Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χιλή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χιλή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Παιδική Λογοτεχνία - Alejandro Zambra

(Όταν διάβασα το Μπονσάι, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Τώρα είναι πια εκτός κυκλοφορίας, κάπου το είχα δανείσει, κάπου παράπεσε, τόσες μετακομίσεις μέσα στα χρόνια, δεν το είχα, δεν μπορούσα να μην το έχω, το αγόρασα μεταχειρισμένο, τώρα ένα μοναδικό αντίτυπο πωλείται τριάντα ευρώ, δεν μπορώ να σου το κάνω δώρο. Ποιο βιβλίο θα ήθελες να έχεις γράψει, υποθετική ερώτηση, το Μπονσάι, θα απαντούσα με βεβαιότητα.)

Ο συγγραφέας/αφηγηματικό υποκείμενο/Αλεχάντρο Σάμπρα γίνεται πατέρας. «Με σένα στην αγκαλιά μου, βλέπω για πρώτη φορά τη σκιά που ρίχνουμε κι οι δυο μας στον τοίχο. Ζεις εδώ και είκοσι λεπτά». Διάβαζα/έγραφα πρόσφατα για τα Αναφιλητά του Δούλου: «Αναρωτιέμαι, αναζητώ στη μνήμη καλύτερα, αν θυμάμαι άλλο βιβλίο, ο τρόπος μου να παρατηρώ την ανθρώπινη εμπειρία, που να μιλάει για την πατρότητα, σίγουρα, λέω, θα υπάρχει, άσχετα αν δεν μου έρχεται, όχι ωστόσο με αυτό τον τρόπο, από αυτό το μονοπάτι». Στο μεταξύ, πριν από την Παιδική λογοτεχνία, είχα ανασύρει από τη μνήμη μου ακόμα ένα, Το Δέρμα του Σέρχιο δελ Μολίνο.

Η επικράτεια δεν είναι κοινώς βιωματική, η πατρότητα, όσο και αν υπολείπεται από τη μητρότητα, είναι μια ιδιαίτερη συνθήκη, όσο και αν μοιάζει με αναστροφή των υποκειμένων, ο γιος που γίνεται πατέρας, η σκιά παίρνει άλλο σχήμα, ο συσχετισμός δύναμης και αδυναμίας μεταβάλλεται καθοριστικά, αν και αφαιρώντας το μέσο διάστημα του βίου, οι δύο άκρες έχουν ομοιότητες στην ανάγκη και τη φροντίδα, ο πατέρας που γίνεται μικρό παιδί, το μικρό παιδί που γίνεται πατέρας. Το μη βίωμα επιτρέπει στη λογική να υπεισέλθει από την πίσω πόρτα. Η λογική, παρότι πανίσχυρη, δεν τα καταφέρνει, όσο και αν προσπαθεί να πείσει για το αντίθετο. Το ίδιο θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί και για το κοινό βίωμα, να πει πως κάθε ανθρώπινο ων με τρόπο διαφορετικό αντιμετωπίζει κάθε συνθήκη φαινομενικά κοινή και οικεία στον παρατηρητή. Δεν θα είχε άδικο.

Σε ένα κείμενο που ένας πατέρας απευθύνεται στον γιο του, ο γιος είμαι εγώ, στον αφηγητή δοκιμάζω να αναγνωρίσω τον δικό μου πατέρα. Αναρωτιέται ο Σάμπρα σχετικά με το ενδεχόμενο ο γιος του να διαβάσει κάποια στιγμή τα βιβλία του, ιδιαίτερα αυτό εδώ στο οποίο οι δυο τους πρωταγωνιστούν, ήδη νιώθω κάποια βήματα παραπανίσια να έχουν πραγματοποιηθεί, ένας πατέρας που μιλάει, που αμφιβάλλει, που δοκιμάζει να διαχειριστεί το συναίσθημά του. Σκέφτομαι το κενό στην ανάμνηση, πριν οι ρόλοι μεταβληθούν, ίσως στο σιωπηλό εκείνο κενό φύεται η ανάγκη. Για κάθε βεβαιότητα, μια αμφιβολία, για κάθε σιωπή, ένα μάτσο λέξεις, για κάθε αποστειρωμένο συναίσθημα, ένα άφημα, για κάθε φοβία, μια ενοχή προκαταβολική.

Ίσως ο τρόπος με τον οποίο μεταβάλλεται η σχέση πατέρα παιδιού να μας δείχνει κάτι πιο μεγάλο, λιγότερο αφηρημένο από όσο αρχικά μοιάζει, το πώς μεγαλώσαμε και το πώς μεγαλώνουμε, μια παρατήρηση κοινωνική, ανθρωπολογική, σίγουρα πολιτική και πολιτισμική, τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζουμε την απειλή, όταν κάνεις παιδιά να τα κάνεις διαφορετικά, γνώριμο μοτίβο απάντησης που κατέπνιγε ή επιχειρούσε να το κάνει κάθε παιδική/εφηβική/νεαρού ατόμου εξέγερση, ένα σουτ στη μπάλα ως το μακρινό μέλλον, καλύτερη στρατηγική και από το λάκτισμα στην κερκίδα, όταν μεγαλώσεις να κάνεις ό,τι θες, όταν μεγαλώσεις θα δεις πως δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά, ένα πείσμα αρχίζει να ανθίζει, ένα αντιπαράδειγμα που θα μας βασανίζει για πάντα.

Η πατρότητα, ως μια συνθήκη όχι οικουμενική, εκτεταμένη ναι, οικουμενική όχι, καταφεύγει στο βίωμα, η αυτομυθοπλασία είναι μια φαινομενική, για εμάς τους τρίτους, νησίδα αυθεντικότητας, εκεί που το βίωμα ξεπερνά τη φαντασία, άλλωστε το μότο είναι σταθερό μέσα στους αιώνες της καταγεγραμμένης ανθρώπινης εμπειρίας, όσο και αν έχεις προσπαθήσει να το φανταστείς, μόλις γεννηθεί το παιδί όλα καταρρέουν, τίποτα δεν μοιάζει με όσα φαντάστηκες, με όσα είχες κατά νου, τώρα μόνο ξενύχτι και άγχος, αλλά και αγάπη, ένα συναίσθημα μοναδικό, δεν έχεις παιδιά και δεν ξέρεις, μια ακόμα επαναληπτική ριπή πολυβόλου, αμυντικού ή επιθετικού, για κάθε χρήση.

Η Παιδική Λογοτεχνία είναι ένα αυτομυθοπλαστικό υβρίδιο, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για του πού τελειώνει το αυτό και πού αρχίζει το μυθοπλαστικό, εκείνος μόνο, ίσως και όχι, βέβαια. Χωρισμένο σε τρία μέρη, ενώ το παιδί κάθε μέρα μεγαλώνει, αναπόφευκτα, άπαξ και μπήκε στην εξίσωση του έμβιου χρόνου, οι πρώτες καταχωρήσεις απαντούν στη νέα συνθήκη της διπλής σκιάς στον τοίχο, για να ακολουθήσει η ανάγκη για μια πιο αποστασιοποιημένη, πάντοτε φαινομενικά, μυθοπλαστική διαδικασία, έξω από τα όρια του ατομικού βιώματος, στην επικράτεια εκείνη που η φαντασία εισβάλλει και μεταποιεί, απομακρύνει, αποκρύπτει, συνομιλεί, αναθεωρεί ίσως το προσωπικό, πρόσωπα που μοιάζουν με αλλά δεν είναι εκείνα ακριβώς, για να καταλήξει σε μια διαλεκτική σχετικά με το μυθιστόρημα, πώς διαμορφώνεται και πώς οδεύει προς την ολοκλήρωση, τον εκδότη, τον επιμελητή, τον τυπογράφο, τον βιβλιοπώλη, τον αναγνώστη.

Οι αρμοί σύνδεσης των τριών μερών είναι χαλαροί, ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, αρκετά υβριδικό, μια κατασκευή που διέπεται από τη λογοτεχνία, ίσως να μοιάζει κάπως παράδοξο ή προφανές, μάλλον αυτό, γιατί, ίσως αναρωτηθείτε, από τι άλλο θα μπορούσε να διέπεται ένα μυθιστόρημα εκτός από τη λογοτεχνία ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό. Διέπεται από τη λογοτεχνία ως παρουσία διάχυτη, ως συνθήκη του κόσμου και της ίδιας της ύπαρξης, ως ματιά και ως πρόσληψη. Σε αυτό το κομμάτι εδάφους στάθηκα και διάβασα το βιβλίο αυτό, από εκεί πίστευα πως θα μπορούσα να συμμετέχω και εγώ ως αναγνώστης και όχι πατέρας και όχι συγγραφέας, ως αναγνώστης που αυτό ξέρω να κάνω, να γυρεύω στη λογοτεχνία μορφές της ύπαρξης, καταφύγιο.

Κάποτε, μεταξύ αστείου και σοβαρού, ένας ψυχολόγος κουνάει το κεφάλι του και μειδιά, απάντησα στο ερώτημα εσύ γιατί διαβάζεις λέγοντας πως όλα ξεκίνησαν όταν εκείνη μου είπε πως είμαι αρκετά μεγάλος πια για να μου διαβάζει και έπρεπε κάπως να διαχειριστώ την άβολη ιδέα του κλεισίματος των ματιών και της παράδοσης στον ύπνο, όταν αυτός θα ερχόταν. Μια πρώτη απόπειρα απογαλακτισμού και ανεξαρτητοποίησης επιχειρήθηκε εκείνο το βράδυ. Μια επίπλαστη εμπειρία της οποίας καμία μνήμη δεν έχω παρά το όχημα της λογικής. Σε εκείνη τη μετάβαση ρίζωσε η εμμονή μου με τον πρώτο που κάνει κάτι ποτέ, τον πρώτο επιβάτη του μετρό, το πρώτο αυτοκίνητο ενός ατελείωτου μποτιλιαρίσματος, όπως σε εκείνο το φοβερό διήγημα του Κορτάσαρ, η μετάβαση από το κενό στο όλο, αν υπάρχει κενό και αν υπάρχει όλο, θυμάσαι την πρώτη φορά που, είναι ένα παιχνίδι που δεν θα βαριόμουν να παίζω, μόνος ή με άλλους, ένας ψυχολόγος θα ενθάρρυνε, υποθέτω.

Η λογοτεχνία ως συνθήκη επιτρέπει στην Παιδική Λογοτεχνία να λειτουργήσει, να υπερκεράσει δομικά και τεχνικά κενά, όχι η αγάπη γι' αυτή, αλλά η ίδια η λογοτεχνία, ως μια ανεξάρτητη θεότητα, μια σταθερά περιστροφής, η ανάγνωση και η γραφή, η εμπειρία του εαυτού και του άλλου, φλερτάρω με το προνόμιο, αντιστέκομαι με την ανάγκη, υποχωρώ και επανακάμπτω, επιχειρηματολογώ, επιτίθεμαι και αποκρούω, μια διαμάχη διαρκής.

Σκέφτομαι όσο το κείμενο αυτό προχωρά τη μετάβαση, τη ρευστή αυτή ύλη επί της οποίας πραγματοποιείται ο βηματισμός, το πριν και το μετά της διπλής σκιάς στον τοίχο, όταν πια το δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτό το πλάσμα εγκαθιδρύεται και σπρώχνει καθώς επεκτείνεται ρουτίνες και βεβαιότητες, μεταβάλλει επιθυμίες, το βλέπω να γίνεται, αντιλαμβάνομαι πως γίνεται, μονόδρομος η αυστηρή σήμανση, εγώ ένιωσα τελικά ανίσχυρος να ξεβολευτώ, εγωιστική ή λογική σκέψη, έλα μου ντε. Ο Σάμπρα, αν σταθούμε στη λέξη μετάβαση ως τον άξονα περιστροφής και θέασης, τα καταφέρνει περίφημα, αποτυπώνει το χάος των κοσμογονικών αλλαγών, το πώς η συνθήκη μεταβάλλεται, τίποτα πια δεν είναι το ίδιο παρότι εκείνος είναι ο ίδιος, οι ανάγκες και οι επιθυμίες του, επίσης, ο τρόπος του να ζει, την ίδια στιγμή αυτά έρχονται να ανασυνταχθούν, αιωρούνται πριν κατακάτσουν, αν κατακάτσουν ποτέ τελικά, αν έχει νόημα μια τέτοια αναμονή, αποτυπώνει, έλεγα, αυτή τη μετατόπιση, περνάει στο χαρτί, ο Σάμπρα είναι συγγραφέας, αυτό κάνει, αυτό συνεχίζει να κάνει, παίρνει το παιδί στα χέρια του και μόνο τη διπλή σκιά στον τοίχο βλέπει, το μυαλό αδειάζει από κάθε ιδέα, από κάθε ιστορία, από κάθε πρόσωπο, γεμίζει με την εικόνα εκείνου του μικροσκοπικού πλάσματος στην αγκαλιά του, και πώς το αντιμετωπίζει, εκτός από το να νανουρίζει, να ταΐζει, να ξεσκατίζει, γράφοντας, επιχειρώντας να γράψει, τι να γράψει, τι άλλο παρά εκείνο που έχει εγκαθιδρυθεί με τιμή και δόξα στο μυαλό του, στην ύπαρξή του ολάκερη, και ο χρόνος περνάει, και ο κουρνιαχτός κατακάθεται, αιωρείται ακόμα σκόνη, ή μήπως ομίχλη από την κούραση της αϋπνίας και του άγχους, και τότε όλο και κάτι ξεπηδά, μια ανάμνηση, μια ιστορία, ένα πρόσωπο, ίσως ο ίδιος όταν ήταν παιδί, αυτό το προσπαθώ να μπω στα παπούτσια του άλλου σαλπίζει αυτή την εκστρατεία χρονικής οπισθοχώρησης, ίσως, σκέφτεται/νιώθει/ δοκιμάζει να δει, εκεί να υπάρχει μια γεννήτρια απαντήσεων, ακόμα και με τη μορφή χρησμών.

Διαβάζω ξανά το κείμενο. Οφείλω να παραδεχτώ πως η συνοχή εξωτερικά δεν διακρίνεται, το βιβλίο του Σάμπρα, στον τίτλο και ως περιστροφή/αφορμή, ναι, διακρίνεται αυτό, μάλλον, αλλά όχι απόλυτα, ίσως όχι καθοριστικά. Διαβάζω ξανά το κείμενο. Άλλη μια φορά. Διορθώνω δεξιά και αριστερά, κάτι ορθογραφικά και κάτι κόμματα, αφαιρώ παύλες, προσπαθώ να μη σκέφτομαι παρά με όρους σωστού και λάθους ενός διορθωτή, δεν τα καταφέρνω, ποιος θα μπορούσε, άραγε, να είναι δειωρθοτοις του εαυτού του;

υγ. Για το Μπονσάι περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Η ιδιωτική ζωή των δέντρων εδώ, για το Τρόποι να γυρίζεις σπίτι εδώ, για τον Χιλιανό ποιητή εδώ, για τα Αναφιλητά εδώ, για Το δέρμα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 11 Απριλίου 2024

MANIAC - Benjamín Labatut

Με το Όταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο, ο Μπενχαμίν Λαμπατούτ έπαψε να αποτελεί ένα ανατέλλον αστέρι της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας και είδε το έργο του, αν και ειδολογικά δύσκολα κατατάξιμο, να αναγνωρίζεται, να μεταφράζεται και να εκδίδεται σε πολλές χώρες σε όλον τον κόσμο, με την κριτική και τους αναγνώστες να το υποδέχονται θερμά. Τη σύσταση με το ελληνικό κοινό ανέλαβαν οι εκδόσεις Δώμα, σε μετάφραση της Αγγελικής Βασιλάκου. Πρόσφατα, σχεδόν ταυτόχρονα με την έκδοσή του στην ισπανόφωνη αγορά, κυκλοφόρησε το MANIAC, που μοιάζει να είναι το πλέον φιλόδοξο, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, έργο τού Λαμπατούτ.

Το MANIAC αποτελείται από τρία μέρη με θεματική και μάλλον χαλαρή σύνδεση, μια συλλογή τριών εκτενών διηγημάτων με μια σχετική αυτονομία, που ως πρωταγωνιστές έχουν τρία σπουδαία και σπάνια μυαλά· τον Αυστριακό φυσικό Πάουλ Έρενφεστ, τον Ούγγρο πολυεπιστήμονα Τζώννυ φον Νόυμαν, και τον Νοτιοκορεάτη Λη Σεντόλ, παίχτη του γκο. Τα διηγήματα τα συνέχει και μια χρονική διαδοχή. Η πρώτη ιστορία φτάνει ως τα ζοφερά χρόνια της έκρηξης του ναζισμού, όταν η κβαντομηχανική ήρθε να ανατρέψει τις ισορροπίες εντός της κοινότητας των φυσικών, ενώ η Αμερική λειτουργούσε ως καταφύγιο για τα λαμπρά επιστημονικά μυαλά. Η ιστορία του φον Νόυμαν κορυφώνεται εν μέσω ψυχρού πολέμου και πυρηνικής φρενίτιδας, όταν τα πρώτα ωάρια υπολογιστικών μηχανών αρχίζουν να γονιμοποιούνται. Για να φτάσουμε κοντά στο σήμερα με την τεχνητή νοημοσύνη να βρίσκεται στο επιστημονικό επίκεντρο και η εξέλιξή της, με τα ερωτήματα για τη χρήση της, να ξεπερνά ακόμα και τις πιο πρόσφατες λογοτεχνικές εικασίες.

Η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, δοκιμάζει από το δικό της μετερίζι την απόπειρα κατανόησης και νοηματοδότησης. Αυτό το κοινό έδαφος με την επιστήμη, που δύσκολα εντοπίζεται με μια πρόχειρη ματιά, επιχειρεί να χαρτογραφήσει ο Λαμπατούτ, αυτά είναι τα μέρη που προκαλούν τη σκέψη του. Εγχείρημα φιλόδοξο, κυρίως λογοτεχνικά, γιατί ενώ ο Λαμπατούτ ακολουθεί παρόμοιο βηματισμό, ένα υβριδικό, δηλαδή, κατασκεύασμα μυθοπλαστικής σύνθεσης που αντλεί έμπνευση από την επιστήμη και πατάει πάνω της, έχοντας καλιμπράρει με ακρίβεια την πυξίδα του, επιχειρεί να βαδίσει σε πιο απαιτητικά μονοπάτια, επιθυμώντας να εξελίξει τον μηχανισμό και να μην εγκλωβιστεί σε μια μανιέρα. Δεν επαναπαύεται στην αυτόφωτη γοητεία της πραγματικότητας της επιστήμης, της οριακής αυτής απόπειρας ερμηνείας του κόσμου, αλλά δίνει ιδιαίτερη φροντίδα στην αφήγηση και τη μυθοπλαστική σύνθεση, επιτρέποντάς τους να ελευθερωθούν από την εγκεφαλικότητα και τη συναισθηματική στειρότητα, με αποτέλεσμα το MANIAC να φλερτάρει ταυτόχρονα με τη λογοτεχνία και την επιστήμη, ισορροπώντας και στις δυο και παραμερίζοντας την όποια αναγνωστική αμηχανία. Η ήδη γνώριμη πρόκληση ενός μυαλού που κατανοεί και μεταπλάθει την υψηλή επιστημονική γνώση, συναντά εδώ, περισσότερο από ποτέ στο έργο τού Λαμπατούτ, την έλξη που γεννά η καλή πρόζα, ενώ επιπρόσθετα υπερκεράζει τον περιορισμό της απεύθυνσης σ' ένα εξειδικευμένο κοινό, χωρίς να υποκύπτει στις σειρήνες της εκλαΐκευσης.

Ο τίτλος της συλλογής φέρει το όνομα ενός από τους πρώτους υπολογιστές που κατασκευάστηκαν ποτέ, και που, καθόλου αναπάντεχα, χρησιμοποιήθηκε κυρίως για στρατιωτικούς σκοπούς, όταν ο κόσμος πλησιάσε κοντύτερα από ποτέ ως τώρα στον πυρηνικό όλεθρο. Το συγκεκριμένο διήγημα, Τζων ή Τα τρελά όνειρα του Λόγου, συνομιλεί με την τελευταία ταινία του Νόλαν για μία ακόμα αμφιλεγόμενη προσωπικότητα όπως ο Οπενχάιμερ. Ο Λαμπατούτ, μέσα από την εξιστόρηση της ζωής τού φον Νόυμαν, αναδεικνύει μια δυσδιάκριτη, μα καθοριστικής σημασίας, όψη, εκείνη της ηθικής της επιστήμης, που φανερώνει και τον αμφίσημο χαρακτήρα της, καθώς τη στιγμή που προάγει τη γνώση και υπόσχεται ένα καλύτερο μέλλον, ταυτόχρονα, το υπονομεύει και το θέτει σε κίνδυνο. Ο αναχωρητισμός δεν αποτελεί ίδιον μόνο του καλλιτέχνη αλλά και του επιστήμονα. Στο διήγημα αυτό, ο Λαμπατούτ δοκιμάζει μια πολυφωνική αφήγηση προσώπων που βρίσκονταν στον στενό περίγυρο του φον Νόυμαν, αφηγηματική επιλογή που αποδεικνύεται ιδιαιτέρως λειτουργική στη σύνθεση του κεντρικού χαρακτήρα, επιτρέποντας, πέραν της επιστημονικής όψης, να διαφανούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των συναισθηματικών του δεσμών· μια συνήθως παραγνωρισμένη πλευρά των επιστημόνων φωτίζεται.

Το MANIAC μοιάζει να εισάγει ένα νέο υποείδος, αυτό του επιστημονικού ρεαλισμού, σ' ένα αποτέλεσμα αναπάντεχα γοητευτικό, που προκαλεί ίλιγγο, ανοίγοντας στον αναγνώστη νέα παράθυρα αναζήτησης, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει απόλαυση όπως κάνει η καλή λογοτεχνία.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών.

 
Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2023

Νυχτωδία της Χιλής - Roberto Bolaño

Η ετήσια σταθερά: ένα ακόμα βιβλίο του τεράστιου Ρομπέρτο Μπολάνιο στα ελληνικά σε μετάφραση Κρίτωνα Ηλιόπουλου από τις εκδόσεις Άγρα. Αυτή τη φορά δεν χρειάζεται να απολογηθούμε ως ταγμένοι άπαξ και δια παντός στο πλευρό των Μαξ Μπροντ αυτού του κόσμου· η Νυχτωδία της Χιλής κυκλοφόρησε όσο εκείνος ζούσε και δεν ανασύρθηκε από κάποιο μπαούλο ή ψηφιακό σύννεφο. Η πρώτη πρόταση ανασύρει έναν λυγμό:

Πεθαίνω τώρα, αλλά έχω πολλά ακόμα να πω.

Η Νυχτωδία της Χιλής κυκλοφορεί τρία χρόνια πριν ο Μπολάνιο πεθάνει, η αρρώστια βρίσκεται ήδη στο κορμί του, πεθαίνει αλλά έχει ακόμα πολλά να πει. Τι απάτητες κορυφές έμελλε ακόμα να κατακτήσει, δεν θα το μάθουμε ποτέ. Κυκλοφορεί ένα χρόνο μετά από το Φυλαχτό. Τα δύο αυτά σύντομα μυθιστορήματα, νουβέλες αν προτιμάτε και όχι λόγω μεγέθους, συνθέτουν ένα δίπολο. Από τη μία στέκεται η Αξούλιο Λακουτύρ, μητέρα της μεξικανικής ποίησης, παγιδευμένη στην τουαλέτα την ώρα που οι δυνάμεις καταστολής μακελεύουν όποιον συναντούν κατά την εισβολή τους στο πανεπιστήμιο. Από την άλλη ο Σεμπαστιάν Ουρούτια Λακρουά, ιερέας και κριτικός λογοτεχνίας, κατάκοιτος στο κρεβάτι προσμένοντας πια τον θάνατο.

Η παρουσία ενός άγνωστου νεαρού στον χώρο πυροδοτεί την ανάγκη στον Λακρουά να απολογηθεί/εξομολογηθεί/υπερασπιστεί τα πεπραγμένα του, τη στιγμή που ο νεαρός τον δείχνει με το δάκτυλο, ο ρυτιδιασμένος νεαρός ευθύνεται για τη διασάλευση της ηρεμίας του, την κατάρριψη της πίστης του πως εκείνος καλώς έπραξε όσα έπραξε, το βρώμισμα της συνείδησής του. Πότε με περιόδους μακριές και πότε κοφτές, ο Λακρούα, αμφιβόλου αξιοπιστίας αφηγητής, σε πρώτο πρόσωπο και με μια μνήμη που ούτε ο ίδιος δεν εμπιστεύεται απόλυτα, ανασύρει και ξεδιπλώνει το κουβάρι της ζωής του, από τα μικράτα του, όταν και εισήχθη στην ιερατική σχολή, για να γίνει μέλος της Opus Dei λίγο αργότερα. Περπατώντας παράλληλα με την ιστορία της Χιλής, θα αναφερθεί σε κάθε καθοριστικό συναπάντημα μαζί της.

Ο Μπολάνιο επινοεί έναν ακόμα αμφίσημο αφηγητή. Δεν είναι εύκολο να κατατάξει κανείς τον Λακρουά ιδεολογικά με απόλυτους όρους, παρότι φαινομενικά αποτελείται από ψηφίδες συντηρητικές. Στέκεται στον αντίποδα της σιωπηλής πλειοψηφίας που ανέχεται τον ζόφο και που εκ των υστέρων περιαυτολογεί για τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε στην ανατροπή και την επόμενη μέρα, πλειοψηφία της οποίας οι δυνάμεις της προόδου χαϊδεύουν τα αυτιά, ο λαός που πάντα δικαιώνεται, που ποτέ δεν φταίει. Ανήκει σε μια συντηρητική σιωπηλή πλειοψηφία διαποτισμένη από τον φόβο και την ανασφάλεια, στα προαύλια των ναών, στην πρώτη σειρά των παρελάσεων, στα προπύργια του μίσους, στο προσωπικό συμφέρον, παρότι στο άκουσμα του προσδιορισμού εθνικιστής θα διαρρήξει των ιματίων του αρνούμενος την κατηγορία. Ο Μπολάνιο δεν αρκείται ωστόσο σε αυτό. Θέτει ευθύς εξαρχής το ζήτημα της ειλικρίνειας, της παρρησίας με την οποία κάποιος αποδέχεται όσα είναι, όσα ο ίδιος, τέλος πάντων, έχει συνείδηση πως είναι. Από τις πρώτες σελίδες αντιγυρίζει στον ρυτιδιασμένο νεαρό που τον κατηγορεί πως υπήρξε μέλος της Opus Dei, ποτέ δεν το έκρυψα ωστόσο, ποτέ δεν το αρνήθηκα. Εδώ βρίσκεται ένα από τα κλειδιά της πρόσληψης του έργου αυτού, στο γεγονός πως τουλάχιστον αυτό αναγνωρίζεται στον αφηγητή, έστω και την ύστατη στιγμή, έστω και έχοντας κατά νου ένα συγχωροχάρτι σε περίπτωση που του φανεί χρήσιμο περνώντας στην απέναντι πλευρά.

Η αμφισημία του προκύπτει και από το σύντομο βιογραφικό του, ιερέας, κριτικός και ποιητής. Εδώ, περισσότερο από αλλού, είναι ξεκάθαρο πως η πλειοψηφία των προσώπων για τα οποία η αναζήτηση του αναγνώστη δεν θα κομίσει αποτελέσματα, αντιστοιχούν σε πραγματικά πρόσωπα, παρότι η απόσταση που μας χωρίζει από τη Χιλή είναι τεράστια. Ο Λακρουά, υπό άλλο όνομα, υπήρξε. Ο αφηγητής, ακριβώς λόγω της ταυτότητάς του, κινείται σε διάφορα επίπεδα της καθημερινότητας, επιτρέποντας έτσι στον Μπολάνιο να ασχοληθεί με την ίδια τη λογοτεχνία, όπως αγαπά να κάνει, να αναφερθεί με τρόπο σχετικά ευθύ στον ρόλο των μελών της την ώρα που έγραφαν ποίηση ή πρόζα και έξω από την κάμαρά τους ο κόσμος άλλαζε και εκείνοι ήταν πάντοτε τρομακτικά έτοιμοι να σωπάσουν και να αρνηθούν, να πανηγυρίσουν πάντοτε από τους πρώτους σε κάθε αλλαγή σελίδας, είτε επιλέγοντας να παραμείνουν είτε έχοντας τη δυνατότητα να διαφύγουν μακριά από την κάθε Χιλή.

Σε ένα σύμπαν πολιτικής και λογοτεχνικής μυθιστορίας, η Νυχτωδία της Χιλής κατέχει ξεχωριστή θέση. Σε μόλις εκατόν εβδομήντα σελίδες, ο Μπολάνιο διατρέχει την ταραχώδη ιστορία της Χιλής κατά τον εικοστό αιώνα. Διόλου τυχαία και συμπτωματικά, η περίοδος του Αλιέντε καταλαμβάνει μόνο τρεις εξ αυτών, όταν ο αφηγητής μας, γεμάτος από φόβο, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, κρυμμένος στο σπίτι του διαβάζει ξανά την αρχαία ελληνική γραμματεία. Όμως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια τυπικά στρατευμένη λογοτεχνία, όχι μόνο γιατί ο Μπολάνιο δεν διστάζει να κακοκαρδίσει όσους προτείνουν μια ασπρόμαυρη ανάγνωση ιδεολογικής καθαρότητας, υπερθεματίζοντας στην απόλυτη διάκριση καλού και κακού, αλλά γιατί μας υπενθυμίζει διαρκώς πως η ανθρώπινη φύση και τα παράγωγά της είναι μια ιδιαιτέρως σύνθετη συνθήκη, πως και εμείς φέρουμε τον ζόφο και αρκούν οι συνθήκες για να τον ξεράσουμε με την πρώτη ευκαιρία. Σε όσους έχουν πρότερη επαφή με το έργο του η συνύπαρξη σκληρού ρεαλισμού και ποιητικού λόγου δεν θα κάνει εντύπωση, στους νεοεισελθόντες ναι, και αυτό είτε θα τους μαγέψει καθηλώνοντάς τους, είτε θα τους μπερδέψει. Αυτό το κράμα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η λογοτεχνική παρακαταθήκη του Μπολάνιο, ένας ποιητής που αναγνωρίστηκε για την πρόζα του.

Επίσης, οι ιστορίες μέσα σε ιστορίες, αυτό το συνεχές γαϊτανάκι, γνώριμο, ακόμα και στη μικρή φόρμα και όχι μόνο στην απλωσιά των Ντετέκτιβ ή του 2666, ιστορίες που επίσης δεν είναι πλήρως επινοημένες αλλά έχουν τις ρίζες τους στην πραγματικότητα, ρίζες βαθιές που δεν επιτρέπουν στον αναγνώστη να θαυμάσει τη φαντασία αλλά απλώς και μόνο –λες και είναι κάτι μικρό ή εύκολο– τη συγγραφική ικανότητα του Μπολάνιο να τις διαμορφώνει και να τις εντάσσει με τρόπο φαινομενικά και μόνο απλό στο κυρίως σώμα μιας τρεμώδους αφήγησης ενός αμφίβολης αξιοπιστίας προσώπου. Το αυτό και με το χιούμορ, που κινείται στην επικράτεια του παράλογου αλλά και οι δικές του ρίζες δεν επιτρέπουν στο χαμόγελο να σχηματιστεί σε πλήρη ανάπτυξη, αλλά να σημάνει άμεση οπισθοχώρηση στους μύες του προσώπου, φρίκη και βλοσυρότητα ξανά. Σ' ένα χαρακτηριστικό έργο του ευρύτερου μπολανικού σύμπαντος δεν θα μπορούσε να λείπει η εμφάνιση ενός μυστηριώδους διδύμου, εδώ με αναγραμματισμό των λέξεων φόβος και μίσος, που θα υπηρετήσει τον δικό του ρόλο πυροδότησης και προώθησης της πλοκής, για να εξαφανιστεί αναπάντεχα, με τον ίδιο τρόπο που εμφανίστηκε αρχικά.

Ο Μπολάνιο ποτέ δεν έγραψε λογοτεχνία που αφορούσε ένα μικρό και εκλεκτό κοινό, αυτό τον καθιστά ακόμα πιο σπουδαίο στα μάτια μου, ίσως και επειδή με πρώτη ύλη την ανθρώπινη φρίκη, υλικό που εντοπίζεται σε μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας, κατάφερε να παραδώσει κάτι το τόσο ιδιαίτερα προσωπικό και ακολούθως καθοριστικής επιρροής. Και διαχειρίστηκε την φρίκη καταφεύγοντας στην ίδια τη λογοτεχνία, αναζητώντας τα σημάδια της εκεί, στο ίδιο μέρος που γύρευε και την αποσύνδεση ή την απόλαυση, αντέχοντας να μην αναζητήσει πλήρη κάλυψη στο χιούμορ ή την παραίτηση, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι, ούτε καλοπιάνοντας τον ίδιο του τον εαυτό πρώτα, και ύστερα τους αναγνώστες, πως πάνε αυτά, πέρασαν, ήταν μόνο κάποια τέρατα που εμφανίστηκαν, κάποιες μεμονωμένες εξαιρέσεις στο γενετικό υλικό, γυρίστε τώρα πλευρό ήσυχοι. Και το έκανε με τρόπο τέτοιο που να μην αφήνει το βλέμμα να αποστραφεί μπροστά στη φρίκη, θυμηθείτε μόνο το κεφάλαιο με τις γυναικοκτονίες στο 2666, αλλά μαγνητίζοντάς το χωρίς ποτέ να καταπέφτει στον αναχωρητισμό, στην τέχνη για την τέχνη, χωρίς να εγκαταλείπει στιγμή τη φρίκη, αναγκάζοντας τον αναγνώστη να το σκεφτεί τουλάχιστον μια δεύτερη φορά πριν περιπέσει στην κλισέ χρήση ενός μου γενικού και αόριστου μου άρεσε, αλήθεια, τι σου άρεσε ακριβώς;

Η περιήγηση στο μπολανικό σύμπαν, η επιστροφή, ξανά και ξανά, στα πλέον φλογοβόλα αστέρια του, αναπόφευκτα θέτει ένα ενδοσυμπαντικό μέτρο σύγκρισης. Έτσι, επειδή ο αναγνώστης σε πολλά ομοιάζει με τον εξαρτημένο χρήστη, που στην ανάμνηση της πρώτης εμπειρίας επιστρέφει και δοκιμάζει,  μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, ελπίζοντας πως θα νιώσει όπως τότε, εκεί γεννάται η αμφιβολία, άραγε, αναρωτιέται ο αναγνώστης, θα είναι αυτό το βιβλίο του ισάξιας έντασης με εκείνα τα πιο σπουδαία, θα σταθεί αντάξιο των προσδοκιών του για πλήρη φυγή από το πραγματικό, όπως τότε που χωρίς να το περιμένει βρέθηκε ανάμεσα στις σελίδες του και ύστερα όλα άλλαξαν και τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο. Η Νυχτωδία της Χιλής είναι, σε συνδυασμό με το Φυλαχτό, μια τέτοια εμπειρία, που την καθιστά κατάλληλη πύλη εισόδου στο έργο του Μπολάνιο και που μόνο η συντομία της απογοητεύει καθώς περιορίζει χρονικά την επίδραση της περιήγησης σε κορυφές ψηλές, εκεί που η αναλογία του οξυγόνου δεν είναι εκείνη των ομοιόμορφων πεδινών και των χαμηλών λόφων.

υγ. Για τα υπόλοιπα έργα του Μπολάνιο: 2666 (εδώ), Οι άγριοι ντετέκτιβ (εδώ), Το Τρίτο Ράιχ (εδώ), Φυλαχτό (εδώ), Παγοδρόμιο (εδώ), Λούμπεν μυθιστορηματάκι (εδώ), Τηλεφωνήματα (εδώ), Το πνεύμα της επιστημονικής φαντασίας (εδώ), Μνήματα καουμπόυδων/Πατρίδα/Γαλλική κωμωδία τρόμου (εδώ), Συμβουλές από έναν μαθητή του Μόρρισον σε έναν φανατικό του Τζόις (εδώ).

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Άγρα

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2023

Τι ντροπή - Paulina Flores

Παραλίγο δεν θα διάβαζα το βιβλίο αυτό. Όταν κυκλοφόρησε, σημείωσα κάπου στο μυαλό μου πως θα ήθελα να διαβάσω τα διηγήματα της γεννημένης το 1988 Χιλιανής, αλλά ξέρετε τώρα πώς (δεν) λειτουργεί το μυαλό, αλλά ας μην το αδικώ, είναι τόσες πολλές οι παρόμοιες σημειώσεις με το οποίο το βαρυφορτώνω διαρκώς. Ωστόσο, πριν από κάποιους μήνες το θυμήθηκα κάνοντας μια λίστα αγοράς σ' ένα νέο υπέροχο βιβλιοπωλείο –αυτό εδώ– στο κέντρο της Αθήνας. Λίστα-ποδαρικό. Βασικά θυμήθηκα τη συζήτηση που είχα με τη Λ. όταν κυκλοφόρησαν τα διηγήματα της Φλόρες. Με τη Λ. μοιραζόμαστε το αναγνωστικό πάθος για τη γυναικεία λογοτεχνία από τη Λατινική Αμερική. Ομολογώ πως εκείνη κάνει περισσότερα για να ικανοποιήσει αυτό το πάθος, ξεψαχνίζει λίστες, κοιτάζει με επιφύλαξη βραβεία, φροντίζει να διαβάζει και στα αγγλικά νιώθοντας ανυπόμονη και έχοντας περιορισμένη εμπιστοσύνη για τα αντανακλαστικά του εγχώριου κυκλώματος παραγωγής βιβλίων. Πριν σημειώσω το Τι ντροπή στα προσεχώς, τη ρώτησα. Μου επιβεβαίωσε πως καλά θα έκανα να το διαβάσω. Έτσι έγινε και, παρά τα πήγαινε έλα, έφτασε η στιγμή. Ποτέ δεν είναι αργά.

Το ομώνυμο της συλλογής διήγημα απέσπασε το βραβείο Ρομπέρτο Μπολάνιο, λες και δεν αρκούσε η κοινή καταγωγή με το λογοτεχνικό αυτό τέρας για να φορτώσει με βάρος προσδοκιών οποιοδήποτε γραπτό παράγει και εξάγει η Χιλή, άρα και το Τι ντροπή. Τουλάχιστον, εκείνο που χαρακτηρίζει το έργο του Μπολάνιο είναι η οξυδέρκεια με την οποία αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του, το λίγο φως και το αρκετό σκοτάδι που τον συνθέτει, το καταφύγιο που αναζητά στη λογοτεχνία, όχι για να αποκοπεί αλλά για να αντέξει, γεγονός που καθιστά το έργο του συλλογικό τόσο ως πρόσληψη όσο και ως επιρροή. Δηλαδή, θέλω να πω, δεν είναι απλό να ισχυριστεί κάποιος πως ένας συγγραφέας, η Φλόρες εν προκειμένω, αντιγράφει τον Μπολάνιο, αν με αυτή την κατηγορία εννοεί την αντιθετική αποτύπωση του κόσμου τριγύρω, την ποιητικότητα του ζόφου που ολοένα μας κυκλώνει και εντός του οποίου πρέπει να βρούμε νόημα και κίνητρο, ιδανικά χαρά και ικανοποίηση. Μάλλον, περί μονόδρομου πρόκειται.

Τα διηγήματα, που ως είδος δεν είναι του γούστου μου, στη συλλογή αυτή είναι ταυτόχρονα πολυσέλιδα και αρκούντως σφιχτοδεμένα, αυτάρκη νησιά που συνθέτουν ένα σύμπλεγμα με κοινά χαρακτηριστικά αλλά και ευδιάκριτες κατά τόπους ιδιαιτερότητες, με το δικό τους μικροκλίμα δηλαδή, όπως μια καλή συλλογή διηγημάτων απαιτεί και το Τι ντροπή είναι μια καλή συλλογή διηγημάτων, πολύ καλή για την ακρίβεια του χαρακτηρισμού. Η Φλόρες πετυχαίνει κάτι δύσκολο –και σπάνιο–, τα διηγήματα μοιάζουν να είναι μέρος μιας μεγαλύτερης αφήγησης, σαν η ιστορία να μην αρχίζει και τελειώνει στα όρια της αφήγησης αλλά να προηγείται και να συνεχίζει αυτών. Υποδειγματικός –και– ως προς αυτό υπήρξε ο Κάρβερ, στα στιγμιότυπα από τη ζωή των χαρακτήρων του. Ο κόσμος εντός του οποίου διαδραματίζονται τα διηγήματα είναι κοινός και αναγνωρίσιμος, αποτελεί τον εμφανή και κύριο ιστό που συνέχει τη συλλογή, την ώρα που η συγγραφέας δοκιμάζει διάφορες γωνίες λήψεις, σε μια απέλπιδα, θαρρείς, προσπάθεια να εντοπίσει κάπου μέσα στον ζόφο κάποια στοιχεία οξυγόνου. Δοκιμάζει τόσο την πρωτοπρόσωπη όσο και την τριτοπρόσωπη αφήγηση, να δει απέξω ως παντογνώστρια την ιστορία, να δει από μέσα, να γευτεί την ταύτιση με τους χαρακτήρες της, να δει πώς λειτουργεί η ενσυναίσθηση.

Αν έπρεπε να ξεχωρίσω μια αρετή στη γραφή της Φλόρες θα ήταν αυτή ακριβώς η διάθεσή της να εξερευνήσει την ανθρώπινη κατάσταση υπό τις υπάρχουσες συνθήκες διαβίωσης, γεγονός που μετατρέπει την παραγωγή λογοτεχνίας σε μια πράξη υψίστης προσωπικής υπόθεσης. Η Φλόρες γράφει για πρόσωπα και καταστάσεις που την αφορούν. Αυτή η ιδιότυπη περιέργεια είναι που δίνει στα διηγήματα τον απαραίτητο ρεαλισμό ώστε να σταθούν και να συνομιλήσουν με την εμπειρία του αναγνώστη, ενώ τα απαλλάσσει από τον διδακτισμό εκείνου που –νομίζει πως– τα ξέρει όλα και δεν διαθέτει την παραμικρή αμφιβολία περί αυτού. Τα διηγήματα της Φλόρες δεν θα αλλάξουν τον ρου της παγκόσμιας γραμματείας, ούτε θα προσφέρουν μια καινούρια οπτική παρατήρησης του κόσμου. Όμως, ούτε το ένα ούτε το άλλο δεν αποτέλεσαν, καμία στιγμή, συστατικό των προγραμματικών δηλώσεων της δημιουργού. Τα διηγήματα της Φλόρες πετυχαίνουν να συνδυάσουν την τεχνική αρτιότητα με τη συγχρονία, το εγκεφαλικό με το συναισθηματικό, δεν χειραγωγούν ούτε εκβιάζουν το συναίσθημα, δεν καπηλεύονται τον ανθρώπινο πόνο ούτε τον υποτιμούν, είναι δείγμα καλής λογοτεχνίας.

Η συλλογή δεν πάσχει από ένα σύνηθες νόσημα, εκείνο που ξεχωρίζει ένα ή δύο διηγήματα από τα υπόλοιπα της συλλογής, αφήνοντας μια αίσθηση άνισου στον αναγνώστη, καθώς νιώθει πως τα υπόλοιπα διηγήματα χρησιμοποιήθηκαν μόνο ως γέμιση. Εντούτοις, προσωπικό αγαπημένο, ίσως γιατί έδειξε μια πρόθεση πειραματισμού και εξόδου από την πεπατημένη, ήταν το ενενηντασέλιδο Είμαι τυχερή που κλείνει τη συλλογή και προϊδεάζει τον αναγνώστη για ένα πιθανό βήμα στη μεγάλη φόρμα κάποια στιγμή. Το Τι ντροπή παραμένει ακόμα, από το 2015 που κυκλοφόρησε, το μοναδικό της έργο. Ξέρω πως η Λ. θα έχει τον νου της.

Μετάφραση Ματθίλδη Σίμχα
Εκδόσεις Κίχλη

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2022

Συμβουλές από έναν μαθητή του Μόρρισον σε έναν φανατικό του Τζόις - Roberto Bolaño/ A.G. Porta

Η αναμονή της έκδοσης ενός ακόμα βιβλίου του Μπολάνιο στα ελληνικά, πάντα από τις εκδόσεις Άγρα και σε μετάφραση Κρίτωνα Ηλιόπουλου, αποτελεί μία από τις ετήσιες αναγνωστικές σταθερές. Πιάνω το βιβλίο στα χέρια μου και με χαρακτηριστική ανυπομονησία ξεφυλλίζω τις πρώτες σελίδες ώσπου να εντοπίσω την εργογραφία του συγγραφέα, διατρέχω τη λίστα και στέκομαι στο Ετοιμάζονται: Ο αφόρητος Γκαούτσο και Νυχτερινό στη Χιλή. Πριν ακόμα διαβάσω το Συμβουλές από έναν μαθητή του Μόρρισον σε έναν φανατικό του Τζόις φροντίζω να χτίσω τις επικείμενες προσδοκίες. Και αυτό σίγουρα κάτι λέει για τον χαρακτήρα μου. Όπως κάτι ακόμα λέει και το γεγονός πως έχω κρατημένη, επίτηδες αδιάβαστη, τη Ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική, για κάποια δύσκολη στιγμή, ένα ασφαλές αναγνωστικό —και όχι μόνο—καταφύγιο.

Το Συμβουλές από έναν μαθητή του Μόρρισον σε έναν φανατικό του Τζόις διαθέτει τη δική του σημασία στο μπολανικό σύμπαν. Κυρίως γιατί είναι το πρώτο μυθιστόρημά του με αποτέλεσμα να λειτουργεί ως μια πύλη εισόδου στο έργο αυτού του σπουδαίου τύπου, ως η αρχή του πεζογραφικού μονοπατιού που χάραξε. Εκδόθηκε το 1984, πέντε χρόνια μετά την εγκατάσταση του συγγραφέα στην Ισπανία. Ο Μπολάνιο άφησε πίσω του τη Λατινική Αμερική ως ποιητής. Από την περίοδο εκείνη υπάρχουν δύο —τουλάχιστον— συλλογές. Ακολούθως, γιατί το παρόν μυθιστόρημα, όπως και το διήγημα Ημερολόγιο μπαρ, που συνοδεύει την έκδοση, είναι αποτέλεσμα συγγραφής και πάντοτε αυτό το λογοτεχνικό παιχνίδι διαθέτει μια γοητεία, κυρίως στην απόπειρα του αναγνώστη να διακρίνει ανάμεσα στις γραμμές πού βρίσκονται οι λέξεις του ενός και πού του άλλου. Η σχετική γνώση του έργου του Μπολάνιο, σε συνδυασμό με την πλήρη άγνοια για το αντίστοιχο του Πόρτα, καθώς, απ' όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω αυτό αποτελεί το πρώτο βιβλίο του που μεταφράζεται στα ελληνικά, δημιουργούν αναπόφευκτα μια άνιση κατανομή ρόλων σ' αυτό το παιχνίδι υποθέσεων. Ο αναγνώστης  διακρίνει, ή θεωρεί ότι διακρίνει, τα χαρακτηριστικά συστατικά, έστω και σε πρώιμο στάδιο, της γραφής του Μπολάνιο, τις συντεταγμένες του κόσμου του.

Για συγγραφείς του διαμετρήματός του, πάντοτε προκύπτει το ερώτημα για το ποιο έργο αποτελεί την κατάλληλη συνθήκη γνωριμίας, το έργο εκείνο που θα επισημαίνει τη σπουδαιότητα και θα δικαιολογεί τον ντόρο, αλλά, ταυτόχρονα, θα προστατεύει από το δέος. Ανάλογα με το ποιος ρωτά, η απάντησή μου είναι είτε το Φυλαχτό είτε Το παγοδρόμιο, ύστερα ο δρόμος είναι ανοιχτός μέχρι τις κορυφές των Άγριων ντετέκτιβ ή του 2666, ύστερα δεν υπάρχει γυρισμός. Σε καμία περίπτωση δεν συμφωνώ με τον χαρακτηρισμό της εργογραφίας τού Μπολάνιο ως άνισης. Μάλιστα, θεωρώ πως στην περίπτωσή του συμβαίνει κάτι φαινομενικά οξύμωρο. Όσο κανείς περιδιαβαίνει στο σύμπαν του Χιλιανού συγγραφέα, τόσο εκτιμά τα περιφερειακά των αριστουργημάτων έργα του. Όχι μόνο γιατί λειτουργούν ησυχαστικά στο σύνδρομο στέρησης, αλλά κυρίως γιατί προσφέρουν μια πανοραμική θέαση. Θέλω να πω πως όσο ανατριχιαστικά όμορφο και αν είναι ένα αστέρι, δεν μπορεί να συγκριθεί με τον πυρετό στη θέα του γαλαξία, πόσο μάλλον, και για να επιστρέψω στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, με τη γέννησή του.

Το Συμβουλές από έναν μαθητή του Μόρρισον σε έναν φανατικό του Τζόις είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Άνχελ Ρος, που κάποια στιγμή θέλησε να γίνει συγγραφέας, κάτι που ίσως να μην είχε συμβεί αν δεν είχε διαβάσει Τζόις. Καθόλου τυχαίο δεν είναι άλλωστε πως το όνομα του ήρωα στο μυθιστόρημα που φιλοδοξεί κάποια στιγμή να γράψει είναι Δαίδαλος. Ζει στη Βαρκελώνη. Γνωρίζει την Άννα, μετανάστρια από τη Λατινική Αμερική, την ερωτεύεται παράφορα. Παρέα καταβυθίζονται στο έγκλημα, πραγματοποιούν μια σειρά από αιματηρές ληστείες, βρίσκονται στα πρωτοσέλιδα του τύπου ανάμεσα σε κραυγές για την έξαρση της βίας. Το βαρκελωνέζικο περιθώριο, η λούμπεν καθημερινότητα, ο έρωτας, η παρανομία, η αγάπη για τον Τζόις, η μουσική και οι στίχοι του Μόρρισον είναι μερικά από τα κομμάτια της ιστορίας αυτής. Το μυθιστόρημα αποτελείται από μια σειρά ολιγοσέλιδων κεφαλαίων, έχοντας τη μορφή ενός άτυπου ημερολογίου.

Ο Μπολάνιο δεν καταφεύγει ποτέ σε μια προσχηματική χρήση της πλοκής. Όλα τα χαρτιά είναι πάνω στο τραπέζι ανοιχτά, απομένει στον αναγνώστη να στρέψει ή να αποστρέψει το βλέμμα. Διαβάζουμε αυτό που είμαστε. Άκοπα μπορεί κανείς να παραμείνει στην επιφάνεια, να διαβάσει την ιστορία αυτή από την ασφάλεια της δικής του καθημερινότητας, νιώθοντας απόσταση από τον Άνχελ και την Άννα, από τον κόσμο τους, να μη διακρίνει την ανθρώπινη αγωνία, να σταθεί πίσω από το πέπλο της μυθοπλασίας. Ο ποιητής έχει χρέος να μιλήσει γι' αυτά που συμβαίνουν, όχι όμως ως ιστορικός ή δημοσιογράφος, αλλά με τον δικό του τρόπο. Ο ζόφος είναι βασικό συστατικό του κόσμου, άρα και της λογοτεχνίας τού Μπολάνιο, η ανθρώπινη αγωνία επίσης. Και είναι αυτή η αγωνία που διατρέχει την αφήγηση του Άνχελ, που προσδίδει την απαραίτητη ένταση. 

Αφήγηση διόλου στυλιζαρισμένη, αλλά αντίθετα πειστική σε τέτοιο βαθμό που σε συνδυασμό με τα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα αφήνει την αίσθηση πως ο Μπολάνιο γράφει για μια αγωνία που γνωρίζει καλά. Στο Ημερολόγιο μπαρ αυτή η αγωνία συμπυκνώνεται ακόμα περισσότερο. Εκεί, ένας ανώνυμος Χιλιανός πηδάει από το παράθυρο αφήνοντας πίσω του ένα εντελώς άδειο διαμέρισμα. Ο θαμώνας και ο ιδιοκτήτης ενός παρακμιακού, γεμάτου λίγδα, μπαρ αναρωτιούνται τις επόμενες μέρες πώς ξέρουμε ότι ήταν Χιλιανός ο φερόμενος ως αυτόχειρας αφού δεν βρέθηκε ούτε καν η ταυτότητά του. Είναι η αγωνία του ανθρώπου εκείνου που αναζητά μια καλύτερη τύχη σε μια νέα πατρίδα, που αναγκάζεται να κάνει δουλειές του ποδαριού. Η αγωνία του ανθρώπου με τις ευαίσθητες κεραίες που αρνείται πεισματικά να ωραιοποιήσει την κόλαση και να της παραδοθεί. Εκείνου που δεν είδε έναν δρόμο για λογοτεχνική καριέρα να απλώνεται μπροστά του χωρίς εμπόδια και δυσκολίες, αλλά τον δημιούργησε σπιθαμή προς σπιθαμή.

Το Συμβουλές από έναν μαθητή του Μόρρισον σε έναν φανατικό του Τζόις μοιάζει σχεδόν απίθανο να ικανοποιήσει τις προσδοκίες και να κάμψει τις επιφυλάξεις ενός νεοεισελθόντα. Ένα παλπ μυθιστόρημα, με παιγνιώδη διάθεση. Αυτό ίσως σκεφτεί. Τίποτα το ιδιαίτερο, θα συμπληρώσει. Και δεν θα έχει άδικο. Άλλωστε, η παλπ λογοτεχνία δεν χαίρει του σεβασμού που της πρέπει, αλλά αυτή είναι μάλλον μια άλλη συζήτηση. Ίσως όμως και να νιώσει τη μαγεία, να διαισθανθεί πως εδώ κάτι υπάρχει προς περαιτέρω διερεύνηση και να αποδειχτεί τυχερός έχοντας πιάσει το νήμα από την αρχή του. Ποτέ δεν μπορεί να είναι σίγουρος κανείς.

Η αίσθηση οικειότητας αναδύεται από τις πρώτες κιόλας σελίδες του μυθιστορήματος. Η οικειότητα, ωστόσο, από μόνη της δεν αρκεί. Η επιστροφή σε μια συνθήκη γνώριμη εγκυμονεί τον κίνδυνο της απομάγευσης, του ξαναζεσταμένου φαγητού. Είναι, όμως, καθησυχαστική. Ο Μπολάνιο, από άκρη σε άκρη της εργογραφίας του, δεν προδίδει στιγμή την αγάπη του για τη λογοτεχνία, ούτε όταν στην πορεία κατέκτησε κορυφές απάτητες. Δεν ένιωσε ποτέ μέρος μιας κλειστής ελίτ, δεν λειτούργησε ως αναχωρητής αποτραβηγμένος σε κάποιο κάστρο υψίστης ασφαλείας, δεν απομακρύνθηκε από την πολιτική διάσταση της λογοτεχνίας, από τις λαϊκές της ρίζες. Σε κάθε βιβλίο του η λογοτεχνία βρίσκεται στο επίκεντρο, όχι αποστειρωμένη αλλά ευάλωτη στον ζόφο, όχι ως μια απλή επίδειξη διακειμενικών ικανοτήτων αλλά ως το κυρίως διακύβευμα. Και έγραψε κατά αυτόν τον τρόπο χωρίς να κάνει εκπτώσεις, δοκιμάζοντας και τραβώντας τα όρια, εντείνοντας τα ρήγματα και δημιουργώντας νέα. Μια φίλη λέει πως, παρότι ο Μπολάνιο έμεινε στην ιστορία εξαιτίας των πολυσέλιδων μυθιστορημάτων του, για εκείνη είναι κύρια και πρώτιστα ποιητής. Συμφωνώ.

Είναι άδικο να μένει ο Πόρτα απέξω, παρότι η τελευταία λέξη ανήκει σε εκείνον με τη μορφή του επίμετρου που συνοδεύει την έκδοση. Είναι, όμως, αναπόφευκτο, για μένα τουλάχιστον, που διάβασα το βιβλίο αυτό σαράντα σχεδόν χρόνια μετά την κυκλοφορία του, έχοντας ήδη έρθει σε επαφή με το έργο του Μπολάνιο, και όχι ως το πρώτο βιβλίο, αποτέλεσμα μιας φιλόδοξης συνεργασίας δύο νεαρών συγγραφέων. Και είναι αδύνατο να διαβάσεις ξανά πρώτη φορά έναν συγγραφέα, πόσο μάλλον έναν τέτοιο συγγραφέα.

Λίγο αφού είχα ολοκληρώσει την ανάγνωση, τα νήματα μιας ψηφιακής αναζήτησης με έφεραν στο λήμμα της wikipedia σχετικά με το φροϊδικό Εκείνο. Παραθέτω: «Σύμφωνα με τον Φρόιντ το Εκείνο αποτελείται από δύο βασικές ενορμήσεις, την καταστροφική ενόρμηση που την ονόμαζε θάνατος η οποία είναι η ασυνείδητη επιθυμία μας να πεθάνουμε καθώς ο θάνατος θα μας απελευθέρωνε από τις δυσκολίες της ζωής, σε αυτή την ενόρμηση ο Φρόιντ πρόσεξε πως οι άνθρωποι για να την εκπληρώσουν καταφεύγουν σε ναρκωτικά, μυθοπλασία ακόμα και σε εγκληματικές ενέργειες καθώς πολλές φορές αυτή η ενόρμηση παρουσιάζεται με έντονη επιθετικότητα». Είναι κάτι συμπτώσεις...

Για τα υπόλοιπα έργα του Μπολάνιο: 2666 (εδώ), Οι άγριοι ντετέκτιβ (εδώ), Το Τρίτο Ράιχ (εδώ), Φυλαχτό (εδώ), Παγοδρόμιο (εδώ), Λούμπεν μυθιστορηματάκι (εδώ), Τηλεφωνήματα (εδώ), Το πνεύμα της επιστημονικής φαντασίας (εδώ), Μνήματα καουμπόυδων/Πατρίδα/Γαλλική κωμωδία τρόμου (εδώ).

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Άγρα

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2022

Άγγελοι και ερημίτες - Ramón Díaz Eterovic

Παράξενο πλάσμα η μνήμη, εσύ τη λες αδύναμη, εκείνη φωνάζει: ανυπότακτη· και βγάζει τη γλώσσα. 

Διάλεξα το βιβλίο αυτό ξεκινώντας από την επιθυμία να διαβάσω ένα καλογραμμένο νουάρ μ' έναν ιδιωτικό ερευνητή που να κινείται στα όρια της αποτυχίας ή και να τα υπερβαίνει ακόμα‒ακόμα. Ανάμεσα σ' άλλα πιθανά αναγνώσματα τράβηξα από τη στοίβα το Άγγελοι και ερημίτες, ο Ερέδια έδειχνε αρκετά αποτυχημένος ώστε να μην έχει κάτι να χάσει· αυτούς να φοβάστε. Δεν είχα διαβάσει ξανά Ετερόβιτς, αλλά συνυπολόγισα: i)είναι από τη Χιλή, ii)τη μετάφραση υπογράφει ο Κρίτων Ηλιόπουλος και iii) τις εκδόσεις angelus novus που σε μεγάλη εκτίμηση έχω.

Έτσι έγιναν τα πράγματα και ξεκίνησα να διαβάζω τις πρώτες σελίδες. Όλα πήγαιναν βάσει σχεδίου ώσπου εμφανίστηκε ο γάτος του Ερέδια, ο Σιμενόν. Ένα καμπανάκι ήχησε κάπου μέσα μου, κάτι μου έλεγε το όνομα αυτό, κάπου είχα συναντήσει έναν ακόμα γάτο που τον έλεγαν Σιμενόν, ήμουν σίγουρος. Και άφησα το βιβλίο στην άκρη και άρχισα να ψάχνω. Είχα διαβάσει ξανά Ετερόβιτς. Επτά χρόνια πριν, Τα επτά παιδιά του Σιμενόν.

Ο Ετερόβιτς έχει γράψει αρκετά βιβλία με πρωταγωνιστή τον Ερέδια, δεκαοχτώ για την ακρίβεια, ξεκινώντας από το 1987. Στα ελληνικά κυκλοφορούν δύο, Τα επτά παιδιά του Σιμενόν είναι το έκτο, το Άγγελοι και ερημίτες το τέταρτο. Αυτό είναι κάπως προβληματικό, παρότι κάθε μυθιστόρημα στέκει αυτόνομο και ολοκληρωμένο δεν παύει να αποτελεί μέρος μιας σειράς, στην οποία μέρος της απόλαυσης αποτελεί και η εξέλιξη του πρωταγωνιστή, το δέσιμο που υφαίνεται μεταξύ αυτού και του αναγνώστη.

Ο Ερέδια διατηρεί το γραφείο του στο σπίτι όπου μένει στο κέντρο του Σαντιάγκο. Εργένης, ζει παρέα με τον Σιμενόν, καπνίζει αρκετά και πίνει σε κάθε ευκαιρία, επενδύει τα λίγα χρήματα που κερδίζει στην εξόφληση χρεών, αγαπάει τη γειτονιά και τους ανθρώπους της. Δεν είναι εύκολος χαρακτήρας, η ζωή του έχει επιφυλάξει αρκετές δύσκολες γωνίες, παρ' όλ' αυτά διατηρεί υψηλό και ανυπότακτο το φρόνημά του, την ξεροκεφαλιά κατ' άλλους. Είναι άλλωστε αυτή, η ξεροκεφαλιά, που εν πολλοίς τον οδηγεί να μπλέκει σε υποθέσεις δονκιχωτικές, από τις οποίες τίποτα υλικό δεν έχει να κερδίσει, θέτοντας την ίδια του την ύπαρξη σε άμεσο κίνδυνο.

Όταν βρίσκει το γράμμα μιας παλιάς αγαπημένης, το βάζει χωρίς να το ανοίξει στη μέσα τσέπη, στο ύψος της καρδιάς· ο Ερέδια διψάει για τέτοιους συμβολισμούς. Όταν το διαβάσει θα είναι αργά, εκείνη θα είναι νεκρή, το κάλεσμα σε βοήθεια καταδικασμένο. Παρέα μ' έναν φίλο του, που ανάμεσα στη γυναίκα του και την υπηρεσία προτίμησε τη δεύτερη, και τώρα ζει μόνος, έρμαιο του αλκοόλ και της θλίψης, εγκλωβισμένος στα γρανάζια της γραφειοκρατίας και των επίορκων συναδέλφων, θα προσπαθήσουν να διαλευκάνουν το μυστήριο του θανάτου της, αμφισβητώντας από την πρώτη στιγμή την επίσημη εκδοχή της αυτοκτονίας.

Το αστυνομικό προκάλυμμα επιτρέπει στον Ετερόβιτς να αναφερθεί σε διάφορες σκοτεινές περιόδους της Χιλής, που, παρότι μοιάζει να ανήκουν στο παρελθόν, ρίχνουν βαριά τη σκιά τους ακόμα, παρά τον δημοκρατικό μανδύα. Παρακρατικοί μηχανισμοί, βασανιστές, εμπόριο όπλων, επιχειρήσεις βιτρίνα και μυστικές υπηρεσίες συνθέτουν ένα σκηνικό άκρως επικίνδυνο, ακατάλληλο για έναν μοναχικό ιδιωτικό ερευνητή. Όμως, ο Ερέδια δεν υπακούει στη λογική αλλά στο συναίσθημα.

Ο Ετερόβιτς χρησιμοποιεί όλα τα υλικά που συνθέτουν ένα καλό νουάρ μυθιστόρημα. Επενδύει πολλά στον Ερέδια, φροντίζοντας να του δώσει βάθος και να μην αναλωθεί στην ‒αναπόφευκτη‒ αντιηρωική στερεοτυπία, χαρίζοντάς του μια δική του θέση στο πάνθεον των ιδιωτικών ερευνητών της νουάρ λογοτεχνίας. Επιλέγει με προσοχή τα δεύτερα πρόσωπα της πλοκής που θα συμβάλλουν στην προώθηση της πλοκής, δίνοντάς τους τον απαραίτητο χώρο, κάτι που, παράλληλα με την προώθηση της πλοκής, του επιτρέπει να αναδείξει τους δεσμούς της συντροφικότητας, της φιλίας και του έρωτα, αξίες που αντέχουν γερά παρά τις δυσκολίες της κάθε εποχής, νησίδες ελπίδας για το αύριο. Καθιστά τον τόπο, το Σαντιάγκο εν προκειμένω, βασικό άξονα της πλοκής, χωρίς όμως να υποκύπτει στη σαγήνη του εξωτισμού, χωρίς να γράφει έναν ταξιδιωτικό οδηγό, όπως αρκετοί συνάδελφοί του, δηλαδή. Δεν επιχειρεί έναν στείρο εντυπωσιασμό με τραβηγμένες ανατροπές και υπερβολικά ευρήματα. Αφηγείται την ιστορία του με τρόπο που την καθιστά ενδιαφέρουσα στο σύνολό της και όχι μόνο για τη λύση της. Άλλωστε η αστυνομική πλοκή δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά αφορμή για ένα μυθιστόρημα βαθιά και έντονα κοινωνικοπολιτικό, και το βιβλίο αυτό είναι χαρακτηριστικό δείγμα του ρεύματος που ονομάστηκε νέο λατινοαμερικανικό αστυνομικό μυθιστόρημα.

Η σχέση ανάμεσα στον συγγραφέα και τον ιδιωτικό ερευνητή είναι κάτι που ανέκαθεν με έλκει στην αστυνομική λογοτεχνία, η δυναμική μιας σχέσης σύνθετης, που εμπεριέχει μεγάλη γκάμα συναισθημάτων και περνάει από διάφορες φάσεις πάθους και μίσους, και όλο αυτό με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αποτυπώνεται ανάμεσα στις γραμμές. Στη σελίδα 112, ο Ετερόβιτς δίνει τον λόγο στον Ερέδια να μιλήσει για τη σχέση αυτή, σε ένα απόσπασμα απολαυστικό, που επιφανειακά μοιάζει να περιορίζεται στο λογοτεχνικό παιχνίδι αλλά στο βάθος του κρύβει μέρος τής υπαρξιακής αγωνίας του ‒κάθε‒ συγγραφέα:

‒ Ναι, ήταν μια υπόθεση που έδωσε σε έναν αργόσχολο που αγαπάει τους γάτους υλικό για να γράψει δύο μυθιστορήματα παραφορτωμένα με φαντασιώσεις και αλκοόλ. Του την περιέγραψα μια βραδιά και ποτέ δεν έμαθα αν τελικά κέρδισε καμιά δεκάρα με τη δουλειά του. Ο τύπος συνήθως γράφει στις εφημερίδες περί αστυνομικής λογοτεχνίας και συχνά αναφέρει κι εμένα. Μερικές φορές μου έρχεται να τον βρω και να του πω να κόψει τις μαλακίες. Αλλά για ποιο λόγο; Είναι απλώς ένας συγγραφέας που προσπαθεί να γίνει ευτυχισμένος με τα ψέματα που αραδιάζει.

Το Άγγελοι και ερημίτες είναι ένα πολύ καλό νουάρ μυθιστόρημα που ικανοποιεί και με το παραπάνω τις συγγραφικές και αναγνωστικές προσδοκίες, παρότι κινείται εντός των ειδολογικών του περιορισμών. Στο μέλλον, θα ήθελα να διαβάσω ακόμα μια ιστορία με τον Ερέδια, ιδανικά την πρώτη.

υγ. Για Τα επτά παιδιά του Σιμενόν περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις angelus novus

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2021

Ξανά για τον Μπολάνιο

 

Αποτελεί μια βεβαιότητα καθησυχαστική η συστηματική, ανά χρόνο συνήθως, κυκλοφορία κάποιου ακόμα βιβλίου του Ρομπέρτο Μπολάνιο από τις εκδόσεις Άγρα σε μετάφραση του Κρίτωνα Ηλιόπουλου. Καθησυχαστική γιατί προσφέρει μια αναγνωστική σταθερά, ένα ασφαλές απάγκιο σ' εμάς που έχουμε ταχθεί υπέρ των Μαξ Μπροντ αυτού του κόσμου τελεσίδικα. Οι όποιες αντεγκλήσεις αναλώνονται σε καφέ και εκδηλώσεις, τώρα που τα λογοτεχνικά σαλόνια δεν είναι της μόδας, είναι εθιμοτυπικές, χαριτωμένες και διαρκούν ελάχιστα. Για εμάς οι διαθήκες πρέπει να διαβάζονται δυνατά. Τίποτα να μη μένει κρυφό. Ο θάνατος μας δίνει το τέλειο άλλοθι/ο θάνατος στερεί κάθε δικαίωμα από τον νεκρό. Στην περίπτωση του Μπολάνιο υπάρχει έντονο παρασκήνιο και διαμάχη ανάμεσα στους κληρονόμους του έργου του, ούτε αυτό μας ενδιαφέρει, αρκεί η αναγνωστική πείνα να ικανοποιηθεί. Οι κωδικοί πρόσβασης και τα κλειδιά είναι γελοία εύκολο να ανακτηθούν στον κόσμο των ζωντανών, τα όποια γραφειοκρατικά εμπόδια να ξεπεραστούν. Είναι τέτοια η επιθυμία μας για λίγο ακόμα Μπολάνιο που δεν μας απασχολεί ούτε η επεξεργασία που υπέστησαν τα ανολοκλήρωτα έργα του, σίγουροι καθώς είμαστε πως, όπως και να 'χει, εμείς θα τον διακρίνουμε ανάμεσα στις γραμμές. Και μια λίστα με τα ψώνια του σούπερ μάρκετ να βρεθεί στα χειρόγραφα ή τα ψηφιακά υπολείμματα ενός συγγραφέα όπως ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, εμείς θα επιθυμήσουμε διακαώς την έκδοση και ανάγνωσή της. Τέτοιοι είμαστε.

Οι τρεις νουβέλες της συλλογής (Μνήματα καουμπόυδων, Πατρίδα, Γαλλική κωμωδία τρόμου) γράφτηκαν σε διαφορετικές περιόδους και ήταν απόφαση των κληρονόμων και του επιμελητή του Μπολάνιο να κυκλοφορήσουν σε έναν ενιαίο τόμο, μέρος μιας μακράς λίστας βιβλίων που κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του, σίγουρα όχι το τελευταίο, αφού το μπαούλο του Μπολάνιο μοιάζει ανεξάντλητο, και ίσως μόνο το αντίστοιχο του Πεσσόα να κρύβει περισσότερα μυστικά. Τα Μνήματα καουμπόυδων χρονολογούνται μεταξύ 1995 και 1998, η Πατρίδα μεταξύ 1992 και 1993, και η Γαλλική κωμωδία τρόμου μεταξύ 2002 και 2003, χρονιά θανάτου του συγγραφέα. Στέκομαι περισσότερο σε αυτή την τελευταία νουβέλα, που ο Μπολάνιο αφιέρωσε στα παιδιά του, τη στιγμή που αγωνιζόταν να τελειώσει το 2666, πασχίζοντας να κρατηθεί στη ζωή, γνωρίζοντας πως δεν του απέμενε αρκετός χρόνος. Παραθέτω το απόσπασμα από το βιβλίο της Πάτι Σμιθ, M Train, που εκφράζει εν πολλοίς αυτό που νιώθω: «Διαβάζοντας το Φυλαχτό του είχα προσέξει μια φευγαλέα αναφορά στην εκατόμβη -την αρχαία τελετουργική σφαγή εκατό βοδιών. Αποφάσισα να γράψω μια εκατόμβη για εκείνον -ένα ποίημα εκατό στίχων. Θα ήταν ένας τρόπος να τον ευχαριστήσω που ξόδεψε το τελευταίο διάστημα της σύντομης ζωής του για να ολοκληρώσει το αριστούργημά του, το 2666» (μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδόσεις Κέδρος). Διαβάζοντας τη Γαλλική κωμωδία τρόμου δεν διέκρινα κάποιο άμεσο νήμα με το 2666, παρότι το αναζητούσα, έχοντας κάνει από πριν τον χρονικό συσχετισμό. Και αυτή η απουσία με εξέπληξε, καθώς θεωρούσα δεδομένο πως η νουβέλα θα είχε ξεπηδήσει από τις σελίδες του, όμως όχι, κάτι που με έκανε να νιώσω περαιτέρω δέος για τον Μπολάνιο που βρήκε τον απαραίτητο χώρο και χρόνο, τη στιγμή που είχε να παλέψει με το κτήνος, γιατί περί κτήνους πρόκειται το 2666, να γράψει κάτι ακόμα.

Υπάρχει ένα κλισέ, το οποίο μοιάζει να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, που λέει πως ο κάθε σπουδαίος συγγραφέας γράφει πάντοτε το ίδιο βιβλίο, κλισέ που απολαμβάνει αποδοχής και στις υπόλοιπες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης. Ο Μπολάνιο, παρότι ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς, δεν χωράει σε αυτό το κλισέ. Και δεν χωράει γιατί στην περίπτωσή του έχουμε ένα κάνουμε με ένα ολόκληρο σύμπαν, σύμπαν προορισμένο να διαρκεί στο διηνεκές και να χωράει κάθε κείμενο του Μπολάνιο, σε οποιαδήποτε μορφή, σύμπαν στο οποίο κάθε έργο αποτελεί μια ψηφίδα. Άλλωστε, η διακειμενικότητα στο έργο του Μπολάνιο είναι και εσωτερική, απλώνοντας εμφανή νήματα μεταξύ των έργων του. Είναι το μπολανικό σύμπαν στο σύνολό του που γοητεύει τον αναγνώστη, γι' αυτό και κάθε κομμάτι του χρήζει θερμής υποδοχής, παρά τον ξεκάθαρα άνισο, με φιλολογικούς όρους, χαρακτήρα της εργογραφίας του. Η ανισότητα του μπολανικού έργου, παρότι εμφανής ‒τι αλήθεια μπορεί να σταθεί αξιοπρεπώς δίπλα σε έργα όπως Οι άγριοι ντετέκτιβ ή το 2666;‒ και εκ προοιμίου δεδομένη, καθώς έχουμε να κάνουμε και με έργα που ο συγγραφέας επέλεξε να μη δημοσιεύσει εν ζωή, με όσα συνεπάγονται από την απόφαση αυτή σε επίπεδο ολοκλήρωσης αλλά και επιμέλειας, δεν θεωρώ πως θα έπρεπε να αποτελεί μείζον θέμα συζήτησης. Κάθε έργο του Μπολάνιο κατέχει τη δική του ξεχωριστή και σημαίνουσα θέση στην ‒καταδικασμένη να παραμείνει ανολοκλήρωτη‒ χαρτογράφηση του σύμπαντος, εντός του οποίου δημιούργησε λογοτεχνία αυτός ο σπουδαίος τύπος.

Διάφορα μοτίβα και πρόσωπα γνώριμα συναντά ο αναγνώστης σ' αυτές τις τρεις νουβέλες, που, μαζί με το γνώριμο ύφος του Μπολάνιο, δημιουργούν αυτό το υπέροχο συναίσθημα αναγνωστικής οικειότητας, αυτή την αίσθηση πως αυτό ή το άλλο πρόσωπο κάπου αλλού τα έχεις συναντήσει, πως εκείνη ή η άλλη ιστορία κάτι σου θυμίζει. Κυρίως όμως είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Μπολάνιο αντιμετωπίζει την ίδια τη λογοτεχνία, ως μια πράξη επαναστατική, εκείνος που ανατροφοδοτεί το πάθος του αναγνώστη. Καθώς τα χρόνια περνούν γίνεται ολοένα και πιο ορατή η επίδραση του Μπολάνιο στους σύγχρονους συγγραφείς, και όχι μόνο τους ισπανόφωνους, επιβεβαιώνοντας περαιτέρω τη σημαντικότητά του στον ρου της ιστορίας της λογοτεχνίας. Και στο τέλος της ανάγνωσης η επιθυμία για λίγο ακόμα. Οι εκδόσεις Άγρα έχουν προαναγγείλει για φέτος την κυκλοφορία του Συμβουλές ενός μαθητή του Μόρισον σ' έναν φανατικό του Τζόις που έγραψε μαζί με τον Α.Γ. Πόρτα και αποτελεί το πρώτο μυθιστόρημα που εξέδωσε ο Μπολάνιο.

 
υγ. Περισσότερα για το M Train της Πάτι Σμιθ θα βρείτε εδώ.
υγ.2 Περισσότερα για τους Άγριους Ντετέκτιβ εδώ, για το 2666 εδώ, για το Φυλαχτό εδώ, για το Λούμπεν μυθιστορηματάκι εδώ, για το Παγοδρόμιο εδώ, για Το πνεύμα της επιστημονικής φαντασίας εδώ, για το Τρίτο Ράιχ εδώ. 

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Άγρα

Δευτέρα 12 Απριλίου 2021

Χιλιανός ποιητής - Alejandro Zambra

Ήταν η εποχή με τις καταπιεστικές μανάδες, τους αμίλητους πατεράδες και τους σωματώδεις μεγαλύτερους αδελφούς, αλλά ήταν και η εποχή με τις κουβέρτες, τα παπλώματα και τα πόντσο, οπότε σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση ότι κάθε απόγευμα η Κάρλα και ο Γκονσάλο περνούσαν δύο-τρεις ώρες στον καναπέ σκεπασμένοι μ' ένα μεγαλοπρεπέστατο κόκκινο πόντσο από μαλλί του Τσιλοέ, κάτι που, εκείνο τον παγερό χειμώνα του 1991, ήταν είδος πρώτης ανάγκης.

Οι δύο έφηβοι γνωρίστηκαν βγαίνοντας από μια συναυλία, ένα σύντομο φλερτ που έμοιαζε χωρίς μέλλον. Ο Γκονσάλο, ωστόσο, βρήκε το θάρρος να ζητήσει από την Κάρλα το τηλέφωνό της, εκείνη αρνήθηκε, εκείνος επέμεινε, έστω τα πρώτα έξι νούμερα, της είπε και εκείνη το βρήκε χαριτωμένο, του έδωσε τα πρώτα πέντε. Ο Γκονσάλο σπατάλησε όλο του το χαρτζιλίκι στο κίτρινο τηλέφωνο της γωνίας δοκιμάζοντας συνδυασμούς, επινοώντας τακτικές, ξεκινώντας πότε από την αρχή και πότε από το τέλος, αποτυγχάνοντας ξανά και ξανά. Όταν το χαρτζιλίκι σωνόταν και τα ρέστα από τα ψώνια δεν ήταν αρκετά, κατέφευγε σε γνώριμες τακτικές υπεξαίρεσης χρημάτων με επιδρομές στο πορτοφόλι των δικών του. Ώσπου μια μέρα τα κατάφερε, ζήτησε την Κάρλα από τη φωνή στην άκρη της γραμμής και εκείνη του αποκρίθηκε: μια στιγμή να τη φωνάξω. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Ο εφηβικός αυτός έρωτας ‒με τη διστακτικά διερευνητική αφή, τους απαραίτητους χωρισμούς, τις ποιητικές απόπειρες, τα δάκρυα, την αντανάκλαση στο παράθυρο του λεωφορείου της επιστροφής, τα φτηνά μοτέλ, τη γυμνή σιωπή στα ανάκατα σεντόνια, τη μεγάλη ιδέα για τον ίδιο του τον εαυτό‒ θα ήταν αρκετός για μια νουβέλα στο γνώριμο ύφος του Σάμπρα. Όμως, αυτό εδώ είναι ένα μυθιστόρημα σχεδόν πεντακοσίων σελίδων· πολλά συνέβησαν ακόμα στα χρόνια που πέρασαν.

Η ποίηση, για τον Σάμπρα, αποτελεί το μέσο για να πετύχει τρεις στόχους: να αφηγηθεί τις ιστορίες των χαρακτήρων του, να αναφερθεί στη σύγχρονη χιλιανή κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, και να καταθέσει ‒για ακόμα μια φορά‒ την αγάπη του για τη λογοτεχνία εν γένει. Και όλα αυτά με το γνώριμο ύφος του χωρίς να παρασυρθεί από τη μετάβαση στη μεγάλη φόρμα. Είναι πράγματι εντυπωσιακό το γεγονός πως καταφέρνει να παραμείνει πιστός στις αρχές της ποιητικής του, παρότι εκείνες μοιάζουν φτιαγμένες για μυθοπλασία μπονσάι. Σ' αυτό συντελούν δύο παράγοντες. Από τη μια, η κατάκτηση ενός απόλυτα προσωπικού ύφους, το οποίο αποτυπώνεται τόσο στην αφήγηση όσο και στη γλώσσα, και, από την άλλη, η κατασκευαστική λειτουργικότητα, ο τρόπος με τον οποίο συνέχονται με χαλαρούς, πλην όμως ευδιάκριτους, αρμούς τα τέσσερα κεφάλαια μεταξύ τους. Η κατασκευαστική αυτή ιδιαιτερότητα επιτρέπει στον Σάμπρα να κινηθεί σε γνώριμα λημέρια. Αφήνει την ίδια την ιστορία να τον παρασύρει, καθώς το ενδιαφέρον του για την τύχη των χαρακτήρων του διαρκώς αναζωπυρώνεται, αρνείται να τους εγκαταλείψει. Δεν αφήνει, ωστόσο, τίποτα στην τύχη, κάθε λεπτομέρεια, φαινομενικά ήσσονος σημασίας, δύναται να αποτελέσει νήμα σύνδεσης με τα προηγούμενα κατά την προώθηση της πλοκής, μπορεί και όχι, βέβαια. Η ποιητική του Σάμπρα, άλλωστε, στηρίζεται στην επιλογή μιας εκδοχής της ιστορίας, μιας εκ των άπειρων πιθανοτήτων εξέλιξης της πραγματικότητας. Σ' αυτό το «θα μπορούσε να συμβεί εκείνο ή το άλλο» διαφαίνεται και η παιχνιδιάρικη διάθεση αφήγησης, το σπάσιμο της αφηγηματικής σύμβασης, η τακτική απεύθυνση του συγγραφέα‒αφηγητή στον αναγνώστη.

Εκείνο που, πάνω και πέρα απ' όλα, διακρίνει το έργο του Σάμπρα είναι η αφηγηματική του δεινότητα, ο τρόπος με τον οποίο ξελογιάζει και εγκλωβίζει τον αναγνώστη· ακολουθούν τα ευρήματα, η οξυδερκής παρατήρηση της απλής καθημερινότητας, τα μπρος πίσω στον χρόνο, το αβίαστο συναίσθημα, η pop κουλτούρα και η πανταχού παρούσα αγάπη για τη λογοτεχνία. Αγάπη που δεν διαφαίνεται αποκλειστικά και μόνο από την άνεση με την οποία κινείται ο συγγραφέας εντός της παγκόσμιας ποίησης, αλλά και από τον τρόπο που ως αναγνώστης προσεγγίζει το σύνολο της λογοτεχνίας, ίσως κυρίως απ' αυτό, αγάπη που συνοψίζεται χαρακτηριστικά στην επιθυμία του Γκονσάλο να δηλώνει αναγνώστης. Η επινόηση της Πρου, μιας τριαντάχρονης Αμερικάνας, που θα βρεθεί, μέσα από διάφορες καραμπόλες, να γράφει ένα άρθρο για τη σύγχρονη χιλιανή ποίηση, είναι καταλυτικής σημασίας για το μυθιστόρημα. Η παρουσία μιας εξωτερικής παρατηρήτριας στον μικρόκοσμο της κοινωνίας των ποιητών επιτρέπει στον Σάμπρα να αναφερθεί στις ιδιαιτερότητες, τα γνωρίσματα και την ποικιλομορφία της εκεί ποιητικής σκηνής, εκφράζοντας τα ετερόκλητα συναισθήματά του απέναντί της, αλλά και να επινοήσει ‒θυμίζοντας σ' αυτό τον Μπολάνιο‒ φανταστικά ποιητικά υποκείμενα ανάμεσα σε υπαρκτά, αφήνοντας αχαλίνωτη τη φαντασία του. Στον Χιλιανό ποιητή, ο Σάμπρα βγάζει την ποίηση από τη γυάλα της, τοποθετώντας την εκεί όπου ανήκει, στην απλή καθημερινότητα δηλαδή, να λειτουργεί ως καταφύγιο από τον έξω κόσμο, εκεί όπου πληγωμένοι από τον έρωτα έφηβοι προστρέχουν και δοκιμάζουν να δώσουν στον πόνο τους φωνή, εκεί όπου ονειροπόλοι επιθυμούν να αλλάξουν τον κόσμο με έναν και μόνο στίχο να αρκεί· η εγωπάθεια, η ροπή προς το επίκεντρο της προσοχής, οι ίντριγκες και τα πάθη ακολουθούν. Ο μικρόκοσμος των ποιητών, άλλωστε, διαθέτει και αντανακλά τα κυρίαρχα γνωρίσματα της χιλιανής κοινωνίας, κυρίως τον τρόπο της να πορεύεται στη βαριά σκιά του παρελθόντος.

Με τον Χιλιανό ποιητή ο Σάμπρα τοποθετεί τον πήχη ακόμα ψηλότερα, αρνούμενος τη στασιμότητα και τον εγκλωβισμό σε μια επαναλαμβανόμενη μανιέρα και παραδίδει ένα σπιρτόζικο, χορταστικό, συγκινητικό και αστείο μυθιστόρημα, στο οποίο, παρότι η γραφή του εξακολουθεί να είναι υπαινικτική, πετυχαίνει να δώσει το απαραίτητο βάθος τόσο στα πρόσωπα όσο και στην ιστορία, θυμίζοντας, κατά αναλογία πάντοτε, τον Κόου στα πρώτα του βιβλία. Ο Χιλιανός ποιητής ικανοποιεί και με το παραπάνω τους παλιούς αναγνώστες του Σάμπρα και καλωσορίζει εμφατικά τους νεοεισελθόντες στο σύμπαν αυτού του ιδιαίτερου δημιουργού. Η μετάφραση κόσμημα, με τις επιπρόσθετες απαιτήσεις της ποιητικής φόρμας, ανήκει στον Αχιλλέα Κυριακίδη.

υγ. Όλα ξεκίνησαν όταν διάβασα το μπονσάι και έμεινα με το στόμα ανοιχτό (περισσότερα εδώ), ακολούθησαν οι Τρόποι για να γυρίζεις σπίτι (εδώ) και Η ιδιωτική ζωή των δέντρων (εδώ).     

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος   

Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

Το πνεύμα της επιστημονικής φαντασίας - Roberto Bolaño




Έχουμε ταχθεί υπέρ των Μαξ Μπροντ αυτού του κόσμου, τελεσίδικα. Οι όποιες αντεγκλήσεις  αναλώνονται σε καφέ και εκδηλώσεις, τώρα που τα λογοτεχνικά σαλόνια δεν είναι της μόδας, είναι εθιμοτυπικές, χαριτωμένες και διαρκούν ελάχιστα. Για εμάς οι διαθήκες πρέπει να διαβάζονται δυνατά. Τίποτα να μη μένει κρυφό. Ο θάνατος μας δίνει το τέλειο άλλοθι/ο θάνατος στερεί κάθε δικαίωμα από τον νεκρό. Οι κωδικοί πρόσβασης και τα κλειδιά είναι γελοία εύκολο να ανακτηθούν στον κόσμο των ζωντανών. Έτσι ξεκινούσε το κείμενο που είχα γράψει για τον Χλομό βασιλιά του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας. Τίποτε δεν έχει αλλάξει από τότε.

Μετά τον θάνατο του Ρομπέρτο Μπολάνιο πολλά ανέκδοτα έργα του βγήκαν στην επιφάνεια. Αν και δεν είναι γνωστή κάποια εντολή του, σε μορφή διαθήκης, αλληλογραφίας ή εκμυστήρευσης, με την οποία να ζητά τη μη έκδοσή τους, και με δεδομένο πως ειδικά προς το τέλος της ζωής του αγωνιούσε έντονα για το οικονομικό όφελος των κληρονόμων του, δεν παύει να αποτελεί ένα ζήτημα ηθικής αναρώτησης το σκάλισμα των σεντουκιών. Γιατί ακόμα και αν με βεβαιότητα αποδείξει κάποιος πως ο ίδιος ο εκλιπών δεν θα είχε αντίρρηση επ' αυτής της τυμβωρυχίας, μένει να απαντηθεί το ερώτημα της λογοτεχνικής αξίας των ευρημάτων αυτών, ιδιαίτερα όταν πρόκειται, όπως στην περίπτωση του συγκεκριμένου βιβλίου, για έργα -φαινομενικά- σχεδόν ολοκληρωμένα, τα οποία για τον άλφα ή βήτα λόγο ο συγγραφέας επέλεξε να μην εκδώσει. Όμως είπαμε, έχουμε ταχθεί υπέρ των Μαξ Μπροντ αυτού του κόσμου, τελεσίδικα. Ακόμα και αν κάποιος εξέδιδε μια λίστα με τα ψώνια τού Μπολάνιο, εγώ σίγουρα θα κατηφόριζα προς το βιβλιοπωλείο.

Ο Μπολάνιο έγραψε Το πνεύμα της επιστημονικής φαντασίας στα τριάντα του, αλλά δεν εκδόθηκε παρά δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατό του. Στον πρώιμο αυτό Μπολάνιο ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει πολλές από τις ψηφίδες του μπολιανικού σύμπαντος, όπως αυτό ξεδιπλώθηκε σε όλο του το μεγαλείο τα επόμενο είκοσι χρόνια, κυρίως μέσα από τα δύο αριστουργήματά του (Οι άγριοι ντετέκτιβ, 2666). Πριν όμως παραθέσουμε κάποιες από αυτές τις ψηφίδες, ας πούμε δύο λόγια σχετικά με την υπόθεση του μυθιστορήματος αυτού, και ας δοκιμάσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα αν αυτό το βιβλίο του Μπολάνιο απευθύνεται μόνο σε φανατικούς θαυμαστές του ή όχι.

Το πνεύμα της επιστημονικής φαντασίας χωρίζεται σε τρία μέρη τα οποία, χωρισμένα σε ολιγοσέλιδα κεφάλαια, εναλλάσσονται μεταξύ τους. Το πρώτο μέρος είναι μια χαλαρή συζήτηση, που μοιάζει με συνέντευξη, του νεαρού συγγραφέα Γιαν Σκρέγια με μια δημοσιογράφο, στο πλαίσιο της δεξίωσης που ακολουθεί τη βράβευσή του για το πρωτόλειό του. Στο δεύτερο μέρος, σε πρώτο πρόσωπο, ο Ρέμο Μοράν, συγκάτοικος του Γιαν, αφηγείται τη ζωή στην Πόλη του Μεξικό, όπου κατέφυγε πριν από λίγα χρόνια, αφήνοντας πίσω του τη σκληρή πραγματικότητα της Χιλής. Στο τρίτο μέρος έχουμε κάποιες επιστολές του Γιαν προς διάφορους σημαίνοντες εκπροσώπους της βορειοαμερικανικής λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν τα ονόματα του Φίλιπ Ντικ και της Ούρσουλα Λε Γκεν. Η εναλλαγή των τριών αυτών αφηγήσεων αποτελεί το κεντρικό εύρημα για την προώθηση της πλοκής, καθώς μέσα από την εναλλαγή αυτή πλησιάζουμε την ιστορία από διάφορες μπάντες, τόσο χωρικές όσο και χρονικές. Ο δεκαεπτάχρονος Γιαν σπάνια βγαίνει από το σπίτι, και όταν το κάνει αυτό δεν απομακρύνεται περισσότερο από το τετράγωνό του, αγωνίζεται, όπως εκμυστηρεύεται σε κάποια επιστολή προς τον Φίλιπ Ντικ, να τελειώσει το πρώτο του μυθιστόρημα, για το οποίο όμως έχει βραβευθεί, γεγονός που αποτελεί την αφορμή για τη συνέντευξη στη νεαρή δημοσιογράφο λογοτεχνίας. Ο Ρέμο, τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος του Γιαν, ζει στον αντίποδα εκείνου, παρότι και αυτός προσπαθεί να βιοποριστεί μέσω της γραφής, έλκεται από τη σαγήνη του δρόμου, ερωτεύεται και δεν διστάζει να αγοράσει μια κλεμμένη μηχανή.

Δεν θα μάθουμε ποτέ ποια θα ήταν η κατά τον Μπολάνιο τελική εκδοχή του μυθιστορήματος αυτού, επομένως είναι παρακινδυνευμένο να αναζητήσει κανείς εξηγήσεις ή να γυρέψει τεχνικές αδυναμίες ως προς το δέσιμο των τριών μερών της ιστορίας. Και ενώ με βάση τη λογική, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως το συγκεκριμένο μυθιστόρημα -ή ανεπτυγμένο προσχέδιο μυθιστορήματος αν προτιμάτε- απευθύνεται στους πιο σκληροπυρηνικούς οπαδούς του Μπολάνιο, εκείνους που θα ήθελαν απεγνωσμένα να διαβάσουν οτιδήποτε δικό του υπάρχει, καθώς κινούνται υπό ένα καθεστώς ιδιότυπης μαγείας, θαρρείς· συναισθηματικά μιλώντας, θα ισχυριζόμουν πως η δυναμική της γραφής και η αφηγηματική ορμή του -κάθε βιβλίου του- Μπολάνιο είναι ικανές να παρασύρουν ακόμα και τον πλέον ανυποψίαστο αναγνώστη. Παρότι βρισκόμαστε στην πρώιμη συγγραφική του περίοδο, ο προσωπικός τρόπος με τον οποίο χειρίζεται τη γλώσσα είναι κιόλας εμφανής, η ευκολία με την οποία αναμειγνύει την ποίηση με τη γλώσσα του δρόμου, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο Μπολάνιο τη λαϊκότητα της λογοτεχνίας, την έξοδο από τα βαρετά σαλόνια στους γεμάτους προκλήσεις δρόμους. Ο μόνος κίνδυνος που ελοχεύει μοιάζει να είναι ο μη ενθουσιασμός του ανυποψίαστου αναγνώστη, η αδυναμία του να εξηγήσει προς τι ο τόσος ντόρος γύρω από τον συγγραφέα αυτόν, η αναβολή σε ένα μέλλον αβέβαιο της επιστροφής σε κάποιο άλλο, πιο χαρακτηριστικό, μπολιανικό μυθιστόρημα. Και θα ήταν κρίμα να συμβεί κάτι τέτοιο.

Στο Πνεύμα της επιστημονικής φαντασίας συναντά κανείς αρκετά γνώριμα μοτίβα: α) Το ντουέτο των κεντρικών χαρακτήρων· από την άποψη αυτή το έργο αυτό μας προσφέρει μια σημαντική πληροφορία, καθώς σε μια από τις τελευταίες επιστολές, ο Γιαν υπογράφει ως Γιαν Σκρέγια, αλλιώς Ρομπέρτο Μπολάνιο. Έτσι λοιπόν ενισχύεται από τα πλέον επίσημα χείλη η υποψία πως αρκετοί από τους χαρακτήρες του συγγραφέα αποτελούν άλτερ έγκο του ίδιου του Μπολάνιο, ενώ μένει ανοιχτό το αν τα ντουέτα αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου χαρακτήρα. β) Η έντονη παρουσία της ποίησης, των ποιητών και των περιοδικών· στην Πόλη του Μεξικό τα περιοδικά ποίησης πολλαπλασιάζονται, ενώ κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα εργαστήρια ποίησης, τη στιγμή που ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού μένει αναλφάβητο. Στο σημείο αυτό θα μπορούσε κανείς να διακρίνει τη σχισμή από την οποία εισβάλει ο μπολιανικός τρόμος, γιατί αν και σε ένα πρώτο επίπεδο τα πράγματα πηγαίνουν μια χαρά, οι ήρωες δεν εφησυχάζουν και επιχειρούν να διερευνήσουν το μυστήριο γύρω από το ξαφνικό ενδιαφέρον για την ποίηση. Ένας υπόγειος τρόμος αναβλύζει από το παράλογο και με διάθεση σάτιρας σκηνικό, αίσθημα που είναι διάχυτο από την αρχή του βιβλίου, και ο Μπολάνιο μαεστρικά το κατευθύνει, αυξομειώνοντας την έντασή του χωρίς ποτέ να το απομακρύνει από το προσκήνιο. γ) Η αγάπη για τη λογοτεχνία· που για τον Μπολάνιο δεν γνωρίζει διακρίσεις και το μυθιστόρημα αυτό θα μπορούσε να εκληφθεί και ως ένας φόρος τιμής στην παραγνωρισμένη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, που για κάποιους ακόμα και σήμερα θεωρείται αποπαίδι. Αλλά και για τις ιστορίες της λογοτεχνίας, για το πώς ο Περέκ αποσόβησε, για παράδειγμα, μια φιλολογικού διακυβεύματος αιματοχυσία στο Παρίσι.  δ) Οι βόλτες με τη μηχανή· ή με το αμάξι, μέσα στην πόλη ή διασχίζοντας την έρημο. ε) Οι αναφορές στον Ναζισμό· μία από τις πολιτικές όψεις της λογοτεχνίας του Χιλιανού. ζ) Η αναβίωση των μαχών μέσα από παιχνίδια στρατηγικής· πάνω στην οποία στηρίχτηκε το μυθιστόρημά του Το Τρίτο Ράιχ.

Αποσπασμένο από το κυρίως σώμα της εργογραφίας του Μπολάνιο, Το πνεύμα της επιστημονικής φαντασίας διαθέτει τόσο αρετές όσο και αδυναμίες, μην αγνοώντας πως μιλάμε για ένα ανολοκλήρωτο και πρώιμο έργο. Είναι από τα πρωτόλεια εκείνα έργα τα οποία θα γεννούσαν κάποιες προσδοκίες για το μέλλον, αν και θα έπρεπε κανείς να είναι χαρισματικός και αρκούντως διορατικός αναγνώστης για να διακρίνει από τότε την εξέλιξη του Μπολάνιο σε έναν τόσο επιδραστικό δημιουργό, που έφυγε από τη ζωή μόλις στα πενήντα του χρόνια, και όμως άφησε τεράστιο -τόσο σε ποσότητα όσο και σε ποιότητα- όγκο έργου. 

Αντίδωρο της παρούσας έκδοσης αποτελούν οι σελίδες με τις χειρόγραφες σημειώσεις του Μπολάνιο.

υγ. Το κείμενο σχετικά με τον Χλομό Βασιλιά του Γουάλας από όπου και το απόσπασμα της πρώτης παραγράφου μπορείτε να το βρείτε εδώ. Για τα υπόλοιπα έργα του Μπολάνιο: 2666 (εδώ), Οι άγριοι ντετέκτιβ (εδώ), Το Τρίτο Ράιχ (εδώ), Φυλαχτό (εδώ), Παγοδρόμιο (εδώ), Λούμπεν μυθιστορηματάκι (εδώ), Τηλεφωνήματα (εδώ).

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Άγρα               

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2019

Η αφηγήτρια ταινιών - Hernán Rivera Letelier



Στο σπίτι μας το χρήμα πήγαινε καβάλα στ' άλογο ενώ εμείς πηγαίναμε με τα πόδια. Έτσι, κάθε φορά που ερχόταν στον οικισμό μας καμιά ταινία που ο πατέρας μου τη θεωρούσε καλή - με μοναδικό κριτήριο το όνομα του πρωταγωνιστή ή της πρωταγωνίστριας- μάζευαν τα κέρματα ένα ένα, όσα ακριβώς χρειάζονταν για ένα εισιτήριο, και έστελναν εμένα να τη δω.
Και μετά, μόλις γυρνούσα από το σινεμά, έπρεπε να αφηγηθώ την ταινία στην οικογένεια που είχε συγκεντρωθεί και περίμενε σύσσωμη στο σαλονάκι μας.

Η ολιγοσέλιδη αυτή νουβέλα τού Χιλιανού Λετελιέρ αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα λογοτεχνικής και αφηγηματικής απλότητας, με τα υλικά της τοποθετημένα προσεχτικά και με τάξη γύρω από την τρυφερή και πρωτότυπη ιστορία της νεαρής αφηγήτριας, χωρίς επιδίωξη για πειραματισμούς και ρίσκα, μια σχεδόν απόλυτα χρονικά γραμμική και πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Νουβέλα η οποία διαβάζεται απνευστί, όχι μόνο εξαιτίας του μεγέθους της, όπως πιθανότατα θα περίμενε κανείς, αλλά και της αφήγησης, του τρόπου κυρίως με τον οποίο προωθείται η πλοκή, τρόπου απλού και καθόλου απαιτητικού, αλλά σε καμία περίπτωση βαρετού ή ενοχλητικού. Μια όμορφη ιστορία ειπωμένη με την κατάλληλη απλότητα. 

Την πρωτοπρόσωπη αφήγηση διαπνέει η νοσταλγία για εκείνη την περασμένη εποχή, όχι καλύτερη ή χειρότερη της τωρινής, απλώς διαφορετική, όταν η νεαρή τότε κοπέλα επέστρεφε μαγεμένη από το σινεμά και ένα μικρό ανθρώπινο πλήθος την πρόσμενε στο σαλόνι του σπιτιού της για να του διηγηθεί όσα είδε, τότε που ένιωθε για λίγο σταρ του σινεμά. Μια περίοδο δύσκολη, σε έναν τόπο σκληρό και αφιλόξενο, κατά την οποία η λάμψη του κινηματογράφου πρόσφερε μια αχτίδα ξεγνοιασιάς από την καθημερινότητα. Εδώ αξίζει να σταθεί κανείς και να επαινέσει τον συγγραφέα για την τήρηση του μέτρου, για την συνειδητή απόφαση να μην ξεχειλώσει συναισθηματικά την αφήγησή του, παρότι το έδαφος ήταν κάτι παραπάνω από κατάλληλο για ανούσιους και επαναλαμβανόμενους μελοδραματισμούς, σεβόμενος την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, το γεγονός δηλαδή πως η αφηγήτρια διηγείται τη δική της ιστορία με όλη τη συναισθηματική υπερβολή που κάτι τέτοιο μπορεί να συνεπάγεται.      

Η αφηγηματική φωνή προσαρμόζεται στις αναμνήσεις της αφηγήτριας, μοιάζει δηλαδή την ιστορία να την αφηγείται η ανήλικη εκδοχή του εαυτού της, εκείνη που έζησε τα γεγονότα τότε και όχι η τωρινή εκδοχή της, λες και μαζί με τα γεγονότα θυμάται και τον τότε εαυτό της. Αυτή η επιλογή λειτουργεί ως προς την απλότητα της αφήγηση μέσω της παιδικής ματιάς, αυτής της πιο αθώας ματιάς των πραγμάτων και των συνθηκών, εντούτοις με ξένισε και τη θεωρώ συγγραφική ευκολία. Η απλότητα της αφήγησης και το μικρό μέγεθος της νουβέλας δεν συνεπάγονται την αναμενόμενη αυστηρότητα, εκείνη που αποκλείει οτιδήποτε περιττό και οδηγεί σε ένα αποτέλεσμα σφιχτοδεμένο. Εδώ τα πράγματα είναι κάπως πιο χαλαρά, καθώς αφηγηματικά νήματα με ευκολία ξεπετάγονται και εγκαταλείπονται, ιδιαίτερα καθώς η αφήγηση οδεύει προς το τέλος.

Οφείλει βέβαια κανείς να προσεγγίζει εκ των υστέρων ένα βιβλίο λαμβάνοντας υπόψιν και τις προθέσεις του δημιουργού, όπως τουλάχιστον αυτές διαφαίνονται μέσα από την ανάγνωση. Κι εδώ έχουμε μια τιμιότητα ανάμεσα στις προθέσεις και στο τελικό αποτέλεσμα. Ο Λετελιέρ θέλει να διηγηθεί την ιστορία της αφηγήτριας των ταινιών και μέσω αυτής να αποτυπώσει την πραγματικότητα εκείνης της εποχής, και επιθυμεί να το κάνει με έναν τρόπο απλό, επιλέγοντας όμορφες λέξεις και αποφεύγοντας δύσβατα λογοτεχνικά μονοπάτια, με μια ποιητικότητα να αιωρείται και την απαραίτητη σε αυτές τις ιστορίες νοσταλγική διάθεση να κυριαρχεί, θυμίζοντας έναν ακόμα Χιλιανό, τον Αντόνιο Σκάρμετα. Και σε αυτό τα καταφέρνει περίφημα, παραδίδοντας μια νουβέλα που ικανοποιεί τον αναγνώστη που αγαπά τις καλές ιστορίες, αφήνοντάς του μια όμορφη αναγνωστική ανάμνηση, παρότι, κατά πάσα πιθανότητα, ποτέ δεν θα καταφέρει να διεισδύσει στις λίστες με τα πλέον αγαπημένα βιβλία του. Οι απλές ιστορίες λείπουν από την εποχή μας, καθώς το κυνήγι για τη σύνθετη, εξεζητημένη και πρωτότυπη ιδέα έχει εδώ και καιρό φουντώσει.

Το επίμετρο, απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Πάμπλο Νερούδα, ο οποίος πολιτεύτηκε σε εκείνα τα άνυδρα μέρη, εκτός από ταιριαστό συμπλήρωμα στη νουβέλα του Λετελιέρ αποτελεί και μια απαραίτητη υπενθύμιση για την αναγκαιότητα και τη δυναμική του ειλικρινούς και συναισθηματικού πολιτικού λόγου σε κάθε εποχή.      

Μετάφραση Λένα Φραγκοπούλου
Εκδόσεις αντίποδες

Τρίτη 12 Μαρτίου 2019

Λούμπεν μυθιστορηματάκι - Roberto Bolaño




Τώρα είμαι μητέρα και είμαι επίσης παντρεμένη γυναίκα, αλλά δεν πάει πολύς καιρός που ήμουν εγκληματίας. Ο αδερφός μου κι εγώ είχαμε μείνει ορφανοί. Το γεγονός αυτό κατά κάποιο τρόπο τα δικαιολογεί όλα. Δεν είχαμε κανέναν. Και όλα συνέβησαν στο άψε-σβήσε.
Η Μπιάνκα ξεκινάει να διηγηθεί, σε πρώτο πρόσωπο, την ιστορία της ίδιας και του αδερφού της, που έμειναν ορφανοί, μια ιστορία δύσκολης ενηλικίωσης στη Ρώμη. Και ξεκινάει σαν να απαντάει στην ερώτηση κάποιου, σαν ο αμέσως προηγούμενος ήχος να προέρχεται από το πάτημα του πλήκτρου rec σε ένα δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι. "Τώρα είμαι μητέρα και είμαι επίσης παντρεμένη γυναίκα", είμαι μία από όλους σας, εκείνη που η κοινωνία ανέμενε να είμαι, μια κανονική γυναίκα, παντρεμένη με παιδί.

Η αφήγηση της Λευκής (Μπιάνκα), χωρίς σε καμία περίπτωση να το αποσκοπεί, προκαλεί τη συγκίνηση, με έναν τρόπο μη προφανή, με μια διαφορετικού χαρακτήρα ειλικρίνεια, σαν να είναι η ιστορία της απλώς μια ιστορία όπως όλες οι άλλες. Η ποίηση εδώ απουσιάζει. Δεν αναφέρομαι στην ποιητικότητα του λόγου, αλλά στην απουσία της ποίησης και των ποιητών από τη συγκεκριμένη ιστορία. Υπάρχουν όμως αρκετά γνώριμα μπολιανικά μοτίβα· η άσκοπη περιδιάβαση στην πόλη, η εμμονή με την υποκουλτούρα, η γοητεία του εύκολου χρήματος, οι εφιάλτες, τα όνειρα για μια νέα ζωή. Θα είχε ενδιαφέρον να αντιπαραβάλει κανείς τη Μπιάνκα με την Αουξίλιο Λακουτούρ από το Φυλαχτό. Το ζεύγος των φίλων του αδερφού της αφηγήτριας, ο Μπολονέζος και ο Λίβιος, είναι οι πλέον μπολιανικοί, κομβικότατοι αν και δευτερεύοντες, χαρακτήρες του μυθιστορήματος, η ξαφνική εμφάνιση και εξαφάνιση των οποίων θέτει ένα ακόμα πριν και μετά στην ιστορία των δύο αδελφών, πέραν εκείνου της γονικής απώλειας.

Το Λούμπεν μυθιστορηματάκι είναι το τελευταίο έργο που εξέδωσε ο Μπολάνιο πριν από τον θάνατό του, και ενώ, με την υγεία του ολοένα να επιδεινώνεται, δούλευε ακατάπαυστα το 2666. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μετά τον θάνατό του εκδόθηκαν, και συνεχίζουν να εκδίδονται, διάφορα, ολοκληρωμένα ή μη, έργα του, τα οποία, για διαφορετικούς πιθανότατα λόγους για το καθένα, ο ίδιος επέλεξε να μην εκδώσει. Σίγουρα δεν πρόκειται για μείζον έργο, συγκρινόμενο, αναπόφευκτα, με τα υπόλοιπα βιβλία του σπουδαίου Μπολάνιο. Δύσκολα ένας αναγνώστης, εκκινώντας από το συγκεκριμένο, θα αντιλαμβανόταν το μεγαλείο και τη σημασία του Χιλιανού συγγραφέα στον ρου της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει και πολλά. Με οποιαδήποτε άλλο όνομα να υπογράφει, χωρίς τη σύγκριση με τα αδέρφια του, η κρίση για το Λούμπεν μυθιστορηματάκι θα ήταν διαφορετική. Παρ' όλα αυτά ο Μπολάνιο ακόμα και στην ανισότητα του έργου του υπερέχει.

υγ. Επιπλέον παραπομπές σε αναρτήσεις αφιερωμένες στον Μπολάνιο: εδώ, Οι άγριοι ντετέκτιβ/ και εδώ, Το Παγοδρόμιο



Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Άγρα

   

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

Οι άγριοι ντετέκτιβ - Roberto Bolaño







Οικειότητα. Αυτή είναι η κατάλληλη λέξη για να τιτλοφορήσει τις πρώτες σελίδες ανάγνωσης ενός βιβλίου του Μπολάνιο. Η αίσθηση πως έχεις ξαναβρεθεί εδώ, έντονη σε σημείο να αναρωτηθείς περισσότερες από μία φορά: μήπως το έχω ξαναδιαβάσει; Έχουν προηγηθεί αρκετές ακόμα ερωτήσεις, που συνοψίζονται σε μία κεντρική: είναι η κατάλληλη περίοδος για να διαβάσω Μπολάνιο; Εκ των υστέρων η αίσθηση οικειότητας προσφέρει την απάντηση: πάντα είναι η κατάλληλη περίοδος για να διαβάσεις Μπολάνιο. Μετά την ανάγνωση, καθώς οι μέρες περνούν, το μέγεθος του έργου διεκδικεί και καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο εμβαδόν· η σύνθεση, η φαινομενική ευκολία με την οποία ο Μπολάνιο διαχειρίζεται το υλικό του, η φιλοδοξία, τα ρίσκα που δεν φοβήθηκε να λάβει, ο τρόπος με τον οποίο χαλιναγωγεί τη φαντασία του ενώ ταυτόχρονα δεν την καταπιέζει, η μικρή φόρμα που μοιάζει με μεγάλη και το αντίστροφο, οι δεκάδες, παράλληλες της κεντρικής, ιστορίες, που λειτουργούν τόσο αυτόνομα όσο και συνεκτικά, χωρίς καμία αίσθηση περιττού, οι αναφορές του και ο τρόπος του να κινείται ανάμεσα σε αυτές. Η οικειότητα βγάζει τα καθημερινά της ρούχα, φοράει τα καλά της, ντύνεται και στολίζεται, ο θαυμασμός και το δέος επικρατούν, και έτσι το ερώτημα περί καταλληλότητας της περιόδου για ανάγνωση ενός βιβλίου του Μπολάνιο υψώνεται ξανά σε νέες βάσεις για τη στιγμή που θα επανέλθει η επιθυμία για λίγο Μπολάνιο ακόμα, γιατί θα επανέλθει.

Δεν είναι η πρώτη φορά που θα αναφερθώ στην ιδιότητα των σπουδαίων πολυσέλιδων βιβλίων να διχοτομούν τη μέρα του αναγνώστη· τα ακόμα πιο σπουδαία βιβλία -όπως Οι άγριοι ντετέκτιβ στην προκειμένη περίπτωση- καταφέρνουν, πέρα από τη διχοτόμηση, να καθορίσουν και τον χρόνο που απομένει εκτός ανάγνωσης, γεννώντας την επιθυμία να μοιραστείς τον ενθουσιασμό, να αναφερθείς σε εκείνη ή την άλλη ελάχιστη ή μεγαλύτερη σκέψη για το βιβλίο, να κρατήσεις σημειώσεις. Κάπως έτσι περνούν οι μέρες της ανάγνωσης, με διαδοχικές εγκεφαλικές εκρήξεις και συναισθηματικές υπερβάσεις, και κάπως έτσι ακολουθούν και οι αμέσως επόμενες.

Ανατρέχω σε εκείνες τις σκέψεις.

Σκεφτόμουν πως θα ήταν μία τουλάχιστον ενδιαφέρουσα άσκηση δημιουργικής γραφής να διαβάζει κανείς δύο σελίδες από το συγκεκριμένο βιβλίο και ύστερα να κάθεται πάνω από μία λευκή κόλλα χαρτί. Σκεφτόμουν πως εμένα καθόλου δεν θα με ενδιέφερε να πραγματοποιήσω αλλεπάλληλες αναζητήσεις στο διαδίκτυο, γυρεύοντας να ανακαλύψω ποιοι από τους εκατοντάδες δημιουργούς είναι υπαρκτοί και ποιοι όχι. Σκεφτόμουν πως ο Μπολάνιο διαθέτει το κατ' εξοχήν χάρισμα του παραμυθά, να σε πείθει πως ό,τι σου εξιστορεί είναι αληθινό. Σκεφτόμουν πόσες ώρες μελέτης θα απαιτούσε ακόμα και το πλέον ελάχιστο φιλολογικό σχόλιο, πως χωρίς το απαραίτητο αναγνωστικό ταλέντο οι ώρες μελέτης δεν θα είχαν και τόσο νόημα τελικά. Σκεφτόμουν να γκρεμίσω τη στοίβα με τα προς ανάγνωση βιβλία και στη θέση της να υψώσω μία καινούρια, αποτελούμενη αποκλειστικά από βιβλία του Μπολάνιο, ταυτόχρονα όμως ένιωθα τη δίψα για ιστορίες να εντείνεται. Σκεφτόμουν τον Θέρκας, που δουλεύοντας ως δημοσιογράφος επισκέφτηκε τον Μπολάνιο στο σπίτι του, με σκοπό να του πάρει συνέντευξη, και ο Μπολάνιο, τον άφησε να περιμένει για λίγο στο σαλόνι και επέστρεψε με τα δύο βιβλία του Θέρκας, βιβλία ελάχιστης εμπορικής επιτυχίας, και του μίλησε γι' αυτά. Σκεφτόμουν την αγάπη του για τη λογοτεχνία, για όλα τα είδη της λογοτεχνίας, τη διάκρισή της όχι σε καλή και κακή, αλλά σε έμψυχη και άψυχη, και τον τρόπο με τον οποίο ο Μπολάνιο ενσωματώνει το σύνολο της λογοτεχνίας στο έργο του. Σκεφτόμουν πως το σύνολο της λογοτεχνίας είναι απαραίτητο για την εμφάνιση ενός συγγραφέα όπως ο Μπολάνιο. Σκεφτόμουν τον αντισυμβατικό τρόπο ζωής του, αντισυμβατικό όχι ως προς τη λογοτεχνία αλλά ως προς το στερεότυπο, στα όρια του ταξικού, που κάποιοι δεν παύουν σε κάθε ευκαιρία να αναπαράγουν. Σκεφτόμουν πως ο Μπολάνιο αντιμετώπιζε τη λογοτεχνία με τον ίδιο τρόπο που ένα παιδί αντιμετωπίζει το παιχνίδι. Σκεφτόμουν πόσο αντιστικτικός και ταυτόχρονα αρμονικός είναι ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει τη φρίκη, σκεφτόμουν αν από εδώ θα μπορούσε να αντλήσει κανείς έναν ορισμό για την ποίηση. Σκεφτόμουν τους συγγραφείς εκείνους που θα συνεχίσουν από το σημείο που σταμάτησε ο Μπολάνιο, όχι ως ελπίδα αλλά ως φυσικό επακόλουθο της ροής του ποταμού. Σκεφτόμουν πως δεν ένιωθα την ανάγκη του συγγραφέα να με εντυπωσιάσει, ασχέτως αν αυτό έκανε εκείνος διαρκώς. Σκεφτόμουν πως το δέος, ενίοτε, δεν ευνουχίζει αλλά εμπνέει. Σκεφτόμουν πως κάποιες φορές οτιδήποτε παραπάνω από την προτροπή "διάβασέ το" ίσως είναι απλή και αχρείαστη υπερβολή. Σκεφτόμουν, και το σκέφτομαι ακόμα, πως η οποιαδήποτε αναφορά στην ιστορία, ειδικά σε αυτή την ιστορία, δεν έχει νόημα.  

Διαβάζω ξανά και ξανά τις σκέψεις αυτές.

Σκέφτομαι τη διάκριση ανάμεσα στην ανάγνωση και την αναγνωστική εμπειρία. Σκέφτομαι κάποια από τα όνειρα που έβλεπα, σπίτια με παραμορφωτικούς καθρέφτες, άνυδρα τοπία, έρημες μεταμεσονύχτιες πόλεις, ατελείωτους δρόμους να απλώνονται, εγκαταλελειμμένα κάμπινγκ, στατικά καρέ να πλημμυρίζουν με αίμα, αμμουδιές να περιμένουν την επιστροφή της παλίρροιας, τη φυγή του Ρεμπό στην Αφρική· δεν τα σημείωνα όμως. Σκέφτομαι τη Μπλάνες, τη μικρή καταλανική παραθαλάσσια πόλη. Σκέφτομαι πως η θέση των Άγριων ντετέκτιβ στη βιβλιοθήκη είναι ανάμεσα στο Φυλαχτό και το 2666, δεξιά και αριστερά αυτών τα υπόλοιπα, σε τυχαία σειρά. Σκέφτομαι πως ένα βιβλίο του Μπολάνιο μπορεί να αποδειχτεί σωτήριο.

Μετάφραση Κώστας Αθανασίου
Εκδόσεις Καστανιώτη