Πέμπτη 16 Ιουνίου 2022

Χώμα στα μάτια, στα αυτιά, στο στόμα - Ηλίας Μπιστολάς

Κάθε οικογένεια έχει ένα μυστικό, τουλάχιστον ένα, που κληροδοτείται από τους γονείς στα παιδιά, όσο εκείνοι είναι εν ζωή και τα παιδιά ακόμα εύπλαστα και ευάλωτα, πριν το δέρμα σκληρύνει, όσο ακόμα παίζουν στην αυλή και μαζεύονται γύρω από το τραπέζι, όσο χρειάζεται να σηκώσουν το κεφάλι, όσο η σιωπή τρομάζει. Κάτι για το οποίο κανείς δεν μιλάει ευθέως, κάτι το οποίο κανείς δεν αντιμετωπίζει μετωπικά. Άπαξ και διατάχθηκε η σιωπή, άπαντες συμπεριφέρονται σαν να μην υπάρχει, σαν να μη συνέβη ποτέ, σαν η λήθη να αποτελεί προϊόν ενεργητικής βούλησης, θαρρείς. Και ο καιρός αναπόφευκτα περνά. Μοιάζει κάτι τέτοιο να αποτελεί απαραίτητο δομικό συστατικό σε κάθε οικογένεια παρά τη διαβρωτική του φύση, μια παράδοση από γενιά σε γενιά, μια ποσότητα πυρίτιδας τοποθετημένη άτσαλα και βιαστικά στα θεμέλια, ένα αναγκαίο κακό που συχνά πρέπει να επινοηθεί ώστε στα σκαλιά του ιδιότυπου αυτού βωμού να συγκεντρώνεται το σύνολο των αποτυχιών, όλα να πηγάζουν από κει και όλα να επιστρέφουν εκεί. Γύρω από το μυστικό αυτό απλώνει τις ρίζες του ο οικογενειακός αλλά και ο ατομικός μύθος, φαντάσματα και τέρατα τρομακτικά τον ενοικούν. Καρπίζουν εκεί βεβαιότητες που στις γωνιές του σπιτιού σιγοκαίνε ανείπωτες. Η πρόσληψη διαφέρει, η διαχείριση ποικίλει, το βάρος δεν επιμερίζεται, ωστόσο, η σκιά δεν αδυνατίζει και καθώς είναι κάτι που δεν υπόκειται σε μηχανισμούς αποδόμησης, απομένει έρμαιο κάθε απώλειας, αναδύεται στην επιφάνεια κάθε κρίσιμη στιγμή.

Η Αγγελική ήταν εφτά χρονών όταν ο πατέρας τους δολοφόνησε τον Αχιλλέα. Είχαν περάσει είκοσι χρόνια από εκείνη τη μέρα. Όλα συνέβησαν μετά την κηδεία της γιαγιάς τους. Έπαιζε κυνηγητό με τον Πέτρο στην ίδια αυλή στην οποία κάθονταν σήμερα, ανάμεσα σε μεθυσμένους καλεσμένους οι οποίοι είχαν ξεχάσει για ποιο λόγο είχαν μαζευτεί, όταν, τρέχοντας να ξεφύγει από τον δίδυμο αδερφό της, βρέθηκε στο μικρό αίθριο που υπήρχε στο πίσω μέρος του σπιτιού. Παραξενεύτηκε που είδε φως στο υπόγειο και με τον Πέτρο κρυφοκοίταξαν από το παράθυρο. Η Αγγελική έβγαλε ένα ουρλιαχτό.

Ο πατέρας τους δολοφόνησε τον από χρόνια στενό συνεργάτη του, Αχιλλέα, στο υπόγειο του σπιτιού τους. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση, η μητέρα διέταξε τα τέσσερα παιδιά να μην αναφερθούν ξανά σε εκείνον, να μην τον επισκεφτούν, να μην επικοινωνήσουν, να τον ξεχάσουν. Σαν να μην υπήρξε ποτέ, δεν υπήρξε ποτέ. Τα χρόνια περνούσαν, το κάθε παιδί ακολούθησε, όπως μπορούσε, τον δικό του δρόμο, η ζωή προχωρά άλλωστε, έτσι λένε και έτσι συμβαίνει τελικά. Η αφήγηση του Μπιστολά ξεκινάει τη στιγμή που σ' έναν αγώνα ταχύτητας στην ορεινή Κορινθία, ο Πέτρος, ο δίδυμος της Αγγελικής, στην τελευταία επικίνδυνη στροφή της διαδρομής, θα χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου, θα βγει από τον δρόμο και θα προσκρούσει πλαγιομετωπικά σε μια συστάδα δέντρων, ένα κλαδί θα προκαλέσει θανάσιμο πλήγμα στον συνοδηγό, το αγόρι της Αγγελικής. Η δυσοσμία από το υπόγειο αναδίδεται ξανά. Το παρελθόν χτυπάει την πόρτα ξανά.

Το Χώμα στο στόμα, στα αυτιά, στο στόμα είναι μια οικογενειακή σάγκα, που πηγάζει από εκείνο το απόγευμα, όταν το πάτωμα του υπογείου γέμισε από το αίμα του Αχιλλέα, όταν η μάνα διέταξε λήθη κληροδοτώντας το μυστικό. Ο Μπιστολάς παίρνει μια κομβική απόφαση που εν πολλοίς καθορίζει την αναγνωστική πρόσληψη και που έχει να κάνει με το μέγεθος του μυθιστορήματός του επιλέγοντας την αφηγηματική πύκνωση. Με την απόφαση αυτή, που έρχεται ως ένα βαθμό σε σύγκρουση με ένα βασικό ειδολογικό χαρακτηριστικό της οικογενειακής σάγκας με τα πολυσέλιδα τέκνα, ο συγγραφέας πετυχαίνει να αποτυπώσει τον αποσπασματικό χαρακτήρα κάθε οικογενειακής ιστορίας, εν μέρει αινιγματικό ή και κρυπτικό ακόμα και για τα ίδια τα μέλη της, μην επιτρέποντας στον παντογνώστη αφηγητή να πρωταγωνιστήσει εξηγώντας τα πάντα και τοποθετώντας ένα-ένα όλα τα κομμάτια του παζλ. Άλλωστε η απόκρυψη χαρακτηρίζει δομικά τη συγκεκριμένη οικογένεια. Η ανάγνωση του μυθιστορήματος καταδεικνύει πως αυτό αποτελεί συγγραφική επιλογή και όχι αδυναμία.

Ο συγγραφέας χωρίζει το μυθιστόρημά του σε τρία κεφάλαια. Η επιλογή αυτή αποδεικνύεται λειτουργική και υποστηρικτική ως προς τον συνειδητά αποσπασματικό χαρακτήρα της αφήγησης, καθώς επιτρέπει και δικαιολογεί τη συνύπαρξη τριών διαφορετικών επεισοδίων, τριών καρέ από το οικογενειακό άλμπουμ, ικανών ωστόσο να φανερώσουν ιστούς σύνδεσης και επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Ενώ, σε μια περαιτέρω άγρα συγγραφικών προθέσεων και επιδιώξεων, συνεισφέρουν στην αναγνώριση οικείων συστατικών της οικογενειακής ζωής, ακριβώς εξαιτίας της αποσπασματικότητας, γεγονός που επιτρέπει στον αναγνώστη να νιώσει πως πατάει σε έδαφος κοινό, πως μοιράζεται βιώματα και καταστάσεις αναλογικά γνώριμες. Ο Μπιστολάς μοιάζει να υποσκάπτει διαρκώς το ρεαλιστικό υπόστρωμα της ιστορίας αυτής, αφήνοντας την αίσθηση μιας παραβολής να πλανάται, σαν όλα να λειτουργούν την ίδια στιγμή και σε συμβολικό επίπεδο, σαν διόλου να μην τον ενδιαφέρει η πιστή αποτύπωση, αλλά ο εφιάλτης, εκεί που όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα, χωρίς να υπακούν σε σχέσεις αιτίου και αιτιατού ή στη γραμμικότητα του χρόνου, εφιάλτης από τον οποίο ωστόσο το ξύπνημα δεν σε απαλλάσσει.

Τα γεγονότα εναλλάσσονται χωρίς να παρεμβάλλεται η οποιαδήποτε προσφορά κατανόησης, απλώς συμβαίνουν όπως τα γεγονότα είθισται να κάνουν, χωρίς να κομίζουν εξηγήσεις, αφήνοντας συνέπειες στο διάβα τους και πρόσωπα να αναζητούν να συγκεντρώσουν τα κομμάτια τους, αφού  πρώτα τα αναγνωρίσουν ως δικά τους μέσα στον χαμό. Ο συγγραφέας αποφεύγει τις στενωπούς της ηθογραφίας, του σωστού και του καλού, και έτσι το μυθιστόρημα ανασαίνει έστω και με την αναπόφευκτη δυσκολία του περιβάλλοντος στο οποίο διαδραματίζεται. Αποφεύγεται επίσης η φρικώδης συναισθηματική καθοδήγηση, ο αναγνώστης αφήνεται αβοήθητος στην αρένα, αντιμέτωπος σταδιακά με τους δικούς του οικογενειακούς και όχι μόνο δαίμονες, χωρίς υποβολείο, τα πρόσωπα του δράματος είναι πειστικά δοσμένα, γεμάτα ελαττώματα και αδυναμίες, κατεξοχήν ανθρώπινα δηλαδή.

Ο συγγραφέας επιχειρεί να κάνει λέξεις μια έκρηξη χρησιμοποιώντας τα ίδια της τα θραύσματα. Το Χωμα στα μάτια, στα αυτιά, στο στόμα παρότι πραγματεύεται ζητήματα πολλάκις ειπωμένα διαθέτει έναν τρόπο διακριτό, χωρίς ωστόσο να ξεχνά από πού έρχεται και έχοντας επίγνωση του τι θέλει να πετύχει, μην επιτρέποντας στην τυχαιότητα να παρεισφρήσει. Ο Μπιστολάς, στο πρώτο του μυθιστόρημα, αναλαμβάνει το ρίσκο των επιλογών του και τις ακολουθεί μέχρι τέλους· να σημειωθεί αυτό, γιατί ολοένα και σπανίζει.

Εκδόσεις Τόπος

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2022

Θαλασσινό νερό - Jessica Andrews

Πριν έρθω στην Ιρλανδία, ζούσα στο Λονδίνο. Με συνέπαιρναν τα πολύχρωμα φώτα που καταύγαζαν τον ποταμό τη νύχτα και οι ορδές των μοντέρνων κοριτσιών με τα χοντροτάκουνα πέδιλα, κορίτσια γεμάτα υποσχέσεις για ένα μέλλον με τετράγωνες πάνινες τσάντες και φυτά εσωτερικού χώρου. Πίστευα πως αυτή ήταν η ζωή που έπρεπε να επιθυμώ. Δούλευα σ' ένα μπαρ κάθε βράδυ ενώ προσπαθούσα να σκεφτώ με ποιους τρόπους θα την κατακτούσα.

Δεν έμενε από πάντα στο Λονδίνο η Λούσυ. Γεννήθηκε αρκετά πιο βόρεια, σ' ένα διαφορετικό σύμπαν, στο Σάντερλαντ. Όταν άρχισε να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και να γνωρίζει τον κόσμο, η επιθυμία φύτρωσε. Οι ανέλπιστα καλοί βαθμοί φάνταζαν ένα διαβατήριο για μια καινούργια ζωή, λαμπερή και μποέμ, φιλόδοξη και ανάλαφρη. Η φαντασία συγκρούστηκε με τον ρεαλισμό, αναπόφευκτα. Η πόλη απέκτησε τις πραγματικές της, τερατώδεις διαστάσεις, ο ρυθμός εντάθηκε, τα ερεθίσματα μπούκωσαν τους υποδοχείς, τα λεφτά του φοιτητικού δανείου δεν φτούρησαν. Όταν ο παππούς της Λούσυ πεθαίνει, εκείνη αφήνει το Λονδίνο και πηγαίνει να μείνει στο σπίτι του νεκρού στην Ιρλανδία, σε μια μικρή, ελάχιστη πόλη, παραδομένη στις διαθέσεις του ωκεανού. Και ξάφνου η μέρα απέκτησε περισσότερες ώρες, ο εαυτός της ήταν συνέχεια παρών. Συνήθιζε να περνάει εκεί τα καλοκαίρια της παιδικής της ηλικίας, με τη μητέρα και τον αδερφό της. Δεν είναι αυτή που ήταν τότε. Τώρα παλεύει με το ασθενές σήμα και την καχυποψία στο βλέμμα των κατοίκων. Ξεκινά να γράφει αυτό το ιδιότυπο ημερολόγιο.

Η Άντριους, στο λογοτεχνικό της ντεμπούτο, φλερτάρει έντονα με την αυτομυθοπλασία αλλά δεν της παραδίδεται ολοκληρωτικά. Χαρίζει στη Λούσυ, με την οποία μοιάζουν σε αρκετά, μια πειστική πρωτοπρόσωπη αφήγηση για να πει την ιστορία της, μια ιστορία προσωπική καίτοι, στην πορεία της, ολοένα και πιο γνώριμη και οικεία. Η αφήγηση, σύγχρονη της ημερολογιακής καταγραφής, ξεκινά όταν η Λούσυ φτάνει στο άδειο πια σπίτι. Παράλληλα με την εξέλιξη της διαμονής της εκεί, η Λούσυ ενσωματώνει κομμάτια της ζωής της μέχρι να φτάσει στην Ιρλανδία. Ο αναγνώστης σταδιακά γνωρίζει τη Λούσυ που αρχικά τον ξαφνιάζει με τις αποφάσεις της, που δεν είναι σίγουρος πως την καταλαβαίνει, που λειτουργεί κάπως παρορμητικά, ωθούμενη ίσως από μια νεανική αφέλεια, μια διάθεση για νέες εμπειρίες. Η Άντριους στήνει έξυπνα το μυθιστόρημά της, δημιουργώντας από την πρώτη σελίδα μια κορύφωση, μια καθοριστική στιγμή στη ζωή της Λούσυ, την απόφασή της να αφήσει πίσω της το Λονδίνο και τη ζωή της εκεί. Οι δύο αφηγήσεις μπλέκονται και εναλλάσσονται, μέχρι που προς το τέλος του βιβλίου θα συναντηθούν, τα κομμάτια του παζλ θα συμπληρωθούν, οι γωνιές θα φωτιστούν, οι απαντήσεις θα δοθούν. Είναι το αφηγηματικό όχημα της Άντριους για να αφηγηθεί μια ιστορία ενηλικίωσης. 

Η Λούσυ πιάνει το νήμα από την αρχή και το ακολουθεί γραμμικά, έτσι η συγγραφέας βρίσκει τον απαραίτητο χώρο για να συνθέσει την ηρωίδα της, να της δώσει διαστάσεις, βάρος και όγκο, να την καταστήσει γνώριμη και οικεία στον αναγνώστη, ώστε αυτός να ταυτιστεί και να συναισθανθεί τα όνειρα, τους φόβους, τις φιλοδοξίες, τις απογοητεύσεις, την απομάγευση, όλα εκείνα μέσω των οποίων η Λούσυ περνά. Ο αποσπασματικός τρόπος με τον οποίο η Άντριους στήνει την αφήγηση αποδεικνύεται λειτουργικός. Από τη μια, προσιδιάζει στην ημερολογιακή γραφή. Από την άλλη, υπακούει στον μηχανισμό της μνήμης, που επιλέγει, απορρίπτει, συγκρατεί, μεταπλάθει ή και τονίζει στιγμιότυπα από το παρελθόν, με τα δικά του κριτήρια σημαντικότητας ή μη. Αλλά, ταυτόχρονα, η αποσπασματικότητα αποτελεί και στοιχείο ταυτότητας της αφηγήτριας, χαρακτηριστικό της γνώρισμα. Η Λούσυ αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την ιστορία της, επιχειρώντας να απαντήσει σε διάφορα ερωτήματα δικά της, να κατανοήσει και να αποφασίσει, η απόσταση ελπίζει να της επιτρέψει την καθαρή ματιά. Η Άντριους προσδίδει στην αφήγηση της Λούσυ έναν επιτακτικό χαρακτήρα. Η αφήγηση αυτή πρέπει να γίνει αυτή τη στιγμή, πριν να είναι αργά.

Γεννημένη το 1992, η συγγραφέας αποτυπώνει τη συγχρονία με τον κόσμο γύρω της, την πολυπλοκότητα και τα περιθώρια για ευτυχία, και σε αυτό η ηλικία της παίζει σίγουρα καθοριστικό ρόλο. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο η Λούσυ προσπαθεί να συντονιστεί και να υπάρξει εντός του κόσμου αυτού είναι άρρηκτα συνδεδεμένος όχι μόνο με την ηλικία της αλλά και με τις ιδιαιτερότητες του κοινωνικού μικροκλίματος που την ακολουθεί από την πρώτη γήινη ανάσα της. Στο Θαλασσινό νερό, έστω και κάτω από την επιφάνεια του αμιγώς προσωπικού, το πολιτικοκοινωνικό είναι παρόν. Πίσω από την ιστορία της Λούσυ, ή και παράλληλα με αυτή, ένα ολόκληρο σύμπαν αποκαλύπτεται, μια γενιά που δεν αγωνίζεται επί ίσοις όροις και οι ευκαιρίες της είναι ελάχιστες, μια γενιά που αργά ή γρήγορα νιώθει τη ματαίωση να της κοπανά την πόρτα με μανία, σε κάποια στροφή του μονόδρομου που απλώθηκε μπροστά της, μια γενιά που διαδέχεται μια γενιά που είδε μεγάλο μέρος των κεκτημένων να της αφαιρείται, καθώς το πολιτικό ολοένα και ξεφτίζει. Επαρχίες και πόλεις που βυθίστηκαν σε ένα γκρίζο πηχτό, το γκρίζο της ανεργίας και του αδιεξόδου, συνώνυμα της αποτυχίας. Η λάμψη της μητρόπολης ταΐζεται από το γκρίζο αυτό και η πείνα της δεν σβήνει.

Στη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή, ιδιαίτερα σ' εκείνη που έρχεται από τη Μεγάλη Βρετανία και την Αμερική, είναι ορατή η επίδραση των πάσης φύσεως σεμιναρίων δημιουργικής γραφής αλλά και η αντιμετώπιση των χειρογράφων από τους επιμελητές. Αποτέλεσμα αυτών είναι βιβλία σίγουρα καλογραμμένα αλλά κάπως άψυχα μέσα στην τελειότητά τους, που ολοένα και μοιάζουν το ένα με το άλλο. Ίσως γι' αυτό να υπάρχει και αυτή η στροφή στην αυτομυθοπλασία, σαν μια δημιουργική διέξοδος, σαν μια απόπειρα επανεφεύρεσης του υποκειμενικού στη λογοτεχνία. Το Θαλασσινό νερό είναι μια εξαίρεση, σίγουρα όχι η μόνη, παρότι αποτελεί καρπό της κυρίαρχης διαδικασίας παραγωγής. Και είναι εξαίρεση γιατί η Άντριους πετυχαίνει να εμφυσήσει ψυχή στο κατασκεύασμά της, το τεχνικά άρτιο και καλογυαλισμένο κατά τα άλλα, να μην αναλωθεί στην ομφαλοσκοπία της Λούσυ, αλλά μέσω αυτής να επιχειρήσει να διακρίνει κάποια από τα συστατικά του κόσμου σήμερα, όχι από υποχρέωση αλλά επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

Αν και πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το επόμενο βήμα, όταν οι προσδοκίες θα προϋπάρχουν και θα βαραίνουν, το Θαλασσινό νερό ήταν μια αναπάντεχη αναγνωστική έκπληξη.

Μετάφραση Ουρανία Παπακωνσταντίνου
Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2022

Δέρμα - Βίβιαν Στεργίου

Νοσταλγική συγχρονία. Αυτό ένιωθα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης της συλλογής διηγημάτων της Βίβιαν Στεργίου και αυτή η εμπλοκή του προσωπικού καθόρισε εν πολλοίς την εμπειρία, τονίζοντας περαιτέρω τον έτσι και αλλιώς υποκειμενικό χαρακτήρα της, παραμερίζοντας τις όποιες καθαρά λογοτεχνικές ενστάσεις αναδύονταν ανάμεσα στις σελίδες. Πριν από τέσσερα χρόνια, το Μπλε υγρό αποτέλεσε μια αναγνωστική έκπληξη, καθώς διέθετε την αναζωογονητική φρεσκάδα και την αναγνωρίσιμη μυρωδιά των δρόμων του αθηναϊκού κέντρου, έναν ρεαλισμό που έλειπε από την εγχώρια παραγωγή, έναν χαρακτήρα αυτόπτη μάρτυρα μιας γενιάς. Στο Δέρμα, το προσωπικό ύφος της Στεργίου διατηρείται γνώριμο, αντίστοιχα παρορμητικό και χειμαρρώδες, ωστόσο, στο διάστημα που μεσολάβησε εκείνη και οι χαρακτήρες της μεγάλωσαν τόσο ώστε να αρχίσουν να νιώθουν στο δέρμα τους τη ματαίωση της ενήλικης ζωής, τα πρώτα επεισόδια της απομάγευσης, παρότι ακόμα αρνούνται να παραδώσουν τα όπλα.

Η Στεργίου χωρίζει σε ζεύγη τα δεκαοχτώ διηγήματα, τα οποία διαθέτουν χαλαρούς δεσμούς σύνδεσης μεταξύ τους, όχι ωστόσο ικανούς ώστε το Δέρμα να χαρακτηριστεί σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση αναμενόμενα κυριαρχεί. Οι ιστορίες μοιάζει να διαθέτουν έντονο το βιωματικό στοιχείο, οι χαρακτήρες είναι πρόσωπα που η συγγραφέας γνωρίζει καλά, τα αδιέξοδα και τα προβλήματα της καθημερινότητάς τους επίσης. Είναι στην πλειοψηφία τους πρόσωπα νέα, αρκετά ζουν στο εξωτερικό και βρίσκονται στο μεταίχμιο εκπαίδευσης και εργασίας, αντιμετωπίζουν πρόβλημα εύρεσης στέγης, συγκατοικούν σχηματίζοντας ιδιότυπες πυρηνικές οικογένειες, ζορίζονται οικονομικά και συναισθηματικά, βρίσκουν καταφύγιο στη λογοτεχνία, τη μουσική και τα ταξίδια, αράζουν στα πάρκα και κυκλοφορούν με ποδήλατο, αναλώνονται στα κοινωνικά δίκτυα, αναζητούν τη φιλία και τον έρωτα, διαπραγματεύονται την τιμή τους στην αγορά, ζυγίζουν τα υπέρ και τα κατά ανάμεσα στο εκεί και το εδώ, νιώθουν μια μόνιμη αβεβαιότητα και μια διαρκή αστάθεια, όλα είναι στον αέρα, θαρρείς. 

Τα διηγήματα φέρουν μια αλήθεια. Σίγουρα όχι τη μοναδική, αλλά μια αλήθεια υπαρκτή και αδιαμφισβήτητη. Αυτή η αλήθεια υποστηρίζει και αναδεικνύει κάθε αφηγηματική φωνή και κάθε ιστορία, φροντίζοντας να αναζητήσει ή και να δημιουργήσει έδαφος κοινό με τον αναγνώστη και τον δικό του μικρόκοσμο. Τα διηγήματα περιστρέφονται γύρω από ένα εμείς, ένα εγώ και οι άλλοι σαν εμένα, ένα εμείς το οποίο ίσως κάποιους αναγνώστες τους ξενίσει, θεωρώ ωστόσο πως είναι κατάλοιπο της θέσης άμυνας στην οποία τα πρόσωπα νιώθουν, την ανάγκη τους για συμμαχίες και κατανόηση, η περιχαράκωση του προσωπικού. Αυτό το εμείς ενισχύει την αλήθεια των διηγημάτων. Είναι γνώρισμα κάθε λογοτεχνίας που δεν εντάσσεται στην κυρίαρχη κοινωνική τάση, που δεν νιώθει δεδομένη τη θέση της στον κόσμο. Δεν ξέρω αν αυτό αποτελεί μια συνειδητή ή βιωματική επιλογή της Στεργίου, εκείνο όμως που σίγουρα αποτελεί συνειδητή επιλογή είναι ο μη εγκλωβισμός σ' αυτό το εμείς, σε μια πλήρη αποξένωση από τον υπόλοιπο κόσμο, όχι μόνο από τις μεγαλύτερες γενιές αλλά και από τα συνομήλικα άτομα που για διάφορους λόγους, ατομικούς ή κοινωνικούς, βιώνουν διαφορετικά τις συνθήκες και τη ζωή εν γένει. Δεν είναι μόνο έτσι ο κόσμος, σίγουρα δεν είναι, και θα ήταν τουλάχιστον οξύμωρο εκείνοι που βιώνουν στον πετσί τους τον στενό μονόδρομο που ανοίγεται μπροστά τους να ισχυρίζονται κάτι τέτοιο, εκείνοι που περισσότερο χρειάζονται το κενό ανάμεσα στην ποικιλομορφία και την ανομοιομορφία. Σε αυτή την αποφυγή εγκλωβισμού βοηθούν και κάποια διηγήματα στα οποία τα πρόσωπα είναι σε μεγαλύτερη ηλικία και παρατηρούν εκ των υστέρων τις αυταπάτες τους, τους προσωπικούς αγώνες στους οποίους όσο και αν το αρνούνται ηττήθηκαν.

Επιμένοντας λίγο ακόμα στο εμείς που διακρίνει τα διηγήματα αυτά, θα ήθελα να προσθέσω πως η δυναμική του πρώτου πληθυντικού είναι ικανή να δώσει την εντύπωση πως οι χαρακτήρες της Στεργίου μιλάνε εξ ονόματος μιας ολόκληρης γενιάς ή ακόμα και όλων μας, γεγονός που θα κατεύθυνε αλλού το συνολικό διακύβευμα. Πίσω από την αυτοπεποίθηση κρύβεται μια ανασφάλεια, αυτή είναι που χαρακτηρίζει τα πρόσωπα σε αυτές τις ιστορίες, η κατάρρευση της βεβαιότητας. Βρίσκονται στο μεταίχμιο της απομάγευσης, ο κόσμος δεν αλλάζει, η πολιτική δεν δίνει απαντήσεις, το σύστημα δείχνει τα δόντια του, οικειοποιούμενο τα πάντα, από την οικολογία μέχρι την κουήρ τέχνη. Εκείνοι βρίσκονται σε φαινομενικά προνομιακή θέση, είναι Ευρωπαίοι, μπορούν να ταξιδεύουν και να σπουδάζουν, να αναζητούν εργασία από τη μία χώρα στην άλλη, στη γλώσσα και τη θεωρία δεν είναι μετανάστες αλλά εκπατρισμένοι. Όμως τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Γυρεύουν απεγνωσμένα σταθερές, σε υλικό επίπεδο τις πλέον προφανείς, σπίτι και δουλειά, σε συναισθηματικό επίπεδο είναι εξίσου ευάλωτοι. Δεν τους ενδιαφέρει το προνόμιο της κατοχής της απόλυτης αλήθειας, όχι σε αυτή τη φάση τουλάχιστον, άλλες είναι οι προτεραιότητες που καίνε. Η δυναμική αυτή είναι επίσης πιθανό να δημιουργήσει απαιτήσεις ταύτισης ή και ενσυναίσθησης μεταξύ αναγνώστη και χαρακτήρων. Θα ήταν ωστόσο κάπως αφελές και στενό να διαβάζουμε μόνο λογοτεχνία που μας προκαλεί αποκλειστικά τέτοια συναισθήματα. Άλλωστε είναι γνώρισμα της συγχρονίας μας η διαίρεση σε διαφόρων ειδών στρατόπεδα, η συστράτευση με τους μεν ή τους δε, η πλήρης απόρριψη του διαφορετικού και εκείνου που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε, η χρήση του σωστού και λάθους για την περιδιάβαση στην αυλή του κόσμου.

Η Στεργίου πετυχαίνει να εντάξει τη συγχρονία και σε επίπεδο αφηγηματικής κατασκευής, αποτυπώνοντας αυτή την πολυδιάσπαση που χαρακτηρίζει την εποχή, την αδυναμία της δέσμευσης με ένα στόχο, την έλλειψη ευκρίνειας στα θέλω, το ταυτόχρονα πολιορκημένο από μεγάλη πίστη και ανασφάλεια εγώ. Η συγγραφέας εντάσσει λειτουργικά και το πολιτικό, κάνοντας καλή ανάμειξη πράξης και θεωρίας στη ζωή των χαρακτήρων της, στις προτεραιότητες τους, στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σύστημα αξιών τους, όχι ως κομμάτι ξέχωρο της πραγματικής ζωής. Βρίσκει έτσι χώρο για τον φεμινισμό και τα ζητήματα ταυτότητας, την ανάγκη για αυτοπροσδιορισμό μπροστά στο μεγάλο χωνευτήρι της θετικής σκέψης και του ευ ζην. Και η λογοτεχνία, που  είναι πανταχού παρούσα, καταφύγιο και εφαλτήριο, αποτελεί οργανικό στοιχείο της κάθε ημέρας. Η χειμαρρώδης αφήγηση επιτρέπει και κάποια λογοτεχνικά παραστρατήματα, καθώς τα καθιστά ιδιαιτερότητά της, όπως η κατά τόπους έλλειψη οικονομίας στον λόγο, που όμως ταυτόχρονα αποτελεί στοιχείο ταυτότητας του εκάστοτε αφηγητή, ή την υποψία μιας συγγραφικής βιασύνης, που μακιγιάρεται ικανοποιητικά πίσω από την ανάγκη κάθε μιας αφήγησης ξεχωριστά.

Ο ρεαλισμός της Στεργίου παρά τη λάμψη του είναι έντονα βρώμικος. Το Δέρμα δύσκολα θα αφήσει αδιάφορο κάποιον αναγνώστη, που ακόμα και αν ισχυριστεί πως κάτι τέτοιο συνέβη, αυτό θα είναι ως ένα βαθμό ψευδές, ανάχωμα της όχλησης που του προκάλεσε και αυτό θα του επιτρέψει να διακρίνει πιο καθαρά κάποια στοιχεία του δικού του χαρακτήρα, κάποια στιγμιότυπα από το δικό του μονοπάτι. Αυτό που μένει να φανεί είναι αν το αναπόφευκτο πέρας της εποχής θα επηρεάσει την πρόσληψη των διηγημάτων αυτών, αν θα φαντάζουν δηλαδή παρωχημένα εκτός της συγχρονίας τους με μόνο όπλο τη νοσταλγία και τη λογοτεχνική τους αξία. Έχουμε όμως χρόνο μέχρι τότε.

υγ. Για το Μπλε υγρό είχα γράψει εδώ.
υγ2. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα, περισσότερα εδώ.

Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2022

Άγγελοι και ερημίτες - Ramón Díaz Eterovic

Παράξενο πλάσμα η μνήμη, εσύ τη λες αδύναμη, εκείνη φωνάζει: ανυπότακτη· και βγάζει τη γλώσσα. 

Διάλεξα το βιβλίο αυτό ξεκινώντας από την επιθυμία να διαβάσω ένα καλογραμμένο νουάρ μ' έναν ιδιωτικό ερευνητή που να κινείται στα όρια της αποτυχίας ή και να τα υπερβαίνει ακόμα‒ακόμα. Ανάμεσα σ' άλλα πιθανά αναγνώσματα τράβηξα από τη στοίβα το Άγγελοι και ερημίτες, ο Ερέδια έδειχνε αρκετά αποτυχημένος ώστε να μην έχει κάτι να χάσει· αυτούς να φοβάστε. Δεν είχα διαβάσει ξανά Ετερόβιτς, αλλά συνυπολόγισα: i)είναι από τη Χιλή, ii)τη μετάφραση υπογράφει ο Κρίτων Ηλιόπουλος και iii) τις εκδόσεις angelus novus που σε μεγάλη εκτίμηση έχω.

Έτσι έγιναν τα πράγματα και ξεκίνησα να διαβάζω τις πρώτες σελίδες. Όλα πήγαιναν βάσει σχεδίου ώσπου εμφανίστηκε ο γάτος του Ερέδια, ο Σιμενόν. Ένα καμπανάκι ήχησε κάπου μέσα μου, κάτι μου έλεγε το όνομα αυτό, κάπου είχα συναντήσει έναν ακόμα γάτο που τον έλεγαν Σιμενόν, ήμουν σίγουρος. Και άφησα το βιβλίο στην άκρη και άρχισα να ψάχνω. Είχα διαβάσει ξανά Ετερόβιτς. Επτά χρόνια πριν, Τα επτά παιδιά του Σιμενόν.

Ο Ετερόβιτς έχει γράψει αρκετά βιβλία με πρωταγωνιστή τον Ερέδια, δεκαοχτώ για την ακρίβεια, ξεκινώντας από το 1987. Στα ελληνικά κυκλοφορούν δύο, Τα επτά παιδιά του Σιμενόν είναι το έκτο, το Άγγελοι και ερημίτες το τέταρτο. Αυτό είναι κάπως προβληματικό, παρότι κάθε μυθιστόρημα στέκει αυτόνομο και ολοκληρωμένο δεν παύει να αποτελεί μέρος μιας σειράς, στην οποία μέρος της απόλαυσης αποτελεί και η εξέλιξη του πρωταγωνιστή, το δέσιμο που υφαίνεται μεταξύ αυτού και του αναγνώστη.

Ο Ερέδια διατηρεί το γραφείο του στο σπίτι όπου μένει στο κέντρο του Σαντιάγκο. Εργένης, ζει παρέα με τον Σιμενόν, καπνίζει αρκετά και πίνει σε κάθε ευκαιρία, επενδύει τα λίγα χρήματα που κερδίζει στην εξόφληση χρεών, αγαπάει τη γειτονιά και τους ανθρώπους της. Δεν είναι εύκολος χαρακτήρας, η ζωή του έχει επιφυλάξει αρκετές δύσκολες γωνίες, παρ' όλ' αυτά διατηρεί υψηλό και ανυπότακτο το φρόνημά του, την ξεροκεφαλιά κατ' άλλους. Είναι άλλωστε αυτή, η ξεροκεφαλιά, που εν πολλοίς τον οδηγεί να μπλέκει σε υποθέσεις δονκιχωτικές, από τις οποίες τίποτα υλικό δεν έχει να κερδίσει, θέτοντας την ίδια του την ύπαρξη σε άμεσο κίνδυνο.

Όταν βρίσκει το γράμμα μιας παλιάς αγαπημένης, το βάζει χωρίς να το ανοίξει στη μέσα τσέπη, στο ύψος της καρδιάς· ο Ερέδια διψάει για τέτοιους συμβολισμούς. Όταν το διαβάσει θα είναι αργά, εκείνη θα είναι νεκρή, το κάλεσμα σε βοήθεια καταδικασμένο. Παρέα μ' έναν φίλο του, που ανάμεσα στη γυναίκα του και την υπηρεσία προτίμησε τη δεύτερη, και τώρα ζει μόνος, έρμαιο του αλκοόλ και της θλίψης, εγκλωβισμένος στα γρανάζια της γραφειοκρατίας και των επίορκων συναδέλφων, θα προσπαθήσουν να διαλευκάνουν το μυστήριο του θανάτου της, αμφισβητώντας από την πρώτη στιγμή την επίσημη εκδοχή της αυτοκτονίας.

Το αστυνομικό προκάλυμμα επιτρέπει στον Ετερόβιτς να αναφερθεί σε διάφορες σκοτεινές περιόδους της Χιλής, που, παρότι μοιάζει να ανήκουν στο παρελθόν, ρίχνουν βαριά τη σκιά τους ακόμα, παρά τον δημοκρατικό μανδύα. Παρακρατικοί μηχανισμοί, βασανιστές, εμπόριο όπλων, επιχειρήσεις βιτρίνα και μυστικές υπηρεσίες συνθέτουν ένα σκηνικό άκρως επικίνδυνο, ακατάλληλο για έναν μοναχικό ιδιωτικό ερευνητή. Όμως, ο Ερέδια δεν υπακούει στη λογική αλλά στο συναίσθημα.

Ο Ετερόβιτς χρησιμοποιεί όλα τα υλικά που συνθέτουν ένα καλό νουάρ μυθιστόρημα. Επενδύει πολλά στον Ερέδια, φροντίζοντας να του δώσει βάθος και να μην αναλωθεί στην ‒αναπόφευκτη‒ αντιηρωική στερεοτυπία, χαρίζοντάς του μια δική του θέση στο πάνθεον των ιδιωτικών ερευνητών της νουάρ λογοτεχνίας. Επιλέγει με προσοχή τα δεύτερα πρόσωπα της πλοκής που θα συμβάλλουν στην προώθηση της πλοκής, δίνοντάς τους τον απαραίτητο χώρο, κάτι που, παράλληλα με την προώθηση της πλοκής, του επιτρέπει να αναδείξει τους δεσμούς της συντροφικότητας, της φιλίας και του έρωτα, αξίες που αντέχουν γερά παρά τις δυσκολίες της κάθε εποχής, νησίδες ελπίδας για το αύριο. Καθιστά τον τόπο, το Σαντιάγκο εν προκειμένω, βασικό άξονα της πλοκής, χωρίς όμως να υποκύπτει στη σαγήνη του εξωτισμού, χωρίς να γράφει έναν ταξιδιωτικό οδηγό, όπως αρκετοί συνάδελφοί του, δηλαδή. Δεν επιχειρεί έναν στείρο εντυπωσιασμό με τραβηγμένες ανατροπές και υπερβολικά ευρήματα. Αφηγείται την ιστορία του με τρόπο που την καθιστά ενδιαφέρουσα στο σύνολό της και όχι μόνο για τη λύση της. Άλλωστε η αστυνομική πλοκή δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά αφορμή για ένα μυθιστόρημα βαθιά και έντονα κοινωνικοπολιτικό, και το βιβλίο αυτό είναι χαρακτηριστικό δείγμα του ρεύματος που ονομάστηκε νέο λατινοαμερικανικό αστυνομικό μυθιστόρημα.

Η σχέση ανάμεσα στον συγγραφέα και τον ιδιωτικό ερευνητή είναι κάτι που ανέκαθεν με έλκει στην αστυνομική λογοτεχνία, η δυναμική μιας σχέσης σύνθετης, που εμπεριέχει μεγάλη γκάμα συναισθημάτων και περνάει από διάφορες φάσεις πάθους και μίσους, και όλο αυτό με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αποτυπώνεται ανάμεσα στις γραμμές. Στη σελίδα 112, ο Ετερόβιτς δίνει τον λόγο στον Ερέδια να μιλήσει για τη σχέση αυτή, σε ένα απόσπασμα απολαυστικό, που επιφανειακά μοιάζει να περιορίζεται στο λογοτεχνικό παιχνίδι αλλά στο βάθος του κρύβει μέρος τής υπαρξιακής αγωνίας του ‒κάθε‒ συγγραφέα:

‒ Ναι, ήταν μια υπόθεση που έδωσε σε έναν αργόσχολο που αγαπάει τους γάτους υλικό για να γράψει δύο μυθιστορήματα παραφορτωμένα με φαντασιώσεις και αλκοόλ. Του την περιέγραψα μια βραδιά και ποτέ δεν έμαθα αν τελικά κέρδισε καμιά δεκάρα με τη δουλειά του. Ο τύπος συνήθως γράφει στις εφημερίδες περί αστυνομικής λογοτεχνίας και συχνά αναφέρει κι εμένα. Μερικές φορές μου έρχεται να τον βρω και να του πω να κόψει τις μαλακίες. Αλλά για ποιο λόγο; Είναι απλώς ένας συγγραφέας που προσπαθεί να γίνει ευτυχισμένος με τα ψέματα που αραδιάζει.

Το Άγγελοι και ερημίτες είναι ένα πολύ καλό νουάρ μυθιστόρημα που ικανοποιεί και με το παραπάνω τις συγγραφικές και αναγνωστικές προσδοκίες, παρότι κινείται εντός των ειδολογικών του περιορισμών. Στο μέλλον, θα ήθελα να διαβάσω ακόμα μια ιστορία με τον Ερέδια, ιδανικά την πρώτη.

υγ. Για Τα επτά παιδιά του Σιμενόν περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις angelus novus

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2022

Κλίμακα Μπόγκαρτ - Μαρία Φακίνου

Να 'χες ένα όνομα να το 'δινες στην κλίματα της μνήμης και όλη η ανθρωπότητα / τα ενοικιαζόμενα, το ΑΤΜ, το σχολείο άδειο το προαύλιο στα δεξιά / παγκοσμίως, Κινέζοι λευκοί Αιθίοπες, να μετρούσαν το βάρος, τον βρασμό, το θυμό της μνήμης στην κλίμακα που θα 'χε το όνομά σου, εφευρέτης και νονός μαζί εσύ. Αλέν Ντελόν, Μάρλον Μπράντο, Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Ναι, ενενήντα εννέα βαθμοί στην κλίμακα Μπόγκαρτ πάει να πει η πιο δυνατή ανάμνηση / ‒Θα καείς / δύο βαθμοί, η πιο αδύναμη, ίσως ούτε καν δική σου / Λείπουν το ένα και το εκατό / κανείς δεν αντέχει αυτούς τους δύο ακραίους, απόλυτους αριθμούς, η μνήμη μετριέται στο ενδιάμεσο, γι' αυτό και η κόρη σου / Όχι τώρα

Ένα κοτσύφι, παράξενο πώς, τέτοια εποχή του χρόνου, ξάφνου εμφανίζεται να πετά, θαμπώνεται από την καύτρα του τσιγάρου του ανώνυμου μέχρι τέλους άντρα, παίρνει φόρα και βουτά, το κεφαλάκι του συντρίβεται πάνω στο χοντρό γυαλί της τζαμαρίας του καφενείου, πίσω από την οποία προστατεύονται, ανάμεσα σε άλλα και από το κρύο, οι άρρενες θαμώνες του καφενείου ενός μικρού, επίσης ανώνυμου, παραθαλάσσιου χωριού. Γλιστράει ο άντρας το γυαλί στον διάδρομο, στέκει πάνω από το πουλί που σπαρταρά αιμόφυρτο, σκύβει και το μαζεύει με την εφημερίδα για φαράσι, η μνήμη πυροδοτείται, αρχίζει να σιγοβράζει, αφήνει πίσω του το καφενείο, ο παγωμένος αέρας τον χτυπά στο πρόσωπο, δεν είναι όμως ικανός να ψύξει τις πρώτες φουσκάλες που κιόλας εμφανίζονται στην επιφάνεια, συνεχίζει να περπατά.

Η Φακίνου, πέντε χρόνια μετά την Ανατομία κόρης, επανεμφανίζεται με την Κλίμακα Μπόγκαρτ, που θα μπορούσε να ιδωθεί και ως ένας αντίποδας της Ανάκρισης του Ηλία Μαγκλίνη. Εδώ, η συγγραφέας  αναμετράται με την ατομική ευθύνη, με τη συνείδηση και την ηθική, τις δικαιολογίες στα δικαστήρια και τις δικαιολογίες μπροστά στον καθρέφτη, τις ενοχές και τη συγχώρεση, τη γραμμή, συχνά αδιόρατη, που διακρίνει το θύμα από τον θύτη. Η Επταετία και τα μυστικά της, η επόμενη μέρα που τα καταχώνιασε άρον άρον, πάει πέρασαν αυτά, είναι παλιά πια, τι τα γυρεύεις. Η συλλογική λήθη, το αφήγημα ενός ολόκληρου λαού που αντιστεκόταν νυχθημερόν, η μυθολογία ως διευκόλυνση νυχτερινής κατάκλισης. Οι πληγές έμειναν ανοιχτές, οι κραυγές ακόμα ακούγονται στα στενά γύρω από τη Μπουμπουλίνας.

Τέσσερα βιβλία, σε 15 χρόνια, ένα κάθε πέντε, ακολουθώντας ένα μοτίβο, θαρρείς. Η γραφή της Φακίνου, αρκούντως προσωπική και αναγνωρίσιμη, διαθέτει ως κύριο γνώρισμα την υπομονή. Ουσιαστικό παράξενο να περιγράψει κάποιος μια γραφή και όμως αδυνατώ να σκεφτώ άλλο πιο κατάλληλο. Στα γραπτά της, ανάμεσα στις λέξεις, φωλιάζει ο χρόνος της συγγραφής, κουλουριάζεται η αποκοπή από τον γύρω κόσμο, διακρίνεται ο ήχος των πλήκτρων. Η συγγραφέας πετυχαίνει αβίαστα μια διαρκή αντίστιξη, την πρόκληση αντάρας εν μέσω άπνοιας, θέτει τον αναγνώστη σε επιφυλακή, να φροντίσει να κρατά ομπρέλα παρά την ηλιόλουστη μέρα. Χρησιμοποιεί λέξεις που να περνούν απαρατήρητες, να μη λάμπουν, να μην αποσπούν το βλέμμα, να μη σταθεί στη βελονιά αλλά στο υφαντό. Και για να συμβεί αυτό οι λέξεις πρέπει να είναι επιλεγμένες τέλεια, κάθε φωνή να ακούγεται φυσικά. Όλα είναι απλά και καθημερινά εδώ, τίποτα το εξωπραγματικό. Ένας ανώνυμος άντρας, σ' ένα ανώνυμο χωριό, σκύβει και μαζεύει ένα χτυπημένο κοτσύφι.

Ο εσωτερικός μονόλογος του άντρα καθώς βαδίζει, κρατώντας στα χέρια του την εφημερίδα με το κοτσύφι και διαμορφώνοντας τη διαδρομή με βάση τα μέρη που θέλει να αποφύγει, αναμετράται με τη μνήμη παλεύοντας να παραμείνει σε χαμηλές τιμές στην κλίμακα Μπόγκαρτ, να μην καεί. Δεν είναι όμως στο χέρι του κάτι τέτοιο, όποια κλίμακα και αν επινοήσει κανείς, όποια διαβάθμιση ή ποσοτικοποίηση και αν καθιερώσει, εκείνη θα παραμείνει ανήμερη και ατίθαση, θα κρυφογελά με τα ανθρώπινα, θα τα περιπαίζει. Η Φακίνου περίτεχνα προωθεί την εξέλιξη της πλοκής, αποτυπώνει πειστικά την αποσπασματικότητα ενός μυαλού που αναθυμάται και επιχειρεί να δικαιολογηθεί και να κρυφτεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Επιτρέπει στην αφηγηματική φωνή να παρέμβει, όπου κρίνει σκόπιμο. Επενδύει πολλά στη φόρμα του κειμένου και ανταμείβεται γι' αυτό, καθώς η σύνθεση αποδεικνύεται λειτουργική και όχι ένα απλό καπρίτσιο. Ο μακροπερίοδος λόγος περνάει απαρατήρητος, τόση είναι η φροντίδα επιλογής των λέξεων που τα σημεία στίξης είναι σαν να υπάρχουν εκεί που κάθε αναγνώστης θα τα χρειαζόταν, όπως συμβαίνει συχνά στην ποίηση.

Εκείνο ίσως που περισσότερο απ' όλα κάνει το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλίο να ξεχωρίζει είναι η πυκνότητά του, τα θέματα με τα οποία αναμετράται, χωρίς ωστόσο αυτά να το βαραίνουν και να το αποπροσανατολίζουν. Γύρω από το κεντρικό εύρημα περιστροφής, η Φακίνου στήνει ένα λεπτοδουλεμένο γαϊτανάκι εικόνων και σκηνών, όχι μόνο με τον άντρα πρωταγωνιστή αλλά και παρατηρητή/σχολιαστή του γύρω κόσμου. Πετυχαίνει έτσι να απλώσει τη φυλλωσιά και να καλύψει μεγάλο μέρος της σύγχρονης πραγματικότητας και του κοντινού παρελθόντος, καθιστώντας οικεία την ιστορία αυτή, τον άντρα και τον τόπο επίσης, αλλά κυρίως την κόρη, που παρότι δεν εμφανίζεται στιγμή στη σκηνή, παρά μόνο ως αντανάκλαση της πατρικής μνήμης, με το πέρας των σελίδων αποκτά ολοένα και πιο διακριτή μορφή και καθίσταται το απαραίτητο, καίτοι σιωπηλό, αντίβαρο στον πατρικό μονόλογο.

Σφιχτοδεμένη και όσο αποπνικτική απαιτεί η ιστορία, σε υψηλούς βαθμούς στην κλίμακα Μπόγκαρτ, η νουβέλα της Φακίνου διαβάζεται απνευστί αλλά χαράσσεται βαθιά.

Εκδόσεις αντίποδες

Δευτέρα 30 Μαΐου 2022

Utopia Avenue - David Mitchell

Η κυκλοφορία ενός καινούριου βιβλίου του παραμυθά Μίτσελ και μάλιστα σε μετάφραση Μαρίας Ξυλούρη συνοδεύεται αναπόφευκτα από προσδοκία και προσμονή ‒ πώς αλλιώς; Περίμενα την κατάλληλη στιγμή για να διαβάσω το Utopia Avenue, θεωρώντας ο αφελής πως κάτι τέτοιο είναι στο χέρι μου να το διακρίνω· ήταν Παρασκευή όταν ερμήνευσα τα σημάδια. Και ενώ ο ορίζοντας προσδοκιών των ημερών που έρχονταν καταπάνω μου ολοένα και κατέρρεε, ήταν το βιβλίο εκείνο που λειτουργούσε ως σωσίβιο, επιβάλλοντας την κατάλληλη στιγμή και ας μην υπήρχε. Η καταφυγή είναι άλλωστε ο βασικότερος ίσως λόγος για τον οποίο διαβάζουμε λογοτεχνία.

Απενοχοποιημένα ποπ, έτσι το χαρακτήρισε μια ψηφιακή φίλη και αποδείχτηκε μια ακριβέστατη περιγραφή τελικώς. Ο Μίτσελ αφηγείται την ιστορία των Utopia Avenue, μιας μπάντας που εμφανίστηκε από το πουθενά, χάρη στη διορατικότητα ενός μάνατζερ που στα πρόσωπα μιας φολκ τραγουδίστριας, ενός μπλουζ μπασίστα, ενός τζαζ ντράμερ και ενός ηλεκτρικού κιθαρίστα είδε τα κομμάτια ενός συγκροτήματος ικανού να γεμίσει συναυλιακούς χώρους και να βρεθεί στην κορυφή των τσαρτς. Πιάνει το νήμα από την αρχή, πριν ακόμα η μπάντα καν υπάρξει, πριν τις ηχογραφήσεις, τις συναυλίες, τις περιοδείες, όταν όλα αυτά υπήρχαν μόνο ως κρυφά όνειρα και φιλοδοξίες ανομολόγητες. Βρισκόμαστε στο Λονδίνο στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, όταν όλα μοιάζουν ακόμα πιθανά και μαγικά.

Μη φοβάστε! Αυτό δεν είναι ένα ακόμα βιβλίο που υποφέρει κάτω από τόνους επίπλαστης νοσταλγίας για μια καταχωνιασμένη στο χρονοντούλαπο της ιστορίας περίοδο. Δεν είναι τέτοια περίπτωση συγγραφέα ο Μίτσελ. Δεν γράφει ένα βιβλίο για το τότε, αλλά αφηγείται μια ιστορία που διαδραματίζεται τότε. Μοιάζει παιχνίδι με τις λέξεις η διάκριση αυτή αλλά δεν είναι. Η αφήγηση δεν γίνεται εκ των υστέρων αλλά παράλληλα με την εξέλιξη των γεγονότων με αποτέλεσμα οι ήρωες του Μίτσελ να είναι σύγχρονοι της εποχής τους και να διαθέτουν πλήρη άγνοια για τη μεταχρονολογημένη μυθολογία. Και αυτό γίνεται με τρόπο πειστικό και κάνει το σύνολο αβίαστο και απενοχοποιημένο, μαστοριά τεχνίτη έμπειρου, καλού παραμυθά. Κάπως έτσι, μια διασταύρωση με τον Μπόουι στις σκάλες, μοιάζει τόσο φυσική.

Πρώτη ύλη για τον Μίτσελ είναι το ντοκουμέντο, η έρευνα και η γνώση γύρω από την εποχή εκείνη, που αποτελεί τον καμβά επί του οποίου ο συγγραφέας έρχεται να αφήσει τις δικές του μυθοπλαστικές πινελιές και να σχηματίσει τους Utopia Avenue. Δεν επιδεικνύει την έρευνά του, δεν τον απασχολεί κάτι τέτοιο, του αρκεί η συνοχή και η σταθερότητα της κατασκευής, χωρίς να εγκλωβίζεται εντός της, φέρνοντας την πραγματικότητα στα μέτρα του. Η φαινομενική απλότητα απαιτεί πολλές εργατοώρες και πλήθος από κρυψώνες, ο Μίτσελ αυτό δεν το ξέρει απλώς αλλά το διδάσκει σε κάθε του μυθιστόρημα. Είναι ένας από τους λόγους που επιμένω στον χαρακτηρισμό παραμυθάς. Υπάρχει ένας στίχος εκεί έξω που λέει πως τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέμα, και νομίζω πως περιγράφει το έργο παραμυθάδων όπως ο Μίτσελ. Αν κάποιον τον ενδιαφέρει η ιστορική αλήθεια και το αδιάσειστο ντοκουμέντο μάλλον θα ατυχήσει στο βιβλίο αυτό, ο μεγεθυντικός φακός της απομάγευσης καλό είναι να μη βγει από την τσέπη της καμπαρντίνας.

Η μουσική βρίσκεται στο επίκεντρο, ο Μίτσελ την κάνει να ακούγεται ακόμα και αν κάποιος δεν έχει σχετικές γνώσεις. Έτσι, ένα δεύτερο σωσίβιο εμφανίζεται. Γύρω από τη μουσική στροβιλίζονται όλα, οι σχέσεις, τα όνειρα, οι εφιάλτες. Ωστόσο, η μουσική δεν σκεπάζει αλλά συνοδεύει, δεν καπελώνει το μυθιστόρημα, ούτε όμως και καπελώνεται από αυτό. Οι χαρακτήρες δεν μένουν ψεύτικοι και χάρτινοι, αποκτούν, σελίδα τη σελίδα, διαστάσεις, όγκο και βάρος, τάξη και παρελθόν. Η εποχή αποτυπώνεται σε διάφορες στρώσεις, επιτρέποντας στο πολιτικό και το κοινωνικό να παρεισφρήσουν. Ο υπερρεαλισμός δεν απουσιάζει ποτέ από τα βιβλία του Μίτσελ, έτσι και εδώ. Εντούτοις, υπακούει και αυτός στο ρεαλιστικό πρόσταγμα, στην αμφίεση του συνόλου, και έτσι λειτουργεί καλύτερα αποτελώντας οργανικό μέρος μιας ιστορίας όπως αυτή. Ο τρόπος με τον οποίο ο Μίτσελ κατασκευάζει την αφήγησή του αποδεικνύεται λειτουργικός, το μοίρασμα της οπτικής γωνίας μεταξύ των μελών της μπάντας επίσης, καθώς του επιτρέπει να πολυεστιάσει και να απλώσει την ιστορία του ως σύνθεση ατομικών ιστοριών σε ένα κοινό ταμπλό, μια αναλογία του τρόπου με τον οποίο ένα συγκρότημα δουλεύει στο στούντιο πριν εμφανίσει το κάθε τραγούδι στη σκηνή.

Για όσους έχουν πρότερη επαφή με το μιτσελικό σύμπαν, κάποια στοιχεία θα φανούν γνώριμα, κάποια μοτίβα επίσης, μια αφηγηματική οικειότητα θα τους περιμένει. Αλλά και όσοι δεν γνωρίζουν τι εστί Μίτσελ, και έχουν ακούσει διθυράμβους και κατάρες, θα είναι επίσης καλοδεχούμενοι εδώ, λίγες σελίδες θα είναι αρκετές για να βρεθούν σε κάποιο στενό του Λονδίνου, εκεί που μια ακόμα μπάντα θα φιλοδοξεί πως θα φτάσει στην κορυφή. Και οι σελίδες θα κυλούν σε πείσμα του έξω κόσμου. Ο Μίτσελ γράφει μια ιστορία που θα μπορούσε να έχει συμβεί, που ίσως και να συνέβη. Δεν έχει καμία σημασία. Είπαμε, ήταν τέτοια η εποχή, στα μάτια μας μαγική. Εγώ είχα καιρό να διαβάσω έτσι αχόρταγα ένα μυθιστόρημα και να μη θέλω να τελειώσει, που το τέλος να με αφήσει μόνο μου να σκέφτομαι πως μετά τον Ρόμπινς ίσως ο χαρακτηρισμός παραμυθοποιητής της πραγματικότητας να ταιριάζει και στον Μίτσελ, τόσο μου άρεσε το Utopia Avenue.

υγ. Περισσότερα για τον παραμυθοποιητή Τομ Ρόμπινς εδώ, ενώ για Τα κοκάλινα ρολόγια του Μίτσελ ένα παλιότερο κείμενο εδώ.

υγ.2 Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα και την εβδομαδιαία στήλη Αφορμή, περισσότερα εδώ

Μετάφραση Μαρία Ξυλούρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 26 Μαΐου 2022

Για να μην αποτύχουμε όπως οι Μπιόρλινγκ και Καλστένιους - Δημήτρης Καρακίτσος

Ο Δημήτρης Καρακίτσος είναι ένα μυαλό που διαρκώς γεννά ιστορίες. Στο έβδομο πεζογραφικό του βήμα, αμέσως μετά τον πολυμήχανο Δον Υπαστυνόμο, μας μεταφέρει στη Σουηδία, στα τέλη του 19ου αιώνα, για να μας αφηγηθεί το ταξίδι δύο νεαρών σπουδαστών. Στα έργα του Καρακίτσου, ωστόσο, τίποτα δεν πρέπει να προλαμβάνεται ως δεδομένο, εκτός από την αναγνωστική απόλαυση.

Το καλοκαίρι του 1893, ο Γιαν Άντερς Βίλεμαρκ, τριτοετής σπουδαστής ιατρικής, και ο Ούλοφ Άλμκβιστ, φοιτητής φιλολογίας και εκκολαπτόμενος συγγραφέας, ξεκινούν ένα ταξίδι για τον σουηδικό βορρά με δυο «σιδερένια αλόγατα», ποδήλατα προφανούς δονκιχωτικής προέλευσης, φαινομενικά χωρίς σκοπό ή με «τον σκοπό όλων των νεανικών ταξιδιών: την περιπλάνηση, την άσκοπη και ρομαντική αγυρτεία». Και είναι αυτή η έλλειψη φιλοδοξίας που ίσως τους επιτρέψει να μην αποτύχουν όπως οι Μπιόρλινγκ και Καλστένιους, οι οποίοι έναν χρόνο νωρίτερα είχαν σαλπάρει με σκοπό να είναι οι πρώτοι που θα πατήσουν τον αιώνιο πάγο του Βόρειου Πόλου και τον Ιούνιο του 1893 το φαλαινοθηρικό Aurora εντόπισε το εγκαταλελειμμένο σκάφος τους και μεταξύ άλλων ευρημάτων τις σημειώσεις του Μπιόρλινγκ.

Ο Καρακίτσος διατηρεί τον έλεγχο, όλα είναι υπολογισμένα με ακρίβεια έτσι ώστε να μοιάζουν έρμαια του γύρω κόσμου. Αυτή η κάπως πεζή παρατήρηση αποτελεί την αναγκαία συνθήκη πλήρωσης των προθέσεων. Ο συγγραφέας λειαίνει τις αιχμηρές γωνίες ώστε να καλύψει με επιμέλεια την άρμοση της κατασκευής κι αφού έχει εξασφαλίσει τη συνοχή και τη στιβαρότητα πάνω σε μια ρεαλιστική βάση, υψώνει τα πανιά του. Η ειδολογική κατάταξη των έργων του Καρακίτσου είναι παρακινδυνευμένη, αν όχι αδύνατη. Το Για να μην αποτύχουμε όπως οι Μπιόρλινγκ και Καλστένιους εξωτερικά και φαινομενικά προσιδιάζει σ' ένα road novel με στοιχεία από το δονκιχωτικό σύμπαν, σύντομα όμως μετατρέπεται σ' ένα πανηγυρικό μυθοπλαστικό γαϊτανάκι αντικατοπτρισμών με επίκεντρο, τι άλλο, την ίδια τη λογοτεχνία και την πρώτη ύλη της, τις ιστορίες. Και διόλου εντύπωση δεν προκαλεί το γεγονός πως το κυρίως διακύβευμα, ο κεντρικός μύλος γύρω από τον οποίο ο Ούλοφ στρέφει το δόρυ του, είναι λογοτεχνικό. Είναι η μέχρις εσχάτων μάχη που ο φιλόδοξος συγγραφέας είναι διατεθειμένος να δώσει απέναντι στον νατουραλισμό και προσέρχεται οπλισμένος με το πάθος του και το σημειωματάριο του που δεν αποχωρίζεται ποτέ. Ο αγώνας αυτός δεν περιορίζεται στα λογοτεχνικά χαρακώματα, δεν είναι, θέλω να πω, άσχετος με τη ζωή εκεί έξω, ούτε τότε, ούτε και τώρα.

Το συγγραφικό σημειωματάριο αποτελεί το κεντρικό εύρημα περιστροφής. Εκτός από την ενδοκειμενική λειτουργία του αποτελεί και μια ωδή για τον τόπο στον οποίο η λογοτεχνία γεννιέται, ακόμα και εκείνα τα βιβλία που δεν θα γραφτούν και δεν θα διαβαστούν ποτέ, ωδή για το πεδίο της μάχης του κάθε συγγραφέα με τον κόσμο όλο, για το καταφύγιο και το ορμητήριό του, για εκείνο που μένει πίσω. Ο Καρακίτσος γράφει ένα βιβλίο που σε κάθε γύρισμα της σελίδας ξεπηδά μια διαφορετική εκδοχή του κόσμου. Γράφει για αναγνώστες και συγγραφείς που μαγεύονται από τις ιστορίες, που ασφυκτιούν από την πραγματικότητα και αναζητούν εξόδους και διασκευές. Ο Γιαν, που το όνειρο του πατέρα του είναι να ακολουθήσει τα επαγγελματικά του βήματα στην ιατρική, να δρέψει τους καρπούς της φήμης και να διαιωνίσει το όνομά του, είναι ένας τέτοιος αναγνώστης, ένας Σάντσο Πάντσα πρόθυμος να ακολουθήσει παρά τους ενδοιασμούς. Και ο Ούλοφ, που δεν ξέρει πώς να τελειώσει τις ιστορίες του, που νιώθει αμφιβολία και ανασφάλεια, δυσανασχετεί απέναντι στην ακριβή μεταφορά της πραγματικότητας στη λογοτεχνία, δυσπιστεί απέναντι σε κάθε λογοτεχνική απόπειρα την ώρα που περισσότερο απ' όλους έχει ανάγκη να διαβάσει ένα σπουδαίο βιβλίο, ένα βιβλίο που επιτέλους θα ελευθερώσει τη λογοτεχνία από τις ράγες της και ας μην το γράψει ο ίδιος.

Για τον Καρακίτσο η λογοτεχνία είναι ένα παιχνίδι, παιχνίδι με τον τρόπο των παιδιών, του Περέκ ή του Καλβίνο.

υγ. Για τον έξοχο Δον Υπαστυνόμο περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

υγ.2 Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδα των Συντακτών το Σάββατο 7 Μαΐου 2022 και η ψηφιακή εκδοχή του οποίου βρίσκεται εδώ.

Εκδόσεις Ποταμός