Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017

Το δωμάτιο στο βάθος του σπιτιού - Jorge Galán




Εσύ δεν πιστεύεις τίποτα. Εσύ ακούς αυτά που σου λέω σαν ν' άκουγες τη βροχή ή σαν ν' άκουγες τον άνεμο, χωρίς να καταλαβαίνεις τίποτα, κι αυτό γιατί δυσκολεύεσαι να πιστέψεις στα πράγματα, είσαι σαν εκείνους τα παλιά χρόνια, αλλά είναι κρίμα γιατί έζησες ανάμεσα σ' ανθρώπους απ' τους οποίους έπρεπε να μάθεις να πιστεύεις, γιατί εσένα σε μεγάλωσε η δόνια Προυδένσια, πιο πολύ έμεινες μαζί της παρά μαζί μου, κι εκείνη ήξερε πράγματα, ήξερε αυτά για τον αέρα και πρέπει να σ' τα 'χε πει, αλλά εσύ είσαι δύσπιστος και δε θα σου βγει σε καλό, γι' αυτό και, όταν εγώ σου διηγούμαι ένα θαύμα, εσύ με ρωτάς τι έγινε μετά, λες κι έχει σημασία. Έχει τη μικρότερη σημασία από καθετί. Αυτό που έχει σημασία είναι να ξέρεις ότι εκείνη την εποχή για την οποία σου μιλάω όλα ήταν δυνατά, ενώ τώρα δεν είναι τίποτα, γιατί όλα σβήστηκαν.

Απομάγευση, το σήμα κατατεθέν των τελευταίων χρόνων, των πολλών τελευταίων χρόνων. Η ανάγκη για ρεαλισμό, η υποχώρηση της φαντασίας, η περιφρόνηση της προφορικής αφήγησης, ο υποτιμητικός χαρακτηρισμός: παραμύθια. Η ερώτηση: τι έγινε μετά; Η απαίτηση για εξηγήσεις και αποδείξεις. Όχι μόνο στη λογοτεχνία, και στην τέχνη εν γένει, εκεί που η υποσημείωση "βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα" φιγουράρει όλο και συχνότερα, αλλά και στη ζωή την ίδια, την ενήλικη ζωή, την μεταπαιδική ζωή του καθενός. Όμως κάποιοι επιμένουν. Ευτυχώς. Ο Χόρχε Γκαλάν είναι ένας απ' αυτούς.

Ξεκίνησα την ανάγνωση με επιφυλάξεις, λίγες όμως σελίδες ήταν αρκετές για να καμφθούν και τελικά να εξαφανιστούν, να δώσουν τη θέση τους στην αναγνωστική απόλαυση, στη μαγεία, που τόσο λείπει πια. Οι επιφυλάξεις, συνειδητοποίησα αργότερα, δεν είχαν μόνο να κάνουν με τη φιλοδοξία του συγγραφέα να διηγηθεί μια ιστορία μαγικού ρεαλισμού και λαϊκής παράδοσης, να βάλει σε πρώτο πλάνο την προφορική αφήγηση της γιαγιάς του αφηγητή, αλλά και με τη δική μου "ικανότητα" να απολαύσω μια ιστορία όπως αυτή, εκεί που άνθρωποι πετούν και εγκαταλείπουν έναν τόπο όταν σηκωθεί αέρας. Εκεί έγκειται αναμφίβολα η ικανότητα του συγγραφέα, ή ορθότερα του παραμυθά, και ο Γκαλάν σαφέστατα έχει την ικανότητα αυτή, γεγονός που τον απαλλάσσει από την υποχρέωση να καταδεχτεί να απαντήσει στο ερώτημα των απομαγευμένων: μα γιατί κάποιος να γράψει μια ιστορία μαγικού ρεαλισμού εν έτει 2013;

Αν και οι επιρροές από συγγραφείς όπως ο Μάρκες ή ο Ρούλφο είναι ξεκάθαρες, εντούτοις η οποιαδήποτε σύγκριση μοιάζει κενή νοήματος, καθώς Το δωμάτιο στο βάθος του σπιτιού στέκει με άνεση αυτόνομο, χωρίς την ανάγκη ετεροφωτισμού, λαμβάνοντας πάντοτε βέβαια υπόψη την απουσία παρθενογένησης στην τέχνη και αποτίνοντας τον απαραίτητο φόρο τιμής στους πρωτοπόρους, όπως ο Ρούλφο για παράδειγμα, που επινόησε τον μαγικό ρεαλισμό πριν καν οριστεί από ακαδημαϊκούς και κριτικούς.

Μια ιστορία όπως αυτή, παρά τη δυναμική της, θα έστεκε λειψή χωρίς την υποστήριξη από μια γλώσσα ποιητική και πλούσια, χωρίς τον ρυθμό της στίξης, τη μελετημένη εναλλαγή ανάμεσα στον μακροπερίοδο και κοφτό λόγο, τον πλάγιο και τον ευθύ προφορικό λόγο. Ο Γκαλάν τα καταφέρνει περίφημα, παραλείποντας οτιδήποτε περιττό, παραδίδοντας ένα μυθιστόρημα τεχνικά άρτιο και σφιχτοδεμένο, έδαφος πρόσφορο για να καρπίσει ο σπόρος. Καιρό είχα να απολαύσω τόσο ένα μυθιστόρημα, πρόταση την πρόταση, ενώ η άνοιξη κάνει επέλαση πανηγυρική (σ.τ.σ. αναφορά στην περσινή άνοιξη, η φετινή αργεί λίγο ακόμα).

Η μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη αποτελεί ευτύχημα για την ελληνική έκδοση.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ψυχογιός

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

Το μυστήριο του κίτρινου δωματίου - Gaston Leroux




Και τι δεν έχουν σκαρφιστεί οι συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας· απίθανες εξιχνιάσεις, εξοργιστικά ευρήματα, διόλου πειστικά γεφυρώματα πλοκής, ακραία βία και σεξουαλικά στιγμιότυπα, χάρτινους ήρωες, καταφυγή στην ατμοσφαιρικότητα. Συνεχώς εμφανίζονται, και προωθούνται ως το επόμενο μεγάλο όνομα, συγγραφείς μάλλον μέτριοι, που σπάνια έχουν να επιδείξουν παραπάνω από ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα, μετά ακολουθούν τα συμβόλαια και η μανιέρα. Μοιάζει, οι ίδιοι οι συγγραφείς και οι αναγνώστες λάτρεις του αστυνομικού, να αντιμετωπίζουν το είδος ως λογοτεχνικό αποπαίδι, χωρίς καμιά απαίτηση για υπέρβαση.

Κάπου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ο Γάλλος Γαστόν Λερού εγκαταλείπει τη δημοσιογραφία και αρχίζει να γράφει μυθιστορήματα, συστήνοντας στο κοινό τον δημοσιογράφο-ντετέκτιβ Ζοζέφ Ρουλεταμπίλ, το Μυστήριο του Κίτρινου Δωματίου αποτελεί το λογοτεχνικό του ντεμπούτο, και τι ντεμπούτο! Σήμερα, πάνω από εκατό χρόνια μετά, η ανάγνωση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος αποπνέει μια γλύκα παρόμοια με εκείνη της θέασης μιας ασπρόμαυρης ταινίας σε έναν θερινό κινηματογράφο, μια αίσθηση χαμένης αθωότητας. Ένα εγκεφαλικό παιχνίδι, μια ιστορία που δικαιούται ως χαρακτηρισμό τη λέξη μυστήριο.
Είμαι βαθιά συγκινημένος που επιτέλους ξεκινώ την αφήγηση των απίστευτων περιπετειών του Ζοζέφ Ρουλεταμπίλ. Έως σήμερα, ο ίδιος είχε τόσο σθεναρά αντιταχθεί στην εξιστόρησή τους, που πίστευα ότι δεν θα είχα ποτέ την ευκαιρία να δημοσιεύσω την πιο παράξενη αστυνομική ιστορία των τελευταίων δεκαπέντε ετών: θεωρούσα έτσι, σχεδόν δεδομένο ότι η κοινή γνώμη δεν θα μάθαινε ποτέ ολόκληρη την αλήθεια της περίφημης υπόθεσης, γνωστής και ως Το Κίτρινο Δωμάτιο, μιας υπόθεσης που είχε ως επακόλουθο πολλά μυστηριώδη, σκληρά και συγκλονιστικά δράματα με τα οποία ο φίλος μου αναμείχθηκε εξίσου.
Ο Δόκτωρ Στάνγκερσον έχει αποσυρθεί μαζί με την κόρη του στην εξοχή, μακριά από το Παρίσι των περισπασμών και των αδιάκριτων βλεμμάτων, και δουλεύει πάνω σε πειράματα σχετικά με τη διάσπαση της ύλης. Ένα βράδυ, μετά από ακόμα μία κοπιαστική μέρα στο εργαστήριο, η δεσποινίς Στάνεγκερσον αποσύρεται στο δωμάτιο της, λίγη ώρα αργότερα ακούγονται οι απεγνωσμένες κραυγές της, ο πατέρας της και οι επιστάτες θα φτάσουν στο δωμάτιό της, η πόρτα είναι κλειδωμένη, όταν τη σπάσουν θα ανακαλύψουν το αιμόφυρτο σώμα της νεαρής, η οποία έχει λιποθυμήσει, αλλά δεν θα βρουν πουθενά τον δράστη. Ποιος ήταν ο δράστης και κυρίως πώς κατάφερε να διαφύγει από το κλειδωμένο Κίτρινο Δωμάτιο;

Η υπόθεση θα συγκλονίσει το Παρίσι, θα κατακλύσει τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και θα σημάνει συναγερμό στις διωκτικές αρχές. Ο νεαρός Ζοζέφ Ρουλεταμπίλ, χωρίς να του το ζητήσει κανείς, από προσωπική επιθυμία διαλεύκανσης της αλήθειας και ακλόνητης πίστης στις προσωπικές του ικανότητες, θα ανακατευτεί στην έρευνα και θα επιχειρήσει να καταδείξει τον ένοχο. Την αφήγηση της υπόθεσης, χρόνια μετά, θα αναλάβει ο συγγραφέας, όταν πια ο ντόρος έχει κατακαθίσει και τα στοιχεία μπορούν άφοβα να βγουν στην επιφάνεια.

Είναι συγκινητική η επιθυμία του συγγραφέα να δικαιολογήσει λογοτεχνικά το κάθε στοιχείο που παρουσιάζει, δίνοντας ανθρώπινη διάσταση στον παντογνώστη αφηγητή του, παρεμβάλλοντας στο σώμα της αφήγησης πρακτικά δικαστηρίων, αποκόμματα εφημερίδων και σελίδων από το προσωπικό ημερολόγιο του Ρουλεταμπίλ. Ο Λερού, σαν έμπειρος χαρτοπαίκτης, εμφανίζει τα χαρτιά του σιγά σιγά, δεν προδίδει το φύλλο του, αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά μέχρι το τέλος, όταν και έρχεται να παρουσιάσει το σύνολο από τα κομμάτια του παζλ, τα οποία αφαίρεσε ξεκινώντας να διηγείται την ιστορία του.

Δεν ξέρω αν πρόκειται για ένα από τα εκατό καλύτερα μυθιστορήματα μυστηρίου όλων των εποχών, δεν ξέρω αν έχει και σημασία κάτι τέτοιο. Σημασία έχει η δεδομένη αναγνωστική απόλαυση, και αυτό αρκεί.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Βαγγέλης Γιαννίσης
Εκδόσεις Διόπτρα


Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Moonlight (2016)



Καμιά φορά -συνήθως δηλαδή- αυτοπαγιδεύομαι σε προκαταλήψεις, στηριζόμενες μάλλον στο ένστικτο παρά σε κάποιο απτό στοιχείο. Έτσι, υπάρχουν ταινίες και βιβλία που δεν τους δίνω εύκολα μια ευκαιρία. Τώρα που το σκέφτομαι μια τέτοια λίστα θα είχε ενδιαφέρον. Κάποιες φορές -ελάχιστες μάλλον- κάνω ένα βήμα πίσω και λέω: εντάξει, μπορείς να δώσεις μια ευκαιρία. Κάποτε δικαιώνομαι, έτσι και αλλιώς δικαιώνομαι, είτε δω κάτι υπέροχο, είτε όχι, αλλάζει μόνο το σχόλιο: ευτυχώς που δεν με άκουσα, ή: καλά έλεγα εγώ.

Αυτό συνέβη και με το Moonlight. Σε μια εβδομάδα που τίποτα δεν μου κινούσε το ενδιαφέρον κινηματογραφικά είπα να δώσω την ευκαιρία σε μια ταινία που πίστευα ότι δεν θα ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Έτσι, χωρίς προσδοκίες, οι εκπλήξεις συχνά αιφνιδιάζουν.

Ένας νεαρός μαύρος προσπαθεί να βρει τον εαυτό του και τον δρόμο του σε μια δύσκολη γειτονιά του Μαϊάμι.

Το κλισέ της ιστορίας, η γνωστή και χιλιοειπωμένη ιστορία ενός μαύρου σε κάποιο μητροπολιτικό προάστιο, ήταν αυτό που αρχικά με απώθησε αλλά τελικά με έπεισε να φτάσω ως την αίθουσα. Διάγω, βλέπετε, την περίοδο που εκτιμώ το κλισέ και τη χρήση του, τόσο στον κινηματογράφο όσο και στη λογοτεχνία. Ως προς το κλισέ όλα καλά. Εκείνο όμως που σίγουρα δεν ανέχομαι, εδώ και χρόνια, είναι ο συναισθηματικός εκβιασμός, και στο Moonlight δεν έλειπε κανένα συστατικό συναισθηματικού εκβιασμού. Ψέματα έλειπαν δύο: η αναπηρία και ο Εβραίος ήρωας. Όμως μια στιγμή, τον ήρωα τον λένε Σάιρον. Χμ. Κατά τα λοιπά: μικρό παιδί, μονογονεϊκή οικογένεια, ναρκωτικά, φτώχεια, ενδοσχολικός εκφοβισμός, ομοφυλοφιλία. Πώς να μην συγκινηθεί κανείς; Πώς να πει: έλα μωρέ τώρα.

Και ό,τι έλειπε από το σενάριο ο σκηνοθέτης προσπάθησε να το δώσει στυλιζάροντας τη φωτογραφία και τη σκηνοθεσία με φλου πλάνα και αντισυμβατικές λήψεις, θυμίζοντας κάποιες στιγμές ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Βέβαια, η αλήθεια είναι πως όλη αυτή η απόπειρα προσέδιδε κάποιο ενδιαφέρον στην παρακολούθηση της ταινίας, χορταίνοντας το μάτι, αλλά αδυνατώντας να της προσδώσει νόημα, περιτύλιγμα πολυτελείας για ένα -τουλάχιστον- αδιάφορο προϊόν.

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

Η αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ - Joël Dicker




Ο Μάρκους Γκόλντμαν έχει γράψει ένα μυθιστόρημα, όχι ένα οποιοδήποτε μυθιστόρημα, αλλά το απόλυτο best seller, οι πωλήσεις του οποίου έχουν σπάσει κάθε προηγούμενο ρεκόρ, οι αφίσες του βιβλίου και του συγγραφέα βρίσκονται παντού, σε στάσεις λεωφορείων και ουρανοξύστες, ο Μάρκους Γκόλντμαν είναι το νέο καυτό όνομα της αμερικανικής λογοτεχνίας, όλοι θέλουν να τον συναντήσουν και ίσως να του πάρουν κάποια συνέντευξη, ο εκδότης του ανυπομονεί για το επόμενο μυθιστόρημα, πριν κοπάσει ο θόρυβος από το προηγούμενο. Εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα. Αν και ο Μάρκους προσπαθεί, αλήθεια προσπαθεί -έχει νοικιάσει γραφείο στο οποίο περνάει τη μεγαλύτερη διάρκεια της ημέρας του και έχει προσλάβει γραμματέα, έτσι ώστε να μην ασχολείται με τίποτα άλλο ανούσιο παρά μόνο με τη συγγραφή- το αποτέλεσμα είναι μια λευκή σελίδα, και ένας κάδος γεμάτος με εκατοντάδες ακόμα σελίδες από προσχέδια και ιδέες που δεν λειτούργησαν. Η υπομονή του εκδότη εξαντλείται, τα καλοπιάσματα δεν αργούν να μετατραπούν σε απειλές για εξώδικα και καταγγελίες σύμβασης, ο μάνατζερ βλέπει τα προσδοκώμενα ποσοστά του να απομακρύνονται επικίνδυνα, η μητέρα τού Μάρκους άλλο καημό δεν έχει από το να τον δει παντρεμένο με ένα καλό κορίτσι, ανάμεσα σε όλα αυτά χτυπάει το τηλέφωνο, στην άλλη άκρη της γραμμής είναι ο Χάρρυ Κέμπερτ από κάποιο αστυνομικό τμήμα, πρόκειται για το ένα και μοναδικό τηλεφώνημα που είχε δικαίωμα να πραγματοποιήσει και εκείνος άλλον αριθμό δεν θυμόταν, παρά εκείνον του άλλοτε μαθητή του, του σπουδαίου πια Μάρκους Γκόλντμαν, και ας έχει να του τηλεφωνήσει τόσο καιρό, δεν είναι ώρα για παράπονα τώρα, τώρα που το σώμα της Νόλα Κέλλεγκαν βρέθηκε στον κήπο του σπιτιού του Χάρρυ -τριάντα τρία χρόνια μετά την εξαφάνιση του δεκαπεντάχρονου τότε κοριτσιού- και ο Χάρρυ Κέμπερτ βρίσκεται προφυλακισμένος και κατηγορούμενος για δολοφονία. Ο Μάρκους Γκόλντμαν παρατάει τη Νέα Υόρκη και μετακομίζει στην Ορόρα για να ανακαλύψει την αλήθεια σχετικά με την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ.
-Το πρώτο κεφάλαιο, Μάρκους, είναι πολύ σημαντικό. Αν δεν αρέσει στους αναγνώστες, δεν θα διαβάσουν το υπόλοιπο βιβλίο. Με τι σκοπεύεις να ξεκινήσεις το δικό σου;
-Δεν ξέρω Χάρρυ. Πιστεύεις πως θα τα καταφέρω μια μέρα;
-Τι να καταφέρεις;
-Να γράψω ένα βιβλίο.
-Είμαι βέβαιος γι' αυτό. 
Το μυθιστόρημα του Ζοέλ Ντικέρ, γεννημένου το 1985, κινείται σε δύο βασικούς θεματικούς άξονες, από τη μία η "αστυνομική" ιστορία σχετικά με τη διαλεύκανση της δολοφονίας της Νόλα Κέλλεργκαν και την ανάμειξη ή όχι του Χάρρυ Κέμπερτ σε αυτή, και από την άλλη η ιστορία συγγραφής του βιβλίου. Η ιστορία μέσα στην ιστορία, το βιβλίο μέσα στο βιβλίο, ο συγχρονισμός ανάγνωσης και συγγραφής, η ψευδαίσθηση του αναγνώστη ότι κοιτάζει μέσα από την κλειδαρότρυπα του γραφείου του συγγραφέα, αυτό αποτελεί το βασικό εύρημα του Ντικέρ, το στοιχείο που πραγματικά απογειώνει το μυθιστόρημα και του επιτρέπει να ξεφύγει από πιθανές κατηγοριοποιήσεις, ενώ το σύγχρονο στοιχείο της έρευνας τού δίνει μια διάσταση ρεπορτάζ, προσδίδοντας την απαραίτητη αληθοφάνεια στην αστυνομική πλευρά της ιστορίας.  

Η σχέση των δύο αντρών, του μαθητή Μάρκους και του δασκάλου Χάρρυ, αποτελεί ένα από τα ισχυρά χαρτιά της ιστορίας, ο διαρκής διάλογος των δύο, η ιστορία τους μέσα στον χρόνο, ο μέντορας Χάρρυ που ωθεί τον Μάρκους να αφήσει πίσω του τις ευκολίες και να επιμείνει στη γραφή, παρότι είναι μια ιστορία αρκετά γνωστή και πιθανώς αρκούντως ειπωμένη, εντούτοις διατηρεί την απαραίτητη μαγεία. Ταυτόχρονα υπάρχουν δύο δεύτεροι ρόλοι μανάδων απολαυστικότατοι και γραφικότατοι, που ενώ ρέπουν προς την καρικατούρα, όπως και οι υπόλοιποι δεύτεροι ρόλοι της ιστορίας, χρησιμοποιούνται με πανέξυπνο τρόπο από τον συγγραφέα, και όχι μόνο δεν ενοχλούν αλλά παράλληλα δίνουν ανάσες και στιγμές εκτόνωσης από την κεντρική ιστορία. Γενικά, πέραν του ευρήματος, ο Ντικέρ δεν μοιάζει να επιθυμεί να εντυπωσιάσει, αντίθετα ποντάρει στο κλισέ καθώς τον ενδιαφέρει αυτή η ιδιότυπη αναμέτρηση, και με σύμμαχο την αφηγηματική άνεση και την ικανότητά του στη σύνθεση και στη στατικότητα του τελικού οικοδομήματος, παραδίδει ένα πραγματικά απολαυστικό μυθιστόρημα, ορισμό του page turner, με ελάχιστα χαλαρά σημεία παρά το μέγεθός του, πολυεπίπεδο και ικανό να έλξει πλήθος ετερόκλητων αναγνωστών λόγω των θεμάτων που θίγει, με τις απαραίτητες δόσεις σασπένς, κριτικής της εκδοτικής πραγματικότητας και στοχασμού, απόδειξη πως ένα μυθιστόρημα μπορεί να είναι ευπώλητο, ευκολοδιάβαστο και ταυτόχρονα αναγνωστικά αξιόλογο, ένα τέτοιο μυθιστόρημα είναι Η αλήθεια σχετικά με την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ. Α, και χαρακτηριστικά αμερικάνικο παρότι γραμμένο από Ελβετό.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Γιάννης Στρίγκος
Εκδόσεις Πατάκη

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

Η κόρη του ταριχευτή - Kate Mosse




"Η ταρίχευση είναι μια τέχνη. Πάνω απ' όλα, έχει να κάνει με την ομορφιά. Με τη διατήρηση της ομορφιάς, την απεικόνιση της ομορφιάς, τον τρόπο που θα βρει κάποιος για να αιχμαλωτίσει την ουσία ενός πουλιού ή ζώου".
Ο Χάρι κουνούσε το κεφάλι. "Είμαι ζωγράφος. Δηλαδή δεν βγάζω έτσι τα προς το ζην, αλλά θα συμβεί κι αυτό. Το ίδιο λοιπόν νιώθω κι εγώ όταν δουλεύω έναν πίνακα, ότι έχει να κάνει όχι μόνο με την μπογιά στον καμβά αλλά και με όσα κρύβονται κάτω από την επιφάνεια". Τράβηξε το πανί από το γυάλινο φέρετρο της κάργιας. "Αυτό εδώ όμως, αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο. Πώς καταφέρνει κανείς να μην καταστρέψει αυτό ακριβώς που προσπαθεί να διασώσει;"

Σάσεξ 1912. Η εποχή που η ταρίχευση αποτελούσε σημείο αναφοράς για την διακόσμηση έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ο πατέρας της Κόνι, σπουδαίος και ονομαστός ταριχευτής, έχει μείνει ουσιαστικά χωρίς δουλειά. Οι δυο τους ζουν σε ένα μεγάλο σπίτι έξω από το χωριό, στους βαλτότοπους του Φίσμπουρν. Η Κόνι, όταν ήταν μικρή είχε ένα ατύχημα, χτύπησε το κεφάλι της, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να απολέσει την πρότερη μνήμη. Κάποιες εκλάμψεις φωτίζουν τις σκοτεινές πλευρές του παρελθόντος, όμως της είναι δύσκολο να συνθέσει την πλήρη εικόνα. Ο πατέρας της δεν μιλάει πολύ. Μεγαλώνοντας στο πλευρό του πατέρα της, η Κόνι έμαθε τα μυστικά της ταρίχευσης. Το πτώμα μιας γυναίκας, κοντά στο σπίτι τους, θα αποτελέσει την αρχή μια αλληλουχίας γεγονότων, αρκετά μπερδεμένων, τα οποία θα τη φέρουν κοντά με έναν νεαρό ζωγράφο, τον Χάρι, με τον οποίο φαίνεται να μοιράζονται τελικά ένα κοινό παρελθόν, γεγονός που θα αποκαλυφθεί σταδιακά και με αυξανόμενη ένταση.

Το παρελθόν επανέρχεται για να πάρει εκδίκηση και τα μυστικά ανεβαίνουν στην επιφάνεια. Έγκλημα, τιμωρία, δικαιοσύνη.

Η Κέιτ Μος, γεννημένη στο δυτικό Σάσεξ, στήνει μια γοτθική ιστορία εκδίκησης, στηριζόμενη -ή στοχεύοντας- στην ατμόσφαιρα. Αυτό είναι -ή θέλει να είναι- το μεγάλο ατού του μυθιστορήματος, κάτι για το οποίο δεν είμαι απόλυτα σίγουρος αν το επιτυγχάνει. Χωρισμένη σε κεφάλαια, ανάλογα με τον τόπο εξέλιξης της δράσης, Η κόρη του ταριχευτή, διαβάζεται γρήγορα και αβίαστα, γεγονός που περιλαμβάνεται σίγουρα στα υπέρ του βιβλίου. Όπως και το στοιχείο της ταρίχευσης, που πέρα από τη σημασία του στην εξέλιξη της πλοκής, αποτελεί ένα γοητευτικό συστατικό, και με μια φιλοσοφική διάσταση, όπως αποτυπώνεται στο παραπάνω απόσπασμα. Οι χαρακτήρες είναι καλοσχηματισμένοι, δοσμένοι με σαφήνεια και φυσικότητα, με το παρελθόν τους, το οποίο αποκαλύπτεται σταδιακά, να ολοκληρώνει την εικόνα τους, κάτι το οποίο αποδεικνύει τη δουλειά της συγγραφέως σε όλα τα στάδια της συγγραφής.

Εκεί όμως που βρίσκεται η ένστασή μου, η κυρίως ένστασή μου, είναι στο μυστήριο. Εξηγούμαι: μου έμεινε η αίσθηση πως η Μος κάπως σκόπιμα θολώνει την ιστορία με στόχο να επιτείνει το μυστήριο, χρησιμοποιεί δηλαδή το μυστήριο για να δημιουργήσει μυστήριο, βιάζοντας κάπως τις καταστάσεις, θέτοντας περισσότερα ερωτήματα απ' όσες απαντήσεις γνωρίζει να δώσει.

Είχα μεγαλύτερες προσδοκίες απ' όσες τελικά ικανοποίησε η ανάγνωση, δυστυχώς.

Μετάφραση Μυρσίνη Γκανά
Εκδόσεις Μεταίχμιο


Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017

Πάση θυσία (2016)






Σε καμία περίπτωση δεν ανήκω στην κατηγορία εκείνη των θεατών ταινιών γουέστερν. Το αντίθετο, μάλλον. Τα γουέστερν δεν μου αρέσουν, δεν με έλκουν. Ούτε τα αυθεντικά, ούτε τα κλασικά, ούτε οι παρωδίες. Όμως δεν θα μπορούσα να ισχυριστώ το ίδιο και για τα μεταγουέστερν, αυτό το ιδιαίτερο κινηματογραφικό υβρίδιο, το οποίο χρησιμοποιεί αρκετά από τα εργαλεία του προγόνου του, εκμεταλευόμμενο παράλληλα πλήθος άλλων. Η αλήθεια είναι πως κατηγορίες όπως αυτή είναι δύσκολο να οριστούν με ακρίβεια, με αποτέλεσμα συχνά ταινίες κάπως ετερόκλητες μεταξύ τους να χαρακτηρίζονται ως μεταγουέστερν. Όπως για παράδειγμα τρεις υπέροχες και αγαπημένες ταινίες, οι οποίες κατά την προσωπική μου άποψη ανήκουν στην προαναφερθείσα κατηγορία: Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα (2005), Θα χυθεί αίμα (2007) και Η δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς από τον δειλό Ρόμπερτ Φορντ (2007).

Το τρέιλερ λοιπόν ήταν αρκετό για να ξυπνήσει μνήμες και αισθήσεις παρόμοιων ταινιών και σε συνδυασμό με την εγγύηση που προσέφερε η παρουσία των Νικ Κέιβ και Γουόρεν Έλις στη μουσική επένδυση μου δημιούργησαν την επιθυμία να δω αυτή την ταινία. Και ήταν μια σωστή απόφαση που ξεπέρασε τελικά τις προσδοκίες μου.

Ο Τόμπι Χάουαρντ (Κρις Πάιν), διαζευγμένος πατέρας δύο παιδιών και άνεργος, καταστρώνει ένα σχέδιο, ριψοκίνδυνο και φιλόδοξο, σε συνεργασία με τον αδερφό του, πουέχει μόλις αποφυλακιστεί, για να σώσουν το υποθηκευμένο ράντζο της μητέρας τους, που πέθανε πρόσφατα, λίγο πριν περιέλθει στην κατοχή της τράπεζας. Αποφασίζουν, λοιπόν, να πραγματοποιήσουν μια σειρά από ληστείες στα υποκαταστήματα της συγκεκριμένης τράπεζας μέχρι να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα χρήματα για την αποπληρωμή της εγγύησης.

Για κάθε ζευγάρι κακών υπάρχει και ένα ζευγάρι καλών, έτσι και στην ταινία του Μακένζι, απέναντι στα δύο αδέρφια θα βρεθούν ο Μάρκους Χάμιλτον (Τζεφ Μπρίτζες), τρεις βδομάδες πριν συνταξιοδοτηθεί από την αστυνομία και ο συνεργάτης του· ζεύγος που αποτελεί ευφυές σεναριακό εύρημα, από τη μία ο λευκός Αμερικανός, πιθανότατα ιρλανδικής καταγωγής, και από την άλλη ο μισός Μεξικανός μισός Ινδιάνος, μια σχέση αγάπης και μίσους, με σπουδαίες μεταξύ τους ατάκες, που προσθέτουν πολλούς πόντους στο τελικό αποτέλεσμα.

Βέβαια, το καλό και το κακό είναι έννοιες σχετικές και στη συγκεκριμένη ταινία σεναριογράφος και σκηνοθέτης μοιάζουν να επιθυμούν τέσσερις καλούς, ή καλύτερα τέσσερις κακούς με καλές προθέσεις, οι πράξεις των οποίων δικαιολογούνται σε μεγάλο βαθμό. Ταινία έντονα πολιτική, εκτυλίσσεται στο Τέξας, αν και καμία σκηνή δεν γυρίστηκε εκεί, και αποτυπώνει μια πλευρά της Αμερικής την οποία αρκετοί φαντάζονται αλλά λίγοι γνωρίζουν, κάνοντας παράλληλη αναφορά σε θέματα όπως η οπλοκατοχή, ο ρόλος των τραπεζών, η αγορά ακινήτων, η χωρίς όρια αναζήτηση πετρελαίου και το -ξεχασμένο πια- ζήτημα των αυτόχθονων Αμερικανών. Βέβαια, όλα τα παραπάνω θέματα θίγονται χωρίς να αποτελούν τροχοπέδη στην εξέλιξη της ιστορίας, γιατί, για να μην ξεχνιόμαστε, πρόκειται για μια ταινία με έντονη δράση και σασπένς, που δημιουργεί αγωνία ως προς την τελική έκβαση της μονομαχίας των δύο μερών.

Ιδιαίτερη αναφορά και μνεία σε εκείνους τους συντελεστές της ταινίας που επέλεξαν τα μέρη των γυρισμάτων, μέρη απίστευτης -αν και άγριας- ομορφιάς. Και αν με το ένα πόδι η ταινία πατάει στο γουέστερν, δεν μπορεί παρά να αναφερθεί κανείς και στο road movie, την μετακίνηση από πόλη σε πόλη σε μια αραιοκατοικημένη, για τα αμερικανικά δεδομένα, περιοχή, σκηνές στις οποίες η μουσική υπόκρουση των Κέιβ και Έλις δένει υπέροχα.

Μια ταινία ήπιων τόνων, χωρίς αχρείαστες συναισθηματικές και ερμηνευτικές εξάρσεις, με υπέροχη κινηματογράφηση, σεναριακά άρτια -παρά τον κλισέ θεματικό πυρήνα- και με ενδιαφέρουσα σκηνοθεσία, στην οποία διακρίνεται η αγάπη για το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος και τον τόπο.


Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

Η καρδιά πεθαίνει τελευταία - Margaret Atwood




Στρίμωγμα να κοιμάσαι σε αμάξι. Έτσι κι αλλιώς, κανένα Honda από τρίτο χέρι δεν είναι παλάτι. Αν ήταν βαν, θα είχαν περισσότερο χώρο, αλλά σιγά να μην μπορούσαν να πάρουν βαν, ακόμα και παλιά, τότε που νόμιζαν πως είχαν λεφτά. Ο Σταν λέει ότι είναι τυχεροί που έχουν έστω και το Honda, κι έχει δίκιο, η τύχη τους όμως δεν κάνει το αυτοκίνητο μεγαλύτερο.
Η Σαρμέιν πιστεύει ότι ο Σταν θα έπρεπε να κοιμάται στο πίσω κάθισμα, επειδή χρειάζεται περισσότερο χώρο -αυτό θα ήταν το δίκαιο, αφού είναι πιο μεγαλόσωμος-, αλλά αναγκαστικά κοιμάται στο μπροστινό για να μπορεί να βάλει μπρος και να φύγουν γρήγορα σε περίπτωση ανάγκης.

Σε μια παλιότερη -και ευτυχέστερη- εποχή, η Σερμέιν και ο Σταν γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν, έχοντας πάρει την απόφαση να ζήσουν μαζί το υπόλοιπο της ζωής τους. Τότε όλα φαίνονταν δυνατά, η αγάπη τους έραινε την καθημερινότητα με μαγεία. Όνειρα, σχέδια και έρωτας, τι άλλο να ζητήσει κανείς; Ένιωθαν τόσο τυχεροί που είχαν ο ένας τον άλλον. Είχαν και οι δύο δουλειά, αποφάσισαν να αγοράσουν σπίτι, ίσως σύντομα να χρειάζονταν επιπλέον δωμάτια. Τότε όλα άρχισαν να καταρρέουν, αργόσυρτα αλλά εκκωφαντικά. Η κρίση έφτασε στην πολιτεία, έχασαν τις δουλειές τους και η υποθήκη έμενε ανικανοποίητη· ένα βράδυ φόρτωσαν το αμάξι και έφυγαν, πριν το χάσουν και αυτό. Τουλάχιστον είχαν το Honda, μια λαμαρίνα πάνω από το κεφάλι τους, μια πόρτα, έστω, αν και όχι ασφαλείας, να κοιμούνται πίσω της. Δεν κάνουν έρωτα πια, εκτός και αν θεωρήσει έρωτα κανείς την άβολη και βιαστική συνεύρεση στο πίσω κάθισμα του Honda, γεμάτη άγχος. Εκείνη βρήκε δουλειά σε ένα μπαρ, με τα λίγα χρήματα που κέρδιζε αγόραζαν φαγητό, βενζίνη, πλένονταν και έπλεναν τα ρούχα τους. Ο Σταν συνέχιζε να ψάχνει για δουλειά.

Ώσπου μια μέρα ένα διαφημιστικό στην τηλεόραση του μπαρ τράβηξε την προσοχή της Σερμέιν. Έπεισε τον Σταν να δοκιμάσουν, τουλάχιστον αυτό, να δοκιμάσουν. Το Σχέδιο Ποζιτρόνιο υποσχόταν πολλά, ανάμεσα στα οποία: ασφάλεια, τροφή και στέγη. Έτσι μετακομίζουν στην πόλη της Χρονοκράτησης, έχοντας υπογράψει συμβόλαιο εγκλεισμού, εκεί όπου τον έναν μήνα ζουν σε ένα μεγάλο και άνετο σπίτι ενώ τον επόμενο τον περνούν ως έγκλειστοι στις φυλακές.

Κάπου εκεί ξεκινάει η κυρίως υπόθεση του τελευταίου μυθιστορήματος της Άτγουντ. Μια παράλληλη δυστοπία στην ήδη διαμορφωμένη δυστοπία της Αμερικής της κρίσης, των εξώσεων, των ανθρώπων που αναζητούν τροφή στα σκουπίδια, γι' αυτό και τρομακτικά ρεαλιστική, καθώς δεν χρειάζεται να μεταφέρει τον αναγνώστη στο απώτερο μέλλον για να στήσει το δυστοπικό της σκηνικό, χρειάζεται απλώς μια πόλη φυλακή λίγο πιο κάτω στον χάρτη. Αργά και σταθερά κατασκευάζει η Άτγουντ αυτή την παράλληλη πραγματικότητα, ολοένα και πιο σύνθετη, πιο χαοτική, πιο τρομακτική, με την ικανότητα της έμπειρης συγγραφέως να οδηγεί την ιστορία με ακρίβεια στο σημείο της κορύφωσης και της τελικής εξόδου, υπενθυμίζοντας διαρκώς τον σχηματικό/παραβολικό χαρακτήρα της ιστορίας του Σταν και της Σερμέιν, χωρίς να παραλείπει στοιχεία απαραίτητα για το είδος, όπως το σασπένς και οι ανατροπές, δηλώνοντας την πίστη της πως οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ή θα έπρεπε να είναι στο επίκεντρο.

Μπορεί να μην πρόκειται για την καλύτερη στιγμή αυτής της σπουδαίας συγγραφέως, όμως -και ας μην είμαστε πια τόσο αυστηροί με τους συγγραφείς που αγαπάμε- το Η καρδιά πεθαίνει τελευταία είναι ένα δυνατό μυθιστόρημα, ένα ιδιαίτερο κράμα ρεαλισμού και επιστημονικής φαντασίας.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Έφη Τσιρώνη
Εκδόσεις Ψυχογιός