Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2023

Η πλωτή όπερα - John Barth

Τα βιβλία του Μπαρθ πέρασαν μάλλον αδιάφορα κατά την κυκλοφορία τους στη χώρα μας, εξ ου και παραμένουν από χρόνια εξαντλημένα. Της Πλωτής όπερας είχε προηγηθεί Το τέλος του δρόμου, βιβλίο το οποίο, με αρκετή δόση τύχης, είχα βρει σε κάποια εξόρμηση στα παλαιοβιβλιοπωλεία. Η τότε ανάγνωση είχε εν πολλοίς δικαιολογήσει τα λόγια θαυμασμού που διάβαζα εδώ και εκεί, ενώ το κείμενο εκείνο έκλεινε με τις μηχανές αναζήτησης της Πλωτής όπερας στο φουλ. Ήμουν εκ νέου τυχερός. Ο Κ. είχε το βιβλίο που έψαχνα και έψαχνε το βιβλίο που εγώ είχα. Η ανταλλαγή έγινε επί ίσοις όροις. Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια.

Όταν θυμήθηκα το βιβλίο αυτό, διάβαζα Γουάλας, το Κορίτσι με τα παράξενα μαλλιά. Ένα νήμα, καθόλου αναπάντεχο, οδηγούσε στα μέσα του προηγούμενου αιώνα και τη γέννηση του αμερικανικού μεταμοντερνισμού του οποίο ο Μπαρθ υπήρξε βασικός εισηγητής. Δεδομένα, θεωρώ, υπήρξε ένας από τους συγγραφείς που ο Γουάλας μελέτησε ενδελεχώς, μια προφανής επιρροή στο μετέπειτα έργο του. Πρόσθετο ενδιαφέρον παρουσίαζε το γεγονός πως Η πλωτή όπερα υπήρξε το πρώτο, αρκετά περιπετειώδες, εκδοτικό βήμα του Μπαρθ, αρκετό καιρό πριν καθιερωθεί στα λογοτεχνικά πράγματα και ταυτιστεί με το μεταμοντέρνο campus novel. Κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα.

Λοιπόν. Το όνομά μου είναι Τοντ (Todd) Άντριους. Γράφεται με ένα ή με δύο d· λαβαίνω επιστολές με το όνομά μου γραμμένο και με τους δύο τρόπους. Σε αποτρέπω πάντως από το να θεωρήσεις ότι γράφεται με ένα d, από φόβο μην σκεφτείς, «Tod στα γερμανικά σημαίνει θάνατος: μπορεί το όνομα να είναι συμβολικό». Εγώ ο ίδιος το γράφω με δύο d, εν μέρει για να αποφεύγω τέτοιους συμβολισμούς. Τελικά όμως δεν έχει νόημα να σε αποτρέψω, κι αυτό διότι μόλις μου πέρασε από το μυαλό ότι το Τοντ με δύο d είναι επίσης συμβολικό, και δικαίως. Tod σημαίνει θάνατος, και το βιβλίο δεν ασχολείται πολύ με το θάνατο· ο Todd είναι παρ' ολίγον Tod –δηλαδή, παρ' ολίγον θάνατος– και το βιβλίο, αν το γράψω τελικά, θα έχει πολύ μεγάλη σχέση με τον παρ' ολίγον θάνατο.

Η παραπάνω παράγραφος, κάπου στις πρώτες σελίδες της Πλωτής όπερας συμπυκνώνει σε μεγάλο βαθμό διάφορες από τις παραμέτρους του μυθιστορήματος αυτού, σε βαθμό τέτοιο που θα μπορούσε άνετα να σταθεί και ως μια παράδοξη, αλλά ταυτόχρονα λειτουργική, περίληψη: το πρώτο πρόσωπο της αφήγησης μας συστήνεται και μας απευθύνεται ευθέως, ενώ και η διαδικασία της γραφής του βιβλίου τοποθετείται εξ αρχής στον πυρήνα της πρόζας· κάποια από τα βασικά στοιχεία του μεταμοντερνισμού εντοπίζονται εδώ. Την ίδια στιγμή, μαζί με το ύφος της γραφής,  –σ' ένα μόνο από τα αρκετά παιχνίδια, με άθροισμά τους το ίδιο το βιβλίο– το λεκτικό παιχνίδι με το όνομά του, το σχετικό με τον παρ' ολίγον θάνατο, ισχυρίζεται πως μόλις του πέρασε από το μυαλό, γεγονός που καθιστά τον αφηγητή ύποπτο για αναξιοπιστία, βέβαια, ήμασταν κιόλας προκατειλημμένοι· κάποιος που αφηγείται τη ζωή του θεωρείται κιόλας ύποπτος. Η κυρίως δράση τοποθετείται στη διάρκεια μιας μέρας, κατά την οποία ο Τοντ είχε αποφασίσει να αυτοκτονήσει, απόφαση που τελικά δεν τήρησε, ένας παρ' ολίγον θάνατος, λοιπόν.

Ο Τοντ, από χρόνια, κρατάει αναλυτικές σημειώσεις για τη ζωή του, ακολουθώντας ένα προσωπικό και σύνθετο τρόπο αρχειοθέτησης. Βασικό ζητούμενο της Έρευνας είναι να καταλάβει τους λόγους που οδήγησαν τον πατέρα του, πετυχημένο δικηγόρο αλλά όχι οξυδερκή επενδυτή, στην αυτοκτονία. Η αυτοκτονία του πατέρα του ήταν εκείνη που του άνοιξε τις πόρτες για μια επικερδή καριέρα στα νομικά, καθώς, ξαφνικά, προστέθηκαν στο ως τότε προβληματικό και ελλιπές πελατολόγιο του όλοι όσοι εμπιστευόντουσαν τις υποθέσεις τους στον εκλιπόντα. Ο Τοντ ισχυρίζεται πως δεν είναι σίγουρος για την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία επρόκειτο να αυτοκτονήσει, ήταν είτε η 21η είτε η 22η Ιουνίου του 1937, στοιχείο που προστίθεται στο κατηγορητήριο περί αναξιοπιστίας, καθώς μοιάζει μάλλον απίθανο κάποιος άνθρωπος όπως ο Τοντ, που με περισσή σχολαστικότητα κρατάει τα πρακτικά της ζωής του, να μην θυμάται με ακρίβεια μια τόσο σημαντική μέρα. Το βιβλίο είναι στην ουσία μια εκ των υστέρων ανάληψη των γεγονότων εκείνων, και ειδικότερα της μέρας της παρ' ολίγον αυτοκτονίας του, αλλά και των πολλών σκέψεων επί αυτών.

Υπενθυμίζεται εδώ πως Η πλωτή όπερα υπήρξε το πρωτόλειο μυθιστόρημα του Μπαρθ και αυτό γίνεται για να προσδώσει επιπλέον δέος στον αναγνώστη για τον τρόπο με τον οποίο έλαβε και εφάρμοσε τις απαραίτητες για τη στατικότητα της κατασκευής επιλογές, την αυτοπεποίθηση με την οποία δεν διστάζει να παίξει το παιχνίδι της γραφής, να δοκιμάσει τα όρια του αντιθετικού ζεύγους κωμικού και τραγικού, να κρύψει την όποια διεργασία και σκέψη πίσω από το παραβάν ενός ανέμελου προσωπικού στοχασμού, να περιδιαβεί, ακολουθώντας τον αφηγητή του, φαινομενικά αγόγγυστα το αγωνιώδες μονοπάτι του υπαρξισμού, να βγάλει τη γλώσσα στον θάνατο αλλά και στην αυτοκτονία, απαντώντας μ' ένα σήκωμα του ώμου σ' ένα από τα μεγαλύτερα φιλοσοφικά διλήμματα του περασμένου αιώνα όπως ο Καμύ το έθεσε, να καταστήσει εν τέλει συμπαθή τον αφηγητή του που μάλλον για το αντίθετο μοιάζει να μοχθεί, δίνοντάς του διαστάσεις ανθρώπινες και όχι ηρωικές, να δώσει επίσης βάθος στον αρχικά ρηχό ορίζοντα αναγνωστικών προσδοκιών, να αναφερθεί στο αμερικάνικο όνειρο εξ αντανακλάσεως και να προκαλέσει δυσανεξία στο συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας, με λίγα λόγια, να φωνάξει: καλησπέρα σας, είμαι ο Τζον Μπαρθ.

Επιστρέφοντας στην άλλη πλευρά του νήματος, στον Γουάλας δηλαδή, και έχοντας πάντοτε υπόψη την εκ του σύνεγγυς ματιά στο λογοτεχνικό ποτάμι, μπορεί κανείς να διαπιστώσει το πώς ενσωματώνεται αρμονικά και αξιοποιείται κατάλληλα η καλά χωνεμένη επιρροή. Ανάμεσα σε άλλα, πολλά από τα οποία εμφανίζονται στα παραπάνω (φαινομενικά και μόνο) αντιθετικά ζεύγη, εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο Μπαρθ διαχειρίζεται με ευκολία το υψηλό και το χαμηλό, το σπουδαίο και το κατακάθι, κάτι το οποίο ο Γουάλας το οδήγησε σε δυσθεώρητα ύψη, αλλά και το πώς καταφέρνει να προσφέρει αναγνωστική απόλαυση σε κομμάτια που στην περιγραφή τους και μόνο κάποιος θα έπαιρνε το ρίσκο να τα παραβλέψει, και εδώ αναφέρομαι κυρίως στις σελίδες εκείνες της νομικής σκέψης, τον σχεδιασμό της στρατηγικής βήμα προς βήμα. Θυμήθηκα τον Χλωμό βασιλιά, για χάρη του οποίου ο Γουάλας παρακολούθησε αρκετά μαθήματα οικονομικών, και πέτυχε να μιλήσει για την πλήξη από το κεντρικό της παράρτημα εκείνο της φορολογικής υπηρεσίας, το βασίλειο των βασιλείων της γραφειοκρατίας.

Η πλωτή όπερα, ένα σκάφος το οποίο περιοδεύει από θαλάσσης και που διαδραματίζει, σε μια από τις ελάχιστες διασωθείσες εκ των προτέρων αναγνωστικές βεβαιότητες, καταλυτικό ρόλο στην ιστορία αυτή, είναι ίσως το πλέον εγκιβωτισμένο στην ίδια την πρόζα λογοτεχνικό, και όχι μόνο, μανιφέστο, ο αποσπασματικός και κατακερματισμένος τρόπος με τον οποίο λειτουργούμε ως παρατηρητές του τριγύρω κόσμου. Μια ευτυχής συγκυρία που με έκανε να διαβάσω ένα βιβλίο το οποίο διαρκώς παραχωνόταν όλο και βαθύτερα σε σημεία της βιβλιοθήκης που ούτε η σκόνη πια δεν φτάνει. Και επειδή τέτοια βιβλία πάντοτε οδηγούν σε άλλα, μέσα από ευθείς ή πλάγιες διαδρομές, σκέφτομαι έντονα πως κάποια στιγμή θα ήθελα να διαβάσω ξανά τον Συνασπισμό ηλιθίων του Τουλ. Παράλληλα, βέβαια, πρέπει για ακόμα μια φορά να θέσω στο φουλ τις μηχανές αναζήτησης για κάποιο από τα υπόλοιπα εξαντλημένα βιβλία τού Μπαρθ. Αν υπάρχει κάποιος πρόθυμος ας μου σφυρίξει.

υγ. Η έκδοση του βιβλίου, με το τόσο ταιριαστό εξώφυλλο από το Stranger than paradise του Τζάρμους, είναι κάτι παραπάνω από άρτια. Η εισαγωγή του συγγραφέα, αλλά και το επίμετρο του ίδιου, στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρεται και στις λύσεις που του προσέφερε η ανάγνωση του σπουδαίου Βραζιλιάνου Μαρία Ματσάδο ντε Άσις. Στο άκρως κατατοπιστικό και ικανοποιητικής έμπνευσης επίμετρο του Δημήτρη Τζιόβα, διαβάζουμε: «Οι συγγραφείς που –ο Μπαρθ– ξεχωρίζει ως τους πιο αντιπροσωπευτικούς του μεταμοντερνισμού είναι ο Ίταλο Καλβίνο και ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, λέγοντας ότι αν ο Θερβάντες ήταν το υπόδειγμα του προμοντερνισμού, ο Μπόρχες υπήρξε η εμβληματική dernier cri του μοντερνισμού και ταυτόχρονα η γέφυρα ανάμεσα στο τέλος του δέκατου ένατου και του εικοστού αιώνα, ενώ ο Γκαρσία Μάρκες αποτελεί τον αξιοζήλευτο διάδοχό του, όντας ένας υποδειγματικός μεταμοντερνιστής και ένας απαράμιλλος τεχνίτης της αφήγησης. Ο λόγος που ξεχωρίζει τον Καλβίνο και τον Μάρκες ως τους πιο αντιπροσωπευτικούς μεταμοντερνιστές είναι γιατί εκφράζουν τη σύνθεση του παλιού με το νέο, κάτι που και ο ίδιος επιχειρεί σε αρκετά μυθιστορήματά του».

υγ.2 Για Το τέλος του δρόμου περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Κορίτσι με τα παράξενα μαλλιά εδώ, για τον Συνασπισμό ηλιθίων εδώ, για το Δύσκολοι έρωτες του Καλβίνο εδώ, ενώ για τον Έρωτα στα χρόνια της χολέρας του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες εδώ.

Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2023

Κορίτσι με παράξενα μαλλιά - David Foster Wallace

Όταν, πάνε πια πάνω από δέκα χρόνια, έπεσε στα χέρια μου η Λήθη, που στην ελληνική έκδοση της προσαρτήθηκε μάλλον αυθαίρετα ο επιθετικός προσδιορισμός αμερικανική, έπαθα σοκ. Αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει συχνά και καμία σχέση δεν έχει με την ανάγνωση ενός καλού ή πολύ καλού βιβλίου. Περισσότερο προσομοιάζει με την ανακάλυψη ενός καινούριου τόπου, ενός τόπου που δεν μπορούσες καν να φανταστείς την ύπαρξή του λίγα δευτερόλεπτα πριν από το γύρισμα της πρώτης σελίδας. Τότε, ψάχνοντας, έμαθα πως το magnus opus του αυτόχειρα Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας ήταν το αμετάφραστο, ακόμα και σήμερα αν και ετοιμάζεται, Infinite Jest. Άλλωστε, τη στιγμή εκείνη μόνο ένα ακόμα έργο του είχε μεταφραστεί στα ελληνικά και έδειχνε εξαντλημένο, η συλλογή διηγημάτων Κορίτσι με παράξενα μαλλιά. Το πρωτόλειο μυθιστόρημά του, Η σκούπα και το σύστημα, δεν με ενθουσίασε παρότι σε αυτό, σχετικά εύκολα, μπορούσε κανείς να εντοπίσει την πρώτη ύλη ενός μοναδικού σύμπαντος λίγο μετά την πρώτη του έκρηξη, αρκετά πριν πάρει την οριστική του μορφή, την αυτοπεποίθηση ενός νεαρού συγγραφέα που αναζητούσε τη φωνή του. Ο χλομός βασιλιάς, καίτοι ανολοκλήρωτο, ήταν ένα ακόμα σοκ, τι και αν θεωρητικά είχα βάσιμες υποψίες πως θα ήταν τέτοιο. Οι Σύντομες συνεντεύξεις με απαίσιους άντρες επιβεβαίωσαν το μέγεθος και ενέτειναν την ανυπομονησία για την κυκλοφορία του Infinite Jest. Στη φετινή έκθεση βιβλίου βρήκα το Κορίτσι με παράξενα μαλλιά.

Διαβάζοντας τα διηγήματα της συλλογής αυτής, που αποτέλεσαν το δεύτερο βιβλίο που εξέδωσε ο Γουάλας, δύο χρόνια μετά το Η σκούπα και το σύστημα και επτά πριν από την κυκλοφορία του Infinite Jest, τα συναισθήματα θύμιζαν την εμπειρία της ανάγνωσης του πρωτόλειου μυθιστορήματός του. Διάσπαρτα θραύσματα να αιωρούνται, αλλά ακόμα να μην έχουν πάρει την οριστική τους μορφή, μια αίσθηση ατέλειας. Αν τα δύο αυτά έργα ήταν τα μοναδικά βιβλία του, τότε ένα μεγάλο τι θα συνέβαινε εάν συνέχιζε θα πλανιόταν στον αέρα, μια απογοήτευση που οι υποσχέσεις δεν πληρώθηκαν τελικά. Ίσως, βέβαια, να είχαν ξεφύγει του ραντάρ ενός απλού αναγνώστη, αν ο μύθος του Γουάλας δεν είχε υπάρξει, μύθος που οι κακοπροαίρετοι αποδίδουν στο γεγονός της αυτοκτονίας του και οι υπόλοιποι στην καθοριστική παρουσία του για τη ροή του ποταμού της λογοτεχνίας, όχι μόνο της μεταμοντέρνας αμερικανικής, αλλά του συνόλου αυτής.

Το μόνιμο συναίσθημα, τόσο στα ελάσσονα όσο και στα μείζονα έργα του, είναι εκείνο που γεννάται όταν απέναντί σου έχεις έναν ιδιαίτερα έξυπνο άνθρωπο, αυθεντικά έξυπνο και όχι εξυπνάκια, κάποιον που χρησιμοποιεί μεγαλύτερο μέρος των δυνατοτήτων του εγκεφάλου του και αυτό, μιλώντας για λογοτεχνία, μπορεί με άνεση να το ενσωματώσει στην πρόζα του, πετυχαίνοντας να σταθεί αντάξιος απέναντι στην πολυπλοκότητα του τριγύρω κόσμου, επιχειρώντας μια κατά μέτωπο σύγκρουση. Συγγενές με το παραπάνω συναίσθημα είναι επίσης ο εντυπωσιασμός που εγείρεται από την ικανότητά του να χρησιμοποιεί στην ίδια πρόταση συστατικά της πλέον ευτελούς ποπ κουλτούρας και να τα συνδυάζει, χωρίς δυσκολία και με φυσικότητα, με την υψηλή διανόηση και τη φιλοσοφική σκέψη, μια τηλεοπτική εκπομπή, για παράδειγμα, όπως στα καθ' ημάς θα ήταν το Ερωτοδικείο, με τον Βίτγκενσταϊν. Η αφηγηματική του άνεση, σε συνδυασμό με ένα μυαλό το οποίο γεννάει διαρκώς ιστορίες και ταυτόχρονα δοκιμάζει το πλήθος των διαφορετικών εκδοχών τους, καθιστά την ανάγνωση απολαυστική, προσιτή στον μέσο αναγνώστη παρότι την ίδια στιγμή είναι πολυεπίπεδη και ανοιχτή σε εκ νέου αναγνώσεις.

Τέτοιου διαμετρήματος συγγραφείς, όπως ο Γουάλας, έχουν την ατυχία το κάθε έργο τους να συγκρίνεται αναπόφευκτα με το υπόλοιπο της εργογραφίας τους, γεγονός που δημιουργεί μια διάκριση σε καλά και κακά βιβλία και σε κάποιους δίνει το δικαίωμα, αυθαίρετο σίγουρα, να τους τοποθετήσουν στην κατηγορία των άνισων συγγραφέων. Ωστόσο, έργα όπως το Κορίτσι με τα παράξενα μαλλιά ή και το Η σκούπα και το σύστημα, εκτός από τη δεδομένη αυτόνομη αξία τους, αποτελούν έναν ασφαλή οδηγό χαρτογράφησης του συγγραφικού σύμπαντος, ώστε, όταν φτάσει η στιγμή της ανάγνωσης του Infinite Jest, ο ήλιος να τοποθετηθεί στο κέντρο του φωτίζοντας, δεδομένης της απόστασης και των σκιών, λιγότερο ή περισσότερο τις πιο σκοτεινές γωνιές. Γενικά μιλώντας, είμαι από εκείνους που πρεσβεύουν πως, αν υπάρχει η δυνατότητα, η ανάγνωση καλό θα ήταν να είναι παράλληλη με την χρονική ακολουθία των έργων ενός υπό γνωριμία συγγραφέα. Ωστόσο, σε περιπτώσεις όπως αυτή, που η φήμη βαραίνει με υπερβολικές προσδοκίες, αυτές και αν είναι αυθαίρετες, που ο αναγνώστης, χωρίς να ξέρει ακριβώς τι γυρεύει συχνά απογοητεύεται με την επαφή με ένα μικρότερης αξίας έργο του δημιουργού, ίσως είναι καλύτερο η είσοδος να γίνει με κάποιο πιο ενδεικτικό του μεγέθους του συγγραφέα έργο, όπως έγινε, ευχαριστώ την τύχη μου, στην περίπτωσή μου με τη Λήθη.

Τα δύο διηγήματα που ξεχώρισα και περισσότερο απόλαυσα, έξω από την περαιτέρω εξερεύνηση του γουαλασικού σύμπαντος, ήταν τα Μικρά ανέκφραστα ζώα και Η εμφάνισή μου, στα οποία ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα (τηλεπαιχνίδι και τοκ-σόου αντίστοιχα) είναι εν πολλοίς το σκηνικό της κυρίως δράσης. Ο τρόπος με τον οποίο σατιρίζει χωρίς στιγμή να παύει να αγαπά τις πρωταγωνίστριες είναι μοναδικός και θυελλώδης, σε μια συνθήκη η οποία, σχολίασα και παραπάνω, αποτελεί ένα από τα μοτίβα της πρόζας του, πετυχαίνοντας να συνδυάσει τη διακωμώδηση με την κριτική μιας αντιπροσωπευτικής όψης του σύγχρονου πολιτισμού. Γενικά, στα διηγήματα αυτά, είναι εμφανές πως ο Γουάλας δοκιμάζει διάφορα πράγματα και είναι λίγο πιο χαλαρός απέναντι στην τέλεια και χωρίς τριβή τελική λειτουργία του μηχανισμού, όπως τουλάχιστον αυτός λειτούργησε στις άλλες δύο συλλογές διηγημάτων που εξέδωσε αρκετά αργότερα. Δεν είμαι σίγουρος αν η έλλειψη ωριμότητας ως χαρακτηρισμός είναι ικανός να περιβάλλει ικανοποιητικά την απόπειρα κριτικής προσέγγισης των διηγημάτων αυτών, και αυτό γιατί κινείται σε ιδιαίτερα ψηλά ύψη μιλώντας πάντα για πρωτόλειες απόπειρες πρόζας, εκτός και αν εξειδικεύσουμε τον προσδιορισμό συγκρίνοντάς τον με την μετέπειτα περίοδο ωριμότητας του ίδιου του Γουάλας.

Η έκπληξη που έκρυβε η συλλογή αυτή ήταν το μεγέθους μικρού μυθιστορήματος Προς τα δυτικά της αυτοκρατορίας παίρνει τον δρόμο της. Έκπληξη γιατί θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το δεύτερο μυθιστόρημα του Γουάλας, ενταγμένο, ποιος να ξέρει γιατί, σε μια συλλογή πολυσέλιδων μεν διηγημάτων δε. Ένα ιδιότυπο campus novel, μια εξωφρενική μεταμοντέρνα σύνθεση, που η αρχή της βρίσκεται σε ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα γραφής και η εξέλιξή της περιλαμβάνει τις σελίδες ενός μυθιστορήματος αλλά και τον εορτασμό στη μέση του πουθενά κάποιων χρόνων διαφημιστικής καμπάνιας των ΜακΝτόναλτς στην οποία είναι καλεσμένοι όσοι πρωταγωνίστησαν στα πολυπληθή τηλεοπτικά σποτ. Πέρα από τη δεδομένη απόλαυση, το Προς τα δυτικά της αυτοκρατορίας παίρνει τον δρόμο της προσφέρεται για ένα πιο αναλυτικό σίμωμα στο μυαλό του συγγραφέα, μια αίσθηση παρατήρησης του τρόπου με τον οποίο ο Γουάλας κατασκευάζει τη μεγάλη φόρμα. Η αυτοπεποίθηση αλλά και η προγραμματική ασέβεια απέναντι σε ό,τι θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ως ιερό και δεδομένο είναι και με το παραπάνω εμφανείς, ο τρόπος με τον οποίο το τρομερό παιδί αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία, πώς αλλιώς, παρά ως παιχνίδι, τους κανόνες του οποίου θέτει, ποιος άλλος, παρά ο ίδιος, δοκιμάζοντας τα όρια τα δικά του αλλά και της γραφής εν γένει.

Το Κορίτσι με τα παράξενα μαλλιά μπορεί να μην αποτελεί την ιδανική πύλη εισόδου για τον αναγνώστη που θα θελήσει να γνωρίσει αυτόν τον, παρότι σύγχρονο, ήδη κλασικό συγγραφέα, αλλά σίγουρα είναι ένα απαραίτητο ανάγνωσμα για τη συμπλήρωση αυτού του εντυπωσιακού σύμπαντος. Κάτι ακόμα που καθιστά σύγχρονο τον Γουάλας, εκτός από το χρονικά προφανές, είναι και η ίδια η εξέλιξη του έργου του, που τον καθιστά παιδί της εποχής του. Δεν έχουμε έναν μοναχικό κομήτη που διασχίζει τον λογοτεχνικό θόλο, που εμφανίστηκε από το πουθενά για να χαθεί σύντομα σε αυτό, αλλά κάποιον που διάβασε και μελέτησε αρκετά, δοκίμασε σκληρά να καθορίσει τη γλώσσα και τον τρόπο του, έδωσε χώρο και χρόνο στο μονοπάτι του. Και όταν πάτησε με σιγουριά στο καλοσχηματισμένο πια μονοπάτι αυτό, η πορεία προς την αθανασία ήταν μονόδρομος. Βέβαια, η απόφασή του να θέσει ο ίδιος το τέλος στην ύπαρξή του, μας αφήνει με το ερώτημα: πού θα μπορούσε να φτάσει τελικά; Ανθρώπινο ίδιο το να σκεφτόμαστε τον εαυτό μας, την προσωπική μας απόλαυση, πόσο κόστισε σε εμάς η αυτοχειρία του Γουάλας.

Τώρα μένει, και αν είναι φορτωμένο με προσδοκίες, το Infinite Jest.

υγ. Για το Η σκούπα και το σύστημα περισσότερα θα βρείτε εδώ, για τη Λήθη εδώ, για το Σύντομες συνεντεύξεις με απαίσιους άντρες εδώ και για τον Χλωμό βασιλιά εδώ.

Μετάφραση Μαργαρίτα Κουλεντιανού
Εκδόσεις Τραυλός

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2023

Στοχασμοί για την Κοινότητα - Θωμάς Συμεωνίδης

Ο πολυπράγμων Θωμάς Συμεωνίδης, έξι χρόνια μετά το μεταμοντέρνο μυθιστόρημά του, Μυθιστόρημα (Γαβριηλίδης, 2017), επιστρέφει με το Στοχασμοί για την Κοινότητα, ένα υβριδικό αφήγημα, μυθιστόρημα όπως η ίδια η έκδοση αναγράφει, στο οποίο συνυπάρχουν η λογοτεχνία, η φιλοσοφία και τα εικαστικά, άξονες που αποτελούν μεγάλο μέρος των ενδιαφερόντων του, όπως αυτά αποτυπώνονται στην εργογραφία του. Άλλωστε, παράλληλα με τις μυθοπλαστικές απόπειρες, ο γεννημένος το 1977 συγγραφέας έχει να επιδείξει έναν αξιοσημείωτο αριθμό δοκιμίων σχετικά με τη φιλοσοφία και την τέχνη, αλλά και μεταφραστικές δουλειές, με σημαντικότερη ίσως την ενασχόλησή του με το έργο τού Σάμιουελ Μπέκετ.

Με την εν γένει συζήτηση γύρω από την ελληνική λογοτεχνία  πάντοτε παρούσα, σε μια απόπειρα κατανόησης και χαρτογράφησης των χαρακτηριστικών της, αλλά και της θέσης της στην παγκόσμια λογοτεχνική μήτρα, θεωρώ πως είναι καθοριστικό να γίνει αναφορά σε δύο αρετές που συναντώνται σπάνια στα μέρη μας και αυτές δεν είναι άλλες από τη φιλοδοξία και το ευδιάκριτο προσωπικό στίγμα. Στο έργο του Συμεωνίδη, ήδη από τα πρώτα του βήματα, αυτές οι αρετές είναι ορατές δια γυμνού οφθαλμού. Και αν η συγγραφική φιλοδοξία, παρά την αρνητική χροιά που για κάποιους έχει, είναι μάλλον ξεκάθαρη, δεν συμβαίνει το ίδιο και με το προσωπικό στίγμα, αφού ως χαρακτηριστικό δημιουργίας συγχέεται με τη μάλλον αόριστη και χιμαιρική έννοια της πρωτοτυπίας, με τις ενστάσεις να σχετίζονται με τις περισσότερο ή λιγότερο εμφανείς επιρροές στο έργο ενός δημιουργού, λες και υπήρξε ποτέ παρθενογένεση στην τέχνη και τον στοχασμό.

Ο πλήρης τίτλος του βιβλίου αυτού είναι: Στοχασμοί για την Κοινότητα και τη Ζωή και την Αγάπη και τη Ζωή μετά τη Ζωή σε μια εποχή που υπάρχει ένας Μαύρος Κύβος στην Πλατεία, ένα Άνοιγμα λίγο πιο πέρα και ένα Δοχείο στο έδαφος. Τίτλος που εν πολλοίς περιγράφει συνοπτικά μεγάλο μέρος των ιδεών που πραγματεύεται το μυθιστόρημα. Η Κοινότητα, ένας μπεκετικός τόπος με έντονο το στοιχείο του ανοίκειου, είναι ο χώρος, για τον οποίο ο συγγραφέας μάς προσφέρει τον απαραίτητο χάρτη πλοήγησης, τη στιγμή που ο χρόνος δεν δίνεται αλλά είναι παροντικός, ένα διαρκές τώρα που έχει επικρατήσει στη μάχη της νοσταλγίας αλλά και της προσμονής. Τόπος περίκλειστος, ένα ιδιότυπο νησί με ορισμένες διαστάσεις και όρια, ο οποίος κυβερνάται από μια απρόσωπη αρχή και κατοικείται από μέλη με ιδιότητες, άλλοτε επαγγελματικές (ο Αριχτέκτονας Ρεμ, ο Φιλόσοφος Σοπ, η Γυμνάστρια Φράνσις κ.τ.λ.) και άλλοτε χαρακτηριολογικές (ο Αποσυνάγωγος Μπλέικ, η Ματαιόδοξη Ρουθ κ.τ.λ.).

Η ονοματοποιία παίζει καθοριστικό ρόλο στη συγγραφική αυτή απόπειρα, η επιλογή των ονομάτων δεν είναι τυχαία, ακόμα και όταν αυτά δεν προσφέρουν μια άμεση και ορατή διακειμενικότητα. Ένας από τους πρωταγωνιστές της σύνθεσης αυτής είναι ο Σουπρίμους, μυθοπλαστική εκδοχή των ιδεών του Ρώσου καλλιτέχνη Καζιμίρ Μάλεβιτς, ενώ, ανάμεσα σ' άλλους, στην Κοινότητα κατοικούν ο Νταζάιν (βλ. Είναι και Χρόνος του Χάιντεγκερ) και η Γκρέις. Στην Κοινότητα αυτή, ο αφηγητής–συγγραφέας θα δοκιμάσει να δώσει απαντήσεις σε ένα πλήθος ερωτημάτων φιλοσοφικής και αισθητικής προέλευσης, σε μια απόπειρα εκ προοιμίου φιλόδοξη, που, όπως συνήθως συμβαίνει, γεννά, πολλαπλάσια των αρχικών, νέα ερωτήματα.

Ο Συμεωνίδης πετυχαίνει να εμφυσήσει συναίσθημα σε μια εγκεφαλική κατασκευή, να σχεδιάσει και να προωθήσει μια μάλλον προσχηματική, πλην όμως λειτουργική, πλοκή, να πειραματιστεί σε μεταμοντέρνα μονοπάτια, να απλώσει νήματα στον αναγνώστη για περαιτέρω αναζητήσεις, να γοητεύσει με την άνεση με την οποία διαχειρίζεται τις γνώσεις και τις αναφορές του, να επιτρέψει την πρόσβαση στην ποιητική και τα παρασκήνια της κατασκευής, να στρέψει με σύνεση το βλέμμα στο μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης, να καταθέσει ένα βιβλίο βαθιά πολιτικό αλλά σε καμία περίπτωση στρατευμένο και με απαντήσεις προφανείς και εύκολες, άλλωστε, τα ερωτήματα και ο οριακός στοχασμός είναι εκείνα που πάντοτε ανοίγουν με τον τρόπο τους νέες οδούς στη σκέψη αλλά και την ίδια την ύπαρξη. Κυρίως όμως πετυχαίνει να σταθεί αντάξιος των απαιτήσεων του δικού του οράματος, μια φιλοδοξία που πατάει σε έδαφος στέρεο. Το Στοχασμοί για την Κοινότητα είναι ένα σημαντικό, από πολλές απόψεις απαιτητικό, στη δημιουργία αλλά και την ανάγνωση, πολλαπλών επιπέδων μυθιστόρημα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ανοιχτό Βιβλίο)

υγ. Για το Μυθιστόρημα περισσότερα θα βρείτε εδώ.

Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2023

Η Κοιλιά του Γαϊδάρου - Andrea Abreu

Η Λ. πάντοτε φροντίζει να μου επισημαίνει τις ενδιαφέρουσες ισπανόφωνες εκδόσεις· οι εκδόσεις Carnívora εξειδικεύονται σε αυτές, έχοντας κερδίσει ήδη από την αρχή την εκτίμησή μου και αντέχοντας για την ώρα το βάρος των προσδοκιών· κάπως έτσι βρέθηκα να διαβάζω το βιβλίο της γεννημένης το 1995 στην Τενερίφη Αντρέα Αμπρέου, Η Κοιλιά του Γαϊδάρου, όπως ονομάζεται σε εκείνα τα μέρη η συχνή συγκέντρωση νεφών σε χαμηλό ύψος.

Η ιστορία αυτή διαδραματίζεται σ' ένα χωριό στην ενδοχώρα του νησιού, στους πρόποδες του ηφαιστείου. Η δεκάχρονη αφηγήτρια και η καλύτερή της φίλη, η Ισόρα, ετοιμάζονται για ένα ακόμα καλοκαίρι χωρίς σχολικές υποχρεώσεις. Αχώριστες, περνούν το μεγαλύτερο μέρος της μέρας παρέα, πότε εδώ και πότε εκεί, στα πρόθυρα της εφηβείας, όταν οι δονήσεις αρχίζουν να γίνονται αισθητές, όταν ο αποχαιρετισμός της παιδικής ηλικίας συμβαίνει ήδη, μετάβαση ορατή μόνο εκ των υστέρων, η καθοριστική στροφή σμιλέματος του ορυκτού. Γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο, η ιστορία αυτή δεν φέρει κάτι το πρωτόγνωρο μήτε θεματικά μήτε αφηγηματικά. Αυτό είναι που την καθιστά επίφοβη στην κοινοτοπία και την επανάληψη, ο πήχης, αν και μοιάζει χαμηλός, δεν είναι.

Η χαμηλόφωνη επιστροφή της αφηγήτριας στο παρελθόν, σ' εκείνο το καλοκαίρι, φέρει όλη τη σημαντικότητα που έχει και η παραμικρή λεπτομέρεια σε εκείνα τα χρόνια που ακόμα δεν τα βαραίνει το παρελθόν, όταν όλα μοιάζουν να συμβαίνουν για πρώτη φορά, όταν τα συναισθήματα είναι πρωτόγνωρα, όταν οι ερωτήσεις υπερτερούν των απαντήσεων και οι αμφιβολίες των βεβαιοτήτων. Αυτό το μήκος κύματος είναι που καθιστά αληθοφανή την αφήγηση, που δεν την καταδικάζει σ' ένα απλό αφηγηματικό εύρημα. Η αφηγήτρια καταφέρνει να επιστρέψει σε εκείνο το καλοκαίρι, πρώτα απ' όλα για να κατανοήσει εκείνη όσα συνέβησαν, όσα καθόρισαν τα επόμενα χρόνια, δοκιμάζοντας να πιει από το ποτήρι της νοσταλγίας και ίσως, έτσι, να ξεφύγει από την απομάγευση της ενήλικης ζωής. Μια δεκάχρονη που αφηγείται εκείνο το καλοκαίρι, αυτή είναι η υπόθεση της ιστορίας αυτής.

Ο υπαινιγμός εδώ δεν είναι σκόπιμος και τεχνητής φύσεως, αλλά σύμφυτος με την ηλικία της πρωταγωνίστριας, που πασχίζει να διακρίνει και να κατανοήσει όσα ανασύρει από τον βυθό. Ακόμα δεν ξέρει να τα ονομάσει, για την ώρα μόνο νιώθει. Η γλυκύτητα είναι μόνο η μια όψη του νομίσματος, η σκληρότητα η άλλη, την οποία συχνά ξεχνάμε, υποταγμένη στη λήθη, με τον τρόπο που το σώμα αποχωρίζεται την ανάμνηση του πόνου κατά το φύτρωμα των δοντιών. Μηχανισμοί άμυνας και επιβίωσης, κουτιά οδύνης που παραχώνονται στα βάθη της συνείδησης, εκεί που συνεχίζουν, παρότι αραχνιασμένα, να έχουν εμβαδό, ρίζες βαθιές, αγριόχορτα της ενήλικης εκδοχής μας, αναπόσπαστο κομμάτι αυτού που είμαστε, αυτού που παλεύουμε να κατανοήσουμε και να έρθουμε, αν ποτέ τα καταφέρουμε, σε συμφιλίωση μαζί του.

Η διαμόρφωση της σεξουαλικότητας, η γνωριμία με το σώμα ως πηγή ηδονής και οι συναισθηματικές εκρήξεις καταλαμβάνουν αρκετό χώρο στην ιστορία αυτή, ιδωμένες μέσα από το παιδικό πρίσμα, μια απόπειρα κατανόησης, με πλήρη απουσία βεβαιοτήτων ασύμβατων με την ηλικία εκείνη, όταν όλα είναι ταυτόχρονα μαγικά και τρομακτικά. Παρέα με τα παραπάνω, στην εξίσωση προστίθενται το κοινωνικό περιβάλλον, οι σχέσεις αίματος, οι προκαταλήψεις και άλλα, συστατικά απαραίτητα για την οικοδόμηση, που λειτουργούν χωρίς να αποπροσανατολίζουν και να μπουκώνουν την κεντρική ιστορία, άλλωστε και εκείνα μέσα από τη ματιά του κοριτσιού γίνονται λέξεις. Η Αμπρέου κρατάει ασφαλή απόσταση από τον διδακτισμό, δεν δείχνει με το δάκτυλο, δεν παίρνει θέση, αφήνει τη δεκάχρονη αφηγήτρια να αναζητήσει και συχνά να δημιουργήσει μόνη της το δικό της μονοπάτι, δεν βαραίνει την αφήγηση περισσότερο απ' όσο εκείνη αντέχει.

Παρέα με τον διδακτισμό, απουσιάζει και η επίκληση στο συναίσθημα, παρότι το μυθιστόρημα είναι γεμάτο από αυτό. Είναι ανακουφιστικό να μη νιώθεις πως κάποιος σε χειραγωγεί, σε εκβιάζει να ταυτιστείς ή να συναισθανθείς με το ζόρι και όχι αβίαστα, αν προκύψει να συμβεί. Η Αμπρέου, παρά το νεαρό της ηλικίας της, μοιάζει να γνωρίζει καλά τι επιθυμεί να πετύχει με το μυθιστόρημα αυτό, πού να θέσει τον πήχη και τι να αποφύγει, πώς να δρέψει τους καρπούς. Είναι σημαντικό σε κάθε βιβλίο να μπορεί ο αναγνώστης να διακρίνει ή να υποθέσει τις συγγραφικές προθέσεις και επιδιώξεις και με βάση αυτές να κρίνει την επιτυχία ή μη. Αλλιώς, χωρίς αυτές στο τραπέζι, θα μιλούσαμε για το βιβλίο εκείνο που θα θέλαμε εμείς να έχει γράψει η συγγραφέας, εκείνο που με έναν τρόπο αφηρημένο προσδοκούσαμε να διαβάσουμε. 

Το περιβάλλον εντός του οποίου διαδραματίζεται η ιστορία, απομακρυσμένο από τη θάλασσα που το περικλείει και ορισμένο να ζει στη σκιά του ηφαιστείου, αποτελεί οργανικό μέρος της αφήγησης. Δεν θα κουραστώ να το αναφέρω σε κάθε αντίστοιχη καλή χρήση του περιβάλλοντος χώρου, παρά τις σειρήνες του εξωτισμού: η Αμπρέου αφηγείται μια ιστορία που συμβαίνει στους πρόποδες του ηφαιστείου, οι όποιες ποιητικές περικοκλάδες σύνδεσης με την ιστορία αυτή είναι κατασκεύασμα του αναγνώστη, για τις πρωταγωνίστριες είναι απλώς ο τόπος στον οποίο γεννήθηκαν, ούτε παράδεισος, ούτε κόλαση, απλώς μια έκταση γης.

Φλερτάρω με την ιδέα να χαρακτηρίσω το μυθιστόρημα τρυφερό. Η αμφιλεγόμενη πρόσληψη του επιθέτου με κρατάει μακριά. Δεν είναι εκείνο που θα έπρεπε να με αποτρέψει, ωστόσο, αλλά η σκληρότητα με την οποία είναι γεμάτο, ο ρεαλισμός της ηλικίας εκείνης που αναβλύζει σε κάθε σπιθαμή εδάφους. Αυτό ήταν ένα καλό βιβλίο.

Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora

Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2023

Αφέντρα και κυρά μου - Francois Henri Désérable

Ήταν μια μέρα που θα μπορούσα να αφιερώσω εξ ολοκλήρου στην ανάγνωση, αναζητούσα ένα βιβλίο γύρω στις διακόσιες σελίδες, βατό μα όχι απλοϊκό και σίγουρα καλό, όταν τράβηξα το Αφέντρα και κυρά μου από την ετοιμόρροπη στοίβα με τα προσεχώς. Η μετάφραση δια χειρός Αχιλλέα Κυριακίδη, αλλά και οι εκδόσεις Opera, αποτέλεσαν μια σημαντική συνισταμένη ώστε το μυθιστόρημα αυτό, αρχικώς, να μην παραμεληθεί στον καταιγισμό των νέων εκδόσεων και, ακολούθως, να αντέξει στην καχυποψία μιας ακόμα ερωτικής ιστορίας με έμφαση στη σεξουαλική πρόκληση. Έτσι έγιναν τα πράγματα και βρέθηκα να διαβάζω το μυθιστόρημα του Φρανσουά-Ανρί Ντεζεράμπλ.

Κατάλαβα ότι η ιστορία αυτή δεν θα 'χε καλό τέλος, όταν μπήκα σ' ένα οπλοπωλείο. Αυτό θα μου εκμυστηρευόταν αργότερα, πολύ αργότερα, ο Βασκό, μια μέρα που ήμασταν καθισμένοι σ' ένα café. Εκείνη τη μέρα, λοιπόν, εννοώ τη μέρα που μπήκε σ' ένα οπλοπωλείο, ο Βασκό είχε δεχτεί απειλές που ήταν τόσο σοβαρές, ώστε ένιωσε την ανάγκη να προμηθευτεί ένα όπλο.
Η Τίνα, ηθοποιός του θεάτρου, και ο Εντγκάρ, υπάλληλος στο Υπουργείο Οικονομικών, ετοιμάζονται να παντρευτούν, όντας ήδη γονείς δύο δίδυμων αγοριών. Τότε, παρόντος του συγγραφέα-αφηγητή, ο Βασκό, ένας βιβλιοθηκάριος, θα εισβάλλει στη ζωή της Τίνα. Καμία πρωτοτυπία στο περιεχόμενο, καμία έκπληξη και στην αποκάλυψη της παράλληλης σχέσης από τον απατημένο σύζυγο. Ο αφηγητής της ιστορίας αυτής, συγγραφέας στο επάγγελμα, που ωστόσο μέσω πραγματολογικών στοιχείων διαχωρίζεται ευκρινώς από τον Ντεζεράμπλ, θα κληθεί να καταθέσει στον εισαγγελέα που ερευνά την υπόθεση αυτή. Θα αποδειχτεί διπλά αναξιόπιστος. Με δική του παραδοχή, στις παρεκβάσεις της μεταφοράς της απολογίας στο χαρτί αποκρύπτει από τον δημόσιο λειτουργό, για διάφορους λόγους, γεγονότα και λεπτομέρειες, ενώ, ταυτόχρονα, η ταυτότητα του συγγραφέα, που η ζωή του πρόσφερε στο πιάτο μια καλή ιστορία και εκείνος αποφασίζει να την κάνει μυθιστόρημα, γεμίζει με δικαιολογημένη καχυποψία τον αναγνώστη.

Το αφηγηματικό αυτό εύρημα θα αποδειχτεί λειτουργικό, επιτρέποντας επιπλέον στον συγγραφέα να αφηγηθεί την ιστορία με τη δική του οπτική, να τη σχολιάσει και να τη μπολιάσει με, πολλές φορές μαύρο, χιούμορ, δίνοντάς της δύο, τουλάχιστον, επίπεδα, εκείνο της απολογίας και το ύστερα μεταποιημένο μυθοπλαστικό, επιτρέποντάς τους να συνυπάρξουν και να αλληλοτροφοδοτηθούν και ως ένα σημείο να δικαιολογηθεί η παρουσία, η μορφή αλλά και το περιεχόμενό τους.  Και όλα αυτά εξυπηρετώντας ταυτόχρονα και την προώθηση της πλοκής. Με διάθεση εμφανώς παιγνιώδη, πώς άλλωστε να σταθεί κανείς απέναντι σε ένα ερωτικό δράμα, ο Ντεζεράμπλ αποδεικνύεται ικανός αφηγητής, με γνώση των ορίων και των δυνατοτήτων του, φροντίζει να μη βαρύνει την ιστορία περισσότερο απ' όσο εκείνη αντέχει, ούτε σε μελόδραμα, ούτε σε πικάντικες λεπτομέρειες, κάνοντας ορθή και λειτουργική χρήση της αναπόφευκτης στερεοτυπίας, σε πρόσωπα και καταστάσεις, σ' ένα αποτέλεσμα αναγνωστικά ικανοποιητικό που διακρίνεται για τη φρεσκάδα του.

Ο Ντεζεράμπλ, χωρίς να το βιάζει, επιτρέπει στην ιστορία των τριών να συνομιλήσει με τη σύγχρονη εποχή, της ερωτικής απελευθέρωσης, φαινομενικά τουλάχιστον, αλλά και της απομάγευσης, σ' έναν κόσμο δεκάδων εφαρμογών και ψηφιακής εγγύτητας, που επηρεάζει και τη συγκαιρινή μας ερωτική λογοτεχνία, έξω από τα ύδατα του άρλεκιν τουλάχιστον, και που εξηγεί ταυτόχρονα τη διαχρονική εμπορική επιτυχία του υποείδους αυτού. Η μονογαμία, κατάλοιπο αιώνων, η συντηρητική ακολουθία του έρωτα, βλ. γάμος με δεξίωση και γονεϊκότητα, η προοπτική της σταθερότητας και η βεβαιότητα που κάποιους τους βαραίνει και δεν τους καθησυχάζει, η ανάγκη η λογική να βγει νικήτρια στη μάχη με τις κραυγές του σώματος, η απαραίτητη πειστικότητα πως αυτό είναι που επιθυμεί κανείς, πως όλα είναι καλώς καμωμένα, πως όλα τα επεισόδια προσεχώς έχουν σκηνοθέτη τον ίδιο και δεν μαγνητοσκοπούνται εν τη απουσία του. Μια εποχή που στην επιφάνεια φέρνει άλλες προτεραιότητες, άλλες καθημερινές μάχες, τη σίγαση και την αποδοχή, αυτό τον μέρα με τη μέρα αγώνα για επιβίωση απέναντι και στην αφόρητη ρουτίνα μεταξύ άλλων και μια τυχαία γνωριμία, κάποιο βράδυ, δύναται να τα τινάξει όλα στον αέρα, μ' ένα απλό φου.

Εδώ, η παιγνιώδης διάθεση και το χιούμορ δεν λειτουργούν τόσο χλευαστικά όσο ως αφηγηματικό καταφύγιο. Ο αφηγητής μοιάζει να μην μπορεί να απελευθερωθεί από τα φορεμένα συντηρητικά αντανακλαστικά, από τον κοινωνικό του ρόλο, γαργαλιέται και σοκάρεται, όσο και αν παλεύει να το μακιγιάρει. Αδυνατεί, από επιλογή υποστηρίζει, να συναισθανθεί ικανοποιητικά, να δικαιολογήσει πλήρως τις, συχνά σπασμωδικές, αντιδράσεις των τριών, το συναίσθημα που παραπλανά τη λογική, το μονοπάτι της τρέλας που ανοίγεται μπροστά τους. Το Αφέντρα και κυρά μου είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, μια ιστορία, παρότι γνώριμη, ικανή να οδηγήσει τον αναγνώστη μέχρι το τέλος, αλλά χωρίς τον συγκεκριμένο αφηγητή δεν θα προσέφερε κάτι παραπάνω από μια ακόμα καλή ερωτική ιστορία προδοσίας και πάθους, όχι πως κάτι τέτοιο θα ήταν λίγο, κάθε άλλο.

Ο Ντεζεράμπλ, με οξυδέρκεια, επιλέγει τον αφηγητή του, τον πλέον ρεαλιστικό και γνώριμο χαρακτήρα σε μια τετράδα ρεαλιστικών και γνώριμων προσώπων. Δεν του δίνει την ιδιότητα του συγγραφέα τόσο για να δικαιολογήσει την αφηγηματική και κατασκευαστική του ιδιότητα, όσο για να δημιουργήσει την αντίστιξη κάποιου που ζει στον χώρο της φαντασίας, τρέφεται και αλληλεπιδρά με αυτή, μα δεν μπορεί να αντέξει το βάρος και την πολυπλοκότητα μιας πραγματικής ιστορίας. Αυτό είναι που κάνει το μυθιστόρημα αυτό ξεχωριστό, και ως ένα βαθμό σημαντικό, η υπονόμευση του ίδιου του αφηγητή, η κατάρριψη της πολυφορεμένης μάσκας του κουλ, σ' έναν κόσμο που έχει ανάγκη να φωνάζει πως είναι προοδευτικός, αλλά να μη μπορεί να κρυφτεί. Και αυτό ο συγγραφέας το κάνει με τρόπο διακριτικό, τόσο όσο, επιτρέποντας στον αφηγητή του να θεωρεί μέχρι τέλους πως τα καταφέρνει περίφημα, πως επιβεβαιώνει διαρκώς την αυτοεικόνα του, πως ήταν όχι μόνο ο τυχερός αλλά και ο κατάλληλος να μεταποιήσει την ιστορία αυτή σε λογοτεχνία.

Και κάπως έτσι, ενώ αρχικά οι διακειμενικές επισυνάψεις του εγκεφάλου μου, σε μια διαδικασία αναπόφευκτη κατά τη διάρκεια κάθε ανάγνωσης, σχημάτισαν την εικόνα του Λε Τελιέ, αυτού περισσότερο παρά του Μπρικνέρ, κυρίως για τη σοβαρότητα στην αντιμετώπιση της λογοτεχνίας ως παιχνίδι, ήταν εντούτοις η ανελέητη οξυδέρκεια του Ουελμπέκ εκείνη που τελικά κυριάρχησε, ο τρόπος με τον οποίο γίνεται προκλητικά ρεαλιστικός ή και εξοργιστικά ερειστικός αν προτιμάτε. Ο Ντεζεράμπλ, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν επιδιώκει την πρόκληση για την πρόκληση, κατηγορία που ακόμα και οι ίδιοι οι οπαδοί του Ουελμπέκ συχνά του προσάπτουν. Άλλωστε, ο Ντεζεράμπλ μια εκ των προτέρων γνώριμη ιστορία ενός ερωτικού τριγώνου θέλησε απλώς να αφηγηθεί, όχι;

Όλες οι ιστορίες μοιάζει πια να έχουν ειπωθεί και όλες οι αφηγηματικές οδοί να έχουν ακολουθηθεί, και όμως. Ακόμα υπάρχει χώρος για ιστορίες, για ιστορίες αγάπης και δη για ερωτικά τρίγωνα made in France. Αυτό, ανάμεσα σε άλλα, αποδεικνύει ο, γεννημένος το 1987, συγγραφέας στο Αφέντρα και κυρά μου. Το αν θα καταφέρουν τελικά να ξεχωρίσουν ή να αφεθούν στη λήθη του σωρού, αυτό είναι μια άλλη κουβέντα για την οποία ο Ντεζεράμπλ δεν πρέπει να ανησυχεί. Προσδοκίες και με το παραπάνω καλυμμένες, μια αναγνωστική έκπληξη, ένας συγγραφέας που θα είναι στα υπόψη από εδώ και στο εξής.

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Opera

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023

Το αίνιγμα του δωματίου 622 - Joël Dicker

Ένοχη απόλαυση. Έτσι θα χαρακτήριζα τα βιβλία του Ελβετού συγγραφέα Ζοέλ Ντικέρ, που, αρχής γενομένης από το Η αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ, ακολουθώ φανατικά. Κάθε καινούρια κυκλοφορία ενός βιβλίου του στα ελληνικά λαμβάνει περίοπτη θέση στο ράφι με τα προσεχώς, εκεί που βρίσκονται τα βιβλία ειδικών αποστολών. Δεν διαβάζουμε πάντοτε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, δεν γυρεύουμε πάντοτε το ίδιο από ένα βιβλίο, η ανάγνωση δεν είναι ποτέ ανεξάρτητη της ζωής που συμβαίνει καθημερινά. Κάτι πολυσέλιδο, ένα pageturner που θα μου χαρίσει απόλαυση εγκλωβίζοντας την προσοχή μου σε μια περίοδο δύσκολων συνθηκών, ωστόσο καλογραμμένο και ξεχωριστό στο είδος του. Αυτή είναι η ειδική αποστολή για τα βιβλία του Ντικέρ. Τέτοια ήταν και η περίοδος τώρα. Ζητούσα ένα μεγάλο μυθιστόρημα, μια αποκοπή από την πραγματικότητα, κάτι που θα με κρατούσε ξύπνιο μέχρι αργά διαβάζοντας, που θα με ανάγκαζε να ξεκλέψω έστω και ένα πεντάλεπτο μέσα στη μέρα για να προχωρήσω λίγες σελίδες ακόμα. Και ο Ντικέρ δεν με έχει απογοητεύσει ποτέ ως τώρα.

Ο Ντικέρ, αφηγητής της ιστορίας αυτής, επιθυμεί να γράψει ένα βιβλίο φόρο τιμής στον Γάλλο εκδότη του που πέθανε πρόσφατα. Είναι καλοκαίρι και η βοηθός του έχει πάρει άδεια, ενώ μια ακόμα αποτυχημένη ερωτική σχέση έχει βυθίσει τον συγγραφέα στη θλίψη. Οι συνθήκες δεν μοιάζουν ιδανικές για συγγραφή, η επιθυμία συχνά δεν είναι αρκετή από μόνη της. Αποφασίζει να αφήσει πίσω του τη Γενεύη και να πάει σε ένα ξενοδοχείο στις Άλπεις για να ξεκουραστεί και να γεμίσει μπαταρίες. Μια γοητευτική γυναίκα, ένοικος του διπλανού δωματίου θα παρατηρήσει πως ανάμεσα στα δωμάτια 621 και 623 δεν υπάρχει το 622 αλλά το 621β. Θα αυτοανακυρηχθεί σε βοηθό του διάσημου συγγραφέα και με πείσμα θα επιχειρήσει να τον πείσει να ανακαλύψει και ακολούθως να λύσει το μυστήριο πίσω από την παράδοξη αυτή αρίθμηση. Εκείνος αρχικά θα αποκρούσει την επιμονή της, σύντομα όμως θα δελεαστεί και θα υποκύψει. Οι ιστορίες καμιά φορά σε βρίσκουν στον πραγματικό κόσμο εκεί που δεν τις γυρεύεις. Οι πρώτες απαντήσεις των υπαλλήλων του ξενοδοχείου δεν είναι διόλου πειστικές. Σύντομα θα αποκαλυφθεί πως η αλλαγή στην αρίθμηση συνέβη ώστε το έγκλημα που έγινε πριν από χρόνια στο δωμάτιο αυτό να περιπέσει στη λήθη, επιτρέποντας στο ξενοδοχείο να διατηρήσει την πελατεία του. Σιγά σιγά τα κομμάτια του παζλ παίρνουν τη θέση τους.

Ο Ντικέρ, με την έκδηλη αφηγηματική του ικανότητα, θα στήσει ένα μυθιστόρημα δύο χρονικών επιπέδων, εντάσσοντας την ίδια τη διαδικασία της συγγραφής στο σώμα του μυθιστορήματος. Έτσι, τα κεφάλαια διαδέχονται το ένα το άλλο, η έρευνα των δύο και η συγγραφική ανάπλαση της επίλυσης του εγκλήματος συνυπάρχουν με έναν τρόπο περίτεχνο αλλά ταυτόχρονα απλό και εύκολο για τον αναγνώστη, προωθώντας την πλοκή και δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα ιδιότυπο ημερολόγιο συγγραφής, στο οποίο αργά και σταθερά προστίθενται οι ανατροπές και τα νέα στοιχεία της έρευνας μέχρι να οδηγηθούμε στην τελική λύση. Ο συγγραφέας δεν αρκείται στο αφηγηματικό αυτό εύρημα, αλλά φροντίζει να επωφεληθεί τα μέγιστα από αυτό, γεγονός που το αναβαθμίζει πέρα από την απλή λειτουργικότητά του. Η συνύπαρξη της έρευνας και της συγγραφής επιτρέπει στον Ντικέρ να παίξει με τις υποθέσεις και τις βεβαιότητες που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης των στοιχείων και να τις ενσωματώσει στον αφηγηματικό ιστό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ενδιαφέρουσα θέα στο συγγραφικό εργαστήρι, εκεί που το πρώτο σκαρίφημα παίρνει σάρκα και οστά, ένα πρώτο ντραφτ στο οποίο, υπό άλλες συνθήκες, ο συγγραφέας με τη βοήθεια του επιμελητή θα επέστρεφε ώστε να επιληφθεί των ανακριβειών και των πραγματολογικών κενών, καλύπτοντας κενά και πιθανές ανακρίβειες. Όμως, ο δαιμόνιος συγγραφέας καθιστά πλήρες μυθιστόρημα κάτι που μοιάζει με ένα πρώτο, παρότι καλογραμμένο, ντραφτ.

Το αφηγηματικό εύρημα ωστόσο δεν λειτουργεί εις βάρος της αστυνομικής πλοκής. Η ιστορία της διαδοχής στην ηγεσία μιας εκ των μεγαλύτερων ιδιωτικών ελβετικών τραπεζών, που κατέληξε στη δολοφονία του δωματίου 622, είναι από μόνη της χορταστική, παρά την αναπόφευκτη ειδολογική στερεοτυπία, γεμάτη από μυστήριο και ίντριγκα, ικανή να διατηρήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το αίνιγμα του δωματίου 622 είναι ένα κλασικότροπο «ποιος το έκανε» αστυνομικό μυθιστόρημα κατασκευασμένο ωστόσο με μια μεταμοντέρνα παιγνιώδη διάθεση, που το απογειώνει, καθώς οι ανατροπές και η κατάρρευση των βεβαιοτήτων αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη. Ο Ντικέρ εργαλειοποιεί τη σύλληψη της πλοκής, προσφέροντας απλόχερα την απαραίτητη πειστική ψευδαίσθηση στον αναγνώστη πως οι δυο τους βαδίζουν ταυτόχρονα, επιτείνοντας το αίσθημα της συγχρονίας ανάμεσα στη συγγραφή και την ανάγνωση.

Τα βιβλία του Ντικέρ δεν διακρίνονται για την οικονομία τους με τον βερμπαλισμό να κυριαρχεί. Ωστόσο, η ικανότητα του συγγραφέα στη σύνθεση και τη διαχείριση του υλικού του είναι τέτοια που αυτή η ιδιαιτερότητα, που αρχικά δημιουργεί εύλογο προβληματισμό, μετατρέπεται σε πλεονέκτημα, σε κύριο γνώρισμα της λογοτεχνίας του, σε αναγνωστικό ζητούμενο για το κάθε επόμενο βιβλίο του. Εδώ, περισσότερο από τα προηγούμενα βιβλία του, κλείνει το μάτι στην αυτομυθοπλασία, τοποθετώντας τον εαυτό του στο επίκεντρο της πλοκής, κάνοντας χρήση πραγματικών γεγονότων, και το κάνει με έναν τρόπο παιγνιώδη αλλά και λειτουργικό ως προς την τελική κατασκευή, μη χάνοντας την ευκαιρία στο τέλος να μας υπενθυμίσει πόσο παράξενο μέρος είναι συχνά η φαντασία. Από τα βιβλία του Ελβετού δεν λείπει και η βιβλιοφιλική διάσταση, διακειμενικές αναφορές, βιβλία που παίζουν καθοριστικό ρόλο, συγγραφείς και το λογοτεχνικό σινάφι εμφανίζονται συχνά πυκνά στις σελίδες των μυθιστορημάτων. Ένα χαρακτηριστικό που επιτείνει τη γοητεία που μου ασκούν τα βιβλία του.

Στη σύγχρονη λογοτεχνία, και δη στην ευρύτερη κατηγορία του αστυνομικού της σκέλους, εμφανίζεται συχνά ένας κινηματογραφικός τρόπος σύνθεσης και γραφής, βιβλία έτοιμα να πάρουν τον δρόμο για τη μεγάλη ή τη μικρή οθόνη, που περισσότερο μοιάζουν με σενάρια παρά με μυθιστορήματα. Αυτό το γεγονός, παρότι κερδοφόρο για τους συντελεστές, αποδεικνύεται μάλλον προβληματικό για τους αναγνώστες. Ο Ντικέρ, ωστόσο, δεν πέφτει σε αυτή την λούπα, όχι φανερά τουλάχιστον, όχι ενοχλητικά. Τα βιβλία του διαθέτουν την απαραίτητη λογοτεχνικότητα, την αίσθηση βιβλίου. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να επισημανθεί και να αναγνωριστεί.

Επίσης, χαρακτηρίζοντας τα βιβλία του Ντικέρ ως ένοχη απόλαυση φοβάμαι πως δημιουργώ μια σύγχυση σε σχέση με τη λογοτεχνική αξία τους και, πριν κλείσω, θα ήθελα να διαλευκάνω τα πράγματα. Βιβλία, όπως του Ντικέρ, τα τοποθετώ στην κατηγορία μιας ένοχης απόλαυσης εξαιτίας της αχόρταγης ανάγνωσης στην οποία με βυθίζουν, της αίσθησης κατανάλωσης που μου προκαλούν. Ένοχη, λοιπόν, είναι η ανάγνωσή μου, η πεποίθηση πως δεν δίνω τον απαραίτητο χώρο και χρόνο στο βιβλίο αλλά υποκύπτω σε ένα αίσθημα αναγνωστικής βουλιμίας. Και αυτό το συναίσθημα, παρότι άμεσα συνδεδεμένο με το ίδιο το βιβλίο, δεν αποτελεί αξιολογικό κριτήριο, θέλω να πω πως νιώθω ενοχή για το πώς διαβάζω το βιβλίο και όχι γιατί το διαβάζω. Διόλου απλό και εύκολο δεν είναι να γράψει κανείς ένα βιβλίο που να δημιουργεί αναγνωστική βουλιμία, και ο Ντικέρ γράφει τέτοια βιβλία. Είπαμε, δεν καλύπτουν όλα τα βιβλία τις ίδιες ανάγκες, και τα βιβλία του Ντικέρ μπορεί να μην ανήκουν στο σώμα της μεγάλης λογοτεχνίας, διαθέτουν ωστόσο ευδιάκριτες και ποθητές αρετές.

Ο Ντικέρ, ακόμα μια φορά, ικανοποίησε στο έπακρο τις αναγνωστικές μου ανάγκες. Μέχρι το επόμενο, λοιπόν!

υγ. Είχαν προηγηθεί: Η αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ, Το βιβλίο των Μπάλτιμορ και Η εξαφάνιση της Στέφανι Μέηλερ.

Μετάφραση Γιάννης Στρίγκος
Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2023

Sister outsider - Audre Lorde

Η ανάγνωση, η επαφή με την τέχνη εν γένει, ως αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξης, επηρεάζεται και καθορίζεται, σε μεγάλο βαθμό, από τα προνόμια του υποκειμένου, στον ίδιο βαθμό με την παρατήρηση, μέσω παραμορφωτικών γυαλιών, του τριγύρω κόσμου. Διαβάζουμε αυτό που είμαστε, αυτό που μας καθησυχάζει πως καλώς είμαστε, που μας απαλύνει την όποια ευθύνη μας απέναντι στον κόσμο, στην ερμηνεία του, επίσης. Και δεν θα μπορούσε να συμβαίνει αλλιώς. Προνόμια τα οποία φέρουν, μεταξύ άλλων, και την αυτοπεποίθηση της γνώσης, αλλά και της προσωπικής ηθικής. Ένα τεράστιο εγώ ξέρω πλανάται. Το στρίμωγμα που η ανάγνωση αναπόφευκτα επιφέρει σε εκείνον που δοκιμάζει να κινηθεί σε περιβάλλοντα ανοίκεια αποτελεί τη βάση τής, καίτοι λανθασμένης, άποψης πως το διάβασμα μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Στρίμωγμα που επέρχεται όταν ένα εκκωφαντικό σκάσε και διάβαζε ακούγεται. Άλλωστε, τα προνόμιά μας είναι σε μεγάλο βαθμό εντοιχισμένα στον πυρήνα μας, αναπόσπαστο μέρος του ποιοι είμαστε, μια συνθήκη φυσιολογική σαν να επρόκειτο για ένα επίτευγμα και όχι για μια εν πολλοίς συγκυριακή κατάσταση.

Και νιώθω την ανάγκη να μιλήσω για τα προνόμια αυτά με έναν τρόπο κάπως προφανή και θεωρητικά ποικιλοτρόπως διατυπωμένο, πριν περάσω στο σπουδαίο αυτό βιβλίο που διάβασα. Στο νου μου έρχεται η εικόνα μιας ηλικιωμένης που συμμετέχει σε μια ακόμα διαμαρτυρία κρατώντας ένα πλακάτ που γράφει: δεν το πιστεύω πως ακόμα πρέπει να διαμαρτύρομαι για τα ίδια σκατά. Λευκός, ετεροφυλόφιλος άντρας προσέρχεται να διαβάσει τα κείμενα μιας μαύρης, λεσβίας, γυναίκας και ποιήτριας, ελπίζοντας πως οι αντιστάσεις των προνομίων του θα αποδειχτούν όσο τα δυνατόν πιο επιρρεπής στο ράγισμα. Δεν γνώριζα την Όντρι Λορντ, ούτε την ποίησή της. Άγνοια που προφανώς σχετίζεται με τα προνόμια μου, αλλιώς, αν είχα ανάγκη την ποίηση και τα λόγια της, θα την είχα συναντήσει νωρίτερα. Και πριν οι διαμαρτυρίες των ομοίων μου εκφραστούν, ας διευκρινιστεί: δεν αρκούν το περιεχόμενο και η στράτευση. Σίγουρα δεν αρκούν.

Με τα προνόμια μου λοιπόν σε πλήρη παράταξη, συνοδευόμενα επίσης από την αυτοπεποίθηση πως εγώ σαν τους άλλους δεν είμαι και έχω ικανή επάρκεια για τις συνθήκες εντός των οποίων διάγουν το βίο τους υποκείμενα λιγότερο προνομιούχα, νιώθοντας ταυτόχρονα και την απαραίτητη ενσυναίσθηση, βασικό συστατικό της προσωπικής γαματοσύνης, έπιασα το βιβλίο της Λορντ στα χέρια μου. Δεν είναι ζήτημα γνώσης. Μακάρι να ήταν τόσο απλό. Η Λορντ δεν λέει πράγματα που μοιάζουν καινούρια. Το γεγονός πως τόσα χρόνια μετά είναι ακόμα εφιαλτικά επίκαιρα δείχνει πως η γνώση δεν είναι αρκετή για έναν κόσμο ισότητας. Ο τόμος αυτός αποτελείται από διάφορα κείμενα που κατά καιρούς έγραψε η Λορντ ώστε να παραβρεθεί σε πάνελ συνεδρίων, μεμουάρ ταξιδίων στο εξωτερικό, μια επιστολή απάντησης και μια αρκετά μεγάλη συνέντευξη. Κείμενα όπως αυτά που αποτελούν την παρούσα έκδοση πρέπει να διαβάζονται και όχι να συνοψίζονται ή να ερμηνεύονται και σίγουρα όχι από εξωτερικούς παρατηρητές της συνθήκης που περιγράφουν. Τούτου λεχθέντος, θα αποπειραθώ να σταχυολογήσω μερικές παρατηρήσεις.

Αρχικά, εκείνο που εμφανώς προκύπτει από το σύνολο των κειμένων, ακόμα και αν λάβει κανείς υπόψη του τη φροντίδα της επιμέλειας που δέχτηκαν πριν από την έκδοσή τους, είναι η ιδιότητα της ποιήτριας. Η Λορντ αποφεύγει να δοκιμιοποιήσει τον λόγο της, να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι λέξεις φτάνουν στην άκρη της γραφίδας της, τον τρόπο με τον οποίο παρατηρεί και αποκωδικοποιεί τον κόσμο μέσα και γύρω της και να καταστήσει τον λόγο της ψυχρό και δόκιμο ακόμα και όταν βρίσκεται σε περιβάλλοντα αυστηρώς ακαδημαϊκά και αποστειρωμένα. Όχι γιατί παίρνει αψήφιστα τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται, το αντίθετο συμβαίνει. Η ποίηση της Λορντ δεν είναι μια ποίηση ωραιοποιητική, αναχωρητική, που σκοπεύει να καθησυχάσει, αλλά μια ποίηση που αποπείραται να κατανοήσει και να συμπυκνώσει το βίωμα εντός της οδυνηρής πραγματικότητας. Η ποιητικότητα των κειμένων αυτών αναδεικνύει την οργή και την ανάγκη για στράτευση. Αυτό δεν έχει να κάνει με δευτερεύουσες, ως προς τη γραφή, αποφάσεις όπως η στίξη ή η χρήση των κανόνων ορθογραφίας, αλλά με την ίδια τη διαδικασία της γραφής. Η παρεμβολή στίχων της υπογραμμίζει τη σχέση αυτή, σε μια αλληλένδετη οδό σαφέστερης κατανόησης τόσο των κειμένων αυτών όσο και της ίδιας της ποίησης της Λορντ.

Το προνόμιο που φέρει η Λορντ, της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής διεξόδου κυρίως, προνόμιο του οποίου την επίγνωση διαθέτει, δεν ήταν κάτι το οποίο μου κίνησε από μόνο του το ενδιαφέρον, καθώς υπήρξε μια παρατήρηση που κατά κάποιο τρόπο ανέμενα και ευτυχώς συνάντησα στα κείμενα αυτά. Εντούτοις, το κείμενο Η ποίηση δεν είναι πολυτέλεια το αξιολογώ ως ένα από τα σημαντικότερα, κυρίως επειδή επιχειρεί και εν πολλοίς πετυχαίνει να καταρρίψει ένα στερεότυπο, που καθιστά ποιητικά υποκείμενα αποκλειστικά προνομιούχα άτομα και μαζί με αυτό απομακρύνει την ποίηση από την καθημερινή μάχη για επιβίωση και τη μεταφέρει σε καλοξεσκονισμένα σαλόνια. Υπάρχει διάταξη απεύθυνσης των κειμένων αυτών, δεν απευθύνονται με την ίδια ένταση σε όλους τους εν δυνάμει αναγνώστες. Πρώτες έρχονται οι μαύρες γυναίκες, σ' εκείνες απολογείται και δικαιολογείται η Λορντ για το προνόμιο της ποίησης, χωρίς να σκέφτεται πως ίσως να λερωθεί ο ποιητικός μανδύας και σίγουρα όχι με διάθεση διδακτική.

Απόρροια της διαβάθμισης στην απεύθυνση, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, είναι η επιμονή της Λορντ στη διαμάχη εντός του πλαισίου της μαύρης κοινότητας, αλλά και ειδικότερα ανάμεσα στις μαύρες γυναίκες. Γιατί υπάρχει τέτοια ποσότητα και ένταση μίσους μεταξύ των μαύρων γυναικών; Αυτό είναι ένα από τα βασικότερα σημεία περιστροφής της σκέψης της, πηγή μιας σκέψης με την οποία δεν ήμουν εξοικειωμένος. Εκεί επιχειρεί να σκάψει και να γυρέψει όλα τα ζιζάνια που η πατριαρχία και ο καπιταλισμός έσπειραν και φρόντισαν να μεγαλώσουν για να πνίξουν το δέντρο της αλληλεγγύης μεταξύ των μαύρων γυναικών, αλληλεγγύη η οποία αποτελούσε για αιώνες συνεκτικό στοιχείο. Η διαίρεση είναι καθοριστική πράξη για την επικράτηση της εξουσίας, σε κάθε της έκφανση.

Πόσες φορές απαίτησα από μια άλλη Μαύρη γυναίκα αυτό που δεν έχω τολμήσει η ίδια να δώσω στον εαυτό μου – αποδοχή, πίστη, χώρο για αλλαγές; Πόσες φορές της ζήτησα να υπερπηδήσει τη διαφορά, την καχυποψία, τη δυσπιστία, τους παλιούς πόνους; Πόσες φορές περίμενα από αυτήν να δρασκελίσει μόνη της το αποκρουστικό χάσμα της απέχθειας που μας έχουν μάθει να νιώθουμε η μία για την άλλη, σαν ζώα που τα τύφλωσαν για να τα εκπαιδεύσουν να μη δίνουν σημασία στους γκρεμούς; Πόσες φορές ξέχασα να κάνω αυτή την ερώτηση;

Η Λορντ δεν προβάλλει και δεν αποκλείει κάποιο από τα στοιχεία που συνθέτουν την ταυτότητά της. Μαύρη, λεσβία, γυναίκα, ποιήτρια. Ταυτόχρονα αρνείται να περάσει στα εδάφη του μη φυσιολογικού, της εξαίρεσης, δεν αποδέχεται τον κανόνα, του ορμάει κατά μέτωπο. Αρνείται να εξηγήσει με λόγια απλά και στρογγυλεμένα ποια είναι αυτή και οι συντρόφισσές της στα προνομιούχα άτομα, εκείνα είναι που πρέπει να σκύψουν και να πλησιάσουν, ακριβώς λόγω των προνομίων τους. Δεν υπάρχει χώρος για άμυνα, παρά μόνο για επίθεση, όπως αυτή που βιώνουν καθημερινά και επί χρόνια τα καταπιεσμένα άτομα. Ωστόσο, η, γοητευτική, αυτοπεποίθηση με την οποία η Λορντ πορεύεται δεν σπρώχνει κάτω από το χαλάκι τις φοβίες, την απόπειρα κατανόησης, τις υποχρεώσεις ή ακόμα και τα δικά της προνόμια. Άλλωστε πάντοτε θα υπάρχει ένα λιγότερο προνομιούχο άτομο. Μιλώντας για υποχρεώσεις, η Λορντ αφιερώνει ένα κείμενο ολόκληρο για τον ρόλο, τη σημασία και τις καθημερινές προκλήσεις της μητρότητας, μιλώντας για το πώς αντιμετωπίζει την πορεία του γιου της προς την ενηλικίωση, πώς στέκεται απέναντι στον κίνδυνο, παρόλα όσα εκείνη έχει κάνει, να τον δει να αποτελεί μέρος της πατριαρχίας.

Το βίωμα είναι καθοριστικό στα κείμενα αυτά. Αλλά είπαμε, χωρίς την παρουσία εκφραστικής δεινότητας, αυτό δεν θα ήταν αναγκαία και ικανή συνθήκη για τη γενικότερη αξία τους. Το προνόμιο της ικανότητάς της με τις λέξεις γεννά την υποχρέωση στη Λορντ να υψώσει ανάστημα, να αγωνιστεί με πάθος σε εχθρικές έδρες, να ματώσει αν χρειαστεί, να μην ξεχαστεί από τις σειρήνες και τα ψίχουλα με τα οποία το σύστημα θα την καλοπιάσει, παγίδα η οποία γίνεται ολοένα και πιο εμφανής καθώς τα χρόνια περνούν και η κανονικότητα επιχειρεί να δείξει την ανοχή της σε υποκείμενα γραφής λιγότερο προνομιούχα για να μπορεί να παινέψει τη γαματοσύνη της. Κάπως έτσι οι ταξικά, φυλετικά και σεξουαλικά προνομιούχοι περνούν στο άλλο άκρο και μιλούν για επικράτηση της διαφορετικότητας, λένε ακόμα πως πια μόνο εκείνα τα άτομα προωθούνται και προμοτάρονται, πως εκείνοι περνούν στο περιθώριο και την αφάνεια, γκρινιάζουν γι' αυτό. Δεν έχει να κάνει με κάποιου είδους αφηρημένο ηρωισμό όλο αυτό. Η Λορντ συμβάλλει με τα δικά της όπλα σε έναν αγώνα που πρέπει να δίνεται καθημερινά και με επιμονή. Τόσα χρόνια μετά και ελάχιστα δείχνουν να έχουν αλλάξει, κάθε εκατοστό παραχωρημένου εδάφους πρέπει να πατιέται με τη μέγιστη προσοχή, η δίψα να ζητά ικανοποίηση και όχι το ξεγέλασμα της σταγόνας.

Μετάφραση Ισμήνη Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Κείμενα