Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Η θεραπεία του νερού - Percival Everett






"Αυτές οι σελίδες είναι η ομολογία μου."

Ο Ισμαήλ - συνονόματος του αφηγητή στο, μεγαλειώδες έπος της αμερικανικής λογοτεχνίας, Μόμπι Ντικ - επιχειρεί να συντάξει μια ομολογία που κατά τα φαινόμενα δεν του ζήτησε κανείς. Φαντάζει με υποχρέωση αμιγώς ηθική, μια απόπειρα να συμφιλιωθεί με τις Ερινύες που τον τριβελίζουν, μία χείρα λογικής που τον συγκρατεί λίγο πριν πέσει για πάντα στην αγκαλιά της τρέλας. Μικρή σημασία έχει το γεγονός πως η πλειοψηφία της κοινής γνώμης θα επιδοκίμαζε πιθανότατα μία πράξη εκδίκησης και πως το δικαστήριο θα προσέδιδε ελαφρυντικά στο τελικό κατηγορητήριο. Όταν είδε το σώμα της δολοφονημένης κόρης του έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια του, πάγωσε, απάντησε μηχανικά στις ερωτήσεις των αστυνομικών, υπάκουσε πειθήνια στα περίπλοκα γραφειοκρατικά γρανάζια, έσφιξε στην αγκαλιά του την πρώην σύζυγό του και συνειδητοποίησε πως ήταν και οι δυο τους ανίκανοι να λειτουργήσουν ως στήριγμα ο ένας του άλλου, η σπίθα του κοινού πόνου δεν υπήρξε ικανή να προκαλέσει την ανάφλεξη. Τότε, η εκδίκηση κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξής του. Δράση και αντίδραση.

Αναζητεί καταφύγιο στο λόγο, στη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία. Προσπαθεί να δώσει εξήγηση, να κατανοήσει την απώλεια. Αυτή η απόπειρα τον οδηγεί αναπόφευκτα σε ερωτήματα γύρω από την ύπαρξη. Πιάνει το νήμα από την αρχαία φιλοσοφία. Ηράκλειτος, Θαλής, Αριστοτέλης. Ο θάνατος υπήρξε διαχρονικά η μοναδική φιλοσοφική βεβαιότητα, ούτε οι σοφιστές τα έβαλαν μαζί του. Ακολουθεί την εξέλιξη της σκέψης, ιδιαιτέρως της δυτικής, δίχως όμως να διστάζει στιγμή να γυρίσει στις πηγές, ξανά και ξανά. Νιώθει την ανάγκη να συνομιλήσει, απευθύνεται συχνά στον αναγνώστη κάτι που δίνει χαρακτήρα επιστολής στην ομολογία του, τον καλεί να κοιτάξει το "άγιο κτήνος" στα μάτια, να μην αποστρέψει το βλέμμα στιγμή. Παραλήρημα ανάμεσα στο χάος και τη βεβαιότητα, φως και σκοτάδι. Υπάρχουν στιγμές που η γνώση δείχνει να βοηθά, ύστερα όμως από λίγες γραμμές στέκει άχρηστη στη γωνία. Λόγος μακροπερίοδος, με ειρμό και διαστήματα πνευματικής διαύγειας που ανακόπτουν τη θύελλα της ανάμνησης των αποκρουστικών λεπτομερειών του εγκλήματος και τις εμμονές εκδίκησης. Η μνήμη - δυστυχώς για εκείνον - φαίνεται να αποτελεί δυνατό σημείο του εγκεφάλου του, η λήθη θα αργήσει. Τα πάντα συναντιούνται στο στιγμιαίο τώρα της γραφής, όλα συμβαίνουν τη στιγμή που πέφτουν στο χαρτί.

Ανάγνωση που απαιτεί πολλά. Ο Έβερετ όμως είναι σπουδαίος συγγραφέας, του αρκούν μόλις λίγες γραμμές για να παγιδεύσει τον αναγνώστη στον ιστό της ιστορίας του. Ο ρυθμός και η αυξανόμενη ένταση επιβάλουν μια ιδιόμορφη χρονική αντίστιξη· ανάγνωση αργή με ταυτόχρονη αίσθηση πως οι σελίδες γυρνούν γρήγορα. Δεκάδες - για να μην πω εκατοντάδες - αναφορές σε έργα, μια τεράστια γκάμα πηγών που δεν αποτελεί κενή επίδειξη γνώσεων μα υπηρετεί υπέροχα την κεντρική ιδέα. Στιγμή δεν έφυγε από το μυαλό μου η Πτώση του Καμύ· η ομολογία του Ισμαήλ αποτελεί μια υπαρξιακή κραυγή.

Οι συνεχείς νύξεις στην επικαιρότητα διευρύνουν τα στενά όρια του ατομικού, ο άνθρωπος άλλωστε είναι μέρος της κοινωνίας. Στην ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκεται ο Μπους ο νεότερος, το Γκουαντάναμο λειτουργεί επίσης με όρους εκδίκησης υπό τη σιωπηλή ανοχή της πλειοψηφίας. Δίχως το δικαίωμα στην υπεράσπιση, εκ των προτέρων ένοχοι για τα πάντα, οι έγκλειστοι γνωρίζουν από κοντά το πρόσωπο της δημοκρατίας που στερήθηκαν στην Ανατολή. Η πίστη στην αυτοάμυνα, η οπλοκατοχή, ο νόμος στα χέρια. Βασανιστήρια για την εξαγωγή ομολογιών, αυτή είναι η απάντηση των πολιτισμένων στους φανατικούς ισλαμιστές.Σε εκείνη τη σκοτεινή πλευρά κατοικούν οι ενοχές του αφηγητή, καθώς νιώθει να γίνεται ένα με το τέρας.

Ιδιαίτερες οι σκηνές στο απομονωμένο σπίτι του Ισμαήλ· το άνυδρο τοπίο, η σκόνη της ερήμου, η σκιά των βράχων, μια απόκοσμη αίσθηση. Μου έφερε στο νου το σπίτι από το Σημείο Ωμέγα του ΝτεΛίλλο.

Ξεχωριστή μνεία αρμόζει στον μεταφραστή Δημήτρη Αθηνάκη. Ανταποκρίθηκε με επιτυχία στα συνεχή γλωσσικά παιχνίδια του κειμένου επιδεικνύοντας προσαρμοστικότητα και δημιουργική φαντασία.



υ.γ Η Αμερικάνικη έρημος του ίδιου ήταν αρκετά διαφορετικό ως προς το ύφος αν και στον πυρήνα του είχε επίσης έντονο τον κοινωνικό προβληματισμό. Στη λίστα με τα προσεχώς είναι και το Σβήσιμο για το οποίο πρόσφατα έγραψε η Κατερίνα στο ιστολόγιο της.

υ.γ 2 Ψάχνω την Αμερικάνικη έρημο για την καθιερωμένη φωτογραφία και δεν τη βρίσκω. Θύμα άραγε της πρόσφατης τακτοποίησης ή της ασθενούς μου μνήμης; 



Μετάφραση Δημήτρης Αθηνάκης
Εκδόσεις Πόλις






Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Άγονες Ζωές - Graciliano Ramos










Η ξηρασία αναγκάζει την οικογένεια του Φαμπιάνο να βρεθεί, για ακόμα μια φορά, στο δρόμο, αναζητώντας νέο μέρος για να εγκατασταθεί. Η φαζέντα στην οποία δούλευε ως γελαδάρης δεν υπάρχει πια, οι καλλιέργειες κάηκαν από την ανομβρία , το κάποτε γόνιμο χώμα έγινε έρημος σε μια στιγμή, όρνια λυμαίνονται τα κουφάρια των ζώων. Ο ήλιος φέρει θάνατο σε τούτα τα μέρη. Ο Φαμπιάνο, η κυρά-Βιτόρια, τα δύο παιδιά και η Φάλαινα – η πιστή ηλικιωμένη σκύλα – περπατούν κάτω από τον καυτό ήλιο, γυρεύοντας ίσκιο και τροφή. Κουβαλούν  τα ελάχιστα υπάρχοντά τους σε μια πορεία προς το άγνωστο.  Το άγνωστο δεν τους τρομοκρατεί, αλλά αντίθετα τους γεμίζει  ελπίδα, γιατί πουθενά δε μπορεί να είναι χειρότερα από τη μέση του τίποτε.


Οι πρώτες γραμμές της νουβέλας φέρνουν στο νου την εναρκτήρια παράγραφο του διηγήματος του Χουάν Ρούλφο, Μας δώσανε τη γη.

«Τόσες ώρες περπάτημα, χωρίς να βρούμε ούτ’ έναν ίσκιο δέντρου, ούτ’ έναν σπόρο δέντρου, ούτε μια ρίζα από τίποτα, και τώρα ακούμε να γαβγίζουν τα σκυλιά.»                      (μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου)

Καθώς η ανάγνωση προχωρά το νήμα που ενώνει τους δύο συγγραφείς γίνεται πιο ορατό. Το έργο του Ράμος θα αποτελέσει επιρροή για αρκετούς δημιουργούς, ένας σπόρος λογοτεχνικού ρεαλισμού  φέρνει επιτέλους στο προσκήνιο τους ανθρώπους της γης, τους περιθωριοποιημένους αυτόχθονες, την πλειοψηφία.  Η οικογένεια Buendia έχει στενούς δεσμούς συγγένειας με την οικογένεια του Φαμπιάνο.

Βρισκόμαστε στη Σερτάο, έτσι ονομάζεται το εσωτερικο της Βραζιλίας. Τόπος άγονος. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού  ζει σε συνθήκες πρωτόγονες, τα ποσοστά αναλφαβητισμού είναι σχεδόν καθολικά. Ο Ράμος έζησε αρκετά χρόνια σε εκείνες τις περιοχές. Γνώρισε από κοντά τον καθημερινό μόχθο των ανθρώπων αυτών, τους είδε να πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από τους ισχυρούς γαιοκτήμονες. Για τις αγωνίες αυτών των ανθρώπων θέλησε να γράψει, να διηγηθεί τις δυσκολίες αλλά και τις ελπίδες τους, τα όνειρά τους.

Η μόρφωση αποτελεί, σύμφωνα με τον συγγραφέα, τη μόνη ελπίδα για αυτούς τους ανθρώπους, μόνο έτσι θα μπορέσουν να υπερασπιστούν το μόχθο τους και να διεκδικήσουν ένα καλύτερο αύριο.  Η πρόσβαση των παιδιών στη μόρφωση είναι σχεδόν αδύνατη, αλλά δε δείχνει να αποτελεί και προτεραιότητα των γονιών. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα στο οποίο ο Φαμπιάνο σκέφτεται πως « εάν μάθαινα κάτι, θα ήθελα να μάθω περισσότερα και ποτέ δε θα ήμουν ευχαριστημένος». Κάπως έτσι το καθεστώς αμάθειας περνά από γενιά σε γενιά.

Παρά τις δυσκολίες, οι κάτοικοι στη Σερτάο δεν παύουν να ονειρεύονται με έναν τρόπο συγκινητικά απλό και εξόχως χρηστικό. Το όνειρο της κυρά-Βιτόρια είναι κάποια στιγμή να αποκτήσουν με τον άντρα της ένα κανονικό κρεβάτι, άνετο, πάνω στο οποίο ο ύπνος θα αποτελεί ένα πραγματικό διάλειμμα ανάπαυσης από το κάμα της ημέρας. Ξέρει πως αποτελεί πολυτέλεια αφού απαιτεί έναν σταθερό  τόπο κατοικίας και αρκετά χρήματα. Η μονιμότητα σε αυτά τα μέρη εξαντλείται στις συνθήκες διαβίωσης.

Ο λόγος του Ράμος στεγνός και λιτός, μεταχειρίζεται λέξεις ανθεκτικές στο περιβάλλον που κινούνται οι ήρωες του,  λέξεις περιορισμένου ύψους και ακανθώδεις, μοιάζουν με τους κάκτους της ερήμου,  τους φαινομενικά εχθρικούς που όμως προσφέρουν την ελάχιστη σκιά και το νερό που με κόπο μάζεψαν. Οι αχρείαστες γλωσσικές φιοριτούρες μαράθηκαν πριν καν γεννηθούν, οι προτάσεις μικρές όπως τα βήματα στο πυρωμένο έδαφος. Περιθώρια για ωραιοποίηση δεν υπάρχουν, σκοπός του Ράμος είναι να δείξει, η αλήθεια είναι σκληρή όπως το άνυδρο έδαφος. Η αφήγηση ακολουθεί την κυκλική πορεία των εποχών, τροχός σε αιώνια περιστροφή.  Η μετάφραση του Ρούβαλη, απευθείας από τα πορτογαλικά, σέβεται το κείμενο και υπηρετεί το όραμα του δημιουργού, δε διστάζει να ελληνοποιήσει ορισμένους όρους (γεωγραφίας και βοτανολογίας κυρίως) και εκ του αποτελέσματος δικαιώνεται. 

Η νουβέλα του Ράμος , Άγονες ζωές, εκδόθηκε το μακρινό 1938. Θεωρείται ως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του μοντερνισμού στη Βραζιλία. Είναι η πρώτη φορά που κυκλοφορεί αυτόνομο κάποιο έργο του Βραζιλιάνου συγγραφέα στα ελληνικά (είχαν προηγηθεί κάποιες μεταφράσεις διηγημάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά). Η παρούσα έκδοση καλύπτει ένα σημαντικό κενό της μεταφρασμένης λογοτεχνίας.

                                                                                                                                                (Πρωτοδημοσιεύτηκε στο bookstand.gr)





Μετάφραση Γιώργος Ρούβαλης
Εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάτων




Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Δεν καταλαβαίνω #7



"Για ελληνικό είναι πολύ καλό." Φράση που χρησιμοποιείται ως γενναιόδωρο κοπλιμέντο μα στα αυτιά μου ηχεί ως σχόλιο ταπεινωτικό και προσβλητικό. Δεν καταλαβαίνω λοιπόν τι εννοεί ο εκφωνητής της έκφρασης αυτής όταν το αντικείμενο δεν είναι μήτε αυτοκίνητο μήτε διαστημόπλοιο αλλά ένα μυθιστόρημα... Πραγματικά δεν καταλαβαίνω ποιες είναι εκείνες οι δυσθεώρητες προδιαγραφές που καθιστούν ένα μικρό θαύμα τη συγγραφή ενός βιβλίου  στα ελληνικά.

Έχω πολλάκις αναφερθεί στην ελληνική λογοτεχνία μέσα από αυτό το ιστολόγιο, έχω επαναλάβει σε κάθε ευκαιρία την πίστη μου στην ύπαρξη καλής και ποιοτικής ελληνικής λογοτεχνίας σε σημείο που κάποιοι να με κατηγορήσουν για "λογοτεχνικό πατριωτισμό". Ένα παράδειγμα αποτελεί η ανάρτηση που μπορείτε να βρείτε εδώ.

Επανέρχομαι όμως στη φράση, "για ελληνικό είναι πολύ καλό". Σκέφτομαι πως αν αντικείμενο σχολιασμού ήταν ένα αυτοκίνητο για παράδειγμα, τα παραπάνω σχόλιο θα είχε μια βάση αντικειμενικότητας, καθώς στη, χωρίς τεχνολογική υποδομή στην αυτοκινητοβιομηχανία, χώρα μας, θα ήταν εντυπωσιακό να παραχθεί ένα αμάξι με ικανότητα να πιάνει υψηλή ταχύτητα, να προσφέρει ασφάλεια, να είναι φιλικό προς το περιβάλλον και να στοιχίζει λίγο. Αυτό ναι, θα ήταν μια ιστορία επιτυχίας, παράσημο στο παρμπρίζ η φράση "για ελληνικό είναι πολύ καλό", γιατί μπορεί να μη συναγωνιστεί ένα ιταλικό ή γερμανικό αλλά πηγαίνει αξιοπρεπώς.

Η συγγραφή ενός βιβλίου απαιτεί μηδενική τεχνολογική υποδομή. Προς τι λοιπόν το υποτιμητικό σχόλιο περί εντοπιότητας; Δεν καταλαβαίνω. Το αντιμετωπίζει άραγε εξ αρχής διαφορετικά; Έχει μικρότερες προσδοκίες οι οποίες τελικώς ικανοποιούνται; Και αν όντως έχει προσδοκίες μικρές τότε γιατί άραγε ξεκίνησε να το διαβάζει, γιατί δεν έμεινε πιστός στα σπουδαία ξένα (όλα ένα τσουβάλι);

(Όσο περνάει ο καιρός τόσο τσαντίζομαι με αντίστοιχες φράσεις και παγιωμένες απόψεις, ίσως φταίει που μεγαλώνω και χάνω την υπομονή μου.) 

 

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Καλλιτέχνης Γυναικών - Eduardo Mendoza





Ο αφηγητής - και ταυτόχρονα κεντρικός πρωταγωνιστής της ιστορίας - πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του σε μια ψυχιατρική κλινική στα περίχωρα της Βαρκελώνης, πιστεύοντας αρχικώς πως επρόκειτο για μια προσωρινή και αναίμακτη λύση ώστε να γλιτώσει από τις δαγκάνες της δικαιοσύνης, ένας συμβιβασμός μεταξύ δικαστή και κατηγορούμενου. Τελικώς η βραχεία περίοδος μετατράπηκε σε ρουτίνα και μονιμότητα, καθώς ο διευθυντής της κλινικής αρνείτο πεισματικά να δεχτεί τον αφηγητή για επαναξιολόγηση, βήμα απαραίτητο προς την ελευθερία. Ώσπου μια μέρα, με πρωτοβουλία του απόμακρου δυνάστη τόσων ταλαιπωρημένων ψυχών, κλήθηκε στο γραφείο και έλαβε εξιτήριο, έτσι απλά.

Με τα λιγοστά του υπάρχοντα παίρνει το δρόμο προς τη Βαρκελώνη, δεκαετίες μετά την τελευταία φορά τα πάντα δείχνουν να έχουν αλλάξει. Οι ολυμπιακοί αγώνες έχουν μετατρέψει οριστικά την πρωτεύουσα της Καταλονίας σε λίκνο τουριστικό. Κατάκοπος, μετά την πολύωρη πεζοπορία, διαλέγει ένα παγκάκι για να περάσει τη νύχτα, όμως το πρωί διαπιστώνει πως οι αετονύχηδες - πρώην - συνάδελφοί του τον έχουν αφήσει με το εσώρουχο. Σχεδόν γυμνός περιδιαβαίνει τους δρόμους της πόλης αναζητώντας την αδερφή του. Στα μάτια των περαστικών φαντάζει τουρίστας, ένας από τους αμέτρητους ιδιόρρυθμους ξένους που κατακλύζουν το κέντρο της πόλης. Μόνο οι κράχτες του δίνουν σημασία.

Παρά την ιδέα - που από την πρώτη στιγμή στριφογυρίζει στο νου του - πως εκτός ψυχιατρείου το ποσοστό των τρελών είναι τελικά κατά πολύ υψηλότερο, ο ήρωας αποφασίζει να αδράξει την ευκαιρία που του δόθηκε και να ακολουθήσει βίο συνετό, αφήνοντας πίσω του οριστικά τις μέρες της παρανομίας και του εγκλεισμού. Όμως τα πράγματα θα εξελιχθούν διαφορετικά και εκείνος άθελά του θα εμπλακεί στη διαλεύκανση μίας σκοτεινής δολοφονίας...

Με πρόζα που τσακίζει κόκαλα και διάθεση να ισοπεδώσει τα πάντα μέσα από το χιούμορ και τη σάτιρα, ο Μεντόθα καταφέρνει κάτι πολύ δύσκολο, να προκαλέσει το αβίαστο γέλιο στον αναγνώστη. Παρωδία αστυνομικού μυθιστορήματος, ο Καλλιτέχνης γυναικών είναι ένα από τα πλέον αστεία βιβλία που έχω διαβάσει. Ο συγγραφέας όμως δεν παρασύρεται από την υπερβολή, παραμένει προσηλωμένος στην εξέλιξη της ιστορίας και στη διάπλαση των χαρακτήρων, γνωρίζοντας πως αυτός είναι ο ασφαλέστερος δρόμος προς το γέλιο. Αποφεύγει τη στείρα επανάληψη καταστάσεων, η δομή του προσφέρει απλόχερα τα κατάλληλα κενά στα οποία με μαστοριά τοποθετεί τις ατάκες και την οργιώδη φαντασία του. Δείχνει να ξέρει πότε να παγώσει την εικόνα ώστε να τραβήξει τη σκηνή στα άκρα και πότε να πατήσει play ξανά. Αυστηρή πειθαρχία πίσω από το υπέροχα χαοτικό αποτέλεσμα. 

Η συγγραφική μαγκιά του Μεντόθα, για μένα, έγκειται στο γεγονός πως δεν αρκείται στην παρωδία. Πίσω από τα υστερικά γέλια και τις εύστοχες ατάκες κρύβεται το σκοτάδι, η Βαρκελώνη που αλλάζει - ή σύμφωνα με κάποιους άλλαξε οριστικά και αμετάκλητα -, οι καθημερινοί άνθρωποι που παλεύουν για την ευτυχία με όσα μέσα διαθέτουν. Ο αφηγητής είναι ένας αξιαγάπητος αντιήρωας, που κερδίζει την αμέριστη συμπάθεια του αναγνώστη (ίσως και λόγω της ενοχής που προκαλεί η συνειδητοποίηση πως στην πραγματική ζωή μάλλον θα περνούσε απαρατήρητος...). Η μοναξιά δεν σχετίζεται με την οικονομική άνεση, πολύ δε περισσότερο η ευτυχία.

Απαιτητική η δουλειά της μεταφράστριας, Αγγελικής Βασιλάκου, που καταφέρνει να αποδώσει στα ελληνικά αρκετά λογοπαίγνια αλλά και να μεταφέρει εύστοχα καταστάσεις αμιγώς καταλανικές.

 Ένα σπουδαίο βιβλίο, δώρο για τα γενέθλια του μπλογκ, μου θύμισε τα Μυστήρια της Μαδρίτης του  Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα. Η κωμωδία είναι για μένα το δυσκολότερο είδος, το πλέον απαιτητικό, η συγκίνηση μπορεί να προκληθεί και εκβιαστικά, το γέλιο όχι.



Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες



Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Επιστροφή ξανά στην ίδια βιβλιοθήκη





Κανέναν δε θα εντυπωσίαζα φαντάζομαι, λέγοντας πως το πρώτο πράγμα που χαζεύω σε ένα σπίτι είναι η βιβλιοθήκη (αν βέβαια αυτή υπάρχει). Την ώρα που οι λοιποί βολεύονται στο "σαλόνι" και αναρωτιούνται τι να προσφέρουν και τι να ζητήσουν, ανάμεσα σε συζητήσεις εισαγωγικές, που συνήθως περιλαμβάνουν φαινόμενα καιρικά - ουχί ακραία, αλλά πάντως άξια λόγου - ή (στην αθηναϊκή πραγματικότητα) την αναφορά σε οχήματα μεταφοράς, με συντελεστές όπως η πυκνότητα αυτών, η μέση ταχύτητα και ο χρόνος - πάντα ο χρόνος -, ενώ λοιπόν συμβαίνουν τα παραπάνω εγώ προσπαθώ σχεδόν στα κρυφά (στα μουλωχτά όπως αρέσει σε κάποιους να λένε) να πλησιάσω το - συνήθως ξύλινο - αντικείμενο του πόθου. Είναι κάτι στο οποίο δε μπορώ να αντισταθώ αν και πολλάκις έχω δεχτεί την παρατήρηση από προασπιστές της ορθής διαγωγής που επιβάλλει το πρωτόκολλο φιλοξενίας, διπλή κατηγορία για αδιακρισία και αδιαφορία. Αδιακρισία μέγιστη να κοιτάζεις τη βιβλιοθήκη κάποιου, συμφωνώ, γιατί δεν αποτελεί κλισέ πως μέσα από μια βιβλιοθήκη μπορείς να ρίξεις προνομιούχες ματιές στην ψυχή (ή στο χαρακτήρα αν προτιμάτε) του αναγνώστη. Ως προς αυτό δηλώνω ένοχος. Ίσως να είναι ο λόγος που μερικοί αρνούνται να στήσουν τα βιβλία τους σε δημόσια θέα εντός της εστίας, όπως το σαλόνι για παράδειγμα, και προτιμούν δωμάτια αμιγώς ιδιωτικά, εκεί που η πρόσβαση απαιτεί μεγαλύτερη οικειότητα (ή περισσότερο θράσος).

Εκεί λοιπόν, κοντά στη βιβλιοθήκη, περνώ αρκετό χρόνο, χαζεύοντας ράχες, προσπαθώντας να διαπιστώσω αν υπάρχει κάποιο σύστημα οργάνωσης ή αν η τυχαιότητα βασιλεύει. Ενθουσιάζομαι στη θέα αγαπημένων τίτλων, ζηλεύω όντας τόσο κοντά σε κάποιο μυθιστόρημα που η αναζήτηση το εμφανίζει ως εξαντλημένο. Η οικειότητά μου με τον οικοδεσπότη καθορίζει ζητήματα όπως το άγγιγμα, το τράβηγμα έξω για ξεφύλλισμα, την εύρεση θάρρους να ζητήσω δανεικά (εκμεταλλευόμενος συνήθως τη φράση, "αν θες κάποιο μη διστάσεις να μου το ζητήσεις"). Ύστερα επιστρέφω στο σαλόνι όπου επανέρχεται για χάρη μου το ζήτημα της προσφοράς προς τον φιλοξενούμενο, ενώ ταυτόχρονα γίνομαι δέκτης θανατηφόρων ματιών - όπως τότε που ήμουν παιδί σκανταλιάρικο. Όμως κάτι άλλο ξεκίνησα να γράψω και πάλι για εκείνη μιλώ.

Στα εφοδιασμένα με όμορφες βιβλιοθήκες σπίτια, όταν η δεύτερη επίσκεψη απέχει πολύ της πρώτης, λαμβάνει χώρα ένα ιδιαίτερο πείραμα εξέλιξης, αμιγώς προσωπικό (τώρα πια όχι). Με περισσότερο θράσος (ένεκα της γνώσης του χώρου) επανέρχομαι σε απόσταση αναπνοής και αφού ρίξω μια πιο γενική ματιά για την περίπτωση κάποιας μεγάλης εξωτερικής αλλαγής, πλησιάζω το κάθε ράφι ξεχωριστά, στρέφω το κεφάλι (συνήθως προς τα αριστερά) και θέτω σε κίνηση την παράλληλη μετατόπιση του σώματος. Παρατηρώ ορισμένα βιβλία για πρώτη φορά, ευθύνη είτε της μνήμης, είτε μιας μικροαλλαγής, μιας νέας άφιξης. Στέκομαι λίγο παραπάνω σε εκείνα που αναπόλησα κατά τη διάρκεια της απουσίας μου.

Η εξέλιξη σχετίζεται με τα βιβλία που ενώ την πρώτη φορά μου ήταν παντελώς άγνωστα, στο διάστημα που μεσολάβησε έπεσα πάνω τους ξανά, άκουσα γι' αυτά πράγματα εξόχως ενδιαφέροντα και προκλητικά, τοποθετήθηκαν σε κάποια από τις δεκάδες λίστες με τα προσεχώς και τώρα εμφανίζονται μπροστά μου. Φαινόμενο που επαναλαμβάνεται όλο και πιο συχνά, αποτελεί για μένα ένα μέτρο της εξέλιξής μου ως αναγνώστη αλλά και ένα παράξενο παιχνίδι της μοίρας. Θα μπορούσε να πει κάποιος πως κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στα βιβλιοπωλεία, δεκτό, αλλά πιστεύω πως οι οικιακές βιβλιοθήκες έχουν μια σταθερότητα διαφορετική, οι αλλαγές λαμβάνουν χώρα με ένα ρυθμό πιο αργό, πιο προσωπικό και προσφέρονται ως εργαστηριακές πλατφόρμες. 

Είναι ωραία τα (ξένα) σπίτια με βιβλιοθήκες.   




Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

Κόρε.Ύδρο @ Gagarin





Αρχές του 2007, χαζεύω τις λίστες με τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς που πέρασε σε γνωστό free press. Στην κορυφή της εγχώριας παραγωγής φιγουράρει ο δίσκος των Κόρε.Ύδρο με τον προβοκατόρικο τίτλο, Φτηνή ποπ για την ελίτ. Δεν τους έχω ακούσει ξανά, ούτε καν σαν όνομα. Αγόρασα το δίσκο από ένστικτο. Η πρώτη ακρόαση με αφήνει με ανάμεικτα συναισθήματα, ταυτόχρονη έλξη και απώθηση. Η παράξενη φωνή, οι ιδιαίτερες ενορχηστρώσεις, οι πομπώδεις στίχοι. Ξέρω τη λύση, αφήνω το cd στο αμάξι, εκεί λαμβάνω τις τελικές κρίσεις στη μουσική, νιώθω πως η συγκέντρωσή μου φτάνει σε υψηλά επίπεδα.

Δεν ήταν απλή υπόθεση, καμία σχέση που πρόκειται να αντέξει στον χρόνο δεν είναι απλή υπόθεση και ας είμαστε διατεθειμένοι να το πιστέψουμε εξαιτίας μιας έμφυτης ροπής στην ευκολία. Το Όχι πια έρωτες ταίριαζε στην περίοδο, αποδείχτηκε πως ταιριάζει σε κάθε αντίστοιχη περίπτωση, ίσως εξαιτίας του πληθυντικού, έχει την ικανότητα να απευθύνεται στο κάθε επιμέρους εσύ που φωνάζοντας αλτ απαιτεί την ανάταση των χεριών. Η ακρόαση έγινε σχεδόν καθημερινή, οι στίχοι παραμέρισαν και η φωνή πια δεν ξένιζε αλλά έπαιζε ρόλο κυρίαρχο. Η μελωδία του πιάνου, τα ηλεκτρικά ξεσπάσματα, οι παύσεις και οι εντάσεις. Σύνολο που απαιτούσε χρόνο σχεδόν αντίστοιχο της σύνθεσης.

Ένα χρόνο αργότερα, λειτούργησε ως soundtrack στο ταξίδι της επιστροφής με αυτοκίνητο από τη Νάουσα. Ο Α. δεν είχε υπολογίσει καλά την απόσταση με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κενό μουσικό, βρήκα ευκαιρία και έχωσα το δισκάκι στη σχισμή. Στο τέλος της ακρόασης εκείνος είπε : "είναι πολύ παράξενοι, με την καλή έννοια".

Τα χρόνια πέρασαν και οι Κόρε.Ύδρο πήραν τη θέση τους στο πάνθεον των αγαπημένων. Κάποτε ήρθαν στην Αθήνα και εγώ προσπαθούσα μάταια επί ώρα να πείσω κάποιον να έρθει μαζί μου - τότε ντρεπόμουν να πάω μόνος μου - , προτίμησαν τις μπύρες και εγώ το μετάνιωσα, μα ήταν - όπως πάντα - αργά. Από τότε πέρασαν χρόνια, ήρθαν ξανά για λάιβ αφού κυκλοφόρησαν το δίσκο Η γενιά του 78, ούτε τότε πήγα. Οι περιγραφές σχετικά με τις συναυλίες τους ήταν αποθεωτικές, όχι μόνο στις επίσημες κριτικές αλλά και στις προφορικές εξιστορήσεις. Μιλούσαν όλοι για την απίστευτη σχέση ανάμεσα στο γκρουπ και στο κοινό. Κρατούσα μικρό καλάθι.

Φέτος ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Μετά από την κυκλοφορία του τελευταίου τους δίσκου , Απλές ασκήσεις στον υπαρξισμό, θεωρούσα δεδομένη την κάθοδό τους από την Κέρκυρα στην Αθήνα, απέμενε απλώς η ανακοίνωση της ημερομηνίας.

Τη συναυλία άνοιξε ο Lumiere Brother με την μπάντα του, μουσικός ιδιαίτερα αγαπητός - αν και ίσως έχει περάσει λίγο απαρατήρητος - ανέλαβε να θερμάνει το κοινό. Οι περισσότεροι έχασαν το support εξαιτίας της κακής συνήθειας να προσέρχονται μία ώρα μετά την ώρα έναρξης έχοντας δεδομένο πως μια συναυλία δε γίνεται να αρχίσει στην ώρα της... Τέλος η γκρίνια. Ο πρώτος δίσκος του με τίτλο Fiction με είχε ενθουσιάσει (όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ) ενώ ο φετινός ακόμα δεν τα έχει καταφέρει. Μετά από ένα περιεκτικό σετ αποτελούμενο από παλιά και καινούρια τραγούδια, κατέβηκαν για να δώσουν τη θέση τους στους Κερκυραίους.

Η πρώτη εικόνα ήταν κάπως πικρή αφού ο ήχος - αρχικά - ήταν κακός, με το πέρας της ώρας η κατάσταση βελτιώθηκε σαφέστατα, καθώς από σκηνής οι Κόρε.Ύδρο έδιναν τον καλύτερο τους εαυτό και ο κόσμος ανταπέδιδε την ενέργεια. Δύσκολη εξίσωση άλλωστε η παρουσία τόσων μουσικών επί σκηνής. Η δεδομένη αφαίρεση του πουκαμίσου από τον Παντελή (τον τραγουδιστή-περφόρμερ του συγκροτήματος) σκόρπισε μια αυθεντική έκσταση στον κόσμο, η διαρκής κινητικότητά του και η διάθεση του να προσγειώνεται στο κοινό δημιούργησαν πονοκέφαλο στους υπεύθυνους ασφαλείας της σκηνής. Αμέτρητες οι φορές που βρέθηκε στα χέρια του πλήθους τις περισσότερες απ' αυτές σέρνοντας μαζί του και το μικρόφωνο με το καλώδιο. Οι μουσικοί είχαν στήσει το δικό τους πάρτυ στη σκηνή, απολάμβαναν την κάθε στιγμή του λάιβ. Δεν έχω ιδέα πόση ώρα έπαιξαν, ο χρόνος εξαφανιζόταν συχνά πυκνά.

Πραγματική εμπειρία, στιγμές κάθαρσης, γέλιο και συγκίνηση, αυθεντικότητα παρά τα αμέτρητα ροκ/πανκ κλισέ. Είχα καιρό να δω τέτοιον πανζουρλισμό μπροστά στη σκηνή, ιδρώτας, σπρωξίδια, ένας παράξενος χορός. Το κλείσιμο της βραδιάς νομίζω είναι αποκαλυπτικό του τι προηγήθηκε, ρίξτε μια ματιά εδώ.

Ο κατάλληλος τρόπος να κλείσει μια βδομάδα όπως αυτή που προηγήθηκε.


Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Το Πάθος - Jeanette Winterson






Η χρονική απόσταση, που χωρίζει το σήμερα από το μυθιστορηματικό χρόνο δράσης, διαδραματίζει συχνά ρόλο καθοριστικό στην ενδεχόμενη ταύτιση με τους ήρωες και την ιστορία. Οι πιθανότητες λιγοστεύουν καθώς απομακρυνόμαστε από το τώρα. Μιλώ για μένα. Υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά αυτό δε διαφοροποιεί τον προσωπικό κανόνα - έναν από τους πολλούς - καχυποψίας απέναντι σε προσδιορισμούς όπως ιστορικό ή εποχής.

Τη Ζάνετ Ουϊντερσον δεν την γνώριζα (κάποια στιγμή θα πρέπει να μιλήσουμε και για την κυρίαρχη "ενοχή της άγνοιας" που βαραίνει αρκετούς αναγνώστες), μου προσφέρθηκε ως δώρο για τα γενέθλια αυτού του ιστολογίου. Αυτός ήταν άλλωστε ο στόχος όταν έθετα το αίτημα για δώρο, καινούρια βιβλία - έστω και άυλα - και συγγραφείς, να γεμίσω τη λίστα με τα προσεχώς. Η πρότασή της εμπεριείχε τέτοια ποσότητα ενθουσιασμού ικανή να παρακάμψει τις ενστάσεις μου στη θέα του οπισθόφυλλου.

Θα ήταν όμως άδικο να κατηγοριοποιήσει κάποιος το Πάθος ως μυθιστόρημα ιστορικό ή εποχής. Τι και αν η δράση εκτυλίσσεται την εποχή του Ναπολέοντα, είναι ο μύθος που καθιστά άχρονες τις παράλληλες αφηγήσεις του νεαρού Γάλλου, που πολεμάει στο πλευρό του αμφιλεγόμενου στρατάρχη, και της γοητευτικής τυχοδιώκτριας Βιλανέλ. Περισσότερο παραμύθι παρά οτιδήποτε άλλο, φέρνει στο νου το Ορλάντο της Βιρτζίνια Γουλφ και ίσως - πέρα από το ίδιο το βιβλίο - εκεί να βρίσκεται η συμβολή της Ουϊντερσον που καταφέρνει να κεφαλαιοποιήσει τις διαθήκες του παρελθόντος, να τις εμπλουτίσει με συστατικά σύγχρονα και εν τέλει να παραδώσει ένα έργο ιδιαιτέρως προσωπικό. Επιρροή διακριτή σε αρκετά μεγάλα ονόματα των τελευταίων χρόνων, δίνει την αίσθηση - επαναλαμβάνω πέρα από το ίδιο το βιβλίο - της γέφυρας ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν ή και το άμεσο μέλλον της λογοτεχνίας.

Όπως ξεκάθαρα δηλώνει ο τίτλος, στον πυρήνα του μυθιστορήματος βρίσκεται το πάθος. Συναίσθημα κινητήριο. Φτερά, συχνά ικάρια. Ήλιος που φωτίζει, τυφλώνει και λιώνει. Το πάθος, αλίμονο, δεν είναι μόνο ερωτικό. Το πάθος που γεννά ένας χαρισματικός ηγέτης και οδηγεί χιλιάδες ανώνυμους στρατιώτες στο χαμό. Το πάθος για τον τζόγο, η αδρεναλίνη μπροστά στον κίνδυνο απώλειας των πάντων σε μια ζαριά. Το πάθος της νεαρής Βιλανέλ για μια κυρία της αριστοκρατίας. Το πάθος για την ελευθερία που συχνά οδηγεί ένα κελί πιο κάτω, διακοσμημένο με την ψευδαίσθηση της προσωπικής επιλογής.

Ορθός, μα συμπληρωματικός, χαρακτηρισμός εκείνος πως το μυθιστόρημα της Ουϊντερσον ανήκει -και- στη λογοτεχνία φύλου, σε καμία περίπτωση εξαιτίας του ομοφυλόφιλου έρωτα της Βιλανέλ που μικρή σημασία μάλλον έχει. Η Βιλανέλ εξίσου γοητευτική ανεξαρτήτως εξωτερικής εμφάνισης, ρούχα που δίνουν μια προσωρινή ταυτότητα, πότε αντρική και πότε γυναικεία, για χρήση βιτρίνας, πέπλο που ικανοποιεί την αχόρταγη ματιά και ταυτόχρονα προστατεύει. Είναι το πάθος εκείνο που την οδηγεί δίχως να λαμβάνει υπόψη τις πινακίδες αποδεκτής κοινωνικής συμπεριφοράς, μια ψυχή αναρχική. Η ατομικότητα απέναντι στη μάζα.

Υπάρχουν σελίδες, ιδιαίτερα στο μέρος της ιστορίας που λαμβάνει χώρα στη Βενετία, μοναδικής ομορφιάς. Η συγγραφέας παντρεύει (πόσο ειρωνικό το συγκεκριμένο ρήμα σε αυτό το κείμενο...) εξαιρετικά τις δύο ιστορίες, μυθιστόρημα σπονδυλωτό και όχι αποτυχημένη βάφτιση απλών διηγημάτων. Πέρασαν μέρες από τότε που το διάβασα, ήταν όμως αδύνατο να γράψω γι' αυτό, το πέρας του χρόνου απαραίτητο. Υπέροχο δώρο, παραμυθένιο.      




Μετάφραση Κώστας Κουντούρης
Εκδόσεις Μέδουσα