Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Γελάει καλύτερα όποιος έχει δόντια - Ζίτα Ρούτζκα

«Δύσκολο να βρεις καλά παπούτσια για μακαρίτη».

Κάπως ιδιαίτερη πρώτη πρόταση, αυτή η ισορροπία που παγώνει κάπως το γέλιο που θα τρέξει να προλάβει να διαγραφεί. 

«Άλλα τα παπούτσια για τον τάφο, άλλα για τη ζωή. Τα παπούτσια για τον φρεσκοπεθαμένο είναι καλά αν είναι καινούρια. Ή φορεμένα αλλά να μοιάζουν ακριβά. Ιδανικά —καινούρια και ακριβά. [...] Από κανονικό παπούτσι κάνεις νεκροπάπουτσο. Το αντίστροφο δεν γίνεται».

Τη Ζίτα Ρούτζκα δεν τη γνώριζα, φρόντισαν γι' αυτό η Αναστασία Χατζηγιαννίδη και οι εκδόσεις Loggia, η εμπιστοσύνη είναι κάτι που κερδίζεται στο πεδίο της ανάγνωσης. Δεν τη γνώριζα, λοιπόν, τη συγγραφέα, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο της στα ελληνικά, στην ωραία μίνιμαλ αισθητική των εξώφυλλων, με τον παιγνιώδη τίτλο και το κλειστό ψαλίδι σκίτσο. Αν εκείνη τη μέρα, όταν πρωτοέπιασα το βιβλίο στα χέρια μου, είχα διαβάσει την πρώτη πρόταση, σίγουρα η ανάγνωση θα είχε συμβεί πολύ νωρίτερα, ίσως να μην περνούσε από τη διαδικασία της στοίβας καν, η παιγνιώδης διάθεση του τίτλου συνεχιζόταν, οξύνοντας, σε πρώτη φάση, την περιέργεια να δεις πώς θα συνεχίσει, πού θα το πάει, πόσο μακριά θα το φτάσει. Η ανάγνωση συνέβη όταν έψαχνα να δω τι θα διαβάσω μετά τις ιδιαίτερες Γκερίλλες της Βιτίγκ, δεν ήταν μια απλή απόφαση, ποτέ δεν είναι, η πρώτη φράση έδωσε την απάντηση, δύσκολο να βρεις καλά παπούτσια για μακαρίτη, εδώ είμαστε, σκέφτηκα.

Συνοπτικά: Ο άντρας της Βέρας, ο Τζόκεϊ, αλόγων και όχι δίσκων, πεθαίνει, τα οικονομικά είναι στενά, τα συναισθήματα θηριώδη, η παράδοση και η κοινωνική τσιμπίδα ακριβή, ξεκινάς από τα καινούρια παπούτσια και μέχρι να φτάσεις στην ταφή ένα σωρό λεπτομέρειες, ωστόσο, πρέπει να φτάσεις στην ταφή, πώς αλλιώς; Αυτή είναι η ιστορία της Βέρας, όπως η ίδια μας την αφηγείται, όταν ο Τζόκεϊ ξεκαβάλησε τη φοράδα της ζωής και εκείνη έπρεπε να τον κηδέψει. 

Η πρώτη πρόταση, η πρώτη παράγραφος, η πρώτη σελίδα, το πρώτο κεφάλαιο, το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο, κυλούσε η ανάγνωση γάργαρη, η περιέργεια ισορροπούσε με την απόλαυση σταδιακά, σταμάτησα την πρώτη αναγνωστική έφοδο κάπου στη σελίδα πενήντα, η πρόζα, η διαχείριση της ιδέας και η προώθηση της πλοκής ήταν διακριτές αρετές, οι λόγοι που είχα φτάσει ως εκεί και δη χωρίς σταματημό. Η δυσπιστία μετά την ελάχιστη απομάκρυνση, για πόσο ακόμα θα έχει καύσιμο στη μηχανή, πόσο ακόμα θα λειτουργεί, χωρίς να κουράσει, να επαναληφθεί, να έρθει και να καταπλακωθεί από τον ίδιο της τον εαυτό, να πνιγεί από ασφυξία, χωρίς οξειδωτικό υλικό κάθε φωτιά σβήνει. Διαφορετικός τρόπος να ησυχάσει η δυσπιστία δεν υπήρχε παρά να συνεχίσω την ανάγνωση. Πάνω από διακόσιες σελίδες, έφτασα στο τέλος με μεγάλα χρονικά περάσματα, αργούσα να το αφήσω από τα χέρια μου, δηλαδή, όσο ήταν σε εκείνα η δύναμη της επιλογής.

Πρόζα: τσεκ, διαχείριση ιδέας: τσεκ, προώθηση πλοκής: τσεκ, δυσπιστία: αρνητικό, ασφυξία: αρνητικό, απόλαυση: φουλ.

Το Γελάει καλύτερα όποιος έχει δόντια είναι ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο. Ιδιαίτερο γιατί η μεταναγνωστική προσέγγισή του αποδεικνύεται σύνθετη και πολυσχιδής. Είναι ένα μυθιστόρημα ισορροπίας, να μια καλή αρχή, η αποφυγή της πτώσης είναι ένα ζητούμενο, η χάρη της διάβασης ακόμα ένα, οι εξωτερικές συνθήκες ένα τρίτο, η διπλής όψεως νοηματοδότηση, γιατί ισορροπώ και γιατί σε παρατηρώ να ισορροπείς, ένα τέταρτο, και κάπως έτσι θα μπορούσα να συνεχίσω και ίσως να δείξω σε τι συνίσταται το σύνθετο και το πολυσχιδές του βιβλίου. Υπάρχουν πολλές πύλες προσέγγισης, ας δοκιμάσω και έτσι, είναι ένα αστείο βιβλίο, μαύρα αστείο, αλλά αστείο, ναι, είναι ένα βιβλίο για την απώλεια, με τον τρόπο του, αλλά ναι, είναι ένα βιβλίο με έντονο το στοιχείο του φολκλόρ, ναι είναι, είναι ένα βιβλίο για το εκείνοι και εγώ, για το κοινωνικό και το ατομικό, το πώς αναμένεται κανείς να αντιδράσει και το πώς τελικά αντιδρά και τι αντίδραση με τη σειρά του φέρνει, ναι είναι, είναι ένα έξυπνα γραμμένο βιβλίο, ναι είναι, είναι αναχωρητικό, με τον τρόπο του ναι, είναι ρεαλιστικό και (υπο)γειωμένο, επίσης με τον τρόπο του ναι, αλλά και υπερρεαλιστικό, προφανώς, βρίθει συμβολισμών και υπονοούμενων, θα έλεγα επίσης ναι, έχει πρωτοτυπία, ναι έχει, παρότι πατάει στέρεα στην παράδοση του κεντροευρωπαϊκού μυθιστορήματος, ας αφήσω εδώ να υπάρχει το όνομα του Βίτολντ Γκομπρόβιτς, είναι ναι, είναι μια ερωτική ιστορία, μα περί αυτού πρόκειται, είναι ένα βιβλίο που δυσκολεύεσαι να το αφήσεις από τα χέρια σου, ναι είναι, ακριβώς γιατί είναι όλα αυτά.

Το παιγνιώδες, μια αρετή συχνά παρεξηγημένη, είναι εκείνο που επιτρέπει στην κατασκευή να λειτουργήσει, το μη σοβαροφανές, το δεν παίρνω τον εαυτό μου στα σοβαρά. Η λειτουργία της κατασκευής έγκειται, θεωρώ, στο πώς τοποθετείται απέναντι στο βλέμμα του αναγνώστη, αυτή η αναρχική αφήγηση της Ρούτζκα διαμέσου της χήρας αφηγήτριας, που παρασέρνει και παρασέρνεται την ίδια στιγμή, η παιγνιώδης διάθεση, η ζαβολιά, το βγάλσιμο της γλώσσας, αλλά όχι απλά για να γίνει, όχι για να κοροϊδέψει, όχι για να κλέψει, όχι για να προκαλέσει, όχι για να εντυπωσιάσει, όχι για να πάρει τον εαυτό της στα σοβαρά, να το κλειδί, να η δυσκολία, να η αρετή, να ο τρόπος της, να το μικροσύμπαν, να τα παιδιά που τα δίνουν όλα στο παιχνίδι, χαρούμενα και ξεθεωμένα, γδαρμένα και τσακωμένα, χαρούμενα, χωρίς η δίψα να έχει σβήσει, αύριο πάλι, ξανά.

Πολύ μου άρεσε.

υγ. Για τις Γκερίλλες που είχαν προηγηθεί, περισσότερα εδώ. Ένα νήμα που οδηγεί στον Γκομπρόβιτς θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αναστασία Χατζηγιαννίδη
Εκδόσεις Loggia

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου