Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις angelus novus. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις angelus novus. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2024

Η αγαπημένη του - Sarah Jollien-Fardel

Πρόσφατα, από τις καλαίσθητες και πάντοτε με ενδιαφέρουσες επιλογές εκδόσεις Angelus Novus, κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα της Σάρα Ζολιέν-Φαρντέλ, Η αγαπημένη του, σε μετάφραση Νίκου Σκοπλάκη. Πιάνοντας το βιβλίο στα χέρια μου και διαβάζοντας τον τίτλο, ένιωσα πως κάτι άρρωστο κρυβόταν πίσω από την όμορφη λέξη «αγαπημένη», κάτι άρρωστο, αντιστικτικό αν προτιμάτε, που το «του» κάπως το μετρίαζε, δημιουργώντας μια κάποια απόσταση, πιθανά σωτήρια, αναγνωστικές προσδοκίες, προχειροφτιαγμένος ορίζοντας με δαύτες, και λίγο αργότερα το νήμα ξεδιπλώθηκε και συνάντησε ένα άλλο βιβλίο που διάβασα πριν ένα χρόνο περίπου, βιβλίο που με μπέρδεψε, δυσφόρησε και αντιστάθηκε μετά μανίας στο απλοϊκό δίπολο μου άρεσε/δεν μου άρεσε. Το βιβλίο εκείνο ήταν το δεύτερο του Ολλανδού συγγραφέα, Μαριέκε Λούκας Ρίνεβελντ, το Υπέροχη αγαπημένη μου (μτφρ. Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου, εκδόσεις Ίκαρος). Ένα βιβλίο προκλητικό, που συναισθηματικά με ζόρισε, αλλά όσο οι μέρες μετά την ανάγνωση περνούσαν, τόσο περισσότερο χώρο καταλάμβανε εντός μου.

Πίσω στο βιβλίο της, γεννημένης το 1971 στην ελβετική Σιόν, Ζολιέν-Φαρντέλ με το τόσο όμορφο εξώφυλλο που επιμελήθηκε η Κυριακή Μαυρογεώργη. Είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Ζαν, που μεγάλωσε σε ένα ορεινό χωριό, σε ένα περιβάλλον που δέσποζε η παρουσία του πατέρα, που συνήθως γυρνούσε σπίτι μεθυσμένος και ευερέθιστος ξεσπούσε την οργή του στις κόρες και τη γυναίκα του. Στο παρόν της αφήγησης, η Ζαν είναι σε χρόνια σχέση με μια κοπέλα, κάτι το οποίο την μπερδεύει αρκετά, παρά την ασφάλεια και την αγάπη που νιώθει στο πλαίσιο της σχέσης. Η παροντική αφήγηση διακόπτεται αρκετά συχνά ώστε οι αναλήψεις από το παρελθόν να συμπληρώσουν την εικόνα, άλλωστε τίποτα στη ζωή δεν προκύπτει δια της παρθενογένησης, όλα έχουν τις ρίζες τους κάπου στο παρελθόν, και σε αυτό το παρελθόν τριγυρίζει η Ζαν, καθώς οι δύο υποαφηγήσεις (του τότε και του τώρα) τείνουν σε χρονική σύγκλιση.

Ως θέμα δεν διακρίνεται για την πρωτοτυπία του, παρότι κάθε ατομική ιστορία είναι διαφορετική και ιδιαίτερη, ειδικά για το υποκείμενό της. Είναι από τα βιβλία εκείνα που τα επιμέρους τεχνικά του χαρακτηριστικά αποδεικνύονται χρήσιμα για την κρίση της τελικής κατασκευής, και που σε συνδυασμό με τη συναισθηματική πρόσληψη της ανάγνωσης δύνανται να περιγράψουν τη συνολική εμπειρία, το τελικό ταμείο. Ιδιοσυγκρασιακά τείνω πάντοτε να αξιολογώ πρώτιστα το αναγνωστικό συναίσθημα, όσο πιο καθαρά γίνεται, αποφεύγοντας σε πρώτο χρόνο τα πιο τεχνικά κομμάτια, ή αναζητώντας σε αυτά εκ των υστέρων απαντήσεις, επιβεβαιώσεις και διαψεύσεις. Ο χρόνος που μεσολαβεί από την ανάγνωση ως το κείμενο αποδεικνύεται επίσης καθοριστικός, εκεί κρίνεται ο χώρος που τελικά μια ανάγνωση, ένα βιβλίο θα καταλάβει.

Η σχεδόν μονοκόμματη ανάγνωση λέει πολλά αλλά όχι πάντοτε ακριβή. Αποτελεί στοιχείο αλλά όχι απόδειξη. Ταυτόχρονα, ωστόσο, βοηθάει, κατά την προσωπική μου γνώμη, στην καλύτερη προσέγγιση του εκάστοτε βιβλίου. Οι ελάχιστες παύσεις, οι ταυτόχρονες της ανάγνωσης σκέψεις, το αίσθημα μιας συνολικής πρόσληψης. Η αντίστιξη ανάμεσα στον χρόνο που κόστισε η συγγραφή και στον χρόνο της ανάγνωσης, αποτελεί, άλλωστε, καλώς ή κακώς, ένα αναγκαίο συστατικό της αναγνωστικής συνθήκης, όσο αργή και αν είναι μια ανάγνωση. Διάβασα το Η αγαπημένη του σχεδόν χωρίς να σηκωθώ από τη θέση μου, η γραφή της Ζολιέν-Φαρντέλ έχει κάτι το καθηλωτικό, η αφήγηση κάτι το πυρετικό, η διαρκής κίνηση ανάμεσα στο τότε και το τώρα κάτι το μεθυστικό, έτσι όπως τα κομμάτια μπαίνουν στη θέση τους και η εικόνα σιγά σιγά αποκαλύπτεται, έτσι καταφέρνει να αποφύγει τον σκόπελο της κοινοτοπίας, φέρνοντας την ιστορία αυτή στα μέτρα της, προσδίδοντάς της κάτι το επιτακτικό.

Η αίσθηση, ή το κυνήγι, της αληθοφάνειας, τόσο από την πλευρά του συγγραφέα όσο και από εκείνη του αναγνώστη, αποτελεί μια παγίδα που συχνά στον βωμό της θυσιάζεται η λογοτεχνικότητα αλλά και η ελευθερία που η μυθοπλαστική συνθήκη φέρει, ή οφείλει να φέρει. Θέλω κυρίως να σταθώ σε μια συνθήκη, εκείνη της επίμονης και δυσκολοκατάβλητης άγνοιας γύρω από τον ίδιο μας τον εαυτό. Η αναζήτηση στοιχείων που πιθανά θα δώσουν κάποιες απαντήσεις ή ίσως ενδείξεις για το πώς τα πράγματα συνέβησαν ύστερα έχει πεπερασμένα όρια και αναπόφευκτα άλματα λογικής, μια κακώς εννοούμενη απλοϊκότητα, το αίτιο και το αιτιατό, διαδεδομένο και ισχυρό στη φύση, αλλά και στην απομονωμένη υψηλή σκέψη, στην πραγματική ζωή μόνο γενικότητες μπορεί να δώσει, ψευδοεπιβεβαιώσεις άκρως υποκειμενικές. Κάπου εκεί, άλλωστε, ξεπηδά το κοτσάνι της αυτοβελτίωσης, του άχρηστου οδηγού πλοήγησης.  Η συγγραφέας, διαμέσου της αφηγήτριας της, δεν παρασύρεται σε μια δίνη εύκολων και μονοδιάστατων απαντήσεων, τριγυρίζει γύρω από περιστατικά, σκέψεις και μνήμες του παρελθόντος, επιχειρεί να γνωρίσει καλύτερα την εαυτή της, υποψιασμένη για το αδύνατο ή το ατελές μιας τέτοιας εκστρατείας. Και αυτό αποδεικνύεται καθοριστικό.

Άλλωστε, προειδοποίηση για κλισέ, η λογοτεχνία θέτει τα ερωτήματα απλόχερα την ίδια στιγμή που οι απαντήσεις που και η ίδια γυρεύει εξέρχονται με το σταγονόμετρο. Ακόμα ένα υποκειμενικό στοιχείο ελέγχου παραμονεύει σε βιβλία όπως αυτό και έχει να κάνει με τη διάκριση ανάμεσα στο τι και το πώς. Θέλω να πω πως για μια ιστορία βίας, ή για μια προσωπική ιστορία εν γένει, η ενσυναίσθηση, η όποια ενσυναίσθηση γεννηθεί και καρπίσει στον αναγνώστη, δεν αρκεί, ή δεν θα έπρεπε να αρκεί για την τελική γνωμοδότηση. Η αφηγήτρια δεν γυρεύει την έξωθεν κατανόηση, δεν την ενδιαφέρει, ή δεν δείχνει να την ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Αυτό δημιουργεί το απαραίτητο ανάχωμα. Και αν η αφηγήτρια έχει τα δικά της σημεία εκκίνησης, τη δική της ευκρινή ανάγκη να συνθέσει το αυτοπορτραίτο της, να γυρέψει στοιχεία και απαντήσεις, η συγγραφέας δεν το συμμερίζεται, όχι σε απόλυτο βαθμό, καθώς η επιδίωξή της είναι η δημιουργία καλής λογοτεχνίας, όσο η αφηγήτρια της σκέφτεται το τι εκείνη ασχολείται με το πώς, βάζοντας τα σκόρπια κομμάτια μιας σκέψης υπό την επήρεια της προσωπικής αγωνίας σε σειρά, επικεντρώνεται σε πιο αφανή κομμάτια τεχνικής και συνολικής λειτουργίας, μην επιτρέποντας στο συναισθηματικό χάος να κυριαρχήσει.

Ούτε μια στιγμή, παρά μόνο τώρα, δεν σκέφτηκα αν το Η αγαπημένη του ανήκει στο νεόδμητο σώμα της αυτομυθοπλασίας, και αυτό από μόνο του δείχνει αρκετά για την αναγνωστική απόλαυση και τη λογοτεχνική αξία που το μυθιστόρημα γεννά και φέρει, χωρίς την ανάγκη να καταταχθεί και να περιοριστεί σε ειδολογικές στενωπούς. Ναι, ανήκει στο σώμα της κουήρ λογοτεχνίας, πιθανά και στην αυτομυθοπλασία, σίγουρα στη λογοτεχνία ενηλικίωσης, όμως δεν αναπνέει μόνο εντός των σωμάτων αυτών, αλλά, και πόσο σημαντικό κάτι τέτοιο είναι, στέκεται θαρραλέα και αυτόνομα. Μια (ακόμα) ιστορία σκληρής και δύσκολης ενηλικίωσης, αλλά και προβληματικής ενήλικης ζωής, παρά τα όποια προνόμια αποκτήθηκαν στην πορεία, μια διάχυτη συγχρονία, ένα κοινό έδαφος παρά τη μοναδικότητα της κάθε ιστορίας, λογοτεχνία που δεν φωνάζει για να φωνάξει, για να τραβήξει με τον τρόπο αυτό την προσοχή, δεν επιθυμεί αυτή τη λάθος προσοχή. Ένα καλό βιβλίο ήταν αυτό.

υγ. Για το Υπέροχη αγαπημένη μου, έντονα μπερδεμένος, έγραφα αυτό.

Μετάφραση Νίκος Σκοπλάκης
Εκδόσεις Angelus Novus

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2022

Άγγελοι και ερημίτες - Ramón Díaz Eterovic

Παράξενο πλάσμα η μνήμη, εσύ τη λες αδύναμη, εκείνη φωνάζει: ανυπότακτη· και βγάζει τη γλώσσα. 

Διάλεξα το βιβλίο αυτό ξεκινώντας από την επιθυμία να διαβάσω ένα καλογραμμένο νουάρ μ' έναν ιδιωτικό ερευνητή που να κινείται στα όρια της αποτυχίας ή και να τα υπερβαίνει ακόμα‒ακόμα. Ανάμεσα σ' άλλα πιθανά αναγνώσματα τράβηξα από τη στοίβα το Άγγελοι και ερημίτες, ο Ερέδια έδειχνε αρκετά αποτυχημένος ώστε να μην έχει κάτι να χάσει· αυτούς να φοβάστε. Δεν είχα διαβάσει ξανά Ετερόβιτς, αλλά συνυπολόγισα: i)είναι από τη Χιλή, ii)τη μετάφραση υπογράφει ο Κρίτων Ηλιόπουλος και iii) τις εκδόσεις angelus novus που σε μεγάλη εκτίμηση έχω.

Έτσι έγιναν τα πράγματα και ξεκίνησα να διαβάζω τις πρώτες σελίδες. Όλα πήγαιναν βάσει σχεδίου ώσπου εμφανίστηκε ο γάτος του Ερέδια, ο Σιμενόν. Ένα καμπανάκι ήχησε κάπου μέσα μου, κάτι μου έλεγε το όνομα αυτό, κάπου είχα συναντήσει έναν ακόμα γάτο που τον έλεγαν Σιμενόν, ήμουν σίγουρος. Και άφησα το βιβλίο στην άκρη και άρχισα να ψάχνω. Είχα διαβάσει ξανά Ετερόβιτς. Επτά χρόνια πριν, Τα επτά παιδιά του Σιμενόν.

Ο Ετερόβιτς έχει γράψει αρκετά βιβλία με πρωταγωνιστή τον Ερέδια, δεκαοχτώ για την ακρίβεια, ξεκινώντας από το 1987. Στα ελληνικά κυκλοφορούν δύο, Τα επτά παιδιά του Σιμενόν είναι το έκτο, το Άγγελοι και ερημίτες το τέταρτο. Αυτό είναι κάπως προβληματικό, παρότι κάθε μυθιστόρημα στέκει αυτόνομο και ολοκληρωμένο δεν παύει να αποτελεί μέρος μιας σειράς, στην οποία μέρος της απόλαυσης αποτελεί και η εξέλιξη του πρωταγωνιστή, το δέσιμο που υφαίνεται μεταξύ αυτού και του αναγνώστη.

Ο Ερέδια διατηρεί το γραφείο του στο σπίτι όπου μένει στο κέντρο του Σαντιάγκο. Εργένης, ζει παρέα με τον Σιμενόν, καπνίζει αρκετά και πίνει σε κάθε ευκαιρία, επενδύει τα λίγα χρήματα που κερδίζει στην εξόφληση χρεών, αγαπάει τη γειτονιά και τους ανθρώπους της. Δεν είναι εύκολος χαρακτήρας, η ζωή του έχει επιφυλάξει αρκετές δύσκολες γωνίες, παρ' όλ' αυτά διατηρεί υψηλό και ανυπότακτο το φρόνημά του, την ξεροκεφαλιά κατ' άλλους. Είναι άλλωστε αυτή, η ξεροκεφαλιά, που εν πολλοίς τον οδηγεί να μπλέκει σε υποθέσεις δονκιχωτικές, από τις οποίες τίποτα υλικό δεν έχει να κερδίσει, θέτοντας την ίδια του την ύπαρξη σε άμεσο κίνδυνο.

Όταν βρίσκει το γράμμα μιας παλιάς αγαπημένης, το βάζει χωρίς να το ανοίξει στη μέσα τσέπη, στο ύψος της καρδιάς· ο Ερέδια διψάει για τέτοιους συμβολισμούς. Όταν το διαβάσει θα είναι αργά, εκείνη θα είναι νεκρή, το κάλεσμα σε βοήθεια καταδικασμένο. Παρέα μ' έναν φίλο του, που ανάμεσα στη γυναίκα του και την υπηρεσία προτίμησε τη δεύτερη, και τώρα ζει μόνος, έρμαιο του αλκοόλ και της θλίψης, εγκλωβισμένος στα γρανάζια της γραφειοκρατίας και των επίορκων συναδέλφων, θα προσπαθήσουν να διαλευκάνουν το μυστήριο του θανάτου της, αμφισβητώντας από την πρώτη στιγμή την επίσημη εκδοχή της αυτοκτονίας.

Το αστυνομικό προκάλυμμα επιτρέπει στον Ετερόβιτς να αναφερθεί σε διάφορες σκοτεινές περιόδους της Χιλής, που, παρότι μοιάζει να ανήκουν στο παρελθόν, ρίχνουν βαριά τη σκιά τους ακόμα, παρά τον δημοκρατικό μανδύα. Παρακρατικοί μηχανισμοί, βασανιστές, εμπόριο όπλων, επιχειρήσεις βιτρίνα και μυστικές υπηρεσίες συνθέτουν ένα σκηνικό άκρως επικίνδυνο, ακατάλληλο για έναν μοναχικό ιδιωτικό ερευνητή. Όμως, ο Ερέδια δεν υπακούει στη λογική αλλά στο συναίσθημα.

Ο Ετερόβιτς χρησιμοποιεί όλα τα υλικά που συνθέτουν ένα καλό νουάρ μυθιστόρημα. Επενδύει πολλά στον Ερέδια, φροντίζοντας να του δώσει βάθος και να μην αναλωθεί στην ‒αναπόφευκτη‒ αντιηρωική στερεοτυπία, χαρίζοντάς του μια δική του θέση στο πάνθεον των ιδιωτικών ερευνητών της νουάρ λογοτεχνίας. Επιλέγει με προσοχή τα δεύτερα πρόσωπα της πλοκής που θα συμβάλλουν στην προώθηση της πλοκής, δίνοντάς τους τον απαραίτητο χώρο, κάτι που, παράλληλα με την προώθηση της πλοκής, του επιτρέπει να αναδείξει τους δεσμούς της συντροφικότητας, της φιλίας και του έρωτα, αξίες που αντέχουν γερά παρά τις δυσκολίες της κάθε εποχής, νησίδες ελπίδας για το αύριο. Καθιστά τον τόπο, το Σαντιάγκο εν προκειμένω, βασικό άξονα της πλοκής, χωρίς όμως να υποκύπτει στη σαγήνη του εξωτισμού, χωρίς να γράφει έναν ταξιδιωτικό οδηγό, όπως αρκετοί συνάδελφοί του, δηλαδή. Δεν επιχειρεί έναν στείρο εντυπωσιασμό με τραβηγμένες ανατροπές και υπερβολικά ευρήματα. Αφηγείται την ιστορία του με τρόπο που την καθιστά ενδιαφέρουσα στο σύνολό της και όχι μόνο για τη λύση της. Άλλωστε η αστυνομική πλοκή δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά αφορμή για ένα μυθιστόρημα βαθιά και έντονα κοινωνικοπολιτικό, και το βιβλίο αυτό είναι χαρακτηριστικό δείγμα του ρεύματος που ονομάστηκε νέο λατινοαμερικανικό αστυνομικό μυθιστόρημα.

Η σχέση ανάμεσα στον συγγραφέα και τον ιδιωτικό ερευνητή είναι κάτι που ανέκαθεν με έλκει στην αστυνομική λογοτεχνία, η δυναμική μιας σχέσης σύνθετης, που εμπεριέχει μεγάλη γκάμα συναισθημάτων και περνάει από διάφορες φάσεις πάθους και μίσους, και όλο αυτό με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αποτυπώνεται ανάμεσα στις γραμμές. Στη σελίδα 112, ο Ετερόβιτς δίνει τον λόγο στον Ερέδια να μιλήσει για τη σχέση αυτή, σε ένα απόσπασμα απολαυστικό, που επιφανειακά μοιάζει να περιορίζεται στο λογοτεχνικό παιχνίδι αλλά στο βάθος του κρύβει μέρος τής υπαρξιακής αγωνίας του ‒κάθε‒ συγγραφέα:

‒ Ναι, ήταν μια υπόθεση που έδωσε σε έναν αργόσχολο που αγαπάει τους γάτους υλικό για να γράψει δύο μυθιστορήματα παραφορτωμένα με φαντασιώσεις και αλκοόλ. Του την περιέγραψα μια βραδιά και ποτέ δεν έμαθα αν τελικά κέρδισε καμιά δεκάρα με τη δουλειά του. Ο τύπος συνήθως γράφει στις εφημερίδες περί αστυνομικής λογοτεχνίας και συχνά αναφέρει κι εμένα. Μερικές φορές μου έρχεται να τον βρω και να του πω να κόψει τις μαλακίες. Αλλά για ποιο λόγο; Είναι απλώς ένας συγγραφέας που προσπαθεί να γίνει ευτυχισμένος με τα ψέματα που αραδιάζει.

Το Άγγελοι και ερημίτες είναι ένα πολύ καλό νουάρ μυθιστόρημα που ικανοποιεί και με το παραπάνω τις συγγραφικές και αναγνωστικές προσδοκίες, παρότι κινείται εντός των ειδολογικών του περιορισμών. Στο μέλλον, θα ήθελα να διαβάσω ακόμα μια ιστορία με τον Ερέδια, ιδανικά την πρώτη.

υγ. Για Τα επτά παιδιά του Σιμενόν περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις angelus novus

Πέμπτη 13 Μαΐου 2021

κόκκινα κορίτσια, πάντα πιο όμορφα - Frédéric H. Fajardie

Έπειτα από είκοσι χρόνια εξορίας, είχα ξεχάσει ολότελα πώς ήταν η αυγή στο Παρίσι...
Παρότι είχε μπει ο Μάης, έκανε κρύο, μάλλον τσουχτερό. Η ατμόσφαιρα ήταν διάφανη, ολοκάθαρη, σε απόλυτη αρμονία με το απαλό γαλάζιο τ' ουρανού. Ο αέρας, ξερός, διαπεραστικός, παρέσερνε την ελαφρή άχνα από την ανάσα ενός Γιαπωνέζου τουρίστα που τραβούσε ασταμάτητα φωτογραφίες.
Δεν το γνώριζα αυτό το μέρος. Ή, για την ακρίβεια, δεν ήταν πια όπως το είχα γνωρίσει.

Ο αφηγητής επιστρέφει στο Παρίσι μετά από είκοσι χρόνια περιπλάνησης στην Αφρική. Κατέφυγε εκεί για να αποφύγει τη σύλληψη. Είχε σκοτώσει έναν μπάτσο τον Μάη του '68. Λίγο πριν φύγει γνώρισε εκείνο το κορίτσι, την Φρανσίν και την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Την άφησε πίσω. Δεν την ξέχασε όμως ποτέ. Τώρα, σαραντάρης πια, θα επιστρέψει στο Παρίσι. Όλα μοιάζουν διαφορετικά. Μόνο το πάρκο του Λουξεμβούργου είναι ίδιο και απαράλλαχτο, και αυτό είναι μια κάποια παρηγοριά. Ανατρέχει στις ημέρες εκείνες, σε όλα όσα έγιναν τότε. Αφηγείται τα γεγονότα όπως τα έζησε αυτός και όχι όπως τα κατέγραψε η επίσημη ιστορία, ένθεν κακείθεν του ποταμού.

Το κόκκινα κορίτσια, πάντα πιο όμορφα αποτελεί τυπικό δείγμα μυθιστορήματος néo-polar, που αποτελεί υποείδος της αστυνομικής λογοτεχνίας και αναπτύχθηκε στη Γαλλία τη δεκαετία του '70, απότοκο και αυτό του παρισινού Μάη, με γνωστότερους εκπροσώπους τον Φαζαρντί, τον Μανσέτ και τον Πουί. Πολιτική, ιστορία, έρωτας και περιπέτεια κυριαρχούν. Πρόζα αιχμηρή χωρίς διάθεση για στρογγυλέματα και ωραιοποιήσεις, που αντικατοπτρίζει τη στάση του αφηγητή απέναντι στα γεγονότα. Αρκετά βίαιο με κάποιες λυρικές εξάρσεις, όταν στην εξίσωση μπαίνει κυρίως ο έρωτας αλλά και η φιλία, λυρισμός που λειτουργεί αντιστικτικά και μετριάζει την εγκεφαλικότητα του συναισθήματος, προσφέροντας μια χαραμάδα φωτός στην κατά τα άλλα σκοτεινή αφήγηση. Δεικτικό απέναντι στην επικρατούσα ιδεολογία, όχι μόνο την κυρίαρχη αλλά και την υποτιθέμενα επαναστατική, στρέφεται ενάντια στην επίσημη εκδοχή των γεγονότων του Μάη, τσαλακώνοντας την επιβαλλόμενη ως κοινή πεποίθηση για την σπουδαιότητα της εξέγερσης εκείνης αλλά και τη μονοσήμαντη ερμηνεία της. Εκδοχή η οποία ήδη από τις εκλογές που ακολούθησαν τον Ιούνιο του '68, με την επανεκλογή, ας μην το ξεχνάμε, του Ντε Γκολ, χρησιμοποιήθηκε ως κολυμπήθρα απενοχοποίησης αλλά και ως διαβατήριο επαναστατικού φρονήματος για πάσα χρήση. Ο ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος Φαζαρντί, μέσω του αφηγητή, θα αναφερθεί στις διαφορετικές ιδεολογίες εντός του εξεγερμένου πλήθους, τα κομματικά συμφέροντα, την πρόθεση καπελώματος, τον ρεφορμισμό και την αντίδραση, το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ φοιτητών και εργατών, τη γνώριμη από χρόνια, δηλαδή, διάσπαση της ευρύτερης αριστεράς σε αντίθεση με τη συσπείρωση του αντίπαλου στρατοπέδου.

Η μυθοπλασία γύρω από τον Μάη του '68 συνήθως συνοδεύεται από μια διάθεση νοσταλγική, μια προσέγγιση μάλλον αφελή. Επενδύει στη μαγεία που γεννά η ανάμνηση μιας επανάστασης, αποφεύγοντας να αναφερθεί στον πολιτικό της χαρακτήρα και υπερεκτιμώντας την επίδρασή της, χωρίς να παραλείπει να υπενθυμίσει πως αυτές οι εποχές ανήκουν οριστικά στο παρελθόν, πως τότε, αντίθετα με τώρα, οι συνθήκες ήταν ώριμες. Ένα σουβενίρ, δηλαδή, που έρχεται να προστεθεί στην κολεξιόν του ευρύτερου παρισινού μύθου. Και αυτός είναι ο λόγος που τα μυθιστορήματα σχετικά με τις μέρες εκείνες έχουν πια κουράσει τους αναγνώστες, καθώς αναπαράγουν συνεχώς το ίδιο αφήγημα, που συνήθως επισκιάζει το, συνήθως προσχηματικό, μυθοπλαστικό μέρος. Μια κατάσταση, κατά αναλογία, αντίστοιχη του δικού μας Πολυτεχνείου. Η οπτική γωνία είναι που κάνει το μυθιστόρημα του Φαζαρντί ξεχωριστό, το καίριο πλήγμα απομάγευσης που επιφέρει, η αφήγηση της ανεπίσημης εκδοχής, η προσωπική μαρτυρία για τα γεγονότα των ημερών. Οι γνώσεις του Φαζαρντί γύρω από την ιστορία και την πολιτική, όχι μόνο τη γαλλική αλλά και την παγκόσμια, προσδίδουν στο μυθιστόρημα χαρακτήρα ντοκουμέντου, χωρίς όμως να επισκιάζουν το μυθοπλαστικό σκέλος ή να το μετατρέπουν σ' ένα στείρο ιδεολόγημα. 

Ο αφηγητής δεν επιθυμεί να γίνει αρεστός στον αναγνώστη, δεν επιζητά μήτε την ταύτιση μήτε την ενσυναίσθηση. Αυτή η απροθυμία έχει ισχυρό αντίκτυπο στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση, προσδίδοντάς της μια αυθεντικότητα, συχνά ενοχλητική, και διαμορφώνοντας ένα εγώ διαφορετικού τύπου, ικανού να στηρίξει μια αφήγηση όπως αυτή. Το μυθιστόρημα, χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια, διαβάζεται μια και έξω, ενώ διαθέτει ένα, ιδιαίτερα απολαυστικό, υποδόριο χιούμορ, σκοτεινό και κριτικό, συχνά σαρκαστικό και βλάσφημο απέναντι στις ιερές αγελάδες του Μάη. Το κόκκινα κορίτσια, πάντα πιο όμορφα παρότι τόσο παρισινό, αποτελεί ταυτόχρονα και ένα ιδιότυπο εγχειρίδιο ανάγνωσης πλείστων αντίστοιχων ιστορικών συγκυριών. Η μετάφραση του έμπειρου στο είδος Γιάννη Καυκιά αναδεικνύει τις γλωσσικές και αφηγηματικές ιδιαιτερότητες του μυθιστορήματος. Μια γενικότερα προσεγμένη έκδοση με ένα από τα πλέον όμορφα εξώφυλλα των τελευταίων ετών.  

Μετάφραση Γιάννης Καυκιάς
Εκδόσεις angelus novus