Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015
Χειμώνας
Τον Μάρτη, μην ξεχνάς τον Μάρτη, της είπε, κάνει κρύο τον Μάρτη, το περισσότερο κρύο, δριμύ ψύχος, που λένε οι λόγιοι και οι μετεωρολόγοι, ένα κρύο που σε περονιάζει, πιο λαϊκά, τον Μάρτη τα σπίτια θα έχουνε ποτίσει υγρασία και τα κορμιά θα έχουνε κουραστεί απ' τον χειμώνα, που δεν θα 'χει τελειώσει ακόμα, και ας βιαστούν πάλι κάποιοι, οι ίδιοι πάντοτε, να καλωσορίσουν την άνοιξη πριν τις είκοσι μία, να μιλάνε για αλκυονίδες μέρες κάθε τρεις και λίγο, σε μια φράση κλισέ, για ανθισμένες αμυγδαλιές, σε μια εικόνα κλισέ, για τις καλοκαιρινές διακοπές, σε μια ευχή κλισέ, εσύ μην ξεχνάς τον Μάρτη όταν λες για το κρύο που σκαπουλάραμε τον Νοέμβρη, δεν τον λένε άδικα γδάρτη και κακό παλουκοκαύτη τον Μάρτη, μην τον ξεχνάς, λοιπόν, όταν αφαιρείς έναν μήνα από τον λογαριασμό του ηλεκτρικού, δείχνοντάς μου το τεφτέρι στο τραπέζι της κουζίνας, σε ένα σπίτι χωρίς κεντρική θέρμανση, οι τοίχοι ένα κορμί δίχως αίμα στις αρτηρίες, μην τον ξεχνάς, γιατί δεν θα αργήσουν να έρθουνε μέρες, και κυρίως νύχτες, που θα σέρνουμε πίσω μας το αερόθερμο, θερμοπομπό τον λένε τώρα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, μόνιμο ίχνος σε κάθε μας βήμα, θα βγαίνουμε τρέμοντας από την μπανιέρα, θα πλαγιάζουμε πάνω στα ηλεκτρικά υποστρώματα, με τα καλώδια να προεξέχουν από κάθε πλευρά του κρεβατιού, θα χωνόμαστε στην αυτοσχέδια σκηνή από κουβέρτες και παπλώματα και το πρωινό ξύπνημα θα είναι ακόμα πιο σκληρό, θα αναπολούμε, ανάμεσα σε άλλα, τις γιορτές των παιδικών μας χρόνων, τα παχιά χάλια και τους στολισμένους τοίχους, τη θαλπωρή και τα δώρα, τα στρωμένα τραπέζια με παρόντες όλους, ζωντανούς και πεθαμένους πια, και ας γκρινιάζαμε τότε ότι εμείς με τους φίλους μας θα θέλαμε να είμαστε, να γλεντάμε και να πίνουμε, και όχι με τους γέρους γονείς μας, γέροι εκ γενετής, θαρρείς, τώρα, που οι απουσίες στο οικογενειακό προσκλητήριο πυκνώνουν, νιώθουμε ενοχές, όμως είναι αργά πια, μην ξεχνάς τον Μάρτη, σε παρακαλώ, μη, ο χειμώνας είναι ακόμα μπροστά μας, φθινόπωρο είναι ακόμα, της είπε.
Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015
Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ - Γκαϊτό Γκαζντάνοφ
Από όλες μου τις ενθυμήσεις, από τα άπειρα βιώματα της ζωής μου, η πλέον οδυνηρή ανάμνηση ήταν εκείνη του μοναδικού φόνου που είχα διαπράξει. Από τη στιγμή που συνέβη, δεν θυμάμαι μέρα που να μην ένιωσα λύπη γι' αυτό. Καμιά τιμωρία δεν με απείλησε ποτέ, καθώς είχε συμβεί κάτω από πολύ ιδιάζουσες συνθήκες και ήταν ολοφάνερο ότι δεν μπορούσα να πράξω διαφορετικά. Επιπλέον, κανείς άλλος εκτός από μένα δεν το ήξερε.Ο Γκαϊτό Γκαζντάνοφ (1903-1971), Ρώσος συγγραφέας, που το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του έζησε στο εξωτερικό, ενώ αναγνωρίστηκε και εκτιμήθηκε από ένα κοινό πιο ευρύ την τελευταία μόλις πενταετία, όταν και εκδόθηκαν νέες μεταφράσεις των έργων του, φροντίζει να συστηθεί στον αναγνώστη με έναν τρόπο ευφυή, από την πρώτη κιόλας πρόταση, όπου αποκαλύπτει τόσο το ύφος όσο και τους δύο θεματικούς άξονες στους οποίους θα κινηθεί η νουβέλα Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ, η οποία κυκλοφόρησε σχετικά πρόσφατα για πρώτη φορά στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αντίποδες, με τη δεδομένη εγγύηση που προσφέρει το όνομα της Ελένης Μπακοπούλου στη μετάφραση.
Πιο έντονη, και αρχικώς εκείνη που μονοπωλεί το ενδιαφέρον, είναι η αναφορά στον φόνο, τον μοναδικό φόνο που ο αφηγητής ισχυρίζεται πως έχει διαπράξει, γεγονός που στοίχειωσε τη μετέπειτα ζωή του. Όμως, ο ήρωας/αφηγητής φροντίζει να διευκρινίσει, πρώτα και κύρια στον ίδιο του τον εαυτό, πως ο φόνος, αν και γεγονός εξαιρετικά βαρύνουσας σημασίας, δεν παύει να αποτελεί ένα από τα άπειρα βιώματα της ζωής του, την οποία, σε μια διάθεση απολογιστική, επιχειρεί να εξιστορήσει. Αφορμή για την εξιστόρηση αυτή αποτέλεσε η ανακάλυψη από τον αφηγητή ενός διηγήματος στα αγγλικά, με τίτλο Περιπέτεια στη στέπα, κάποιου Αλεξάντρ Βολφ, στο οποίο γίνεται ακριβής περιγραφή του ίδιου φόνου από την πλευρά του θύματος. Όπως είναι φυσικό η ανακάλυψη αυτή θα αναστατώσει τον αφηγητή και θα τον οδηγήσει στο κυνήγι της αναζήτησης του συγγραφέα του διηγήματος, τον οποίο είχε δει να πέφτει νεκρός απ' το δικό του όπλο.
Ο Γκαζντάνοφ, στυλίστας του λόγου και οξυδερκής παρατηρητής της ανθρώπινης ύπαρξης, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα κλίμα ασφυκτικό, ένα λαμπερό παρισινό αδιέξοδο για τον ήρωά του, ο οποίος σιγά σιγά βυθίζεται όλο και βαθύτερα στην κόλαση, παρ' ότι, και εκεί φαίνεται ο ρόλος και η σημασία των παρεκβάσεων, οι οποίες αρχικώς ίσως ξενίσουν, προσπαθεί να δώσει χώρο και χρόνο και σε άλλες εμπειρίες από τη ζωή του, κυρίως στο Παρίσι, κάνοντας αναφορά στη ζωή του εμιγκρέ και στις ερωτικές του επιτυχίες, ένα δυτικοευρωπαϊκό αντίβαρο στο ρωσικό παρελθόν του, στην Οκτωβριανή επανάσταση και τη νίκη των Κόκκινων που τον ανάγκασε να περάσει τα σύνορα, αλλά και την παρούσα ζωή του, στην οποία κερδίζει χρήματα ως δημοσιογράφος σε γαλλική εφημερίδα, έχοντας δηλαδή προσαρμοστεί στη νέα πατρίδα.
Και είναι αυτή η θαυμάσια ισορροπία που επιτυγχάνει ο Γκαζντάνοφ, οι εναλλαγές ανάμεσα σε μια τυπική ρωσική νουβέλα, βαθιά υπαρξιακή, με τη στέπα να απλώνεται αχανής, και σε μία γαλλική, με τα βουλεβάρτα, τα καφέ και τα καμπαρέ, που κάνει ιδιαίτερο το Φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ, δικαιολογώντας τον ντόρο των τελευταίων χρόνων· άλλωστε οι προσλαμβάνουσες του ίδιου του Γκαζντάνοφ μοιάζουν να καθορίζουν και να διαμορφώνουν αυτόν τον διχασμό, το τρέκλισα σε δύο πραγματικότητες, που με τόση ακρίβεια και ψυχραιμία αποτυπώνονται στη νουβέλα· εκείνες οι πρώτες προσλαμβάνουσες, από τη μικρή του ηλικία, η μητρική του γλώσσα αλλά και οι ύστερες, η νέα γλώσσα και η βεβιασμένη προσαρμογή του ξένου μακριά από τις σταθερές του.
Και ίσως, αν προσπαθήσει να φέρει κανείς τη νουβέλα εγγύτερα στην πραγματικότητα του ίδιου του Γκαζντάνοφ, ο φόνος να μην είναι τίποτα άλλο από την απόφασή του να εγκαταλείψει τη Ρωσία, γεγονός που, όπως είναι αναμενόμενο, τον στοιχειώνει, όσο και αν το αρνείται, όσο και αν προσπαθεί να μετατοπίσει το βάρος της καθημερινότητάς του. Και είναι αυτή η διαρκής αναζήτηση, η αλήθεια από την άλλη πλευρά για το τι πραγματικά έγινε, εκείνη που τον αναγκάζει να αναμετρηθεί ξανά με το παρελθόν, με τις αναμνήσεις, να επαναξιολογήσει τη στάση του και τις αποφάσεις του. Και ίσως όλες οι παρεκβάσεις να μην είναι παρά ασκήσεις φόνων, επαναλαμβανόμενες απόπειρες να αφήσει οριστικά πίσω την πρώτη πατρίδα, την οποία μοιάζει να μην έχει εγκαταλείψει ποτέ, και ας είναι τόσα χιλιόμετρα μακριά, να δει κατάματα αυτό το φάντασμα που πότε τον τρομάζει και πότε τον καλοπιάνει να πλησιάσει.
Το επίμετρο του Χρήστου Αστερίου, κατατοπιστικό και πλήρες, αποτέλεσμα θαυμασμού και έρευνας, αποτελεί ένα χρήσιμο συμπλήρωμα της αναγνωστικής εμπειρίας.
(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)
Μετάφραση Ελένη Μπακοπούλου
Εκδόσεις Αντίποδες
Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015
Εικόνες στα λόγια τους
Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα ότι ένα από τα κορίτσια, όταν δεν ήταν πια κορίτσι και είχε πρόσφατα επιστρέψει από το γαμήλιο ταξίδι της, μπήκε στο μπάνιο, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, άνοιξε την μπλούζα της, έβγαλε το σουτιέν και σημάδεψε την καρδιά της με την κάννη του πιστολιού του πατέρα της, ο οποίος βρισκόταν στην τραπεζαρία με κάποια από τα μέλη της οικογένειας και τρεις καλεσμένους. Όταν ακούστηκε ο πυροβολισμός, πέντε λεπτά περίπου από τη στιγμή που το κορίτσι είχε φύγει από το τραπέζι, ο πατέρας δεν σηκώθηκε αμέσως, αλλά έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα σαν να είχε παραλύσει, με το στόμα γεμάτο, χωρίς να τολμάει ούτε να μασήσει ούτε να καταπιεί ούτε, πόσο μάλλον, να φτύσει την μπουκιά στο πιάτο· κι όταν επιτέλους σηκώθηκε και έτρεξε στο μπάνιο, εκείνοι που τον ακουλούθησαν, είδαν πως, ενώ ανακάλυπτε το αιμόφυρτο σώμα της κόρης του κι έκρυβε μες στα χέρια του το κεφάλι του, συνέχιζε να περνάει την μπουκιά του κρέατος από τη μία στην άλλη πλευρά του στόματος, μην ξέροντας τι να την κάνει.
Καρδιά τόσο άσπρη - Javier Marías (μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδόσεις Σέλας)
Δεν ένιωσα ποτέ ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το άτομό μου. Αυτό όμως δε θέλει να πει ότι θα μπορούσα κατά βούληση να σταματήσω να σκέφτομαι για μένα και για τον εαυτό μου. Μπορεί να είναι κρίμα, αλλά δυστυχώς έτσι είναι. Και το πρωί εκείνο είχα στ’ αλήθεια κάτι να σκεφτώ, αυτό είναι σίγουρο. Οποιοσδήποτε άλλος στη θέση μου θα μιλούσε ίσως για ζήτημα ζωής ή θανάτου, αλλά εγώ δεν ξεστομίζω εύκολα τέτοια μεγάλα λόγια· ούτε καν όταν είμαι μόνος μου, όπως τότε.
Η ακόλουθη ιστορία - Cees Nooteboom (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδόσεις Καστανιώτη)
Όταν η Μαρία ντο Κάρμο Μενέσες ντε Σεκέιρα άφησε την τελευταία της πνοή, εγώ κοίταζα τις Meninas του Βελάσκεθ στο μουσείο του Πράδο. Ήταν ένα μεσημέρι του Ιουλίου κι εγώ δεν ήξερα ότι εκείνη πέθαινε. Έμεινα να κοιτάζω τον πίνακα μέχρι τις δώδεκα και τέταρτο, ύστερα βγήκα αργά προσπαθώντας να μεταβιβάσω στη μνήμη μου την έκφραση τής φιγούρας του βάθους, θυμάμαι είχα σκεφτεί τα λόγια της Μαρίας ντο Κάρμο: το κλειδί του πίνακα βρίσκεται στη φιγούρα του βάθους, είναι ένα παιχνίδι αντιστροφής· διέσχισα τον κήπο και πήρα το λεωφορείο μέχρι την Πουέρτα δελ Σολ, γευμάτισα στο ξενοδοχείο, ένα παγωμένο γκασπάτσιο και φρούτα, και πήγα να ξαπλώσω για να ξεγελάσω τη μεσημεριανή ζέστη στο ημίφως του δωματίου μου. Με ξύπνησε το τηλέφωνο στις πέντε, ή ίσως να μην με ξύπνησε, βρισκόμουνα σε μια περίεργη κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, έξω βούιζε η κίνηση τής πόλης και στο δωμάτιο βούιζε το κλιματιστικό, που όμως στο υποσυνείδητό μου ήταν η μηχανή ενός μικρού γαλάζιου ρυμουλκού που διέσχιζε το στόμιο του Τάγου το δειλινό, ενώ εγώ και η Μαρία ντο Κάρμο καθόμασταν και το κοιτάζαμε. Έχετε μια κλήση από τη Λισαβόνα, μου είπε η φωνή της τηλεφωνήτριας, ύστερα άκουσα τη μικρή ηλεκτρική κένωση του μεταλλάκτη και μια αντρική φωνή, ουδέτερη και μπάσα, που ρώτησε να μάθει το όνομά μου και ύστερα είπε: Είμαι ο Νούνο Μενέσες ντε Σεκέιρα, η Μαρία ντο Κάρμο πέθανε το μεσημέρι, η κηδεία θα γίνει αύριο στις πέντε το απόγευμα, σας τηλεφωνώ γιατί μου το είχε ζητήσει εκείνη. Το τηλέφωνο έκανε κλικ και εγώ είπα: Εμπρός εμπρός. Έκλεισαν κύριε, είπε η τηλεφωνήτρια, η συνδιάλεξη είχε διακοπεί.
Το παιχνίδι της αντιστροφής - Antonio Tabucchi (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδόσεις Άγρα)
Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015
Συνέδριο για το μέλλον - Στάνισλαβ Λεμ
Κυριακή πρωί. Εκείνος διάβαζε το Solaris σε ένα τραπέζι κάπως πιο πέρα από εκεί που καθόμουν εγώ. Πήρα το θάρρος και περνώντας από δίπλα του, κατευθυνόμενος στο ταμείο, του είπα: δεν είναι απίστευτος συγγραφέας ο Λεμ; Ξαφνιάστηκε, και απομάκρυνε το βλέμμα από τις σελίδες, ακολουθώντας την ηχητική παρεμβολή. Ναι, συμφώνησε. Συζητήσαμε για τον Λεμ και για τη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, για την άδικη θέση της σαν αποπαίδι, για την αβίαστη αναγνωστική προσέγγισή της ακόμα και από κάποιους που δηλώνουν μεγάλοι θαυμαστές της. Γκρίνιαξα: μα, είναι δυνατόν να κυκλοφορούν στα ελληνικά μόνο δύο βιβλία του;* Υποσχέθηκε να μου φέρει, την επόμενη φορά, στο ίδιο καφέ, το Συνέδριο για το μέλλον, εδώ και χρόνια εξαντλημένο, από τη βιβλιοθήκη του. Τήρησε την υπόσχεσή του.
Μια έκδοση ταπεινή, που δεν θα γέμιζε το μάτι κάποιου εστέτ βιβλιόφιλου, με χρονολογία έκδοσης πρότερη εκείνης της γεννήσεώς μου, ένα αντίτυπο ταλαιπωρημένο, με τα σημάδια του χρόνου -μα και της ανάγνωσης- εμφανή στο σώμα του, ένα ανέλπιστο εύρημα. Να το προσέξεις, μου είπε. Η ανάγνωσή του απέκτησε το χαρακτήρα επείγοντος, ένας συνδυασμός λαχτάρας και υποχρέωσης για άμεση επιστροφή, σφήνα ανάμεσα στα ιταλικά μυθιστορήματα που διάβαζα εκείνες τις μέρες με μανία -εξαιτίας της Φεράντε και του Ταμπούκι που είχαν προηγηθεί.
Ο ήρωας του Λεμ, κάποια στιγμή στο μέλλον, ταξιδεύει για ένα συνέδριο μελλοντολόγων, το οποίο φιλοξενείται σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο στην Κόστα Ρίκα, με κύριο θέμα συζήτησης τον υπερπληθυσμό που απειλεί τον πλανήτη. Ξαφνικά, θα ξεσπάσει μια απεργία και η πόλη θα περιέλθει σε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, την οποία οι αρχές προσπαθούν να διαχειριστούν με τη χρήση διάφορων τακτικών, τα αποτελέσματα των οποίων όμως καταλήγουν αντικρουόμενα και επιτείνουν το χάος, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για τον συγγραφέα.
Ο Λεμ, ο σπουδαίος και τεράστιος αυτός συγγραφέας, παραδίδει ένα μυθιστόρημα αχαλίνωτης φαντασίας και μαύρου χιούμορ, γραμμένο το 1971, μεταφρασμένο στα ελληνικά το 1977, που η ανάγνωσή του σήμερα, εκτός από τη δεδομένη απόλαυση, αναδεικνύει μία διορατικότητα του συγγραφέα του για την εξέλιξη των πραγμάτων στον πλανήτη Γη, διορατικότητα, την οποία -κάπου έχω επαναλάβει και παλαιότερα- δεν είμαι σίγουρος ότι θα επιθυμούσε να επιβεβαιωθεί ο διακρινόμενος για τον ανθρωπισμό του Λεμ, αρκούμενος, φαντάζομαι, στο μασκάρεμα του τότε παρόντος, ξεγελώντας τις επιτροπές λογοκρισίας και ελπίζοντας σε ένα καλύτερο αύριο.
Η ικανότητα του Λεμ στην γλωσσοπλαστία, αποτελεί την κύρια πηγή του χιούμορ και το βασικό εργαλείο της κατασκευής και της παρουσίασης του μέλλοντος κόσμου ή της παραμόρφωσης του σύγχρονου με εκείνον, στοιχείο το οποίο ο μεταφραστής στα ελληνικά, Βασίλης Καζαντζής, αναδεικνύει με έμπνευση και επιμονή στην ανάδειξη της λεπτής απόχρωσης κάθε νέας λέξης που επινοεί και εισάγει ο συγγραφέας, εμπνεόμενος σίγουρα, πέρα από τη δεδομένη ικανότητά του, και από τη γοητεία που του άσκησε ως αναγνώστη το κείμενο.
Λίγες μέρες μετά επέστρεψα το βιβλίο στον κάτοχό του.
*Από τις εκδόσεις Ποταμός κυκλοφορούν το Solaris και το Ημερολόγιο των άστρων.
Μετάφραση Βασίλης Καζαντζής
Εκδόσεις Κάκτος
Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2015
Little Scarlet - Walter Mosley
Ο πρωινός αέρας μύριζε ακόμα καπνό. Καμένο ξύλο κυρίως, αλλά υπήρχε επίσης αυτή η έντονη βρώμα καμένου πλαστικού και μπογιάς. Και, παρόλο που ήξερα ότι δεν μπορούσε να είναι αλήθεια, νόμιζα ότι έπιασα τη μυρωδιά σαπισμένης σάρκας κάτω από τα χαλάσματα στο απέναντι πεζοδρόμιο. Το κατάστημα ειδών κιγκαλερίας και το χαρτοπωλείο του Μπέρναρντ είχαν γίνει στάχτη. Το παντοπωλείο του Γκονζάλες είχε λεηλατηθεί, αλλά μόνο ένα μέρος της σκεπής του είχε καψαλιστεί. Το γωνιακό κτίριο όμως, η κάβα "Τυχερή Δεκάρα" είχε καεί ολοσχερώς. Ο Μάνι Μάσμαν ήταν κάτω, μέσα στα συντρίμμια, με τους δυο γιους του, κλωτσώντας τα μεταλλικά ράφια. Κάποια στιγμή ο μεσήλικας καταστηματάρχης έσκυψε το κεφάλι του και άρχισε να κλαίει.Βρισκόμαστε στο 1965 και η Αμερική προετοιμάζει μια στρατιωτική επέμβαση εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, ο ψυχρός πόλεμος βρίσκεται στο απόγειο του, ενώ η κατάκτηση του διαστήματος δίνει όραμα σε έναν ολόκληρο λαό. Στο εσωτερικό της χώρας, στη σκιά του αμερικάνικου ονείρου και του αντικομουνισμού, οι φυλετικές διακρίσεις εξακολουθούν να υφίστανται και να δημιουργούν μια κοινωνία δύο ταχυτήτων, αντιφατική και εύφλεκτη. Μια ακόμα μέρα ξημερώνει στο γκέτο του Γουότς, στο Λος Άντζελες, με τα σημάδια της βίαιης νύχτας που προηγήθηκε να είναι κάτι παραπάνω από εμφανή. Η παρουσία του στρατού και της αστυνομίας περισσότερο προκαλούν παρά λειτουργούν κατευναστικά. Ο φόνος μιας μαύρης γυναίκας, γνωστής ως Little Scarlet, απειλεί να αναζωπυρώσει τη φωτιά, καθώς ο φερόμενος ως δολοφόνος είναι ένας λευκός άντρας, στον οποίο το θύμα πρόσφερε καταφύγιο όταν τον κυνηγούσε εξαγριωμένο πλήθος αφροαμερικανών. Η αστυνομία χτυπά την πόρτα του μαύρου ντετέκτιβ Ίζυ Ρόουλινς και ζητά τη βοήθειά του. Άλλωστε, μόνο ένας μαύρος θα μπορούσε να κινηθεί με σχετική άνεση μέσα στο γκέτο, να κερδίσει την εμπιστοσύνη των πιθανών μαρτύρων και να ανακαλύψει τον δράστη.
Ήμουν ένας μεσήλικας δημοτικός υπάλληλος. Τα μόνα πράγματα που θα έπρεπε να έχω στο μυαλό μου ήταν το κρεβάτι μου, τα παιδιά μου, το δάνειό μου και η γυναίκα που αγαπούσα. Όλα αυτά με περίμεναν μέσα στο σπίτι.Κάθε νουάρ μυθιστόρημα, που φιλοδοξεί να διεκδικήσει την αναγνωστική προσοχή, οφείλει να διαθέτει έναν ντετέκτιβ όπως ο Ίζυ Ρόουλινς: ανθρώπινο και ακριβώς γι' αυτό αντιφατικό, σκοτεινό και ακριβώς γι' αυτό γοητευτικό, με τον απαραίτητο αλτρουισμό, ενισχυμένο από μια πίστη στο Εγώ, και την αγάπη για τον κόσμο να επικρατεί αέναα, έστω και την τελευταία στιγμή, απέναντι στη ροπή προς τη μισανθρωπία. Μέσω του Ρόουλινς, και της έρευνάς του σχετικά με τον πραγματικό δολοφόνο της Little Scarlet, ο Γουόλτερ Μόσλυ μάς ξεναγεί στα γκέτο του Λος Άντζελες της δεκαετίας του '70, εστιάζει στους αγώνες, συχνά τυφλούς και αδιέξοδους, της αφροαμερικανής κοινότητας για ίσες ευκαιρίες και τερματισμό των διακρίσεων, σε ένα Λος Άντζελες ελάχιστα φαντασμαγορικό, με τα στούντιο του Χόλιγουντ να αποτελούν μια παράλληλη και μακρινή πραγματικότητα.
Αλλά, αντί να λάβω υπόψη μου αυτό το οικογενειακό καθήκον, πήγα στο αμάξι μου, το έβαλα μπροστά και απομακρύνθηκα.
Όμως, ούτε ο συμπαθής ντετέκτιβ, ούτε το ενδιαφέρον ιστορικό φόντο θα ήταν αρκετά, παρά την αδιαμφισβήτητη δυναμική τους, για την κατασκευή ενός σπουδαίου νουάρ μυθιστορήματος. Ο Γουόλτερ Μόσλυ, συγγραφέας δεκάδων βιβλίων, το γνωρίζει πολύ καλά αυτό, και γι' αυτό φροντίζει να παρουσιάσει μια ιστορία δουλεμένη στη λεπτομέρεια, με σφιχτή πλοκή και τις απαραίτητες ανατροπές, ενώ δεν αμελεί τους υπόλοιπους ήρωες πέραν του Ρόουλινς, τα κίνητρα και οι αποφάσεις των οποίων διαθέτουν ορατή βάση στον χαρακτήρα του καθενός από αυτούς, γεγονός που δίνει επιπρόσθετο βάθος και αληθοφάνεια στην πορεία για την εύρεση του δολοφόνου. Η εσωτερική μάχη του Ρόουλινς ανάμεσα στην συναισθηματική ισορροπία τής, με κόπο χτισμένης, οικογενειακής εστίας και την αίσθηση του καθήκοντος, αν και εκ πρώτης όψεως μοιάζει -και είναι κάπως- κλισέ, εντούτοις λειτουργεί ικανοποιητικά στα πλαίσια του μυθιστορήματος.
Ο Μόσλυ επιτυγχάνει να αποδώσει μέσα από ένα μεμονωμένο περιστατικό, τη δολοφονία της Little Scarlet, το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής, ισορροπώντας επιτυχώς, δίχως κενούς διδακτισμούς και άσκοπες ηρωοποιήσεις, παραδίδοντας ένα σκληρό και ρεαλιστικό νουάρ μυθιστόρημα, δημιουργώντας στον αναγνώστη την περιέργεια και για τις υπόλοιπες ιστορίες με πρωταγωνιστή τον Ίζυ Ρόουλινς.
(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)
Μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη
Εκδόσεις Πόλις
Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015
Η Μαζώχτρα του Αργύρη Εφταλιώτη στο θέατρο Μικρό Γκλόρια
Μπορεί ένα διήγημα του 1900 να μετατραπεί σε θεατρική παράσταση, που να αφορά τον σημερινό θεατή; Αυτή ήταν η τελευταία μου σκέψη λίγο πριν μπω στην κατάμεστη αίθουσα του θεάτρου Μικρό Γκλόρια.
Είναι η ιστορία ενός χωριού της Κρήτης, ας το ονομάσουμε Παραμυθία, κατά τη διάρκεια της τουρκικής κατοχής, λίγα χρόνια μετά την αποτυχημένη επανάσταση, η οποία και καταπνίγηκε, αφήνοντας πίσω της ανοιχτές πληγές και καμένη γη. Σε εκείνο το μικρό χωριό έχει επέλθει μια κατάσταση φαινομενικής ισορροπίας· ο τουρκικός μαχαλάς στη μια άκρη και ο κρητικός στην άλλη, τα λιόδεντρα δίνουν πάλι καρπό, ο κατακτητής χαλαρώνει τα δεσμά, ώσπου μια ερωτική ιστορία έρχεται να ανατρέψει τα δεδομένα. Η Ασήμω, μια ορφανή μαζώχτρα που ζει με τη γιαγιά της, και ο Πανάγος, γόνος πλούσιας οικογένειας, μετά από χρόνια κρυφών ματιών και ανομολόγητων πόθων, θα βρεθούν μόνοι τους σε ένα ειδυλλιακό βουκολικό τοπίο, έξω από το χωριό, κάτω από τον ίσκιο ενός δέντρου, εκείνος θα της προσφέρει ένα γλυκό τσαμπί σταφύλι και θα της ζητήσει να τον παντρευτεί, εκείνη θα γυρίσει στο σπίτι, θα πει τα ευχάριστα νέα στη γριά και τη γειτονιά και θα αρχίσει να φρεσκάρει τα προικιά της. Όμως, μετά και από πίεση του οικογενειακού περιβάλλοντος, ο Πανάγος θα πάρει τον λόγο του πίσω. Τότε η Ασήμω θα αποφασίσει να τον εκδικηθεί.
Είναι η ιστορία για το πώς μια κοινωνία αντιδρά σπασμωδικά, χωρίς να σκεφτεί τις αιτίες και τους υπαίτιους, τυφλά και κατά πάντων, μέχρι τελικής πτώσης, πώς ένα μικρό χαλίκι μπορεί να διαρρήξει τον κοινωνικό ιστό. "Πού καιρός και πού κεφάλι να στοχαστούνε." Είναι αυτό ακριβώς το στοιχείο που κάνει την παράσταση -και το διήγημα βέβαια- επίκαιρο στη σημερινή -και όχι μόνο- εποχή, είναι αυτό που διακρίνει και αναδεικνύει ο Εφταλιώτης. Ο σκηνοθέτης, Κώστας Παπακωνσταντίνου, επιτυγχάνει να αναδείξει αυτό το στοιχείο δίχως να καταφύγει σε αχρείαστες και εξυπνακίστικες σύγχρονες αναφορές στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, αποφεύγοντας να μετατρέψει σε επιθεώρηση την παράσταση, όπως δυστυχώς συμβαίνει συχνά σε αντίστοιχες περιπτώσεις, χωρίς να εκβιάζει το γέλιο ή τον παραβολικό χαρακτήρα της ιστορίας, διατηρώντας την ισορροπία ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία.
Με την αμέριστη υποστήριξη των τριών ηθοποιών, η θεατρική μεταφορά του διηγήματος γίνεται με έναν τρόπο φυσικό, με την εναλλαγή αφήγησης και διαλόγου να είναι επιτυχώς χωνεμένη, χωρίς να πετάει εκτός τον θεατή. Και η γλώσσα, πρωτοποριακή και ρηξικέλευθη για την εποχή της, δεν ξενίζει, αλλά υπηρετεί την παράσταση, αποτελώντας ταυτόχρονα και απόδειξη για τη δουλειά που έχει προηγηθεί στις πρόβες, στις οποίες οφείλεται και η χημεία μεταξύ των ηθοποιών επί σκηνής, με τον αυτοσχεδιασμό να μη λείπει. Οι ηθοποιοί εναλλάσσονται σε διάφορους δευτερεύοντες ρόλους, πέραν των βασικών, χωρίς να καταφεύγουν στην υπερβολή της καρικατούρας. Τέλος, η χρήση των μέσων είναι λειτουργική, το αφαιρετικό σκηνικό μεταμορφώνεται διαρκώς, η πρωτότυπη μουσική και τα φώτα συνεπικουρούν, ενώ και τα ευρήματα είναι έξυπνα και χρηστικά. Και η τελευταία σκηνή, ο κύκλος που κλείνει, προσδίδει άλλη μια διάσταση στην παράσταση, ανακόπτοντας την πορεία της σκέψης του θεατή προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, βλέπετε, η διήγηση μιας ιστορίας, της όποιας ιστορίας, δεν παύει να είναι ακριβώς αυτό: μια διήγηση, και όχι η ακριβής ιστορία.
Ένα διήγημα, όπως αυτό του Εφταλιώτη, ως βάση για μια θεατρική παράσταση αποτελεί ευχή και κατάρα. Ευχή γιατί πρόκειται για ένα σπουδαίο κείμενο, όχι μόνο γλωσσικά, αλλά και τεχνικά. Και κατάρα για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Όμως, και εξαιτίας της σκληρής δουλειάς και του ταλέντου, της πίστης και της αγάπης των συντελεστών στην πρώτη ύλη, το αποτέλεσμα ικανοποιεί τον θεατή και απαντά στο βασικό -μου- ερώτημα: ναι, η θεατρική μεταφορά ενός διηγήματος του 1900 δύναται να αφορά τον σημερινό θεατή.
info: Μικρό Γκλόρια (Ιπποκράτους 7, Αθήνα), κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:15, τηλέφωνο κρατήσεων: 210 3600832.
Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015
Ανοχή στην άγνοια
Ανοχή στην άγνοια. Έτσι είχε ονομάσει το παιχνίδι αυτό. Τον ενοχλούσε που, στην εποχή της απόλυτης εξειδίκευσης, οι περισσότεροι δήλωναν απόλυτοι γνώστες. Δεν προλάβαινε να ξεκινήσει μια απλή πρόταση και η διακοπή ερχόταν: ναι, το ξέρω. Όποιο και αν ήταν το περιεχόμενό της. Ξεράδια, ήθελε ν' απαντήσει, αλλά κρατιόταν. Συνήθως. Ένας αγώνας γνώσεων επί παντός επιστητού. Τι να κερδίζει άραγε ο παντογνώστης;, αναρωτιόταν. Πέρα από μια βαρετή και δίχως εκπλήξεις ζωή, δηλαδή.
Έτσι, μια μέρα επινόησε αυτό το παιχνίδι. Απλό, τόσο στη σύλληψή του, όσο και στην εκτέλεσή του. Αρκεί να μη φοβάται την έκθεση κανείς. Αυτός δεν φοβόταν. Έτσι πίστευε. Θα ρωτάω το προφανές, σκέφτηκε, το πλέον προφανές, αγνώστους. Ίσως έτσι αποκτήσω κάποια άποψη σχετικά με την ανοχή του κόσμου στην άγνοια.
Την πρώτη μέρα πήγε στην Ακρόπολη, πλήρωσε το εισιτήριο του, ανέβηκε τα σκαλιά, στάθηκε με πλάτη προς τον ναό και περίμενε. Ναι, συγγνώμη, είπε στην πρώτη παρέα που άκουσε να μιλάει ελληνικά, ξέρετε πού είναι ο Παρθενώνας;, ρώτησε στα αγγλικά. Εκείνοι, κάπως αμήχανα, του έδειξαν. Α, πολύ σας ευχαριστώ, είπε χαμογελώντας στα αγγλικά. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ασφαλείς στη γλώσσα τους εκείνοι, επιδόθηκαν στον σχολιασμό της ασχετοσύνης του. Επανέλαβε το παιχνίδι για ώρες πριν γυρίσει σπίτι του.
Την επόμενη μέρα πήγε και στάθηκε στην πλατεία Ομονοίας. Ναι, συγγνώμη, ξέρετε πού είναι η Ομόνοια, ρωτούσε στη γλώσσα του αυτή τη φορά. Το παιχνίδι αυτό έληξε κάπως άδοξα, λίγες ώρες μετά, δυο αστυνομικοί τού έκαναν εξακρίβωση στοιχείων. Το ίδιο βράδυ πήγε σε κάποιο κεντρικό σινεμά. Αφού πλήρωσε το εισιτήριο του, στάθηκε κοντά στο μπαρ. Ξέρετε ποια ταινία παίζεται απόψε, ρωτούσε. Παιχνίδι που κράτησε λίγο καθώς σύντομα τα φώτα χαμήλωσαν και η προβολή ξεκίνησε.
Γήπεδα, θέατρα, συναυλιακοί χώροι και πλοία ακολούθησαν. Ποιοι είναι αυτοί με τα κόκκινα; Ποια παράσταση παίζεται; Πώς λέγεται το συγκρότημα; Πού πάμε; Η Μόνα Λίζα και ο Πύργος του Άιφελ. Το Μπιγκ Μπεν. Το Κολοσσαίο. Το παιχνίδι γινόταν όλο και πιο ενδιαφέρον. Και ας έπαιζε μόνος του.
Και πού κατέληξες τελικά, τον ρώτησε ένας φίλος του, υπάρχει ανοχή στην άγνοια; Δεν ξέρω, του είπε, όμως σίγουρα υπάρχει μεγάλη άγνοια.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








