Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα mixtape. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα mixtape. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Τ. - Ρωμανός Σκλαβενίτης Πιστοφίδης





«Υπάρχουν φορές που κι οι πιο δειλοί γίνονται θαρραλέοι. Υπάρχουν φορές που ούτε το θάρρος αρκεί. Κάποιοι πρέπει να πεθάνουν. Έτσι θα όφειλαν ή, τουλάχιστον, έτσι συμβαίνει. Απλώς για να μη βασανίζονται και να μην βασανίζουν.»



Το 2020, μια ομάδα καθημερινών ανθρώπων, χρησιμοποιώντας τόνους εκρηκτικών, ανατινάζει συθέμελα τη Θεσσαλονίκη. Εκεί που κάποτε έστεκε η Νύμφη του Θερμαϊκού, τώρα απλώνονται τεράστιες εκτάσεις χέρσας γης, μετατρέποντας την πρώην πόλη σε επίκεντρο του παγκόσμιου κατασκευαστικού ενδιαφέροντος. Μια μητρόπολη γεννάται μέσα από τις στάχτες της καταστροφής. Το μετρό, οι ουρανοξύστες και οι δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας δεν αρκούν  όμως για να μετατρέψουν μια μεγαλούπολη σε μητρόπολη, λίγες είναι οι πόλεις παγκοσμίως που διεκδικούν και κερδίζουν επάξια τον τίτλο αυτό, η Τ., όπως είναι πια γνωστή η Θεσσαλονίκη, είναι μία απ’ αυτές.

Σε ένα σκηνικό μητροπολιτικό, εκεί που το φως διαδέχεται το σκοτάδι σε απόσταση λίγων οικοδομικών τετραγώνων, εκατομμυριούχοι και ζητιάνοι χωράνε στο ίδιο κάδρο, συμμορίες χωρίζουν ζώνες επιρροής, μεσίτες είναι έτοιμοι να αυξομειώσουν τεχνητά τις τιμές και την αξία μιας γειτονιάς με σκοπό το κέρδος που χορεύει στενά με την ανάπτυξη δίνοντας την εντύπωση ενός σώματος, άνθρωποι ονειρεύονται, ερωτεύονται, θυμώνουν, γελάνε και πεθαίνουν, με ή χωρίς τη θέλησή τους.

Ο Σεντάρης είναι τριάντα πέντε χρονών συγγραφέας, αναζητά την έμπνευση και αρνείται να εγκαταλείψει την ιδέα του αστυνομικού μυθιστορήματος με κεντρικό ήρωα τον Σίντερο. Η Αγκνές είναι μοντέλο, πρωταγωνιστεί στις πλέον αναγνωρίσιμες διαφημιστικές καμπάνιες και  μετακόμισε στην Τ. για να βρίσκεται στην κεντρική σκηνή. Μια κοινότατη, μα ως συνήθως μοναδική, ιστορία αγάπης.

Ο Σκλαβενίτης-Πιστοφίδης  αποφασίζει να χτίσει τη Θεσσαλονίκη από την αρχή, αφήνει πίσω του την επικαιρότητα της κρίσης και καταφεύγει στο μέλλον, αναζητώντας εκεί τον απαραίτητο χώρο για να στεγάσει την ιστορία του αλλά και ένα καταφύγιο προσωπικό, μια παράπλευρη ονειροπόληση. Οι δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ιστορία του Σεντάρη και της Άγκνες, η Θεσσαλονίκη ως μητρόπολη και η αποφυγή της κρίσης ως πραγματικότητα, φανερώνουν το δημιουργό πίσω από το μυθιστόρημα. Η μητρόπολη Τ. όχι μόνο πείθει, αλλά ασκεί στον αναγνώστη αυτή τη χαρακτηριστική αντιφατική γοητεία, μια συνεχή εναλλαγή αισθημάτων έλξης και απώθησης, σκηνικό ιδανικό για την εξέλιξη της ιστορίας.

Από την άλλη, ο συγγραφέας δείχνει να ανήκει στη μικρή εκείνη κατηγορία των ομοτέχνων του που αποφεύγει να εντάξει την οικονομική κρίση στον πυρήνα της ιστορίας, ίσως γιατί ακόμα είναι νωρίς, η σκόνη πρέπει  πρώτα να κατακάτσει. Τώρα είναι η στιγμή των δημοσιογράφων να καταγράψουν, οι συγγραφείς θα μιλήσουν μετά. Και όμως, παρότι μας μεταφέρει στο μακρινό 2055, εντούτοις εκφράζει ξεκάθαρα τη θέληση για μια επανεκκίνηση από το απόλυτο μηδέν.

Οι μητροπόλεις είναι παρούσες  και στο πρώτο μυθιστόρημα του νεαρού συγγραφέα, Διαβάτες στην πόλη, δίχως όμως ετούτο να αφήνει την οποιαδήποτε σκιά επανάληψης. Αντίθετα, η εμμονή σε αυτό το μοτίβο μοιάζει να αποτελεί αντικείμενο συστηματικής έρευνας και επιτόπιας παρατήρησης, γεγονός που το καθιστά συγγραφικώς λειτουργικό και όχι μια ελιτίστικη επίδειξη σφραγίδων στο διαβατήριο.  Στο, πάντα κρίσιμο και διαφωτιστικό για τη συνέχεια, δεύτερο μυθιστόρημά του, ο Σκλαβενίτης-Πιστοφίδης φέρει μαζί του τις αρετές του προηγούμενου (όπως για παράδειγμα τους πειστικούς και ολοκληρωμένους χαρακτήρες, την ικανότητα να διηγείται παράλληλα και άλλες ιστορίες, μικρότερες ή μεγαλύτερες, και να διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη),  δουλεύει τις αδυναμίες του, παρουσιάζει πρόοδο στους διαλόγους, προσφέρει ένα γράψιμο νευρώδες, στακάτο και κοφτό, σχεδόν αναγνωρίσιμο από τις πρώτες κιόλας γραμμές.



(πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr)





Εκδόσεις Απόπειρα

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Το Τρίτο Ράιχ - Roberto Bolaño







Το πλέον προσβάσιμο ίσως μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Μπολάνιο, φαντάζει ιδανικό για μύηση στο σύμπαν ενός από τους επιδραστικότερους δημιουργούς των τελευταίων ετών.

Ο Ούντο και η Ίνγκεμποργκ φτάνουν οδικώς στην Κόστα Μπράβα, τη διάσημη καταλανική ακτή. Είναι οι πρώτες κοινές διακοπές για το νεαρό ζευγάρι, ευκαιρία να περάσουν πολλές ώρες μαζί, μακριά από την πίεση της καθημερινότητας, δίπλα στο κύμα, κάτω από τον ήλιο. Ο Ούντο συνήθιζε να πηγαίνει στο ίδιο ξενοδοχείο με τους γονείς του όταν ήταν μικρός, οικογενειακή παράδοση οι διακοπές στη Μεσόγειο και το ξενοδοχείο Ντελ Μαρ υπήρξε πάντοτε φιλόξενο για εκείνους. Δυνατότερη, ανάμεσα σε άλλες αναμνήσεις, η εικόνα της Φράου Έλτσε, παντρεμένης με τον Ισπανό ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου, να μη φείδεται περιποιήσεων και χαμόγελων στον άγουρο έφηβο Ούντο, ξύπνημα ένος αισθήματος πρωτόγνωρου, δύσκολο στη λεκτική περιγραφή και αδύνατο να λησμονηθεί.

Για τον Ούντο, τα παιχνίδια στρατηγικής είναι κάτι παραπάνω από χόμπι, τελευταία παίζει μανιωδώς το Τρίτο Ράιχ, είναι μάλιστα πρωταθλητής. Στόχος του, κατά τη διάρκεια των διακοπών, να μελετήσει κάποιες νέες κινήσεις, ο επόμενος αγώνας πλησιάζει και η αφρόκρεμα των παιχτών θα είναι εκεί. Αρκετά περιοδικά έχουν φιλοξενήσει αναλύσεις του σχετικά με νέες στρατηγικές παιξίματος, όμως ο γραπτός λόγος του παρουσιάζει χτυπητές αδυναμίες με αποτέλεσμα τα κείμενά του να υπόκεινται σε εκτεταμένες διορθώσεις, γεγονός που τον ενοχλεί. Ο Κόνραντ, σκιώδης φίλος και συμπαίκτης του, τον συμβουλεύει να κρατά καθημερινό ημερολόγιο, μόνο έτσι, ισχυρίζεται, θα καταφέρει να βελτιώσει τα εκφραστικά του μέσα.

«Από το παράθυρο μπαίνει η βοή της θάλασσας ανακατεμένη με τα γέλια των τελευταίων ξενύχτηδων, ένας θόρυβος που ίσως είναι από τους σερβιτόρους που μαζεύουν τα υπαίθρια τραπέζια, επίσης αραιά και που ο ήχος κάποιου αυτοκινήτου που περνάει αργά στην Παραλιακή, αλλά και τα βουητά σβησμένα και απροσδιόριστα που προέρχονται από τα άλλα δωμάτια του ξενοδοχείου. Η Ίνγκεμποργκ κοιμάται.»

Τη μορφή της ημερολογιακής καταγραφής επιλέγει ο Μπολάνιο. Ξεκινώντας από τις 20 Αυγούστου, ημερομηνία άφιξης του νεαρού ζευγαριού στο ξενοδοχείο, ο Ούντο δεν παραλείπει να ανασυγκροτήσει γραπτώς και με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα και τις σκέψεις της κάθε ημέρας. Η υποκειμενική ματιά και η εξέλιξη της γραφής του Ούντο αποτελούν τα δύο παρελκόμενα της απόφασης αυτής, που αποδεικνύουν πως εκείνο που για άλλους δημιουργούς αποτελεί αφηγηματική ευκολία για τον ταλαντούχο κύριο Μπολάνιο χρησιμεύει ως διάδρομος απογείωσης.

Το μυθιστόρημα διαθέτει ξεκάθαρα κεντρικό ήρωα, μέσα από τα μάτια του άλλωστε φιλτράρεται η καθημερινότητα στο παραθαλάσσιο χωριό, είναι όμως οι δεύτεροι ρόλοι εκείνοι που προσθέτουν τις απαραίτητες πινελιές πολυφωνικότητας και διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στις αποφάσεις του Ούντο και την εξέλιξη της ιστορίας. Γνωριμίες καλοκαιρινές, φαινομενικά εφήμερες και ανάλαφρες, όχι όμως εδώ.

Ο Μπολάνιο, γεννημένος στο Σαντιάγο της Χιλής, πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στις καταλανικές ακτές, πολύβουες κατά τους θερινούς μήνες, ύστερα έρημες, καθώς τα φώτα από τα μπαρ και τα εστιατόρια σβήνουν και οι εποχικοί υπάλληλοι επιστρέφουν στον τόπο τους ενώ οι ελάχιστοι ντόπιοι απομένουν μονάχοι, από κοσμοπολίτες ξανά επαρχιώτες, σε έναν αέναο χορό. Καταφέρνει να αποδώσει με ανατριχιαστική ακρίβεια την ατμόσφαιρα των τουριστικών θερέτρων, τόσο κατά την ακμή, όσο και κατά την αποσυναρμολόγηση λίγο πριν τη χειμερία νάρκη. Το εκτυφλωτικό φως και η ζέστη που ναρκώνει, ο χρόνος  μοιάζει να κολλά και οι μέρες ίδιες.

Το Τρίτο Ράιχ, παιχνίδι στρατηγικής που δίνει την ευκαιρία στον παίχτη να δοκιμάσει τις δυνάμεις του, να προσπαθήσει να αλλάξει το ρου της ιστορίας και να επικρατήσει των αντιπάλων του. Η Ιστορία ως φάρσα, απενοχοποιημένη, καθώς  κάρτες αντικαθιστούν εκατόμβες νεκρών και πεσόντων. Ένα σύνθετο, στους κανόνες, παιχνίδι με ζάρια, αυτό θαρρείς έμεινε από τότε.





(πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr)



Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Άγρα

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Η παγίδα των τριών







Οι τρεις συγγραφείς (Κωνσταντίνος Παπαχρήστου, Γιάννης Πλιώτας, Σάββας Γρηγοριάδης) αποφασίζουν να ακονίσουν τις πένες τους σε ένα διαχρονικό λογοτεχνικό παιχνίδι, την από κοινού συγγραφή. Οι ρόλοι μοιράζονται, καθένας τους στην κορυφή του τριγώνου αναλαμβάνει να υπερασπιστεί τον ήρωα του, να καταγράψει τη μαρτυρία του και να απομακρύνει τη φωτεινή δέσμη της ανάκρισης από το πρόσωπό του. Το αποτέλεσμα εξόχως ενδιαφέρον, ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Ο Σάιμον Κρόουλ, πρώην αστυνομικός και νυν ιδιωτικός ντετέκτιβ, βρίσκεται ένα βήμα πριν την καταστροφή, ένα βήμα ελάχιστο. Το πάθος του για τον τζόγο ακόρεστο, όσα χρήματα και αν ποντάρει πάντα θα ζητάει να δανειστεί περισσότερα, όμως η τύχη δεν είναι, εδώ και καιρό, με το μέρος του και ούτε φαίνεται να γυρίζει. Συχνάζει σε κακόφημα μπαρ, πολλοί είναι εκείνοι που θα ήθελαν να τον δουν στο χαντάκι δίπλα στο δρόμο, ο χρόνος του μοιάζει να εξαντλείται, οι πιστωτές αρνούνται να δώσουν νέα παράταση, το τηλέφωνο, ως εκ θαύματος, χτυπάει. «Πρόκειται για την σπουδαιότερη υπόθεση της καριέρας σου» του ανακοινώνει μια άγνωστη γυναικεία φωνή.

Στην άλλη άκρη της γραμμής η Κατρίν, πρώην ηθοποιός και νυν σύζυγος. Μετά το γάμο της με το βαθύπλουτο Τσέρφιλντ αποσύρθηκε αιφνιδίως από το καλλιτεχνικό στερέωμα, μοναδικό της καταφύγιο η φιλανθρωπία. Αυτό που ζητάει από τον Σαίμον είναι φαινομενικά απλό, υπόθεση ρουτίνας, να φωτογραφίσει τον άντρα της που συνηθίζει να βρίσκει καταφύγιο για τις ερωτοδουλειές του στο παρκαρισμένο αμάξι του, σε ένα έρημο άλσος του Λονδίνου. Επιθυμεί διακαώς να επανακτήσει την ελευθερία της, και αφού εκείνος δεν της δίνει το ποθητό διαζύγιο είναι αναγκασμένη να βάλει σε λειτουργία το πανούργο σχέδιο της.

Ο Τσέρφιλντ, γόνος πάμπλουτης οικογένειας, περνάει κάποιες ώρες στο γραφείο απλώς  και μόνο για το φαίνεσθαι, στην πραγματικότητα, είναι ο έμπιστος Τζέικομπ που ελέγχει την λειτουργία της αυτοκρατορίας. Ο γάμος του με την Κατρίν αποτυχημένος, όπως και ο πρώτος με την Εβίτα. Στο μυαλό του διαρκώς το σεξ. Μια απιστία παραλίγο να τον καταστρέψει οικονομικά, ο Τζέικομπ όμως είχε φροντίσει να προσθέσει μικρά γράμματα στο προγαμιαίο συμβόλαιο με την – επίσης πάμπλουτη – οικογένεια της Εβίτα και έτσι η ζημιά περιορίστηκε σε μερικά εκατομμύρια λίρες. Αυτή τη φορά άραγε θα καταφέρει να ξεμπλέξει αναίμακτα;

Προφανώς η υπόθεση δεν είναι απλή, είναι όντως η σπουδαιότερη που έχει ποτέ αναλάβει ο Σάιμον. Μια παγίδα, ένα σχέδιο πανούργο. Καθένας από τους τρεις εμπλεκόμενους  θα επιχειρήσει να αποκομίσει το μέγιστο όφελος αποδιώχνοντας ταυτόχρονα τις υποψίες από πάνω του. Ο επίδοξος νικητής χρειάζεται ένα πτώμα και έναν ένοχο.

Αντίθετα με άλλες απόπειρες συνεργατικής γραφής, η Παγίδα των Τριών χαρακτηρίζεται πρωτίστως μυθιστόρημα και εν συνεχεία αποτέλεσμα πειραματισμού. Διαθέτει όλα τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν ένα καλό αστυνομικό· δράση, απανωτές ανατροπές, σασπένς, ευρήματα που ανανεώνουν διαρκώς το αναγνωστικό ενδιαφέρον, σεβασμό στις λεπτομέρειες, έναν ντετέκτιβ κατεστραμμένο, μοιραίες γυναίκες, τζαζ μουσική. Κινηματογραφικές εικόνες ξεπηδούν σε κάθε σελίδα. Η επιλογή του Λονδίνου ως σκηνικό βοηθά στη δημιουργία σκοτεινής ατμόσφαιρας, απαραίτητης σε μια ιστορία όπως αυτή. 

Παράλληλα με την εξέλιξη της πλοκής και καθώς οι αφηγητές εναλλάσσονται, η διαδικασία της συγγραφής ιντριγκάρει αντίστοιχα με το αποτέλεσμα. Περιέργεια σχετικά με τη μέθοδο που ακολούθησαν οι τρεις συγγραφείς, τον τρόπο με τον οποίο έλυσαν τις διαφορές τους και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν. Την αγωνία και την έκπληξη του καθενός καθώς λάμβανε τη συνέχεια της ιστορίας μετά από την παρεμβολή των άλλων δύο, την οργή στη θέα της εκτροπής των σχεδίων του, το πείσμα να δει τον ήρωα του τελικό νικητή...




(πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr)


Εκδόσεις Εξάντας



Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Ζωνιανά Gold - Παρασκευάς Ακαμάτης







Μια κωμική δυστοπία ή μια δυστοπική κωμωδία (όπως αγαπάτε).


Βρισκόμαστε στο κοντινό μέλλον, οι συνέπειες της κρίσης είναι χειρότερες ακόμα και από τις πλέον απαισιόδοξες προβλέψεις. Η Αθήνα χωρισμένη στα δύο, σημεία ελέγχου φιλτράρουν την είσοδο στα βόρεια προάστια σε μια προσπάθεια να περιχαρακωθεί η ασφάλεια των προνομιούχων κατοίκων. Στο κέντρο οι συνθήκες είναι ζόρικες, τα συσσίτια δεν αρκούν, η κυκλοφορία χρήματος είναι σχεδόν μηδενική, η ανταλλαγή είναι η μόνη δίοδος, και η αλληλεγγύη, πάντα η αλληλεγγύη.

Σε αυτές τις συνθήκες, οι τρεις – από ανάγκη – συγκάτοικοι, η Φρόσω, ο Ταρζάν και ο Παρασκευάς, προσπαθούν να αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες της άλλοτε απλής καθημερινότητας με αξιοπρέπεια και μη διστάζοντας να αναζητήσουν την ευτυχία κόντρα σε προγνωστικά και αναποδιές. Ζώο προσαρμοστικό ο άνθρωπος, που δεν παύει όμως να ονειρεύεται. 

Η ελληνική οικονομία αναζητά εναγωνίως μια καινοτόμο ιδέα που θα την οδηγήσει με ασφάλεια, μακριά από τα βράχια της κρίσης, στην ανάπτυξη και την ευημερία. Οι εκλογές είναι συχνό φαινόμενο, οι πολιτικοί ανακυκλώνονται από κόμμα σε κόμμα, προεκλογικές υποσχέσεις που εξανεμίζονται πριν ξημερώσει Δευτέρα. Φήμες από την Κρήτη αναφέρουν την ύπαρξη ενός χαρισματικού ηγέτη, το σύστημα προσπαθεί πρώτα να τον εξοντώσει και ύστερα να τον αγκαλιάσει. Κατάσταση ρευστή και αβέβαιη.

Ο συγγραφέας επιλέγει το δρόμο της σάτιρας, μιας σάτιρας πληγωμένης από την σκληρή πραγματικότητα που αγωνίζεται να υψώσει απάγκια γέλιου απέναντι στο λυσσασμένο άνεμο. Απόφαση υψηλού ρίσκου η διακωμώδηση καταστάσεων που προκαλούν την ανασφάλεια και το φόβο, καθώς ο αναγνώστης δεν αισθάνεται στο απυρόβλητο, υποψιάζεται πως ίσως το κύμα παρασύρει και εκείνον στο άμεσο μέλλον, πως ίσως πρωταγωνιστήσει αναγκαστικώς και δίχως να ερωτηθεί προηγουμένως σε μια αντίστοιχη ιστορία. Μια γλυκόπικρη γεύση αφήνει η πρόζα του Ακαμάτη, ένα συναίσθημα ανάμικτο.

Και αν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι εύκολο να γίνει εικόνα, η ιστορία που διηγείται ο συγγραφέας διαθέτει, το απαιτούμενο στη σάτιρα,  στοιχείο υπερβολής. Η κρίση αποτελεί ευκαιρία – όπως ευαγγελίζεται γνωστό μότο – και οι ένοικοι της πολυκατοικίας αποφασίζουν να ανταποκριθούν στο κάλεσμα εταιρείας παραγωγής του εξωτερικού και να γυρίσουν μια ερωτική ταινία με στοιχεία από την ελληνική πραγματικότητα.

Τα όρια της σάτιρας εγείρουν συχνά πολεμική. Η εμμονή  δύναται να οδηγήσει στην υπερβολή και κάπου εκεί ίσως χαθεί το στοίχημα για τον δημιουργό. Είναι δεκάδες τα παραδείγματα διάσημων κωμικών που έπεσαν θύματα των εμμονών τους και έγιναν καρικατούρες μονοδιάστατες. Ο Ακαμάτης φλερτάρει στενά με τα όρια, οι καταστάσεις στις οποίες κυριαρχεί το σεξ μοιάζουν να εγκλωβίζουν τη φαντασία του σε καλούπια, στερεότυπα δίχως την αρχική λάμψη.

Το τελικό πρόσημο είναι μάλλον θετικό εξαιτίας αυτής της αντίθεσης. Η σάτιρα και ο προβληματισμός, η εγγύτητα της δυστοπίας και η ανάγκη για γέλιο, η έλλειψη σοβαροφάνειας κατά την ανάλυση και την κατάθεση λύσεων, η ανάλαφρη αντιμετώπιση της πραγματικότητας που όμως αποδίδεται αρκετά ρεαλιστικά. Πρόζα ρέουσα παρά τη σεξουαλική επιμονή, σελίδες που γυρίζουν γρήγορα και γέλιο συνήθως αβίαστο συνθέτουν μια τίμια συγγραφική απόπειρα που φαίνεται να διαθέτει επίγνωση των ορίων της και αφήνει υποσχέσεις για στιγμές απόλαυσης κατά την ανάγνωση.




(πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr)



Εκδόσεις Ωκεανίδα




Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Η αρχή του κακού - Μαρία Φακίνου






Η πραγματικότητα ξεπερνά συχνά τη φαντασία, αποτελώντας το πρώτο σπέρμα έμπνευσης για τον δημιουργό και τότε, δύο αφηγηματικοί δρόμοι ξεδιπλώνονται εμπρός του για να επιλέξει· από τη μία, ο δρόμος της παραβολής που υπαινίσσεται, από την άλλη, ο δρόμος του καθάριου ρεαλισμού που κατονομάζει. Ο υπαινιγμός περιβάλλεται συχνά από ένα πέπλο θρασυδειλίας, του λείπει η ορμή της άμεσης καταγγελίας με στοιχεία και ονόματα, δεν είναι προφανής η επικαιρότητά του καθώς μοιάζει με αποκύημα της φαντασίας του συγγραφέα. Μόλις όμως κατακάτσει η σκόνη, οι συμβολισμοί παίρνουν σάρκα και οστά, το γενικό μετατρέπεται σε άθροισμα αμέτρητων ξεχωριστών συμβάντων, το μυαλό πραγματοποιεί αντιστοιχίες βασιζόμενο σε βιώματα αμιγώς προσωπικά και κάπως έτσι το έργο γίνεται διαχρονικά επίκαιρο και οικουμενικό.

Το δρόμο του υπαινιγμού επιλέγει η Μαρία Φακίνου για να μας διηγηθεί την ιστορία της που εκτυλίσσεται στην παραθαλάσσια κωμόπολη Χ. και ξεκινά με την άφιξη της Γυναίκας (με το γάμμα κεφαλαίο), η οποία κρατά μια μικρή βαλίτσα και μια γυάλα με δύο χρυσόψαρα, τον Μιχαήλ και τον Γαβριήλ. Τα ψάρια μόνο φέρουν ονόματα και μάλιστα βιβλικά, οι υπόλοιποι ήρωες της νουβέλας αναφέρονται κυρίως με την επαγγελματική τους ιδιότητα· μόνες εξαιρέσεις αποτελούν η Γυναίκα, το Παιδί και φυσικά οι Ξένοι. Έχουμε λοιπόν (ανάμεσα σε άλλους) το Δήμαρχο, τον Παππά, τον Ταχυδρόμο, τον Επιστάτη, το Μελισσοκόμο, το Χασάπη, τη Διευθύντρια, τον Ξενοδόχο, τον Ψαρά, τον Φαρμακοποιό και τον Χορδιστή. Αυτόν τον τελευταίο ισχυρίζεται η Γυναίκα πως περιμένει, μια επιστολή του στάθηκε η αιτία να έρθει στην κωμόπολη το Φλεβάρη του 2000.

Η άφιξη της Γυναίκας στην κωμόπολη Χ., συνοδεύεται από το αναμενόμενο σούσουρο που αφήνει πίσω του το κουτσομπολιό στους δρόμους και τα καφενεία της μικρής πολιτείας. Ποια είναι; Τι γυρεύει; Πόσο θα μείνει; Εικασίες και σενάρια δεν αργούν να κυκλοφορήσουν. Την άφιξη της Γυναίκας θα ακολουθήσει μια σειρά γεγονότων· φαινομενικά ανεξήγητων. Ένας σεισμός, η γέννηση ενός παράξενου ζώου, ορισμένοι θάνατοι και ένας φόνος. Αλλεπάλληλες διακοπές ρεύματος βυθίζουν την πόλη στο σκοτάδι. Οι μήνες περνούν και η άνοιξη δε λέει να φανεί. Η ένταση κλιμακώνεται ενώ ένας βόμβος γίνεται αντιληπτός απ’ όλο και περισσότερους κατοίκους. Η Γυναίκα δε θα αργήσει να βρεθεί στο επίκεντρο. Τα ρήγματα στον κοινωνικό ιστό γίνονται γρήγορα αντιληπτά, στεγανά δεν υπάρχουν για να ανακόψουν την επερχόμενη κοινωνική αποσύνθεση. Τα σκουπίδια περισσεύουν δεξιά και αριστερά από το χαλάκι της πόρτας και απειλούν να το σκεπάσουν, παίρνοντας εκδίκηση για τον καιρό που έζησαν καταχωνιασμένα βιαστικά. Οι μέρες της ευμάρειας (άραγε υπήρξαν ποτέ; ) αποτελούν παρελθόν, η ανοχή δοκιμάζεται, ο φόβος για τη διαφορετικότητα κυριαρχεί. Οι κάτοικοι σπασμωδικά επιχειρούν να πιαστούν από σαθρές ιδεολογίες, εφευρίσκουν εχθρούς για να δικαιολογήσουν την άρνησή τους να κοιταχτούν στον καθρέφτη και να αναρωτηθούν:  Ποια είναι τελικά η αρχή του κακού;  

Ολιγοσέλιδη, μα αρκούντος εφιαλτική, η νουβέλα της Φακίνου αποτελεί το –πάντα κρίσιμο – δεύτερο βήμα της νεαρής συγγραφέως. Παρά το γεγονός πως ο πυρήνας του θέματος δε χρήζει ιδιαίτερης πρωτοτυπίας, η συγγραφέας καταφέρνει να χειριστεί ικανοποιητικά το υλικό της, να δημιουργήσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα και να παρασύρει τον αναγνώστη σε μία ανάγνωση δίχως ανάσα. Με απλά υλικά χτίζει το μικρόκοσμο της κωμόπολης Χ. – ελληνική εκδοχή της τριερικής Dogville – για να το χρησιμοποιήσει ως μοντέλο, μια εξίσωση πεπερασμένων συντελεστών που επιχειρεί να προσεγγίσει την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας μέσα από την ασφάλεια του εργαστηρίου. Η Φακίνου στέκει παράμερα από τη σύγχρονη τάση των συγγραφέων να αναζητούν θεματική πανάκεια στην οικονομική κρίση των τελευταίων ετών, άλλωστε η ίδια, επιθυμώντας να το καταστήσει απολύτως σαφές, τοποθετεί την ιστορία της κάποια χρόνια πίσω, στο μακρινό και ελπιδοφόρο 2000, τότε που τα πάντα υπάκουαν στη ζάλη της ευημερίας. Το στοίχημα για τη δημιουργό θα είναι ολοκληρωτικά κερδισμένο αν, εκτός της θετικής πρώτης εντύπωσης, η ιστορία της Γυναίκας καταφέρει να στοιχειώσει τη σκέψη του αναγνώστη τις μέρες που θα ακολουθήσουν το πέρας της ανάγνωσης.



(πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr)



Εκδόσεις Καστανιώτη

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Το γονίδιο της αμφιβολίας – Νίκος Παναγιωτόπουλος






Στο (όχι και τόσο μακρινό) μέλλον το «τεστ Τσίμερμαν» ανιχνεύει την ύπαρξη του γονιδίου της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μια απλή και ανώδυνη εξέταση αίματος έρχεται να ξεχωρίσει τους πραγματικούς καλλιτέχνες από το σωρό των επίδοξων. Το «τεστ Τσίμερμαν» αρχικά θα γίνει δεκτό με ειρωνική διάθεση από την επιστημονική κοινότητα αλλά γρήγορα θα επικρατήσει ως ο αλάθητος κριτής. Αρκετοί δημιουργοί θα αρνηθούν να υποβληθούν στο τεστ ενώ κάποιοι πιο τολμηροί θα βρεθούν προ δυσάρεστων εκπλήξεων στη θέα των αποτελεσμάτων. Και οι δύο ομάδες θα περάσουν στο περιθώριο. Πρώην καταξιωμένοι συγγραφείς θα δουν τα βιβλία τους να αποσύρονται σταδιακά από την αγορά καθώς το αναγνωστικό κοινό δείχνει απόλυτη εμπιστοσύνη στα αποτελέσματα του τεστ. Οι κριτικοί θα αντιμετωπίσουν την επαγγελματική απαξίωση καθώς πλέον δεν υπάρχει καμία αμφιβολία σχετικά με την αξία ενός έργου, γεγονός που καθιστά αυτομάτως τη γνώμη τους περιττή. Από μικρή ηλικία οι γονείς γνωρίζουν αν το παιδί τους έχει κάποια καλλιτεχνική κλίση ή όχι. Τα ταλαντούχα παιδιά υπογράφουν παχυλά συμβόλαια πριν ακόμα μάθουν να γράφουν.

Ο James Wright στάθηκε τυχερός στα πρώτα συγγραφικά του βήματα. Τόσο η συλλογή διηγημάτων, όσο και το μυθιστόρημα που εξέδωσε γνώρισαν τη θερμή υποδοχή των κριτικών και αλλεπάλληλες επανεκδόσεις. Όμως το τρίτο βήμα δεν ήταν το αναμενόμενο και αποτέλεσε την αφετηρία μιας πτωτικής πορείας. Όταν ο εκδότης του ζήτησε να υποβληθεί στο «τεστ Τσίμερμαν» - το οποίο είχε ήδη επικρατήσει- ως όρο για την έκδοση του καινούριου του βιβλίου, εκείνος αρνήθηκε. Μάταια επιχείρησαν να του αλλάξουν γνώμη οι κοντινοί του άνθρωποι και κυρίως η γυναίκα του, εκείνος έμεινε σταθερός στην άρνησή του θεωρώντας προσβλητική την υποβολή στο τεστ. Αρκετά χρόνια μετά, στο κρεβάτι του νοσοκομείου, ετοιμοθάνατος, θα πιάσει πάλι μολύβι και χαρτί για να διηγηθεί την ιστορία του και να αποτίσει φόρο τιμής στην αμφιβολία.

Ο συγγραφέας χτίζει μαεστρικά μια δυστοπία στην οποία η βεβαιότητα του επιστήμονα έρχεται να στερήσει την αμφιβολία του καλλιτέχνη. Τα συνεχή επιτεύγματα στο χώρο της βιολογίας αναγκάζουν τον καλλιτέχνη να ορμήσει προς υπεράσπιση της υπερπολύτιμης γι’ αυτόν αμφιβολίας πριν να είναι αργά και η φαντασία μετατραπεί σε πραγματικότητα. Μυθιστόρημα που στηρίζεται στο εύρημα με το συμβολική ονομασία «τεστ Τσίμερμαν». Ο συγγραφέας υπηρετεί την κεντρική ιδέα μέχρι τέλους, της προσφέρει υποευρήματα απαραίτητα για να αναπνεύσει και συνεχείς ανατροπές που διατηρούν την αναγνωστική περιέργεια. Δεν αρκείται απλώς στο δίπολο επιστήμη-τέχνη αλλά με βάση αυτό διατυπώνει έναν ευρύτερο προβληματισμό σε ζητήματα που άπτονται της βιοηθικής, χωρίς να λείπουν οι κοινωνικοπολιτικές αναφορές. Κύριο γνώρισμα των έργων επιστημονικής φαντασίας  αποτελεί άλλωστε η χρήση του ευρήματος ως σύμβολο και η απαραίτητη δεύτερη ανάγνωση ανάμεσα στις γραμμές του κειμένου.

Ο κόσμος που γεννά η φαντασία του Παναγιωτόπουλου αποτελεί προέκταση του παρόντος λίγα χρόνια μετά, τρομακτικά οικείος καθώς το σπέρμα από το οποίο γεννήθηκε δεν είναι δύσκολο να διακριθεί στην απλή καθημερινότητα. Η δράση λαμβάνει χώρα μίλια μακριά από την Ελλάδα και ελάχιστα είναι εκείνα που μαρτυρούν την καταγωγή του δημιουργού.  Επιλογή στρατηγικής σημασίας, η αίσθηση του εξωτερικού φαντάζει πιο οικεία στα μάτια του Έλληνα αναγνώστη ως σκηνικό δράσης ενός μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας. 

Γλώσσα απλή, στα όρια του μειονεκτήματος, θύμα του κεντρικού ευρήματος, που φαίνεται να αποτελεί όμως συγγραφική επιλογή στα χνάρια σπουδαίων μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας.

Το Γονίδιο της αμφιβολίας πρωτοκυκλοφόρησε το 1999 από τις Εκδόσεις Πόλις. Μετά από χρόνια, η πρόσφατη επανακυκλοφορία του από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο ήρθε να καλύψει την απουσία του βιβλίου από την αγορά. Δεν άργησε να περάσει τα ελληνικά σύνορα καθώς έχει ήδη μεταφραστεί στα γερμανικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα σλοβενικά, τα σερβικά, τα κινεζικά και τα πορτογαλικά. 



(πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr)


Εκδόσεις Μεταίχμιο




Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Κράτα μου το χέρι - Δημήτρης Μαμαλούκας









Ο Συγγραφέας φτάνει με τρένο, μια νύχτα, σε μια άγνωστη πόλη. Αναζητά ένα μέρος να ξεχειμωνιάσει, να απομονωθεί και απερίσπαστος να ολοκληρώσει τη συγγραφή του βιβλίου του. Θα νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα σε μια τεράστια πολυκατοικία χωρισμένη στα δύο. Η μία πλευρά, λαμπερή και πλούσια, με επιβλητική είσοδο και θυρωρό, ανελκυστήρες και παχιά χαλιά. Η πίσω πόρτα, που από θαύμα στέκει όρθια και μετά τη δύση του ήλιου με δυσκολία διακρίνεται στο σκοτεινό σοκάκι, οδηγεί τους μη προνομιούχους στα, αρχικώς προορισμένα για αποθήκες, διαμερίσματά τους. Υπάρχει όμως ακόμα μία ιδιαιτερότητα. Μέχρι τον πέμπτο όροφο το μπροστινό μέρος της πολυκατοικίας φιλοξενεί το Cinema Massimo. Τα διαμερίσματα β’ διαλογής βρίσκονται ακριβώς πίσω από την οθόνη και τα ηχεία του κινηματογράφου, με αποτέλεσμα από τις πέντε το απόγευμα, όταν και ξεκινάει η πρώτη προβολή, μέχρι και τη μία μετά τα μεσάνυχτα, να είναι αδύνατο να σταθεί κανείς στο εσωτερικό τους λόγω του εκκωφαντικού θορύβου.  

Τα οικονομικά του ήρωα δεν του επιτρέπουν κάτι καλύτερο. Αποφασισμένος να επικεντρωθεί στη συγγραφή του βιβλίου του, διαμορφώνει την καθημερινή του ρουτίνα με τέτοιο τρόπο που να του επιτρέπει να λείπει από το σπίτι τις ώρες που λειτουργεί ο κινηματογράφος. Κάνει στέκι του ένα καφέ αλλά αποφεύγει τη στενή επαφή με το μπαρίστα και τους υπόλοιπους πελάτες. Τα βράδια τριγυρίζει στην πόλη μονάχος. Στις περιπλανήσεις του θα συναντήσει μια ανήλικη κοπέλα, χρήστρια ναρκωτικών και μπλεγμένη σε σκοτεινά κυκλώματα.

Ο Δημήτρης Μαμαλούκας αφήνει στην άκρη τους καταιγιστικούς ρυθμούς των αστυνομικών ιστοριών για να μας διηγηθεί μια ιστορία που θυμίζει σε ύφος και ατμόσφαιρα την πρώτη του νουβέλα, Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα, με το τεράστιο κτίριο, αυτή τη φορά όχι στα μακρινά προάστια αλλά στο κέντρο της πόλης, να αποτελεί κοινό σημείο αναφοράς. Οι χαρακτήρες της νουβέλας δεν έχουν ονόματα. Είναι ο Συγγραφέας, ο Μπαρίστας, ο Θυρωρός, η Κοπέλα, ο Εκμεταλευτής. Ούτε η πόλη έχει όνομα αν και μάλλον βρίσκεται κάπου στην Ιταλία. Είναι αυτή η απουσία ονομάτων που δίνει στο κείμενο ένα χαρακτήρα παραμυθιού, ενός  ονείρου ασπρόμαυρου. Μόνο ο κινηματογράφος φέρει όνομα, Cinema Massimo. Και αν στην κανονική ροή της ανάγνωσης, η εξέλιξη της ιστορίας φαντάζει απλή και «εύκολη», μια ματιά προς τα πίσω είναι ικανή να πείσει τον αναγνώστη για το αντίθετο. Τα ευρήματα, ένα από τα χαρακτηριστικά της γραφής του Μαμαλούκα, πότε ορατά και πότε επιμελώς κρυμμένα, κατέχουν κυρίαρχο ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής.

Ο ήρωας είναι συμπαθής από την αρχή της ιστορίας παρά το γεγονός πως ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε για εκείνον, συμπάθεια που ίσως οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός πως τόλμησε να πράξει σύμφωνα με τις επιθυμίες του αφήνοντας πίσω τα πάντα για να αφιερωθεί στο βιβλίο του. Το βιβλίο μέσα στο βιβλίο προσδίδει μια αρκετά ενδιαφέρουσα βιβλιοφιλική διάσταση. Ο συγγραφέας Μαμαλούκας αναφέρεται σε τρίτο πρόσωπο στον συγγραφέα ήρωα και στην απεγνωσμένη προσπάθεια που καταβάλλει για να ολοκληρώσει το έργο του. Οι ιδανικές συνθήκες, η ρουτίνα, οι διορθώσεις και η επιμέλεια, η απαιτούμενη αυτοπειθαρχία και η απομόνωση του δημιουργού, το τέλμα και ο ενθουσιασμός της έμπνευσης, η ματαιότητα και η ανάγκη για έκφραση είναι μερικά απο τα συνοδευτικά στοιχεία της συγγραφής.   

Χωρισμένη σε μικρά κεφάλαια, η νουβέλα του Μαμαλούκα διαβάζεται απνευστί, όχι τόσο λόγω του μεγέθους της, όσο εξαιτίας της ικανότητας του συγγραφέα να «παγιδεύσει» τον αναγνώστη στην ιστορία του. Λειτουργώντας αφαιρετικά, θα επικεντρωθεί στη διήγηση της ιστορίας και θα αποφύγει εξωτερικά στοιχεία δράσης ικανά να αποπροσανοτολίσουν, θα ενσωματώσει στοιχεία από διάφορα λογοτεχνικά είδη και θα αποδώσει φόρο τιμής στον Κάφκα και στον Ένοικο του Τοπόρ. Γραφή απόμακρη και ρυθμός κοφτός (απόρροια των μικρών προτάσεων), που ίσως αρχικώς θεωρηθούν δείγμα συγγραφικής αμηχανίας αλλά που τελικώς εξυπηρετούν υπέροχα το όραμα του δημιουργού.



( πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr)



Εκδόσεις Ψυχογιός

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Υπέροχοι Απόκληροι - Λέοναρντ Κοέν







Λίγα χρόνια πριν μας συστηθεί ως μουσικός, ο Λέοναρντ Κοέν έγραφε ποίηση και λογοτεχνία. Έζησε μια μεγάλη περίοδο της ζωής του στην Ύδρα όπου είχε αγοράσει σπίτι. Γόνος ευκατάστατης οικογένειας, μπόρεσε να αφιερωθεί ολοκληρωτικά σε ασχολίες κυρίως πνευματικές. Το 1967, απογοητευμένος από την περιορισμένη επιτυχία των γραπτών του, θα επιστρέψει στην Αμερική όπου θα κάνει τα πρώτα του βήματα στη μουσική με τη συνέχεια να είναι γνωστή...

Αποτέλεσμα εκείνης της λογοτεχνικής περιόδου υπήρξαν δύο μυθιστορήματα. Το Αγαπημένο παιχνίδι (στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Μελάνι) είναι ένα έργο μαθητείας ( Bildungsroman) με έντονο το αυτοβιογραφικό στοιχείο, σχετικά με ένα νεαρό που προσπαθεί να βρει την ταυτότητά του διαμέσου της γραφής. Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε (επιτέλους) στα ελληνικά και το δεύτερο μυθιστόρημα του Καναδού δημιουργού, Υπέροχοι Απόκληροι, από τις Εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση του Αλέξη Καλοφωλιά.

Ο Φ., η Εντίθ και ο ανώνυμος συγγραφέας συνθέτουν ένα ερωτικό τρίγωνο ή για να είμαι πιο ακριβής συνέθεταν, καθώς, μετά το χαμό τους, ο συγγραφέας απομένει μόνος του, αντιμέτωπος με τις αναμνήσεις, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον της ακαδημαϊκής του μελέτης στο βίο της Κάτερι Τεκακουίθα. Η Τεκακουίθα υπήρξε μία από τις πρώτες αυτόχθονες καθολικές αγίες του Καναδά. Ο αφηγητής είναι ειδήμονας επί της φυλής των Α_______ς  που κινδυνεύει με εξαφάνιση και που η γυναίκα του, Εντίθ, αποτέλεσε ένα από τα τελευταία εναπομείναντα μέλη της.

Τα ανθρώπινα ένστικτα, της ψυχής και του σώματος, η επίδραση της ιστορίας και της θρησκείας στη διαμόρφωση του προσωπικού και του κοινωνικού, ο έρωτας και η απώλεια. Ο Κοέν επιλέγει το ρόλο του ποιητή ακόμα και στη μεγάλη φόρμα, αφήνει τη γλώσσα να τον παρασύρει σε ένα χείμαρρο από εικόνες και αποδέχεται την πρόκληση της αναμέτρησης με τον κίνδυνο του αφηρημένου αποτελέσματος, καταφέρνοντας να επιστρέφει την κατάλληλη στιγμή. Τιθασεύει την έμπνευση στο βωμό της μυθιστορίας, μην αφήνοντας τις σειρήνες του χάους να τον αποπροσανατολίσουν.

Το μυθιστόρημα αποτελεί ακροβασία ανάμεσα σε ένα πλήθος από ετερόκλητους επιθετικούς προσδιορισμούς με τους οποίους θα μπορούσε κάποιος να το προσεγγίσει. Ποιητικές περιγραφές διαδέχονται τη σεξουαλική πρόκληση, εμμονικά παράφορα μέρη ανακόπτουν τη πνευματώδη ροή του λόγου. Το παρελθόν και η νοσταλγία προσδίδουν χαρακτήρα μεταφυσικό, η ποίηση των λέξεων και των περιγραφών γοητεύουν και παρασύρουν τον αναγνώστη. Καθήκον του ποιητή όμως δεν είναι μονάχα η παράθεση της ομορφιάς, αλλά και η μάχη με την κόλαση.

Τεράστιο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ιστορικά στοιχεία. Κατά τον 17ο αιώνα, οι Γάλλοι έποικοι θα επιχειρήσουν, παράλληλα με την στρατιωτική προέλαση στα νέα εδάφη, να εκχριστιανίσουν τις αυτόχθονες φυλές, η ιστορία θα τους ανακηρύξει νικητές. Όμως στο γαλλικό Κεμπέκ οι φωνές για ανεξαρτησία ποτέ δεν έπαψαν, οι σχέσεις με τους αγγλοσάξονες αποτελούν ακόμα αιτία πολέμου. Ο συγγραφέας επιχειρεί να βουτήξει βαθιά στην ιστορία, να βρει τις ρίζες του για να κατανοήσει, όχι μόνο το σήμερα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό.  

Όποιος αγάπησε το στιχουργό Κοέν δε θα δυσκολευτεί να διαβεί τις πόρτες, από τους λιγότερο μυημένους θα απαιτηθεί κάποια προσπάθεια. Αξίζει τον κόπο, πιστέψτε με.


(Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Mixtape.gr)



Μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Κέδρος

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Πώς τελειώνει ο κόσμος - Μαρία Ξυλούρη








Τρία χρόνια πριν στο Rewind (εκδόσεις Καλέντη), ο Πέτρος στέκεται και παρακολουθεί τη Φανή να ξεμακραίνει παρέα με τον Ορέστη και τον κοντό που ακούει Κέιβ. Pause. Η παγωμένη εικόνα μετακινείται στα δεξιά. Ο Πέτρος βγαίνει εκτός κάδρου. Play.

Ο Ορέστης επιστρέφει στο σπίτι όπου έμεναν με τη Φανή πριν από τη ξαφνική του φυγή. Το περίγραμμα του Δημήτρη είναι ακόμα εκεί, στο πεζοδρόμιο της πολυκατοικίας. Τα πράγματα του Ορέστη βρίσκονται στην αποθήκη.
Ο Δημήτρης είχε μια αδερφή η οποία εξαφανίστηκε πριν λίγα χρόνια χωρίς να αφήσει ίχνη. Η εξαφάνισή της γέμισε με ερωτήματα και πόνο συγγενείς και φίλους, το χωριό αναλώθηκε σε εικασίες και κουτσομπολιό. Η μητέρα αδυνατεί να συνέλθει, ο Δημήτρης πρέπει να δείξει δυνατός. Η αδερφή του Φώτη αυτοκτόνησε κόβωντας τις  φλέβες της στη μπανιέρα. Ο Δημήτρης προσπαθεί να εξηγήσει, μάταια, στο Φώτη ότι θα προτιμούσε να ξέρει πως η αδερφή του είναι νεκρή, πως η γνώση βοηθά τους ανθρώπους να προχωρήσουν.

Άννα, όνομα-σύνθεση της ατολμίας και της αποφασιστικότητας. Εύρημα το οποίο η Ξυλούρη τοποθετεί (κυριολεκτικά)  στο κέντρο του δεύτερου μυθιστορήματός της. Χωρίζει το βιβλίο σε εννέα κεφάλαια. Ο Ορέστης, η Φανή, ο Φώτης και ο Σκεύος στέκονται αριστερά και δεξιά της Άννας. Τα δύο αδέρφια (Άννα και Δημήτρης) είναι ο συνδετικός ιστός των τεσσάρων. Η εξαφάνιση της Άννας και η απώλεια του Δημήτρη. Η συγγραφέας τολμάει στη σύνθεση και δικαιώνεται. Πολυδιάστατη πλοκή την οποία με άνεση χειρίζεται. Πλήθος χαρακτήρων τους οποίους σκιαγραφεί με επιτυχία.

Τα αναπάντητα ερωτήματα και οι καίριες ερωτήσεις. Το παρελθόν που ρίχνει τη σκιά του βαριά στο παρόν. Οι σχέσεις μεταξύ γονιών και παιδιών. Οι δυσκολίες των σχέσεων και η μοναξιά. Τέσσερις άξονες οι οποίοι απασχολούν ξανά την Ξυλούρη, στο δεύτερο μυθιστόρημά της, και γύρω από τους οποίους πλέκεται η ιστορία.

Πρόζα και λυρισμός, αφήγηση σε κλασική δομή και διάσπαρτα στοιχεία μοντερνισμου, ρεαλισμός με πινελιές μεταφυσικού. Όλα σε αρμονία. Ίσως να περισσεύουν λίγα συμβάντα τα οποία βαραίνουν, μάλλον, την ιστορία. Η γραφή της Ξυλούρη έχει την ικανότητα να συγκινήσει αβίαστα και αυτός είναι ο λόγος που πιστεύω πως υπάρχουν κάποια περιθώρια στην αφαίρεση.

Η ανάγνωση του Πώς τελειώνει ο κόσμος σε κάνει να φαντάζεσαι τα γεμάτα τετράδια της συγγραφέως με σημειώσεις και προσχέδια, υλικό απαραίτητο για το τελικό αποτέλεσμα. Η ιστορία μοιάζει να ενδιαφέρει πρωτίστως την ίδια. Η ανάγκη της να τη διηγηθεί είναι ορατή. Υπάρχουν στοιχεία ικανά να δημιουργήσουν «υποψίες» αυτοαναφορικότητας, πέραν της δεδομένης παρουσίας της Μαρίας στο μυθιστόρημα στο ρόλο της νεαρής επίδοξης συγγραφέως.

Ο γάτος Χαρούκι (ευθεία αναφορά στον Ιάπωνα συγγραφέα Μουρακάμι) και ο κομβικός ρόλος του βιβλίου του David Foster Wallace, Infinite jest είναι κάποιες από τις φανερές λογοτεχνικές αναφορές μιας συγγραφέως που διαβάζει λογοτεχνία, κάτι το οποίο δεν είναι τόσο συχνό όσο θα νόμιζε κάποιος.

Σε μια χώρα που παραδοσιακά η ηλικία παίζει, αδικαιολόγητα, μεγάλο ρόλο, η Ξυλούρη, γεννημένη το 1983, έχει ήδη στο ενεργητικό της δύο μυθιστορήματα τα οποία αξίζουν της προσοχής σας!




Εκδόσεις Καλέντη


υ.γ1 Η ανάγνωση του Rewind δεν αποτελεί αναγκαία συνθήκη για το Πώς τελειώνει ο κόσμος. Και τα δύο μυθιστορήματα μπορούν να σταθούν αυτόνομα.
υ.γ2 Εδώ μπορείτε να βρείτε τη συνέντευξη που μας παραχώρησε η Μαρία Ξυλούρη στο Mixtape.
υ.γ3 Και εδώ την παρουσίαση του Rewind.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στο Mixtape.gr)

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Το καλοκαίρι δίχως άντρες - Σίρι Χούστβεντ




Μετά από τριάντα χρόνια γάμου, η Μία Φρέντρικσεν νιώθει το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια της, τα σταθερά θεμέλια της σχέσης αρχίζουν να τρίζουν επικίνδυνα όταν ο Μπόρις της ανακοινώνει πως επιθυμεί μία ανάπαυλα. Αιτία μια νεαρή Γαλλίδα. Το σοκ είναι ισχυρό, ψυχολογική κατάρρευση και εισαγωγή σε ψυχιατρική κλινική. Με το πέρας των εβδομάδων και την κατάλληλη ιατροφαρμακευτική υποστήριξη καταφέρνει να ανακτήσει μέρος της ψυχραιμίας της και αποφασίζει να γυρίσει στη μικρή πόλη της Μιννεσότα όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Η μητέρα της, χήρα εδώ και κάποια χρόνια, ζει σε ένα κέντρο για ηλικιωμένους. Στο γειτονικό σπίτι ένα νεαρό ζευγάρι περνά κρίση, ο σύζυγος λείπει συχνά λόγω εργασίας. Η Μία θα οργανώσει ένα σεμινάριο ποίησης για εφήβους στο οποίο θα δηλώσουν συμμετοχή εφτά κοπέλες. Ένα καλοκαίρι δίχως άντρες.

Μια ματιά στο βιογραφικό της Χούστβεντ είναι ικανό να επιβεβαιώσει την υποψία, που αποκομίζει ο αναγνώστης από το μυθιστόρημα, πως η Μία αποτελεί το άλτερ έγκο της συγγραφέως. Ο τόπος καταγωγής, η ηλικία, το σκανδιναβικό επίθετο της Μία, οι σπουδές και τα ενδιαφέροντα, η κόρη που είναι ηθοποιός. Η βασική διαφορά βρίσκεται στο σύζυγο καθώς η Χούστβεντ είναι παντρεμένη με το γνωστό συγγραφέα Πωλ Ώστερ ενώ η Μία με ένα νευροεπιστήμονα. Εκεί συναντάται ακόμη μια θεμελιώδης διαφορά του ζευγαριού, πέραν της βασικής που είναι το φύλο, η διάκριση ψυχής και σώματος, η επιστημονική λογική απέναντι στο συναίσθημα.

Η Χούστβεντ χωρίζει τις γυναίκες του μυθιστορήματός της σε τέσσερις κατηγορίες με βάση την ηλικία. Οι έφηβες επίδοξες ποιήτριες, η κόρη της πρωταγωνίστριας και η νεαρή γειτόνισσά της, η Μία της έκτης δεκαετίας και τέλος η μητέρα της με τις φίλες της.

Το θέμα δε χαίρει πρωτοτυπίας, είναι τεράστιος, άλλωστε, ο όγκος των σελίδων που έχουν αφιερωθεί στο χωρισμό. Το στοιχείο εκείνο που κάνει ιδιαίτερο το βιβλίο αυτό είναι ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει το θέμα η συγγραφέας. Αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, δράση εγκεφαλική και εξωτερική. Παράθεση πλήθους αναφορών που περιλαμβάνουν όχι μόνο τη λογοτεχνία και την ποίηση αλλά και την ψυχολογία, τη φιλοσοφία, την ηθική, ακόμα και τη βιολογία και τη φυσική. Αποτέλεσμα πολυεπίπεδο που όμως δεν παραμερίζει τα μυθιστορηματικά πρωτεία, η ιστορία είναι πάνω απ’όλα.

Κυρίαρχη η παρουσία της Βιρτζίνια Γουλφ στις σελίδες, ευδιάκριτες επιρροές που σκοπό έχουν να αποτελέσουν φόρο τιμής σε μία τεράστια συγγραφέα που έδωσε την απαραίτητη γυναικεία διάσταση στην, ανδροκρατούμενη ως τότε, λογοτεχνία, αποτελώντας φάρο για τις γενιές που ακολούθησαν.

Ευχάριστη καλοκαιρινή έκπληξη η κυκλοφορία, μετά από χρόνια, ενός βιβλίου της Χούστβεντ στα ελληνικά. Ας ελπίσουμε πως δε θα αποτελέσει πυροτέχνημα αλλά την αρχή για τη μετάφραση και των υπόλοιπων έργων της.


Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Πατάκη

(Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Mixtape.gr)


υ.γ Εδώ μπορείτε να βρείτε την παρουσίαση της Τυφλόμυγας, του πρώτου μυθιστορήματος της Χούστβεντ.

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Τίτλοι Τέλους - Τομ Ράχμαν




Το 1953 ο Σάιρους Οτ, Αμερικανός πολυεκατομμυριούχος, αποφασίζει να εγκαταλείψει τις Ηνωμένες Πολιτείες και να εγκατασταθεί στη Ρώμη. Εκεί θα ιδρύσει μία αγγλόφωνη εφημερίδα με παγκόσμια διανομή, απόφαση η οποία θα γίνει δεκτή περισσότερο ως καπρίτσιο παρά ως επενδυτική πράξη. Καθώς τα χρόνια περνούν, οι εφημερίδες θα δουν την απήχησή τους να χάνεται αφού πρώτα η τηλεόραση και ύστερα το ίντερνετ θα αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η ενημέρωση.

Μυθιστόρημα σπονδυλωτό με τον πρωταγωνιστή της κάθε ιστορίας να σχετίζεται επαγγελματικά με την εφημερίδα. Ιστορίες που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν άνετα και ως αυτόνομα διηγήματα. Στο τέλος καθενός από τα έντεκα μέρη, των οποίων ο τίτλος δίνεται από μία είδηση, ο συγγραφέας παραθέτει, αρκετά συνοπτικά, την ιστορία της εφημερίδας από την ίδρυσή της έως τώρα.  Η επιλογή του Ράχμαν να δώσει μεγαλύτερη έκταση στις, όχι και τόσο πρωτότυπες, προσωπικές ιστορίες δημιουργεί ένα αποτέλεσμα μάλλον άνισο. Η ιστορία της εφημερίδας και του ιδρυτή της έχει μια δυναμική, την οποία ο συγγραφέας δε θέλησε ή δεν τόλμησε να αναδείξει. Χαμένο στοίχημα

Ο Τομ Ράχμαν είναι δημοσιαγράφος, αρκετά επιτυχημένος αν λάβουμε υπόψη μας το βιογραφικό σημείωμα που συνοδεύει την έκδοση, και αυτό είναι κάτι το οποίο φαίνεται στον τρόπο γραφής του. Στόχος του μοιάζει να είναι να δέσει τις ιστορίες μεταξύ τους κατί το οποία τελικά καταφέρνει αλλά μάλλον μόνο τεχνικά. Δυστυχώς το βιβλίο αποτυχάνει σε δύο επίπεδα, τόσο σχετικά με τον επίκαιρο προβληματισμό σχετικά με το τέλος των εντύπων, όσο και ως προς τη μυθοπλασία. Λίγες είναι οι στιγμές εκείνες κατά τις οποίες ο συγγραφέας αφήνει στην άκρη τη δημοσιογραφική του ταυτότητα. Τα  πρώτα μέρη της ιστορίας της εφημερίδας και κάποια από τα πρώτα «διηγήματα» είναι κάπως ενθαρρυντικά αλλά καθώς οι σελίδες περνούν το ενδιαφέρον χάνεται σταδιακά. Υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο που καταδεικνύει την προαναφερθείσα αδυναμία του ως συγγραφέα και αυτό είναι η αδυναμία του να προκαλέσει το γέλιο, παρά το γεγονός πως υπάρχουν κάποια κωμικά μέρη, ενώ ως προς τη συγκίνηση ακολουθεί την εύκολη λύση του συναισθηματικού εξαναγκασμού.

Ένα αρκετά μέτριο βιβλίο, ακόμα ένα παράδειγμα πως ούτε οι κριτικές ούτε οι πωλήσεις αποτελούν σίγουρο οδηγό επιλογής. Ο Μπραντ Πιτ μετά από πλειστηριασμό κατάφερε να αποκτήσει τα δικαιώματα για την κινηματογραφική μεταφορά η οποία έχει προγραμματιστεί για το 2013.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr)



Μετάφραση Εριφύλη Μαρωνίτη
Εκδόσεις Κέδρος

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

Αυτοκρατορικές απολαύσεις - Bret Easton Ellis





(Πρωτοδημοσιεύθηκε στο mixtape.gr)


Λος Άντζελες, η πόλη των αγγέλων, η Μέκκα του σινεμά. Λαμπερή και απαστράπτουσα. Ότι λάμπει όμως δεν είναι πάντα χρυσός, κάτω από τη φρεσκοβαμμένη επιφάνεια συχνά κρύβεται άνθρακας. Εκατοντάδες αγόρια και κορίτσια συρρέουν από κάθε μεριά του πλανήτη με τη φιλοδοξία να γίνουν το επόμενο μεγάλο όνομα της βιομηχανίας του θεάματος, ελάχιστοι τα καταφέρνουν. Μικρή σημασία δείχνει να έχει το ταλέντο, περισσότερο συνδράμουν οι συγκυρίες, όποιες και αν είναι αυτές. Στα παρασκήνια, ένα σύνολο ανθρώπων, με τον τίτλο του μάνατζερ. Μοιράζουν υποσχέσεις μεν αλλά ο στόχος τους δεν παύει στιγμή να είναι το κέρδος, τα ποσοστά, τα συμβόλαια. Πάρτυ με εκατοντάδες εκλεκτούς καλεσμένους, πόρτες που περιμένουν να ανοίξουν. Μέχρι που μπορείς να φτάσεις για να πετύχεις το στόχο σου; Αυτή είναι η ερώτηση κλειδί.

Οι Αυτοκρατορικές απολαύσεις αποτελούν τη συνέχεια του προ εικοσιπενταετίας βιβλίου του, Λιγότερο από το μηδέν. Ο Κλέι, επιτυχημένος σεναριογράφος σήμερα, επιστρέφει από τη Νέα Υόρκη στο Λος Άντζελες για το κάστινγκ της νέας του ταινίας. Εκεί θα συναντήσει ξανά τους παιδικούς του φίλους, τη Μπλερ και τον Τζούλιαν. Η Ρέιν είναι μια ακόμη φιλόδοξη νεαρή που έφτασε στο Χόλυγουντ για να κάνει καριέρα. Η «σχέση» της με τον Κλέι είναι σχέση εκατέρωθεν εκμετάλλευσης. Στην πορεία όλα περιπλέκονται. Απαγωγές, εκβιασμοί, φόνοι αλλά και πάρτυ, ναρκωτικά και σεξ. Ο συγγραφέας τραβάει λίγο στα άκρα την ιστορία είναι η αλήθεια αλλά πείθει πως δεν προκαλεί για την πρόκληση και μόνο. Τα πάθη αναδύονται από τα υπόγεια της ανθρώπινης ύπαρξης.

Εκκωφαντική η απουσία ήρωα. Ο αναγνώστης δύσκολα θα ταυτιστεί με κάποιο από τα πρόσωπα της ιστορίας και αν τυχόν συμβεί αυτό νομίζω πως μάλλον θα επιλέξει να μην το παραδεχτεί, ούτε στον ίδιο του τον εαυτό. Μυθιστόρημα που ανήκει στην κατηγορία του νουάρ χωρίς ίχνος όμως ρομαντισμού όπως συχνά συμβαίνει σε αντίστοιχες ιστορίες.

Ατμοσφαιρικό νουάρ ή νεο-νουάρ (αν προτιμάτε) μυθιστόρημα, από το συγγραφέα του American Psycho, για την Καλιφόρνια του σήμερα, που φαντάζει πιο τρομακτική σε σύγκριση με εκείνη της δεκαετίας του ΄80. Σκοτεινή αμερικάνικη λογοτεχνία στα χνάρια των Νόρμαν Μέιλερ, Τσαρλς Μπουκόφσκι, Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ και τόσων άλλων ακόμα.



Μετάφραση Δημήτρης Αθηνάκης.
Εκδόσεις Κέδρος.

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Όταν όλα καταρρέουν - Nicole Krauss




(Πρωτοδημοσιεύθηκε στο mixtape.gr)



Τα σπονδυλωτά μυθιστορήματα είναι συχνά αποτυχημένες ή, για να είμαι πιο επιεικής, ανολοκλήρωτες απόπειρες μετατροπής, από τη μεριά του δημιουργού, μιας συλλογής διηγημάτων σε μυθιστόρημα. Η Αμερικανή συγγραφέας Νικόλ Κράους υπερπηδά με άνεση το εμπόδιο αυτό.

Ένα γραφείο είναι ο συνδετικός κρίκος των τεσσάρων ιστοριών. Ένα γραφείο βαρύ, με τη σταθερότητα τεσσάρων σημείων στήριξης, με μια άναρχη φαινομενικά διαρρύθμιση συρταριών που όμως για τον εκάστοτε χρήστη αποκτά μια χρησιμότητα μοναδική.

Όλα αρχίζουν με την εισβολή των Ναζί στη Βουδαπέστη και τη λεηλασία που ακολούθησε. Μετά από τόσα χρόνια, ένας αντικέρ, ο Βάιζ, προσπαθεί να ανακτήσει όλα τα έπιπλα με σκοπό να μπορέσει να στήσει ξανά το γραφείο του πατέρα του. Μέσα από την ιδιαίτερη και μαεστρικά δοσμένη αναζήτησή του η συγγραφέας θα μας διηγηθεί τέσσερις ιστορίες γύρω από την απώλεια, τον πόνο, τη σχέση της πνευματικής εργασίας και της κατοχής υλικών αγαθών, τις εμμονές, την άρνηση του παρελθόντος και την ανθρώπινη ανάγκη για κατανόηση.

Είναι αυτό το κουτσό, στο οποίο με χάρη επιδίδεται η συγγραφέας, που τοποθετεί το έργο πέρα από την απλή εξιστόρηση. Όχι μόνο δε μπερδεύει τον αναγνώστη αυτό το μπρος πίσω, αλλά η σταδιακή αποκάλυψη υπνωτίζει και μαγεύει. Επίσης η αβίαστη σύνδεση των τεσσάρων ιστοριών δίνει τη δυνατότητα στο έργο να αναπνεύσει. Όταν στην αρχή αναφερόμουν στα σπονδυλωτά μυθιστορήματα και τις αδυναμίες τους είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου και αντίστοιχες κινηματογραφικές απόπειρες και πιο συγκεκριμένα την περίπτωση του Μεξικανού Ινιάριτου (21 γραμμάρια, Βαβέλ, Amores perros, Biutiful) ο οποίος στη Βαβέλ δεν αποφεύγει την εκβιαστική σύνδεση των τριών ιστοριών με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη ταινία να υστερεί έναντι των υπολοίπων.

Το μυθιστόρημα της Κράους συγγενεύει με ένα άλλο υπέροχο μυθιστόρημα παρόμοιας τεχνικής, το Όλα έρχονται στο φως του Τζόναθαν Σάφραρ Φόερ. Επίσης ο Χιλιανός ποιητής Ντάνιελ Βάρσκι, πρόσωπο του έργου, δε μπορεί παρά να μας φέρει στο μυαλό το μεγάλο και πρόωρα χαμένο Χιλιανό συγγραφέα Ρομπέρτο Μπολάνιο (2666). Και τέλος η ιστορία των αδερφών Βάιζ έχει φανερές επιρροές από Τα τρομερά παιδιά του Ζαν Κοκτώ.

Το Όταν όλα καταρρέουν της Κράους είναι ένα έργο που απαιτεί από τον αναγνώστη, όπως κάθε αντίστοιχης ποιότητος έργο, υπομονή ώσπου να αφεθεί ολοκληρωτικά στο ρυθμό ώστε να μπορέσει να δρέψει τους γλυκόπικρους καρπούς της ανάγνωσης.


Μετάφραση Ιωάννα Ηλιάδη.

Εκδόσεις Μεταίχμιο.