Δευτέρα 11 Ιουλίου 2022

Η υπόσχεση - Damon Galgut

Ο θάνατος της μητέρας συγκεντρώνει τους Σουάρτ στην οικογενειακή φάρμα έξω από την Πρετόρια. Η αρχιτεκτονική της οικίας, με την άναρχη στο πέρασμα των χρόνων προσθήκη δωματίων, αντανακλά τις σχέσεις μεταξύ των Σουάρτ, τον ανομοιόμορφο χαρακτήρα, την οριακή λειτουργικότητα και την επίφοβη συνοχή της οικογένειας, αλλά και της Νότιας Αφρικής της δεκαετίας του '80, μιας χώρας σε διαρκή μετάβαση και αναβρασμό, που το κοινό αφήγημα συνεχώς αναδιατυπώνεται σε μια απόπειρα να ενσωματώσει κάθε κοινωνική και πολιτική μεταβολή. Η Αμόρ, η τρίτη και μικρότερη κόρη, που όταν ήταν παιδί χτυπήθηκε από κεραυνό, στην εφηβεία της πια, δίπλα στο κρεβάτι της άρρωστης μητέρας, θα γίνει αυτήκοος μάρτυρας της πατρικής υπόσχεσης: πως το σπίτι όπου μένει η μαύρη υπηρέτρια, που τόσο στάθηκε στη μητέρα της, θα περάσει στο όνομά της.

Γύρω από την υπόσχεση αυτή ο Ντέιμον Γκάλγκουτ θα ξετυλίξει το κουβάρι των Σουάρτ. Η υπόσχεση, που απέσπασε το βραβείο Booker 2021, είναι μια οικογενειακή σάγκα που διαρθρώνεται σε τέσσερα κεφάλαια μέσα στο πέρασμα του χρόνου, σε μια πορεία παράλληλη με εκείνη της χώρας. Ο συγγραφέας, με τρόπο ευφυή, καθιστά το ατομικό οικουμενικό, αποτυπώνει με λεπτομέρεια και από πλήθος διαφορετικών οπτικών την ιστορία της χώρας του κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών. Η υπόσχεση του πατέρα εμπεριέχει έντονο το στοιχείο του συμβολισμού, όπως και η επιμονή της Αμόρ, ο ιδεαλισμός ενάντια στην οχύρωση πίσω από τα προνόμια. Η υπόσχεση και ο αγώνας για την απόδοση κοινωνικής δικαιοσύνης, για το τέλος των διακρίσεων με βάση το φύλο, το χρώμα και τη φυλή, για τα ανθρώπινα δικαιώματα συνοψίζουν άλλωστε την ιστορία κάθε χώρας.

Το εύρημα δεν θα ήταν αρκετό χωρίς την αφηγηματική φωνή να προσδίδει συνοχή και να προωθεί την πλοκή. Ο Γκάλγκουτ οπλίζει τον παντογνώστη αφηγητή του με μια ικανότητα μεταφυσική, η τριτοπρόσωπη αφήγησή του διέρχεται μέσα από τους χαρακτήρες του δράματος, που λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, πρωτεύοντες και δευτερεύοντες, χωρίς στιγμή να σταματά, φανερώνοντας τις πιο μύχιες σκέψεις τους, την ηθική και τη ματιά τους, μια ροή διαρκής, η αίσθηση ενός κινηματογραφικού μονοπλάνου που προσδίδει μια τεράστια ορμή στην αφήγηση, που κανένα σημείο στίξης ή αλλαγή παραγράφου δεν μπορεί να ανακόψει. Αυτό είναι το σημείο υπεροχής του μυθιστορήματος αυτού, που το κάνει να ξεχωρίζει ανάμεσα σε πολλά καλογραμμένα έργα, και η Κλαίρη Παπαμιχαήλ πετυχαίνει να το αποδώσει εξαιρετικά στη γλώσσα μας με τη μετάφρασή της.

Σημαντικό συστατικό της πλοκής αποτελούν η πίστη και η θρησκεία. Οι επιθυμίες των θανόντων και η στάση των διαχειριστών απέναντί τους. Ο μετασχηματισμός και η δημιουργία μιας κοινής εθνικής ταυτότητας εμπεριέχουν και τη θρησκευτική διάσταση, την επικράτηση ενός δόγματος έναντι κάποιου άλλου. Ο Γκάλγκουτ αποδεικνύεται ιδιαίτερα οξυδερκής και δεν διστάζει να επιτρέψει στον αφηγητή του, στον χώρο που αναλογεί στην πλοκή, να ασκήσει κριτική και να καταθέσει τις δικές του απόψεις. Ωθούμενος κυρίως από τη μεταβλητότητα των πραγμάτων, όπως, για παράδειγμα, όταν από τη μια στιγμή στην άλλη ο άλλοτε ήρωας της πολιτικής σκηνής σέρνεται ως κατηγορούμενος για εγκλήματα κατά της χώρας και των κατοίκων της. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η ιστορία γράφεται διαρκώς υπό την κοινωνική πίεση, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι ισχυροί υποχωρούν πραγματικά, απλώς ανασυντάσσονται και προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες.

Όπως σωστά επισημαίνει η Σταυρινή Ιωαννίδου στο άρθρο της «Το annus mirabilis της αφρικανικής λογοτεχνίας», στο Ανοιχτό Βιβλίο τον περασμένο Νοέμβριο, το 2021 υπήρξε αναμφίβολα μια χρονιά-ορόσημο για την αφρικανική λογοτεχνία. Δεν ήταν μόνο Η υπόσχεση του Γκάλγκουτ που τιμήθηκε. Άλλα τρία σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία, με προεξέχον το Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Αμπντουλραζάκ Γκούρνα, δόθηκαν σε Αφρικανούς συγγραφείς· το βραβείο Goncourt κέρδισε ο Μοχάμεντ Σαρρ και το International Booker ο Νταβίντ Ντιόπ. Η συγκυρία αυτή ενίσχυσε τη διαχρονική συζήτηση γύρω από τα βραβεία και τη λειτουργία τους, την πολιτική διάσταση και τον στοχευμένο χαρακτήρα που συχνά αποκτούν.  

Η υπόσχεση, γραμμένη στα αγγλικά, είναι ένα βιβλίο που πέρα από κάθε επιφύλαξη υπερβαίνει τα όρια της εθνικής λογοτεχνίας στην οποία ανήκει. Ο Γκάλγκουτ δεν γράφει για τη Νότιο Αφρική, αλλά αφηγείται μια ιστορία που συνέβη εκεί. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κακή χρήση του εξωτισμού προς εντυπωσιασμό του ξένου αναγνωστικού κοινού. Ο συγγραφέας έχει μια τρομερά ενδιαφέρουσα ιστορία να αφηγηθεί και τη χρησιμοποιεί ως όχημα για να πει πολλά περισσότερα και μάλιστα με τρόπο που χαράσσεται βαθιά στη μνήμη.  

Η υπόσχεση είναι ο ορισμός του ποιοτικού μπεστ σέλερ, το ιδανικό βιβλίο για να προτείνει κανείς σε κάθε αναγνώστη.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 15 Μαΐου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Μετάφραση Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Εκδόσεις Διόπτρα

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Όταν έρθει η μέρα που ξέρεις - Άγης Πετάλας/ Κώστας Καλφόπουλος

Μου αρέσουν τα λογοτεχνικά παιχνίδια, με ιντριγκάρουν. Ιδιαίτερα εκείνα που προκύπτουν από τη συνεργασία δύο ή περισσότερων συγγραφέων. Τότε το γράψιμο, μια διεργασία εκ φύσεως μοναχική, μετατρέπεται σε διάλογο, η συνδιαμόρφωση απαιτεί υποχωρήσεις και γεφύρωμα των διαφωνιών σε βαθμό μεγαλύτερο από εκείνο που απαιτεί η ισορροπία μεταξύ συγγραφέα και επιμελητή, όταν υπάρχει επιμελητής και όχι απλώς ένας κακοπληρωμένος διορθωτής δηλαδή. Κατά την ανάγνωση το παιχνίδι συνεχίζεται, υποθέσεις σχετικά με το ποιος κρύβεται πίσω από κάποια ιδέα ή αν το τουίστ που οδήγησε στην κύρια ανατροπή ήταν αποτέλεσμα ανταγωνισμού μεταξύ των συγγραφέων. Επιχειρώ διαρκώς να διακρίνω τις ραφές ανάμεσα στα δύο πληκτρολόγια, πού σταματάνε οι λέξεις του ενός και πού αρχίζουν του άλλου, προσπαθώ να φανταστώ τους κανόνες που έθεσαν, τις υποχωρήσεις που έγιναν, τις στιγμές που μια ιδέα εμφανίστηκε, τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσαν κατά τη διάρκεια του εγχειρήματος, έγραφαν, για παράδειγμα, στο ίδιο δωμάτιο κάποιες φορές ή δεν συναντήθηκαν ποτέ από κοντά· τέτοια πράγματα σκέφτομαι. Αλλά κάποιες φορές το αποτέλεσμα απογοητεύει, το παιχνίδι δεν λειτουργεί σε λογοτεχνικό επίπεδο.

Το Όταν έρθει η μέρα που ξέρεις κυκλοφόρησε το 2020· άργησα αλλά το διάβασα.

Η ιστορία του βιβλίου αυτού ξεκινάει το καλοκαίρι του 2019, όταν ο Μισέλ Φάις ζήτησε από τον Καλφόπουλο ένα αστυνομικό διήγημα 800 λέξεων για την Εφημερίδα των Συντακτών. Παρά τη δυσκολία του περιορισμού των λέξεων, ο Καλφόπουλος παρέδωσε το διήγημα Η κίτρινη εσάρπα. Ακολούθως, αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα. Εκεί το διάβασε ο Πετάλας. Λίγες μέρες αργότερα έστειλε ένα μέηλ στον Καλφόπουλο επισυνάπτοντας μια πιθανή συνέχεια της ιστορίας. Κάπως έτσι γεννήθηκε το βιβλίο αυτό, που πήρε τον τίτλο του από το τραγούδι «Quando arriverá» ένα χιτ της δεκαετίας του '60, δεκαετία κατά την οποία διαδραματίζεται το διήγημα, και τραγουδούσε ο Τόνυ Πινέλλι στην ταινία Μοντέρνα Σταχτοπούτα (1965). Στο βιβλίο περιλαμβάνεται η αρχική εκδοχή του διηγήματος. Για τις ανάγκες της έκδοσης Η κίτρινη εσάρπα μεγάλωσε, παίρνοντας τη μορφή ολοκληρωμένου διηγήματος, πάνω στο οποίο πάτησε τελικά το όλο εγχείρημα.

Το καλοκαίρι του 1968, ο αφηγητής, μαθητής λυκείου που έμεινε μετεξεταστέος στα λατινικά, ακολουθεί τους γονείς του στις καλοκαιρινές διακοπές στο διαμέρισμα που νοικιάζουν χρόνια στη Βούλα. Διακοπές συντομότερες του συνηθισμένου εξαιτίας της οικτρής αποτυχίας του που επιβάλλει την επιστροφή εν όψει της τελικής κρίσης. Τη στιγμή που η Ελλάδα είναι στον γύψο, διάφορα γεγονότα συνταράσσουν τον κόσμο: η δολοφονία του Κέννεντυ, η Άνοιξη της Πράγας και οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο Μεξικό, μεταξύ άλλων, γεγονότα που ωστόσο τον νεαρό αφηγητή τον αφήνουν αδιάφορο, όπως κάθε τι έξω και μακριά από τον μικρόκοσμό του, δηλαδή, χαρακτηριστικό γνώρισμα της εφηβείας, συχνά δε όχι μόνο αυτής. Για καλή του τύχη, οι γονικοί περιορισμοί, απότοκοι της αποτυχίας του, δεν περιλαμβάνουν τα κιάλια με τα οποία ξεχνιέται χαζεύοντας τα αεροπλάνα να απογειώνονται και να προσγειώνονται στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Μια μέρα, το υποβοηθούμενο βλέμμα του θα πέσει στο απέναντι σπίτι, εκεί όπου μια γυναίκα εκθαμβωτικής ομορφιάς, τυλιγμένη μόνο με μια κίτρινη εσάρπα, περιφέρεται τραγουδώντας στα δωμάτια. Την επόμενη μέρα θα επιστρέψουν πίσω στην Αθήνα. Η εικόνα της γυναίκας θα χαραχτεί βαθιά στη μνήμη του άβγαλτου εφήβου και για χρόνια θα αναρωτιέται τι πραγματικά έγινε εκείνο το βράδυ όταν η κραυγή ακούστηκε και τα φώτα έσβησαν. Είκοσι χρόνια μετά, ο κατ' όνομα ανιψιός του αφηγητή, φιλοξενούμενός του στη Βούλα, θα βοηθήσει στη λύση του μυστηρίου.

Η αστυνομική υπόθεση αποτελεί, ως είθισται δηλαδή να συμβαίνει, την αφορμή. Ο Καλφόπουλος και ο Πετάλας, που θα μπορούσαν να είναι ο θείος και ο ανιψιός της ιστορίας, που τους χωρίζουν είκοσι χρόνια, μια περίοδος καθοριστική για την εμφάνιση του χάσματος, στήνουν μια ιστορία απομάγευσης της παιδικής ηλικίας ή μια ιστορία ενηλικίωσης αν προτιμάτε. Τα καλοκαίρια είναι η εποχή της νεότητας, όσο απομακρύνεται κανείς από αυτή τόσο απολύουν τη δύναμή τους. Εκεί, στα καλοκαίρια εκείνα, φωλιάζει η πρώτη ύλη, οι αναμνήσεις, τα πάθη, οι απογοητεύσεις, η βαρεμάρα του μεσημεριού και η μυρωδιά της θάλασσας. Όταν έρθει η μέρα που ξέρεις τίποτα δεν θα είναι όπως πριν, η αλήθεια θα αποδειχτεί υποδεέστερη της φαντασίας, η απομάγευση θα κατακλύσει τον χώρο. Κάπως έτσι είναι κάθε ιστορία ενηλικίωσης, ο μύθος καταρρέει και τα τρικ του ταχυδακτυλουργού αποκαλύπτονται ένα ένα.

Σε εγχειρήματα όπως αυτό, είναι κρίσιμο το τελικό αποτέλεσμα να είναι λειτουργικό και να μην αποδειχτεί απλώς ένα τζαμάρισμα. Οι δύο συγγραφείς σε αυτό τα καταφέρνουν μια χαρά καθώς το οικοδόμημα, παρά την ιδιαιτερότητά του, στέκει στέρεο ξεπερνώντας τους ειδολογικούς περιορισμούς και τον πειραματικό χαρακτήρα του. Χρησιμοποιούν δε το μεταμοντέρνο καλούπι με τρόπο χρηστικό, ώστε, μεταξύ άλλων, να συμπεριλάβουν και το πολιτικό στοιχείο στην ιστορία, καθώς η επιλογή του καλοκαιριού του '68 δεν θα μπορούσε να είναι τυχαία, ή ακόμα και αν αρχικά ήταν, δύσκολα θα έμενε ανεκμετάλλευτη. Το πολιτικό αυτό στοιχείο δίνει περαιτέρω διαστάσεις στη νουβέλα αυτή, που έχουν να κάνουν με τη σύγχρονη πρόσληψη της πραγματικότητας, την ατομική και συλλογική πρόσληψη και αξιολόγηση, την υποκειμενική κανονικότητα και τον στενό μικρόκοσμο, όλα όσα η μελέτη εν μέσω χούντας σημειολογικά φέρει. Η νουβέλα ξεχωρίζει επίσης και για τη χρήση πραγματολογικών στοιχείων, τα συστατικά της ποπ κουλτούρας και μυθολογίας της κάθε γενιάς, με τρόπο νοσταλγικά κριτικό. Η απόσταση, για παράδειγμα, ανάμεσα στον ακροατή των Beatles και εκείνο των Joy Division και όσα αυτή η απόσταση φανερώνει για την κάθε εποχή. Οι συγγραφείς, στο πλαίσιο της παιγνιώδους διαδικασίας, χρησιμοποιούν αρκετά και το προσωπικό στοιχείο, λιγότερο ή περισσότερο εμφανές, αλλά και τη διακειμενικότητα με το πρότερο έργο τους, όπως η εμφάνιση του κυρίου Δ* ή η αγάπη για τα φλίπερ.

Το Όταν έρθει η μέρα που ξέρεις δεν εξαντλείται στο ενδιαφέρον του πειράματος της συνεργατικής γραφής, με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της, αλλά διαθέτει ξεκάθαρη λογοτεχνική αξία και λειτουργεί αναγνωστικά. Είναι μια αστυνομική νουβέλα στην οποία η πολυπόθητη και ζητούμενη λύση του μυστηρίου δεν επενεργεί με τον συνηθισμένο τρόπο, ούτε στον αφηγητή ούτε στον αναγνώστη, και αυτή η υπονόμευση του είδους επιτείνει την ιδιαιτερότητά της.

Εσύ, θα ήθελες να βρεθείς στο εργαστήριο του ταχυδακτυλουργού;

υγ. Για το απολαυστικό Η δύναμη του Κύριου Δ* περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ για το νοσταλγικό Φλίπερ εδώ.

Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2022

Είμαι το τέρας που σας μιλά - Paul B. Preciado

Στις 17 Νοεμβρίου 2019, με κάλεσαν στο Παλέ ντε Κονγκρέ του Παρισιού για να μιλήσω μπροστά σε 3.500 ψυχαναλυτές στο πλαίσιο του συνεδρίου της Σχολής του φροϋδικού αιτίου με θέμα «Γυναίκες στην ψυχανάλυση».

Ο Πολ Μπ. Πρεθιάδο, φιλόσοφος, συγγραφέας και εικαστικός επιμελητής, γεννήθηκε το 1970 στο Μπούργκος της Ισπανίας ως Μπεατρίς Πρεθιάδο. Αυτοπροσδιοριζόταν ως γυναίκα μέχρι το 2014, που ανακοίνωσε ότι ξεκινάει τη φυλομετάβαση και άλλαξε το όνομά του σε Πωλ.

Η κατάμεστη αίθουσα εκείνη τη μέρα έμοιαζε με ρωμαϊκή αρένα, ο καλοντυμένος όχλος διψούσε για αίμα, όταν το τέρας ανέβηκε στο βήμα. Είχαν κιόλας έτοιμη τη διάγνωση, γραμμένη και σφραγισμένη, η παρουσία του στην αίθουσα ήταν τυπική. Όμως το τέρας δεν ήταν διατεθειμένο να αφήσει τους ψυχαναλυτές να μυρίσουν τον φόβο του, παρά τα φώτα, δοκίμασε να τους κοιτάξει έναν έναν στα μάτια, θα έλεγε αυτά που ήθελε να πει σε εκείνους που έχουν καλλιεργήσει την ικανότητα να ακούν. Τους είπε πως νιώθει όπως ο πίθηκος στο διήγημα του Κάφκα, Αναφορά σε μια Ακαδημία, που στάθηκε μπροστά στις ψηλότερες επιστημονικές αυθεντίες για να τους εξηγήσει τι σημαίνει για εκείνον η ανθρώπινη εξέλιξη· ο Κόκκινος Πήτερ, που αιχμαλωτίστηκε από ένα τσίρκο και κατάφερε να γίνει άνθρωπος. Σύντομα θα αφήσει στην άκρη τους συμβολισμούς και τις αναλογίες. Ο όχλος δεν αργεί να δείξει τη δυσαρέσκειά του ζητώντας από έναν αόρατο αυτοκράτορα να στρέψει τον αντίχειρα καταδικαστικά. Η οργή κρύφτηκε πίσω από γέλια και χάχανα.

Αμφιταλαντεύτηκα έντονα για το αν θα έγραφα λίγα λόγια για το βιβλίο αυτό. Δεν έχω τη σκευή για κάτι τέτοιο, σκεφτόμουν, ούτε την επιστημονική ούτε τη βιωματική. Πρόσφατα διάβασα το Περί αυτοκτονίας (Λάγιος, Θ. & Λέκκα Β., 2020, futura). Η αυτοκτονία είναι κάτι που με απασχολεί έντονα, η πρόσληψή της ιδίως, ο μεταιχμιακός χαρακτήρας της, επίσης. Στο βιβλίο αυτό γινόταν μια κριτική προσέγγιση στο πώς αντιμετωπίζεται η αυτοκτονία, σε πλαίσιο ιστορικό αλλά και κοινωνικοπολιτικό, τον τρόπο με τον οποίο η ψυχιατρική, διαδεχόμενη την εκκλησία, έχει αναλάβει την αποκλειστική εργολαβία ως προς τη διερεύνηση των συνθηκών υπό τις οποίες ένα άτομο αποφασίζει να αυτοκτονήσει· την πρόληψη και την τιμωρία, επίσης. Όταν διάβασα την ομιλία του Πρεθιάδο, παρότι αδυνατούσα να ακολουθήσω το σύνολο του στοχασμού και της κριτικής του, ένιωθα έναν θυμό αντίστοιχο με εκείνον που νιώθω όταν διαβάζω δοκίμια σχετικά με την αυτοχειρία, αλλά και την κάλυψη ενός κενού που η περί αυτοκτονίας βιβλιογραφία έχει, καθώς πέρα από το αυτοκτονικό σημείωμα, ο αυτόχειρας στέκει σιωπηλός, ανίκανος πια να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε αυτή την ιδιότυπη δίκη προθέσεων και εξηγήσεων που λαμβάνει χώρα εκ των υστέρων. Εδώ το τέρας πήρε τον λόγο.

Σε αρκετά σημεία της ομιλίας του, που δεν κατάφερε τελικά να ολοκληρώσει, ο Πρεθιάδο υποθέτει τι σκέφτονται οι ψυχαναλυτές και μοιράζεται μαζί τους τις διαγνώσεις και τις βεβαιότητές τους, τα συμπλέγματα και τους φθόνους που κατά εκείνους εξηγούν τα πάντα. Ένα και ένα κάνουν δύο. Δεν είναι έτσι, δεν είναι πια έτσι, μοιάζει να τους λέει, η θεωρία σας πια δεν φτάνει, δεν είναι αρκετή, πρέπει να ανοίξει προς νέες κατευθύνσεις, να ξεφύγει από τη συντήρηση, να συναντήσει το μεταποικιακό περιβάλλον και τα πολιτικά κινήματα, να εγκαταλείψει τη δυαδικότητα ως υπέρτατη και μοναδική αλήθεια. Εκείνος, έχοντας περάσει χρόνια σε ντιβάνια και καρέκλες ψυχολόγων και ψυχιάτρων διαφόρων σχολών, άλλοτε από επιλογή και άλλοτε ως μέρος της διαδικασίας μετάβασης, και έχοντας παράλληλα μελετήσει σε βάθος τη θεωρία, φέρνει ενώπιον τους το βίωμα, με έναν λόγο επιστημονικά συγκροτημένο αλλά όχι στεγνό, έναν λόγο διάχυτο από θυμό. Η επιστήμη όταν παύει να είναι ρηξικέλευθη, λιμνάζει. Όταν φοβάται την αποκαθήλωση, υψώνει τείχη. Η εξέλιξη ωστόσο είναι αναπόφευκτη, το αύριο θα έρθει. Ο Πρεθιάδο δεν παραγνωρίζει τα δικά του προνόμια, το γεγονός πως αποτελεί μάλλον την εξαίρεση παρά τον κανόνα, πως για εκείνον κάποια πράγματα είναι πιο εύκολα. Με την ταυτότητα του άντρα στην τσέπη, με το κύρος του ακαδημαϊκού και του αναγνωρίσιμου εικαστικού επιμελητή, οι πόρτες ανοίγουν, οι δρόμοι είναι ασφαλείς. Παραμερίζει για να φανερώσει τα καθημερινά θύματα στα σκοτεινά σοκάκια σε όλο τον κόσμο, υψώνει τη φωνή του για να ακουστεί και πέρα από τα όρια της αίθουσας αυτής, να μιλήσει για εκείνα αλλά όχι εξ ονόματός τους. Φέρνει το πολιτικό στην ψυχολογία, κάτι το οποίο επιμελώς αγνοείται.

Κατά τη διάρκεια της ομιλίας ο όχλος γιούχαρε, τον αποκάλεσε ναζί, γελούσε μαζί του. Ο Πρεθιάδο πέτυχε κάτι σπουδαίο στην αίθουσα αυτή, έφερε μέρος των συνέδρων στη θέση του τέρατος, τους έκανε να νιώσουν πώς μπορεί να μοιάζει να είσαι διαφορετικός σε ένα περιβάλλον ομοιομορφίας. Αναφέρομαι σε εκείνους τους λίγους ή πολλούς που σιώπησαν, που δεν τόλμησαν να υψώσουν ανάστημα στους συναδέλφους τους, να τους ζητήσουν να σταματήσουν, να σεβαστούν και να ακούσουν. Σε εκείνους που δίστασαν να σηκώσουν το χέρι στην ερώτηση αν στην αίθουσα υπάρχει κάποιος, κάποια ή κάποιο ομοφυλόφιλος/-η, διεμφυλικός/-ή ή μη δυαδικός/-ή ψυχαναλυτής/-τρια, αφήνοντας μια σιωπή με διάσπαρτα χάχανα να κυριαρχήσει. Σε εκείνους που την επόμενη μέρα αποφάσισαν να συγκρουστούν και να προκαλέσουν τη διάσπαση της Σχολής του φροϋδικού αιτίου. Σε εκείνη τη σιωπηλή μάζα εκεί έξω που δεν σηκώνει το ανάστημά της επιτρέποντας σε θλιβερές μειοψηφίες να μιλούν για λογαριασμό μας προσμετρώντας μας στις δυνάμεις τους. Και δεν έχει να κάνει μόνο με ζητήματα φύλου και ταυτότητας αυτό.

Το ελάχιστο που κάνουν κείμενα όπως αυτό είναι να συμβάλλουν στη συζήτηση, να δημιουργούν ρήγματα και να ανοίγουν δρόμους στη σκέψη. Δεν είναι κείμενα ενιαίας πρόσληψης, κάθε αναγνώστης προσέρχεται με τις δικές του εμπειρίες και προσλαμβάνουσες. Εξέρχεται πάντως διαφορετικός.

Μετάφραση Αναστασία Μελία Ελευθερίου
Εκδόσεις αντίποδες

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2022

Ακουαρέλα - Μαριαλένα Σεμιτέκολου

Σήμερα πηγαίνει τον μικρό στο σχολείο ο Παύλος. Σήμερα δεν πηγαίνεις εσύ τον μικρό στο σχολείο. Σήμερα με πηγαίνει στο σχολείο ο μπαμπάς. Τρεις ιστορίες με κοινή αφετηρία μα διαφορετική οπτική. Μία οικογένεια: ο Παύλος, η Κάτια και το παιδί. Ένα πρωινό μιας μέρας καθημερινής. Σήμερα ο Παύλος θα περπατήσει με το παιδί μέχρι το σχολείο. Φυσάει ένας ανυπόφορος νοτιάς, που στον διάβα του αναστατώνει τα συναισθήματα και ανακατώνει τη μνήμη.

Η Μαριαλένα Σεμιτέκολου (Πειραιάς, 1973) τέσσερα χρόνια μετά τη νουβέλα Οι Κυριακές το καλοκαίρι (Ίκαρος, 2018) κάνει την επανεμφάνισή της με την Ακουαρέλα, ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα χωρισμένο σε τρία μέρη (Σουρτίνα, Πυρηνέλαιο, Ακουαρέλα). Τρεις ιστορίες που συνθέτουν μια εικόνα μεγαλύτερη, εκείνη του κοινού βίου μιας πυρηνικής οικογένειας, που το εμβαδό του δείχνει μεγαλύτερο απ' όσο πραγματικά είναι, αφήνοντας χώρο στη συχνά καταχωνιασμένη ατομικότητα να φανεί. Το σημείο εκκίνησης δεν θα μπορούσε παρά να είναι μια μέρα φαινομενικά πανομοιότυπη με όλες τις άλλες. Ένα πρωινό που ο Παύλος με το παιδί ξεκινούν για το σχολείο και η Κάτια τους παρακολουθεί ενώ ξεμακραίνουν. Τα ρήγματα, άλλωστε, συνηθισμένες μέρες εμφανίζονται.

Η συγγραφέας με τρόπο λειτουργικό και έξυπνο σπάει την αφήγηση στα τρία. Για τον σιωπηλό Παύλο επιλέγει έναν τριτοπρόσωπο, παντογνώστη αφηγητή, που τον ακολουθεί στη διαδρομή για το σχολείο και μετά για τη δουλειά, μάρτυρα των μικρών ιεροτελεστιών της καθημερινότητας, των αθώων μυστικών, των αναλήψεων και των προλήψεων, των παιχνιδιών της μνήμης. Για την Κάτια, που δείχνει όλα να τα έχει υπό έλεγχο, η συγγραφέας επιλέγει μια δευτεροπρόσωπη αφήγηση καθρεπτική, ένα ιδιότυπο εις εαυτόν με εκείνη καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού να κρατά ένα λερωμένο παντελόνι στον ρόλο του μεταβατικού αντικειμένου, ακίνητη, ενώ τόσα έχουν να γίνουν. Για το παιδί, που είναι παιδί, τι άλλο παρά μια αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, γεμάτη από τις μεγάλες περιπέτειες της μέρας, που σπάει στα δύο, μισή στο σπίτι και μισή στο σχολείο, και την προσοχή του που στιγμή δεν ξεκουράζεται και ολοένα φεύγει και ξεμακραίνει.

Στην Ακουαρέλα, το κυρίως στοίχημα είναι η αποτύπωση των ευδιάκριτων φωνών. Το εύρημα με τη διαδοχή διαφορετικών αφηγηματικών προσώπων είναι έξυπνο, αλλά από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό. Η Σεμιτέκολου επενδύει πολλά σ' αυτό και ανταμείβεται για τον κόπο της, καθώς πετυχαίνει να αποτυπώσει πειστικά και γοητευτικά τους τρεις χαρακτήρες της, να φέρει στην επιφάνεια την αλήθεια του καθενός, αφήνοντας τις φωνές, τις σκέψεις, τις αναμνήσεις και τα συναισθήματά τους να ακουστούν καθαρά. Ξεχωριστής αναφοράς χρήζει η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του παιδιού. Η συγγραφέας υπερπηδά με άνεση το, αν και γνώριμο, συνήθως ανυπέρβλητο εμπόδιο της αποτύπωσης της παιδικής ομιλίας με τρόπο πειστικό και σύμφωνο της ηλικίας του, πετυχαίνοντας να προκαλέσει αβίαστα συγκίνηση και γέλιο, κυρίως στο κομμάτι που εκείνο αναρωτιέται πώς ζωγραφίζουμε το χιόνι στη λευκή σελίδα.

Αφού βρήκε το πώς θα ειπωθεί η κάθε ιστορία, ακολούθως η συγγραφέας όφειλε να ασχοληθεί με το περιεχόμενο. Τα μικρά, χρηστικά ευρήματα και οι επισκέψεις στο παρελθόν καθιστούν την αφήγηση σφιχτή, προσδίδοντας δυναμική και αυτονομία στην κάθε ιστορία, αλλά ταυτόχρονα και την απαραίτητη συνοχή που απαιτεί ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Παρότι οι ιστορίες των τριών δεν φέρουν κάποια εντυπωσιακή πρωτοτυπία, η Σεμιτέκολου πετυχαίνει να μετατρέψει την έλλειψη αυτή σε πλεονέκτημα, καθώς επιτρέπει στον αναγνώστη να αναγνωρίσει κάτι οικείο στη διαχείριση της καθημερινότητας, να διακρίνει κάτι από το δικό του παρελθόν και παρόν, κάτι από το ανθρώπινο υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένος.

Η Σεμιτέκολου, ψυχολόγος στο επάγγελμα, δεν επιτρέπει στην ιδιότητά της αυτή να πάρει εξ ολοκλήρου τα γκέμια και να την ξεστρατίσει από το λογοτεχνικό μονοπάτι που με φροντίδα χάραξε. Η Ακουαρέλα είναι ένα χαμηλών τόνων σπονδυλωτό μυθιστόρημα, μια λεπτοδουλεμένη αφήγηση, που καταφέρνει να εντυπωσιάσει χωρίς να το επιζητά, σε μια εποχή που κυριαρχούν άναρθρες κραυγές.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 16 Απριλίου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2022

Κομμένα κεφάλια - Pablo Gutiérrez

Πριν από τέσσερα χρόνια, είχαν προηγηθεί Τα ανατρεπτικά βιβλία του γεννημένου το 1978 στην Ουέλβα, Πάμπλο Γκουτιέρεθ. Ήταν η ιστορία μιας γριάς χήρας, της Ρέμε, που ζει στις εργατικές κατοικίες και βρίσκει καταφύγιο στην ανάγνωση. Μου είχε αρέσει αρκετά εκείνο το μυθιστόρημα, είχα σημειώσει το όνομα του  συγγραφέα ώστε να έχω τον νου μου σε περίπτωση που κάποιο άλλο δικό του βιβλίο κυκλοφορούσε στα ελληνικά, όπερ και εγένετο.

Γράφω την πρώτη φράση και γράφω ότι γράφω την πρώτη φράση, αν ήξερα να ζωγραφίζω  δεν θα έγραφα τίποτα, θα ζωγράφιζα το χέρι που ζωγραφίζει, και μετά τον καρπό, το μπράτσο, τα γόνατα, που μου χρησιμεύουν ως γραφείο, τα τζάμια ασφαλείας, τους δρόμους της αυτόματης πόλης. Στο κεφάλι μου γίνεται χαμός, είναι ένα κλουβί κι οι σκέψεις σαν έντομα, παρατηρώ τους μελαψούς ανθρώπους και φαντάζομαι τις ευλαβικές συζητήσεις τους, μιλάνε για τον Θεό, μιλάνε για λεφτά και μιλάνε για μένα, κανένας δεν κάθεται δίπλα μου, επειδή το τετράδιο των πενήντα πενών είναι μια συνοριακή γραμμή, από πού το έσκασε τόσο παράξενο θηλυκό.

Τη λένε Μαρία και άφησε πίσω της τη χώρα του Νότου, που τις ακτές της ακουμπά συνήθως απαλά η Μεσόγειος, μια χώρα που δεν ονομάζεται παρότι συνορεύει με την Πορτογαλία, για μια μεγαλούπολη του Βορρά, που δεν ονομάζεται παρότι χρησιμοποιούν στερλίνες και χρειάζεται πια να κρατά κανείς διαβατήριο για να αποδεικνύει ανά πάσα στιγμής ποιος είναι και πού πάει και τι τέλος πάντων γυρεύει εκεί. Μοιράστηκε δωμάτιο με τίμημα μια ασφαλή γειτονιά, εκεί πήγαιναν όσα φιλοδωρήματα με κόπο κέρδιζε, ώσπου μια μέρα δεν άντεξε άλλο την επιβίωση της ασφάλειας με συναισθηματικό κόστος έναν θόρυβο διαρκή και την απουσία οποιασδήποτε ιδιωτικότητας, ονειρεύτηκε ένα δωμάτιο με μια πόρτα να κλείνει πίσω της καθώς θα ξεντυνόταν επιστρέφοντας κουρασμένη μετά τη δουλειά. Απομακρύνθηκε αρκετές στάσεις του λεωφορείου, σ' ένα προάστιο ελάχιστα λαμπερό, με τη δική του εθιμοτυπία, μια πόλη μέσα στην πόλη, δυο φορές ξένη.

Τι και αν η Μαρία ήταν λευκή στον τόπο της και οι γονείς της πάντοτε ανησυχούσαν για την έκθεση της στον ήλιο, τώρα είναι στο μέσο της χρωματικής παλέτας, στη γειτονιά λευκή και πιο έξω μελαψή, πάντα το λάθος χρώμα. Τι και αν η Μαρία ήταν προνομιούχα, άφησε τη μικρή πόλη και σπούδασε, τώρα δεν είναι τίποτα· κάθε πρωί παίρνει το λεωφορείο μέχρι το φρανσάιζ καφέ στο οποίο εργάζεται, πάντα χαμογελαστή και πρόθυμη να ικανοποιήσει κάθε πελάτη, να μεταμορφώσει στη στιγμή κάθε παράλογη απαίτηση στο πλέον φυσιολογικό αίτημα, να μην αφήσει την κούραση να τρυπώσει στο πρόσωπό της. Τα πάντα είναι θέμα σύγκρισης άλλωστε και η Μαρία είναι μια εκπατρισμένη δεύτερης ή και τρίτης κατηγορίας, μόνο στον τίτλο διαφέρει από τους μετανάστες και όχι στα προνόμια. Και η πόλη, αρχικά λαμπερή και υποσχόμενη περιπέτειες, ολοένα και ξεφτίζει. Αρχίζει να γράφει σ' αυτό το τετράδιο των πενήντα πενών, τόσο κοστίζουν δύο μερίδες επιβίωσης, μια κονσέρβα φασόλια κι ένας φάκελος σούπα σε σκόνη, ένα ιδιότυπο ημερολόγιο, μια καταγραφή συμβάντων.

Αφήγηση πρωτοπρόσωπη, χειμαρρώδης, γεμάτη με θυμό και αγωνία, με διάθεση απολογιστική. Περίοδοι κοφτοί και ελάχιστο φτιασίδωμα, νεύρο και ένταση στο φουλ, κείμενο που λειτουργεί, ή φιλοδοξεί να λειτουργήσει, ως ένας ιδιότυπος καθρέφτης, ως ένας καμβάς μιας εν εξελίξει αυτοπροσωπογραφίας, να απαντήσει στο ερώτημα: γιατί γράφεται το ημερολόγιο αυτό; Και εν συνεχεία να περάσουμε στο δεύτερο σκέλος: γιατί αφορά τον αναγνώστη; Ο Γκουτιέρεθ, εκτός της προφανούς δυσκολίας αποτύπωσης μιας γυναικείας φωνής, αναμέτρηση στην οποία εναπόκειται στον κάθε αναγνώστη η τελική ετυμηγορία, πόσο πείστηκε και πόσο οικεία και γνώριμα γυναικεία δηλαδή τού ακούστηκε η φωνή, έχει να αναμετρηθεί και με τον κατ' επάγγελμα συγγραφέα, με τον ίδιο του τον εαυτό δηλαδή. Η αφήγηση της Μαρία (θα έπρεπε να) είναι μια αφήγηση ερασιτεχνική, βιωματική, που εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο το συναίσθημα, που απευθύνεται μόνο στον ίδιο της τον εαυτό. Εδώ έγκειται η δυσκολία, εδώ είναι το σημείο που στα δικά μου μάτια ο Γκουτιέρεθ τα καταφέρνει περίφημα, στο να προσδώσει την ένταση που η αλήθεια και η ανάγκη της γράφουσας φέρει, να ομαλοποιήσει τις γωνίες, να ισορροπήσει τις υπερβολές, να καλύψει την εξωτερική παρέμβαση στο ελάχιστο.

Ημερολόγιο στο οποίο διαρκώς επανέρχεται η σημείωση πως κανένας δεν θα αντικρίσει τις σελίδες αυτές, πως είναι αποκλειστικά και μόνο για εκείνη, επανάληψη που λειτουργεί ως υπενθύμιση στον αναγνώστη πως κοιτάζει μέσα από την κλειδαρότρυπα, πως αυτό το κείμενο δεν είναι για τα μάτια κανενός. Εύρημα ελάχιστο που ωστόσο λειτουργεί, σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται όσο καμία άλλη πριν από αυτή από το κοίταγμα στη ζωή των άλλων και από τον σχολιασμό που αναπόφευκτα ακολουθεί, μια νησίδα αυτόνομη, έξω από εκείνη αλλά μόνο δική της. Η Μαρία γράφει αυτό το ημερολόγιο για εκείνη, διόλου δεν την ενδιαφέρει η γνώμη σου, γράφει στο χαρτί σε μια εποχή ψηφιακής αποτύπωσης και θριάμβου των κοινωνικών δικτύων. Αφηγηματικά πρόσωπα όπως η Μαρία δοκιμάζουν τα όρια και τις αντοχές της ενσυναίσθησής μας και αναδεικνύουν το χάσμα των γενεών και των τάξεων μεταξύ των αναγνωστών, καθώς για κάποιους όλα αυτά αποτελούν προβλήματα πολυτελείας και για κάποιους άλλους υπερβολές ανωριμότητας, για την κάθε Μαρία ωστόσο είναι η καθημερινότητά της. Αλλά, μην πάμε μακριά, σε κάποιους λευκούς άντρες υπερβολή μοιάζει και ο φόβος μιας γυναίκας που γυρίζει βράδυ σπίτι της. Ναι, θα μπορούσε να πει κανείς, η Μαρία θα μπορούσε να γυρίσει σπίτι της, στους γονείς και στη χώρα της και στη στιγμή όλα να γίνουν πιο ρόδινα, μακάρι να ήταν τόσο απλό, αλλά δεν είναι.

Ο Γκουτιέρεθ μιλάει για μια κοινωνική ομάδα με χαρακτηριστικά υπό διαμόρφωση, για νέους με αρκετά προνόμια στις αποσκευές τους, που δυσκολεύονται να ζήσουν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους και ελάχιστοι νοιάζονται γι' αυτό, αφού το θεωρούν ένα απλό καπρίτσιο. Τόπος ολοένα και πιο κοινός στη σύγχρονη λογοτεχνία, εκεί που η Ευρώπη ακολουθεί την Αμερική, η χαρτογράφηση αυτής της γενιάς, που μόνο φαινομενικά διαφέρει από τους παππούδες της που αναζήτησαν αλλού μια καλύτερη τύχη, που βίωσαν στο πετσί τους τον ρατσισμό και την άνιση αντιμετώπιση. Μια γενιά που δεν πρόλαβε τις ενήλικες απολαβές του οικονομικού μπουμ, που ζει σε μια επισφάλεια πολυεπίπεδη και με το βάρος της ταμπέλας της κακομαθημένης, που τα βρήκε όλα στρωμένα και έτοιμα. Αλλά πίσω από το ατομικό, ο Γκουτιέρεθ αρθρώνει έναν λόγο έντονα πολιτικό, που καθιστά τη Μαρία μία μόνο εκδοχή του κόσμου γύρω μας, μια ακόμα εκδοχή που περνά απαρατήρητη, μια λεπτομέρεια ενός σύνθετα δύσκολα και άσχημα κόσμου.

Ο Γκουτιέρεθ αποτυπώνει μια κραυγή, ο αναγνώστης αντικρίζει το έδαφος που μοιράζεται με τη Μαρία. Τα Κομμένα κεφάλια είναι ένα μυθιστόρημα σύγχρονο, η αίσθηση που κυριαρχεί, η ανασφάλεια και ο θυμός, η ένταση στον δρόμο και πίσω από τον γκισέ, η αγωνία για το τέλος του μήνα, και που παρότι η δομή του είναι κλασική και γνώριμη, πολλάκις χρησιμοποιημένη στην παγκόσμια γραμματεία, είναι το περιεχόμενο εδώ, είναι η ίδια η Μαρία εκείνη που περισσότερο από όποιο πραγματολογικό στοιχείο αποτυπώνει τη συγχρονία. Κάποιες στιγμές ασφυκτικό, με ελάχιστες νότες αισιοδοξίας, ρεαλιστικό ακόμα και ως προς τη νοσταλγία του, καμία ωραιοποίηση δεν χωρά στο άβολο κάθισμα του πρωινού λεωφορείου. Στα καθ' ημάς, η Μαρία θα μπορούσε να είναι η Βέρα του Ζελιαναίου εδώ ή πρωταγωνίστρια σε κάποιο διήγημα της Στεργίου εδώ.

υγ. Για Τα ανατρεπτικά βιβλία περισσότερα θα βρείτε εδώ.

Μετάφραση Ιφιγένεια Ντούμη
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2022

Καραντίνα στο Νησί του Διαβόλου - Τζέημς Μήτσαμ

Τον Τζέημς Μήτσαμ τον «γνώρισα» τον Ιούνιο του 2020 όταν διάβασα τον Πολπόταμο. Αργότερα, στην αναγνωστική ανασκόπηση του πρώτου πανδημικού έτους, το βιβλίο έλαβε την άκρως τιμητική διάκριση Έκπληξη της χρονιάς (ή αλλιώς: Δεν ξέρω από πού μου ήρθε). Τέτοιες γνωριμίες γίνονται συνήθως σε ενημερωμένα βιβλιοπωλεία, έτσι και αυτή, αλλά ας μη γελιόμαστε, είναι τέκνα της τυχαιότητας και του ενστίκτου, αφού, ανάμεσα σε εκατοντάδες λίγο πολύ γνώριμους τίτλους από γνωστούς εκδότες, το μάτι ξεχώρισε το όνομα Τζέημς Μήτσαμ και έτσι ξεκίνησε το ξετύλιγμα του κουβαριού. Τότε, βέβαια, ακόμα δεν ήξερα πως είχα ήδη διαβάσει μια δική του μετάφραση, και πώς να το ξέρω δηλαδή αφού ως μεταφραστής του Έλεος και θνητότητα στη Βιέννη (ναι, του Τόμας Πίντσον) εμφανιζόταν ο Λούντβιχ Βαν Μπετόβεργ. Εν ολίγοις, ο Τζέημς Μήτσαμ είναι ένας πολυπράγμων ανθρώπινος οργανισμός που κινείται στο λογοτεχνικό (ίσως και όχι μόνο) περιθώριο και εμφανίζεται με πλείστα διαφορετικά ονόματα την τελευταία εικοσαετία, μεταφέροντας και εκτός χαρτιού μια διάθεση παιγνιώδη και κρυπτική, αμιγώς λογοτεχνική, αν με ρωτάτε.

Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε το (μάλλον) τελευταίο του βιβλίο, Καραντίνα στο νησί του διαβόλου, με ένα εξώφυλλο τρομερά παλπ, αισθητικά προερχόμενο κατευθείαν από το μακρινό πια παρελθόν, δηλωτικό ωστόσο των συγγραφικών προθέσεων και καταβολών, που χαρακτηρίζονται από διάχυτη ποικιλομορφία και εσωτερικευμένη αντίφαση. Ήδη από την πρώτη πρόταση της εισαγωγής ο Μήτσαμ ξεκαθαρίζει πως «είναι κρίμα, εν έτει 2022, να γράφονται ακόμα συμβατικά μυθιστορήματα, νουβέλες και διηγήματα, λες και βρισκόμαστε  στον 19ο αιώνα, όταν εδώ και περισσότερα από εκατό χρόνια οι Φουτουριστές, το Dada, οι Σουρεαλιστές και ο James Joyce και, αρκετά πτώματα αργότερα, στο δεύτερο κύμα, ο W.S. Burroughs, η Ψυχεδέλεια και το Punk, έχουν καταργήσει κάθε συμβατικό κανόνα στην καλλιτεχνική δημιουργία και μας έχουν δείξει πώς να παίζουμε δημιουργώντας και καταστρέφοντας σύμπαντα και λαβυρίνθους, θέτοντας κατά βούληση τους δικούς μας κανόνες, σε συνθήκες απόλυτης δημιουργικής ελευθερίας, αγγίζοντας νέα ύψη ψυχοσωματικής ηδονής και ευδαιμονίας».

Στο ρήμα «παίξουμε» εντοπίζεται ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής του Μήτσαμ, στην έλλειψη σοβαροφάνειας το υπόλοιπο. Δεν επιχειρεί να πείσει, πρώτα τον εαυτό του και ύστερα τον αναγνώστη, πως φέρει κάποια πρωτοπορία, επιλέγοντας να παίξει χρησιμοποιώντας την τεχνική της μεταστροφής· να αποσπάσει δηλαδή κάτι από το αρχικό του πλαίσιο, να το πειράξει και να το εντάξει σε μια διαφορετική υφολογική και νοηματική βιοποικιλότητα. Μια τεχνική που λογοτεχνικά αποτυπώνεται υποδειγματικά στις περιβόητες Ασκήσεις ύφους του Ρειμόντ Κενό και μουσικά εδώ και δεκαετίες στη τζαζ αλλά και τη λόγια μουσική. Το απόσπασμα το οποίο ο Μήτσαμ επέλεξε για να παίξει στο πρώτο μέρος του βιβλίου προέρχεται από το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Αντόλφο Μπιόυ Κασάρες Σχέδιο διαφυγής, σε μετάφραση Ντ. Σωτήρα. Ο Μήτσαμ πραγματοποιεί εννέα παραλλαγές του αρχικού μοτίβου, πειράζοντας τόσο το ύφος όσο και το περιεχόμενο, σ' ένα αποτέλεσμα ιδιαίτερα ενδιαφέρον, ειδικά για τους λάτρεις του πρωτότυπου μυθιστορήματος, καθώς μέσα από το παιχνίδι ο μεταποιητής συγγραφέας φροντίζει, εκτός των άλλων, να δημιουργήσει αναλογίες μεταξύ των δύο εποχών, υπογραμμίζοντας τη διαχρονικότητα και τη διατοπικότητα βιβλίων όπως αυτό του Κασάρες, που ως πρώτο συστατικό έχουν τον τρόμο και την παραβολή.

Ως υπενθύμιση και σύνδεση με το μυθιστόρημα του Κασάρες θα αναφέρω λίγα λόγια σχετικά με την κεντρική υπόθεση: Ο Ανρί Νεβέρ αναγκάζεται να μπαρκάρει εξαιτίας μιας διαμάχης γύρω από την οικογενειακή επιχείρηση. Αφήνει πίσω του την Ιρέν. Υποψιάζεται πως ο εξαναγκασμός του σε φυγή αποτελεί σχέδιο σκοτεινό του Ξαβιέ, που τώρα απέμεινε να πολιορκεί την Ιρέν δίχως αντίπαλο. Ο Ανρί την εμπιστεύεται αλλά φοβάται μήπως δεν αντέξει για πολύ. Καταφτάνει στην Καγκέν τέλη Γενάρη. Εκεί θα έρθει αντιμέτωπος με συνθήκες πρωτόγνωρες για τον ίδιο, ένα νησιωτικό σύμπλεγμα - τόπος φυλακής και εξορίας. Διαρκής αμφιβολία στην αναζήτηση κάποιου έμπιστου, οι υποψίες αναζητούν αποδείξεις, η λογική τον καλεί να μείνει μακριά από τη Νήσο του Διαβόλου, μάταια. Πίσω από τους τοίχους των φυλακών διαδραματίζονται σχέδια που δεν τα χωρά - αρχικά - ο ανθρώπινος νους, μπροστά τους, η στέρηση της ελευθερίας μοιάζει να ωχριά.

Το παιχνίδι του Μήτσαμ λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της καραντίνας, όπως άλλωστε φαίνεται και από τον τίτλο, η υγειονομική κατάσταση εκτάκτου ανάγκης στην οποία περιήλθε μεγάλο μέρος του πλανήτη αποτελεί μια βάση έμπνευσης, μάλλον αναγκαστικής. Το παιχνίδι αποκτά εδώ χαρακτηριστικά ενός σχεδίου διαφυγής από την πραγματικότητα, είναι ο τρόπος του λογοτέχνη να διατηρηθεί πνευματικά υγιής σε συνθήκες εγκλεισμού και παράνοιας, να κρατήσει απασχολημένο το μυαλό του, θέτοντας ο ίδιος τα όρια και τους περιορισμούς, ακόμα και αν στη συνέχεια αποφασίσει να τα παραβιάσει επειδή ο ίδιος το θέλησε, χωρίς να είναι υπόλογος σε τίποτα και σε κανέναν παρά μόνο στον ίδιο του τον εαυτό. Είναι ταυτόχρονα και ο τρόπος του να αποδώσει έναν ασεβή φόρο τιμής σ' ένα σπουδαίο βιβλίο, με έναν τρόπο λογοτεχνικό και άρα απαλλαγμένο από το βάρος της αστικής ευγένειας και των δήθεν καλών τρόπων, αναγνωρίζοντας σ' αυτό το κατάλληλο για το παιχνίδι του μοτίβο.

Ο Μήτσαμ μετά τον Κασάρες επιλέγει να παίξει και με τον Χέγκελ, πειράζοντας ένα απόσπασμα από τη Φαινομενολογία του νου (μτφρ. Γ. Φαράκλας) που με διαφορετική κάπως διατύπωση συναντάται και στη Φαινομενολογία του πνεύματος (μτφρ. Δ. Τζωρτζόπουλος) με ήρωα των παραλλαγών αυτών τον Τζακ Τζόουνς. Από τις είκοσι τρεις παραλλαγές, αρκετές ιδιαιτέρως απολαυστικές και ευφάνταστες, παραθέτω εκείνη που λόγω εποχής περισσότερο με άγγιξε και έχει να κάνει με τις διακοπές στην κοντινή Ικαρία, ζήτημα φιλοσοφικό εκ φύσεως, υποταγμένο δε στη μαζικότητα και το hype:

Οι διακοπές μας είναι η γέννηση και η φθορά μας, δίχως οι ίδιες να έχουν γένεση ούτε φθορά, παρά κυλάνε καθεαυτές και αποτελούν την ενεργό πραγματικότητα και την κίνηση της ζωής του Τζακ Τζόουνς. Ο Τζακ έχει παγιδευτεί λοιπόν στο ικαριώτικο πανηγύρι, κανένα μέλος του οποίου δεν είναι ξενέρωτο· φλογερές κοκκινομάλλες στέλνουν στην κόλαση φλεγόμενους ταξιδιώτες, αντάρτες αρπάζουν μπριζόλες από τραπέζια αθώων οικογενειών, πάνκισες παίρνουν πίπες πίσω απ' τα δέντρα, φρίκουλες χορεύουν ινδιάνικους χορούς, ελκυστικές πρεζοκαγκουρίνες ενεδρεύουν με μαχαίρια στο σκοτάδι, τρίπιοι χούλιγκαν καταλήγουν στην παραλία για να δουν τα χρώματα της ανατολής· κι επειδή κάθε μέλος χάνεται απ' την στιγμή που αποκόπτεται απ' το πανηγύρι, αυτή η μέθη είναι η νηφάλια γαλήνη στο μάτι της καταιγίδας. Ναι μεν οι επιμέρους γκρούβαλοι καταδικάζονται απ' το δικαστήριο της Σάμου για παράνομη κατασκήνωση, αποτελούν ωστόσο θετικές αναγκαίες στιγμές τόσο όσο είναι αρνητικές και προπηλακιζόμενες από κουκουέδες.- Στο σύνολο της κίνησης, ιδωμένο ως χανγκόβερ, ό,τι διακρίνεται μέσα της και προικίζεται με ιδιαίτερη ύπαρξη διαφυλάσσεται ως κάτι που εν-θυμείται, εσωτερικό στον εαυτό του, που η ύπαρξη του είναι η φάση του, όπως κι αυτή είναι εξ ίσου άμεσα ύπαρξη.

Η Καραντίνα στο Νησί του Διαβόλου υπήρξε ένα ξεχωριστό και απολαυστικό βιβλίο, αυθεντικά παλπ και περιθωριακό, όχι καλογυαλισμένο και σε σημεία δύστροπο και απαιτητικό, ξεκάθαρα γέννημα ενός μυαλού που τρελαίνεται για τις λέξεις και το παιχνίδισμά τους, γραμμένο σε συνθήκες επιπρόσθετα του κανονικού δυστοπικές, γραμμένο ωστόσο όχι για να αρέσει, αλλά για να ικανοποιήσει πρώτα και κύρια τον ίδιο τον Μήτσαμ, να εκτονώσει τη δική του ανάγκη, να αντέξει το βάρος που του αποθέτει στις γραμμές του ο δημιουργός. Ιδιαίτερο, όπως και αν έχει, σε μια εποχή ομοιομορφίας παρά την κατανάλωση τόνων χαρτιού.

υγ. Για τον Πολπόταμο περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Ο Κενοειδής εδώ, για το αριστούργημα του Κασάρες, εννέα χρόνια πριν, εδώ.

Εκδόσεις κουκουνιάου

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2022

Τι σημαίνει να είσαι άντρας - Nicole Krauss

Ένας φόβος συντροφεύει την αγάπη μου για κάθε ξένο συγγραφέα, ένας μικρός εφιάλτης που συνοψίζεται στην πιθανότητα να κριθεί εμπορικά ασύμφορος από τον Έλληνα εκδότη με αποτέλεσμα την παύση της περαιτέρω έκδοσης του έργου του· δεν είναι λίγες αυτές οι περιπτώσεις. Και η Νικόλ Κράους είναι μια συγγραφέας που αγαπώ να διαβάζω, αίσθημα που γεννήθηκε ήδη από το Όταν όλα καταρρέουν, το πρώτο μυθιστόρημά της που διάβασα, δέκα χρόνια πριν, για να μεγαλώσει με το Η ιστορία ενός έρωτα και το Δάσος σκοτεινό που ακολούθησαν. Κάθε αναγγελία σχετικά με μια επόμενη έκδοση κάποιου έργου της με γέμιζε χαρά και προσμονή. Έτσι συνέβη και τώρα, παρότι την Κράους μέσα μου την έχω κατατάξει στους υπηρέτες της μεγάλης φόρμας και το διήγημα ως είδος δεν είναι του απόλυτου γούστου μου.

Στο μυαλό μου, οι συγγραφείς μυθιστορημάτων χρησιμοποιούν το διήγημα ως καμβά πειραματισμών και δοκιμών, αναζητούν σε αυτά τον τρόπο που μια ιδέα μπορεί να λειτουργήσει, γυρεύουν την αφηγηματική φωνή, γνωρίζουν τους χαρακτήρες τους. Επίσης, απαλύνουν το μπλοκάρισμα, πετούν από πάνω τους τις προηγούμενες σελίδες, ενώ ταυτόχρονα ξεκουράζονται και αντλούν την ικανοποίηση που η τοποθέτηση της τελευταίας τελείας φέρει. Υπάρχει λοιπόν ένας συνδετικός ιστός ανάμεσα στα διηγήματα και το κάθε μυθιστόρημα, που μαζί δημιουργούν μια υποπερίοδο στο συγγραφικό κόρπους. Έχοντας αυτό κατά νου, πριν από την ανάγνωση αναζήτησα στις τελευταίες σελίδες της έκδοσης τη λίστα με τις πρώτες δημοσιεύσεις των διηγημάτων αυτών ώστε να τα αντιστοιχήσω με τα μυθιστορήματα της Κράους.

Τα διηγήματα που συνθέτουν το Τι σημαίνει να είσαι άντρας εκτείνονται σε μια περίοδο σχεδόν είκοσι χρόνων. Το παλαιότερο (Μελλοντικές έκτακτες ανάγκες) δημοσιεύτηκε το 2002 παράλληλα με την κυκλοφορία του πρώτου της μυθιστορήματος (Man walks into a room), αμετάφραστου ακόμα στα μέρη μας. Ανάμεσα στο Όταν όλα καταρρέουν (2010) και το Δάσος σκοτεινό (2017), περίοδος που επισκιάστηκε από τον χωρισμό της με τον Τζόναθαν Φόερ, συναντάμε τρία διηγήματα. Το Στον κήπο, που διαφέρει αρκετά σε ύφος από τα υπόλοιπα, φέροντας κάτι από τη λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής, υποδόρια πολιτικό, διήγημα στο οποίο νιώθει κανείς την παρουσία του νεκρού Χιλιανού ποιητή (βλ. Όταν όλα καταρρέουν). Αντίθετα, στα Εγώ κοιμόμουν, μα ξαγρύπνα μου η καρδιά και το Ο Ζούσια στη στέγη παρατηρείται μια απόπειρα διαπραγμάτευσης του εβραϊκού ζητήματος, της απόστασης που χωρίζει το σύγχρονο Ισραήλ από τη Νέα Υόρκη. Μάλιστα, για όποιον έχει διαβάσει το Δάσος σκοτεινό, η επίσκεψη της αφηγήτριας στο Εγώ κοιμόμουν... στο σπίτι του νεκρού πατέρα της στο Ισραήλ φέρει μια οικειότητα. Εντούτοις, και επειδή η έξη στη λογοτεχνία είναι ισχυρή, περισσότερο ενδιαφέρον βρήκα στις υποθέσεις σχετικά με το πιθανό επόμενο βήμα της Κράους, επιχειρώντας να διακρίνω σημάδια στα τρία διηγήματα που δημοσιεύτηκαν μετά την κυκλοφορία του Δάσος σκοτεινό (Βλέποντας τον Ερσαντί, Ελβετία, Τι σημαίνει να είσαι άντρας). Για τα υπόλοιπα διηγήματα (Η συντέλεια του κόσμου, Amour, Ο σύζυγος) δεν έχουμε χρονολογικά στοιχεία, αλλά υπάρχει ένας κοινός θεματικός πυρήνας περιστροφής γύρω από τον χωρισμό ενός ζευγαριού, για την ακρίβεια σχετικά με την επόμενη μέρα. Το ομώνυμο διήγημα της συλλογής διαθέτει έναν χαρακτήρα πειραματικό και νομίζω πως εντός του κρύβεται μέρος των όσων απασχολούν λογοτεχνικά την Κράους αυτή την περίοδο.

Η μικρή φόρμα ενέχει ιδιαίτερες απαιτήσεις. Από το πρώτο κιόλας διήγημα της συλλογής (Ελβετία) η Κράους αίρει κάθε αμφιβολία, αποδεικνύοντας την ικανότητά της στην πύκνωση που το είδος απαιτεί, στην οικονομία του λόγου επίσης, στην έλλειψη του περιττού, στην διαπραγμάτευση του χρόνου, χωρίς όλα αυτά να γίνονται εις βάρος των δεδομένων αρετών που η γραφή της διαθέτει. Λίγες σελίδες τής είναι αρκετές για να αφηγηθεί μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, μια ιστορία που στέκει αυτόνομη και που στο υπέδαφός της κρύβει όσα δεν ειπώθηκαν αλλά είναι εκεί, απαραίτητα για την ισορροπία της κατασκευής, το πριν και το μετά της ιστορίας, ανάμεσα σε άλλα. Γενικότερα, θα μπορούσε κάποιος να πει πως τα διηγήματα της συλλογής αυτής είναι υποδειγματικά ως προς αυτά που το είδος της μικρής φόρμας απαιτεί. Και είναι υποδειγματικά χωρίς η τεχνική να επισκιάζει την απόλαυση και το συναίσθημα. Ο τρόπος που γράφει η Κράους έχει κάτι το κεντροευρωπαϊκό, εκτός από το Στον κήπο. Εκεί μοιάζει να βρίσκονται οι εκβολές των επιρροών της, στα μέρη εκείνα που κατά το παρελθόν η εβραϊκή κοινότητα άνθησε και λογοτεχνικά. Η εβραϊκή ταυτότητα παίζει σημαντικό ρόλο στο κόρπους της Κράους και στα διηγήματα της συλλογής αυτής συναντάται συχνά είτε ως πρωτεύον συστατικό είτε ως στοιχείο στο παρασκήνιο. Τα διηγήματα της Κράους είναι προσωποκεντρικά, περιστρέφονται γύρω από τις σχέσεις, ερωτικές και οικογενειακές, από τις προκλήσεις της ζωής και τον φόβο του αύριο, επισκιάζονται από το παρελθόν, τις ατομικές αποφάσεις και τα μεγάλα γεγονότα, έρχονται αντιμέτωπα με τον θάνατο.

Θα σταθώ ιδιαίτερα σ' ένα ζεύγος διηγημάτων. Στα Βλέποντας τον Ερσαντί και Amour η Κράους τοποθετεί στον πυρήνα δύο σπουδαία επιτεύγματα του παγκόσμιου κινηματογράφου, από τη μια τη Γεύση του κερασιού του Κιαροστάμι και από την άλλη το Amour του Χάνεκε. Διαπραγματεύεται, παράλληλα και ταυτόχρονα πίσω από κάθε μια από τις ιστορίες, τον τρόπο με τον οποίο η τέχνη, και δη ο κινηματογράφος, μας ορίζουν, το πώς κάποιος, ο δημιουργός, που δεν μας γνωρίζει μας προσφέρει ένα δώρο βάζοντας σε σειρά το χάος, εικονοποιώντας το, δώρο το οποίο εναπόκειται σε εμάς το πώς θα το αντιμετωπίσουμε, αν θα τρέξουμε να το καταχωνιάσουμε πίσω από την καθημερινότητα ή αν θα πατήσουμε πάνω του για το αύριο, ένα παιχνίδι λέξεων ανάμεσα στη διασκέδαση και την ψυχαγωγία κρύβεται εδώ. Ο τρόπος με τον οποίο η Κράους εμπνέεται είναι τέτοιος που δεν μπορεί παρά να εμπεριέχει σε μεγάλη ποσότητα κάποιο βίωμα, μια σκέψη ή ένα όνειρο. Ο κάπως μεταφυσικός χαρακτήρας των δύο διηγημάτων τα απογειώνει, καθώς θολώνει το όριο ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό ή ονειρικό. Ειδικά στο Amour, η συγγραφέας έρχεται να προσθέσει ένα δυστοπικό στοιχείο, σαν να θέλει να πει πως η δύναμη της τέχνης, δύναμη συχνά επικίνδυνη και διόλου ευχάριστη, παρότι καθαρτική, δεν περιορίζεται στην ασφάλεια του κόσμου όπως τον αντιλαμβανόμαστε, πως η ανάγκη μας για αγάπη υπερβαίνει τη συντροφικότητα και δεν συντρίβεται από την όποια καταστροφή.

Τα διηγήματα του Τι σημαίνει να είσαι άντρας είναι, επιτρέψτε μου, εντυπωσιακά. Η Κράους είναι μια από τις σημαντικότερες συγγραφείς της εποχής μας και η μετάφραση της από την Ιωάννα Ηλιάδη είναι μια ιδιαιτέρως ευτυχής συγκυρία για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

υγ. Για τα προηγούμενα μυθιστορήματα περισσότερα θα βρείτε εδώ (Όταν όλα καταρρέουν), εδώ (Η ιστορία ενός έρωτα) και εδώ (Δάσος σκοτεινό). Για το Amour του Χάνεκε, εδώ.

υγ2. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα, περισσότερα εδώ

Μετάφραση Ιωάννα Ηλιάδη 
Εκδόσεις Μεταίχμιο