Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Οι κοπέλες της Παρασκευής

Έρχονται Παρασκευή, μετά τη δουλειά, η εβδομάδα έχει περάσει από πάνω τους τρένο, τα νιώθεις στο βλέμμα τους, τα μεταφορικά, τα υπερωριακά, τα αναπάντεχα, τα σεξιστικά, τα αξιολογητικά, τα ραντεβού, τα νούμερα, τα νούμερα, τα νούμερα, τα ίδια και τα ίδια, η ζαλάδα της πυγμάχου που κατεβαίνει από το ρινγκ, που δεν θυμάται αν σήκωσαν ψηλά το δικό της χέρι, αν αυτό που τρέχει είναι ιδρώτας ή αίμα, στον δρόμο για το σπίτι, επιτέλους, σταματούν στο βιβλιοπωλείο, είναι από τριάντα μέχρι σαράντα πέντε, συνήθως, με το βλέμμα αναζητούν το γατί, γυρεύουν ένα βιβλίο, όχι, όχι για δώρο, απαντούν, πληρώνουν και παίρνουν την τσάντα, χαιρετούν, κατευθύνονται στην έξοδο, μένουν κάποια βήματα για να ολοκληρωθεί η επιστροφή, κλείνουν την πόρτα πίσω τους, η επιθυμία τού δευτεριάτικου πρωινού εκπληρώθηκε, ο ορίζοντας σίμωσε, το κεφάλι αναδύθηκε, μια ανάσα βαθιά, λίγο πριν σκάσουν.

Τις φαντάζομαι.

Έχουν ένα πλάνο κατά νου, να βγάλουν τα παπούτσια, άτακτα να προσγειωθούν εκείνα, να παραγγείλουν κόμφορτ φουντ από κάποια εφαρμογή ή απλά να αφήσουν στο τραπέζι το τάπερ με το μεσημεριανό, να περιμαζέψουν λίγο το χάος, αν και σύντομα θα παραδοθούν στο ανέφικτο του πλάνου, να βάλουν μουσική, ποτέ τηλεόραση, να ανοίξουν την πόρτα οι πρώτες, να χαρίσουν ένα τελευταίο χαμόγελο ή όχι, πουρμπουάρ σίγουρα, να αφήσουν τη σακούλα στον πάγκο της κουζίνας, όλες τους να κάνουν ένα καυτό ντους, να στεγνώσουν όπως όπως, να βάλουν πιτζάμες, να χωθούν στον καναπέ, να φάνε, στην αρχή με βουλιμία, αργότερα σχεδόν διεκπεραιωτικά, κάποιες βάζουν και ένα ποτήρι κρασί, άλλες ανάβουν και ένα τσιγάρο, οι συσκευασίες ισορροπούν στο τραπεζάκι μπροστά τους, σκρολάρισμα στο κινητό από κεκτημένη ταχύτητα, λίγο ή περισσότερο φόμο, πολλή κούραση, δεν μπορούν να σκεφτούν καθαρά, οδηγίες για αυτοφροντίδα σε ριλς, κατεβάζουν το μενού, ενεργοποιούν το αεροπλανάκι, πετάνε το κινητό κάπου δίπλα στις συσκευασίες ή ανάμεσα στις μάλλινες πτυχώσεις της κουβέρτας, είναι Παρασκευή βράδυ, πάλι, κάνε να είναι το βιβλίο καλό και τη Δευτέρα βλέπουμε, φόκο όλα ή ακόμα μια βδομάδα.

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Τα ονόματα της Φελίσας - Juan Gabriel Vásquez

Τα ονόματα της Φελίσας είναι το έβδομο μυθοπλαστικό βιβλίο του Κολομβιανού Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες που κυκλοφορεί στα ελληνικά, πάντα από τις εκδόσεις Ίκαρος και σε μεταφραστική φροντίδα του ακάματου Αχιλλέα Κυριακίδη. Έντεκα χρόνια πριν, Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν, ένα από τα πρώτα βιβλία της νεοσύστατης τότε σειράς μεταφρασμένης λογοτεχνίας, έκανε αρκετή εντύπωση, διαβάστηκε ευρέως και αγαπήθηκε πολύ από το εγχώριο αναγνωστικό κοινό.

Η αφηγηματική άνεση είναι εκείνο που περισσότερο από κάθε τι άλλο χαρακτηρίζει τη γραφή του, κάτι το φαινομενικά απλό και εύκολο, μόνο για κάποιον που δεν έχει επιχειρήσει να το κάνει να φανεί τόσο αβίαστο και ρέον, απαραίτητες αρετές, πέρα του αδιαμφισβήτητου ταλέντου, η επιμονή στη λεπτομέρεια και η υπομονή μέχρι η κάθε λέξη να πάρει τη θέση της στην τελική κατασκευή. Ο Βάσκες συνεχίζει στο ευδιάκριτο λογοτεχνικό μονοπάτι των σημαντικών εκπροσώπων της Λατινικής Αμερικής, κυρίως εκείνου που αποκαλέστηκε Μπουμ, διασχίζοντας τον Ατλαντικό Ωκεανό και κατακτώντας την Ευρώπη τις δεκαετίες του '60 και του '70, με κύριους εκπροσώπους τον Κορτάσαρ από την Αργεντινή, τον Λιόσα από το Περού, τον Φουέντες από το Μεξικό και τον Μάρκες από την Κολομβία.

Κάθε Κολομβιανός συγγραφέας, αναπόφευκτα, φέρει στις πλάτες του το βάρος της κληρονομιάς του Γκάμπο, το ιερό τέρας στο οποίο χρωστάει η τοπική λογοτεχνία το μεγαλύτερο μέρος της εξωστρέφειάς της, αλλά, ταυτόχρονα, παλεύει να βρει τη δική του ανεξάρτητη μη μιμητική φωνή. Ο Βάσκες συνηθίζει να γράφει βιβλία στα οποία η ατομική ιστορία ενός προσώπου, που, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, κυρίευσαν τη φαντασία του κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, σε παραλληλία με τη νεότερη ιστορία της Κολομβίας, γεμάτης, όπως κάθε χώρας της Λατινικής Αμερικής, με αιματηρές σελίδες και απουσία οποιασδήποτε μορφής σταθερότητας.

Στις 8 Ιανουαρίου του 1982, η Κολομβιανή γλύπτρια Φελίσα Μπουρστίν πεθαίνει ξαφνικά σ' ένα παρισινό εστιατόριο. Ο Μάρκες ήταν παρών στο τραπέζι εκείνο, η Μερσέντες το είχε κανονίσει κατά τη σύντομη παραμονή τους στη γαλλική πρωτεύουσα, και αργότερα, σ' ένα άρθρο του, θα αναφερθεί σε εκείνο που καμιά νεκροψία δεν θα μπορούσε να συνοψίσει ως αίτιο θανάτου, Πέθανε από θλίψη, θα γράψει και ο Βάσκες, διαβάζοντας αργότερα το κείμενο αυτό, θα καταληφθεί από τη φράση αυτή, φράση απλή, τρεις λέξεις όλες και όλες, μα αινιγματική και καθηλωτική, Πέθανε από θλίψη, και δεν θα σταματήσει να τη σκέφτεται για όλα τα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι που το βιβλίο αυτό γράφτηκε, η έρευνα φώτισε και ανέδειξε, ανασυνθέτοντας την ιστορία της Φελίσας, που αρχικά της δόθηκε άλλο όνομα, εβραϊκό και δύσκολο στην ορθογραφία, αντί αυτού οι γονείς τελικά επέλεξαν το Φελίσια, αργότερα εκείνη το διαμόρφωσε ως Φελίσα.

Είναι μια διαδεδομένη φράση κλισέ εκείνη που χαρακτηρίζει τη ζωή κάποιου ως μυθιστορηματική (κινηματογραφική ή παραμυθένια, επίσης), φράση που παραμερίζει τη σημασία του ενδιάμεσου αφηγητή, που η αφήγησή του είναι εκείνη που δίνει μυθιστορηματική υφή και όψη, καθώς είναι εκείνος που θα τοποθετήσει, αφού πρώτα τα εντοπίσει, τα κομμάτια στη θέση τους, θα ανασκάψει και θα εκτιμήσει, θα προβεί σε απαραίτητες υποθέσεις και συνδέσεις, θα ενδύσει βεβαιότητες και συσχετίσεις που κάποιος όσο ζει αδυνατεί να το κάνει, μην μπορώντας να έχει ξεκάθαρη θέαση του εαυτού και της εποχής, παρά μόνο ίσως όταν αυτές οι δύο γραμμές πλησιάζουν ή και τέμνονται, όταν σημαντικά γεγονότα της ατομικής ιστορίας διαπλέκονται με κρίσιμες στιγμές της αντίστοιχης συλλογικής.

Αυτό συμβαίνει και εδώ. Με βασικό πληροφοριοδότη και συνεργάτη τον τελευταίο σύντροφό της, ο Βάσκες θα επιχειρήσει και θα καταφέρει να μετατρέψει την ιστορία της Φελίσας σε μυθοπλαστική σύνθεση, να καλύψει τα κενά με συγκολλητική ουσία τον στοχασμό πάνω στα περασμένα, τελικώς να παραδώσει ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται με μανία, ακόμα και από εκείνους, όπως εγώ, που δεν γνώριζαν τη Φελίσα ούτε κατ' όνομα, πόσο μάλλον την ταραχώδη ζωή της μέχρι τον θάνατο από θλίψη μια βραδιά που στο Παρίσι έκανε ένα λυσσασμένο κρύο και η πρόσχαρη παρέα έτρεχε να προλάβει ανοιχτή την κουζίνα του ρωσικού εστιατορίου. Ο Βάσκες, όπως υπέροχα το κάνει και ο Ισπανός Θέρκας, εντάσσει στην αφήγηση και τη διαδικασία έρευνας και συγγραφής και με τον τρόπο αυτό δικαιολογείται πλήρως το γιατί επέλεξε να αφηγηθεί την ιστορία αυτή, θέτοντας εις γνώση του αναγνώστη το πάθος από το οποίο καταβλήθηκε απ' όταν πρωτοδιάβασε τη φράση εκείνη.

Τα ονόματα της Φελίσας θα ικανοποιήσουν τους φανατικούς αναγνώστες του Βάσκες, ενώ θα περιμένουν στον χώρο υποδοχής εκείνους που θα δοκιμάσουν να χτυπήσουν από περιέργεια την πόρτα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Για τα προηγούμενα βιβλία του Βάσκες με αντίστροφη χρονολογική σειρά: Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω (εδώ), Τραγούδια για την πυρκαγιά (εδώ), Οι υπολήψεις (εδώ), Η μορφή των λειψάνων (εδώ), Οι πληροφοριοδότες (εδώ), Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν (εδώ).
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

ΣούπερΤεξ - Leon de Winter

 

Κάπου τυχαία έπεσα πάνω στον Λέον ντε Βίντερ, κάποια αναφορά, δεν θυμάμαι πού, κακή συνήθεια να μην επισημαίνω με τρόπο ασφαλή απέναντι στη λήθη τα νήματα, δεν έχει και τόση σημασία ίσως, όχι πια τουλάχιστον, το αναγνωστικό μονοπάτι διαμορφώνεται εν πολλοίς από την τύχη και τη διαίσθηση, άλλωστε. Εν ολίγοις, γύρεψα και βρήκα το ΣούπερΤεξ, βιβλίο που εκδόθηκε το 1995 και μεταφράστηκε από την Ινώ Μπαλτά για τις εκδόσεις Πόλις το 1999, εδώ και καιρό εξαντλημένο. Να πώς προετοιμάστηκε αυτή η ανάγνωση, εκτός οποιουδήποτε προγραμματισμού.

«Το ιατρείο της Δρ. Γιάνσεν βρισκόταν στον τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας στη γωνιά της λεωφόρου Απόλλο με την πλατεία Ολύμπια. Η περιφραγμένη πλατεία είχε χωριστεί σε γήπεδα με χλοοτάπητα, κι αργότερα εκείνο το ίδιο Σάββατο τα ξεφωνητά των εξαντλημένων αθλητών θα ανέβαιναν ως τα μεγάλα παράθυρα του ιατρείου. Το δωμάτιο ήταν φωτεινό, ένα τριμμένο περσικό χαλί κάλυπτε μέρος του παρκέ, χρέη τραπεζιού έκανε ένα παλιό μεταλλικό γραφείο με επιφάνεια από μαύρο πλαστικό που φωτιζόταν από μια απλή λευκή λάμπα γραφείου από το Χέμα –σου θύμιζε γραφείο σε στρατώνα– και όταν μπήκα, είδα πίσω του μια απλή πολυθρόνα γραφείου γυρισμένη στο πλάι. Το ντιβάνι βρισκόταν δίπλα στο παράθυρο».

Στο αρχικό απόσπασμα προσθέτω και το οπισθόφυλλο: Ο Μαξ Μπρεσλάουερ κληρονομεί από τον πατέρα του τη μεγάλη αλυσίδα καταστημάτων ΣούπερΤεξ. Οδηγεί Πόρσε και διατηρεί ένα πολυτελές διαμέρισμα στο κέντρο του Άμστερνταμ. Είναι όμως υπέρβαρος και δυστυχισμένος. Καταφεύγει στην ψυχανάλυση και στη διάρκεια μιας συνεδρίας που κρατά μια ολόκληρη μέρα επανεξετάζει το παρελθόν του: τα παιδικά του χρόνια, τις σχέσεις με τον μικρότερο αδερφό του, τον Μπεν, αλλά και τον ρόλο της εβραϊκής θρησκείας στη ζωή του· κυρίως όμως τη σχέση με τον πατέρα του, ένα αγράμματο, αυτοδημιούργητο, πολυεκατομμυριούχο Εβραίο από την Κεντρική Ευρώπη, που επέζησε του ολοκαυτώματος.

Τα δύο αποσπάσματα δίνουν τις απαραίτητες πληροφορίες κυρίως επί της πλοκής και της ατμόσφαιρας, δευτερευόντως επί της μορφής και της γλώσσας, και είναι αρκετά ώστε κάποιος να απορρίψει ή να επιλέξει να διαβάσει το βιβλίο αυτό, ο ορίζοντας προσδοκιών είναι εν πολλοίς ακριβής. Συχνά πυκνά, επαναλαμβάνω την αναγνωστική ροπή για ιστορίες μεσήλικων αντρών που για τον έναν ή τον άλλο λόγο χάνουν τον όποιο έλεγχο και περνούν σε επικράτεια κρίσης. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω περαιτέρω για την επιλογή μου να διαβάσω το βιβλίο του Λέον ντε Βίντερ, ούτε καν ως υποβοήθημα για την ασθενή μου μνήμη.

Μια τέτοια λογοτεχνία, κάποτε κραταιά, που έχει να κάνει με το αντρικό προνόμιο έστω και σε πλήρη κρίση, μοιάζει να ανήκει στο παρελθόν, ίσως να γράφεται ακόμα, ίσως να εκδίδεται και να διαβάζεται, αλλά δεν είναι πια κραταιά, δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης, παρότι το αντρικό, λευκό προνόμιο ως προνόμιο εξακολουθεί να είναι κυρίαρχο εις βάρος της υπόλοιπης ανθρωπότητας, η τέχνη, ωστόσο, είναι ένα καταφύγιο για το διαφορετικό, ένα ρήγμα στα θεμέλια ενός μονοσήμαντου και παγιωμένου εδώ και αιώνες κόσμου. Υπάρχει ακόμα αρκετή τέτοια λογοτεχνία εκεί έξω, οι λάτρεις της δεν θα πεινάσουν.

Ο Μαξ αφηγείται το Σάββατο εκείνο που ένιωσε την επιθυμία να επιστρέψει στο ντιβάνι, το οποίο είχε εγκαταλείψει αμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα του, να επιστρέψει και να προσφέρει μια αμοιβή τέτοια στην άλλοτε ψυχαναλύτρια του ώστε να ακυρώσει όλα τα υπόλοιπα ραντεβού της και να του διαθέσει ολόκληρη τη μέρα. Η αφήγηση, επομένως, αποτελείται από όσα ειπώθηκαν μεταξύ θεραπεύτριας και θεραπευόμενου και από όσα ο Μαξ σκέφτηκε τότε αλλά και μετέπειτα.

Η χρήση του προνομίου, το πόσα λεφτά θες για να αγοράσω τη μέρα σου, καμία εντύπωση δεν προκαλεί στον αναγνώστη, είναι κάτι που άμεσα περνά στο «έξυπνο εύρημα» ώστε ο αφηγηματικός χρόνος να συμπυκνωθεί σε μία μέρα. Εκείνο που κάνει εντύπωση είναι το αίτημα για βοήθεια, βρισκόμαστε στη δεκαετία του ενενήντα, άντρες όπως ο Μαξ δεν συνηθίζουν να ζητούν βοήθεια, καταφύγιο στο αλκοόλ, στο σεξ και στα ναρκωτικά ναι, να αρθρώσουν όμως αίτημα για βοήθεια όχι. Είναι μια ρωγμή και αυτή στην αντρική πανοπλία, ρωγμή που σημαίνει μια πρώτη επικοινωνία του ισχυρού αρσενικού με το συναίσθημά του, μια αχίλλειος πτέρνα για κάποιους, μια προσαρμογή για κάποιους άλλους, αδιάφορο για τους λοιπούς κατά αντιστοιχία με το άσμα σύμφωνα με το οποίο «και οι άντρες κλαίνε».

Και εμείς οι λοιποί, βάζω και τον εαυτό μου μέσα σε μια απόπειρα να στερεώσω τη γαματοσύνη μου σε πόδια δυνατά, όσο και αν στεναχωριόμαστε για τα δεινά που ένας προνομιούχος αντιμετωπίζει, δίνοντάς του τον χώρο και τον χρόνο να τα αφηγηθεί, δεν νιώθουμε την ανάγκη ή και την υποχρέωση να τον πάρουμε μια παρηγορητική αγκαλιά, να του ψιθυρίσουμε στο αυτί πως όλα καλά θα πάνε, να του συμπαρασταθούμε, σκεφτόμαστε ακριβώς αυτό που επέλεξε και ο Μαξ να κάνει, διέθεσε μέρος του πλούτου σου και κατέφυγε σε έναν ειδικό. Κρίμα αλλά και τι να κάνεις, όταν ο κόσμος τριγύρω υποφέρει και αδυνατεί να  ανταποκριθεί στην ίδια την επιβίωση. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ξέρουμε αρκετούς σαν τον Μαξ, ίσως όχι τόσο πλούσιους, αλλά πιο πλούσιους και προνομιούχους από τον μέσο όρο, που μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους. Και το σκέφτομαι αυτό κάθε φορά που διαβάζω τις ιστορίες των χαρακτήρων του Ουελμπέκ, τον ορατό κόσμο μας εν πολλοίς κατοικούν τέτοιοι άνθρωποι, αλλά δεν μπορούμε να νιώσουμε την απαραίτητη ενσυναίσθηση και δεν νιώθουμε ενοχή γι' αυτό. Και ένα βήμα παραπέρα, στέκει η ταύτιση, η μάχη με τον εαυτό μας πως δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου, δεν είμαστε οι αδύναμοι που έχουμε ανάγκη να μας συντρέξουν, πως είναι δικό μας το προνόμιο δική μας και η υποχρέωση αν θέλουμε να ζητήσουμε βοήθεια, είναι κάτι που μας τοποθετεί με τρόπο ίσως παράδοξο στην άκρη της σκηνής, μας μαθαίνει κάτι αν είμαστε διατεθειμένοι να το ακούσουμε.

Ίσως να είμαστε, να είμαι, πιο ευαίσθητοι να διακρίνουμε μια ειρωνεία πίσω από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, τον συγγραφέα να πετάει τον χαρακτήρα στην αρένα, γυμνό και τρωτό, έρμαιο στις ορέξεις ομοίων και εχθρών, οι πρώτοι θα σκεφτούν τι φλώρος θεέ μου, οι δεύτεροι θα τον περιγελάσουν, ενώ εκείνος θα εκλιπαρεί για τον χρόνο της ψυχαναλύτριας, μέσα στο χοντρό και δυστυχισμένο σαρκίο του, εκείνος που συχνά ένιωσε βασιλιάς του κόσμου, δυνατός και άτρωτος, κυρίαρχος των πάντων, τώρα θέλει έναν ώμο να κλάψει, ένα αυτί να ακούσει όσα έχει να πει προς υπεράσπισή του. Και ίσως αυτό να είναι που με έλκει στις ιστορίες αυτές, γραμμένες από άντρες για άντρες, ρωγμές στο προνόμιο που όμως δεν είναι θανατηφόρες, ακόμα και μια αυτοκτονία, πάντοτε υπάρχει αυτό το διακύβευμα στη σκηνή, είναι μια επιλογή προνομίου, ακόμα μια επιβεβαίωση αυτού.

Η παρατεταμένη και ποικιλόμορφη έκθεση σε λογοτεχνία όπως αυτή του ΣούπερΤεξ μου επιτρέπει να νιώθω σίγουρος για το λογοτεχνικό μου βλέμμα και ένστικτο, πως μπορώ να διακρίνω την αξία, κάτι που στη λογοτεχνία του μη προνομίου ακόμα βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση, αφού η φωνή «άσε και κανένα άλλο να μιλήσει επιτέλους» είναι έμπλεη ενοχής για τον χώρο που τους στερήθηκε, οι φωνές αυτές πρέπει πρώτα να ακουστούν και ύστερα να κριθούν με όρους υψηλής λογοτεχνίας, ίσως, επιτρέποντας στις φωνές αυτές να ακουστούν, η πρόσληψη του κόσμου και ακολούθως και της λογοτεχνίας να αλλάξει, να μεταβληθεί, να μετατοπιστεί, να ανοικοδομηθεί, κάτι νέο να ανατείλει, ίσως. Το ΣούπερΤεξ παρότι το διάβασα σε ένα πρωινό κατέλαβε ένα σημαντικό εμβαδό μέσα μου, μυθιστόρημα κατά τόπους καθηλωτικό, όταν η πρόζα του Λέον ντε Βίντερ συγχρονιζόταν με το συναίσθημα του Μαξ, με τα ίχνη του συναισθήματος για την ακρίβεια, όταν ένιωθε πως δεν ήταν αυτός που πίστευε, όταν ένιωθε αμφιβολία, έστω και σε ελάχιστο βαθμό για άντρες όπως αυτός είναι αρκετό και το ελάχιστο ρίχτερ ώστε η κατασκευή να ταρακουνηθεί σύγκορμα.

Με τον τρόπο τους, βιβλία όπως αυτό, υπονομεύουν τον ίδιο τους τον εαυτό, γι' αυτό ίσως ακόμα να μπορούν να σταθούν αναγνωστικά, παρότι σε μεγάλο βαθμό, προείπα, παρωχημένα, χτεσινά, ίσως γιατί το αντρικό προνόμιο έχει αντικατασταθεί από άλλα προνόμια, ανεξαρτήτως φύλου, θα μπορούσε να είναι η Μαξ που μας αφηγείται την ιστορία αυτή, θα μπορούσε να είναι ο Μαξ εκείνος ο αναγνώστης που θα έλεγε πως μια τέτοια ιστορία δεν με ενδιαφέρει, ας βρει τη λύση μόνη της, δεν μπορώ να ασχοληθώ μαζί της. 

υγ.Ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει είναι Ολλανδού συγγραφέα, οι Ιεροτελεστίες του Νόοτεμποομ, περισσότερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ» μπορείτε εδώ.
 
Μετάφραση Ινώ Μπαλτά
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Σκηνές από τη ζωή ενός νέου - J. M. Coetzee

Το Σκηνές από τη ζωή ενός νέου βρισκόταν στη ψηφιακή στοίβα με τα προς αναζήτηση βιβλία, εξαντλημένο από χρόνια καθώς ήταν, απόρροια μιας συγκυρίας που περιελάμβανε το Ημερολόγιο ενός χειμώνα, το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Όστερ, και τη μεταξύ τους αλληλογραφία, που δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, συνεπικουρούμενη από την αναγνωστική μου τάση για βιβλία με ήρωες συγγραφείς, που αναπόφευκτα πέρα από την αυτομυθοπλασία περιλαμβάνει και το μεμουάρ, και όλα αυτά έστεκαν για καιρό στο βάθος της αναγνωστικής επιθυμίας, τέρας αχόρταγο που ολοένα και θεριεύει, και ίσως να μην ενεργοποιείτο ο μηχανισμός άμεσης αναζήτησης και ακόλουθης ανάγνωσης αν δεν διάβαζα το Η ιστορία της σεξουαλικότητάς μου, του Τόμπι Λακμάκερ, στο οποίο γίνεται μια πλάγια αναφορά στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Κούτσι. Ακόμα μια ιστορία ανάγνωσης, νημάτων και ικανοποιημένων γραμματίων.

Του Σκηνές από τη ζωή ενός νέου είχε προηγηθεί το Σκηνές από τη ζωή ενός παιδιού, αδιάβαστο για κάποιο λόγο που μάλλον έχει να κάνει με την υπό αναδρομή και εξέταση της τότε ηλικίας του Κούτσι, που δεν μου τραβάει το ενδιαφέρον, όχι ακόμα τουλάχιστον. Το παρόν βιβλίο εκδόθηκε λίγους μήνες πριν από τη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2003, λίγο αφού ο συγγραφέας είχε κλείσει τα εξήντα του χρόνια. Είναι η ανάληψη από τον ταμιευτήρα μιας προ πολλού περασμένης ζωής, όταν ήταν φοιτητής μαθηματικών στο πανεπιστήμιο, πριν ακόμα εγκαταλείψει τη Νότιο Αφρική, αρχικά για την Αγγλία και εν συνεχεία για την Αμερική, όταν το λογοτεχνικό ωάριο επωαζόταν ακόμα, κάποιες ποιητικές απόπειρες, σε μια ηλικία που το να είσαι ή να νιώθεις ή να φαίνεσαι δυστυχής ποτίζει τον κήπο των στίχων, προσδίδοντάς τους μια ειλικρίνεια, ένα συναίσθημα, άσχετα από την όποια λογοτεχνική αξία (δεν) έχουν. Φεύγοντας από τη χώρα του, αφήνοντας πίσω μια ανικανοποίητη μητέρα που ήταν σίγουρη πως δεν θα τα καταφέρει να σταθεί στα πόδια του, εκείνος έπρεπε να αποδείξει ακριβώς αυτό, πως θα τα κατάφερνε σε μια μητρόπολη όπως το Λονδίνο, η ενασχόληση με τη λογοτεχνία δεν ήταν, δεν μπορούσε να είναι σε καμία περίπτωση προσοδοφόρα, άσχετα που δουλεύοντας ως προγραμματιστής για την IBM, με εφόδιο το πτυχίο των μαθηματικών, κατάφερε να κερδίσει μια μικρή υποτροφία για μια διατριβή πάνω στο έργο του Φορντ Μάντοξ Φορντ.

Ο Κούτσι, έμπειρος γραφιάς πια, διαχωρίζει και τοποθετεί απόσταση ανάμεσα στα δύο υποκείμενα, το τρίτο ενικό πρόσωπο με το οποίο ο ώριμος Κούτσι αφηγείται τη ζωή του νεαρού Κούτσι, πριν να αρχίσει να αφηγείται τις ιστορίες που τον κατέκλυζαν, αφού πρώτα εγκατέλειψε την ποίηση, αφού πρώτα είδε πώς είναι να σε στεγνώνει η καθημερινή ρουτίνα της δουλειάς, αφού πρώτα αντιλήφθηκε πως η ποίηση για εκείνον ήταν μια απόπειρα να λάβει θέση στον κόσμο, να μιλήσει για όλα εκείνα που τον βασάνιζαν, ακόμα και αν δεν τον βασάνιζαν, ενώ κατέφευγε ολοένα και συχνότερα στη λογοτεχνία ως αναγνώστης και επίδοξος μελετητής, όταν ένιωσε για παράδειγμα πως πέρα από κάποια σημαντικά και άξια λόγου δείγματα πρόζας η υπόλοιπη εργογραφία του Φορντ Μάντοξ Φορντ δεν είχε κάτι το ξεχωριστό, γεγονός που τον έκανε να σταθεί σκεπτικός απέναντι στα ιερά τέρατα που τον αποθέωναν, μια πρώτη πρόκληση πως μπορούσε να χαράξει μια δική του διαδρομή, μια πορεία πιο έντονα υποκειμενική σε υπό διαμόρφωση επικοινωνία με τη δική του πρώτη ύλη από την οποία και θα κατασκεύαζε τη δική του αφηγηματική ταυτότητα.

Σε βιβλία όπως αυτό, ελάχιστα με ενδιαφέρει το περιεχόμενο που έχει να κάνει με αυτοβιογραφικά στοιχεία, ακόμα λιγότερο τα τριγύρω ιστορικά περιστατικά, είναι σίγουρα σημαντικά ως προς τη διαμόρφωση, αλλά δεν με έλκουν όπως το κάνουν τα διάφορα καλέσματα, οι πρώτες απόπειρες συγγραφής, οι σκέψεις επί αυτής, η αναζήτηση και η πρώτη διαμόρφωση της μετέπειτα φωνής, όπως επίσης και η κατασκευή της αφήγησης του προσωπικού, η επιλογή εδώ του Κούτσι να διαχωρίσει τον σύγχρονο και τον τότε εαυτό του, να πάρει την απόσταση εκείνη του παρατηρητή, να αναστοχαστεί έτσι χωρίς την υποχρέωση της ακριβής περιγραφής του τότε ανείπωτου, να νιώσει και να λάβει από τον εαυτό του την ελευθερία να σταθεί λιγότερο ή περισσότερο στο ένα ή το άλλο, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την ακρίβεια, υπενθυμίζοντάς του/μας πως ακόμα και η πιο αυστηρή αυτοβιογραφική αφήγηση δεν παύει να είναι αφήγηση, δεν γίνεται να μείνει έξω από τη μυθοπλασία, και αυτό, εκτός από το όποιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον, είναι μια χρήσιμη υπενθύμιση για τον καθέναν μας όταν επιχειρεί να ανασυστήσει το παρελθόν, να συνδιαλλαγεί με το ποιος ήταν, αποδεχόμενος δυνάμεις όπως οι μηχανισμοί της μνήμης αλλά και η ασυνείδητη συχνά διαδικασία μέσω της οποίας χτίζουμε και συντηρούμε την εικόνα μας, και ένα καλό παράδειγμα είναι η αναφορά του καθένα μας σε παλαιότερες ερωτικές σχέσεις, στο πώς με τα χρόνια έχει αρχειοθετήσει την κάθε ιστορία, αμελώντας, ας χρησιμοποιήσω αυτό το ρήμα ανάμεσα σε τόσα άλλα, κάτι που τότε υπήρξε καθοριστικό, ίσως διαβρωτικό, αν του επιτρέπαμε την παρουσία μέσα στα χρόνια, για την εικόνα που θέλουμε να έχουμε για τον εαυτό μας.

Κανείς δεν μπορεί, ούτε ο ίδιος ο αφηγητής, να βεβαιώσει την απόλυτη πιστότητα της ανάληψης αυτής, και μάλλον ελάχιστη σημασία έχει κάτι τέτοιο, όχι λογοτεχνική και όχι αναγνωστική, ίσως για τους μελετητές του έργου και της ζωής του Κούτσι ναι, ίσως να έχει. Η απόπειρα σύνθεσης, η απόπειρα απάντησης για το πώς ένας νεαρός άντρας, φοιτητής του μαθηματικού, χωρίς ιδιαίτερη κλίση στην ανάλυση και τη μελέτη της γλώσσας αυτής, βρέθηκε στο Λονδίνο, με στόχο πρωταρχικότερο και της ίδιας της επιβίωσης την απόδειξη στη μητέρα του πως θα τα κατάφερνε, και αυτό τον οδήγησε στον προγραμματισμό, η απόπειρα να διακρίνει μέσα στον ορυμαγδό της ζωής, μια σύνθεση όπου κάθε τι είναι σημαντικό, τα ορόσημα εκείνα που καθόρισαν τη διαδρομή, διακριτά εκ των υστέρων και με δεδομένο τον αναπόδεικτο χαρακτήρα τους, στέκομαι περισσότερο στα όχι εκείνα που είπε, όχι ηρωικά αλλά σίγουρα θαρραλέα, τις παραιτήσεις από μια ζωή στρωμένη, δουλειά, δάνειο για σπίτι, γυναίκα, οικογένεια, σύνταξη, θάνατος, αυτά εν ολίγοις, και όλο και περισσότερο να στομώνει με το μαξιλάρι κάθε που ξάπλωνε, πριν τον πάρει ο ύπνος στην ανησυχαστική ησυχία της νύχτας, την όποια φωνή μέσα του ζητούσε κάτι διαφορετικό, κάτι αλλιώτικο από αυτό που τελικά συνέβη, και αυτό, λέω ξανά, δεν είναι ηρωικό, ο καθένας μας για τον εαυτό του το ξέρει, μάλλον τυχαίο είναι αν είναι, απόρροια του ενός ή του άλλου προνομίου, είναι μια ανάληψη που αποκτά έντονο χαρακτήρα μεταφυσικό ή έστω μια υπό διαμόρφωση, χωρίς κριτική επιτροπή, διατριβή στη θεωρία των πιθανοτήτων.

Η αφηγηματική φωνή πρώτιστα και δευτερευόντως η σπορά της λογοτεχνίας, αυτό το υπό κατασκευή πάθος, αλλά και η μη ηρωική επίστρωση του παρελθόντος, μια ψύχραιμη και από σχετική απόσταση αφήγηση, διαμόρφωσαν ένα λογοτεχνικό σύνολο ικανό να προσφέρει αναγνωστική απόλαυση, όχι ως μελέτη αλλά ως λογοτεχνική ανάγνωση, εκεί που δεν έχει σημασία αν κάτι συνέβη ή όχι, έτσι ή διαφορετικά, δεν κρίνεται η ακρίβεια, καθόλου κάτι τέτοιο δεν απασχολεί τον αναγνώστη, και αυτή η απόλαυση είναι που καθιστά το βιβλίο σημαντικό ως ανάγνωσμα και όχι ως κάποιου είδους κοίταγμα μέσα από την κλειδαρότρυπα.

υγ. Για το Ημερολόγιο ενός χειμώνα, το τρομερό αυτό βιβλίο, περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για το Η ιστορία της σεξουαλικότητάς μου εδώ. Για υπόλοιπα έργα του Κούτσι, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Εύη Βαγγελάτου
Εκδόσεις Διήγηση 

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Καθένας με το βάσανό του - Mariana Leky

Πριν από δύο χρόνια, περίπου, διάβασα Το όνειρο της Ζέλμα και στην κατακλείδα του αντίστοιχου κειμένου σημείωνα: «Το όνειρο της Ζέλμα είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, που διαθέτει όλες τις αρετές ενός ευπώλητου ποιοτικού βιβλίου, κάτι το οποίο ήδη αποτυπώνεται στις διάφορες λίστες. Δεν ενδείκνυται ωστόσο για αναγνώστες που παίρνουν υπέρμετρα σοβαρά τον ενήλικα εαυτό τους».

Με χαρά υποδέχτηκα την κυκλοφορία του νέου βιβλίου της Γερμανίδας Μαριάνα Λέκι, χαρά που τη διαδέχτηκε ο σκεπτικισμός από το γεγονός πως επρόκειτο για μια συλλογή διηγημάτων. Έπιασα στη δουλειά να ξεφυλλίσω το βιβλίο και να διατρέξω κάποιες από τις ιστορίες, το απόγευμα έφυγα και το πήρα μαζί μου.

Ένας δείκτης που σε βάθος χρόνου ίσως να δείχνει πόσο μου άρεσε ένα βιβλίο να έχει να κάνει με την επίμονη παρουσία του στην αδύναμη μνήμη μου, και το βιβλίο αυτό το θυμάμαι ακόμα, κυρίως για εκείνη τη γλυκιά αίσθηση που μου άφησε η ανάγνωση και το πέρας της. Και αν σ' εκείνο το πρόσκαιρο συναίσθημα καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε το ευπώλητο που σημείωσα στην αποφώνηση, η αντοχή στον χρόνο κάτι βαθύτερο δείχνει.

Η πιο δύσκολη ερώτηση που μπορεί να μου κάνει ένας πελάτης στο βιβλιοπωλείο είναι πιθανότατα εκείνη για ένα γλυκό, αισιόδοξο βιβλίο, αλλά όχι κακογραμμένο, όχι στέλεχος της παραλογοτεχνίας. Πάρτε δύο λεπτά και σκεφτείτε, πόσα τέτοια βιβλία σας έρχονται στον νου; Υποθέτω λίγα, αν όχι ελάχιστα. Το όνειρο της Ζέλμα είναι εκείνο που πρώτα μου έρχεται κατά νου, πρόταση που συμπληρώνεται από την επιθυμία να είχα έναν θείο σαν τον οπτικό φίλο της Ζέλμα.

Το όνειρο της Ζέλμα θα ήταν το υπέρτατο μπεστ σέλερ σ' έναν κόσμο που η ανάγνωση θα ήταν κανόνας και όχι εξαίρεση, ένας κοινός τόπος συνάντησης αναγνωστών που κατά τα λοιπά θα ακολουθούσαν διαφορετικά αναγνωστικά μονοπάτια. Δεν είναι πως το βιβλίο δεν πήγε καλά από άποψη πωλήσεων και διάδρασης, αλλά θα μπορούσε να έχει πάει πολύ καλύτερα. Για να κλείσω την αναφορά μου σε αυτό θα προσθέσω: αν ψάχνετε ένα γλυκό βιβλίο, αν ακόμα θυμάστε το συναίσθημα βγαίνοντας από την αίθουσα όπου προβαλλόταν το Αμελί, τότε αναζητείστε αυτό το βιβλίο.

Ο σκεπτικισμός μου για το Καθένας με το βάσανό του εντάθηκε από το γεγονός πως τα κείμενα/διηγήματα που αποτελούν τη συλλογή αυτή πρωτοδημοσιεύτηκαν στη στήλη που κρατούσε η συγγραφέας στο περιοδικό Psychologie Heute (Ψυχολογία σήμερα). Έχω μια δυσανεξία σε αυτό το κομμάτι της επιστήμης της ψυχολογίας, την εκλαϊκευμένη πτέρυγά του, μέρος καθώς είναι μιας γενικότερης συνταγογράφησης ευζωίας, οδηγίες διέλευσης ενός περίπλοκου κόσμου, ευαγγελιστές της υπέρτατης αλήθειας. Ένα λογοτεχνικό υποείδος έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια, εκεί που τα βιβλιοπωλεία είναι φαρμακεία και οι ιστορίες μπορούν να μας σώσουν, ποιος όμως θα μας σώσει από την κακή λογοτεχνία;

Αναπόσπαστο μέρος της κακής λογοτεχνίας είναι ο αναχωρητισμός της, αυτό συμβαίνει ακόμα και αν φαινομενικά είναι στρατευμένη πολιτικά, αλλά αυτό είναι κάτι που τη θετική ενέργεια, που ισχυρίζονται πως έχουμε ανάγκη και πως έτσι όλα θα πάνε καλύτερα, δεν την αγγίζει. Καταλαβαίνετε πως διόλου προσδοκίες δεν είχα τελικά από το βιβλίο αυτό, η αρχική χαρά είχε ξεπεράσει τον απλό σκεπτικισμό, η απογοήτευση χτυπούσε δυνατά την πόρτα.

Και όμως.

Ήταν κάτι που είχε διαφανεί και από Το όνειρο της Ζέλμα, ο τρόπος της συγγραφέως να κοιτάζει τον κόσμο μέσα από τα μάτια της νεαρής αφηγήτριάς της είχε κάτι το καθαρό και συνάμα λοξό. Στα ιδιότυπα αυτά διηγήματα μικρού μήκους η ματιά της κεντρικής αφηγήτριας, που κάθε λόγο έχουμε να την ταυτίσουμε με τη συγγραφέα, διατηρεί τόσο την καθαρότητα όσο και εκείνη τη λοξότητα. Παρατηρώντας τον στενό της περίγυρο, αφηγείται ιστορίες μικρής κλίμακας, στιγμιότυπα από μια απλή, αληθοφανή καθημερινότητα, μέσα στην οποία οι χαρακτήρες επιδιώκουν να επιζήσουν, χωρίς να διαθέτουν υπερδυνάμεις, πέρα από τη λογική και το συναίσθημα. Ο μικρόκοσμός μας είναι κάτι που μπορούμε να το ελέγξουμε, ως ένα βαθμό τουλάχιστον.

Η Λέκι πετυχαίνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο μελό και το γλυκό, στο απλό και το απλοϊκό, το σοβαρό και το σοβαροφανές, χωρίς να θυσιάσει τη λογοτεχνικότητα στον βωμό ενός κειμένου που θα φιλοξενηθεί στις σελίδες ενός περιοδικού ψυχολογίας. Μια ευδιάκριτη, κοινή αφηγηματική φωνή συνέχει τα διηγήματα αυτά, επί της οποίας στερεώνεται και υψώνεται η συνολική κατασκευή με τις όποιες ιδιαιτερότητές της. Δεν ξέρω αν τα διηγήματα αυτά, ως λογοτεχνία ή ως μια στήλη, δύνανται να βοηθήσουν κάποιους από τους αναγνώστες να νιώσουν καλύτερα, να τους προσφέρουν εργαλεία πρόσληψης και αντιμετώπισης της καθημερινότητας, εγώ δεν αναζητούσα αυτό, αν και ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τα όσα λαμβάνουν χώρα στο υποσυνείδητό του. Άλλωστε, εδώ για λογοτεχνία κάνουμε λόγο.

Προγραμματικά και με βάση την αρχική τους χρησιμότητα, τα διηγήματα αυτά δεν θα ανατρέψουν την παράδοση, δεν θα εκτρέψουν το λογοτεχνικό ποτάμι, θα προσφέρουν, ωστόσο, μια ικανή ανάπαυση στις κοιλότητες που το ρεύμα αδύναμο εγκλωβίζεται. Η ησυχία είναι μια αδικημένη λειτουργία της λογοτεχνίας, και η ησυχία εδώ προκύπτει από την αποφυγή, την υπονόμευση ακόμα ακόμα, της ψυχολογικής υποστήριξης, έξω από ένα απαραίτητο πλαίσιο θεραπείας. Μπορεί κανείς, επίσης, να αντιμετωπίσει τα διηγήματα αυτά ως μια ιδιότυπη άσκηση συγγραφής, ένα εργαστήριο μελέτης του κόσμου τριγύρω και της μετατροπής του σε λογοτεχνία.

Το ο Καθένας με το βάσανό του σε συνδυασμό με Το όνειρο της Ζέλμα μας προσφέρουν μια ικανοποιητική θέα στον λογοτεχνικό τρόπο της Λέκι. Η φαινομενική αφέλεια με την οποία τον παρατηρεί και μέσω της οποίας αρχικώς στήνει και ακολούθως καθοδηγεί τους χαρακτήρες της. Η αφέλεια αυτή είναι ωστόσο φαινομενική, υπάρχει ο κίνδυνος κάποιος αναγνώστης να μη μπορέσει να το διακρίνει αυτό, τότε για εκείνον η κατασκευή δεν θα λειτουργήσει, μια αίσθηση λιγώματος θα εμφανιστεί στον ουρανίσκο εκείνο. Εδώ η αφέλεια είναι το αντίπαλο δέος της σοβαροφάνειας.

Διάβασα τα διηγήματα αυτά ευχάριστα. Δεν είμαι ωστόσο σίγουρος πως αργότερα θα θυμάμαι πολλά πέρα από την αίσθηση γλυκύτητας που μου άφησαν. Δεν είναι κάτι λίγο αυτό, σίγουρα δεν είναι κάτι άχρηστο εντός του ζόφου που κινούμαστε. Η λογοτεχνία της Λέκι, ακόμα και σε αυτή την εκδοχή που εκκινώντας από το ιδιωτικό επιχειρεί να γενικεύσει, δημιουργώντας, ή ελπίζοντας πως δημιουργεί, τον απαραίτητο κοινό τόπο ανάμεσα σε εκείνη, τους ήρωές της και τον αναγνώστη, δεν είναι μια λογοτεχνία αναχωρητική, αλλά μάλλον πολιτική, χωρίς να το φωνάζει άναρθρα, επισημαίνοντας με τον τρόπο της πως η κύρια πηγή των ατομικών προβλημάτων είναι κοινωνικοπολιτική. Δεν επιχειρεί να δώσει συνταγές ευτυχίας και παλέματος, δεν αμελεί πως αυτό που ξέρει και θέλει να κάνει είναι λογοτεχνία, αλλά η λογοτεχνία, όταν είναι καλή, ναι, μπορεί να αποδειχτεί μια συνταγή ευτυχίας και σίγουρα παλέματος.

Θυμήθηκα την αίσθηση που Το όνειρο της Ζέλμα μου άφησε, αυτό σίγουρα συνέβη, και αυτό καθόλου λίγο δεν είναι.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για Το όνειρο της Ζέλμα περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Σάρκα - David Szalay

Τα βραβεία, τα λογοτεχνικά και τα λοιπά, είναι μια σύμβαση, τη δέχεσαι ή την απορρίπτεις, δικαίωμά σου είναι, προφανέστατα. Προβληματικό είναι όταν τα δέχεσαι, αν συμφωνείς, και τα  απορρίπτεις, αν διαφωνείς, που και αυτό δικαίωμά σου είναι, προφανέστατα, αλλά καταλαβαίνετε, θαρρώ, τι θέλω να πω. Το Βραβείο Μπούκερ για το 2025 το κέρδισε η Σάρκα του Ντέιβιντ Σόλοϊ. Αναμενόμενα συζητήθηκε το βιβλίο αυτό, κάποιοι αρκετοί έσπευσαν να το διαβάσουν στα αγγλικά, σε άλλους άρεσε και σε άλλους όχι, είθισται να συμβαίνει και αυτό, κάποιοι, όπως εγώ, περίμεναν την ελληνική εκδοχή του.

Αν δέχεσαι τα βραβεία, έχεις κάθε δικαίωμα να κρίνεις ένα βραβευμένο με βάση τη βράβευσή του, σε σχέση, κυρίως, με τα άλλα υποψήφια, αλλά και με παλαιότερους νικητές του θεσμού. Αν δεν τα δέχεσαι, τότε και πάλι μπορείς να κρίνεις αλλά όχι με βάση τη βράβευση ή μη, ακριβώς γιατί δεν δέχεσαι τα βραβεία.

Το Μπούκερ, αντίθετα με το Νόμπελ, αφορά συγκεκριμένα βιβλία, που εκδόθηκαν την ίδια χρονιά, είναι γραμμένα πρωτότυπα στα αγγλικά, μια πρώτη μακρά λίστα ανακοινώνεται, ύστερα μια τελική πεντάδα, από την οποία προκύπτει το νικητήριο. Από τη βραχεία λίστα μόνο το Οντισιόν της Κιταμούρα έχω διαβάσει και μόνο ως προς αυτό δύναμαι να κρίνω τη Σάρκα συγκριτικά, αν έχει, που δεν έχει, νόημα μια τέτοια σύγκριση.

Η βράβευση και, κυρίως, η μετέπειτα συζήτηση σίγουρα αποτελεί μια αφορμή ανάγνωσης, ιδιαίτερα από τη στιγμή που το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά και βρέθηκε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, η επίσπευση της ανάγνωσης υπήρξε δικαιολογημένη και αναμενόμενη. Χωρίς την ανάγνωση πέφτει στο κενό η όποια κρίση. Προείπα, ωστόσο, μόνο άλλο ένα ακόμα έχω διαβάσει από τη λίστα, επομένως η αξιολόγηση, η αίσθηση αν προτιμάτε, της ανάγνωσης είναι ανεξάρτητη των γύρω τριγύρω στοιχείων.

Εκείνο που περισσότερο με ιντρίγκαρε δεν ήταν τόσο η πόλωση των απόψεων, όσο το γεγονός πως και τα δύο μέρη στέκονταν στο ίδιο τεχνικό γνώρισμα, στον τρόπο του Σόλοϊ να αφηγηθεί την ιστορία του Ίστβαν, ενός προσώπου με μηδενικό βάθος χαρακτήρα, που άγεται και φέρεται με όσα η ζωή του φέρνει, και με έναν αφηγηματικό τρόπο αρκετά στεγνό, απλό και περιγραφικό. Κάποιοι ενθουσιάστηκαν, άλλοι απογοητεύτηκαν, αμφότερα τα μέρη, ωστόσο, επεσήμαναν το ίδιο χαρακτηριστικό. Ένα πρώτο ερώτημα είναι: υπάρχει στο βυθό κάτω από την επιφάνεια κάτι που βράζει; 

Δεν είχα προσδοκίες, μόνο επιθυμία να διαβάσω το βιβλίο αυτό.

«Στα δεκαπέντε του, μετακομίζει με τη μητέρα του σε καινούργια πόλη και πηγαίνει σε καινούργιο σχολείο. Δεν είναι εύκολη ηλικία για κάτι τέτοιο, η κοινωνική ιεραρχία του σχολείου είναι ήδη εδραιωμένη, και δυσκολεύεται να κάνει φίλους. Ύστερα από λίγο, όμως, κάνει ένα φίλο, ένα άλλο μοναχικό άτομο. Μερικές φορές, μετά το σχολείο πηγαίνουν παρέα στο καινούργιο εμπορικό κέντρο δυτικού τύπου που μόλις έχει ανοίξει στην πόλη».

Η πρώτη παράγραφος λειτουργεί εισαγωγικά και κατατοπιστικά, θέτει τις συνθήκες, τη μετακόμιση, την ηλικία, τον χαρακτήρα, τη μεταβατική εποχή στην Ουγγαρία, περιλαμβάνει και τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας, μέσω του αφηγητή του, θα πει την ιστορία αυτή, στεγνά, απλά και περιγραφικά.

Ο τρόπος του Σόλοϊ με μαγνήτισε, δεν μπορούσα να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου, αναζητούσα το οποιοδήποτε κενό ώστε να διαβάσω λίγες ακόμα σελίδες, ένα ακόμα επεισόδιο από τη ζωή του. Η λογοτεχνία, είτε ως μορφή είτε ως περιεχόμενο, πλέει σε ένα μικρό μέρος της ανθρώπινης συνθήκης, αναπόφευκτα ίσως, ανακουφιστικά, επίσης, μια συνθήκη εξαίρεσης που μονώνει το μπούνκερ του καθενός μας. Ο Σόλοϊ λέει πως ήθελε να γράψει ένα μυθιστόρημα με δύο πλευρές, μια αγγλική και μια ουγγρική, για τη ζωή ενός μετανάστη τη στιγμή που η Ουγγαρία μπαίνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για τη ζωή ως σωματική εμπειρία.

Πριν από ό,τι άλλο: ο Σόλοϊ, συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις προθέσεις ή το αποτέλεσμα, έχει ένα ξεκάθαρο πλάνο γραφής, οι αποφάσεις έχουν ληφθεί και διατηρούνται μέχρι το τέλος. Είναι σημαντικό να λεχθεί κάτι τέτοιο, η τυχαιότητα βασανίζει εξόχως την τέχνη, ένα απλό εύρημα δεν θα προμήθευε με ικανό καύσιμο την κατασκευή. Ο τρόπος του, στεγνός, απλός και περιγραφικός, δεν στοχεύει στον αναγνωστικό εντυπωσιασμό, μάλλον διακινδυνεύει το αντίθετο, προείπα ήδη για τις ενστάσεις και τις κατηγορίες που πατούν ακριβώς εκεί που πατάει και ο θαυμασμός (μου).

Πάνε χρόνια, είχα δει την ταινία του Τζάρμους, ίσως την πλέον υποτιμημένη της εργογραφίας του, Στα όρια του ελέγχου (Limits of control, 2009), μια ταινία δράσης χωρίς καθόλου δράση, μια ταινία δράσης στα διαλείμματα της δράσης, ένας επαγγελματίας δολοφόνος που περιφέρεται στη Μαδρίτη, αργά και νωχελικά, βαρετά ίσως να σκεφτεί κάποιος, στοιχειωτικά θα έλεγα εγώ. Τη σκεφτόμουν αυτή την ταινία, την αίσθηση που χρόνια μετά έχει διατηρηθεί για εκείνη μέσα μου.

Επεισόδια από τη ζωή του Ίστβαν, που τίποτα ξεχωριστό δεν έχει ως χαρακτήρας, που όλο οκ απαντά στις ερωτήσεις που του γίνονται, που ακολουθεί τη ροή χωρίς να αναρωτιέται πολλά πολλά. Ένας άνθρωπος της εποχής του, ένας απλός, συνηθισμένος άνθρωπος, διαμορφωμένος σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, χωρίς θεωρία, χωρίς βάθος σκέψης, χωρίς ενεργή σύνδεση με το συναίσθημά του, χωρίς ιδιαίτερο πλάνο και σχεδιασμό. Ο Ίστβαν είναι ιδιαίτερα γνώριμος, οικείος, αν και ίσως να μην ανήκει στον μικρόκοσμό μας, στην πλάνη μας, και όμως αντιπροσωπεύει μια ισχυρή πλειοψηφία, μια σιωπηλή πλειοψηφία, μια ακατανόητη, ίσως, πλειοψηφία.

Ο Σόλοϊ παρουσιάζει έναν μη λογοτεχνικό χαρακτήρα, έναν μη συνηθισμένο λογοτεχνικό χαρακτήρα, και τον υποστηρίζει άψογα γλωσσικά και αφηγηματικά, του φτιάχνει το πλαίσιο εντός του οποίου κινούνται οι πολλοί Ίστβαν του καιρού μας, επίπεδοι και μονοδιάστατοι. Ο Σόλοϊ προγραμματικά κατασκευάζει κάτι το οποίο αποτελεί συνήθη ανώμαλη προσγείωση για μια λογοτεχνία υψηλών βλέψεων. Η Σάρκα οφείλει να κριθεί και με βάση τις ορατές συγγραφικές επιδιώξεις, αν τα κατάφερε ο συγγραφέας σε αυτό που θέλησε να κάνει.

Η κάμερα καδράρει διαρκώς στον Ίστβαν, αφήνοντας έξω τον υπόλοιπο κόσμο, μόνο ό,τι φτάνει ως αυτόν γίνεται ορατό. Αυτή η αποκοπή ενισχύει/αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο ο Ίστβαν ζει, παρ' όλες τις εξωτερικές συνθήκες. Μα πώς γίνεται, αναρωτιόμαστε εμείς οι σκεπτόμενοι, ο κόσμος να μην αντιδρά στο ένα ή στο άλλο, πώς γίνεται να συνεχίζουν με ό,τι κάνουν. Αναρωτιόμαστε και αρνούμαστε να στρέψουμε το βλέμμα προς τα εκεί.

Θα μπορούσε το μυθιστόρημα να έχει μια πιο έντονη κριτική προσέγγιση, να επιχειρήσει μια κοινωνιολογική προσέγγιση, όμως αυτό δεν συμβαίνει, όχι στην επιφάνεια τουλάχιστον, όχι ως μασημένη τροφή, όχι ως μια σύνθεση από κλισέ, όπως ο φτωχός μη προνομιούχος που παλεύει να επιβιώσει, για παράδειγμα. Ο αφηγητής κρατάει μια απόσταση σταθερή, απόσταση που αποτυπώνεται στον τρόπο του, δεν κρίνει και δεν συναισθάνεται, δεν επιχειρεί να εξηγήσει και να δικαιολογήσει, όχι γιατί δεν τον ενδιαφέρει αλλά γιατί δεν υπάρχει κάτι που να γεννά την ανάγκη στην ιστορία του Ίστβαν, ο αφηγητής προσαρμόζεται στα μέτρα του ήρωα της ιστορίας του.

Αν κάποιος αναζητά το βάθος και το υψηλό, ό,τι και αν αυτό σημαίνει πραγματικά, στη λογοτεχνία, ας προσπεράσει, εδώ δεν θα βρει το αγαπημένο του φλιτζάνι με τσάι, θα βαρεθεί και θα δυσανασχετήσει. Συμβαίνει σπάνια, εδώ συμβαίνει, ωστόσο, να μπορώ να φανταστώ να μην αρέσει καθόλου σε κάποιον ένα βιβλίο που εμένα μου άρεσε πολύ, με ενθουσίασε για την ακρίβεια, και μάλιστα, για τους ίδιους λόγους.

Η απάντηση στο ερώτημα, υπάρχει στο βυθό κάτω από την επιφάνεια κάτι που βράζει;, είναι θετική, η στεγνή, απλή και περιγραφική αφήγηση διαθέτει κάτι το ανησυχαστικό, κάτι το τρομακτικό, κάτι το σκληρά ρεαλιστικό, κάτι που αφήνει το προνόμιο της σκέψης, της ιδεολογίας, της αισθητικής, και όποιο ακόμα αντίστοιχο, αμήχανο και κατατροπωμένο. Η ιδιώτευση του Ίστβαν στέκει στον αντίποδα της δικής μας, εκείνος, τουλάχιστον, δεν επιχειρεί να τη θεωρητικοποιήσει.

Η Σάρκα μού άρεσε πολύ, ο Ίστβαν, πού να το φανταζόταν, με καθήλωσε και με στοίχειωσε, ο Σόλοϊ κατασκεύασε ένα αριστούργημα με τα πλέον απλά συστατικά. 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Ψυχογιός

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Σαν νερό που κυλάει

Η μαγική ιδιότητα της λογοτεχνίας, της ανάγνωσης, μικρά, διαρκή, καθοριστικά πλήγματα στον ορθολογισμό, να διαβάζεις κάτι που απαντά/συναντά/συνομιλεί/επιχειρηματολογεί με κάτι που σε απασχολεί, η μαγική ιδιότητα της λογοτεχνίας να προσαρμόζεται σ' αυτό που έχεις ανάγκη και όλα αυτά υπό το πρίσμα μιας φαινομενικής τυχαιότητας, μιας υπερβολικά χαλαρής αιτιοκρατικής συσχέτισης μεταξύ επιλογής και αποτελέσματος. Η γενέθλια επέτειος, αναπόφευκτα, ευτυχώς ή δυστυχώς, σέρνει μαζί της ως την άφιξή της μια διάθεση αυτοελέγχου, απλά, ναι καλά, ευσύνοπτα ερωτήματα: ποιος είμαι, πού πάω, τι κάνω κ.τ.λ.

«Φυσικά, όσο συνεχίζω να φαντάζομαι τι φαντάζονται οι άλλοι, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ στη δική μου φαντασία, να συλλάβω τα σενάρια, να επισπεύσω τους χρόνους, να καταλάβω αβίαστα τι πρέπει να κάνω, να κάνω εκείνο που όλοι αυτοί περιμένουν από μένα»*.

Κάθε απόσπασμα, κλαδάκι αποκομμένο από τον κορμό, έτσι και αυτό, αυτόνομα χαρίζει/χαράζει μονοπάτια σκέψης/πρόσληψης. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να επιχειρηματολογεί ενάντια στον εαυτό του, στη λειτουργία του ως απεύθυνση σε έναν άγνωστο αναγνώστη, να υπονομεύεται. Δοκιμάστε να το διαβάσετε ξανά, εγώ το έκανα ήδη. Θα μπορούσε, για παράδειγμα να επιχειρηματολογεί ενάντια σ' αυτό που κάνω σ' αυτή την ψηφιακή γωνιά. Να φαντάζομαι, όσα οι συγγραφείς φαντάζονται, να μην ακούω τη φαντασία μου, να μένω απέξω. Δοκιμάστε να το διαβάσετε ξανά, εγώ το έκανα ήδη. Θα μπορούσε, νιώθω εγώ, να επιχειρηματολογεί ενάντια στο έξω σύστημα, στο πέρα από το κάδρο του αναγνώστη που κρατά το βιβλίο στα χέρια του, να θέτει με επιμονή ερωτήματα/ενστάσεις για την περιχαράκωση, για την περαιτέρω οχύρωση του οχυρού, του μπούνκερ.

Δεκαέξι χρόνια, λοιπόν.

Έχω ένα ποστ ιτ σε περίοπτη θέση στο γραφείο μου, που την υπόλοιπη μέρα είναι ένα τίμια λειτουργικό τραπέζι κουζίνας, το ποστ ιτ αυτό λέει μην ξεχνάς. Με πεζά γράμματα, ένας ψίθυρος. Το ξεχνάω συχνά, όταν κάθομαι να γράψω είναι, ωστόσο, εκεί. Ψιθυρίζει. Θα μπορούσε να λέει να θυμάσαι όμως λέει μην ξεχνάς. Η μνήμη της μη λήθης, όπως η κάθε μνήμη, ενδύεται το σύγχρονο, προσαρμόζεται ο χαμαιλέοντας χρωματικά, δεν ξεχωρίζει από την επιφάνεια εκείνης της στιγμής, απαντά διαρκώς στο επικαιροποιημένο διακύβευμα. Έτσι και τώρα. Μην ξεχνάς πως κάποιοι κόκκοι άμμου, σβόλοι ολόκληροι ενίοτε, θα διαφεύγουν από τη χούφτα. Μην ξεχνάς πως κάποια αντιπαραδείγματα, στρατοί ολόκληροι ενίοτε, θα αποπροσανατολίζουν την πορεία. Μην ξεχνάς, επίσης, τη ματαιότητα, το άγχος της ύπαρξης, την απουσία νοήματος ενίοτε/συνήθως, την απόλαυση, τη διαφυγή. Μην ξεχνάς πως τα κείμενα αυτά, ενταγμένα στη συγχρονία σου, ενέχουν, εκτός της ημερολογιακής τους διάστασης και των αλλεπάλληλων στρωμάτων εαυτού, μικρές, συχνές, υποδόριες συνήθως θέσεις μανιφέστου, απαντήσεων σε ερωτήματα που τέθηκαν ή δεν τέθηκαν.

Τελευταία το πρώτο που θυμάμαι να μην ξεχνάω είναι το προνόμιο να μπορώ να κάνω αυτό που κάνω, με τους όρους που το κάνω, με τη συχνότητα και την ελευθερία, επίσης. Ακολούθως θυμάμαι να μην ξεχνάω πως το κάνω μεν για μένα αλλά με απεύθυνση, το επικοινωνώ, το μοιράζομαι, το διαλαλώ, κοιτάξτε τι κάνω λέω. Ύστερα θυμάμαι να μην ξεχνάω πως η ματαιοδοξία είναι ένα συστατικό, ο θυμός του να νιώθεις πως οι άλλοι δεν σε καταλαβαίνουν, δεν σε αποθεώνουν, επίσης. Θυμάμαι να μην ξεχνάω πως η ετεροαποδοχή απαιτεί ως πρώτο βήμα την αυτοαποδοχή. Εδώ εμφανίζονται να παρελάσουν τα παραπάνω απλά, ναι καλά, ευσύνοπτα ερωτήματα: ποιος είμαι, πού πάω, τι κάνω κ.τ.λ.

Δεκαέξι χρόνια, λοιπόν. Κάτι παραπάνω από χίλια επτακόσια κείμενα. Πόσες άραγε λέξεις το σύνολο; Σκοπίμως τοποθετώ το ποσοτικό, που σε μια λίστα αποφυγής θα ήταν πρώτο, άλλωστε περί αυτού πρόκειται και στο γενέθλιο, η πρόσθεση μιας ακόμα χαρακιάς στον τοίχο του χρόνου, σωστά;

Η χρονιά που μεσολάβησε έδωσε μια καίρια απάντηση. Είναι ένα ερώτημα που εδώ και χρόνια ακούω, τόσο έντονα που από κάποια στιγμή και έπειτα άρχισε να με απασχολεί προσωπικά, έντονα, καθισμένο σε μια θέση λεωφορείου, σε μια καρέκλα με το βλέμμα στη γωνιά ενός χαλιού, στο τραπέζι αυτό, πριν κοιμηθώ, όταν διαβάζω· γιατί διαβάζω; Ερώτημα που σε πλήρες ανάπτυγμα μετατρέπεται σε γιατί διαβάζω με τέτοια μανία και αυτό είναι κάτι το τόσο έντονα προσδιοριστικό της καθημερινότητάς μου;

Η απάντηση, ξεκίνησε από ένα δεν ξέρω, συνέχισε στο παιδικό κρεβάτι μετά την καληνύχτα, έγινε απλά ένα χόμπι, κατέληξε και σταθεροποιήθηκε στο: είναι ο τρόπος μου να αντιλαμβάνομαι την ανθρώπινη εμπειρία, είναι τα βέλη που προσθέτω στη φαρέτρα ενάντια σε έναν κόσμο μονοσήμαντο/μονόδρομο. Γι' αυτό διαβάζω. Έχω πια αφαιρέσει το ίσως/μάλλον/μπορεί και να είναι αυτός ο λόγος.

Δεκαέξι χρόνια, λοιπόν. Από το ποίημα του Λειβαδίτη μέχρι τον Μεγάλο Ρέι. Από τα δεκαεπτά χτυπήματα, ίσως όλα δικά μου, της πρώτης ανάρτησης, μέχρι τα σημερινά πολλαπλάσια που ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ.

Τι θα μπορούσα να έχω φανταστεί τότε, όταν απλά πάτησα δημοσίευση, έχοντας πρώτα αντιγράψει εκείνο το ποίημα; Πόσο χαριτωμένα αστείες μοιάζουν εκείνες οι ψηφίδες που ανακαλώ σήμερα; Για να μη μιλήσω για το πόσο εκτεθειμένος ένιωθα τότε, μετά τα δεκαεπτά εκείνα χτυπήματα, ίσως όλα δικά μου.

Συχνά σκέφτομαι ένα αυτόνομο αυτομυθοπλαστικό αφήγημα, κείμενα, σκέψεις, αναμνήσεις, φιλοδοξίες, απογοητεύσεις, γνωριμίες, δουλειές, βιβλία και αναγνώσεις να εγκολπώνονται στο αφήγημα αυτό, δεν το τολμώ, τι βαρυσήμαντο ρήμα χρησιμοποίησα μόλις ε; Δεν το τολμώ, ίσως αυτό να είναι το πλέον ευδιάκριτο νήμα που ενώνει εκείνο το τότε με αυτό το τώρα, η αίσθηση τόλμης, ένας στίχος του Παυλίδη κάπου λέει «ποτέ δεν ήμουν έτοιμος για τίποτα, απόφαση δεν έπαιρνα καμία, και όσα ίσως κάποτε κατάφερα, τα έχω κάνει από απερισκεψία», αν με ρωτάτε, δεν θα περιοριζόμουν σε παρελθοντικό χρόνο, κατά τα άλλα ναι.

Δεκαέξι χρόνια, λοιπόν. Η διατήρηση του ιστολογίου, η ιερή τήρηση της ρουτίνας, οι όποιες νέες προ(σ)κλήσεις, εγώ στο πέρασμα του χρόνου αποτελούν μια δυναμική συνθήκη αυτοπροσδιορισμού, συνεχούς και επίμονου, συχνά επίπονου, παίζοντας με την παρήχηση, καθοριστικού ωστόσο αδιαμφισβήτητα.

Πρόσφατα, παίζοντας με τις λέξεις, σκέφτηκα τον όρο αυτοκριτική, μια πιθανή ειδολογική τοποθέτηση των κειμένων αυτών, ως μονάδες και ως σώμα. Η χρονιά που μεσολάβησε έφερε ακόμα ένα βήμα, που για καιρό δεν τολμούσα, τον σύνδεσμο εκείνο που επιτρέπει στον αναγνώστη που επιθυμεί να με κεράσει έναν καφέ να το κάνει. Το δημιουργικό τμήμα της διαφημιστικής εταιρείας ίσως να λάνσαρε την εκστρατεία αυτή με το σλόγκαν: βοήθησε τον No One For Him να κάνει την αυτοκριτική του.

Μετά από κάποιο σημείο, όταν η γραφή γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας, τα όρια μεταξύ μυχιότητας και εξωστρέφειας συγχέονται, γίνονται δυσδιάκριτα, όπως συμβαίνει και με την εμφάνιση και την κάλυψη, ως προς τις συνειδητές αποφάσεις, δεν καλύπτομαι μόνο από το άλλο βλέμμα αλλά και από το δικό μου, συχνά παίζοντας παιχνίδια στον εαυτό μου, δοκιμάζοντάς τον. Στην επικράτεια της αυτοκριτικής αναδύονται κομμάτια μυθοπλασίας. Πάλι θα καταφύγω σε ένα απόσπασμα: «Είμαι πεπεισμένος ότι ο καλύτερος τρόπος για να θυμόμαστε αυτό που δεν ζήσαμε είναι να το επινοήσουμε»**.

Δεκαέξι χρόνια, λοιπόν. Ποιος ήμουν και ποιος είμαι, πού ήμουν και πού είμαι, πώς έγραφα και πώς γράφω, πώς διάβαζα και πώς διαβάζω, πώς κρύβομαι και πώς φανερώνομαι. Λες και τα ερωτήματα δεν ήταν ήδη αρκετά: Πώς κλείνει ένα κείμενο όπως αυτό;

* [Dillon Bay - Daniele Del Giudice ( Διηγήματα, μτφρ. Αλέξανδρος Λαβράνος, εκδόσεις Κείμενα)]
** [Εξομολογήσεις - Sergio Blanco (μτφρ. Δέσποινα Σαραφείδου, εκδόσεις Ροές)]
 
υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Ο Μεγάλος Ρέι - Michael Kimball

Στα τέλη της περασμένης χρονιάς, στα χασομέρια της εκδοτικής πλημμυρίδας πριν από τις γιορτές, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο το οποίο είχα κυκλώσει από τότε που διάβασα για την επικείμενη έκδοσή του, ο λόγος για το μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Μάικλ Κίμπαλ, Ο Μεγάλος Ρέι, σε μετάφραση Άκη Παπαντώνη από τις εκδόσεις Κίχλη. Δύο ήταν οι λόγοι της προσμονής. Ο πρώτος είχε να κάνει με τα όσα ενθουσιαστικά λόγια είχα διαβάσει για το προηγούμενο βιβλίο του, που είχε κυκλοφορήσει παλιότερα στα ελληνικά, το Αγαπητοί όλοι σε μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου από τις εκδόσεις Οκτώ. Ο δεύτερος λόγος είχε να κάνει με το θέμα του, ανασύρω από το οπισθόφυλλο: «Ο Μεγάλος Ρέι είναι παράφορος, μεγαλόσωμος και νοσηρά παχύσαρκος· μια κολοσσιαία παρουσία στη ζωή τού γιου του Ντάνι. Όταν πεθαίνει, ο Ντάνι προσπαθεί να σηκώσει το βάρος της απουσίας τού πατέρα του, αλλά και να διαλύσει το σκοτάδι που εκείνος είχε αφήσει πίσω του».

Το πένθος, η αντιμετώπιση της συνθήκης απουσίας ενός γονέα, οι τελευταίες μέρες, τα ανοιχτά γραμμάτια, οι συγκρούσεις, το συνολικό παλίμψηστο της σχέσης, το μαύρο κουτί που αναπόδραστα εμφανίζεται, τρομακτικό και μόνο στη θέα, πόσο μάλλον στο περιεχόμενό του, όσο καλά και αν πιστεύει καθένας μας πως προετοιμάστηκε γι' αυτή την απουσία, όλα αυτά είναι θέματα που διαχρονικά απασχολούν την τέχνη και εν γένει την ανθρώπινη εμπειρία. Αυτό που μοιάζει να μεταβάλλεται τα τελευταία κάποια χρόνια, με την επικράτηση της αυτομυθοπλασίας και τη βασιλεία της ταύτισης των εγώ του δημιουργού, του αφηγητή και του κεντρικού ήρωα, είναι η κατάλυση της μυθοπλαστικής σύμβασης.

Ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, όπως αυτό, ο συγγραφέας που γράφει για τον νεκρό πατέρα του, ακόμα και αν, όπως στην περίπτωσή μου, δεν προκαλεί κάποια κόπωση, αναπόφευκτα προσφέρει μια πανοπλία στον αναγνώστη, μια αίσθηση δύναμης, ξέρω τι να περιμένω, σκέφτομαι/σκέφτεται. Και αυτή η αίσθηση, η ψευδαίσθηση καλύτερα ειπωμένο, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ίδια τη λειτουργία της καλής λογοτεχνίας, στο μονοπάτι της οποίας ο αναγνώστης (θα έπρεπε να) νιώθει να εκτίθεται ολοένα και περισσότερο στο πέλαγος των άπειρων ενδεχομένων, αντιμέτωπος με το τεράστιο γκρι εμβαδόν του πολύπλοκου φαινομένου της ύπαρξης συνολικά. Η απώλεια ενός γονέα είναι ένα θέμα που με έλκει αναγνωστικά, έλξη που προφανώς και φανερώνει αρκετά για μένα τον ίδιο. Έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο αυτό με δύο βεβαιότητες, που σύντομα κατέρρευσαν με πάταγο, η πρώτη είχε να κάνει με τον αυτομυθοπλαστικό χαρακτήρα της αφήγησης, η δεύτερη με την αυτοπεποίθηση πως ήμουν προετοιμασμένος γι' αυτή.

Το πέπλο της αυτομυθοπλασίας έπεσε πρώτο, ήδη από την περίληψη στο οπισθόφυλλο, το πρώτο πρόσωπο ήταν απλώς και μόνο αφηγηματική επιλογή και όχι μια πύλη για το προσωπικό. Η αυτοπεποίθηση υποχωρούσε μέχρι να αφανιστεί και να παραδοθώ πλήρως συναισθηματικά. Η φύση της αφήγησης, προσωπική και μύχια, ακόμα και αν κατασκευασμένη στο συγγραφικό εργαστήρι, καθιστά τη συναισθηματική πρόσληψη επιπλέον του συνηθισμένου υποκειμενική. Η τεχνική του Κίμπαλ, ωστόσο, μπορεί να αναγνωριστεί ως ευφυής και με αντικειμενικά κριτήρια. Ο συγγραφέας, μέσω του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, πετυχαίνει να κατασκευάσει μια αφήγηση εγκεφαλική, αλλά όχι αποστειρωμένη και ψυχρή, αυτό είναι το σημαντικότερο στο βιβλίο αυτό, η άψογη κατασκευή, η χρονική σύνθεση του παρόντος και των αναλήψεων, η σε εύρος διερεύνηση της επικράτειας του πένθους, οι αποχρώσεις, η αμηχανία της πολυπλοκότητας του συναισθήματος του γιου, από την ανακούφιση ως την απόλυτη θλίψη. Ανασύρω από το κείμενο: «Εξακολουθώ να μη συμπαθώ τον πατέρα μου, αλλά εξακολουθεί να μου λείπει». Η ελάχιστη αυτή ψηφίδα συνοψίζει άψογα τα παραπάνω. Ο Μεγάλος Ρέι είναι μια καλοσχεδιασμένη και άρτια υλοποιημένη κατασκευή που, ταυτόχρονα, έχει παλμό, έχει ζωή και θάνατο.

Αλλά και πιο πριν, ένα θραύσμα αναρώτησης, ταυτόχρονα προσωπικό και τεχνικό: «Η ζωή του πατέρα μου ήταν συνηθισμένη με πάρα πολλούς τρόπους. Αναρωτιέμαι αν τον μετατρέπω σε κάτι περισσότερο από αυτό που ήταν μόνο και μόνο επειδή ήταν πατέρας μου». Εκτός από καθοριστικό ερώτημα, το παραπάνω απόσπασμα δείχνει την απουσία ενεργού συναισθηματικού εκβιασμού, η συνθήκη, ο γιος που γράφει για τον νεκρό πατέρα του από ανάγκη πρώτιστα προσωπική, συντηρείται άψογα από την αρχή μέχρι το τέλος, έτσι, η πρόσληψη του έργου γίνεται και με όρους λογοτεχνίας, που εκτείνονται πέρα από την επικράτεια της συγκεκριμένης απώλειας, εκεί που βρίσκεται η καλή λογοτεχνία.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Έκλεψα και πρόσθεσα το μυθιστόρημα αυτό στα αγαπημένα μου του '25, παρότι το διάβασα την πρώτη μέρα της νέας χρονιάς. Τα βρίσκετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Άκης Παπαντώνης
Εκδόσεις Κίχλη

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Γράμμα στην Ντ. Ιστορία ενός έρωτα - André Gorz

Ούτε που θυμάμαι πόσους μήνες είχα αυτό το βιβλίο στη ντάνα με τα προσεχώς, ίσως και χρόνια, τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα. Έτσι συμβαίνει. Τη μια στιγμή είναι στη ντάνα, σίγουρα νιώθει ξεχασμένο, παρατημένο και πικραμένο, την επόμενη στιγμή τραβιέται να ικανοποιήσει μια έντονη αναγνωστική επιθυμία. Αυτό το βιβλίο ήθελα να διαβάσω τη στιγμή εκείνη.

Εντάξει, ο τίτλος, σίγουρα. Με την προσθήκη του «Ιστορία ενός έρωτα» στην ελληνική εκδοχή να υπογραμμίζει, να οριοθετεί το γράμμα, να υπόσχεται, να δίνει υλικά για την ύψωση ενός απαραίτητου πρώτου ορίζοντα προσδοκιών, αυθαίρετου εκ φύσεως.

Κάποτε έγραφα γράμματα, όχι απαραίτητα μακροσκελή, αλλά γράμματα, με τη μορφή ενός ημερολογίου όχι πια προσωπικού αλλά προσβάσιμου στην παραλήπτρια. Είναι κάτι που πια δεν κάνω. Αναρωτιέμαι αν είναι κάτι που γενικότερα συμβαίνει. Αν είναι απότοκο της ευρύτερης απομάγευσης ή θύμα της ψηφιακής, άμεσης επικοινωνίας, που διαρθρώνεται με ένα άθροισμα ολιγόλογων μηνυμάτων, σπάνια τα σημεία στίξης, ένας διάλογος που δεν θα μπορούσε μάλλον να γίνει προφορικά παρότι καμώνεται πως είναι τέτοιος. Όπως και να έχει εγώ πια δεν γράφω γράμματα.

(έξω έχει σκοτεινιάσει και βρέχει, πάλι)

Δεν ξέρω αν ακόμα μπορούμε να τα αποκαλούμε γράμματα ή αν στην ψηφιακή μετάβαση το δικαίωμα χρήσης της λέξης απολύεται. Κάποια στιγμή πέρυσι ή πρόπερσι, διάβασα το Αγαπητέ, μαλάκα της Βιρτζινί Ντεπάντ, ιδιαιτέρως απολαυστικό και σημαντικό για ένα πλήθος τρεχόντων ζητημάτων, προεξάρχοντος του φεμινιστικού ζητήματος, δια χειρός μιας γυναίκας. Γι' άλλο λόγο όμως ανακλήθηκε από το μπαούλο η ανάγνωση αυτή. Πρόκειται για ένα επιστολικό μυθιστόρημα. Τα δύο πρόσωπα της πλοκής ανταλλάσσουν μέηλ, το ένα απαντάει στο άλλο, έτσι προωθείται η πλοκή. Σε εκείνο το κείμενο ανέπτυξα κάποιες σκέψεις για τη διαφορά της φύσης της αναλογικής και της ψηφιακής αλληλογραφίας. Διόλου περίεργα η βασική διαφορά είχε να κάνει με τον χρόνο, την αμεσότητα της απάντησης, τόσο ως προς τη σύνθεση όσο και ως προς τη λήψη. Αρκεί το πάτημα ενός κουμπιού, δευτερόλεπτα αργότερα το κείμενο ανοίγει στην άλλη οθόνη.

Πρόσφατα διάβασα τις Αναχωρήσεις του Τζούλιαν Μπαρνς, μια ιδιότυπη τελευταία επιστολή προς τον αναγνώστη, τον ιδανικό ή κάθε αναγνώστη μένει εν πολλοίς αναπάντητο, η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση κυριαρχεί από άκρη σε άκρη, αγαπητέ, αναγνώστη. Μου αρέσουν, λάθος ρήμα, με γοητεύουν, καλύτερα έτσι, βιβλία κλεισίματος καριέρας, ειδικά από συγγραφείς που ακολουθώ από βιβλίο σε βιβλίο. Τον Γκορζ οριακά τον γνώριζα ως όνομα, το έργο του ούτε καν. Δεν ήταν αυτή η περίπτωση, όχι ακριβώς τουλάχιστον.

Κάτι που επιπλέον αλλάζει πλήρως το σκηνικό είναι η εκ του τίτλου μαρτυρημένη συγκεκριμένη απεύθυνση στην Ντ. Ένας απολογισμός εντός ζεύγους, ένας απολογισμός που δημοσιεύθηκε, που έγινε βιβλίο. Αυτό μου προκαλεί μια κάποια αναστάτωση. Πάντα έτσι συμβαίνει όταν διαβάζω ένα βιβλίο και νιώθω λαθραναγνώστης, νιώθω πως κοιτάζω από την κλειδαρότρυπα, νιώθω ευθύνη για κάτι για το οποίο σε μικρό βαθμό έχω ενοχή, άλλωστε δεν διέρρηξα το γραφείο του συγγραφέα, απλώς πήγα στο βιβλιοπωλείο. Τέτοια φαινομενικά χαζά ζητήματα με απασχολούν. Νιώθω μια επιφάνεια κοινή να απλώνεται, μια επικράτεια γνώριμη ή, σίγουρα έτσι, υπό διερεύνηση, παρότι κοντεύουν να συμπληρωθούν δεκαέξι χρόνια που διατηρώ αυτή την ψηφιακή γωνιά. Υπάρχουν κείμενα, ή σημεία σε κείμενα, που απευθύνονται σε έναν και μόνο παραλήπτη, που δημοσιεύονται με την ελπίδα πως εκείνος θα το διαβάσει, θα το διακρίνει ανάμεσα σε τόση πολυλογία. Εδώ συμβαίνει κάπως ανάποδα. Το γράμμα απευθύνεται στην Ντ. ως τίτλος, μιλάει για την Ντ., για τις δεκαετίες που πέρασαν μαζί, για όσα συνέβησαν και τους σημάδεψαν, τους κράτησαν ωστόσο τον έναν δίπλα στην άλλη, μέχρι το τέλος, παρότι κάτι τέτοιο έμοιαζε μάλλον απίθανο, βάση της στατιστικής, σίγουρα, βάση της βιοποικιλότητας, επίσης, ωστόσο μαζί.

Ο Γκορζ δεν απευθύνεται στην Ντ. άμεσα, θα ήταν, για μένα, κάπως χαζό. Απευθύνεται στον λαθραναγνώστη. Πλάκα κάνω. Στον αναγνώστη. Άραγε, κάνω μια παρένθεση, ένας τόσο σημαντικός διανοούμενος, το πιο κοφτερό μυαλό της Ευρώπης, έλεγε ο Σαρτρ, να πίστευε πως αυτό αφορά κάποιον άλλον πέραν από εκείνον και εκείνην, ένας συγγραφέας που αφιέρωσε ένα τεράστιο, το μεγαλύτερο, κομμάτι της ζωής του γράφοντας για την κοινωνία, για τη φιλοσοφία, την οικολογία, την πολιτική, ένα πλήθος ζητημάτων, που πάλεψε να κατανοήσει και να συμπυκνώσει έννοιες, να πίστευε πως και αυτό το γράμμα είναι μέρος, έστω και ενός ευρύτερου, συγγραφικού κόρπους; Ποιος να ξέρει;

Δεν είναι μια ερωτική επιστολή. Είναι ένας απολογισμός ζωής, ένα ευχαριστήριο κείμενο που θα μπορούσε να εκφωνήσει σε μια απονομή. Αυτό την κάνει μια ερωτική επιστολή. Μαζί της διένυσε το μεγαλύτερο μέρος της, άλλωστε. Ο πιο οικείος του άνθρωπος. Εκείνη ίσως να πίστεψε περισσότερο και από εκείνον σε εκείνα που ο Γκορζ είχε να πει, προσφέροντάς του χώρο και χρόνο, θυσιάζοντας από τον κοινό ταμιευτήρα, εμψυχώνοντας με τον τρόπο της. Μαράθηκε δίπλα του άραγε;

Αυτό το ρήμα ήρθε και κόλλησε δίπλα στην Ντ. Μαραίνομαι, γιατί δεν με ποτίζουν, γιατί το φως δεν φτάνει στα φύλλα μου, αλλά και γιατί ενώ με ποτίζουν ένα ανταγωνιστικό φυτό απορροφά το νερό, γιατί ενώ φως υπάρχει εγώ είμαι στη σκιά. Όταν το ρήμα μαραίνομαι εμφανίστηκε στην αναγνωστική αρένα, οι λέξεις άρχισαν να ολισθαίνουν, επικίνδυνα.

Κάθε αναγνώστης διαβάζει αυτό που είναι. Το κείμενο έφτασε εδώ χωρίς ένα διακριτά αυτόνομο κλισέ. Ορίστε ένα: Κάθε αναγνώστης διαβάζει αυτό που είναι ή αυτό που πιστεύει πως είναι, φιλοσοφικά/ψυχαναλυτικά βαθειά ύδατα. Και εγώ είμαι ένας άνθρωπος που περνά κάποιες ώρες τη βδομάδα απέναντι σε μια λευκή οθόνη, πληκτρολογώντας. Μοιράζομαι επίσης τον χωροχρόνο και με έναν άλλο άνθρωπο. Να η κοινή επικράτεια, ανασκουμπώνεται και σχηματοποιείται. Όταν οι λέξεις άρχισαν να ολισθαίνουν επικίνδυνα, πρώτα παρέσυραν όλα τα κοπλιμέντα για εκείνη, για το πόσο στέρεα στάθηκε δίπλα στον συγγραφέα. Όταν οι λέξεις άρχισαν να ολισθαίνουν επικίνδυνα, ύστερα παρέσυραν κάποιες ανείπωτες, εν πολλοίς αφηρημένες, βεβαιότητες, η σημασία αυτού που κάνω, το αίσθημα υποχρέωσης, στο όριο της ιερότητας, ο χρόνος που περνά ο δημιουργός αποκομμένος από το στενό, απτό περιβάλλον. Όταν οι λέξεις άρχισαν να ολισθαίνουν επικίνδυνα, τελικά εκείνη μετατοπίστηκε, κατήλθε του βάθρου που την είχε τοποθετήσει και τις χάριζε λόγια θαυμασμού και αγάπης. Όταν οι λέξεις άρχισαν να ολισθαίνουν επικίνδυνα, το εμείς διερρήχθη.

Το πρόβλημα με τον έρωτα, έλεγε εκείνη, είναι το αίσθημα ασφυξίας. Ελευθερίας αντέτεινα εγώ που ήθελα να τη χαϊδέψω. Δεν επέμεινε. Ίσως γιατί ήξερε. Όταν ξέρεις δεν επιμένεις, σκέφτομαι.

Ελάχιστα θα με ενδιέφερε να ακούσω τη δική της εκδοχή. Δεν είναι πως αδιαφορώ για εκείνη. Η ικανότητα στη χρήση του λόγου του Γκορζ έχει κάτι το δοκιμιακό, το επιστημονικό, έχει μια ακρίβεια και μια διαύγεια, το περιττό ξεχωρίζει, διακρίνεται ευκρινώς το άγγιγμα στο έδαφος, ο άξονας στήριξης, δεν είναι εκείνη ο άξονας αυτός, είναι εκείνη που έβλεπε αυτός, μέσα από τα μάτια του στηριζόταν. Ίσως είναι καλύτερα που εκείνη παραμένει βουβή. Τα λόγια της, τα λίγα λόγια της, οι πράξεις της, οι πολλές πράξεις της, φτάνουν ως εδώ μέσω εκείνου, οικειοποιημένα.

Ένα κείμενο προσωπικό, όπως ένα γράμμα στην αγαπημένη, ανοίγει ορίζοντα στην επικράτεια του αναγνώστη, δίνει προς τα εκεί. Αυτό συμβαίνει όταν ένα κείμενο, παρότι προσωπικό, είναι ένα καλό κείμενο. Δεν ξέρω αν υπάρχουν οι λέξεις για να ορίσουν και να προσδιορίσουν τι κάνει το κείμενο αυτό καλό. Η κριτική και η φιλολογία μάλλον αδυνατούν. Και τι με νοιάζει εμένα; Είναι η απομαγευτική ερώτηση με θύμα την ανάγνωση. Δεν με νοιάζει. Και όμως διάβασα το κείμενο αυτό, την επιστολή αυτή, με κομμένη την ανάσα, πρώτα για να αντέξω την ανηφόρα, ύστερα για να μην γλιστρήσω στο κενό.

υγ. Για το Αγαπητέ, μαλάκα περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Σάντρα Βρέττα
Εκδόσεις Ποταμός

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης - Ottessa Moshfegh

Υπήρξε μια περίοδος στην οποία δοκίμαζα να γράφω κείμενα για βιβλία πριν να τα διαβάσω, μιλούσα για προσδοκίες και επιθυμίες, γιατί εκείνο το βιβλίο και όχι κάποιο άλλο, γιατί τότε, με έναν τρόπο εκείνα τα κείμενα ήταν ακόμα πιο προσωπικά, οι λέξεις πιο δυσεύρετες, η διαμάχη με την τυχαία επιλογή έντονη. Ύστερα ακολουθούσε το κυρίως κείμενο ως ένας ιδιότυπος απολογισμός. Τώρα πια δεν το κάνω αυτό, αν και το κείμενο πριν την ανάγνωση, χωρίς να κειμενοποιείται, υπάρχει, πάντοτε θα συμβαίνει αυτό.

Σκέφτομαι έντονα εκείνα τα κείμενα τώρα που κάθομαι να γράψω για το Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης. Γιατί, ανάμεσα σε τόσα, νεότερα και παλαιότερα, στελέχη της στοίβας με τα προσεχώς, επέλεξα να διαβάσω αυτό το βιβλίο με το που βγήκε; Αν υπήρχε κείμενο πριν, θα ήταν πιο απλό να απαντηθεί το ερώτημα, θα ήταν πιο εύκολο να διακρίνω αν οι προσδοκίες υλοποιήθηκαν και σε τι βαθμό.

Ωστόσο, τέτοιο κείμενο δεν υπάρχει. Διάβαζα το Κυνηγόσκυλο του ΝτεΛίλλο, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο της Οτέσα Μόσφεγκ, που πρωτοκυκλοφόρησε, αγαπήθηκε, δίχασε και μισήθηκε το 2018. Με το που τελείωσα το ένα ξεκίνησα το άλλο, στο λεωφορείο για τη δουλειά. Λίγο πριν κατέβω, ένας νεαρός με πλησίασε, δεν είναι αντιπαθητική η τύπισσα, με ρώτησε, δεν ξέρω ακόμα, του είπα, είμαι στην αρχή, το θυμάμαι έντονα, συνέχισε, αν και πάνε χρόνια από τότε που το διάβασα στα αγγλικά. Η Λ., όταν τη ρώτησα, είχε πει κάτι αντίστοιχο, πρόσθεσε και κάτι για λευκό φεμινισμό, έχω κουραστεί πια, συμπλήρωσε, αλλά εσύ να το διαβάσεις, δεν θα σου πάρει πολύ. Η ταχύτητα και η ολιγωρία δεν είναι καλές δικαιολογίες όταν κοιτάζω τη στοίβα με τα προσεχώς. Το είχα κιόλας ξεκινήσει, δεν είχε νόημα να κάνω τέτοιες σκέψεις, ωστόσο.

Η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, ορφανή από γονείς, πλούσια ορφανή για την ακρίβεια, αποφασίζει να περάσει έναν χρόνο ξεκούρασης και χαλάρωσης, να κοιμάται πολύ, να βλέπει ξανά και ξανά τις ίδιες ταινίες στο βίντεο, να παίρνει καμένο καφέ από ένα εικοσιτετράωρο κιόσκι στο οποίο δουλεύουν κάτι Αιγύπτιοι, να αποσυνδεθεί από τα πάντα, βρίσκει μετά από ατυχή τηλεφωνήματα μια ψυχίατρο διατεθειμένη να της συνταγογραφεί διάφορα φαρμακευτικά σκευάσματα τα οποία, ελπίζει εκείνη, να τη ναρκώσουν, να της χαρίσουν ύπνο και αποσύνδεση, ξεκούραση και χαλάρωση. Έχει μια φίλη που την επισκέπτεται συχνά πυκνά, σαν απόπειρα αυτοκτονίας εν εξελίξει μοιάζει αυτό, της λέει, το αντίθετο, απαντά εκείνη, είναι μια απόπειρα ζωής. Η αφήγηση αποτελεί το ιδιότυπο ημερολόγιο εκείνης της χρονιάς, εντός του οποίου εισέρχονται αναλήψεις από το παρελθόν, κομμάτια που συμπληρώνουν το παζλ. 

Στις πρώτες κιόλας σελίδες σκέφτηκα: τι προνόμιο που έχει η τύπισσα. Αμέσως, δάγκωσα λίγο τη γλώσσα μου, ονόμαζα προνομιούχα κάποια που έπαιρνε συνειδητά κοκτέιλ χαπιών και λοιπών σκευασμάτων, ένα πρεζάκι που μόνο να κοιμάται ήθελε. Ήταν ένα πολύ ιδιαίτερο και ιδιότυπο προνόμιο, αν ήταν, αυτό. Αν δεν είχε το προνόμιο της μη ανάγκης για δουλειά, θα ήταν απλά μια απόφαση ανάμεσα στην αυτοκτονία ή στην απόπειρα να συνεχίσει, αγχομαχώντας υπό το βάρος της καθημερινότητας, που όπως και αν την περιγράψει κανείς, λιγότερο ή περισσότερο ζοφερή, θα συμφωνούσαμε πως σίγουρα δεν είναι φροντιστική, το αντίθετο μάλιστα. Επειδή η συγκυρία είναι μια κατεξοχήν πληγή στον ορθολογισμό, έτυχε εκείνες τις μέρες να διαβάζω για την ολοένα και αυξανόμενη τάση στον δυτικό κόσμο άνθρωποι να πηγαίνουν διακοπές για να κοιμηθούν, όχι για να δουν ή να γνωρίσουν κάτι νέο, αλλά για να κοιμηθούν. Βγάζει νόημα αυτό, σίγουρα το κάνει.

Η ιδιώτευση της λογοτεχνίας, αναλογική του σύγχρονου κόσμου, είτε με είτε χωρίς μυθοπλαστικό μανδύα, αναδεικνύει ολοένα και περισσότερο το πώς, τον τρόπο με τον οποίο το άτομο μιλάει για τον εαυτό του. Αν έμενε κανείς μόνο στην παραπάνω παράγραφο της πλοκής, τότε ένα όφου και δεν με νοιάζει θα ακουγόταν κατά πάσα πιθανότητα, δικαιολογημένα ίσως, αναπόφευκτα μάλλον. Η ιδιώτευση μας κατακλύζει, μας δίνει τον αέρα της σημαντικότητας του εγώ μας, με το τίποτα σκεφτόμαστε πως είμαστε υποκείμενα κατάλληλα για μια τέτοια αφήγηση, δεν το κάνουμε για διάφορους λόγους, αλλά έχουμε ένα σωρό πράγματα να αφηγηθούμε, η σημαντικότητά μας είναι αδιαμφισβήτητη, τα κοινωνικά δίκτυα είναι μια κάποια λύση, αλλά και πάλι, θέλουμε και άλλο.

Γυρίζω στο πώς άρον άρον πριν χαθώ στην ατραπό αυτή. Διαβάζω ολοένα και περισσότερο λογοτεχνία επί της οποίας εγώ μοιάζει να ξεκινώ με ένα σαφές προνόμιο, ακόμα και αν αυτό το προνόμιο αναλώνεται και μόνο στο γεγονός πως δεν χρειάστηκε να με απασχολήσουν σκέψεις, φόβοι και γεγονότα όπως αυτά που αποτελούν τον πυρήνα, τη ραχοκοκαλιά της λογοτεχνίας αυτής, αλλά και των υποκειμένων της. Η ενοχή στην αρχή συσκότιζε, ακόμα και ένα αδύναμο κείμενο που ελάχιστη ικανοποίηση μου είχε προσφέρει, δεν μπορούσα να διαχωρίσω τη σημασία και την ανάγκη ύπαρξής του από την αξία του. Σιγά σιγά ο κουρνιαχτός κατακάθεται, ωστόσο.

Η σκέψη περί προνομίου, η πιο σύντομη διαδρομή για την επικράτεια του δεν με νοιάζει, έσβηνε καθώς η ανάγνωση συνεχιζόταν, παρότι η πηγή της ενσυναίσθησης δεν προσέφερε γάργαρο νερό στον μύλο. Ο τρόπος της με κρατούσε στην ανάγνωση, πέρα από σκέψεις συγκεκριμένες. Πρόσφατα έγραφα ξανά κάτι που σκέφτομαι συχνά τώρα τελευταία και έχει να κάνει με το πόσο ύπουλα μπορεί να σε εγκλωβίσει και να σου τα σκάσει (σικ) μια ιστορία που φαινομενικά δεν σε ενδιαφέρει, που δεν σε απασχολεί, που δεν είσαι εσύ. Όπως η ιστορία αυτή στην προκειμένη περίπτωση. Αν είχε κάτι από μένα, εξαρχής θα ήμουν σε εγρήγορση, θα γύρευα αναλογίες και εναλλακτικές, ναι μεν αλλά, εγώ, πολλά εγώ η αλήθεια είναι. Τώρα όμως; Με άνεση και χωρίς ντροπή την όρισα ως προνομιούχο, χαλάρωσα και συνέχισα την ανάγνωση, δεν ένιωθα ανοιχτός σε πλήξη κάποιας ευαίσθητης φτέρνας . Χαλάρωσα και δεν είχα την εγρήγορση.

Ο τρόπος της Μόσφεγκ σίγουρα είναι ιδιαίτερος και επαρκής, ξέρει τι θέλει να κάνει και το κάνει, υπάρχει πλάνο και σχέδιο που υλοποιείται, ξέρει σε ποια λογοτεχνική επικράτεια κινείται, ζει σε έναν κόσμο που της δίνει την απαραίτητη πρώτη ύλη, η αφηγηματική της άνεση της προσφέρει το απαραίτητο καύσιμο.

Ήμασταν σε διαφορετικά δωμάτια εκείνη και εγώ. Σίγουρα. Αρκετές φορές αναλογίστηκα το Στα τέσσερα της Τζουλάι που διάβασα πρόσφατα, αλλά και το I love Dick, λίγο νωρίτερα. Υπάρχει ένα νήμα εδώ. Στα διαλείμματα της ανάγνωσης σκεφτόμουν διαρκώς ποια είναι η στάση της συγγραφέως απέναντι στην αφηγήτριά της, την υπονομεύει, άραγε, ή την αγαπά ή και τα δύο, πότε το ένα και πότε το άλλο, μια αποδοχή της σύνθεσης της ύπαρξης εντός του συγκεκριμένου κόσμου στον οποίο λαμβάνει χώρα ο καθένας μας.

Δεν υπάρχουν για μένα ευκολοδιάβαστα βιβλία, αν δεν είναι του γούστου μου, ακόμα και το πιο ανασοκοπτικό αστυνομικό μπορώ να το σέρνω για μέρες, αν δεν το έχω παρατήσει από τις πρώτες σελίδες, ο εγκέφαλός μου, ίσως όχι περισσότερο ύποπτος φυγής από τον μέσο όρο, αν δεν λάβει ικανοποίηση κάνει πάρτι, από τα ρεβίθια στο ψυγείο που μούχλιασαν μέχρι το νόημα της ύπαρξης, οτιδήποτε άλλο από την ανάγνωση. Η Μόσφεγκ τον κράτησε ήσυχο και υπάκουο για μεγάλα διαστήματα.

Χαλάρωσα, έλεγα, και δεν είχα την εγρήγορση. Η αναχαίτιση δεν λειτούργησε, όταν πλησίασα τα θραύσματα δεν ήμουν σίγουρος, δεν τα αναγνώριζα ευθέως, άμεσα δεν τα σχετικοποιούσα, δεν αναγνώριζα με μια πρώτη ματιά ένα έδαφος οικείο μια ύλη κοινή. Και ωστόσο κάτι αναδευόταν μέσα μου, έντονα, ολοένα και πιο έντονα, στις τελευταίες σελίδες είχα παραιτηθεί της όποια μάχης.

Και γι' αυτό γράφω τα κείμενα αυτά εδώ και τόσα χρόνια, να καταλάβω, να διερευνήσω, να ολοκληρώσω την ανάγνωση, την επαφή με την ανθρώπινη εμπειρία που μοιάζει τόσο μακρινή και ξένη. Μια καλή σημείωση για σκέψη θα ήταν τα δεύτερα πρόσωπα της πλοκής, κυρίως η φιλενάδα και οι γονείς της, η Μόσφεγκ τους έδωσε τον απαραίτητο λίγο χώρο να σχηματοποιηθούν και να αποκτήσουν διαστάσεις και όγκο. Η παρουσία τους, στην ανάμνηση, στο όνειρο, στο παρόν μαζί της, έδωσε χώρο και στην αφηγήτρια, η συσχέτιση με άλλα πρόσωπα, η όποια συσχέτιση δίνει χώρο, σχήμα και μορφή, συμπληρώνει το κάδρο μιας πρωτοπρόσωπης θέασης και αφήγησης. Μια ακόμα καλή σημείωση είναι μια φαινομενική παραδοξότητα στην ιδιώτευση αυτή. Ένα εγώ κατακλυσμιαίας παρουσίας, από άκρη σε άκρη, εγώ, εγώ, εγώ, που ωστόσο, υποσκάπτει την ιδιώτευση αυτή, όχι απαραίτητα για να την υπονομεύσει, αλλά για να αποκαλύψει τον τρόπο με τον οποίο αλληλοτροφοδοτείται με τον τριγύρω κόσμο, δεν γεννήθηκε εν κενώ, δεν μεγαλώνει εν κενώ. Θα χρησιμοποιούσα ίσως τη λέξη παραβολή, αλλά δεν θα έπρεπε, θα ήταν λάθος χρήση. Η Μόσφεγκ δεν κάνει βήμα πίσω ή στο πλάι ώστε να επιτρέψει μια τέτοια ματιά στο βιβλίο της, στην ιστορία αυτή, δεν είναι ένα σχήμα λόγου, δεν είναι μια εκκεντρική συμπεριφορά που θα λειτουργήσει ως βατήρας για να μιλήσει για τον κόσμο, όχι. Και επειδή το κάνει τόσο καλά, δίνεται χώρος, δεν τον δίνει εκείνη, δεν είναι πρόθεση ή επιδίωξη. Αλλά η λογοτεχνία το κάνει συχνά αυτό, να διαφεύγει από τα χέρια του δημιουργού της, να αιωρείται ψηλότερα ή πιο πέρα.

Μια ακόμα καλή σημείωση, απόρροια των παραπάνω είναι το γεγονός πως δεν υπάρχει διάχυτη θεωρητικοποίηση, εύκολα ψυχολογικά και κοινωνικά νήματα, ένα φλερτ με την υψηλή διανόηση, σε αυτό απομακρύνεται πολύ από το I love Dick στο οποίο αναφέρθηκα παραπάνω, ούτε τόσο εγκεφαλικό, την ενδιαφέρει, μοιάζει τουλάχιστον να την ενδιαφέρει, να κινηθεί σε επικράτειες της καθημερινότητας, κοινότοπες και ίσως βαρετές, γνώριμες ωστόσο ό,τι και αν ενδύονται σε μια πρώτη ματιά. Και η αποφυγή της θεωρητικοποίησης λειτουργεί και δευτερογενώς, στον τρόπο με τον οποίο διάβασα το βιβλίο, στον τρόπο με τον οποίο το προσεγγίζω για να καταλάβω τι ήταν εκείνο, ένα ή πολλά, θραύσματα που εντόπισα τριγύρω. Ύπουλος τρόπος, ύπουλος με την καλή έννοια, ύπουλος ως αντίθετος του διδακτισμού και της εύκολης θεωρίας. Τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, δεν χρειάζεται να το λέμε και να επιχειρούμε διαρκώς να το δείξουμε.

Τελειώνοντας το κείμενο αυτό, διαβάζοντάς το ξανά, διακρίνω διάφορες απαντήσεις στα ερωτήματά μου. Δεν ξέρω τι περίμενα, ούτε τώρα που ξέρω τι βρήκα, γιατί ίσως και να μη βρήκα, όχι σε μορφή διακριτή τουλάχιστον. Δεν θα συμφωνήσω με το αντιπαθητική, παρότι εξαρχής τη φόρτωσα με ένα προνόμιο που εκείνη ποτέ δεν αρνήθηκε, το αντίθετο μάλιστα συνέβη, διαρκώς επέστρεφε και το υπενθύμιζε στον αναγνώστη, εκείνη το είχε πάντοτε κατά νου, ζούσε μαζί του και εξαιτίας του. Δεν θα συμφωνήσω ούτε με τα περί λευκού φεμινισμού, συνεχίζοντας τα περί προνομίου λόγια, δεν θα συμφωνήσω γιατί για μένα το Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης δεν ήταν κάποιου είδους έκκεντρο μανιφέστο, σε κανένα επίπεδο, ούτε μια υπαρξιακή κραυγή, ήταν, θέλω να πω, κάτι πέρα από το απλό με νοιάζει δεν με νοιάζει, η λογοτεχνία, για μένα, διαθέτει μια πολυχρησία, ακριβώς γιατί καταστατικά ορίζει ως στόχο την πλήξη της μονοσημίας.

Οπότε συνοψίζοντας: δεν έχω πολλές ή ικανές απαντήσεις για την ανάγνωση αυτή, ο τρόπος της με κέρδισε και με υπέταξε, το κρατάω αυτό, το μου άρεσε δεν μου άρεσε είναι ένα πολύ απλοϊκό και ενοχλητικά εγκλωβιστικό δίπολο, δεν θα περιέγραφε σε καμία περίπτωση την εμπειρία αυτή. Όσο για το hype, μη μου μιλάτε παρακαλώ γι' αυτό, ευχαριστώ.

υγ. Μίλησα για το Στα τέσσερα και για το I love Dick, περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ, αντίστοιχα.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Ψυχογιός

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Ιντερμέτζο - Sally Rooney

Η Σάλλυ Ρούνεϋ, γεννημένη στην Ιρλανδία το 1991, εμφανίστηκε στα λογοτεχνικά πράγματα το 2017 με το Συζητήσεις με φίλους, το οποίο και γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία, πρωτοφανή για πρωτόλειο έργο. Η κριτική δεν ήταν σύσσωμα θετική ή ενθουσιαστική, εκείνο που για κάποια μερίδα της ήταν κάτι το σύγχρονο και φρέσκο, από κάποιους αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό και ενστάσεις. Συμβαίνει συχνά, η ευπώλητη λογοτεχνία να διχάζει. Ακολούθησε το ακόμα πιο επιτυχημένο Κανονικοί άνθρωποι, το ρήγμα του διχασμού οξύνθηκε περαιτέρω, ήταν ωστόσο πια πρόδηλο πως η Ρούνεϋ είχε έρθει για να μείνει. Μια ερωτική ιστορία δύο νέων από εκ διαμέτρου αντίθετο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον, μια ιστορία ειπωμένη ξανά και ξανά μέσα στα χρόνια, με όρους πιο σύγχρονους, πιο σημερινούς, ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι σχετίζονται μεταβάλλεται, οι κώδικες και τα μέσα επικοινωνίας είναι διαφορετικά, η επικράτεια εντός της οποίας ζουν και δρουν, επίσης. Μια κάποια αλλαγή βηματισμού επήλθε στο τρίτο της μυθιστόρημα Όμορφε κόσμε, πού είσαι. Η Άλις, άλτερ έγκο της συγγραφέα, γνώρισε νωρίς την επιτυχία με τα πρώτα βιβλία της, ωστόσο αυτό είχε τεράστιο συναισθηματικό και ψυχολογικό κόστος, δραπετεύει από το πολύβουο Δουβλίνο για ένα παραθαλάσσιο χωριό, από τον θόρυβο στην ηρεμία της επαρχίας. Το Ιντερμέτζο είναι το τέταρτο μυθιστόρημα της Σάλλυ Ρούνεϋ.

Ο Πίτερ και ο Ίβαν είναι αδέρφια. Ο θάνατος του πατέρα τους θα σηματοδοτήσει μια τεράστια αλλαγή στην παγιωμένη συνθήκη μεταξύ τους. Ο Πίτερ, ο μεγάλος αδερφός, είναι δικηγόρος, φαινομενικά επιτυχημένος, τουλάχιστον κοινωνικά και επαγγελματικά, η ζωή του στιγματίστηκε ωστόσο από το ατύχημα που είχε η πρώτη του κοπέλα, εκείνη με την οποία πίστευε πως θα περάσει τη ζωή του στο πλάι της, του ζήτησε να χωρίσουν, να την αφήσει πίσω του, να προχωρήσει στη ζωή του, εκείνη ένιωθε ένα βαρίδι πια. Ο Ίβαν, που στην εφηβεία του θεωρήθηκε μια μεγάλη ελπίδα για το ιρλανδέζικο σκάκι, κοινωνικά αδέξιος, στη σκιά του αδερφού του, δουλεύει δεξιά και αριστερά, συγκατοικεί ώστε να μειώνει τα μηνιαία έξοδα, νιώθει εγκλωβισμένος και μόνος σε αυτή την ανασφάλεια.

Η Ρούνεϋ πλησιάζει τη σχέση των δύο αδερφών με τρόπο ρεαλιστικό, εντοπίζοντας και αναδεικνύοντας τις διαφορετικές τροχιές που η ζωή τους πήρε, ιδιαίτερα αφότου εγκατέλειψαν το πατρικό σπίτι. Συμβαίνει συχνά, στο φαντασιακό των γονέων σίγουρα, σε μεγάλο μέρος της τέχνης επίσης, η εικόνα να παγώνει στο καρέ με την οικογένεια σύσσωμη να κάθεται γύρω από το τραπέζι, η πυρηνική οικογένεια που συνυπάρχει κάτω από την ίδια στέγη, ένα αδιαίρετο σύνολο. Όμως, στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Ο Πίτερ και ο Ίβαν πήραν αναπόφευκτα διαφορετικούς δρόμους, κάποια σημεία τομής σίγουρα υπάρχουν ωστόσο το εμβαδόν δεν αλληλοκαλύπτεται, έτσι συμβαίνει. Αυτός ο τρόπος προσέγγισης είναι το βασικό ατού της πλοκής, η παραδοχή επί της οποίας η Ρούνεϋ προωθεί την ιστορία, με παράλληλες αφηγήσεις από τη ζωή των δύο, φανερώνοντας δύο διαφορετικές προσωπικότητες, δύο ξεχωριστά μονοπάτια, τα οποία ο θάνατος του πατέρα οδήγησε σε διασταύρωση, το πένθος, σίγουρα, αλλά και πιο πεζά πράγματα όπως η γραφειοκρατία της ταφής και της κληρονομιάς.

Κάτω από την επιφάνεια και χωρίς να λέγεται ευθέως, η Ρούνεϋ ενσταλάζει και μια άλλη σύγχρονη «πάθηση», εκείνη της ιδιώτευσης, και εδώ, αντίθετα με το προηγούμενο βιβλίο της, με την υπόνοια αυτομυθοπλασίας, η «πάθηση» δεν σχετίζεται με κανέναν τρόπο με τον αναχωρητισμό, τα πρόσωπα της πλοκής ζουν και κινούνται στον σύγχρονο κόσμο, τον διαρκώς και ταχύτητα μεταβαλλόμενο κόσμο, εκεί που τα συλλογικά διακυβεύματα, παρότι πιεστικά και επείγοντα, στέκουν έξω από την καθημερινότητα του ατόμου, προσηλωμένου καθώς είναι στο δικό του μονοπάτι, στον δικό του μικρόκοσμο με τον ίδιο κέντρο περιστροφής. Η καλή λογοτεχνία το κάνει συχνά αυτό, δια της παραλείψεως να υπογραμμίζει. 

Εκείνο που επίσης τραβάει την προσοχή του αναγνώστη, ιδιαίτερα εκείνου που γνωρίζει και το πρότερο έργο της Ρούνεϋ, είναι η ωριμότητα στη γραφή, ο ενθουσιασμός της νεότητας υποχωρεί, η συγγραφέας δοκιμάζει τα όρια της γραφής της, χωρίς να απολύει τις αρετές που χαρακτήριζαν το έργο της, όπως το χτίσιμο της πλοκής και οι διάλογοι, τοποθετεί ψηλά και με άνεση υπερπηδά τον πήχη, δουλεύει σε ακόμα περισσότερο βάθος τους χαρακτήρες της, πετυχαίνει, παρά τον πολυσέλιδο όγκο, να παραδώσει ένα σφιχτοδεμένο μυθιστόρημα, το οποίο χωρίς να μετέρχεται τον συναισθηματικό εκβιασμό συγκινεί και συνεπαίρνει τον αναγνώστη, έτσι όπως σελίδα τη σελίδα τον οδηγεί προς την κορύφωση, σ' ένα αξέχαστο φινάλε.

Το Ιντερμέτζο όχι μόνο δεν θα απογοητεύσει τους αναγνώστες του έργου τής Ρούνεϋ, αλλά σίγουρα θα διευρύνει το αναγνωστικό αυτό κοινό.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Για το Όμορφε κόσμε, πού είσαι περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Μυρτώ Καλοφωλιά
Εκδόσεις Πατάκη 

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Ο εχθρός - Emmanuel Carrére

Το περασμένο καλοκαίρι, τόσο μακρινό πια. 

Μου είχαν πει πως στο νησί έχει ένα όμορφο και ενημερωμένο βιβλιοπωλείο, τεχνηέντως ξέμεινα από βιβλία, λες και χρειαζόμουν αφορμή, αλλά μια τάση στη δικαιολογία πάντοτε υπάρχει, το επισκέφθηκα, ο λόγος για το Σηματολόγιον στο Κάστρο της Σικίνου, όμορφο και ενημερωμένο όντως, αγόρασα το μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα Ο εχθρός, την επόμενη μέρα επέστρεψα.

Ο Εμμανουέλ Καρρέρ είναι ένας από εκείνους τους συγγραφείς των οποίων έχω διαβάσει λιγότερα βιβλία αναλογικά με το πόσο μου άρεσαν τα βιβλία τους αυτά. Για την ακρίβεια έχω διαβάσει μόλις δύο (Το μουστάκι, Γιόγκα), που μου άρεσαν πάρα πολύ, ενώ κυκλοφορούν αρκετά, εδώ και χρόνια, στα ελληνικά. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιο συγκεκριμένο λόγο για το γεγονός αυτό πέρα από την τυχαιότητα, δεν έχει μάλλον και τόση σημασία τώρα που το σκέφτομαι. Τυχαιότητα, καλοδεχούμενη, υπήρξε και το γεγονός πως στο ράφι ενός βιβλιοπωλείου στη μέση του πελάγους βρήκα ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2000. Το τράβηξα από το ράφι.

Ο Καρρέρ θεωρείται ένας από τους πλέον διάσημους και ικανούς συγγραφείς της αυτομυθοπλασίας, είδος στο οποίο αναγνωρίστηκε και αγαπήθηκε, πριν ακόμα οριστεί ως είδος, όταν ακόμα όλα αυτά τα βιβλία ανήκαν στο χώρο της αυτοβιογραφικής λογοτεχνίας. Βέβαια, Ο εχθρός δεν ανήκει στην αυτομυθοπλασία αλλά στη μη μυθοπλαστική μυθιστορία, ελαφριά ίσως η διαφορά, αλλά αφού υπάρχουν οι ταμπέλες ας τις χρησιμοποιήσουμε. Κάθε φορά που αναφέρομαι σε έργα μη μυθοπλαστικής μυθοπλασίας θα αναφέρομαι στις απαρχές του είδους: Επιχείρηση σφαγή του Ροδόλφο Ουόλς και Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε.

Από το οπισθόφυλλο: Στις 9 Ιανουαρίου 1993, ο Ζαν-Κλωντ Ρομάν σκότωσε τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τους γονείς του, και επιχείρησε να αυτοκτονήσει. Η ανάκριση αποκάλυψε πως δεν ήταν γιατρός, όπως διατεινόταν, και, κάτι ακόμα πιο δύσκολο να πιστέψει κανείς, ότι δεν ήταν και τίποτε άλλο. Εξαπατούσε επί δεκαοκτώ χρόνια, και αυτό το ψέμα δεν κάλυπτε τίποτα. Καθώς πλησίαζε η ώρα της αποκάλυψης, προτίμησε να δολοφονήσει τους ανθρώπους των οποίων δεν θα μπορούσε να αντέξει το βλέμμα.

Ο Καρρέρ, αφού διαβάσει την ιστορία στις εφημερίδες, θα επικοινωνήσει μαζί του, θα μοιραστεί μαζί του την ιδέα του να γράψει ένα βιβλίο με την ιστορία του, αρχικά ο Ζαν-Κλωντ Ρομάν θα αρνηθεί, αργότερα θα αλλάξει γνώμη. Αυτό είναι το βιβλίο της ιστορίας αυτής.

Η στυγερή δολοφονία πέντε ατόμων της οικογένειάς του από μόνη της δεν θα ήταν αρκετή για να τραβήξει την προσοχή του Καρρέρ, η μυθοπλασία και η πραγματικότητα διαθέτουν πιο ικανούς δολοφόνους, άλλωστε. Εκείνη όμως η εν κρυπτώ ζωή, η ένδυση μιας κανονικότητας, ένας άντρας μεσήλικας που κάθε πρωί παίρνει το αυτοκίνητο για να πάει στη δουλειά του, αφού πρώτα ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις του ως πατέρας και σύντροφος και γιος, και δεν πάει πουθενά, απλά περιμένει να περάσει η ώρα ώστε να σχολάσει από το τίποτα και να γυρίσει σπίτι όπου θα αφηγηθεί ή θα αφήσει να εννοηθεί μια ακόμα μέρα στη δουλειά, γύρω από το οικογενειακό τραπέζι εκεί όπου το κάθε μέλος φέρνει τη μακριά από την εστία ζωή. Και κατάφερνε να ζει εν κενώ εν κρυπτώ επί δεκαοχτώ χρόνια. Αυτό που αν ήταν αποτέλεσμα της φαντασίας ενός συγγραφέα θα έμοιαζε τραβηγμένο από τα μαλλιά, διόλου αληθοφανές και ελάχιστα πειστικό, ικανό να διαρρήξει την όποια αφηγηματική απόπειρα, η πραγματική ζωή, το ρεπορτάζ του συνόλου του τύπου, το προσφέρει στο πιάτο και ο Καρρέρ δεν μπορεί να χάσει την ευκαιρία.

Η ευκαιρία μόνο κατά ένα μέρος έχει να κάνει με την αφήγηση της ιστορίας αυτής, εκείνο που πραγματικά ενδιαφέρει τον συγγραφέα είναι να εξερευνήσει τον Ζαν-Κλωντ Ρομάν, να επιχειρήσει να δώσει απαντήσεις προς διάφορες κατευθύνσεις, κυρίως προς εκείνη της επιτυχίας του εγχειρήματος για τόσα χρόνια, τι σκέφτεται ένας άνθρωπος όπως αυτός, πώς ζει, τι νιώθει, ποιος είναι τελικά; Και αυτή η κατεύθυνση αποδίδεται άψογα στην αφήγηση, χωρίς να λείπουν και τα πραγματολογικά στοιχεία, αν και για χάρη της αναγνωστικής απόλαυσης, η σύγχυση ανάμεσα σε πραγματικά και φανταστικά επεισόδια της ζωής του Ρομάν είναι κάτι παραπάνω από καλοδεχούμενη, η απαραίτητη σύμβαση ώστε να προκύψει ένα βιβλίο όπως αυτό το οποίο ακριβώς σε ένα πλήθος ερωτημάτων, υποθέσεων και γεφυρωμάτων αυτών εξ αρχής, όσο ακόμα ήταν μια ιδέα, πάτησε.

Η κατασκευή του ίδιου του βιβλίου είναι εγκιβωτισμένη εντός της αφήγησης που αποτελεί το βιβλίο, όλα τα συστατικά της συγγραφής βρίσκονται σε πλήρη θέα, η αρχική ιδέα, η εξέλιξή της, το κλείσιμό της δίνονται παράλληλα με την αφήγηση. Τον Καρρέρ διόλου δεν τον ενδιαφέρει η ηθογραφία, δεν επιχειρεί γενικά και αόριστα να διερευνήσει το κακό, να εντοπίσει τις απαρχές του, τα κίνητρα ή τα αίτια. Ο τύπος και η δικαιοσύνη ανέλαβαν αυτό το κομμάτι άλλωστε, η κοινωνία επίσης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα Ο εχθρός να μπορεί να σταθεί ως ένα μυθιστόρημα, ένα μη μυθοπλαστικό σε μεγάλο βαθμό μυθιστόρημα, ένας συγγραφέας που βλέπει η πραγματικότητα να του χαρίζει έναν χαρακτήρα που δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να φανταστεί. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης αρκετές φορές θυμήθηκα τον Απατεώνα του Χαβιέρ Θέρκας, μια εκλεκτή διακειμενική σύνδεση. Θυμήθηκα ωστόσο και το υβριδικό κατασκεύασμα του Ευσταθιάδη, Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά, διαβάζοντας την ιστορία αυτή, απίστευτη έτσι και αλλιώς, ο σημερινός αναγνώστης, εκτός όλων των άλλων, προσπαθεί να θυμηθεί, αν ζούσε τότε, αλλιώς δύσκολα μπορεί να φανταστεί, πώς ήταν η ζωή κάποτε, πώς κάποιος μπορούσε για δεκαοκτώ χρόνια να ζει μεταμφιεσμένος, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια να τα καταφέρνει, σήμερα κάτι τέτοιο, υπό την επέλαση του ψηφιακού στίγματος, θα ήταν αδύνατο, μέχρι η πραγματικότητα να μας χαρίσει κάποιον σύγχρονο Ζαν-Κλωντ Ρομάν δηλαδή.

υγ. Για το Μουστάκι περισσότερα θα βρείτε εδώ, για τη Γιόγκα εδώ. Για το Επιχείρηση σφαγή εδώ, για το Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους εδώ, για τον Απατεώνα του Θέρκας εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δημήτρης Δημουλάς
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου