Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2023

Η εποχή του κακού - Deepti Kapoor

Είχε προηγηθεί το Σανταράμ, η αυτοβιογραφική ιστορία του Αυστραλού Ρόμπερτς από τα χρόνια που πέρασε φυγάς στην Ινδία. Η εποχή του κακού είχε μόλις κυκλοφορήσει. Τελευταίο βιβλίο Ινδού συγγραφέα που είχα διαβάσει, αν δεν κάνω λάθος, ήταν Ο λευκός τίγρης που, απ' όσο θυμάμαι δεν μου είχε αρέσει καθόλου, παρότι είχε επαινεθεί ιδιαιτέρως. Και δεν μου είχε αρέσει καθώς, και παρά την όποια λογοτεχνική του αρτιότητα, μου μύριζε εξωτισμό και εγώ σε τέτοιες μυρωδιές έχω μια σχετική αλλεργία. Για τον λόγο αυτό αποφεύγω τη λογοτεχνία από συγκεκριμένα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, με το όποιο κόστος βιβλίων που θα μου άρεσαν, αλλά και με κάποιες εξαιρέσεις, που το ένστικτό μου μου υπέδειξε. Σκεφτόμουν ιδιαιτέρως το Σανταράμ τις ημέρες που ακολούθησαν την ανάγνωσή του, παρότι μου είχε αφήσει ανάμεικτα συναισθήματα. Σκεφτόμουν αυτές τις περιοχές, την κοινωνική ιεραρχία, τη μάχη της κάθε ημέρας, την ιδιότυπη αλληλεγγύη που εξασφαλίζει όσα η κρατική μέριμνα αδυνατεί. Ήταν ακόμα καλοκαίρι τότε και η ανάγκη μου για μεγάλη αφήγηση παρούσα. Το ένστικτό μου για το Η εποχή του κακού αποτελείτο από αντικρουόμενες φωνές. Θα το ξεκινήσω και αν είναι το παρατάω, σκέφτηκα. Όπως καταλαβαίνετε, ιδιαίτερες προσδοκίες δεν είχα.

Ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα λαμβάνει χώρα, ξημερώματα στο Νέο Δελχί. Το αυτοκίνητο ανήκει σε ένα πλούσιο και εξέχων μέλος της ανώτερης πολιτικοοικονομικοκοινωνικής κάστας. Ωστόσο, στο τιμόνι βρίσκεται, άγνωστο πώς και γιατί, ένας απλός υπηρέτης. Οι νεκροί είναι πέντε. Η αφήγηση θα γυρίσει χρόνια πριν τη μοιραία βραδιά, η Καπούρ θα στήσει ένα σχετικά περίπλοκο ως προς την πλοκή μυθιστόρημα με ιστορίες που βαδίζουν αρχικά ανεξάρτητες για να σιμώσουν στην πορεία πριν συναντηθούν τα ξημερώματα εκείνα, με τον υπηρέτη να οδηγεί το πολυτελές αυτοκίνητο και τα θύματα να κείτονται νεκρά.

Η Καπούρ έχει μια καλή ιστορία να αφηγηθεί, σύνθετη και ογκώδη επίσης, επί της οποίας επιβάλλεται με σχετική άνεση. Η δομή και η εξέλιξη των παράλληλων υποϊστοριών θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο ο Ινιάριτου συστήθηκε στο κινηματογραφικό κοινό. Η συγγραφέας δεν αμελεί καμία από αυτές, τις φροντίζει και τις προωθεί με υπομονή, για να κλείσει τον κύκλο εκεί που άνοιξε, ξημερώματα στο αιματοβαμμένο οδόστρωμα. Οι χαρακτήρες δίνονται με τρόπο επαρκή, λειτουργώντας στερεοτυπικά κατά το αναγκαίο, χωρίς ωστόσο να μετατρέπονται στιγμή σε καρικατούρες. Ο τόπος, η Ινδία, δεν επισκιάζει την ιστορία. Δεν είναι βιβλίο για την Ινδία αυτό, είναι μια ιστορία η οποία διαδραματίζεται στην Ινδία. Μοιάζει παιχνίδι με τις λέξεις η παρατήρηση αυτή, αλλά είναι τεράστιας σημασίας. Η Καπούρ αποφεύγει τον εξωτισμό, δεν επιθυμεί να πουλήσει την Ινδία στο δυτικό κοινό, έχει μια καλή ιστορία να πει, βρίσκει τον τρόπο και πετυχαίνει να την αφηγηθεί. Και ακριβώς επειδή αποφεύγει την παγίδα του εξωτισμού και η Ινδία αποτελεί απλώς το σκηνικό, τον τόπο, και έτσι λειτουργεί περίφημα ως τέτοιο. Και αυτό πρέπει να πιστωθεί στη συγγραφέα.

Είναι σημαντικό διαβάζοντας ένα βιβλίο, το κάθε βιβλίο, να υποθέτεις τις συγγραφικές προσδοκίες και να ελέγχεις αν αυτές ικανοποιήθηκαν ή όχι. Η Καπούρ, στην προκειμένη περίπτωση, δεν μοιάζει να επιθυμεί να γράψει ένα μυθιστόρημα που σε κάποια χρόνια θα ενταχθεί στον τότε επικαιροποιημένο λογοτεχνικό κανόνα. Αυτό δεν σημαίνει πως απουσιάζει το συγγραφικό όραμα. Η Καπούρ έχει μια καλή ιστορία να αφηγηθεί, γεγονός που από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό για να οδηγήσει σε ένα καλό μυθιστόρημα. Φροντίζει την κατασκευή της, το κάθε κομμάτι της ιστορίας, όχι για να εντυπωσιάσει αλλά για να είναι χρηστικό στο τελικό οικοδόμημα. Μια κατασκευή σύνθετη ως προς το περιεχόμενο, που ωστόσο δεν αποδεικνύεται εμπόδιο στην ανάγνωση, αλλά αντίθετα της επιτρέπει να κυλά ανεμπόδιστα. Παρά τα όσα υποτιμητικά λέγονται αριστερά και δεξιά, δεν είναι απλό ούτε εύκολο να γράψει κανείς ένα pageturner μυθιστόρημα και σίγουρα όταν αυτό επιτυγχάνεται δεν αποτελεί ψεγάδι αλλά επίτευγμα. Το πρόβλημα εντοπίζεται όταν κάτι τέτοιο αποτελεί συγγραφική επιδίωξη που ωστόσο δεν λειτουργεί. Το πρόβλημα, θέλω να πω, με αρκετά ευκολοδιάβαστα βιβλία είναι πως τελικά δεν είναι ευκολοδιάβαστα γιατί είναι κακογραμμένα. Εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Κάθε άλλο.

Η Καπούρ εγκλωβίζει τον αναγνώστη σε μια φρενήρη ανάγνωση, καθώς εκείνος επιθυμεί να δει τι θα συμβεί παρακάτω. Η πρόδηλη αφηγηματική ευχέρεια της Καπούρ επιτρέπει στις σελίδες να κυλούν αβίαστα, μια αχόρταγη ανάγνωση που δημιουργεί έντονη την αίσθηση της αντίστιξης με τη σκοτεινιά που επικρατεί και τη δυσωδία που αναβλύζει καθώς η πλοκή εξελίσσεται. Αυτό το αντικρουόμενο αίσθημα έλξης απώθησης διαποτίζει την αναγνωστική εμπειρία. Αίσθημα που προκύπτει ομαλά, χωρίς συναισθηματική καθοδήγηση, χωρίς εκβιασμούς, χωρίς φιοριτούρες και με ορθή χρήση ανατροπών και κορυφώσεων. Παρά το μέγεθος του βιβλίου, η Καπούρ καταφέρνει να παραδώσει ένα αρκετά δεμένο μυθιστόρημα δράσης, με τις απαραίτητες παρεκβάσεις για την ευρύτερη κατανόηση των συνθηκών και των χαρακτήρων, χωρίς να θυσιάζει τα πάντα στον βωμό της δράσης. Πετυχαίνει έτσι να υπογράψει ένα καλό μυθιστόρημα, το οποίο χωρίς να πουλάει εξωτισμό, μοιάζει να αποτυπώνει αρκετά πειστικά την ινδική συνθήκη, την εποχή του κακού που ολοένα και τείνει να γίνει κοινή συνισταμένη σε κάθε γωνιά της γης.

Μου άρεσε πάρα πολύ το βιβλίο αυτό και ας είχα τόσες επιφυλάξεις, ίσως και επειδή είχα τόσες επιφυλάξεις και οι υποκειμενικές προσδοκίες δεν βρήκαν χώρο να αναπτυχθούν άναρχα και άδικα ως προς το ίδιο το μυθιστόρημα.

υγ. Για το Σανταράμ περισσότερα θα βρείτε εδώ.

Μετάφραση Αγορίτσα Μπακοδήμου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2023

Θάλασσα, θάλασσα - Iris Murdoch

Πριν πιάσω στα χέρια μου το μυθιστόρημα αυτό, το έργο της Μέρντοχ μου ήταν άγνωστο. Την ήξερα ως όνομα, υποπτευόμουν τη σπουδαιότητά της, αλλά δεν είχα διαβάσει κάποιο βιβλίο της, παρότι αρκετά είχαν, παλιότερα κυρίως, κυκλοφορήσει. Η σχετικά πρόσφατη έκδοση του Θάλασσα, θάλασσα στο πλαίσιο της σημαντικής σειράς Aldina, σε μετάφραση-εγγύηση Αθηνάς Δημητριάδου, έμοιαζε ως η κατάλληλη αφορμή για να κλείσει, ή να ανοίξει για τα καλά, ένας ακόμα λογοτεχνικός λογαριασμός, ένας από τους αναπόφευκτα πολλούς αντίστοιχους, αλλά και γενικότερα μια ευκαιρία να επανέλθει το όνομά της στο αναγνωστικό προσκήνιο και να αναμετρηθεί με το παρόν, ώστε το έργο της να περάσει για τα καλά στην επικράτεια του κλασικού ή να περιπέσει από το ίδιο του το βάρος. Το Θάλασσα, θάλασσα κυκλοφόρησε το 1978, χρονιά κατά την οποία έλαβε και το βραβείο Booker, ένα βραβείο το οποίο μοιάζει να μου ταιριάζει αναγνωστικά και γενικά το εμπιστεύομαι, αντίθετα με άλλα.

«Η θάλασσα που απλώνεται μπροστά μου ενόσω γράφω λάμπει μάλλον παρά στραφταλίζει στην άτονη μαγιάτικη λιακάδα». Έτσι σκόπευε να ξεκινήσει ο Τσαρλς Άροουμπαϊ την καταγραφή των απομνημονευμάτων του. Μετά από μια πολύβουη ζωή στη βρετανική μητρόπολη, εκεί που γνώρισε την καταξίωση ως θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης, ο Άροουμπαϊ αποσύρεται σε ένα απομονωμένο σπίτι κοντά στη θάλασσα. Διόλου αναπάντεχα, αποφασίζει να καταγράψει τα της ζωής του, σύμβαση αρκετά συχνή στη λογοτεχνία. Η απόφαση αυτή αποτελεί την πρώτη από μια σειρά από άμεσες ή έμμεσες πινελιές στον καμβά του χαρακτήρα του πρωτοπρόσωπου αφηγητή. Ένα αρκετά ισχυρό εγώ αναδύεται, το εγώ κάποιου που θεωρεί εαυτόν αρκούντως σημαντικό ώστε να του αναλογεί ένα μεμουάρ. Σχεδόν ταυτόχρονα με την απόφαση καταγραφής, ένα απροσδόκητο γεγονός θα λάβει χώρα, καθώς θα συναντήσει μια παλιά του ερωμένη, αρκετά ηλικιωμένη πια, με έντονες τις πληγές του χρόνου και τα βάρη μιας ζωής στον αντίποδα της δικής του. Η συνάντηση αυτή τον αναστατώνει, τον ωθεί να πασχίσει να την πλησιάσει με κάθε δυνατό τρόπο, τη στιγμή που εκείνη, παντρεμένη από χρόνια, κάνει ό,τι μπορεί για να τον αποφύγει.

Υπάρχουν συγγραφείς που αγαπούν τους χαρακτήρες τους, ειδικά όταν τους δίνουν ταυτόχρονα και τον ρόλο του αφηγητή, και άλλοι που απλώς φαινομενικά αδιαφορούν, παίρνοντας τις απαραίτητες αποστάσεις. Υπάρχουν και άλλοι, όπως η Μέρντοχ στην προκειμένη περίπτωση, που δεν τους προστατεύουν, που τους αφήνουν γυμνούς και ανήμπορους, έρμαιο της διάθεσης του εκάστοτε αναγνώστη, μοιάζοντας, έστω φαινομενικά, να μην τους συμπαθούν ιδιαιτέρως. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προνομίων που διαθέτει ο Άροουμπαϊ, προνόμια που συναντώνται σε όλο το εύρος της ύπαρξης, αλλά και την εικόνα που ο αφηγητής έχει για τον εαυτό του, η Μέρντοχ, περίτεχνα και υπομονετικά, τον εγκαταλείπει σοκαρισμένο από τη συνάντηση με την παλιά ερωμένη του, σε μια συνθήκη αρκετά γκροτέσκα, που φέρει μια έντονη διάθεση για ειρωνεία, λιγότερο ή περισσότερο εμφανή. Η συγγραφέας επιλέγει έναν παράδοξο τρόπο για να αφηγηθεί μια ιστορία αγάπης από το παρελθόν, έναν τρόπο κωμικοτραγικό και γλυκόπικρο, γεμάτο από παιδιάστικο πείσμα, ικανό να κάνει συντρίμμια όλους τους υπέρλαμπρους ορόφους που ο Άροουμπαϊ ύψωσε κατά τη διάρκεια της ζωής του, τον προσωπικό βωμό αυτολατρείας.

Χωρίς να χάνει τον προσανατολισμό της και να παραμελεί την προώθηση της πλοκής, η Μέρντοχ εξαπολύει τα βέλη της, έτσι όπως ο Άροουμπαϊ ολοένα βυθίζεται στην ερωτική του εμμονή. Ένα χαρακτηριστικό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι η διαρκής αναφορά του αφηγητή στα γεύματά του, η εμμονή του με το φαγητό που αρκετά απέχει από τη γαστρονομική λεπτότητα ενός ανθρώπου του πνεύματος και της υψηλής κοινωνίας, εκεί που το φαγητό είναι τέχνη και όχι ανάγκη, και περισσότερο προσομοιάζει σε βουλιμία ενός πρωτόγονου οργανισμού. Από το απομονωμένο σπίτι θα παρελάσουν αρκετά οικεία πρόσωπα από το παρελθόν τού αφηγητή, πρόσωπα που πίστευε πως θα μπορούσε να τα αφήσει πίσω του. Η παρουσία τους εντείνει την καινούρια συνθήκη της οποίας ο Άροουμπαϊ είναι πρωταγωνιστής, ενώ τα απομνημονεύματα, που τόσες λαμπρές σελίδες επιτευγμάτων και δόξας υπόσχονταν, μετατρέπονται σε σελίδες ημερολογίου με θέμα έναν γεροντοέρωτα, χωρίς όμως το μυθιστόρημα να απολύει την απαραίτητη συνοχή του και να μετατρέπεται σε μια σειρά από κωμικά συμβάντα.

Ο τρόπος με τον οποίο η Μέρντοχ αντιμετωπίζει τον Άροουμπαϊ προκαλεί έναν προβληματισμό, την αναζήτηση μιας εξήγησης, τη στιγμή που η ανάγνωση του πολυσέλιδου αυτού μυθιστορήματος γεννά μια αμφιθυμία στον αναγνώστη, που δεν είναι σίγουρος πώς να σταθεί απέναντι στο υποκείμενο της αφήγησης και παρεπόμενα στην ιστορία του. Τα προνόμια του ίσως να δίνουν μια απάντηση, η κατακρήμνιση ενός σπουδαίου και πετυχημένου λευκού άντρα στα τάρταρα μιας αγάπης παλιάς με χαρακτηριστικά φαρσοκωμωδίας, η αφήγηση αυτή ως αντίποδας στην αναμενόμενη σοβαροφάνεια με την οποία κάποιος σαν τον Άροουμπαϊ θα μιλούσε για τα έργα και τις μέρες του ή, ακόμα παραπέρα, μια αφηγηματική μομφή απέναντι σε μια σπουδαιοφανή αντρική λογοτεχνία, απόρροια επίσης των προνομίων της. Η αμφιθυμία γεννάται κυρίως από το γεγονός πως παρότι η ιστορία ως ιστορία μάλλον είναι κάπως απλοϊκή, ενώ και η σχέση αναγνώστη-αφηγητή είναι υπό διαρκή αίρεση, το μυθιστόρημα λειτουργεί περίφημα. Η Μέρντοχ με υλικά φαινομενικά απλά ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής λογοτεχνίας, αποφεύγοντας την παγίδα της καρικατούρας. Τα αναγνωστικά αυτά αμφίθυμα συναισθήματα μου έφεραν στο νου το μυθιστόρημα Ένας έρωτας του σπουδαίου Ντίνο Μπουτζάτι, η ιστορία ενός καθόλα πετυχημένου μεσοαστού που ερωτεύεται μια πόρνη.

Στο Θάλασσα, θάλασσα, που ήδη από τον τίτλο του φέρει μια γεύση ειρωνείας, αφού αναπόφευκτα ξυπνά την ανάμνηση της διάσημης φράσης στο έργο του Ξενοφώντα, η Μέρντοχ αναμετράται με έναν ακόμα συχνό λογοτεχνικό εχθρό όπως είναι η κωμωδία, και τα καταφέρνει περίφημα. Θα ήταν, ωστόσο, άδικο ή άστοχο να εγκλωβίσει κανείς το μυθιστόρημα αυτό στο στενό πλαίσιο της κωμωδίας, αλλά ούτε να ισχυριστεί κανείς πως το χιούμορ καταστάσεων χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για να εγείρει τύψεις στον αναγνώστη έπειτα από τον κάθε σχηματισμό χαμόγελου στο πρόσωπό του. Γιατί παρά τον χαρακτήρα σάτιρας που διέπει την αφήγηση, και μάλιστα σε πρώτο πρόσωπο, η Μέρντοχ δεν στέκεται ξεκάθαρα και αποκλειστικά απέναντι στον Άροουμπαϊ, δεν τον περιγελά, αλλά μάλλον τον εξανθρωπίζει, τον σπρώχνει προς μια πιο απλή, πλην όμως πραγματική, συνθήκη ζωής, τη στιγμή που εκείνος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του, πιστεύοντας πως πια μπορούσε να αναχωρήσει από τα ανθρώπινα κεφαλαιοποιώντας όσα η ζωή ως τότε του πρόσφερε απλόχερα, συνθήκες και καταστάσεις οι οποίες άλλοτε του πρόσφεραν  την απόσταση που τόνιζε την υπεροχή του. Κατά μία έννοια, θέλω να πω, η Μέρντοχ τον συμπονεί, έστω και με τρόπο παράδοξο και φαινομενικά απόντα.

Η ιστορία του Άροουμπαϊ, ενός ηλικιωμένου μεσήλικα που χάνει το έδαφος των βεβαιοτήτων και των προνομίων κάτω από τα πόδια του, μια από τις πολλές αντίστοιχες ιστορίες της λογοτεχνίας, που είναι αρκετά του γούστου μου, ξεφεύγει από την τετριμμένη οδό, καθώς εδώ η όποια λύπηση ή ενσυναίσθηση γεννάται διέρχεται μέσα από το πέπλο του κωμικού. Ο αφηγητής άλλου θύμα δεν είναι παρά μόνο του ίδιου του του εαυτού, του παρελθόντος του, μια κακοφτιαγμένη στροφή που τον πετάει έξω από τον δρόμο ελάχιστα πριν μπει στην τελική ευθεία. Και η Μέρντοχ το κάνει με τρόπο ιδιοφυή, υιοθετώντας τη σύμβαση του απομνημονεύματος. Ο Άροουμπαϊ δεν κρατάει ένα ημερολόγιο αυστηρά προσωπικής χρήσης, αλλά συγγράφει τα απομνημονεύματά του, παρότι ήδη από την αρχή τα σχέδια του ανατρέπονται με την εμφάνιση εκείνης της γυναίκας. Και στα απομνημονεύματα, αντίθετα με τη σύμβαση ενός ημερολογίου χωρίς άλλον αποδέκτη πέρα από τον ίδιο τον εαυτό, υπάρχει το στοιχείο της επιμέλειας, της απόφασης του συγγραφέα-υποκειμένου να επικεντρωθεί ή να παρακάμψει γεγονότα και συναισθήματα, να ωραιοποιήσει και να φέρει το κείμενο στα μέτρα του, όντας ένας εκ προοιμίου αναξιόπιστος, παρότι παντογνώστης, αφηγητής.

(Διαβάζοντας το απολαυστικά χορταστικό αυτό μυθιστόρημα, αρκετές φορές θυμήθηκα ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα πέρυσι, τους πρώτους δύο τόμους από την Επταλογία του Νορβηγού Γιον Φόσε, Το άλλο όνομα. Η διακειμενική σύνδεση των δύο βιβλίων είναι αρκετά έντονη, παρότι οι συγγραφείς επιλέγουν να ακολουθήσουν άλλες διαδρομές και να υπηρετήσουν άλλους στόχους.)

υγ. Περισσότερα για το Ένας έρωτας του Ντίνο Μπουτζάτι θα βρείτε εδώ, ενώ για Το άλλο όνομα του Γιον Φόσε εδώ.

Μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2023

Ο άνεμος που σαρώνει - Selva Almada

Πολλάκις έχω διατυπώσει στη γωνιά αυτή την αδυναμία μου για την προερχόμενη από τη Λατινική Αμερική σύγχρονη γυναικεία λογοτεχνία, ένα σχετικά πρόσφατο παρακλάδι ενδιαφέροντος μιας ευρύτερης αδυναμίας για την ισπανόφωνη γραμματεία, που εν μέρει οφείλεται στο άνοιγμα που έχουν κάνει προς αυτή την κατεύθυνση αρκετοί εγχώριοι εκδοτικοί οίκοι. Αυτή η αδυναμία είναι που μου γέννησε την περιέργεια και έφερε το βιβλίο της γεννημένης το 1973 Αργεντινής συγγραφέως πιο άμεσα στην κορυφή της στοίβας με τα προσεχώς, ενώ ταυτόχρονα καθόρισε σε μεγάλο βαθμό και τις αναγνωστικές προσδοκίες.

Ο άνεμος που σαρώνει είναι μια νουβέλα, γραμμένη το 2012, που σχετικά πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος σε μετάφραση Αγγελικής Βασιλάκου. Η υπόθεση διαδραματίζεται μέσα σε κάποιες ώρες. Ο αιδεσιμότατος Πίρσον, παρέα με την έφηβη κόρη του, κηρύσσει το Ευαγγέλιο διατρέχοντας την αργεντίνικη ύπαιθρο, όταν το αυτοκίνητό τους χαλάει και ένας διερχόμενος οδηγός φορτηγού τους ρυμουλκεί μέχρι το συνεργείο που διατηρεί στη μέση του πουθενά ο Γκρίνγκο Μπάουερ. Ο μηχανικός μένει εκεί μαζί με τον Ταπιόκα, ένα νεαρό αγόρι που πριν από κάποια χρόνια η μητέρα του το εγκατέλειψε εκεί λέγοντας στον Μπάουερ πως είναι γιος του. Οι τέσσερίς τους θα συνυπάρξουν όσο διαρκεί η επισκευή του αυτοκινήτου.

Φτιαγμένη από απλά υλικά, χωρίς πρόθεση πρόκλησης στείρου εντυπωσιασμού, η νουβέλα της Αλμάδα πετυχαίνει να εντυπωθεί στον αναγνώστη. Παρά την χαμηλών τόνων αφήγηση, χωρίς κορυφώσεις και ανατροπές που να κόβουν την ανάσα, Ο άνεμος που σαρώνει διαπραγματεύεται μια σειρά από περίπλοκα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Μεταξύ αυτών είναι το πώς συστήνουμε τον εαυτό μας σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτα για μας, η πατρική φιγούρα, η αλλαγή πλεύσης, η ανάγκη για νόημα και πίστη, η ματαιότητα και σκληρότητα της εφηβικής περιόδου και η καταφυγή στη μοναξιά, ενώ παράπλευρα αποτυπώνεται σε αδρές γραμμές η μεγάλη εικόνα της αργεντίνικης πραγματικότητας περισσότερο ως μακρινός απόηχος. Αυτή η, λόγω μεγέθους κυρίως, νουβέλα μοιάζει με μια άσκηση ύφους, που φέρνει στον νου το, κατά Ζολά, πειραματικό μυθιστόρημα. Η συγγραφέας απομονώνει τους τέσσερις χαρακτήρες σε ένα περιβάλλον αποκομμένο από τον μεγάλο κόσμο. Εκεί τους παρατηρεί να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, φέρνοντας ο καθένας τις αποσκευές του από το παρελθόν, το μονοπάτι που ακολούθησε ώσπου να βρεθεί, ηθελημένα ή μη, τη συγκεκριμένη στιγμή στον καθορισμένο χώρο του συνεργείου.

Η Αλμάδα στρέφει την πλήρη προσοχή της στα τέσσερα πρόσωπα, χωρίς να ξεχωρίζει κάποιο από αυτά σε ρόλο πιο κεντρικό. Ο τρόπος με τον οποίο αποκαλύπτεται το παρελθόν, πότε ως ανάδυση σε μια συζήτηση και πότε ως αναληπτική παρέμβαση του παντογνώστη αφηγητή, επιτρέπει στα πρόσωπα να αποκτήσουν το απαραίτητο βάρος, την αναγκαία αληθοφάνεια, ενώ ταυτόχρονα προσδίδει μια αβίαστη και φυσική σχέση αιτίου και αιτιατού στο πώς διαχειρίζονται την αναγκαστική τους συνύπαρξη. Επίσης, φέρνει στην επιφάνεια στοιχεία που επιτρέπουν στον αναγνώστη να πραγματοποιήσει υποθέσεις γύρω από τη σχέση πατέρα παιδιού, αλλά και να φλερτάρει με την πιθανή εξέλιξή της στο μέλλον, όταν τα παιδιά θα έχουν ενηλικιωθεί και θα μπορούν να πάρουν περισσότερες αποφάσεις. Η μητρική απουσία διαδραματίζει κομβικό ρόλο στο μικροκλίμα της ιστορίας, μια απουσία εμφανώς και καθοριστικά παρούσα, κοινός τόπος και για τα δύο ζευγάρια χαρακτήρων, που φέρνει στο προσκήνιο την πατρότητα και τις ιδιαιτερότητές της, πάλι με τρόπο ομαλό και χωρίς η θεωρητική παρατήρηση να υπερβαίνει τα λογοτεχνικά όρια, αλλά αποτελώντας μια μεταβλητή που κινεί το ενδιαφέρον της συγγραφέως στο ανάπτυγμα της εξίσωσης αυτής, μια συγγραφική επιλογή ανάμεσα σε τόσες άλλες.

Η ύφανση της πλοκής σκοπίμως δεν είναι πυκνή, χωρίς ωστόσο αυτό να είναι τελικά μειονέκτημα της γραφής, παρότι στο άκουσμά του ως τέτοιο μοιάζει. Η συνειδητή αυτή συγγραφική απόφαση επιτρέπει στον χωροχρόνο να διεισδύσει ανάμεσα στις γραμμές τής ιστορίας και να αποτυπώσει τις ιδιαιτερότητές του αλλά και τα συναισθήματα που γεννά. Το περιβάλλον εντός του οποίου συμβαίνει η ιστορία παίζει καθοριστικό ρόλο, η συνάντησή τους δεν θα ήταν ίδια σε άλλο τόπο με παρουσία περισσότερων ανθρώπινων ερεθισμάτων και με τον χρόνο να υπακούει σε άλλους ρυθμούς. Η αφήγηση των πεπραγμένων δεν αποτελεί έναν εμμονικό μονόδρομο που θα μπορούσε να αποδειχτεί τελικά αδιέξοδος, αφού εδώ το σημαντικό δεν είναι το τι έγινε, αλλά το πώς τα τέσσερα πρόσωπα αντιμετωπίζουν ό,τι συμβαίνει. Και αυτό το πώς εν πολλοίς αποτελείται από μύχιες και κρυφές σκέψεις, κενά σιωπής και στιγμές αδράνειας. Η Αλμάδα διαχειρίζεται με τρόπο άρτιο τις συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα η ιστορία αυτή και τις καθιστά βασικά συστατικά της νουβέλας της. Επίσης, ενώ τα δίπολα υπάρχουν (μεταξύ άλλων ο πνευματικός Πίρσον και ο πρακτικός Μπάουερ, το αγόρι και το κορίτσι, η ζωή σε διαρκή κίνηση και σε απόλυτη στάση), η συγγραφέας δεν εγκλωβίζεται στην στερεοτυπία που απορρέει από αυτά, και αυτή είναι μια ακόμα από τις αρετές της γραφής της.

Ο άνεμος που σαρώνει είναι ένα από εκείνα τα λογοτεχνικά έργα που διακρίνονται για τη βραδυφλεγή καύση τους, που δεν εντυπωσιάζουν στην πρώτη επαφή αλλά ωστόσο αντέχουν στη φθορά του χρόνου που ακολουθεί την ανάγνωση. Ένα καλό βιβλίο.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Κλειδάριθμος

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2023

Ο ποταμός της μνήμης - Richard Powers

Πριν από αρκετά χρόνια, οκτώ αν κάνω σωστά τις πράξεις και τους υπολογισμούς, η Σ., με βλέμμα γεμάτο λάμψη, μου μίλησε για το βιβλίο αυτό. Ωστόσο, οι μηχανισμοί που φέρνουν στα χέρια μας το επόμενο βιβλίο είναι, τις περισσότερες φορές, ανεξήγητοι, η πληροφορία καταγράφηκε αλλά δεν αξιοποιήθηκε παρά μόνο πριν από λίγες μόλις μέρες, όταν η ανάγκη για μια πολυσέλιδη, γενναιόδωρη αφήγηση χτύπησε με επιμονή την πόρτα. Πριν από τρία χρόνια διάβασα ένα άλλο βιβλίο του Πάουερς, Οι κορυφές της ζωής, που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Ενθουσιάστηκα. Ήταν το βιβλίο που τότε είχα ανάγκη, μια μεγάλη αφήγηση ικανή να δημιουργήσει χώρο σε μια περίοδο αρκετά ασφυκτική. Και τα βιβλία αυτά, που, αριστουργήματα ή μη, κάποτε μας βοήθησαν να μείνουμε στην επιφάνεια και να βρούμε τις ανάσες μας ξανά, έχουν μια θέση ξεχωριστή στην καρδιά μας. Τέτοιο βιβλίο ήταν Οι κορυφές της ζωής. Η εμπειρία εκείνη έφερε ξανά στο προσκήνιο την ανάμνηση εκείνου του γεμάτου λάμψη βλέμματος. Πέρασε αρκετός καιρός από τότε. Άλλα βιβλία μεσολάβησαν. Στο παζάρι της Κλαυθμώνος Ο ποταμός της μνήμης κόστιζε δυόμιση ευρώ. Δεν είχα πλέον κάποια δικαιολογία. Η στιγμή έφτασε. Οι προσδοκίες αναπόφευκτα βάραιναν την επιλογή.

Η Κάριν κατάφερε να ξεφύγει από το ασφυκτικό περιβάλλον της μικρής επαρχιακής πόλης στις βορειοαμερικανικές μεσοδυτικές πολιτείες, εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε, πόλη γνωστή εξαιτίας του ξεχειμωνιάσματος των καναδικών γερανών τους χειμερινούς μήνες στον ποταμό Πλατ. Δυσκολεύτηκε αρκετά αλλά κατάφερε να πάρει τον έλεγχο της ζωής της, να αφήσει μεγάλο μέρος του παρελθόντος της πίσω, να νιώσει καλά με τον εαυτό της, να βρει ικανοποίηση και νόημα στις ταπεινές δουλειές που χρειάστηκε να κάνει, να αφεθεί σε μια σχέση, όσο μπορούσε τουλάχιστον να αφεθεί. Πίσω, στη γενέθλια πόλη, άλλος συγγενής εκτός από τον Μαρκ, τον μικρότερο αδερφό της, δεν της είχε μείνει. Οι δυσκολίες της ενηλικίωσης, με εκείνη στον ρόλο της μεγάλης αδερφής, ύφαναν το κυρίως μέρος των μεταξύ τους συναισθημάτων. Η χιλιομετρική απόσταση φάνηκε να δίνει οριστικά το πραγματικό βάρος στη σχέση τους. Όμως, η ζωή είναι γεμάτη από ανατροπές.

Όταν το τηλέφωνό της χτύπησε, έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια της, ο αδερφός της ήταν σε κρίσιμη κατάσταση αλλά ζωντανός μετά από ένα αυτοκινητικό ατύχημα και νοσηλευόταν στην τοπική κλινική. Η Κάριν θα ζητήσει και θα λάβει μια ολιγοήμερη άδεια από τη δουλειά της για να βρεθεί στο πλευρό του Μαρκ, που την είχε ανάγκη. Η ανακούφισή της όταν ο Μαρκ επανέκτησε την επαφή με το περιβάλλον γρήγορα υποχώρησε αφού εκείνος αρνιόταν πεισματικά να δεχτεί πως ήταν η Κάριν εκείνη που βρισκόταν στο δωμάτιο και όχι κάποια σωσίας που είχε πάρει τη θέση της. Η υπομονή των πρώτων ημερών, πως αυτό ήταν μια κατάσταση προσωρινή, έδωσε τη θέση της στον εκνευρισμό μιας μόνιμης συνθήκης. Η Κάριν αναγκάστηκε να πάρει άδεια άνευ αποδοχών, ρισκάροντας πως η θέση της θα καλυπτόταν από κάποιον άλλο διαθέσιμο αντικαταστάτη. Η γνωμάτευση των θεραπόντων ιατρών ήταν πως ο Μάρκ έπασχε από το σύνδρομο Κάπγκρας, σπάνιο και όχι σύνηθες αποτέλεσμα κρανιοεγκεφαλικού τραύματος.

«Στο Κάπγκρας το άτομο πιστεύει ότι οι αγαπημένοι του έχουν αντικατασταθεί με ρομπότ, σωσίες ή εξωγήινους. Όλους τους άλλους τους αναγνωρίζει. Ενώ το αγαπημένο πρόσωπο διεγείρει μεν τη μνήμη, αλλά όχι και το συναίσθημα. Η απουσία συναισθηματικής επιβεβαίωσης υπερτερεί αυτού που λέει η λογική της μνήμης. Ή, για να το πω αλλιώς, η διάνοια επινοεί περίπλοκα λεπτομερείς μεν, αλλά παράλογες εξηγήσεις για να δικαιολογήσει μιαν ανεπάρκεια στο συναίσθημα. Η λογική εξαρτάται από το συναίσθημα».

Η Κάριν, σε μια προσπάθεια κατανόησης και, συναισθηματικής κυρίως, επιβίωσης, αρχίζει τη μελέτη γύρω από το σύνδρομο Κάπγκρας αλλά και τη γενικότερη μελέτη της λειτουργίας του εγκεφάλου. Θα επικοινωνήσει με τον Τζέραλντ Βέμπερ, έναν νευρολόγο και διάσημο συγγραφέα βιβλίων εκλαϊκευμένης νευρολογίας που ζει στην ανατολική ακτή. Θα καταφέρει να του κινήσει το ενδιαφέρον και να τον φέρει ως εκεί. Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το περίγραμμα της υπόθεσης του μυθιστορήματος αυτού.

Ένας παντογνώστης αφηγητής θα ηγηθεί της προώθησης της πλοκής στην οποία πρωταγωνιστούν τα δύο αδέρφια και ο Βέμπερ, ενώ παράλληλα, καθώς οι μήνες κυλούν, οι γερανοί φτάνουν και αποχωρούν από τα μέρη εκείνα. Ο Πάουερς είναι σπουδαίος μάστορας στην κατασκευή, κάτι το οποίο είχα την τύχη να απολαύσω και στο προηγούμενο βιβλίο του. Μια αφήγηση ρέουσα που δεν ανακόπτεται χωρίς ωστόσο να παραμελεί τις απαραίτητες τεχνικές προδιαγραφές, χωρίς δηλαδή να υποκύπτει άνευ όρων στην ευκολία γυρίσματος της σελίδας. Τα σκοτεινά σημεία του ανθρώπινου εγκεφάλου μπορεί να μοιάζουν αρκούντως γοητευτικά, αλλά χωρίς την ορθή χρήση τους δεν θα κατάφερναν να διαμορφώσουν ένα ωραίο μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας πείθει τον αναγνώστη πως έχει επαρκή και εις σχετικό βάθος γνώση για το αντικείμενο, πως το σύνδρομο Κάπγκρας δεν είναι ένα απλό και φαντασμαγορικό εύρημα που στην πορεία αποδεικνύεται αντί για θησαυρός άνθρακας, και αυτό, παρότι βρισκόμαστε σε μυθοπλαστικά εδάφη, είναι απαραίτητο.

Ο Βέμπερ θα μπορούσε, στα μάτια μου τουλάχιστον αυτό συνέβη, να θεωρηθεί άλτερ έγκο του Όλιβερ Σακς. Η παρουσία του, εκτός από καταλυτική για την προώθηση της κεντρικής πλοκής, διαπραγματεύεται αρκετά ακόμα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την έννοια ή τον ρόλο, αν προτιμάτε, του επιστήμονα, την ταλάντευση ανάμεσα στην επιλογή της περαιτέρω επιστημονικής έρευνας και την εκλαΐκευση της εμπειρίας, ανάμεσα στη συγγραφή επιστημονικών άρθρων που αφορούν λίγους ειδικούς και την απόπειρα επεξήγησης σε ένα πιο ευρύ κοινό, το ηθικό ερώτημα αν πρόκειται για εκμετάλλευση των ασθενών ή όχι η μεταφορά των περιστατικών στις σελίδες των βιβλίων του, αν προκύπτουν ζητήματα σχετικά με τη χρήση ευαίσθητων και ξεκάθαρα προσωπικών δεδομένων, αλλά και αν η απόπειρα απόκρυψής τους αποτελεί μια καλή δικαιολογία για τον μυθοπλαστικό εμπλουτισμό τους προς τέρψιν εντυπωσιασμού. Ο Πάουερς έχει τη διορατικότητα να μην του στήσει έναν ανδριάντα, αλλά να προσδώσει στον Βέμπερ τα απαραίτητα, ανθρώπινα χαρακτηριστικά, καταφέρνοντας να δώσει το απαραίτητο βάθος στον χαρακτήρα αυτό, ίσως τον πιο καλοσχηματισμένο και σίγουρα τον πλέον γοητευτικό μεταξύ των προσώπων της πλοκής.

Εκείνο ωστόσο που κυρίως πετυχαίνει ο Πάουερς είναι να διαποτίσει το σύνολο του μυθιστορήματος με τα λόγια του Βέμπερ: Η λογική εξαρτάται από το συναίσθημα. Το επιστημονικό και σπάνιο εύρημα του συνδρόμου Κάπγκρας δεν εξαντλείται στον εντυπωσιασμό, αλλά καθίσταται οργανικό μέρος της συνολικής αναγνωστικής πρόσληψης. Και αυτό αποδεικνύεται ο πλέον καθοριστικός παράγοντας που επιτρέπει στο Ο ποταμός της μνήμης να υπερβεί κατά πολύ τους όποιους περιορισμούς καλείται να αντιμετωπίσει ένα μυθιστόρημα όπως αυτό, που εξαρτάται σε τόσο μεγάλο βαθμό από το κεντρικό εύρημα και τη διαρκή προσήλωση στην προώθηση της πλοκής. Ο πρωτότυπος τίτλος του μυθιστορήματος είναι The Echo Maker. Παρότι δεν ξέρω τους λόγους για τους οποίους λήφθηκε η απόφαση για την αλλαγή του στην ελληνική έκδοση, οφείλω να παραδεχτώ πως αποδεικνύεται αρκετά λειτουργικός και επαρκής.

Ένα πολύ καλό μυθιστόρημα ήταν αυτό.

υγ. Για το Οι κορυφές της ζωής περισσότερα εδώ, ενώ οι εκδόσεις Gutenberg έχουν προαναγγείλει το τελευταίο του βιβλίο.
 
Μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2023

Μαθήματα - Ian McEwan

Ο ΜακΓιούαν είναι ένας από τους συγγραφείς που έχω κατά νου ως άνισους. Μια πρώτη περίοδος εντυπωσιακή, με βιβλία που μου άρεσαν πολύ (Ξένοι στη Βενετία, Ο τσιμεντόκηπος, Ο αθώος, Μαύρα σκυλιά, Εξιλέωση, Άμστερνταμ, Στην Ακτή), με μια συνέχεια όμως καθόλου αντάξια. Και η περίπτωσή του δεν υπόκειται στην κατηγορία πως ήταν καλά βιβλία αλλά όχι του επιπέδου του, ήταν βιβλία που δεν μου άρεσαν, σίγουρα όχι κακογραμμένα, αλλά όχι του γούστου μου. Όταν κυκλοφόρησαν τα Μαθήματα, το ένστικτό μου ενεργοποιήθηκε, να δεις που αυτό θα είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα, ισχυριζόταν. Μου έκανε εντύπωση αυτή η προδιάθεση, πίστευα πως, στον ωκεανό των βιβλίων που θέλω να διαβάσω, τα δικά του δεν ήταν πια μέρη που θα ήθελα να εξερευνήσω, να διαβάσω κάποιο παλιό βιβλίο του ξανά ναι, αλλά ως εκεί. Τόση εντύπωση μου έκανε η προδιάθεση αυτή που σχεδόν αμέσως το έπιασα στα χέρια μου, ήθελα να διαβάσω κάποιο πολυσέλιδο, χορταστικό μυθιστόρημα και από τα τόσα αδιάβαστα τράβηξα αυτό από τη στοίβα. Άβυσσος η ψυχή του αναγνώστη, διόλου υπάκουη στη λογική, συχνά παρορμητική και υποταγμένη σε μεγάλο βαθμό στο ένστικτο.

Από τις πρώτες σελίδες, η επιλογή μου έμοιαζε να είναι αντάξια των τότε αναγνωστικών μου αναγκών, μια γενναιόδωρη αφήγηση ανοιγόταν μπροστά μου. Συνέχιζα ωστόσο να κρατώ μικρό καλάθι, φοβόμουν πως από στιγμή σε στιγμή θα απογοητευόμουν, η λογική επέμενε να ακουστεί, να προειδοποιήσει. Η αρχή προοικονομούσε ένα τυπικό μυθιστόρημα ενηλικίωσης, με τον Ρόλαντ Μπέινς σε ένα μάθημα πιάνου, όντας εσώκλειστος σε ένα σχολείο στην Αγγλία, την ώρα που οι γονείς του ήταν μίλια μακριά στις βόρειες ακτές της Αφρικής. Ένα πεταχτό φιλί στο στόμα, ανταμοιβή μιας πετυχημένης τρίλιας, το άρωμα και η διαγραφή  του στήθους τής δασκάλας κάτω από το φόρεμα ήταν ικανά να γεννήσουν μια ακατανίκητη φαντασίωση στον δωδεκάχρονο πιτσιρικά. Μια ιστορία αρκετά ειπωμένη στις λογοτεχνικές σελίδες. Σύντομα ωστόσο, αυτό αποδείχτηκε μια πρόληψη από το παρελθόν, μια ανάμνηση που ξεπήδησε ύστερα από μια ακόμα νύχτα αϋπνίας του πρωταγωνιστή.

Ο ΜακΓιούαν πιάνει την ιστορία του Ρόλαντ Μπέινς in media vita, ένας μεσήλικας που η γυναίκα του μια μέρα εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω της ένα σημείωμα και εκείνον αποσβολωμένο με ένα βρέφος λίγων μηνών στην αγκαλιά. Μια τριτοπρόσωπη αφήγηση ενός παντογνώστη αφηγητή συναισθηματικά αποστασιοποιημένου, με συχνή καταφυγή στην ανάληψη του παρελθόντος, των όσων προηγήθηκαν, φροντίζοντας ωστόσο παράλληλα να προωθεί την πλοκή. Η αφηγηματική ικανότητα και η εμπειρία τού συγγραφέα είναι ορατές από την πρώτη στιγμή, το χτίσιμο των χαρακτήρων υπομονετικό, οι ανατροπές και οι εκπλήξεις μετρημένες και χρηστικές, η ένταξη της ατομικής ιστορίας στο μεγάλο κάδρο ομαλά υλοποιημένη. Τα Μαθήματα είναι ένα στέρεο μυθιστόρημα, για τις σελίδες του ικανοποιητικά σφιχτοδεμένο, από το οποίο απουσιάζει η όποια διάθεση διδαχής, χωρίς να γίνεται αναχωρητικό, καθώς η οικονομοκοινωνικοπολιτική πραγματικότητα είναι έντονα παρούσα.

Οι ιστορίες μεσήλικων αντρών που απέτυχαν, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, είναι ένα από τα λογοτεχνικά μοτίβα που με συγκινούν, που με κινητοποιούν συναισθηματικά, όχι μόνο τώρα που βρίσκομαι και εγώ στα ηλικιακά αυτά περίχωρα, αλλά ανέκαθεν. Ένας άντρας που μένει μόνος του να μεγαλώσει ένα παιδί, που η γυναίκα του τους εγκατέλειψε αρνούμενη να συνεισφέρει ακόμα και το παραμικρό, ενέτεινε τη συναισθηματική αυτή κινητοποίηση. Ένα στερεότυπο χάνει την εξουσία του, δεν είναι ο πατέρας στον ρόλο του κακού, αλλά η μητέρα, με ή χωρίς εισαγωγικά. Οι ρίζες του στερεότυπου αυτού είναι βαθιές στο έδαφος του συνειδητού, φτάνουν αρκετά μέσα στο υπόστρωμά του. Η συναισθηματική αποστασιοποίηση του αφηγητή αποδεικνύεται καθοριστική, το συναίσθημα δεν εκβιάζεται, τα γεγονότα δίνονται σχεδόν αποστειρωμένα ή μάλλον εσωτερικευμένα, έτσι όπως η ζωή του Ρόλαντ Μπέινς συνεχίζει να κυλά αδιαφορώντας για το κάθε χτες, μη δίνοντας την επιλογή της παύσης.

Τα Μαθήματα είναι επομένως ένα ιδιότυπο και εν μέρει μυθιστόρημα ενηλικίωσης, καθώς το παιδικό παρελθόν αποδεικνύεται σε πολλά σημεία καθοριστικό για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα αλλά και του συναισθήματος του πρωταγωνιστή καθώς αφήνει πίσω του την παιδική ηλικία. Όμως, ταυτόχρονα, είναι και μια ιδιότυπη και εν μέρει οικογενειακή σάγκα, καθώς το παρελθόν της οικογένειας, οι απαντήσεις σε ένα πλήθος ερωτημάτων, είναι επίσης κομβικής σημασίας. Ωστόσο, τα Μαθήματα είναι, πρώτα και κύρια, ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που διατρέχει το κοντινό παρελθόν και φτάνει ως τις μέρες μας, μια οξυδερκής διάβαση με όχημα την ατομική ιστορία του Μπέινς, μια πολυσυλλεκτική αφήγηση που κινητοποιεί τη λογική και το συναίσθημα του αναγνώστη, χωρίς να τον κουράζει ή να τον κάνει να περνά τις σελίδες διαγώνια, ένα πολυσέλιδο, χορταστικό μυθιστόρημα, όπως αυτά που η αγγλόφωνη λογοτεχνία κατά καιρούς προσφέρει. 

Ο ΜακΓιούαν δεν αναλώνει όλη του τη μαστοριά στο κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας αυτής, αλλά αντιλαμβάνεται πως ο στενός περίγυρος του Μπέινς είναι εξόχως σημαντικός να δοθεί σε βάθος. Οι επιλογές και οι αποφάσεις των ατόμων δεν στέκουν μετέωρες και χωρίς αιτιολόγηση. Η πολυεστιακή αφήγηση αφαιρεί βάρος από τους ώμους του κεντρικού πρωταγωνιστή, που δύσκολα κανείς θα τον εγκλώβιζε στα όρια του ήρωα ή του αντιήρωα, ένας απλός άνθρωπος είναι, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι, που παλεύει με όσα η ζωή τον φέρνει αντιμέτωπο, έτσι όπως οι όποιες βεβαιότητές του καταρρέουν συχνά πυκνά και μάχεται να κατανοήσει και αποπειράται να νιώσει την ψευδαίσθηση έστω του ελέγχου επί της ίδιας του της ύπαρξης, αποτυγχάνοντας ωστόσο ξανά και ξανά, χωρίς αυτό ωστόσο να τον καθιστά ένα θύμα του καιρού μας, τα προνόμια του είναι άλλωστε δεδομένα. 

Η παράθεση των γεγονότων είναι τέτοια που επιτρέπει στον αναγνώστη να δώσει τις δικές του εξηγήσεις για τις αποφάσεις ζωής των χαρακτήρων, να δικαιολογήσει ή να σταθεί αυστηρός απέναντί τους. Η ζωή είναι μια σύνθετη συνάρτηση, άλλωστε, και η ενσυναίσθηση δεν αρκεί για να χαμηλώσει τον δείκτη που στρέφουμε, συχνά με ύφος, στους άλλους, έτοιμοι να υποδείξουμε πώς θα έπρεπε να γίνει το ένα ή το άλλο, τι είναι σωστό και τι όχι. Η ελευθερία αυτή που δίνεται στον αναγνώστη αποδεικνύεται καθοριστική για τη συνολική πρόσληψη του έργου, καθώς καθένας θα σταθεί σε διαφορετικές γωνιές του δωματίου αυτού, θα δει εκείνα που θέλει ή απλώς μπορεί να δει, θα ταυτιστεί ή θα συναισθανθεί ανάλογα με τα δικά του βιώματα, το δικό του modus vivendi, θα έρθει αντιμέτωπος με την κατάρρευση των προσδοκιών ή των υποθέσεων που θα έχει φροντίσει να δημιουργήσει, ακόμα και με τις ίδιες του τις βεβαιότητες, θα απογοητευτεί ή θα συμπορευθεί, θα διαλέξει στρατόπεδο, θα δικαιολογήσει ή θα κατακρίνει. Και αυτό θεωρώ πως είναι το μεγάλο προτέρημα του μυθιστορήματος αυτού, ο χώρος που αφήνει στον αναγνώστη, ο τρόπος με τον οποίο τον παρασύρει στον ταυτόχρονα μοναδικό και γνώριμο κόσμο του. Βέβαια, χωρίς τη συγγραφική μαστοριά στην κατασκευή, τίποτα από τα παραπάνω δεν θα λειτουργούσε.

Η ανάγνωση αποδείχτηκε απολαυστική, οι όποιες επιφυλάξεις σύντομα υποχώρησαν από το ίδιο τους το βάρος, η αναγνωστική ανάγκη καλύφθηκε. Ο καιρός θα δείξει αν τα Μαθήματα θα αποδειχτούν το κύκνειο άσμα του γεννημένου το 1948 ΜακΓιούαν. Σίγουρα όμως πρόκειται για ένα υπέροχο μυθιστόρημα που θα λάβει εξέχουσα θέση στο συνολικό του έργο.

υγ. Για προηγούμενα βιβλία του ΜακΓιούαν: Ξένοι στη Βενετία (εδώ), Μαύρα σκυλιά (εδώ), Άμστερνταμ (εδώ), Ο τσιμεντόκηπος (εδώ),  Ο αθώος (εδώ).

Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2023

Όλα για το τίποτα - Walter Kempowski

Σχετικά πρόσφατα, οι εκδόσεις Δώμα σύστησαν για πρώτη φορά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έναν σπουδαίο της γερμανικής λογοτεχνίας, τον Βάλτερ Κεμπόφσκι. Η κυκλοφορία του κύκνειου άσματος του γεννημένου το 1929 συγγραφέα υπήρξε ένα από τα πλέον σημαντικά στιγμιότυπα της εγχώριας βιβλιοπαραγωγής της προηγούμενης χρονιάς. Παρότι η μετάφραση της Δέσποινας Κανελλοπούλου έγινε από το γερμανικό πρωτότυπο, για τον τίτλο, επιλέχθηκε εκείνος της αγγλικής έκδοσης (All for nothing) αντί της γερμανικής (Alles umsonst, Όλα μάταια).

Γενάρης, 1945. Το ανατολικό μέτωπο καταρρέει, οι Ρώσοι προελαύνουν. Στο Γκεόργκενχοφ ο αχός της επέλασης ακούγεται καθαρά. Εκεί βρίσκεται το αρχοντικό της οικογένειας φον Γκλόμπιχ. Ο πατέρας, αξιωματικός της Βέρμαχτ, απουσιάζει εδώ και μήνες στην Ιταλία. Η μητέρα, διαρκώς κουρασμένη, μάταια αναζητά την ησυχία. Ο δωδεκάχρονος Πήτερ διάγει έναν βίο μοναχικό, καθώς τα παιδιά του γειτονικού οικισμού δεν είναι του επιπέδου του, ακόμα και τα μαθήματα τα κάνει κατ' οίκον. Γύρω από τον στενό οικογενειακό πυρήνα κινείται μια ομάδα προσώπων, που φροντίζει να μη διαταράσσεται η οικιακή ρουτίνα, να μη λείπει τίποτα παρά την ολοένα και πιο δύσκολη καθημερινότητα. Τα νέα που φτάνουν είναι αντιφατικά, τα καραβάνια των Γερμανών προσφύγων ολοένα και πυκνώνουν, η μητέρα, πατέρα απόντος αρχηγός, καλείται να πάρει μια δύσκολη απόφαση.

Με σημείο αναφοράς το αρχοντικό της οικογένειας φον Γκλόμπιχ, με το πρόθεμα φον να υπονοεί μια, έστω και μακρινή, αριστοκρατική καταγωγή, ο Κεμπόφσκι αργά και σταθερά θα οικοδομήσει τον μικρόκοσμο του Γκεόργκενχοφ, λίγα μόλις χιλιόμετρα από το πεδίο των μαχών. Η προπαγάνδα ρίχνει βαριά τη σκιά της στην πρόσληψη των πραγματικών γεγονότων, η σκέψη και μόνο για εγκατάλειψη και φυγή αποδεικνύει έλλειψη εμπιστοσύνης στην πατρίδα και τον στρατό που μάχεται σκληρά απέναντι στους Κόκκινους. Ο συγγραφέας, ευφυώς, επιλέγει να γνωρίσει καλά στον αναγνώστη τους ενοίκους του αρχοντικού, πριν επιταχυνθεί η εξέλιξη της πλοκής, καθώς επιθυμεί τη δημιουργία ενός έντονου συναισθηματικού δεσμού μεταξύ τους, ώστε να μικρύνει η απόσταση που χωρίζει την πολυθρόνα του αναγνώστη από το Γκεόργκενχοφ λίγο πριν τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Και τα καταφέρνει περίφημα.

Χωρίς να εγκαταλείπει εντελώς την τεχνική του κολάζ, που τον καθιέρωσε στα προηγούμενα έργα του, εκεί που η προσωπική εμπειρία και η επίσημη ιστορία συνυπάρχουν αρμονικά, ο συγγραφέας εδώ καταφεύγει σχεδόν αποκλειστικά στη μυθοπλασία, αφήνοντας στην άκρη, ως υπόνοια και μόνο, την υποκειμενική μαρτυρία. Η τοποθέτηση του αρχοντικού στο επίκεντρο της πλοκής ως ενός βασικού χαρακτήρα της, φέρνει στο μυαλό του αναγνώστη το σπουδαίο μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ, Η δοκιμασία (μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, Καστανιώτης). Εκεί, μέσα από την εναλλαγή των ενοίκων και των ιδιοκτητών ενός σπιτιού, η Γερμανίδα συγγραφέας αναβιώνει με έναν μοναδικό τρόπο όλη τη γερμανική ιστορία του εικοστού αιώνα. Τα δύο βιβλία κυκλοφόρησαν σχεδόν ταυτόχρονα στη Γερμανία.

Στο Όλα για το τίποτα ο Κεμπόφσκι, κινούμενος έκκεντρα του μετώπου της μάχης, καταφέρνει να μεταφέρει τον πολεμικό απόηχο, το κλίμα που επικρατεί σε απόσταση αναπνοής, εκεί που η αγωνία και ο εφησυχασμός ανταγωνίζονται να επικρατήσουν έχοντας συμμάχους τις φήμες, την προπαγάνδα και την έλλειψη γνώσης. Άλλωστε, ποτέ άλλοτε, όσο κατά τη διάρκεια ενός πολέμου, η ανθρώπινη ζωή δεν λογίζεται τόσο φτηνή και αναλώσιμη. Ο συγγραφέας, παρότι παραδίδει ένα βαθιά πολιτικό βιβλίο, αρνείται να πάρει θέση, να διαλέξει πλευρά, να βαφτίσει καλούς και κακούς. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι τα βατράχια που την πληρώνουν όταν μαλώνουν τα βουβάλια, η ευκολία με την οποία αλλάζει κατεύθυνση ο άνεμος παρά τις καθησυχαστικές προβλέψεις των πάσης φύσεως μετεωρολόγων.

Το Όλα για το τίποτα είναι ένα σημαντικό μυθιστόρημα. Και είναι σημαντικό γιατί το ιστορικό και πολιτικό του βάρος δεν συνθλίβει τον λογοτεχνικό αυχένα, πετυχαίνοντας να υψώσει μέσα από τα συντρίμμια υψηλή λογοτεχνία, επιπέδου Χάινριχ Μπελ ή Χανς Έριχ Νόσακ. Ο Κεμπόφσκι ήταν ένας ακόμα Γερμανός συγγραφέας στρατευμένος στον αγώνα ενάντια στη λήθη, ένας συγγραφέας που αξίζει να γνωρίσει κανείς.

υγ. Για τη Δοκιμασία περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, για το έργο του Μπελ εδώ και για εκείνο του Νόσακ εδώ.

(Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)
 
Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2023

Σανταράμ - Gregory David Roberts

Πέρυσι τον Δεκέμβρη, συντάσσοντας τη λίστα με τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '22, ανάμεσά τους και το Σανταράμ, έγραφα: «Πίστευα πως το βιβλίο αυτό θα ήταν ένα μεγάλο μέρος του Αυγούστου μου. Μια μεγάλη, χορταστική αφήγηση, δίπλα στο κύμα, ανάμεσα σε βουτιές, καφέδες και μπύρες. Ξέρετε τι λένε για τα σχέδια όμως, ε; Και καμία σημασία δεν έχει ποιον κατηγορεί καθένας ως αυτουργό. Αλλά πού θα πάει, θα έρθει η στιγμή που η πραγματικότητα θα γίνει τόσο δυσβάσταχτη, για ακόμα μια φορά, που η καταφυγή σε μια παράλληλή της θα είναι μονόδρομος. Άλλωστε, η πίστη πως θα το χρειαστώ το βιβλίο αυτό είναι που με κάνει να αρνούμαι την τηλεοπτική του μεταφορά». Και τα έφερε έτσι η ζωή που το Σανταράμ ήταν όντως το μεγαλύτερο μέρος του Αυγούστου μου, απλά με έναν χρόνο καθυστέρηση.

Και μόνο το βιογραφικό σημείωμα στο αυτάκι του βιβλίου να διαβάσει ο αναγνώστης σχετικά με τον Γκρέγκορι Ντέιβιντ Ρόμπερτς, θα νιώσει πως, ακόμα και αν επρόκειτο για μυθοπλαστική σύνθεση, διαθέτει το στοιχείο της υπερβολής. Αντίστοιχα νιώθω κάθε φορά που επανέρχομαι στη βιογραφία τού Τομ Ρόμπινς. Ήταν ήδη προφανές πως το περιεχόμενο του βιβλίου αυτού, σχετικά με την πολυετή παρουσία τού συγγραφέα στην Ινδία, θα ήταν ανάλογο και σε περιεχόμενο, εκεί που η πραγματικότητα υπερβαίνει τη φαντασία και τη λογοτεχνική επινόηση, ένα αρκετά έκκεντρο μεμουάρ με αρκετό πασπάλισμα εξωτισμού απόρροια της ίδιας της χώρας. Εκείνο που κυρίως με δελέασε για να διαβάσω το Σανταράμ ήταν η έννοια της ξενότητας, ένας άνθρωπος που φτάνει σε μια χώρα έξω από τη γνώριμη σύσταση και λειτουργία που έχουμε οι κάτοικοι του δυτικού κόσμου. Δεν ανέμενα κάτι ανάλογο των βιβλίων του Μπόουλς ή του Τσάτουιν, οι προσδοκίες μου, σε επίπεδο λογοτεχνίας, δεν ήταν τόσο υψηλές, ενώ και το πλαίσιο ήταν εξαρχής αντιδιαμετρικά διαφορετικό.

Δραπέτης από τις αυστραλιανές φυλακές, ο Ρόμπερτς, με πλαστά ταξιδιωτικά έγραφα, θα βρεθεί στην Ινδία. Το παρόν βιβλίο αποτελεί την καταγραφή της εκεί εμπειρίας του. Το γεγονός πως η προσέγγισή μου απέναντι στο βιβλίο ήταν εξαρχής λογοτεχνική και όχι ρεπορταζιακή με απάλλαξε από το μικρόβιο της αμφισβήτησης. Θέλω να πω πως δεν με ένοιαζε να εξακριβώσω την ειλικρίνεια και την πραγματικότητα των γεγονότων. Ακόμα και αν φαντάστηκε το μεγαλύτερο μέρος των όσων περιγράφει, αυτό ήταν κάτι που δεν με απασχόλησε στιγμή και δεν αποτέλεσε σε καμία περίπτωση κριτήριο σχετικά με την απόλαυση που μου χάρισε εν τέλει το βιβλίο αυτό. Η αλήθεια είναι πως στην προκειμένη περίπτωση το περιεχόμενο υπερβαίνει τη λογοτεχνική αξία, είναι αυτό, δηλαδή, που κυρίως χαρακτηρίζει το Σανταράμ, τα ίδια τα γεγονότα και η διαδοχή τους αποτελούν το κυρίως καύσιμο για την ανάγνωση του βιβλίου αυτού.

Αν και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για ένα κακογραμμένο βιβλίο, υπάρχουν λογοτεχνικά στοιχεία που το βαραίνουν. Ο Ρόμπερτς διέθετε συγγραφική φιλοδοξία, υποκινούμενος ίσως από την ίδια την εμπειρία του στην Ινδία, μια σπουδαία ιστορία, σχεδόν απίστευτη, από την οποία κατάφερε να βγει ζωντανός. Δεν ήθελε απλώς να κάνει μια ημερολογιακή καταγραφή των γεγονότων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δοκιμάσει, στιγμές στιγμές, έναν λόγο πιο ποιητικό, να χρησιμοποιήσει αρκετούς επιθετικούς προσδιορισμούς, να αποπειραθεί να προσδώσει μια λογοτεχνικότητα. Αυτό είναι ένα μειονέκτημα του βιβλίου, που του στερεί την ευκολία στο γύρισμα των σελίδων, που το κάνει λίγο πιο δύστροπο από εκείνο που του αναλογούσε. Η φύση της γραφής, ο αφηγητής που είναι και πρωταγωνιστής της ιστορίας, αναπόφευκτα τοποθετεί ένα τεράστιο, διαρκώς παρόν, εγώ. Κάποιες στιγμές μοιάζει να επιδιώκει κάπως βεβιασμένα να ανυψωθεί στο ίδιο επίπεδο των γεγονότων, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια υπόνοια ηρωικής χροιάς, μια ιδιότυπη εγωπάθεια, μια απόπειρα επιτηδευμένης σύνθεσης του εαυτού, που δεν αναδύεται ομαλά και μέσα από την ίδια την ανάγνωση, αλλά προσφέρεται, κάποιες στιγμές, ως μασημένη τροφή, μια υπόνοια πως γυρεύει τον θαυμασμό και τον εντυπωσιασμό. Θυμίζει κάπως τις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις της αστυνομικής λογοτεχνίας, όταν ο ιδιωτικός αστυνομικός αναφέρεται στον χαρακτήρα του αλλά και στον συναισθηματικό του κόσμο επεξηγώντας πώς αυτό επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τα γεγονότα και τις καταστάσεις. Δεν με πείραξε ιδιαίτερα αυτό, ήταν μια σύμβαση που σύντομα την αποδέχτηκα και τη συνήθισα.

Από την άλλη, αυτή η διαρκής παρουσία του εγώ αναδεικνύει ικανοποιητικά την αίσθηση του ξένου, το πώς δοκιμάζει να ενταχθεί και να επιβιώσει κάποιος σε ένα περιβάλλον ανοίκειο του οποίου το λεξιλόγιο δεν το κατέχει. Η σταδιακή κατανόηση εκ μέρους του Ρόμπερτς του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η ινδική κοινωνία αποδεικνύεται ιδιαίτερα λειτουργική, καθοδηγητική για τον αναγνώστη σε ένα εξωτικό περιβάλλον. Είναι ένα σημείο που ο συγγραφέας τα καταφέρνει καλά, φροντίζοντας να μην αναμείξει την εμπειρία με τη μετέπειτα γνώση, πέρα από κάποιες παρεκβάσεις και προοικονομίες απαραίτητες για την προώθηση της πλοκής και τη σύνδεση των γεγονότων. Το περιβάλλον, η Ινδία δηλαδή, κατέχει αναπόφευκτα πρωταγωνιστικό ρόλο. Αναγνωρίζω στον Ρόμπερτς πως δεν προσπάθησε να πουλήσει εξωτισμό, πέρα από κάποιες ποιητικές περιγραφές, όπως προείπα. Η αποφυγή αυτή βοηθάει να αναδυθεί η αγωνία της επιβίωσης που αποτελεί και τον κυρίως πυρήνα της ιστορίας του. Αυτή άλλωστε είναι η συνθήκη της παρουσίας του εκεί, σε αυτή την ιδιότυπη ομηρία στην οποία βρίσκεται όντας φυγάς. Το Σανταράμ δεν είναι οι αναμνήσεις ενός πλάνητα που βρέθηκε στην Ινδία με ένα σακίδιο στην πλάτη και αυτό καλό είναι να το γνωρίζει ο επίδοξος αναγνώστης αν πιστεύει πως θα διαβάσει κάτι μαγικό και εξωτικό, με χρώματα και αρώματα, καθώς εδώ κυριαρχεί το μαύρο και η αποφορά, η πραγματικότητα δηλαδή.

Αν και για μένα το γεγονός πως είναι μια πραγματική ιστορία, έστω με τις παρεμβάσεις και τις αλλοιώσεις της αφήγησης, δεν αποτέλεσε κυρίαρχο αναγνωστικό παράγοντα, αντιλαμβάνομαι πως για αρκετούς αναγνώστες θα λειτουργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο. Πραγματικά ή επινοημένα, τα όσα ήρθε αντιμέτωπος ο Ρόμπερτς αποτελούν μιας πρώτης τάξεως υλικό προς αφήγηση. Όπως προείπα, το περιεχόμενο εδώ υπερβαίνει των άλλων λογοτεχνικών συστατικών, είναι μια σύμβαση την οποία ο αναγνώστης οφείλει να δεχτεί, ειδάλλως θεωρώ πως, αργά ή γρήγορα, θα απορρίψει το βιβλίο. Διαβάζοντας όσα ως τώρα έγραψα αντιλαμβάνομαι πως στάθηκα κυρίως στις αδυναμίες του βιβλίου αυτού. Και αυτό συνέβη ακριβώς γιατί, παρότι είχα όλα τα χαρτιά φανερά, διάβασα το βιβλίο αυτό ως μυθιστόρημα και όχι ως μεμουάρ.

Ωστόσο, οι προσδοκίες που είχα για το Σανταράμ ικανοποιήθηκαν σε μεγάλο, αν και όχι σε απόλυτο, βαθμό. Η ξενότητα, η καταιγιστική δράση, η ανοίκεια, σε όλα τα επίπεδα εκτός ίσως του τουριστικού, ινδική συνθήκη και η μεγάλη απόσταση της πραγματικότητάς μου από εκείνη του Ρόμπερτς ήταν που με κράτησαν στην ανάγνωση παρά τις όποιες λογοτεχνικές ενστάσεις κατέγραψα παραπάνω. Η διαρκής πάλη ανάμεσα στο ηρωικό και το αντιηρωικό, η δυσκολία ταύτισης ή ενσυναίσθησης με τον ίδιο τον πρωταγωνιστή είναι καθοριστική, η εναλλαγή συμπάθειας και αντιπάθειας, επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας, χτίζει σταδιακά μια ιδιαίτερη αναγνωστική σχέση, αρκετά ιδιαίτερη και μάλλον περίπλοκη, σχέση που συνεχίζει να λειτουργεί και μετά το τέλος της αφήγησης. Υπάρχει και μια ωραία, δυνατή ερωτική ιστορία, η οποία ζέχνει ρεαλισμό, ένα καλοδεχούμενο αντίδωρο.

Ένα σίγουρα ιδιαίτερο βιβλίο.

υγ. Την ανάρτηση για τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '22 θα τη βρείτε εδώ. Για τα βιβλία του Μπόουλς: Τσάι στη Σαχάρα (εδώ), Ψηλά πάνω από τον κόσμο (εδώ), Ο καιρός της φιλίας (εδώ). Για τα βιβλία του Τσάτουιν: Ουτς (εδώ), Στην Παταγωνία (εδώ).

Μετάφραση Ευαγγελία Μούμα
Εκδόσεις Κυψέλη