμένοι, τα βρώμικα ξενοδοχεία, η απώλεια. Δε μπόρεσα να βγάλω από το μυαλό μου την ταινία Leaving Las Vegas, κυρίως λόγω του soundtrack.
Μετάφραση Γιώργος Γιαννουλόπουλος.
Εκδόσεις Σέλας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)