Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2019

Μέρα ή νύχτα; - Μπουμπουχεροπούλου Δέσποινα





Η συλλογή διηγημάτων της Δέσποινας Μπουμπουχεροπούλου Μέρα ή νύχτα χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος βρίσκονται τα διηγήματα της νύχτας, διηγήματα εγκεφαλικά, εννοιολογικά, ιδέες και σκέψεις της συγγραφέως, προσλήψεις της καθημερινότητας που αναζητούν τους κατάλληλους χαρακτήρες ώστε να αναπτυχθούν, και τότε δημιουργείται μια ροή συνείδησης, ένας εσωτερικός μονόλογος του παντογνώστη αφηγητή -με ευδιάκριτη την αγάπη στη Γουλφ-, μέσω του οποίου διοχετεύεται ο θυμός αλλά ταυτόχρονα προαναγγέλλεται και μια υποψία ελπίδας. Διηγήματα περίκλειστα και σκοτεινά, εντούτοις σε μεγάλο βαθμό ρεαλιστικά παρά συμβολιστικά. Η Μπουμπουχεροπούλου αν και προέρχεται από την ποίηση, εδώ επιθυμεί να περιγράψει, να δώσει ευδιάκριτο στίγμα, να εξηγήσει ακόμα αν χρειαστεί, να καταστήσει πλήρως κατανοητό γιατί επέλεξε να διηγηθεί τη μία ή την άλλη ιστορία, γιατί δεν επέλεξε μόνο αδύναμους χαρακτήρες, γιατί η παρωδία του μεγάλου έξω κόσμου είναι συχνά αναγκαία, γιατί ο μοντερνισμός είναι το ιδανικό όχημα. 

Στο δεύτερο μέρος, το οποίο ευδιάκριτα συνομιλεί με το πρώτο, όταν τα μάτια κινούνται κλειστά, παρά το όποιο φως μπαίνει από τα κλειστά βλέφαρα -εκείνες οι λάμψεις που συχνά παίρνουν μορφή και σχήμα- τα διηγήματα διατηρούν την κυριαρχία του σκοταδιού. Ανάμεσα στα δύο μέρη σχηματίζονται αρκετά ζεύγη διηγημάτων, καθώς στο δεύτερο δίνεται φωνή, θαρρείς, σε αρκετούς -ίσως και σε όλους- τους ήρωες του πρώτου μέρους. Εδώ τα διηγήματα είναι πιο ανοιχτά, με διαλογικά μέρη και δράση, και λειτουργούν, εκτός από συμπλήρωμα των πρώτων, και αρκετά αποσυμφορητικά στην ανάγνωση, ρίχνουν την ένταση και κατευνάζουν τους παλμούς. Η ειρωνεία και το μαύρο χιούμορ είναι ακόμα πιο εμφανή, το μειδίαμα απέναντι στον ζόφο αποτελεί μια πρώτη στάση αντίστασης.

Μια βαθιά υπαρξιακή αγωνία διατρέχει τα διηγήματα της συλλογής, ακόμα και όταν αυτή δεν ομολογείται ευθέως, ακόμα και όταν ο ήρωας δεν στέκει στην ίδια όχθη του ποταμού με τους υπόλοιπους. Η συνειδητοποίηση της ύπαρξης, συχνά τυχαία και ξαφνική, με το βάρος που τη συνοδεύει, η αναζήτηση του εμβαδού που αναλογεί, η διεκδίκηση των πλέον κοινών δικαιωμάτων, η αυτοδιάθεση του σώματος, το κόψιμο του ομφάλιου λώρου και η επιβίωση στην εργασιακή αρένα αποτελούν κάποιες από τις εκφάνσεις της αγωνίας που τα διηγήματα διαπραγματεύονται.     
Δεν της είχε περάσει ποτέ από το μυαλό, ότι το σώμα της ήταν δικό της. Μπορεί δηλαδή να ήξερε ότι έχει την ευθύνη του, ότι όφειλε η ίδια να το πάρει, να το φέρει και να το περιφέρει, να το ξαπλώνει και να το σηκώνει, να το τοποθετεί στο κέντρο, ώστε να φαίνεται ή να το ακουμπάει κάπου αλλού, όταν αυτό αποτελούσε εμπόδιο, να κάνει μαζί του όλα όσα της υπαγόρευε το γεγονός ότι ήταν ζωντανή κι όλα όσα συνήθιζαν να συμβαίνουν γύρω της, αλλά τη δικαιωματική αίσθηση ότι κάθε τι από αυτά που έκανε στηριζόταν στην ιερή αιτία της ιδιοκτησίας δεν είχε τύχει στην πραγματικότητα να την αποκτήσει.
Είναι κάτι που απλώς συνέβη μια μέρα, μάλλον τυχαία. Η ανώνυμη ηρωίδα του διηγήματος δεν είναι η μόνη, συγκαταλέγεται στον κανόνα και δεν αποτελεί εξαίρεση, και η απόδοση ευθυνών κυρίως στον παράγοντα τύχη μάλλον απαλλάσσει πολλούς από τις ευθύνες τους, γιατί ξέρετε καλά πως το έλλειμμα εκπαίδευσης δεν είναι τυχαίο, ξέρετε επίσης πως οι νόμοι περί της αυτοδιάθεσης του σώματος επίσης δεν είναι τυχαίοι, όπως και η κοινωνία δεν είναι άμοιρη ευθυνών, εκείνοι που μπορούν να ελέγξουν τέτοια σημαντικά πράγματα δεν θα τα άφηναν ποτέ στην τύχη άλλωστε. Το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι αρκετά αντιπροσωπευτικό των διηγημάτων αυτής της συλλογής. Η συνειδητοποίηση της ηρωίδας πως το σώμα της της ανήκει, επιτρέπει στην Μπουμπουχεροπούλου να αναπτύξει έναν συλλογισμό παράλληλα με την ιστορία που διηγείται, να προσεγγίσει το κορμί από διάφορες γωνίες λήψης, να μη διστάσει, πριν μιλήσει για τα δικαιώματα που απορρέουν από τη συνειδητοποίηση αυτή, να αναφερθεί στις υποχρεώσεις. Στο αρχικό αυτό απόσπασμα διακρίνεται και ένα υπόγειο μαύρο χιούμορ, παρόν για να υπενθυμίσει πως δεν είναι κατάλληλο για την περίσταση, παρόν για να λειτουργήσει ως καμπανάκι στον αναγνώστη που θα γελάσει με την περιγραφή, παρόν σαν να λέει: σου φαίνεται αστείο ε; Αλλά και η χρήση της λέξης ιδιοκτησία πόσο υπονομευτική, η παρουσία της στην ίδια πρόταση με την αυτοδιάθεση του γυναικείου σώματος, μια διάθεση για αποδοχή της πρόσκλησης για παιχνίδι στην έδρα του ορκισμένου εχθρού.

Ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας χτίζει τα διηγήματά της εγκλωβίζει τον αναγνώστη, τον ζορίζει, σκοπός της σε καμία περίπτωση δεν είναι η ωραιοποίηση, ο καθησυχασμός και η διασκέδαση, αλλά η αποτύπωση, η επιφυλακή και η συνείδηση. Και εδώ είναι ταιριαστό να γίνει ξανά επανάληψη του ρεαλιστικού χαρακτήρα των διηγημάτων, που έρχεται σε γόνιμη αντίστιξη με την αφηγηματική φωνή και το ύφος που παραπέμπει, αν απομονωθεί από το περιεχόμενο της εκάστοτε ιστορίας, σε μια γραφή ποιητική, συμβολιστική ή ακόμα και αναχωρητική. Τα διηγήματα της Μπουμπουχεροπούλου όμως αποτελούν στιγμιότυπα της καθημερινότητας, μιας καθημερινότητας η οποία βρίθει φαινομενικής δράσης και στερείται εμφανώς ενδελεχούς σκέψης, κενό το οποίο η λογοτεχνία συχνά έρχεται να καλύψει -όπως στην προκειμένη περίπτωση.     

Στο εξώφυλλο, η εικαστική σύνθεση της Άννας Ταγκάλου πάνω στο Ο θάνατος και το παιδί του Μουνκ, αποτελεί μια απόλυτα ταιριαστή πρώτη επαφή με τα διηγήματα πριν από την ανάγνωση. 

 Εκδόσεις 24 γράμματα 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου