Αυτές τις τελευταίες ημέρες του φθινοπώρου που κυλούν σαν νερό, βιαστικές, ανακαλώ στη μνήμη μου με ιδιαίτερη ευχαρίστηση τις αλέες της μικρής παραλίας, καθώς τελείωνε απότομα η σεζόν, να κατακλύζονται από τη σιωπή. Μόλις που απομένει λίγη ζωή σ' αυτό το πανδοχείο της αποδημούσας απραξίας, όπου το κύμα των γυναικών με τα ανοιχτόχρωμα φορέματα και των παιδιών που κατακτούν πρόσκαιρα τον χώρο θα δραπετεύσει με τις περιοδικές του παλίρροιες και ξαφνικά θα αποκαλύψει, όπως οι τρικυμισμένες θάλασσες του Σεπτέμβρη, τις σπηλιές του από τούβλα και μπετόν, αυτούς τους σταλακτίτες από κροκάλες, αυτές τις παιδιάστικες και ελκυστικές κατασκευές, αυτά τα υπερβολικά περιποιημένα παρτέρια που ο θαλασσινός αέρας θα ρημάξει σαν ξεραμένες ανεμώνες, και όλα εκείνα τα οποία έχουν αφεθεί ξαφνικά σ' ένα μοναχικό τετ-α-τετ με τη θάλασσα, μια και οι υπερβολικά καθησυχαστικές επιπολαιότητες έχουν εκλείψει, κι έτσι ανακτούν ορμητικά την πιο υψηλή τους θέση στην ιεραρχία, θέση ενός φαντάσματος μέσα στο καταμεσήμερο.
Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2020
Ένας επικίνδυνος γόης - Julien Gracq
Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2020
Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου - Édouard Louis
Ελάχιστη εντύπωση προκαλεί στον αναγνώστη το γεγονός πως ο Εντουάρ Λουί αφιερώνει το Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου στον Ξαβιέ Ντολάν, σκηνοθέτη του Σκότωσα τη μητέρα μου (J'ai tué ma mére, 2009), ταινία με την οποία μας συστήθηκε και έκτοτε δεν έπαψε να μας απασχολεί, παρά τις όποιες ανισότητες μεταξύ των ταινιών του. Ο Ντολάν, ύστερα από το ντεμπούτο του, με την diy αισθητική που επέτεινε τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα και τη συναισθηματική εμπλοκή του θεατή, στράφηκε σε πιο μυθοπλαστικά μονοπάτια, ή τουλάχιστον -αν προτιμάτε- γύρεψε σε αυτά μια καλύτερη κρυψώνα για το προσωπικό. Στο τρίτο του βιβλίο, ο Λουί επιμένει στο προσωπικό, αυτοβιογραφικό χαρακτήρα της ιστορίας, έχοντας τελειώσει με τον ετερώνυμο Εντύ Μπεγκέλ, και την όποια απόσταση από τον ίδιο του χάριζε εκείνος, ήδη από το πρώτο βιβλίο. Η επιφύλαξη για μια επαναλαμβανόμενη μανιέρα ήταν παρούσα και στην τρίτη αναγνωστική συνάντηση μαζί του, επιφύλαξη που η ανάγνωση πανηγυρικά κατέρριψε.
Παρότι αρχικά το μοτίβο επαναλαμβάνεται, ο γιος κατηγορεί την οικογένειά του, επικεντρώνοντας την κριτική στον πατέρα του, η συνέχεια είναι διαφορετική. Διαβάζοντας κανείς το ολιγοσέλιδο αυτό αφήγημα αντιλαμβάνεται μια στροφή στον τρόπο με τον οποίο ο Λουί προσεγγίζει και αντιμετωπίζει πλέον το παρελθόν του. Η απόφασή του να ταξιδέψει αρκετά χιλιόμετρα ώστε να συναντήσει τον πατέρα του, στο σπίτι που μένει με την καινούργια του σύντροφο, και εκεί να αντικρίσει έναν άνθρωπο ανήμπορο, με την καρδιά του να υπολειτουργεί και την ανάσα του να κόβεται με την παραμικρή κίνηση, θα τον φέρει αντιμέτωπο με κάποιον που πια δεν γνωρίζει, (μιλάω για σένα σε παρελθόντα χρόνο γιατί τώρα πια δεν σε γνωρίζω. Ο ενεστώτας θα ήταν ένα ψέμα.). Το παράπονο, η οργή και το μίσος δίνουν τη θέση τους σε μια ανάγκη κατανόησης. Αυτή η ανάγκη, άλλωστε, αποτελεί ένα ιδιότυπο τίμημα που καλείται να καταβάλλει καθένας που θεωρεί πως έχει δουλέψει με το εαυτό του, πως έχει κατακτήσει κορυφές. Δεν πρόκειται για μια χριστιανικού τύπου συγχώρεση, αλλά για μια διερεύνηση και καταγραφή των ορίων μέσα στα οποία κινήθηκε ο πατέρας του Λουί στην προκειμένη περίπτωση. Δεν πρόκειται για μια άνευ όρων δικαιολόγηση, αλλά για μια απόπειρα κατανόησης των επιλογών που αυτός ο άνθρωπος πραγματικά είχε στο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε και έκανε οικογένεια, και πώς αυτές διαμόρφωσαν και προετοίμασαν την ανικανότητα να αποδεχτεί το παιδί του. Και η κατανόηση αυτή έχει πρακτική εφαρμογή τόσο σε συναισθηματικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο.
Στην ανάγκη μας για αποδοχή συναντιόμαστε στην ιστορία αυτή, ανάγκη που εντείνεται στην εγγύτητα της σχέσης, ανάγκη που ταυτίζεται απόλυτα στη σχέση γονιού-παιδιού. Όσο και αν την αρνούμαστε ή την υποτιμούμε, η ανάγκη αυτή υπάρχει. Και κάπου εδώ εμφανίζεται η αγάπη, αυτό το ύπουλο φάντασμα. Αγάπη την οποία θεωρούμε δεδομένη, προσαρμοσμένη στις δικές μας προδιαγραφές, εκ των ουκ άνευ υποχρέωση προς το πρόσωπό μας, προσκολλημένοι -έστω και υποσυνείδητα- στην παρωχημένη θεωρία για τις σχέσεις αίματος. Και αρνούμαστε -αρχικά- να δεχτούμε πως η αγάπη μπορεί να έχει όρια και διαφορές, και μας παίρνει -πολύ- καιρό να αναλογιστούμε το ενδεχόμενο της αδυναμίας για αγάπη, να αποτινάξουμε από πάνω μας την ενοχή για τη δική μας ευθύνη, πως εμείς δεν είμαστε άξιοι -ναι άξιοι- αγάπης. Στις προαναφερθείσες κορυφές οφείλει -ναι οφείλει- να σταθεί εκείνος που κοκορεύεται πως τις κατέκτησε και να ατενίσει, να διακρίνει την πρόθεση από την αδυναμία, να κατανοήσει της ανθρώπινη ανεπάρκεια, τη συναισθηματική αναπηρία. Και όσο ατενίζει κανείς, τόσο θα πετάει από πάνω του βάρη που κουβαλούσε, τόσο τα επίπεδα ορατότητας θα βελτιώνονται. Το παρελθόν δεν αλλάζει, δεν διαγράφεται, παραμερίζεται όμως, και στην απόσταση αποκωδικοποιείται. Η ιστορία των παιδικών χρόνων του πατέρα του Λουί έχει πολλά κοινά με την αντίστοιχη ιστορία του ίδιου του Λουί. Τι πήγε στραβά και ο πατέρας του δεν απέφυγε την επανάληψη; Αν καταφέρει κανείς να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, τότε ίσως αυτό το επαναλαμβανόμενο μοντέλο διαρραγεί, αυτό επιχειρεί να κάνει ο Λουί, αυτή την απάντηση γυρεύει.
Η προσωπική ιστορία του Λουί -παρά τις όποιες εξατομικευμένες ιδιαιτερότητές της- είναι μια ιστορία γνώριμη στον αναγνώστη, και αυτό, σε συνδυασμό με τον τρόπο που την αφηγείται, δικαιολογεί την επιτυχία που τα βιβλία του γνωρίζουν. Η αμεσότητα της γραφής, ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνει ο Λουί το συναίσθημα και η αλήθεια που η αφήγησή του φέρει συντελούν σε αυτό, αν και από μόνα τους δεν θα ήταν αρκετά για να διατηρήσουν ακέραιο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από βιβλίο σε βιβλίο. Στο Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου ο Λουί εμφανίζεται πιο δυνατός συναισθηματικά, με λιγότερες ανασφάλειες. Μοιάζει να έχει τελειώσει με τις δικαιολογίες μια και καλή. Κάτι τέτοιο δεν ήταν απλό, δεν ήταν αναίμακτο. Τώρα μπορεί να στρέψει το βλέμμα γύρω του. Ο συγγραφέας φεύγει από το συναισθηματικά προσωπικό και επιχειρεί μια καίρια μεταστροφή της παρατήρησής του στο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον, στους παράγοντες που διαμόρφωσαν -σκότωσαν κατά τον συγγραφέα- τον πατέρα του. Εδώ ο συγκεκριμένος αφηγηματικός κύκλος δείχνει να κλείνει. Μια τριλογία που δεν σχεδιάστηκε εξ αρχής, αλλά προέκυψε στην πορεία. Δεν ξέρω τι ετοιμάζει τώρα ο Λουί, ποιο μπορεί να είναι το επόμενο λογοτεχνικό του βήμα, αλλά διαισθητικά αναμένω ένα περαιτέρω άνοιγμα από μεριάς του, μια λογοτεχνία ακόμα πιο πολιτική και εξίσου σύγχρονη της εποχής.
Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2020
Το σύννεφο στο δωμάτιό της (2020)
Τα είκοσι δύο είναι η καλύτερη ηλικία, αποφαίνεται εκείνος, όταν η Μούζι του επιβεβαιώνει την υπόθεσή του σχετικά με το πόσο χρονών είναι, στον συνηθισμένο διάλογο, πόσο είσαι, πόσο με κάνεις. Εκείνη δεν απαντά, δεν μοιάζει να συμφωνεί όμως, ή τουλάχιστον δεν μοιάζει να καταλαβαίνει από πού προκύπτει μια τέτοια βεβαιότητα. Έχει επιστρέψει για να περάσει τις γιορτές της Κινεζικής Πρωτοχρονιάς στην πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε, τα τελευταία χρόνια λείπει για σπουδές. Οι γονείς της, χωρισμένοι από χρόνια, ζουν σε διαφορετικά σπίτια πια. Η μητέρα της απολαμβάνει τη ζωή κάνοντας εφήμερες σχέσεις. Ο πατέρας της έκανε καινούργια οικογένεια με τη νέα του σύντροφο, απέκτησε μια ακόμα κόρη η οποία πηγαίνει στο δημοτικό. Συνοδεύοντάς την στη σχολική γιορτή θα γνωρίσει εκείνον, ιδιοκτήτη ενός γειτονικού μπαρ, που έχει μια κόρη συμμαθήτρια της ετεροθαλούς αδερφής της. Το αγόρι της θα πάρει το τρένο για να την επισκεφτεί, αυτό θα περιπλέξει περαιτέρω τα πράγματα για τη Μούζι, που συνεχώς επιστρέφει στο άδειο πια σπίτι των παιδικών της χρόνων, περπατάει στους δρόμους μιας πόλης σε ανακατασκευαστικό οργασμό, γυρεύοντας τη θέση της στον κόσμο.
Οι επιρροές του γαλλικού σινεμά είναι διακριτές στο εντυπωσιακό αυτό ντεμπούτο της Ζενγκ Λου Σινιουάν (Zheng Liu Xinyuan), που υπογράφει και το μοντάζ μαζί με το σενάριο και τη σκηνοθεσία. Το σενάριο, παρότι κατακερματισμένο, αποτυπώνει με αληθοφάνεια την κατάσταση της Μούζι, την κατάσταση ενός νεαρού ανθρώπου σε μετάβαση, που αναζητά ένα μέρος στον κόσμο, εκεί όπου θα νιώθει σπίτι του, αν ένα τέτοιο μέρος όντως υπάρχει και μπορεί να βρεθεί. Σκηνές με χαλαρή, αν όχι ανύπαρκτη, σύνδεση διαδέχονται η μία την άλλη. Κοντινά πλάνα με τους ηθοποιούς να μιλάνε απευθυνόμενοι στην κάμερα και λήψεις του αστικού τοπίου, με άξονα τον βραδινό φωτισμό και τις αντανακλάσεις του νερού, παρεμβάλλονται σε αυτόνομες σεκάνς δράσης, σε μια ταινία που η αισθητική στην κινηματογράφηση κυριαρχεί, χωρίς όμως να αναλώνεται -όπως πολλάκις συμβαίνει- σε έναν στείρο οπτικό εντυπωσιασμό, εύκολο πια στις μέρες μας χάρη στην τεχνολογία. Για παράδειγμα, η χρήση του αρνητικού εφέ λειτουργεί έξοχα, ειδικά στη σκηνή με την κατεδάφιση του κτιρίου. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ματτίας Ντελβό (Matthias Delvaux) είναι μαγευτική, πετυχαίνοντας να συνδυάσει το παλιακό με το σύγχρονο. Στο πρόσωπο της πρωταγωνίστριας Jin Jing, η σκηνοθέτις ανακαλύπτει ένα άλτερ έγκο της, ικανό να αποδώσει μπροστά από την κάμερα όσα εκείνη είχε στο μυαλό της. Η ταινία, άλλωστε, είναι προσωποκεντρική, χτισμένη γύρω από την εικοσιδυάχρονη Μούζι.
Μια ταινία ενηλικιώσεων. Στο προσκήνιο βρίσκεται η ενηλικίωση της Μούζι, όμως παράλληλα, και οι υπόλοιποι χαρακτήρες ενηλικιώνονται. Οι γονείς, για παράδειγμα, που το πρότυπό τους ζορίζει όπως είναι φυσικό και αναμενόμενο τη Μούζι, διακρίνοντας εκεί τους φόβους του επερχόμενου μέλλοντος. Μιλώντας μαζί τους προσπαθεί να κατανοήσει πού πήγαν τα όνειρα και οι φιλοδοξίες τους, τι στράβωσε στην πορεία, αν είναι ευτυχισμένοι με τη ζωή τους. Αλλά και ο ιδιοκτήτης του μπαρ, που άφησε τον βορρά πριν από δέκα χρόνια για να σπουδάσει, άνοιξε το μπαρ με συνέταιρο έναν φίλο του και βρέθηκε να είναι πατέρας ενός μικρού κοριτσιού αναπολώντας την ηλικία της Μούζι, ή ο σύντροφός της, που θα κάνει όλη τη διαδρομή ως εκεί για να τη συναντήσει, και που με μια φωτογραφική μηχανή επιχειρεί να αποτυπώσει καρέ καρέ τη ζωή του, θεωρώντας -και πώς όχι, στην ηλικία αυτή- κάθε εμπειρία καθοριστικής σημασίας. Αλλά μαζί με τα πρόσωπα είναι και η πόλη που αλλάζει, οι παλιές κατασκευές που κατεδαφίζονται για να δώσουν τη θέση τους σε νέα κτίρια, ακολουθώντας την πορεία του Χονγκ Κονγκ, μιας χώρας που χαρακτηρίστηκε από μια πολιτιστική άνθηση τις προηγούμενες δεκαετίες και δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί έδαφος άσκησης έντονων πολιτικών ζυμώσεων υπό την κινεζική πίεση, μια χώρα υπό διαρκή αναζήτηση ταυτότητας, κινούμενη ανάμεσα στην αποικία και την ανεξαρτησία. Μια ταινία πολιτική, όπου τα αδιέξοδα της νεαρής κοπέλας αντανακλούν τα αδιέξοδα του ίδιου του Χονγκ Κονγκ. Ο τρόπος με τον οποίο καθιστά την ταινία της πολιτική η Σινιουάν κάνει την ταινία ακόμα πιο σπουδαία.
Το σύννεφο στο δωμάτιό της
ανήκει στην ολοένα και μειούμενη κατηγορία του σινεμά των δημιουργών,
εκεί που το σκηνοθετικό όραμα είναι παρόν και η προσωπική αισθητική
ξεκάθαρη. Σινεμά σύγχρονο, που αποτυπώνει την εποχή, γυρεύοντας ταυτόχρονα καταφύγιο, τόσο συναισθηματικά, όσο και κινηματογραφικά, στη νοσταλγία του παρελθόντος. Ταινία που διαλέγεται με το αριστουργηματικό Ένας ελέφαντας στέκεται ακίνητος του Χου Μπο. Αυτό και μόνο αρκεί για να την αναζητήσει κανείς.
υγ./με ημερομηνία λήξεως Την υπέροχη αυτή ταινία μπορεί κανείς να την παρακολουθήσει on line στο πλαίσιο του 11th Athens Avant Garde Film Festival μέχρι και τη Δευτέρα 26 Οκτωβρίου. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε εδώ.
Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020
Σιωπηλή σαν το Θάνατο - Abdón Ubidia
Η νύχτα ράγισε σαν αστραπή. Στη γειτονιά κάποιος πέθαινε.Ήταν το Κίτο. Ήταν το 1983 (η δικτατορία στην Αργεντινή είχε τελειώσει). Ήταν ένας γιατρός ο οποίος, στα τέλη του πιο βροχερού χειμώνα που μπορούσε να θυμηθεί, βρέθηκε μόνος του στο σπίτι του στη Μπέγιαβίστα, να κοιτάζει χωρίς να βλέπει, μέσα απ' την τεράστια τζαμαρία του γραφείου του, τη μακρουλή, φευγαλέα, απόκρημνη μορφή της πολιτείας που χανόταν στον ορίζοντα των γαλάζιων βουνών. Νοσταλγούσε τη γυναίκα του; Νοσταλγούσε τον γιο του; Ποιος ξέρει. Μπορεί ποτέ να μην αγάπησε αρκετά τη γυναίκα του, κι όσο για τον γιο, είχε μπει, βλέπεις, στη βίαιη ηλικία -με μια βουβή επανάσταση εναντίον του πατέρα-, έτσι που η εγκατάλειψη από εκείνους δεν σήμαινε μια μετάβαση απ' τον έρωτα στο ξέφτισμα του έρωτα, αλλά από τη φασαρία στη σιωπή, από μια δύσκολη συντροφιά σε μια παραζαλισμένη μοναξιά.
Ο τόπος, λοιπόν, είναι το Κίτο, πρωτεύουσα του Εκουαδόρ, χτισμένο σε υψόμετρο 2.850 μέτρων, και ο χρόνος το 1983, στο τέλος ενός έντονα υγρού χειμώνα, όταν πια η δικτατορία στη γειτονική Αργεντινή είχε λάβει τέλος. Και αν ως προς τον χώρο και τον χρόνο της δράσης ο Ουμπίδια είναι ακριβής, όταν φτάνει να αναφερθεί στον γιατρό, τον χαρακτήρα καταλύτη για την εξέλιξη της πλοκής αυτής της μικρής νουβέλας, μιλάει αόριστα για έναν γιατρό, που κοιτάζει έξω από την τεράστια τζαμαρία την πολιτεία να απλώνεται, έχοντας απομείνει σπίτι μόνος του, και θα μπορούσε να 'ναι, θαρρείς, ο οποιοδήποτε άντρας στη θέση του, σε αυτή την ηλικία, από καιρό πια όχι νεαρή, αλλά σε καμία περίπτωση προχωρημένη, εγκαταλελειμμένος από τη γυναίκα του και το παιδί του, χωρίς να ξέρουμε γιατί και πώς κάτι τέτοιο συνέβη, σε ένα σπίτι σιωπηλό. Ο καινούριος ένοικος θα τον χαιρετίσει ενθουσιωδώς, θα του συστηθεί ως Ροδόλφο Μορόνι, απλώς Μορόνι για τους φίλους, θα σπεύσει να διευκρινίσει, δηλώνοντας πως σκόπευε να ανοίξει εκεί, στο Κίτο, ένα παράρτημα της κτηματομεσιτικής εταιρείας που διατηρούσε στην Αργεντινή, και πως η οικογένειά του, γυναίκα και κόρη, θα τον ακολουθούσαν όταν οι διάφορες επισκευές στο σπίτι θα ολοκληρώνονταν. Ο γιατρός δεν είχε πολλά πάρε δώσε μαζί του.
Και κάπως έτσι ξεκινά η ιστορία αυτή, που αρχικά προοριζόταν για διήγημα και μόνο στην πορεία, και ύστερα από παραίνεση μιας φίλης του Ουμπίδια, πήρε τη μορφή σύντομης νουβέλας. Από τις πρώτες κιόλας γραμμές, ο συγγραφέας προσφέρει στον αναγνώστη ευκρινείς συντεταγμένες ανάγνωσης, επί των οποίων δύναται να οικοδομηθούν οι αναγνωστικές προσδοκίες. Αρχικά είναι δύο φράσεις: Στη γειτονία κάποιος πέθαινε και η δικτατορία στην Αργεντινή είχε τελειώσει· ιδιαίτερα η δεύτερη, παρενθετική και φαινομενικά αταίριαστη ως περιγραφή του χειμώνα του 1983 στο Εκουαδόρ, υποψιάζει τον αναγνώστη για τα όσα μπορεί να κρύβει ο -κατά δήλωση δική του- κτηματομεσίτης, έχοντας υπόψη του τη συνήθη τακτική των μελών και συνεργατών διδακτορικών καθεστώτων να εγκαταλείπουν σαν τα ποντίκια το ναυαγισμένο πια πλοίο, γυρεύοντας κρυψώνες και ταυτότητες νέες, και το πλοίο στην Αργεντινή είχε προσκρούσει σε ξέρα. Αλλά και λίγο παρακάτω, η λεπτομερής αναφορά στη συναισθηματική κατάσταση ενός γιατρού, εγκαταλελειμμένου και μόνου, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, για τον τρόπο με τον οποίο εκείνος αναμένεται να ενεργήσει απέναντι στα γεγονότα.
Είναι τέτοια η έκταση της νουβέλας που δεν επιτρέπει οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά στην πλοκή, καθώς κάτι τέτοιο θα λειτουργούσε εις βάρος της προσδοκόμενης αναγνωστικής απόλαυσης. Ήδη από τις πρώτες γραμμές της ιστορίας είναι εμφανής η ικανότητα του Ουμπίδια -αρκετά έργα του οποίου έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στα ελληνικά- στη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας, με την απειλή να αιωρείται και τον αναγνώστη να είναι σε διαρκή επιφυλακή για το τι πρόκειται να συμβεί στην επόμενη γραμμή. Ενδιαφέρον έχει να αναλογιστεί κανείς γιατί ο Ουμπίδια επέλεξε τη μικρή φόρμα -έστω και αν πέρασε από το διήγημα στη νουβέλα- για την ιστορία αυτή. Υποθέτω πως η απάντηση -χωρίς απαραίτητα να είναι η μόνη- βρίσκεται στην πρόθεση του συγγραφέα η ιστορία αυτή να λειτουργήσει υπαινικτικά και σχηματικά, κινούμενη γύρω από τον τρόπο με τον οποίο όλοι μας -τελικά- εμπλεκόμαστε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ανεξαρτήτως προθέσεων και καταβολών με μια ιστορία που φαινομενικά δεν είναι δική μας, αφού τα συστατικά της κάθε ιστορίας δεν γίνεται να προσεγγιστούν μονοσήμαντα και με βάση μόνο τη λογική.
Έχοντας επιλέξει τη μικρή φόρμα, ο Ουμπίδια γνωρίζει καλά πως το περιττό δεν ταιριάζει εδώ. Και με βάση τον -ας τον χαρακτηρίσουμε- περιορισμό αυτό κινείται καθ' όλη την πορεία της αφήγησης. Η αφαίρεση που χαρακτηρίζει τη γραφή του ενισχύει επιπρόσθετα των παραπάνω ισχυρισμό περί υπαινικτικής και σχηματικής λειτουργίας της ιστορίας. Οι χαρακτήρες παραμένουν αρκετά στο σκοτάδι, κάτι που ισχύει ακόμα και για τον γιατρό. Λίγα πράγματα γνωρίζουμε γι' αυτούς. Δεν εξαντλούνται στο άτομό τους, δεν είναι προσωποκεντρικοί αλλά κατέχουν ευδιάκριτους ρόλους ως προς τη λειτουργία τους στην ιστορία, χωρίς όμως να αποκτήσουν χαρακτηριστικά στερεοτυπικά. Ιδιαίτερα ο γιατρός, χωμένος καθώς είναι στις προσωπικές του ανησυχίες, που ελάχιστο χώρο του αφήνουν για να ασχοληθεί με κάτι έξω και πέρα από αυτόν, προσιδιάζει αρκετά στον φιλήσυχο πολίτη, που η καθημερινότητα ελάχιστα τον επηρεάζει, ακόμα και αν πρόκειται για μια μεγάλη πολιτική αλλαγή, έτσι όπως είναι ασφαλής στη ζωή που έχει οικοδομήσει. Άλλωστε, μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός πως, επιπρόσθετα του κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα που φέρει η επαγγελματική του ιδιότητα, ο γιατρός έχει αποφασίσει να αποτραβηχτεί στο σπίτι του, χωρίς να δέχεται επισκέψεις, με σκοπό να διαβάσει και να γράψει. Κάπως έτσι ο Ουμπίδια τοποθετεί στην εξίσωση και τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών. Γιατί μπορεί στις λεπτομέρειές της η ιστορία αυτή να 'ναι μοναδική, αλλά στον πυρήνα της είναι τρομακτικά οικεία, και θα μπορούσε να εκτυλίσσεται σε πολλά μέρη του κόσμου και σε διάφορες χρονικές περιόδους. Και εδώ έγκειται η συγγραφική ευφυΐα του Ουμπίδια, καθώς στηρίζει όλη την ιστορία του στην αντίθεση ανάμεσα στο συγκεκριμένο (τόπος, χρόνος, ιστορικοπολιτικό πλαίσιο) και το αόριστο (ένας γιατρός, εκείνη, ο άντρας από την Αργεντινή), για να την οδηγήσει εν τέλει μακριά από τον χειμώνα του 1983 στο Κίτο, καθιστώντας την οικουμενική.
Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2020
Οι δύσκολοι έρωτες - Italo Calvino
Τότε που ήρθα να εγκατασταθώ μόνιμα σ' αυτή την πόλη, δε με ένοιαζε απολύτως τίποτα. Όταν, βέβαια, μιλώ για μόνιμη εγκατάσταση δε χρησιμοποιώ τη σωστή έκφραση. Δεν είχα καμιά διάθεση να εγκατασταθώ μόνιμα πουθενά. Ήθελα να παραμένουν γύρω μου όλα ρευστά, προσωρινά, γιατί μονάχα έτσι ένιωθα ότι διέσωζα την ψυχική μου ισορροπία, αν και δε θα μπορούσα εύκολα να εξηγήσω το γιατί. Γι' αυτό όταν, τελικά, μέσα από μια αλυσίδα γνωριμιών και συστάσεων, μου προσφέρανε τη θέση του συντάκτη στο περιοδικό Η κάθαρση, δέχτηκα και ήρθα να μείνω εδώ.
Ξέρουμε όλοι τι συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις με ένα κείμενο. Αλλάζεις στην αρχή μια τελεία, και αμέσως βλέπεις πως χρειάζεται να αλλάξεις μια λέξη, και ύστερα μια ολόκληρη φράση, και τελικά όλο το κείμενο τινάζεται στον αέρα.
Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2020
Eternal sunshine of the spotless mind (2004)
"How happy is the blameless vestal's lot!The world forgetting, by the world forgot.Eternal sunshine of the spotless mind!Each pray'r accepted, and each wish resign'd"Alexander Pope
Ποιος δεν έλκεται από την ιδέα της επιστροφής, ποιος δεν τη σκιάζεται τόσο; Μιλώντας για ταινίες -στην προκειμένη περίπτωση- αγαπημένες, χρόνια μετά, όταν το αντικείμενο της θέασης και της ανάμνησης τόσο έχει απομακρυνθεί, γνωρίζει κανείς πολύ καλά πως το ενδεχόμενο να ψεύδεται οικτρά είναι πιθανό. Ο φόβος της υποχώρησης της επίπλαστης μνήμης, της τόσο καταπραϋντικής και καθησυχαστικής επίπλαστης μνήμης, ενός πολτού τέλεια χωνεμένου, προκαλεί τον φόβο της απώλειας και της κατάρρευσης, κρατά στα ψηλά ράφια τα κουτιά με τα αναμνηστικά και τις φωτογραφίες, αναβάλλει διαρκώς την αναμέτρηση με το παρελθόν, αναμέτρηση που στο τέλος σε φέρνει αντιμέτωπο με εκείνον τον παλιό σου εαυτό. Χτες το βράδυ είδα ξανά την Αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού, δεκαπέντε χρόνια μετά, και ένιωθα την απομάγευση να περιμένει έξω από την πόρτα.
Δεν θα αποφύγω, φοβάμαι, τα σπόιλερ αυτή τη φορά, γι' αυτό και αν κάποιος δεν έχει τύχει να δει την ταινία αυτή ας συνεχίσει με δική του ευθύνη, εγώ θα του πρότεινα να δει πρώτα την ταινία.
(Πάντα θα είναι ευπρόσδεκτη μία ιστορία αγάπης, μία ακόμα ιστορία αγάπης. Τέτοιοι είμαστε.)
Ο Τζόελ και η Κλεμεντάιν γνωρίστηκαν σ' ένα βαρετό πάρτυ στην παραλία του Μόντοκ, εκείνος πρόσεξε το πορτοκαλί της μπουφάν, εκείνη πως στεκόταν μόνος του απόμερα χωρίς να ξέρει πώς να συμπεριφερθεί. Έρωτας με την πρώτη ματιά. Οι μήνες πέρασαν και τα σύννεφα ήρθαν. Το πορτοκαλί της μπουφάν δεν ήταν πια παρά μια ιδιοτροπία, η στάση εκείνου απέναντι στα πράγματα απέπνεε μια έντονη βαρεμάρα. Ειπώθηκαν λόγια βαριά. Η Κλεμεντάιν αποφάσισε να τον διαγράψει από τη μνήμη της, να σβήσει όλα όσα είχαν να κάνουν με τον Τζόελ. Ο Τζόελ δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί εκείνη έκανε πως δεν τον ξέρει. Οι φίλοι του δεν άντεξαν και του είπαν την αλήθεια, του έδωσαν για την ακρίβεια να διαβάσει την κάρτα της κλινικής που τους ενημέρωνε πως η Κλεμεντάιν αποφάσισε να διαγράψει τον Τζόελ από τη μνήμη της. Θα ζητήσει κι εκείνος τη λήθη. Θα μαζέψει σε δυο πλαστικές σακούλες όλη την Κλεμεντάιν, θα φορέσει το μεταλλικό κράνος και το πρωί θα ξυπνήσει -ελπίζει- χωρίς να πονά. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας το μετανιώνει, τρέχει με την Κλεμεντάιν να κρυφτούν βαθιά στη μνήμη εκεί που ο τεχνικός δεν θα μπορεί να την εντοπίσει για να τη διαγράψει, στα παιδικά χρόνια, κάτω από το τραπέζι της κουζίνας όσο η μάνα του θα μαγειρεύει πίνοντας ένα ποτό πριν από το δείπνο, στην αλάνα με τα άλλα παιδιά που πάντα τον κορόιδευαν, στο εφηβικό κρεβάτι που αυνανιζόταν, σε όποια ανάμνηση έχει πασχίσει να αποδιώξει. Την επόμενη μέρα το πρωί θα εγκαταλείψει τρέχοντας την αποβάθρα με κατεύθυνση τη Νέα Υόρκη, θα περάσει απέναντι και θα πάρει το τρένο για το Μόντοκ, θα περπατήσει στη χιονισμένη παραλία, θα γράψει στο ημερολόγιο του, που έχει σκισμένες σελίδες. Όλα θα αρχίσουν από την αρχή ξανά.
Το παράκτιο Μόντοκ, το γεμάτο ζωή τους καλοκαιρινούς μήνες, εγκαταλελειμμένο στη μανία του ωκεανού τον χειμώνα, είναι για μένα ένα μέρος γεμάτο θλίψη απόρροια του μυθιστορήματος του Χάντκε, κάτοχο του βραβείου Νόμπελ εδώ και κάποιους μήνες, Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό. Για τους ήρωες της ιστορίας είναι ένα μέρος μαγικό, εκεί που γνωρίστηκαν την πρώτη φορά, εκεί που έδωσαν ραντεβού τη δεύτερη, σίγουροι πως κανένας επιστήμονας μνήμης δεν θα μπορούσε να το φανταστεί ώστε να το αποτρέψει.
Δυο τρελοί του σύγχρονου σινεμά, ο Αμερικανός Κάουφμαν (Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς, Η συνεκδοχή της Νέας Υόρκης και -εσχάτως του πολυσυζητημένου- I'm thinking of ending things) και ο Γάλλος Γκοντρί (Σ' είδα στο όνειρό μου, Γύρνα το μόνος σου, Is the man who is tall happy?) συμπράττουν εδώ σε μια ιδέα του Γκοντρί, ο Κάουφμαν υπογράφει το σενάριο και ο Γκοντρί τη σκηνοθεσία, σε μια ταινία που το love story συναντά το science fiction, ή που η ιστορία αγάπης διαμορφώνεται και περνά -για να διαλυθεί ή να επιβιώσει- μέσα από τις ατραπούς της τεχνολογικής υπεραιχμής. Το εύρημα είναι τόσο δυνατό και καθοριστικό που επιτρέπει -ή και επιβάλλει- στο σενάριο να κινηθεί γύρω του, αφήνοντας λίγο χώρο για τα γύρω τριγύρω, σκιαγραφώντας τόσο όσο τους δύο χαρακτήρες, στηριζόμενο σε κάποια στερεοτυπικά χαρακτηριστικά εμφανή από την πρώτη στιγμή που επιτρέπουν στον θεατή να συμπληρώσει το παζλ, να ανασυνθέσει -με σχετική ασφάλεια- τις ζωές τους, έτσι ώστε να αποκτήσει μια πλήρη εικόνα των δύο μαχόμενων στην αρένα της αγάπης.
Η επίκληση στη λήθη, η απαίτηση για το επόμενο βήμα που δεν θα φέρει μαζί του πισωγυρίσματα του βλέμματος, ελαφρύ και απαλλαγμένο από το χτες, γίνεται με την ασφάλεια της αδυναμίας μιας τέτοιας ευχής, βιαστικής και εν θερμώ όπως διατυπώνεται, εδώ είναι δυνατή, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, θυμίζοντας σε αντίστροφη αναλογία τους ερωτευμένους της μιας νύχτας, που μεθυσμένοι από ευτυχία προσφέρουν το σώμα τους καμβά ώστε πάνω του να υπογραφεί η δέσμευση. Και εδώ εντοπίζεται το φιλοσοφικό διακύβευμα της ταινίας, η ευκολία πρόσβασης στη λήθη, η ολική επανεκκίνηση, οι χωρίς κόστος αποφάσεις. Θα ήθελες πραγματικά να σβήσεις τα πάντα αν μπορούσες;
Η πρωτότυπη ιδέα δεν εγκλωβίζει τους δημιουργούς, ο Κάρεϊ και η Γουίνσλετ είναι απολαυστικά ευάλωτοι, η σκηνοθεσία υπηρετεί και αναδεικνύει το σενάριο, ενώ η μουσική του Μπεκ στοιχειώνει για πάντα τον θεατή. Σπουδαία ταινία, που άντεξε στην επιστροφή της, και μάλιστα με τρόπο θριαμβευτικό!
υγ. Περισσότερα για το μυθιστόρημα του Χάντκε, Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2020
Αλλαγή φρουράς - Παναγιώτης Βλάχος
Στον όροφο της πρυτανείας ο φύλακας βρήκε την πόρτα του αντιπρύτανη σπασμένη, το γραφείο άνω κάτω και τον ίδιο γερμένο στο τραπέζι με μια σφαίρα στο κεφάλι. Ήταν ήδη νεκρός. Δημήτρης Ιακώβου, καθηγητής Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, ετών εξήντα εφτά.
Η ανακάλυψη του πτώματος σηματοδοτεί την αρχή της αφήγησης στο τελευταίο μυθιστόρημα του Παναγιώτη Βλάχου, Αλλαγή φρουράς, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέδρος. Στο μικρό αυτό απόσπασμα, άλλωστε, βρίσκονται και οι απαραίτητες πληροφορίες για την ειδολογική του ένταξη, που εξ αρχής συνηγορούν πως πρόκειται για ένα campus crime novel, ενώ η ειδικότητα του νεκρού επιτρέπει επίσης στον αναγνώστη να υποθέσει την οργανική θέση της κοινωνικοπολιτικής θεωρίας στην πλοκή. Ο Ιακώβου σπούδασε στο Παρίσι, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας -και ως ένα βαθμό μέτοχος- των γεγονότων του Μάη, τότε που ο κόσμος έμοιαζε να μπορεί να αλλάξει, τότε που οι ιδεολογίες δεν ήταν κενές περιεχομένου, όχι ακόμα τουλάχιστον. Μέλος μιας παρέας που διαμορφώθηκε από τις ιδέες της εποχής και ίδρυσε την Κοινωνία των Μεταφραστών, οργάνωσης που στόχευε στη μετάφραση και διάδοση έργων και ιδεών, πράξης πρωτίστως πολιτικής. Ύστερα ήρθε η δεκαετία του ογδόντα, ο ρεαλισμός άρχισε να χτυπά δυνατά την πόρτα, τα υπόλοιπα είναι λίγο ή πολύ γνωστά.
Ο αστυνόμος που αναλαμβάνει την έρευνα διαθέτει όλα εκείνα τα γνώριμα στοιχεία των λογοτεχνικών συναδέλφων του, δύσκολος χαρακτήρας, όχι ιδιαίτερα αγαπητός στους συναδέλφους του, αιρετικός ως ένα βαθμό στους τρόπους με τους οποίους διεξάγει την έρευνα, συναισθηματικά ευάλωτος παρότι φαινομενικά σκληρός, γνώστης της νύχτας και με ανησυχίες που δεν συνάδουν με το επάγγελμά του, διατεθειμένος να συγκρουστεί χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες, διαθέτει τη δική του ιστορία η οποία δεν θα αργήσει να παίξει ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής. Ο Βλάχος του προσφέρει τον ρόλο του πρωτοπρόσωπου αφηγητή και μαζί τη δυνατότητα να κερδίσει τη συμπάθεια του αναγνώστη σ' ένα μυθιστόρημα το οποίο παρουσιάζει αρκετές αφηγηματικές εναλλαγές, καθώς δεν λείπει ο παντογνώστης αφηγητής, που σε τρίτο πρόσωπο έρχεται να καλύψει τα κενά της ιστορίας, ενώ στην πορεία της αφήγησης παρεμβάλλονται επιστολές και μανιφέστα. Είναι αυτός ο τρόπος αφήγησης που επιλέγει ο συγγραφέας ώστε να στηρίξει αυτό το πολυσέλιδο μυθιστόρημα, ένα εύρημα λειτουργικό το οποίο εξυπηρετεί τόσο την προώθηση της πλοκής όσο και τη συνοχή του μυθιστορήματος, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει μια πολυπρισματική θεώρηση της ιστορίας. Επιθυμώντας να δώσει ρόλο αφηγητή στον αστυνόμο του, με τον οποίο ο αναγνώστης πορεύεται παρέα προς την τελική λύση, ο Βλάχος ορθώς διέκρινε τον κίνδυνο της μονομέρειας, τον κίνδυνο δηλαδή η ιστορία να αποκαλύψει μόνο εκείνα που η έρευνα θα έφερνε στο φως, αφήνοντας εκτός όλα εκείνα που οι εμπλεκόμενοι δεν θα μαρτυρούσαν ποτέ σε έναν μπάτσο.
Το παρελθόν, αναπόφευκτα, διεισδύει διαρκώς στο παρόν, στις αναλήψεις σε αυτό βρίσκονται -αν βρίσκονται και εκεί δηλαδή- οι σημερινές απαντήσεις, εκείνες που -μεταξύ άλλων- οδήγησαν στην ανακάλυψη του νεκρού καθηγητή. Δεν είναι εύκολο για κάποιον τρίτο, είτε αυτός είναι ο αστυνόμος που αναζητά στοιχεία, είτε ο αναγνώστης που διαβάζει τώρα το μυθιστόρημα, να κατανοήσει τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της Κοινωνίας των Μεταφραστών, ακόμα δυσκολότερο είναι να νιώσει εγγύτητα με τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους, να μην τους θεωρήσει ελιτιστές, ουτοπιστές, αποτυχημένους, συμβιβασμένους με την πραγματικότητα εν τέλει. Ο Βλάχος εδώ τα καταφέρνει περίφημα, ποντάροντας κυρίως στην ατμόσφαιρα που διαπνέει το μυθιστόρημα από άκρη σε άκρη. Δεν επιχειρεί στιγμή να δικαιολογήσει τα έργα και τις μέρες των ηρώων του, να ωραιοποιήσει γεγονότα και καταστάσεις, εκείνο που επιχειρεί είναι η κατανόηση, η ύπαρξη μιας διαφορετικής, συχνά έκκεντρης και γεμάτης καχυποψίας, διαδρομής, η ανάδειξη των αντιφάσεων με τις οποίες είναι γεμάτη η ζωή.
Η αστυνομική πλοκή εδώ αποτελεί το πρόσχημα, η κατασκευή και η λύση της δεν αποτελούν την κύρια φιλοδοξία του συγγραφέα, παρότι το μυθιστόρημα είναι αρκετά φιλόδοξο, και αυτό είναι που τοποθετεί τον πήχη αρκετά ψηλά. Η διακειμενικότητα παίζει εδώ πρωταρχικό ρόλο, οι αναφορές στη λογοτεχνία, την ποίηση, τον κινηματογράφο, τη φιλοσοφία, την ψυχολογία, την πολιτική οικονομία και την υπόγεια κουλτούρα είναι συνεχείς. Ο Βλάχος χειρίζεται με άνεση το υλικό αυτό, πετυχαίνοντας να το εντάξει ομαλά στη βασική πλοκή, φανερώνοντας ένα μεγάλο εύρος ενδιαφερόντων, που δεν περιορίζεται στη γοητεία που εκπέμπει. Εκτός των ενδιαφερόντων αυτών, ο συγγραφέας καταφέρνει να κινηθεί επίσης με χαρακτηριστική άνεση σε διάφορους χώρους, είτε πρόκειται για το Παρίσι, είτε για τα Εξάρχεια, είτε για το πανεπιστήμιο και τις συνελεύσεις, του τότε και του σήμερα. Χτίζει τους χαρακτήρες του αργά και σταδιακά, χαρακτήρες πειστικοί αν και δεν τους λείπουν διάφορα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά, και που ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι δύο γυναικείοι, εκείνοι της Μιράντας και της Γιόλας, που διαθέτουν κάτι το απόκοσμα γοητευτικό, μια εξανθρωπισμένη εκδοχή της μοιραίας γυναίκας και της μούσας. Στα μέλη της Κοινωνίας των Μεταφραστών βρίσκει κανείς, αν τη χρειαστεί, και την απάντηση σχετικά με το μέγεθός του βιβλίου, για το αν υπάρχουν περιττά μέρη τα οποία θα έπρεπε πιθανώς να αφαιρεθούν. Και αφήνω την παρατήρηση αυτή να αιωρείται για να απαντηθεί από τον ίδιο τον αναγνώστη.
Ο Βλάχος συνθέτει μια ιστορία για ουτοπίες που προσκρούουν στον τοίχο της πραγματικότητας, για το τίμημα που η σύγκρουση φέρει, για κάποιους που είναι αποφασισμένοι να φτάσουν μέχρι το τέλος με τις ιδέες τους, για τη θεωρία και την ιδεολογία που δεν είναι συμβατές με τον κόσμο τριγύρω, για την απόπειρα το σύστημα να αλλάξει από μέσα, για τον ρόλο που η εκπαίδευση θα έπρεπε να έχει, για τη ζωή ως την τέχνη των πολλών δυνατοτήτων σε μια ολοένα και πιο μονοσήμαντη εποχή. Διαβάζοντας την Αλλαγή φρουράς μου ήρθαν στον νου, για διαφορετικούς λόγους το καθένα, τέσσερα σημαντικά βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας: οι Έξι νύχτες στην Ακρόπολη του Γιώργου Σεφέρη, Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα του Θανάση Τριαρίδη, Οι τυφλοί του Νίκου Μάντη, και η Καινούργια μέρα του Νίκου Χρυσού. Η Αλλαγή φρουράς διαβάζεται απνευστί, όμως αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει το μυθιστόρημα αυτό, που πετυχαίνει να υπερβεί κατά πολύ τους περιορισμούς της αστυνομικής λογοτεχνίας, είδος στο οποίο, με μια πρώτη -βιαστική- ματιά, θα το κατέτασσε κανείς.
υγ. Περισσότερα για το Έξι νύχτες στην Ακρόπολη μπορείτε να βρείτε εδώ, για το Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα εδώ, για το Οι τυφλοί εδώ και για το Καινούργια μέρα εδώ.
Εκδόσεις Κέδρος



