Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Προς τη βία - Blandine Rinkel

Μου άρεσε η προειδοποίηση: Αυτό το κείμενο είναι έργο μυθοπλασίας, οποιαδήποτε ταύτιση με πρόσωπα υπαρκτά ή υπάρξαντα θα ήταν καταχρηστική. Μου είχε κιόλας αρέσει ο τίτλος: Προς τη βία. ΄Έμενα να τσεκάρω και την πρώτη πρόταση: Ο λύκος είχε πλήρως εξολοθρευτεί στη Γαλλία πριν το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Εκείνη τον αποκαλεί Ζεράρ, είναι ο πατέρας της, δεν ξέρω αν αναφέρεται σε αυτόν έτσι τώρα που αφηγείται ή αν συνήθιζε να τον αποκαλεί Ζεράρ και όχι μπαμπά ή πατέρα, δεν είμαι σίγουρος. Η προσφώνηση μπαμπάς διατηρεί μια σταθερή απόσταση, όχι τόσο κοντά αλλά ούτε τόσο μακριά, το Ζεράρ, στην περίπτωση μας, εξαρτάται, ή που τους φέρνει πιο κοντά ή που τους εξοβελίζει σε μια απόσταση πέρα από την όποια σχέση, ο οικείος Ζεράρ ή ένας Ζεράρ που τύχαινε να είναι πατέρας μου.

Δεν ξέρω αν μια καταχρηστική πράξη ενάντια στη μυθοπλασία περιλαμβάνει μόνο την ενσωμάτωση της συγγραφέως, ή αν επεκτείνεται και στον αναγνώστη που μπορεί να αναγνωρίσει δικά του πράγματα, μα αυτό, τι χαζός που είμαι, συμβαίνει ανέκαθεν με τη λογοτεχνία, οπότε δεν μπορεί η προειδοποίηση να σχετίζεται με εμάς τους τρίτους, παρά μόνο με εκείνη, δεν ξέρω γιατί, σκέφτομαι τραπέζια εορταστικά, βαρετά και έτοιμα να εκραγούν.

Είχα διαβάσει τις Γκερίλλες της Βιττίγκ, ήταν το προηγούμενο βιβλίο, η αναφορά σε εκείνες εδώ ήταν μια καλοδεχούμενη συγκυρία, μια ανορθολογική ρωγμή στον θόλο της τυχαίας επιλογής του επόμενου βιβλίου. Ως τότε, ανάμεσα σε διάφορα βιβλία, σκεφτόμουν το Η αγαπημένη του, μεταφραστής και εκδοτικός οίκος κοινοί, η αίσθηση από την ανάγνωση παρεμφερής. Ένα βιβλίο για την πατριαρχία, για τον πατέρα, για την ενηλικίωση σε περιβάλλοντα δύσκολα, μυθοπλασία ή αυτομυθοπλασία, φανερή ή συγκαλυμμένη, ρεαλιστική ή πιο ποιητική, η μια όψη μπορεί να λέει νούμερα πωλήσεων, η άλλη όμως προβάλει στον τοίχο ολογράμματα πόνου.

Η ψυχρή αφήγηση προσδίδει αληθοφάνεια και ρεαλισμό, ο παγωμένος σωλήνας μεταφοράς καυτής ουσίας, οι θερμοί πίδακες σε παγωμένες εκτάσεις, η αφηγήτρια, η κόρη, μεταφέρει την αλήθειά της, δεν υπερβάλλει, ό,τι και αν σημαίνει αυτό σε ένα μυθοπλαστικό περιβάλλον, εγκαύματα αφήνει και ο πάγος, όπως η σιωπή του κάθε φορά εν είδει τιμωρίας, η απόσταση, όπως και η απόπειρά της να καταλάβει, να δικαιολογήσει, να αποδειχτεί δίκαια με κάποιον που πριν γίνει πατέρας της ήταν πατέρας δύο παιδιών που υπαιτιότητά του σκοτώθηκαν, το παρελθόν αναδύεται σε θραύσματα, λέξεις εδώ και εκεί, μια θολή εικόνα.

Διαβάζουμε αυτό που μπορούμε να διαβάσουμε, οριακά αυτό που θέλουμε να διαβάσουμε, ειδικά ανάμεσα στις γραμμές, στα κενά της ιστορίας, οι προβολές μας -σταμάτα να μιλάς όπως ο ψυχολόγος σου, ακούω μια γλυκιά αυστηρή φωνή, εντάξει σταματώ. Μου πήρε χρόνια να καταλάβω πως είναι δύο διαφορετικά πράγματα το κατανοώ και το δικαιολογώ, η ικανότητα που ένιωθα να έχω στην κατανόηση με κρατούσε δέσμιο, ξέρω γιατί το κάνει, σταματούσα εκεί, έπαιρνα το μερίδιο που πίστευα πως μου αναλογούσε, το φόρτωνα στις πλάτες και συνέχιζα, ώσπου μια μέρα καθημερινή μια λάμψη φώτισε ευθεία μπροστά, άλλο κατανοώ και άλλο δικαιολογώ, τόσο προφανές μα τόσο κοστοβόρο, νιώθω πως αυτό κάπως ταιριάζει με την αφήγηση, με την αγωνία, με την υποχρέωση, με το καλό παιδί, με την ενσυναίσθηση, με τη σκέψη και την ανάγκη να δικαιολογηθούν, να εξηγηθούν τα αδικαιολόγητα και τα ανεξήγητα. Εδώ απλώνεται η κοινή επικράτεια, η ανθρώπινη εμπειρία, η ατέλεια και τα κλισέ περί δρόμων στρωμένων με καλές προθέσεις που ίσια ευθεία οδηγούν στην κόλαση, είναι άραγε μονόδρομοι;

Στο Προς τη βία συμβαίνει κάτι που διαχωρίζει την αφήγηση αυτή από άλλες παρεμφερείς, καθώς η αφηγήτρια με τον τρόπο της, πότε συνειδητά και πότε αντανακλαστικά, εξετάζει τις αντανακλάσεις, το βίωμα ως μελλοντική σπορά, αυτό που είναι, αυτό που έγινε με βάση αυτό το παρελθόν, το  κληρονομημένο γονιδίωμα, τον θύτη θύμα θύτη, τον κύκλο αυτό. Η αβεβαιότητά της είναι το κλειδί, φτάνει μέχρι ένα σημείο σε κάθε μονοπάτι σκέψης και δεν διστάζει να πει ως εδώ, δεν καταλαβαίνω δεν μπορώ να είμαι σίγουρη, δεν διαφεύγει απλώς και μόνο της απλοϊκότητας έτσι, αλλά επιτρέπει και στην αφήγηση να σταθεί πιο συμπεριληπτική, όχι ως μάθημα ή διάλεξη, μακριά κάτι τέτοιο, αλλά ως κοινή επικράτεια, ως μια εκδοχή ανθρώπινης εμπειρίας, εκεί που η άγνοια αναπόφευκτα κυριαρχεί.

Σκέφτομαι συχνά τον ψυχολόγο μπούστερ που ως προπονητής του μποξ ωρύεται και φωνάζει στον θεραπεύομενο είσαι ο καλύτερος μπες μέσα και διέλυσέ τον του ρίχνει και μια σφαλιάρα, σκέφτομαι τον θεραπευόμενο που πατά σε έδαφος σαθρό να βγαίνει να περπατήσει φουσκωμένος, όλοι είστε μαλάκες, σκέφτεται, και όλο και πιο βαριά περπατά και το πάτωμα τρίζει, σκέφτομαι αυτό και νιώθω μια στενοχώρια. Το λέω αυτό γιατί κάπως έφτασα ως εδώ, σκεπτόμενος ξανά το Προς τη βία, τον τρόπο με τον οποίο πυροδότησε και προώθησε την πλοκή, χωρίς φωνές και δράματα, αλλά με νεύρο και ένταση, με διάθεση κατανόησης, με τις παγίδες της συγχώρεσης αναγκαστικά εκεί, την παθητικότητα του θύματος με ελπίδα απαλλαγής ευθύνης, δεν βγάζει την εαυτή της η αφηγήτρια εκτός, δεν τα φορτώνει όλα σε εκείνον, αλλά και στη μάνα, που πόσο απούσα είναι, πόσο ελάχιστα πατάει στο έδαφος, κάπου σε μια γωνιά, και αν κάποια κρίνει γιατί δεν μπορεί να την καταλάβει είναι εκείνη.

Διαβάζω ξανά όσα ως τώρα έχω γράψει με αφορμή το βιβλίο της Μπλαντίν Ρινκέλ, φοβάμαι πως μοιάζουν ατάκτως ερριμμένα, φράση που πάντα κοιτάζω να δω πως ορθογραφείται, ταυτόχρονα όμως είμαι κάπως σίγουρος πως το πόσο μου άρεσε αυτό το βιβλίο, το ρήμα άρεσε σπάνια είναι το κατάλληλο, ακριβώς γιατί με ξεβόλεψε, γιατί με τάραξε, γιατί ο τρόπος της κατάφερε να με εμπλέξει, όχι με την έννοια της ταύτισης ή της ενσυναίσθησης, όχι, με έναν τρόπο διαφορετικό, με κράτησε απέξω, αυτή η αφηγηματική ψύχρα αποδείχτηκε καθοριστική, με κράτησε απέξω αλλά δεν μπορούσα να τραβήξω το βλέμμα μου από τις γραμμές, κάτι στο οποίο, διαισθητικά αφού γαλλικά δεν ξέρω, εκτιμώ πως η συμβολή του μεταφραστή υπήρξε καθοριστική.

Μια ωραία αναγνωστική τριπλέτα: Προς τη βία - Η αγαπημένη του - Δυσφορεί η νύχτα. 

υγ. Για το Η αγαπημένη του περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Δυσφορεί η νύχτα εδώ, για τις Γκερίλλες εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Νίκος Σκοπλάκης
Εκδόσεις Angelus Novus

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου