Δευτέρα 17 Ιουλίου 2023

Όνειρα τραίνων - Denis Johnson

Περίμενα με ανυπομονησία το βιβλίο αυτό, Η γενναιοδωρία της γοργόνας, λίγα χρόνια πριν, με είχε ενθουσιάσει. Στο τότε κείμενο, ένα μεγάλο μέρος είχε αφιερωθεί στην αίσθηση πως κάθε διήγημα έμοιαζε με ένα συμπυκνωμένο μυθιστόρημα. Είχα περιέργεια να δω πώς θα λειτουργούσε μια μεγαλύτερη αφήγηση, έστω και σε μέγεθος νουβέλας. Οι προσδοκίες ήταν ιδιαίτερα υψηλές.

Το καλοκαίρι του 1917 ο Ρόμπερτ Γκρέινιερ πήρε μέρος στην απόπειρα κατά της ζωής ενός Κινέζου εργάτη που τον έπιασαν να κλέβει, ή τουλάχιστον έτσι τον κατηγόρησαν, από ένα μαγαζί της σιδηροδρομικής εταιρείας Σποκέιν Ιντερνάσιοναλ στο βόρειο άκρο του Αϊντάχο.

Αν η θεωρία πως η πρώτη πρόταση είναι ενδεικτική του συνόλου είναι ορθή, τότε είχα κάθε λόγο να ελπίζω στη δικαίωση των προσδοκιών. Χωρίς χασομέρι, ο Τζόνσον εισάγει τον αναγνώστη στον χωροχρόνο της αφήγησης, ενώ, παράλληλα, του συστήνει τον ήρωά του, τον Ρόμπερτ Γκρέινιερ. Αυτό το έντονα κινηματογραφικό επεισόδιο, μια από τις πολλές υποϊστορίες που συνθέτουν τη νουβέλα, εκτός από το κλίμα της εποχής, εκεί που η ανθρώπινη ζωή ελάχιστη αξία έχει, ενώ έννοιες όπως η απόδοση δικαιοσύνης είναι ακόμα άγουρες, καθορίζει και τα όρια εντός των οποίων κινείται ο Γκρέινιερ, που χωρίς δεύτερη σκέψη και αιτιολόγηση βρίσκεται να συμμετέχει ενεργά στην απόπειρα δολοφονίας του φερόμενου ως κλέφτη Κινέζου.

Ο Γκρέινιερ, σε μικρή ηλικία, έφτασε ασυνόδευτος με το τραίνο στα μέρη εκείνα. Μεγάλωσε σε μια οικογένεια που ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκε με σαφήνεια αν όντως ήταν κάποιου βαθμού συγγενείς του ή όχι. Ένας άνθρωπος χωρίς παρελθόν. Ο Τζόνσον, στη νουβέλα αυτή, αφηγείται την ιστορία τού Γκρέινιερ, που ήταν εργάτης στην υλοτομία. Πιάνει την αφήγηση in media res, για να προχωρήσει σύντομα σε αναλήψεις και προλήψεις από τη ζωή ενός απλού ανθρώπου. Υπάρχουν δύο σημεία στα οποία διαφαίνεται η απλότητα της σκέψης του Γκρέινιερ· το πρώτο είναι όταν εκφράζει το συναίσθημα δέους που νιώθει μέσα στο δάσος ανάμεσα στα πανύψηλα δέντρα· ενώ το δεύτερο είναι η θεωρία, την οποία πιστά ακολουθεί, να μην τα βάζει με δέντρα των οποίων ο κορμός είναι πιο παχύς από το κεφάλι του. Ο Γκρέινιερ βρίσκεται στον αντίποδα του Θορώ στο Walden, αφού, αντίθετα με εκείνον, δεν διαθέτει μια ιδεολογία στέρεη ως βάση για τη λήψη αποφάσεων και διαπραγμάτευσης των ζητημάτων της ζωής μέσα στη φύση μακριά από την οργανωμένη κοινωνία.

Ο Γκρέινιερ, φαινομενικά, είναι ένας άνθρωπος που η μικρή ζωή του δεν απασχολεί συνήθως τη λογοτεχνία, παρότι του συμβαίνουν πράγματα σημαντικά, εκείνος τα διαχειρίζεται με έναν τρόπο απλό. Ωστόσο, ο Τζόνσον μετατρέπει τη μικρή αυτή ζωή σε σπουδαία λογοτεχνία. Διαβάζοντας την ιστορία αυτή, ένα από τα τελευταία έργα του Τζόνσον, είχα την αίσθηση πως μια από τις συγγραφικές επιδιώξεις ήταν να επιφέρει τη σύγκριση ανάμεσα σε έναν άνθρωπο του 1917 κάπου στις βορειοδυτικές πολιτείες της Αμερικής, χωρίς τεράστιο υπερεγώ, που μοιάζει να έχει αντίληψη της μηδαμινότητάς του σε σύγκριση με τον μεγάλο κόσμο, και τον σύγχρονο άνθρωπο που νιώθει συχνά πως είναι το κέντρο του κόσμου αυτού, πως όλα είναι στο χέρι του. Φαντάζομαι πως κάποιοι αναγνώστες, διαβάζοντας την ιστορία του Γκρέινιερ, θα δουν το ποτήρι μισογεμάτο, μια ζωή πιο απλή, μέσα στη φύση, χωρίς τον θόρυβο και την υψηλή ταχύτητα του σήμερα, κάποιοι άλλοι ωστόσο θα φτύσουν τον κόρφο τους που είχαν την τύχη να γεννηθούν τώρα και όχι τότε, εδώ και όχι εκεί.

Οι περιγραφές του κόσμου, κυρίως της φύσης, διαθέτουν πλούτο και λεπτομέρειες, δημιουργώντας μια αντίθεση με την απλότητα με την οποία ο Γκρέινιερ σκέφτεται και ενεργεί. Ο Τζόνσον δεν εγκαταλείπει στιγμή το πλαίσιο εντός του οποίου γεννήθηκε στην έμπνευσή του ο Γκρέινιερ, τα δεδομένα όρια στα οποία κινείται. Τα Όνειρα τραίνων είναι μια υποδειγματική νουβέλα. Και αν γι' αυτή τη δήλωση μεγάλο ρόλο παίζουν οι τεχνικές αρετές που τη διαπνέουν, θα ήταν άδικο να μείνει έξω το συναίσθημα το οποίο ο Τζόνσον καταφέρνει να εμφυσήσει στην ιστορία αυτή, τον τρόπο με τον οποίο παίρνει ζωή ο Γκρέινιερ. Το μέγεθος, αλλά και οι συγγραφικές αποφάσεις σχετικά με το ύφος, τη γλώσσα αλλά και τη διάρθρωση της πλοκής, επιτρέπουν στον αναγνώστη να μελετήσει και να κατανοήσει το γιατί αυτή η νουβέλα θεωρείται τόσο σημαντική στο σώμα της αμερικάνικης, και όχι μόνο, λογοτεχνίας, γιατί είναι μέρος της ύλης στη διδασκαλία δημιουργικής γραφής. Υπάρχει ωστόσο και μια παγίδα. Η πιθανότητα να θεωρήσει κάποιος εύκολη τη συγγραφή της, να σταθεί στον αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα της, να υποτιμήσει τη δυσκολία να δεθούν όλες αυτές οι υποϊστορίες, που άνετα θα μπορούσαν να είναι αυτόνομα διηγήματα, να μην αντιληφθεί τη διαφορά ανάμεσα στο απλό και το απλοϊκό.

Και αν η πρώτη πρόταση ήταν ενδεικτική της ποιότητας αυτού που θα ακολουθούσε, τι να πει κανείς για τις δυο τρεις τελευταίες σελίδες της νουβέλας, που με άνεση παίρνουν θέση ανάμεσα στις πλέον συγκλονιστικές λογοτεχνικές αποφωνήσεις. Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει και στην μετάφραση του Παναγιώτη Κεχαγιά, που κατάφερε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αντιμέτωπος με δυσκολίες, δυσδιάκριτες ίσως στα μάτια του απλού αναγνώστη. Τα Όνειρα τραίνων είναι μια σπουδαία νουβέλα.

υγ. Για τη Γενναιοδωρία της γοργόνας περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις αντίποδες

Πέμπτη 13 Ιουλίου 2023

Ο δράκος δεν χορεύει - Earl Lovelace

Οι καλοί άνθρωποι δεν αρκούνται απλώς να σου μιλήσουν για ένα ωραίο βιβλίο που διάβασαν, κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να το διαβάσεις. Τέτοιος άνθρωπος η Ν. Διάβασα ένα τρομερό βιβλίο, είπε μια μέρα. Με μια στοίβα βιβλία για αναγνώσεις προσεχώς, δεν μπορούσα να πω άλλο παρά ένα άψυχο: αλήθεια λες; Ναι, σου λέω, είπε, θα σου το δανείσω, συμπλήρωσε, δεν με νοιάζει πότε θα το διαβάσεις, διευκρίνισε. Το έκανε με την κόρη του ματιού διεσταλμένη και εγώ βρέθηκα με ακόμα ένα βιβλίο στη στοίβα. Έχω επαναλάβει πολλές φορές πως τίποτα δεν συναγωνίζεται τον ενθουσιασμό στα μάτια κάποιου που διάβασε ένα τρομερό βιβλίο, καμία στρατηγική μάρκετινγκ, κανένα κείμενο παρουσίασης. Το μυθιστόρημα του Έρλ Λάβλεϊς ήταν ένα από εκείνα τα βιβλία που στην πλημμυρίδα των εκδόσεων χάθηκε, κάπου το πήρε το μάτι μου το ωραίο του εξώφυλλο αλλά ως εκεί.

Η διεσταλμένη κόρη εκείνου που προτείνει, από τη μια δημιουργεί επιθυμία, από την άλλη φορτώνει την ανάγνωση με προσδοκίες τέτοιες που συχνά βαραίνουν το επίμαχο βιβλίο τόσο που ο αυχένας σπάει. Ο ορίζοντας προσδοκιών σχεδιάζεται παντελώς υποκειμενικά χωρίς επαρκές έδαφος να το στηρίξει. Δίκοπο μαχαίρι οι προσδοκίες, όλων των ειδών, όχι μόνο της ανάγνωσης. Και δεν μπορεί να κάνει πολλά κανείς ενάντια στην αυτόνομη γιγάντωση των προσδοκιών, ανθίζουν και καρπίζουν σε χωράφια μακριά από την επικράτεια της λογικής. Κάπως έτσι μπήκα στην ανάγνωση του Ο δράκος δεν χορεύει, γεμάτος προσδοκίες αλλά και φόβο εξαιτίας τους. Και αυτός ο φόβος ήταν εκεί στις πρώτες σελίδες, ύστερα υποχώρησε και έδωσε τη θέση του στην καθάρια απόλαυση που ένα βιβλίο όπως αυτό μπορεί να προσφέρει.

Αυτός εδώ είναι ο λόφος του Γολγοθά, ο λόφος όπου ο ήλιος δύει στην πείνα και ανατέλλει στις λακκούβες των δρόμων, θρονιάζεται στα κάτισχνα πλευρά των αδέσποτων σκυλιών όπου μπορείς να παίξεις μπάντζο, αντανακλάται στις μύγες που βουίζουν σαν τορπίλες γύρω απ' τους σωρούς των σκουπιδιών που μοιάζουν με καμπαναριά καθεδρικού· εκεί που για να καταφέρεις να βγεις από την αυλή σου και να περάσεις στον απέναντι δρόμο πρέπει να πηδήξεις σαν αθλητής επί κοντώ πάνω από τους ξεχειλισμένους βόθρους κρατώντας την αναπνοή σου. Εδώ ο θόρυβος δεν σταματάει ποτέ. Το γέλιο δεν είναι γέλιο· είναι ένα βογκητό που βγαίνει από τα στήθη των σπιτιών –όχι, όχι των σπιτιών– των χαμόσπιτων που ξεφυτρώνουν μέσα απ' το κοκκινόχωμα και την πέτρα, λεπτά σαν καπνός, τσαλακωμένα σαν χαρταετοί, ισορροπώντας πάνω στα ξεχαρβαλωμένα υποστυλώματα σαν σκουπόξυλα στη μύτη ενός ζογκλέρ.

Παρά την εντυπωσιακή αυτή αρχή, με την απολαυστική γλώσσα και τις φοβερές παρομοιώσεις, που σε λίγες μόλις γραμμές έδωσαν με ακρίβεια το modus vivendi της γειτονιάς αυτής στα προάστια της πρωτεύουσας του Τρινιδάδ, Πορτ οφ Σπέιν, ο φόβος, ελέω προσδοκιών, παρέμενε εκεί να ψιθυρίζει: ακόμα μια ηθογραφία· να τι είναι το βιβλίο αυτό. Τον φόβο της ηθογραφίας σιγόνταρε και εκείνος του εξωτισμού. Ωστόσο, το γύρισμα των σελίδων έδιωχνε τον ψίθυρο όλο και πιο μακριά, μέχρι που έγινε μια ανάμνηση θολή. Ο Λάβλεϊς δεν αρκέστηκε στην αποτύπωση του λόφου και των κατοίκων του και δεν ήταν μόνο η γλώσσα που ξεκόλλησε το κάρο από τη λάσπη. Με άξονα περιστροφής την ετήσια καρναβαλική παρέλαση, μια γιορτή η οποία μέχρι κάποτε είχε έντονο το στοιχείο της κοινωνικοπολιτικής διεκδίκησης, ο συγγραφέας, διαμέσου ενός παντογνώστη αφηγητή, πετυχαίνει να δώσει υπέροχα το πέρασμα των χρόνων. Το εκάστοτε καρναβάλι προσφέρει την εικόνα μιας κοινωνίας σε μετάβαση, είμαστε άλλωστε λίγα χρόνια μετά την ανεξαρτησία του νησιού αυτού της Καραϊβικής, η μετάβαση είναι τεράστια. Ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται και συμπυκνώνει στο διήμερο του καρναβαλιού τις μεγάλες μεταβολές σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο είναι υψηλότατου επιπέδου, δείγμα ενός ταλέντου και μιας κοπιώδους σύνθεσης.

Δεν είναι εύκολο να δώσει κανείς σε λίγες γραμμές την υπόθεση της ιστορίας αυτής. Ανά κεφάλαιο είναι πολλά τα πρόσωπα που λαμβάνουν σημαντική θέση στη χωροχρονική τοιχογραφία, κάτοικοι μιας μικρής γωνιάς του προαστίου αυτού, που έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με τις προκλήσεις, την πίκρα, αλλά και τη χαρά της ζωής. Αν έπρεπε, ωστόσο, να επιλέξει κανείς ένα κυρίως πρόσωπο μέσω του οποίου προωθείται σε μεγάλο βαθμό η πλοκή και γίνονται διακριτές οι μεταβολές, τότε αυτός θα ήταν ο Άλντρικ, που προσπαθεί να ζήσει με τον δικό του τρόπο, ισορροπώντας ανάμεσα στην ιδεολογία και την αεργία. Κάθε χρόνο ο Άλντρικ, με μεράκι και υπομονή, φτιάχνει βελονιά τη βελονιά το κουστούμι του δράκου με το οποίο μεταμφιέζεται και περιδιαβαίνει τους γεμάτους από κόσμο δρόμους τις ημέρες του καρναβαλιού. Ο Λάβλεϊς με οξυδέρκεια κατασκευάζει έναν χαρακτήρα αρκετά σταθερό, ένα σημείο αναφοράς που αναδεικνύει την ταχύτητα και την επίδραση των αλλαγών, τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία μεταμορφώνεται σε κάτι άλλο, τον τρόπο με τον οποίο η πολιτικοποίηση ξεφουσκώνει και το καρναβάλι μετατρέπεται σε μια γιορτή εκτόνωσης από την σκληρή καθημερινότητα, μια βαλβίδα επιβίωσης και όχι πια πιθανής αλλαγής.

Η αφηγηματική άνεση του Λάβλεϊς δεν εξαντλείται στη γλωσσική καλλιέπεια, που υπό συνθήκες απλώς θα τη βαρυφόρτωνε. Ο συγγραφέας, που εξακολουθεί να μένει και να γράφει στη χώρα του, μιλάει για πράγματα που γνωρίζει καλά, όμως ούτε αυτό από μόνο του θα ήταν αρκετό, ίσως ικανοποιητικό για ένα δοκίμιο σε κάποιον εναλλακτικό τουριστικό οδηγό, αλλά σίγουρα όχι για ένα μυθιστόρημα. Πριν λίγα χρόνια, στη δεύτερη καραντίνα μάλλον, είχα δει μια ωραία σειρά που επίσης το καρναβάλι έπαιζε ρόλο κλειδί, το Treme, είχα έτσι μια κάποια εξοικείωση με τα διάφορα τελετουργικά, αλλά και την κοινωνική θέση της γιορτής αυτής και τον κίνδυνο αλλοίωσης του χαρακτήρα της που την απομακρύνει από τα πολιτικά χαρακτηριστικά της σε ένα ακόμα θέαμα, μια ατραξιόν. 

Το Ο δράκος δεν χορεύει είναι ένα εντυπωσιακό βιβλίο, τόσο εντυπωσιακό που θεωρώ πως δεν κινδυνεύει από τις προσδοκίες που ένας τέτοιος χαρακτηρισμός αυτομάτως γεννά. Μια τεράστια έκπληξη, μια αχόρταγη ανάγνωση, που σίγουρα διεκδικεί μια θέση στα βιβλία της χρονιάς μου.

υγ. Οι κακοί άνθρωποι λένε: καλά, δεν έχεις διαβάσει αυτό το βιβλίο. Και δεν κάνουν κάτι γι' αυτό και η κόρη τους είναι σχεδόν αόρατη.

Μετάφραση Ισιδώρα Στανιμεράκη
Εκδόσεις Oposito

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2023

Οι αθέατοι - Alain Damasio

Είχα καιρό να διαβάσω σύγχρονη επιστημονική φαντασία και αυτή η κυκλοφορία έμοιαζε να είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα αναγνωστική προοπτική. Οι αθέατοι, το πρώτο βιβλίο του Νταμαζιό που μεταφράζεται στα ελληνικά, διαδραματίζεται στο εγγύς –δυστοπικό– μέλλον, στη Γαλλία του 2040, όταν οι πόλεις έχουν ιδιωτικοποιηθεί πλήρως και η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται στην υπηρεσία της εξουσίας, με τους κατοίκους να λαμβάνουν προνόμια ανάλογα με τη συνδρομή που καταβάλουν. Ο Λόρκα και η Σαχάρ δοκιμάζουν να ζουν στο περιθώριο της ζωής, μακριά από την υπερεικονική πραγματικότητα, θυσιάζοντας τα όποια προνόμια και αντιμετωπίζοντας τις καθημερινές δυσκολίες που γεννά η αντισυμβατική τους στάση. Είναι αρκετά γνωστοί στην κοινότητα των ανθρώπων που παλεύουν εντός ενός σκληρού, μετακαπιταλιστικού κόσμου, που δεν τα παρατούν και επιμένουν να διεκδικούν. Εκείνη έχει αφιερώσει τη ζωή της στην εναλλακτική διδασκαλία μη προνομιουχών ή ασυμβίβαστων κοινωνικών ομάδων. Ο Λόρκα, καθηγητής κοινωνιολογίας, παλεύει με τα εργαλεία που η επιστήμη του διέθετε, επιχειρώντας να τα καταστήσει εκ νέου επίκαιρα.

Σε αυτό το ήδη εφιαλτικό περιβάλλον, ο Λόρκα και η Σαχάρ θα βρεθούν αντιμέτωποι με την εξαφάνιση της κόρη τους, της τετράχρονης Τίσκα, από το υπνοδωμάτιό της χωρίς να υπάρχουν ίχνη διάρρηξης. Η ζωή τους, όπως την ήξεραν, θα ανατραπεί μέσα σε μια στιγμή. Η αντίδρασή τους θα είναι εκ διαμέτρου διαφορετική, τη στιγμή που η σχέση τους συγκρούεται με τον σκληρό τοίχο της πραγματικότητας. Εκείνη θα βυθιστεί στο πένθος, θα καταφύγει στην ψυχανάλυση και τη φαρμακολογία για να γιατρέψει το τραύμα. Εκείνος δεν παύει στιγμή να πιστεύει πως η κόρη του είναι κάπου εκεί έξω ζωντανή. Δεν διστάζει, μάλιστα, να καταταγεί στην ειδική μονάδα του στρατού που ασχολείται με τη μελέτη και το κυνήγι των αθέατων. Είναι διατεθειμένος να πιστέψει οποιαδήποτε θεωρία συντηρεί την πίστη του πως θα ξαναπάρει αγκαλιά την Τίσκα.

Οι αθέατοι είναι πλάσματα για τα οποία ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά, καμία επιστημονική προσέγγιση δεν έχει αποδώσει αποτελέσματα, παρά την τεράστια χρηματοδότηση και τη διαρκή εκπαίδευση στελεχών, πέρα από το γεγονός πως όταν πέσει πάνω τους το ανθρώπινο βλέμμα τότε κεραμοποιούνται και τα κεραμικά αυτά δεν έχουν κανένα οργανικό συστατικό. Αυτή η ιδιότυπη, ακαριαία αυτοκτονία είναι που τα προστατεύει. Το ενδιαφέρον του στρατού έχει ως στόχο την ανακάλυψη και ακολούθως την εκμετάλλευση αυτού του νέου, φαινομενικά πανίσχυρου όπλου για τις δικές του επιδιώξεις που η απόκτηση ενός τέτοιου στρατηγικού πλεονεκτήματος θα επιφέρει. Η ύπαρξη των αθέατων για χρόνια υπάγεται στο καθεστώς του αστικού μύθου και των θεωριών συνωμοσίας.

Αρχικά, ο Νταμαζιό, όπως το λογοτεχνικό είδος που υπηρετεί προτάσσει, υποδέχεται τον αναγνώστη στο κατώφλι και ακολούθως τον ξεναγεί σε αυτόν τον μελλοντικό κόσμο, φροντίζοντας να τον εξοικειώσει ομαλά στις ιδιαιτερότητες και τα χαρακτηριστικά του, όπως και με την ιδιόλεκτο και την ορολογία της καθημερινής ζωής. Αυτό είναι το πρώτο στοίχημα για τον συγγραφέα, πιο σημαντικό και από την ίδια την κατασκευή της μελλοντικής εκδοχής του πλανήτη γη, απαραίτητο ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει να ακολουθήσει την προώθηση της πλοκής, να νιώσει πως βρίσκεται εκεί, όσο κάτι τέτοιο είναι δυνατό. Ο Νταμαζιό, αλλά και ο μεταφραστής Δημήτρης Δημακόπουλος, τα καταφέρνει περίφημα στην ένταξη του αναγνώστη, χωρίς να θυσιάσει σελίδες επί σελίδων μόνο και μόνο γι' αυτό σε βάρος της εξέλιξης της ιστορίας.

Η εξαφάνιση και η ακόλουθη αναζήτηση της Τίσκα αποτελεί το όχημα με το οποίο ο συγγραφέας θα περιδιαβεί αυτόν τον μελλοντικό κόσμο. Εύρημα απαραίτητο ώστε να λειτουργήσει ως ο απαραίτητος μίτος, χωρίς τον οποίο η έμπνευση και η κατασκευή της μελλοντικής αυτής εκδοχής θα έστεκε κενή ενδιαφέροντος. Επιπρόσθετα, το γεγονός αυτό πετυχαίνει να δημιουργήσει το κατάλληλο έδαφος σύνδεσης του σημερινού αναγνώστη με τον κόσμο του αύριο, έτσι όπως τον φαντάστηκε ο συγγραφέας. Η εξαφάνιση ενός μικρού παιδιού προκαλεί επίσης το απαραίτητο συναίσθημα, ένα συναίσθημα πανανθρώπινα κατανοητό, το οποίο δικαιολογεί την ένταση και την αγωνία του ζευγαριού που αποτελεί το κυρίως καύσιμο της πλοκής.

Έχοντας πετύχει τα παραπάνω δύο δεδομένα, ο Νταμαζιό βρίσκει τον κατάλληλο χώρο για να παρουσιάσει μια εκδοχή του κόσμου μας, μια εκδοχή διόλου απίθανη, μάλλον συμβατή με τη ροή της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας αλλά και των αλμάτων στην τεχνολογία και δη στο κομμάτι της τεχνητής νοημοσύνης. Ο, εντός πολλών εισαγωγικών, προφητικός χαρακτήρας ενός σύγχρονου μυθιστορήματος, που ανήκει στην επιστημονική φαντασία, έχει να αναμετρηθεί με την αληθοφάνεια και τον χαρακτήρα πιθανού, ώστε να παρουσιάζει ευρύτερο ενδιαφέρον, πέρα από το κομμάτι της συγγραφικής φαντασίας. Παρότι δεν γίνεται άμεση αναφορά στα στοιχεία πάνω στα οποία βασίζει ο συγγραφέας τη μελλοντική αυτή εξέλιξη, εκείνα οφείλουν να είναι εμφανή στον αναγνώστη έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια σχέση αιτίου αιτιατού που θα συμβάλει στην ελάττωση του ανοίκειου.

Άλλωστε, το μεγαλύτερο κομμάτι της επιστημονικής φαντασίας χρησιμοποιεί το εκάστοτε μελλοντολογικό εύρημα ως αφορμή για να θέσει και να εξετάσει μια κοινωνικοπολιτική συνθήκη, μια παράκαμψη ώστε να γίνει αναφορά στο σήμερα, ιδιαίτερα στο κομμάτι του σήμερα που θα γεννήσει τον νέο αυτό κόσμο. Ο Νταμαζιό, ακολουθώντας αυτή την παράδοση, θέτει, κυρίως με πλάγιο τρόπο, τους προβληματισμούς επί των κοινωνικοπολιτικών, οικονομικών αλλά και τεχνολογικών εξελίξεων. Αυτή η ιδιότυπη συγχρονία δίνει αρκετούς επιπλέον πόντους στο μυθιστόρημα παρότι, φαινομενικά και μόνο, βρίσκεται εκτός του κυρίου σώματος της πλοκής και της αφήγησης, ένα υπόβαθρο προβληματισμού, το οποίο πατάει στέρεα στη φιλοσοφική και κοινωνιολογική επιστήμη, τομείς που ο συγγραφέας φαίνεται να γνωρίζει καλά και να θέτει με άνεση στο μυθοπλαστικό περιβάλλον της ιστορίας του.

Λειτουργική επίσης αποδεικνύεται η επιλογή της εναλλασσόμενης, ανάμεσα στους κυρίως χαρακτήρες της πλοκής, πρωτοπρόσωπης αφήγησης, τόσο ως προς την ίδια την αφήγηση και τον ρυθμό της, που υπηρετεί ικανοποιητικά το κομμάτι της δράσης, όσο και ως προς το άνοιγμα της προσωπικής ματιάς επί των πεπραγμένων με τις διαφορετικές οπτικές θέασης ανάλογα με το ευρύτερο πλαίσιο σκέψης και δράσης των υποκειμένων. Οι χαρακτήρες δεν έχουν ιδιαίτερο βάθος, κάτι τέτοιο άλλωστε δεν είναι ένα από τα βασικά ζητούμενα του είδους, ωστόσο ανταποκρίνονται καλά στο σώμα της ιστορίας χωρίς να ξενίζουν τον αναγνώστη. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια στην επιστημονική φαντασία κατέχει η ποιητική, η λεξιπλασία για να ονομαστεί και να περιγραφεί το καινούργιο. Εδώ έγκειται και η μεταφραστική δυσκολία, η δημιουργία νέων όρων που ωστόσο να περιέχουν μεγάλο μέρος του νοήματος, να είναι, δηλαδή, κατανοητοί στον αναγνώστη χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Ο Νταμαζιό, αλλά και ο μεταφραστής, τα καταφέρνουν περίφημα. Η κατασκευή και η χρήση νέων λημμάτων στη γλώσσα ιντριγκάρουν, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με την αφήγηση που, όπως οφείλει ειδολογικά, είναι απλή, χωρίς ωστόσο να υστερεί σε λειτουργικότητα.

Πολυσέλιδο και πυκνογραμμένο, το μυθιστόρημα του Νταμαζιό αποδείχτηκε ιδιαιτέρως απολαυστικό στην ανάγνωσή του, ιδιαιτέρως φιλόδοξο στη σύλληψη και την κατασκευή του, πραγματικά θαυμαστό ως επίτευγμα, απόρροια ξεκάθαρου συγγραφικού ταλέντου και επίμονης εργασίας. Ακόμα μια απόδειξη πως η καλή επιστημονική φαντασία ανήκει στο κυρίως σώμα της καλής λογοτεχνίας.

Μετάφραση Δημήτρης Δημακόπουλος
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 6 Ιουλίου 2023

Διψαλέοι σκύλοι - Glen Emery

Πάνε πια χρόνια από τότε που μια στιγμιαία σύγχυση μου χάρισε μια παντελώς απρόσμενη αναγνωστική εμπειρία. Αρχές της προηγούμενης δεκαετίας και το παζάρι βιβλίου στην Κλαυθμώνος ήταν σε εξέλιξη. Ανάμεσα σε δεκάδες τίτλους με τους οποίους φλέρταρα, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένα, ήταν και το Mini-passeport ενός Τυμπόρ Τάρντος, κάπου προς το τέλος των πάγκων, μέρος που ήδη καλυπτόταν από την πολυπληθή ουρά για το ταμείο. Βιαστικά και σε καθεστώς ζάλης μετά από τόση ώρα εκεί, διάβασα Τοπόρ και το μυαλό μου πήγε στον συγγραφέα-ζωγράφο, μέλος του Κινήματος του Πανικού, μαζί με τον Αρραμπάλ και τον Γιοντορόφσκι. Ενθουσιασμένος πρόσθεσα το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλίο στη στοίβα που με μαεστρία επί ώρα ισορροπούσα. Όταν κατάλαβα το λάθος μου ήταν πια αργά, είχα ήδη απομακρυνθεί από το ταμείο. Διάβασα εκείνο το βιβλίο κυρίως (πιστεύω τώρα πια) για να με δικαιολογήσω για την επιλογή αλλά και για να έρθω αντιμέτωπος με μια παντελώς τυχαία ανάγνωση βιβλίου, μηδενικών ή ίσως και αρνητικών προσδοκιών. Κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα τότε.

Εκείνο το βιβλίο, που αποδείχτηκε τρομερά ενδιαφέρον πέραν πάσης προσδοκίας, ήταν ένα ιδιότυπο μυθιστόρημα περιπλάνησης, μια εκδοχή του διάσημου Στο δρόμο του Κέρουακ, που διαδραματιζόταν στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Μια ιστορία αλητείας σε ένα περιβάλλον ανοίκειο, εντελώς διαφορετικό απ' ό,τι είχα διαβάσει προερχόμενο από εκείνη τη μεριά του πλανήτη, μη στρατευμένο στη μια ή την άλλη πλευρά ανάγνωσης της ιστορίας. Ανακαλώ συχνά εκείνο το βιβλίο που εν πολλοίς πέρασε απαρατήρητο από τα περισσότερα αναγνωστικά ραντάρ. Το θυμήθηκα πάλι όταν ξεκίνησα να διαβάζω το Διψαλέοι σκύλοι του Γκλεν Έμερι, βιβλίο που οι ιστορίες του διαδραματίζονται στην Πράγα μετά την πτώση του καθεστώτος αλλά και τη διαίρεση της Τσεχοσλοβακίας στα δύο. Κάποτε, πάνε χρόνια, κάπου κάπως είχα διαβάσει την ιστορία του σε ένα αφιέρωμα, μάλλον σε κάποιο ένθετο κάποιας κυριακάτικης έκδοσης εφημερίδας. Τον θυμάμαι να λέει πως γνώριζε μόνο τη νυχτερινή εκδοχή της Πράγας αφού ως ιδιοκτήτης μπαρ περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας κοιμώμενος. Άγνωστο πώς, το ρεπορτάζ εκείνο έμεινε σε μεγάλο βαθμό ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη μου. Άγνωστες οι βουλές και οι διαδρομές της μνήμης.

Η πρόσφατη κυκλοφορία αυτού του βιβλίου από τις, σχετικά νεοσύστατες, εκδόσεις Periplaneta, ήταν μια έκπληξη για μένα, αφού δεν γνώριζα τίποτα σχετικά με το ενδεχόμενο έκδοσής του στα ελληνικά. Ανακατάταξη αναγνωστικού προγραμματισμού αριθμός τεράστιος πια για να προκαλεί την όποια εντύπωση. Το Διψαλέοι σκύλοι, όπως μεταφράστηκε το Thirsty dogs του πρωτότυπου τίτλου, προερχόμενο από την ονομασία ενός εκ των μαγαζιών που ο Έμερι είχε στην Πράγα, καταφέρνει να αποδώσει το πνεύμα του βιβλίου, επιλογή που παρότι αρχικά ξενίζει για την εκκεντρικότητά της σε σχέση με κάτι πιο αναμενόμενο, όπως το διψασμένοι για παράδειγμα, αποδεικνύεται άκρως λειτουργικός, ένα κρέντιτ που οφείλει να δοθεί στους συντελεστές της, ιδιαίτερα προσεγμένης και όμορφης, έκδοσης. Το βιβλίο αποτελείται από μια σειρά ολιγοσέλιδων ιστοριών, ένα κάποιου είδους μεμουάρ του τρόπου με τον οποίο ο Έμερι βίωσε τη δεκαετία του ενενήντα, κυρίως αυτή, στην Πράγα, μια περίοδος ιλιγγιώδους μετάβασης σε καπιταλιστικό περιβάλλον.

Πέρα από τη δεδομένη ιδιαιτερότητα της αφήγησης ενός ανθρώπου της νύχτας, σημαντικός παράγοντας στο ενδιαφέρον της αναδρομής σε εκείνη τη μακρινή πια δεκαετία είναι και η ξενότητα του παρατηρητή και υποκειμένου της αφήγησης. Η ματιά του ξένου, αρκετά διαφορετική από εκείνη κάποιου γηγενούς, πάντοτε θα έχει αναπόφευκτα κάτι από Μπόουλς αλλά και Τσάτγουιν, κάτι το ενδιαφέρον ως προς τις γενικότερες προσλαμβάνουσες αλλά και τα φίλτρα μέσω των οποίων ο ξένος παρατηρεί και βιώνει διάφορες καταστάσεις σε ένα περιβάλλον μη οικείο, φέροντας στις πλάτες του ένα δεδομένο πολιτισμικό σαμάρι. Η λογοτεχνική φιλοδοξία του Έμερι δεν υπερβαίνει την απλή αποτύπωση των ιστοριών αυτών, δεν αφήνει κανένα περιθώριο ώστε να χαρακτηριστούν ως διηγήματα τα κείμενα αυτά, στόχος του είναι να μοιραστεί κάποιες, κατά βάση, αστείες ιστορίες, ενδεικτικές εκείνης της περιόδου, όταν αρκετοί ξένοι πέρασαν, για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, από εκεί, πριν η Πράγα καθιερωθεί ως ναυαρχίδα του παγκόσμιου τουρισμού και μετατραπεί σε ένα ιδιότυπο θεματικό πάρκο, ομογενοποιημένο πια με τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, όταν πια τίποτα δεν θυμίζει εκείνα τα χρόνια ανάμεσα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την πτώση του καθεστώτος.

Ο Έμερι αποδεικνύεται ένας αξιοπρεπέστατος αφηγητής των ιστοριών του, που, με απλά μέσα και χωρίς να ρισκάρει με αφηγηματικές περιπλοκότητες, πετυχαίνει να αποδώσει το κλίμα της εποχής, χωρίς να υποκύπτει στη νοσταλγία ή στη γαματοσύνη των περασμένων, εκείνων που ως νέος έζησε αντίθετα με τους σημερινούς νέους τους καταδικασμένους σε ένα κακέκτυπο εκείνων των χρόνων της περιπέτειας και της ελευθερίας. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που ευτυχώς λείπει από τις ιστορίες αυτές, χαρακτηριστικό που η παρουσία του θα τους προσέδιδε ένα τόνο διδαχής και ύστερης μεσήλικης μιζέριας για το παρόν, γνώριμης και συχνής δυστυχώς εντός και εκτός λογοτεχνίας. Το Διψαλέοι σκύλοι διαβάζεται ευχάριστα και πετυχαίνει να υπερκεράσει τα ειδολογικά όρια του ντοκουμέντου. Καλώς ή κακώς φέρει ένα περιβάλλον που σε διάφορους τομείς σήμερα δεν γίνεται αποδεκτό, κυρίως ως φέρον έντονο το στοιχείο του ρεαλισμού της πραγματικότητας. Αρκετές αποστροφές του λόγου και κάποιες αντιδράσεις του αφηγητή-πρωταγωνιστή χτυπάνε τον συναγερμό της μη ορθότητας στον σημερινό αναγνώστη, κυρίως στη θέση της γυναίκας και της αντιμετώπισής της, αλλά και, σε μικρότερο βαθμό, κάποιων αποχρώσεων ρατσιστικού λόγου. Παρότι ίσως ξενίσουν, οι ιστορίες διαθέτουν κάτι από την αυθεντικότητα των περασμένων, καθιστώντας πιο ολοκληρωμένη την εικόνα για την εποχή εκείνη, τον τρόπο με τον οποίο γινόταν η διάκριση σε αποδεκτό και μη αποδεκτό λόγο, βοηθώντας έμμεσα στη μη άκριτη μυθοποίηση του παρελθόντος.

Το βιογραφικό του Έμερι είναι από μόνο του τρομερά ενδιαφέρον, ένας περιπλανημένος, πρακτικά άπατρις, γεννημένος στον Καναδά, που κάποια στιγμή εγκαταστάθηκε στην Πράγα και συμμετείχε με τον τρόπο του στη μετάβαση και την εξέλιξή της ως τη σημερινή εποχή. Ο συγγραφέας δεν προσπαθεί, όχι έντονα τουλάχιστον, να στηθεί στο μέσο του κάδρου, όσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό δεδομένης της προσωπικής φύσης των ιστοριών αυτών. Το κωμικό στοιχείο είναι έντονο χωρίς να υποκύπτει στην προσποίηση, χωρίς να τραβά τα σκηνικά από τα μαλλιά, διατηρώντας στον μεγαλύτερο αριθμό των ιστοριών αλώβητη τη σύμβαση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς να ενδιαφέρει ωστόσο τον αναγνώστη, όχι εμένα τουλάχιστον, μια ενδεχόμενη μυθοπλαστική μεταποίηση κατά τη μεταφορά τους στο χαρτί. Μια ευχάριστη και απροσδόκητη αναγνωστική έκπληξη ήταν το βιβλίο αυτό, που μεταξύ άλλων μου θύμισε πόσο είχα απολαύσει το Μεθυσμένο ημερολόγιο του Τόμσον.

υγ. Πλήθος διακειμενικών αναφορών στο κείμενο αυτό και ας τα πάρουμε με τη σειρά: Για το Mini passeport του Τυμπόρ Τάρντος περισσότερα θα βρείτε εδώ, για τον Ένοικο του Τοπόρ εδώ, για το Ψηλά πάνω από τον κόσμο του Μπόουλς εδώ, για το Ουτς του Μπάλντγουιν εδώ και για το Hell's Angels του Τόμπσον εδώ.

Μετάφραση Βασιλίνα Βαλλίνα Παπανικολάου
Εκδόσεις Periplaneta

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2023

Τα εφτά φεγγάρια του Μάαλι Αλμέιντα - Shehan Karunatilaka

Τα εφτά φεγγάρια του Μάαλι Αλμέιντα ήταν ένα από τα βιβλία εκείνα της τρέχουσας εκδοτικής χρονιάς που περίμενα με σχετική ανυπομονησία. Ο συνδυασμός της ένταξής του στην τρομερά ενδιαφέρουσα σειρά ξένης λογοτεχνίας Aldina των εκδόσεων Gutenberg, αλλά και το βραβείο Booker, ένα από τα πλέον αξιόπιστα βραβεία σε μια εποχή γεμάτη από δαύτα, ήταν ικανός να δικαιολογήσει αυτό το συναίσθημα προσμονής. Δεν είχα ωστόσο μόνο προσδοκίες αλλά και επιφυλάξεις, οι οποίες είχαν να κάνουν τόσο με τον τρόπο με τον οποίο ο Καρουνατίλακα θα διαχειριζόταν την εξωτικότητα του εμφυλίου της Σρι Λάνκα, ενός πολέμου ελάχιστα γνωστού στον δυτικό κόσμο, που για χρόνια ζούσε με την —προφανώς εσφαλμένη, αλλά βολική— βεβαιότητα πως το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα αποτέλεσε μια μακρά και συνεχή περίοδο παγκόσμιας ειρήνης, όσο και με το πώς θα λειτουργούσε το μεταφυσικό στοιχείο του οποίου δεν είμαι ιδιαίτερος θαυμαστής. Κάπως έτσι ξεκίνησε η αναγνωστική μου σχέση με το βιβλίο αυτό.

Σρι Λάνκα, 1980. Ο εμφύλιος πόλεμος μαίνεται. Ο Μάαλι Αλμέιντα, πολεμικός φωτογράφος, συνειδητοποιεί πως είναι νεκρός και βρίσκεται σε έναν προθάλαμο, κάτι ανάμεσα σε καθαρτήριο και γραφειοκρατικό χάος κάποιας υπηρεσίας. Από τους υπεύθυνους του παράξενου αυτού μέρους θα πληροφορηθεί πως έχει στη διάθεσή του εφτά φεγγάρια μέχρι να αποφασίσει αν θα ενωθεί με το φως ή αν θα επιλέξει μια άλλη οδό. Καμία από τις δύο επιλογές δεν βγάζει ικανό νόημα. Ο Μάαλι είναι μαθημένος στα παιχνίδια που το μυαλό του συνηθίζει να του παίζει, δείχνει έντονη επιφύλαξη στην αποδοχή αυτής της νέας, ανοίκειας συνθήκης, έχει δεκάδες ερωτήσεις, ελάχιστες απαντήσεις βρίσκει και αυτές αρκετά αντικρουόμενες μεταξύ τους. Αφού το πολλάκις διατυπωμένο ερώτημα σχετικά με τη μεταθάνατο ζωή παίρνει μια κάποια έστω και ασαφή απάντηση, ο ήρωας της ιστορίας αυτής μένει να αναρωτιέται πώς έχασε τη ζωή του, αφού η κοντινή του μνήμη είναι θολή, τη στιγμή που το επαγγελματικό καθήκον συνεχίζει να τον καλεί. Οι φωτογραφίες του, πιστεύει, έχουν τη δύναμη να αποκαλύψουν τη φρικαλεότητα του πολέμου, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της πολύπαθης αυτής χώρας, και αυτό είναι που καθιστά επιτακτικό το να πέσουν στα σωστά χέρια.

Πρώτη «δουλειά» τού συγγραφέα είναι να ξεναγήσει τον αναγνώστη στο μεταθανάτιο αυτόν προθάλαμο, που εκείνος συνέθεσε ως περιβάλλον αυτής της ιδιότυπα ρεαλιστικής δράσης, του παράδοξου τρόπου με τον οποίο επέλεξε να αφηγηθεί αυτήν την προσχηματικά αστυνομική ιστορία, που φιλοδοξεί μέσω της ατομικής ιστορίας του Μάαλι να δώσει μια, κατά το δυνατό, πλήρη εικόνα του μεγάλου κάδρου μιας ιδιαιτέρως ταραγμένης περιόδου για τη χώρα και τους κατοίκους της. Η φιλοδοξία είναι παρούσα και ζητά εξ αρχής εκπλήρωση καθώς ο συγγραφέας επιλέγει έναν δρόμο ελάχιστα χαραγμένο ώστε να αφηγηθεί μια ιστορία με πολλά κοινά στοιχεία, παρά τις ιδιαιτερότητές της, με την ιστορία κάθε χώρας σχεδόν, επιχειρώντας να συνδυάσει το μεταφυσικό με το ρεαλιστικό. Το ταξίδι αυτό λαμβάνει χώρα στο πλευρό του ήρωα, η δική του εμπειρία αποτελεί τον πλοηγό. Ο αναγνώστης ξεκινάει την περιδιάβαση στο ανοίκειο αυτό περιβάλλον από την ίδια αφετηρία με τον Μάαλι. Αυτό αποδεικνύεται καθοριστικό για την αναγνωστική πρόσληψη καθώς η επιμονή του ήρωα για απαντήσεις, οι αμφιβολίες του, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αποφασίζει να κινηθεί επιτρέπουν στον αναγνώστη να ακολουθήσει την προώθηση της πλοκής. Η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση του παντογνώστη αφηγητή προς τον Μάαλι συντελεί επίσης καθοριστικά σε αυτή την κατεύθυνση, προσφέροντας ταυτόχρονα και μια αποστασιοποίηση του ήρωα από τον εαυτό του, κάτι που μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, παρότι πιο εύκολη ίσως στην εκτέλεση, δεν θα απέδιδε με τον ίδιο τρόπο, αποτελώντας μια βασική συγγραφική απόφαση για τον Καρουνατίλακα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα αφηγηθεί αυτή την ιστορία. Απόφαση άκρως λειτουργική και επιπλέον απολαυστική, που δείχνει την ικανότητα του συγγραφέα στη σύνθεση και την υλοποίηση του οράματός του, χωρίς να αρκείται σε μια συμβατική εξιστόρηση.

Η προσχηματική αστυνομική πλοκή, ο νεκρός που γυρεύει στοιχεία για τον ίδιο του τον θάνατο, λειτουργεί σε παραπάνω από ένα επίπεδα. Δεν είναι μόνο πως προσφέρει ένα αφηγηματικό όχημα στον συγγραφέα, αλλά προσδίδει και έναν χαρακτήρα επείγοντος στη μάχη του ήρωα με τον χρόνο που μετρά κιόλας αντίστροφα, αφού το φεγγάρι είναι διαρκώς εκεί ανεξάρτητα από το πόσο ορατό είναι από τη γη. Επιλογή αρκετά παράδοξη και μη αναμενόμενη ώστε με ελαφριά καρδιά να χαρακτηριστεί ως ευκολία της γραφής, μια απόφαση με αρκετή δόση ρίσκου που ωστόσο δικαιώνει εν τέλει τον Καρουνατίλικα. Αλλά και η επιλογή και η σταδιακή αποκάλυψη του χαρακτήρα του Μάαλι είναι επίσης σημαντική για τον τρόπο με τον οποίο διασταυρώνεται με την κυρίως ιστορία. Το επάγγελμα του πολεμικού φωτογράφου, ο ελεύθερος επαγγελματίας που συνεργάζεται με διάφορους, συνήθως αντικρουόμενους, εργοδότες, ο θολός του ρόλος, ο απαραίτητος μανδύας ηθικής υποστήριξης, ένας ιδιότυπος μηχανισμός δικαιολόγησης διαφόρων αποφάσεων, που απέξω μοιάζουν προβληματικές και διφορούμενες, επιτρέπει την αβίαστη ανάδυση της αδυναμίας μιας ξεκάθαρα ηθικής στάσης σε μια συνθήκη όπως ένας πόλεμος, και δη εμφύλιος, εκεί που όλοι, λιγότερο ή περισσότερο έχουν τα χέρια τους λερωμένα, ακόμα και, ή κυρίως, όσοι επιλέγουν να συνεχίσουν να ζουν μέσα σε μια φούσκα κανονικότητας, συγγραφική πεποίθηση που διαπνέει το έργο αυτό από άκρη σε άκρη.

Σημαντικό ρόλο παίζουν στο μυθιστόρημα αυτό και τα δευτερεύοντα πρόσωπα της πλοκής, η απαραίτητη ποικιλομορφία θέσης και στάσης απέναντι στα πράγματα, φωνές που η αφήγηση τους δίνει χώρο και τους επιτρέπει να ακουστούν καθαρά. Ο Καρουνατίλακα διαχειρίζεται με ευφυή τρόπο το τεράστιο υλικό μιας αρκετά μεγάλης ιστορικής περιόδου χωρίς να παρασύρεται σε δύσβατες ατραπούς για τον ελάχιστα μυημένο αναγνώστη σε αυτό το επεισόδιο της παγκόσμιας υποϊστορίας. Άλλωστε, όπως είπαμε, η γενική εικόνα ενός εμφυλίου πολέμου είναι γνώριμη σε κάθε χώρα. Ο συγγραφέας αποφεύγει επίσης την κατάχρηση της εξωτικότητας, παρότι το γεγονός πως η ιστορία διαδραματίζεται στη Σρι Λάνκα προϋποθέτει την αναφορά σε διάφορα γνωρίσματα και ιδιαιτερότητες κοινωνικοπολιτικές, αλλά και ευρύτερα πολιτισμικές και ανθρωπολογικές. Αυτό δεν σημαίνει πως ο Καρουνατίλακα προβαίνει σε εκπτώσεις, ακόμα και στην κάπως διαφορετική εκδοχή του βιβλίου στα αγγλικά, την οποία ο συγγραφέας επέλεξε να καταστήσει πιο προσβάσιμη στον δυτικό αναγνώστη και από την οποία έγινε και η μετάφραση της πολύπειρης Ρένας Χατχούτ.

Παρότι το μυθιστόρημα του Καρουνατίλακα είναι αρκετά διαφορετικό ως προς τη δομή και την εκτέλεση, αρκετές φορές θυμήθηκα τον Συνοδοιπόρο του Viet Thanh Nguyen, με επίκεντρο έναν πόλεμο αρκετά πιο γνωστό, εκείνον του Βιετνάμ, αλλά και τον Ταϊλανδό κινηματογραφιστή Apichatpong Weerasethakul, κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο ενσωματώνει το μεταφυσικό. Παρά το μέγεθός του, αλλά και τις απαιτήσεις της ανάγνωσης, Τα εφτά φεγγάρια του Μάαλι Αλμέιντα υπήρξαν ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, που δεν εγκλωβίζεται στην ιστορική και την μεταφυσική όψη του, αλλά πετυχαίνει να λειτουργήσει ως ένα μεγάλο, σύγχρονο μυθιστόρημα. Ένας συγγραφέας που θεωρώ πως θα μας απασχολήσει ξανά στο μέλλον.

υγ. Για τον Συνοδοιπόρο περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Μετάφραση Ρένα Χατχούτ
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2023

Η επιστροφή του Φίλιπ Λατινοβιτς - Μίροσλαβ Κρίλεζα

Είχα υψηλότατες προσδοκίες για το βιβλίο αυτό. Παρότι κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2021, ήταν ένα από τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα την περασμένη χρονιά. Συνέβη αυτό που συνήθως συμβαίνει με τα βιβλία που φέρουν τόσο υψηλές προσδοκίες, το φοβόμουν. Ένιωθα πως έπρεπε να είμαι ιδιαιτέρως προσεκτικός στην επιλογή του χρόνου. Ήταν, ένιωθα, σημαντικό η περίοδος να 'ναι η κατάλληλη ώστε να υποστηρίξει ένα μυθιστόρημα που a priori το θεωρούσα αριστούργημα, αλλά και να 'μαι σε αναγνωστική φόρμα. Η στιγμή που, επιτέλους, το τράβηξα από το ράφι με τα προσεχώς, έδειχνε να είναι η σωστή, ο ορίζοντας προσδοκιών έστεκε στο βάθος βαρυφορτωμένος.

Ξημέρωνε όταν ο Φίλιπ έφτασε στον σιδηροδρομικό σταθμό του Κάπτολ. Παρόλο που είχε να έρθει σ' αυτή τη μικρή απομονωμένη ελώδη περιοχή είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια, γνώριζε με ακρίβεια τη σειρά με την οποία εμφανίζονταν όλα: οι σάπιες ρυπαρές στέγες, το καμπαναριό της μονής, η γκρίζα ανεμοδαρμένη διώροφη κατοικία στο βάθος του σκοτεινού δρόμου και η γύψινη κεφαλή της Μέδουσας πάνω από τη βαριά δρύινη πόρτα με το κρύο μάνταλο. Πέρασαν είκοσι τρία χρόνια από εκείνο το πρωί που ξεγλίστρησε απ' αυτήν την πόρτα σαν άσωτος υιός: ένας μαθητής της εβδόμης τάξης του γυμνασίου που, αφού έκλεψε από τη μάνα του εκατό φιορίνια, γλεντοκοπούσε κι έπινε τρία μερόνυχτα με γυναίκες του πεζοδρομίου και με γκαρσόνες κι έπειτα, γυρίζοντας σπίτι, βρήκε την πόρτα κλειδωμένη· έτσι έμεινε στον δρόμο και από τότε, όλα αυτά τα χρόνια, ζει στον δρόμο χωρίς να έχει αλλάξει το παραμικρό.

Από τις πρώτες κιόλας γραμμές, ο παντογνώστης αφηγητής μας εισάγει στον χωροχρόνο της ιστορίας. Όπως, άλλωστε, προοικονομεί ο τίτλος του μυθιστορήματος, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ιστορία επιστροφής, εκείνης του Φίλιπ Λατίνοβιτς στον γενέθλιο τόπο, μετά από μια περίοδο μακράς απουσίας και περιπλάνησης. Και δεν υπάρχει καλύτερο σημείο επιβίβασης στο βαγόνι της ιστορίας αυτής από τη στιγμή εκείνη που ο ήρωάς μας φτάνει στη μικρή αυτή πόλη και περπατώντας στέκεται μπροστά από την ίδια πόρτα, με την αναπόφευκτη φθορά του χρόνου να τη βαραίνει, με εκείνη που αντίκρισε κλειδωμένη από την ίδια του τη μητέρα είκοσι τρία χρόνια πριν. Δύο αφηγηματικοί άξονες ξεπηδούν από την εναρκτήρια αυτή σεκάνς, ο πρώτος, αναληπτικός, που θα δοκιμάσει να καλύψει το κενό της απουσίας, όλα εκείνα που συνέβησαν στον ήρωά μας κατά τη διάρκεια της μοναχικής διαδρομής, και ο δεύτερος, που θα εξιστορήσει όλα όσα συνέβησαν από την επιστροφή του και ύστερα.

Η επιστροφή του ασώτου υιού είναι ένα πολυχρησιμοποιημένο λογοτεχνικό συστατικό. Η αναπόφευκτη νοσταλγία, εκείνη που γλυκαίνει και μαγεύει τον φυγά, που για τον έναν ή τον άλλο λόγο βρέθηκε μακριά από τον γενέθλιο τόπο του, δοκιμάζει τις αντοχές του υποκειμένου, καθιστώντας το έρμαιο της γοητείας της, κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με την υποδοχή, με τη λύση όλων των θεμάτων που τον εκδίωξαν κάποτε από εκεί, και που όλο αυτό το διάστημα τον δελέαζε να επιχειρήσει την επιστροφή και εκείνος ολοένα και ανέβαλλε, περιμένοντας να νιώσει έτοιμος για το βήμα αυτό. Ο χρόνος, ωστόσο, φθοροποιός και εν γένει επιδραστικός, τίποτα δεν αφήνει ίδιο στο πέρασμά του, ιδίως όταν τρέξει μόνος του, χωρίς το πρόσωπο να κοιτάζει καθημερινά τον κόσμο γύρω του. Διόλου τυχαίο δεν είναι πως από τις πρώτες γραμμές ο αφηγητής επισημαίνει πόσο αναλλοίωτα δείχνουν τα πάντα στην ελάχιστη διαδρομή που κάνει ο Φίλιπ από τον σταθμό του τρένου μέχρι την πόρτα εκείνου που κάποτε υπήρξε το σπίτι του. Η ανάδειξη της ψευδαίσθησης ύπαρξης μιας σταθεράς, ενός αμετάβλητου άξονα περιστροφής, όπως συχνά είναι ο κόσμος της παιδικής ηλικίας, είναι η πρώτη από μια σειρά προκλήσεων με τις οποίες ο ήρωας θα βρεθεί αντιμέτωπος. Η φθορά του χρόνου που κάνει τους μεντεσέδες της πόρτας πια να τρίζουν αποτελεί ένα πρώτο σημάδι.

Ο Μίροσλαβ Κρίλεζα δράττεται της αφορμής που το εύρημα της επιστροφής του Φίλιπ προσφέρει απλόχερα για να προσδώσει στο μυθιστόρημά του περαιτέρω διαστάσεις. Με χειρισμό επιδέξιο και χωρίς να ξεφεύγει από τον κεντρικό άξονα της προσωπικής αυτής ιστορίας θα θέσει στο τραπέζι τη σχετικότητα της ταχύτητας του χρόνου, τον διαφορετικό ρυθμό με τον οποίο τα πράγματα αλλάζουν, τις διαφορές ανάμεσα στο μικρό μέρος και τη μεγάλη πόλη, ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό της χώρας, ανάμεσα στην πρόοδο και τη στασιμότητα. Μυθιστόρημα που ανήκει στον μοντερνισμό δεν θα μπορούσε να μην περιλαμβάνει την τεχνολογική πρόοδο, όπως το τρένο που από τις πρώτες γραμμές είναι παρόν. Αναμειγνύοντας τους δύο χρονικούς αφηγηματικούς άξονες, καθώς οι προκλήσεις με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπος ο Φίλιπ στο αφηγηματικό παρόν αναδύουν τα στοιχεία του χαρακτήρα του όπως αυτός διαμορφώθηκε στο μακρύ διάστημα της απουσίας του, συγκρούσεις αλλά και συμφιλιώσεις, ο συγγραφέας πετυχαίνει να αναδείξει ακριβώς αυτό, το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου, χωρίς να επιδιώκει να δώσει πρόσημο σε αυτή τη διαδικασία.

Εκείνο που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση κατά την προώθηση της πλοκής ήταν ο λιγοστός χώρος που αφιερώνεται στην επανένωση μητέρας και γιου, μια αυθαίρετη προσδοκία που καλλιεργείται στον αναγνώστη από τις πρώτες γραμμές, απόρροια της σύγκρουσης των δύο, του καθοριστικού γεγονότος που ανάγκασε σε φυγή των ήρωα, και της προσδοκίας πως η επιστροφή του σε μεγάλο βαθμό θα είχε να κάνει με την επανένωση τους, το κατεξοχήν πεδίο συμφιλίωσης. Καθοριστικό, και διόλου τυχαίο, είναι πως ο Φίλιπ έγινε ζωγράφος, στοιχείο που, εκτός της παρουσίας της τεχνολογίας, έρχεται να επιβαρύνει το χάσμα ανάμεσα στους δύο κόσμους, αλλά και της αναπόφευκτης επίδρασης του συστατικού αυτού στον τρόπο με τον οποίο ο ήρωας κοιτάζει και αποκωδικοποιεί τον κόσμο γύρω του, του τρόπου, επίσης, με τον οποίο δοκιμάζει να εντοπίσει το προσωπικό του στίγμα, να προσδιορίσει τη θέση του στον κόσμο. Η σκηνή κατά την οποία ο γιος δοκιμάζει να κάνει το πορτραίτο της μητέρας του μένει ανεξίτηλη στον αναγνώστη, σκηνή που συμπυκνώνει μεγάλο μέρος των όσων το μυθιστόρημα διαπραγματεύεται, σεκάνς η οποία θα μπορούσε να σταθεί ως ένα υποδειγματικό διήγημα.  

Η επιστροφή του Φίλιπ Λατίνοβιτς αποδείχτηκε κάτι παραπάνω από αντάξια των υψηλών προσδοκιών μου. Ο Μίροσλαβ Κρίλεζα, γεννημένος το 1893, πέτυχε να δώσει βάθος σε μια κοινότοπη λογοτεχνική ιστορία, ένα σφιχτοδεμένο μυθιστόρημα που ωστόσο δεν δυσκολεύεται στις ανάσες του, ένα μυθιστόρημα που δεν στέκει απομονωμένο από το μεγάλο σώμα της σπουδαίας λογοτεχνίας, χωρίς ταυτόχρονα να χάνει τον τοπικό χαρακτήρα του, επίτευγμα από μόνο του υπεραρκετό. Ένα σπουδαίο βιβλίο ενός συγγραφέα που για πρώτη φορά μεταφράζεται στα ελληνικά, άγνωστο γιατί τόσο αργοπορημένα.

υγ. Περισσότερα για τα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '22 θα βρείτε εδώ.

Μετάφραση Ισμήνη Ραντούλοβιτς
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2023

Dissipatio H.G. - Guido Morselli

Για χρόνια πίστευα πως η σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία τίποτα το ιδιαίτερα αξιόλογο δεν είχε να επιδείξει. Αντιλαμβάνομαι τη γενίκευση του παραπάνω αφορισμού, αλλά ό,τι δοκίμαζα να διαβάσω, προερχόμενο από τη γείτονα χώρα, δεν με ικανοποιούσε, αν εξαιρέσει κανείς τα έργα που ανήκουν στον ιταλικό κανόνα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξαν Τα οχτώ βουνά του Πάολο Κονιέτι, που πρόσφατα μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη, βιβλίο που, παρότι δεν ήταν κακογραμμένο και έμοιαζε να ικανοποιεί τις συγγραφικές επιδιώξεις, αποδείχτηκε ωστόσο μάλλον αδιάφορο για τα γούστα μου. Κάτι αντίστοιχο ένιωθα και για το σύγχρονο ιταλικό σινεμά· περασμένα μεγαλεία που τα διαδέχτηκε μια μάλλον αδιάφορη περίοδος. Από πέρσι, ωστόσο, κάτι έχει αλλάξει και αυτό οφείλεται στις επιλογές των εγχώριων οίκων. Επιλογές που δεν περιορίζονται μόνο σε βιβλία γραμμένα πρόσφατα (βλ. Μια φιλία, Ο νόμος του μίσους, Napoli mon amour), αλλά περιλαμβάνει και πιο παλιά βιβλία, μετά τα μισά του περασμένου αιώνα, τα οποία για διάφορους λόγους επανήλθαν στο προσκήνιο (βλ.  Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη, Πικρή ζωή). Και είναι τέτοια η αλλαγή που πια η είδηση της κυκλοφορίας ενός ιταλικού βιβλίου μου δημιουργεί προσδοκίες.

Πιάνοντας στα χέρια μου το Dissipatio H.G., στις προσδοκίες με βάση τη χώρα προέλευσης ήρθε να προστεθεί και το υπό διαπραγμάτευση ζήτημα της αυτοκτονίας, ζήτημα που πολλάκις έχω καταθέσει πως μου κινεί ιδιαιτέρως το ενδιαφέρον. Ο Μορσέλι μου ήταν παντελώς άγνωστος. Αυτοκτόνησε το 1973, χρονιά κατά την οποία ολοκλήρωσε το συγκεκριμένο βιβλίο. Μόλις δύο βιβλία του κυκλοφόρησαν όσο ο συγγραφέας ήταν εν ζωή, το ενδιαφέρον για το έργο του ακολούθησε, η καταξίωση άργησε. Η σχετικά πρόσφατη κυκλοφορία του Dissipatio H.G. από τις εκδόσεις Loggia (με τις πάντοτε ενδιαφέρουσες προτάσεις) σε μετάφραση Μαρίας Φραγκούλη έμοιαζε μια καλή πρώτη γνωριμία με το έργο του.

Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής της ιστορίας αυτής αποφασίζει να αυτοκτονήσει σε μια μικρή λίμνη που βρίσκεται στα βάθη μιας σπηλιάς, κοντά στο μέρος στο οποίο γεννήθηκε. Τελευταία στιγμή το μετανιώνει και επιστρέφει στην επιφάνεια του εδάφους. Στο ελάχιστο αυτό χρονικό διάστημα ένα παράδοξο γεγονός λαμβάνει χώρα, άπαντες οι εκπρόσωποι του ανθρώπινου είδους έχουν εξαφανιστεί. Ο τίτλος του μυθιστορήματος αποδίδεται στον φιλόσοφο Ιάμβλιχο και σε ένα κείμενό του σχετικά με το τέλος του ανθρώπινου είδους, Dissipatio Humani Generis, φράση προερχόμενη από τα λατινικά που στα ελληνικά θα αποδιδόταν ως Εξαέρωση Ανθρώπινου Είδους. Τα ζώα έχουν κιόλας αντιληφθεί πως πια δεν κινδυνεύουν από την ανθρώπινη παρουσία, διεκδικώντας νέες περιοχές, ενώ οι μηχανές συνεχίζουν να λειτουργούν χάρη στην αυτοματοποίηση. Ο αφηγητής περιφέρεται σε ένα μεταποκαλυπτικό σκηνικό αναζητώντας κάποιον άλλο επιζώντα. Επιστρέφει στη Χρυσούπολη (η οποία μοιάζει να αποτελεί μια φανταστική εκδοχή της Ζυρίχης), κινείται σε γνώριμους δρόμους, όπως στα γραφεία της εφημερίδας όπου δούλευε αλλά και στην αίθουσα του χρηματιστηρίου, αυτού του σύγχρονου ναού, στοχάζεται και αναρωτιέται τι να συνέβη, προσπαθεί να διακρίνει το συναίσθημά του απέναντι σε μια τέτοια παράδοξη εξέλιξη.

Το εύρημα της εξαφάνισης αποτελεί μια τέλεια αφορμή για στοχασμό αφού εκείνος που ήθελε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια, θέτοντας εκούσιο τέλος στην ύπαρξή του, βρίσκεται να είναι ο μοναδικός εκπρόσωπος του είδους του στον κόσμο. Ο Μορσέλι δεν εγκλωβίζεται στο εύρημα αυτό, δεν περιορίζεται στα όρια της επιστημονικής φαντασίας, δεν καταφεύγει σε εύπεπτες και εύκολες φιλοσοφικές αναζητήσεις, αλλά αντίθετα χρησιμοποιεί τη συνθήκη για να αποτυπώσει τον συναισθηματικό αλλά και λογικό καμβά του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, τη στιγμή που δεν υπάρχει κανένας μάρτυρας ώστε να πιστοποιεί την ύπαρξή του, αφού ακόμα και το ερώτημα περί αυτοκτονίας μοιάζει ψευδές, έτσι όπως υπόκειται στον περιορισμό. Ας μη γελιόμαστε: χωρίς μάρτυρες δεν υπάρχει αυτοκτονία. Η αφήγηση δεν διέπεται μόνο από αγωνία, η ειρωνεία είναι διαρκώς παρούσα, τα συναισθήματα του αφηγητή είναι αρκετά πιο περίπλοκα, δεν νιώθει ακριβώς φόβο, περισσότερο επιχειρεί να διαχειριστεί την παράδοξη φύση της εξαφάνισης, τη νέα αυτή συνθήκη παρουσίας σε έναν γνώριμο, πλην όμως κενό από την ανθρώπινη παρουσία, κόσμο εκ του οποίου ήθελε να εξέλθει. Ένας παραλίγο αυτόχειρας, που πάσχει από ανθρωποφοβία και μισανθρωπία, νιώθει ξάφνου το συναίσθημα της μοναξιάς, έτσι όπως ο ετεροπροσδιορισμός της ύπαρξης παύει να ισχύει, ενώ ταυτόχρονα συνειδητοποιεί πως ακόμα διαθέτει το ένστικτο της επιβίωσης. Η περιέργεια για το τι πραγματικά συνέβη διακλαδώνεται με την ανάγκη του αφηγητή για επαφή.

Η ιδέα-εύρημα του Μορσέλι είναι καταπληκτική, όχι μόνο λόγω της όποιας πρωτοτυπίας της, αλλά κυρίως λόγω των δυνατοτήτων που του προσφέρει και εκείνος εκμεταλλεύεται στο έπακρο. Η γλωσσική διαχείριση της συνθήκης είναι άψογη, καθώς καταφέρνει να ενσωματώσει και να αναδείξει ικανοποιητικά την αντίφαση και την ποικιλομορφία των συναισθημάτων του αφηγητή, αλλά και τον κωμικοτραγικό χαρακτήρα της συνθήκης, χωρίς να υποκύψει σε ωραιοποίηση και νοσταλγία για το τέλος του ανθρώπινου είδους, αλλά ούτε και να καταφύγει σε έναν λίβελο. Αυτή η ισορροπία είναι που καθιστά το μυθιστόρημα αυτό ενδιαφέρον. Σημαντικό επίσης είναι πως ο Μορσέλι καταφέρνει να κλείσει με έξυπνο τρόπο την αφήγηση αυτή, χωρίς να ποντάρει στην έκπληξη, χωρίς να αποδειχτεί θύμα της ίδιας του της έμπνευσης, χωρίς να αφήσει στον αναγνώστη μια αίσθηση αμηχανίας ενός βιαστικού και πρόχειρου τέλους. Εν ολίγοις, το Dissipatio H.G. είναι ένα πολύ καλό βιβλίο παρά την παραδοξότητά του. Ο τίτλος μου έφερε αναπόφευκτα στον νου το μυθιστόρημα της σπουδαίας Λισπέκτορ, Τα κατά α(νθρώπινο). γ(ένος). πάθη.

υγ. Βιβλία που αναφέρθηκα στο κείμενο: Μια φιλία, Ο νόμος του μίσους, Napoli mon amour, Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη, Πικρή ζωή, Τα οχτώ βουνά, Τα κατά α.γ. πάθη.

Μετάφραση Μαρία Φραγκούλη
Εκδόσεις Loggia