Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2021

Η ανωμαλία - Hervé Le Tellie

Η πρώτη επαφή με το έργο ενός συγγραφέα, παρά τα όσα έχει διαβάσει και έχει πληροφορηθεί σχετικά ο επίδοξος αναγνώστης, αποτελεί, λιγότερο ή περισσότερο, μια έκπληξη, μια δοκιμασία στατικότητας του ορίζοντα των προσδοκιών που έχει ‒αναπόφευκτα‒ δημιουργηθεί στον προθάλαμο της αναμονής. Τρία κυρίως μονοπάτια ανοίγονται τότε· της κατάρρευσης, της αδιαφορίας και του ενθουσιασμού. Συμβαίνει όμως, με κάποιους συγγραφείς, κάθε επόμενη ανάγνωση να προσομοιάζει με την πρώτη, ίσως μάλιστα και ακόμα πιο έντονα, καθώς η αυτοπεποίθηση του αναγνώστη είναι πια τέτοια ώστε να αποκλείει ‒αρχικά‒ το στοιχείο της έκπληξης· ξέρω τι να περιμένω, σκέφτεται. Το πλήγμα στην αυτοπεποίθηση δεν λειτουργεί πάντοτε με τον ίδιο τρόπο και η περίπτωση που περιγράφεται εδώ δεν εντάσσεται στον άνισο χαρακτήρα κάθε εργογραφίας. Δύο κυρίως μονοπάτια ανοίγονται τότε· της όχλησης και του ενθουσιασμού. Όχληση γιατί δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμο το στοιχείο της επαναλαμβανόμενης έκπληξης, έτσι όπως πλήττει τις βεβαιότητες μας, τη δειγματοληπτική επάρκειά μας. Ενθουσιασμός γιατί οι μισοκοιμισμένες, στις πρώτες σελίδες, εγκεφαλικές συνάψεις ανασυντάσσονται καθώς αναρωτιούνται από πού θα τους έρθει τούτη τη φορά.

Τέτοια περίπτωση συγγραφέα είναι ο Ερβέ Λε Τελιέ, πρόεδρος εδώ και κάποια χρόνια του Εργαστηρίου Δυνητικής Λογοτεχνίας (OuLiPo). Κάθε επόμενη φορά είναι και μια έκπληξη, κάτι που αποτελεί βασικό στοιχείο για την απόφαση να είναι ένα δικό του βιβλίο το επόμενο βιβλίο. Η έκπληξη εδώ αποτελεί μία από τις ελάχιστες προαναγνωστικές βεβαιότητες. Η μεταμοντέρνα γραφή και η παιγνιώδης διάθεση, άλλα δύο. Ακόμα και στην περίπτωση της Ανωμαλίας, που βραβεύτηκε με το όχι και πλέον πρωτοπόρο βραβείο Γκονκούρ και διαβάστηκε από ένα κοινό σαφώς μεγαλύτερο των νοσταλγών του Περέκ και του Καλβίνο, τίποτα δεν προϊδέαζε για ένα μυθιστόρημα συμβατικό και αναμενόμενο, και αυτό εξαιτίας της ανάμειξης σε αυτό του προβοκάτορα παιχνιδιάρη εραστή της λογοτεχνίας, Ερβέ Λε Τελιέ.

Ο πρότερος βίος του συγγραφέα δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να επαναπαυθεί. Τι και αν αναζητά στοιχεία και ενδείξεις, είναι σχεδόν βέβαιος για το μάταιο της επιμονής να διακρίνει τον συνεκτικό ιστό ανάμεσα στις έντεκα, αρκετά ενδιαφέρουσες και αυτόφωτες, ατομικές ιστορίες που απαρτίζουν εκείνο που αρχικά μοιάζει μ' ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, όπως τόσα και τόσα άλλα που έχει πιθανότατα διαβάσει. Το κεντρικό εύρημα, ο άξονας περιστροφής του μυθιστορήματος μένει να αποκαλυφθεί. Προφανώς και δεν θα γίνει αναφορά εδώ σ' αυτόν. Το εκάστοτε εύρημα στα βιβλία του Λε Τελιέ δεν αποτελεί μια εκζήτηση πρωτοτυπίας. Δεν εντυπωσιάζει το πώς το σκέφτηκε αλλά το πώς το χρησιμοποίησε. Για τον Λε Τελιέ η λογοτεχνία είναι ένα παιχνίδι, ένα παιχνίδι μαγικό, μια παρτίδα πόκερ μεταξύ δύο ταχυδακτυλουργών, εκεί που τα κόλπα όχι μόνο επιτρέπονται αλλά επιβάλλονται. Όμως, όπως όλοι όσοι αγαπούν πραγματικά το παιχνίδι, με πρώτα και κύρια τα παιδιά, έτσι και ο Γάλλος συγγραφέας προσεγγίζει τη λογοτεχνία με την απαραίτητη σοβαρότητα, με τα χαρτιά του ανοιχτά και τον άσσο στο χέρι, όχι για να ξεγελάσει ή να εντυπωσιάσει, αλλά για να δημιουργήσει τον απαραίτητο χώρο και τις κατάλληλες συνθήκες όχι μόνο για την ίδια την ιστορία αλλά και για τη φαντασία και τη δημιουργικότητά του. Και ίσως η λογοτεχνία του Λε Τελιέ να είναι τόσο ελκυστική ακριβώς επειδή το πρώτο «θύμα» της έκπληξης είναι ο ίδιος.

Ένα «τι θα συνέβαινε εάν» πλανάται διαρκώς πάνω από την Ανωμαλία, ερώτημα το οποίο απαιτεί για την ανάπτυξή του την καταφυγή στην επιστημονική φαντασία. Η αύρα του σπουδαίου Ντάγκλας Άνταμς γίνεται άμεσα αντιληπτή στα χωροχρονικά αδιέξοδα και παράδοξα στα οποία ειδικευόταν. Αρκετά νωρίς, μόλις στη σελίδα 28, ο Λε Τελιέ δίνει με πλάγιο μα ευδιάκριτο τρόπο το μανιφέστο τού κατ' αυτόν χιούμορ, εκείνο το παρ' όλα αυτά, «Ο Μιεζέλ μπορεί να δείχνει απών και απόμακρος, αλλά έχει τη φήμη ενός ανθρώπου με χιούμορ, παρ' όλα αυτά. Όμως ένας άνθρωπος με χιούμορ, άξιος αυτού του χαρακτηρισμού, δεν είναι "πάντα παρ' όλα αυτά";». Χιούμορ είναι όταν παρ' όλα αυτά γελάς, ισχυρίζεται και η ηρωίδα στη Δοκιμασία της Έρπενμπεκ. Το χιούμορ περιγράφει συχνά, αν όχι πάντοτε, ένα αδιέξοδο, λειτουργεί μ' έναν τρόπο επιβιωτικό, εμφανίζεται απροσδόκητα, όταν κανείς δεν το περιμένει. Αυτό συμβαίνει και σ' ένα μεγάλο ποσοστό της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας, όπως στον Άνταμς για παράδειγμα, εκεί που το χιούμορ πηγάζει πότε από το (επιστημονικό) παράλογο, την ανικανότητα, δηλαδή, να συλλάβουμε κάποιες έννοιες, και πότε απευθείας από τον υπαρξιακό τρόμο. Έτσι συμβαίνει και στην Ανωμαλία.

Οι ενστάσεις που έχω ως τώρα υπόψη μου σχετικά με την Ανωμαλία (παρά τη σχεδόν ομόφωνη αποδοχή του μυθιστορήματος υπάρχουν και τέτοιες) συγκεντρώνονται κάτω από την ομπρέλα του προσχηματικού. Προσχηματικός, λένε, είναι ο χαρακτήρας της επιστημονικής φαντασίας, προσχηματικές οι υποϊστορίες που συνθέτουν την πλοκή, προσχηματικός και ο τρόπος με τον οποίο ο Λε Τελιέ κλείνει το μυθιστόρημά του. Δεν θα διαφωνήσω ως προς τον χαρακτηρισμό. Τόσο το εύρημα, όσο και συνολικά η πλοκή έχουν έναν προσχηματικό χαρακτήρα, ξεκάθαρα. Όμως αυτό δεν αποτελεί συγγραφική αδυναμία αλλά επιδίωξη. Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί με την επιδίωξη αυτή, όμως οφείλουμε να συμφωνήσουμε πως πρόκειται για μια συνειδητή και οργανική απόφαση. Η ανωμαλία, όσο και αν σε μια πρώτη ματιά ίσως να μην της φαίνεται, είναι ένα μυθιστόρημα ιδεών. Αυτό, άλλωστε, είναι που εξακολουθεί να της προσδίδει την απαραίτητη λογοτεχνική λάμψη όταν, αναπόφευκτα, κατακάτσει η επίδραση του κυρίως ευρήματος. Ειπώθηκε και παραπάνω, όμως αξίζει να επαναληφθεί πως για τον Λε Τελιέ το εκάστοτε εύρημα δεν αποτελεί μια εκζήτηση πρωτοτυπίας, γι' αυτό και τα βιβλία του δεν αυτοεγκλωβίζονται.

Απαντώντας στο ερώτημα «τι θα συνέβαινε εάν» ο Λε Τελιέ δοκιμάζει τα όρια του ανθρώπινου μυαλού, κλονίζοντας βεβαιότητες και στριμώχνοντας τους χαρακτήρες του σε καταστάσεις παράλογες. Γι' αυτό και οι υποϊστορίες διαθέτουν έναν προσχηματικό χαρακτήρα, μια πειραματική διάθεση. Το κλείσιμο δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικού χαρακτήρα. Απαραίτητο συστατικό για την επιτυχία του συγγραφικού οράματος είναι η εμπλοκή του αναγνώστη στη συνθήκη «τι θα συνέβαινε εάν βρισκόμουν εγώ στη θέση τους», να μην επαναπαυθεί πως Η ανωμαλία είναι αποτέλεσμα συγγραφικής φαντασίας, αλλά να την αντιμετωπίσει ως κάτι το δυνητικά πιθανό. Σε μια ανώμαλη εξέλιξη η σάτιρα του εμπνευστή της δεν θα μπορούσε να απουσιάζει. Ο Λε Τελιέ βρίσκει την ευκαιρία να αναδείξει και να καυτηριάσει το σαθρό έδαφος στο οποίο στηρίζεται η οργάνωση της ανθρώπινης παρουσίας στον πλανήτη είτε αυτή έχει να κάνει με τον κόσμο των εκδόσεων είτε με τα σχέδια αντιμετώπισης πιθανών απειλών. Η σάτιρα έρχεται και ισορροπεί υπέροχα με τις βιοηθικές προκλήσεις που ανακύπτουν, δίνοντας την απαραίτητη ελαφράδα αλλά και την ποικιλομορφία του όλου.

Η μεγαλύτερη πρόκληση για ένα μυαλό, όπως του Λε Τελιέ, μια γεννήτρια διαρκούς παραγωγής νέων ιδεών, είναι να πειθαρχήσει χωρίς να ευνουχιστεί, να αφαιρέσει το περιττό και να κρατήσει το απαραίτητο, να μην παρασυρθεί από τις σειρήνες της φαντασίας και βρεθεί ξάφνου στα βράχια του βερμπαλισμού και της αυτοϊκανοποίησης, σκόπελο που ο Λε Τελιέ αποφεύγει με άνεση. Η αφήγηση είναι η κατάλληλη για να υποστηρίξει τις συγγραφικές επιδιώξεις, γλωσσικά απλή, μα όχι απλοϊκή, ξεκαθαρίζει και δεν συγχέει περαιτέρω μια εξ ορισμού μπερδεμένη συνθήκη χωρίς όμως και να απομαγεύει επεξηγώντας τα πάντα, ενώ οι χαρακτήρες, παρά την προσχηματικότητά τους, είναι αρκετά ολοκληρωμένοι και σίγουρα πειστικοί. Ένα σύνολο εύρυθμης λειτουργίας που χαρίζει απλόχερα αναγνωστική απόλαυση.

Η ανωμαλία, παρότι πατάει στη λογοτεχνική παράδοση, διαθέτει μια αναζωογονητική φρεσκάδα, που τόσο λείπει από τη λογοτεχνία. Η μετάφραση-εγγύηση είναι του Αχιλλέα Κυριακίδη, που εδώ και πολλά χρόνια, πριν τα βραβεία και τη δόξα, μαζί με τις εκδόσεις Opera είχαν φροντίσει να μας συστήσουν τον Ερβέ Λε Τελιέ.

υγ. Πριν λίγα χρόνια έγραφα για το Ένα τραμ στη Λισαβόνα αυτό.

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Opera


Σάββατο, 26 Ιουνίου 2021

Pretend it's a city (2021)

Τη Φραν Λέμποβιτς δεν τη γνώριζα. Έβαλα να δω το πρώτο επεισόδιο από καθαρή περιέργεια, εξαιτίας των όσων είχα διαβάσει και ακούσει σχετικά. Το Pretend it´s a city είναι μια μίνι σειρά, αποτελούμενη από επτά επεισόδια, με την υπογραφή του Μάρτιν Σκορσέζε, ένα homage σε αυτή την περσόνα της Νέας Υόρκης, που ανάμεσα σε άλλα (αρθρογράφος, ηθοποιός) είναι γνωστή ως public speaker. Στο πλαίσιο της σειράς, η Λέμποβιτς συζητά με τον Σκορσέζε και απαντά σε ερωτήσεις του κοινού, σχεδόν επί παντός επιστητού, αν και το κάθε επεισόδιο διαθέτει μια γενική θεματική, ενώ παρεμβάλλονται πλάνα από προηγούμενες, τηλεοπτικές κυρίως, εμφανίσεις της μέσα στα χρόνια. Η αλήθεια είναι πως τα πρώτα λεπτά της προβολής μού δημιούργησαν ιδιαιτέρως ισχυρά και αντικρουόμενα συναισθήματα. Από τη μια, κάποια ενόχληση, προερχόμενη από τον χαρακτήρα διάλεξης  και τη βεβαιότητα με την οποία η Λέμποβιτς μιλούσε, σαν να κόμιζε την απόλυτη και μοναδική αλήθεια, την οποία και διαλαλούσε καθήμενη σε ύψος. Από την άλλη όμως, η οξυδέρκεια, η ευστροφία, η αίσθηση του χιούμορ που τη διέκριναν, αλλά και η ίδια της η φυσιογνωμία, αποδείχτηκαν καθηλωτικές.

Η Φραν Λέμποβιτς με έκανε να γελάω συχνά πυκνά, γέλιο πηγαίο που με έβρισκε πάντοτε απροετοίμαστο. Και μόνο γι' αυτό η σειρά αυτή κρίνεται, από καθαρά υποκειμενική σκοπιά, ως σπουδαία και απολαυστική. Δεν είναι εύκολο, όχι για μένα τουλάχιστον, να γελάσω με κάποιον που δεν γνωρίζω, που δεν μοιράζομαι μαζί του κάποιον συναισθηματικό δεσμό. Αυτός είναι ο λόγος που δεν μου αρέσουν οι κωμικές σειρές και ταινίες, που δεν είμαι φαν της σταντ απ κωμωδίας. Το χιούμορ της Λέμποβιτς πηγάζει από την υψηλή νοημοσύνη που τη διακρίνει αλλά και την οξυδέρκεια με την οποία παρατηρεί τα πράγματα γύρω της, πράγματα που εκ των υστέρων μοιάζουν απλά και προφανή, πράγματα τα οποία συναντά κάθε κάτοικος μιας μεγαλούπολης. Για παράδειγμα τα όσα αναφέρει σχετικά με τις δημόσιες συγκοινωνίες της Νέας Υόρκης, την καθημερινή ταλαιπωρία στην οποία υπόκεινται τόσα εκατομμύρια επιβάτες, την περίπτωση κατά την οποία ο σταθμός του μετρό που την εξυπηρετεί έκλεισε για πέντε μήνες για να παραδοθεί εν τέλει ξανά στην κυκλοφορία έχοντας αποκτήσει πια έναν χώρο τέχνης και κάποιες επιτοίχιες λιθογραφίες, χωρίς τίποτα άλλο να έχει διορθωθεί, ούτε ο εξαερισμός, ούτε οι ράγες, ούτε τα βαγόνια, τίποτα που να δικαιολογεί τον όρο ανάπλαση. Η ειρωνεία με την οποία αναρωτιέται, ρητορικά και σαρκαστικά, τι άλλο θα χρειαζόταν το νεοϋορκέζικο μετρό παρά τέχνη, και μάλιστα με λεφτά των φορολογούμενων και όχι προσφορά κάποιου ευαγούς ιδρύματος πολιτισμού, προκαλεί αβίαστα το γέλιο παρά τον εξοργιστικό χαρακτήρα ενός ακόμα πλιάτσικου δημοσίου χρήματος.

Η Λέμποβιτς έχει άποψη για τα πάντα. Αυτό θεωρητικά είναι κάτι που με ενοχλεί βαθιά ως χαρακτηριστικό, αυτή η σύγχρονη αλλεργία στην φράση δεν ξέρω/ δεν έχω άποψη. Παρακολουθώντας ωστόσο τη σειρά δεν με ενόχλησε, ίσως γιατί ένιωσα πως υπήρχε μια σύμβαση, πως η Λέμποβιτς, δηλαδή, επιτελούσε κάποιο ρόλο. Είναι καταιγιστική και χειμαρρώδης, ασυγκράτητη. Δεν διστάζει να αυτοσαρκαστεί αν και είναι κάτι παραπάνω από εμφανής η αυτοπεποίθησή της. Η αυτοπεποίθηση στους ανθρώπους, εν γένει, είναι ένα χαρακτηριστικό αμφίσημο, πότε ένδειξη άμυνας, μια προάσπιση του κενού και της αδυναμίας που νιώθουν, και πότε μια ένδειξη σιγουριάς, μια βεβαιότητα εκ της οποίας απορρέει εσωτερική -ζηλευτή και καθησυχαστική- γαλήνη. Η Λέμποβιτς πείθει αρκετά για το δεύτερο, αν και δεν ξέρω πώς θα ένιωθε αν ξαφνικά σταματούσαν να ζητούν τη γνώμη της ή αν συνειδητοποιούσε πως η εποχή την ξεπέρασε. Τα δημόσια πρόσωπα, και ιδίως αυτά που δεν έχουν ένα ευδιάκριτο πεδίο συμβολής στο κοινωνικό γίγνεσθαι παρά να κομίζουν την προσωπική τους γνώμη, συνηθίζουν να ακροβατούν στο χείλος ενός λάκκου γεμάτου από μαϊντανούς. Και το λέω αυτό με την επίγνωση πως το να μιλάς για τα βιβλία που διάβασες και τις ταινίες που είδες δεν απέχει πολύ από την παραπάνω περιγραφή, άσχετα της αποδοχής που τελικώς αυτή η συνήθεια λαμβάνει.

Σε μια εποχή ακραίας πόλωσης, όπως η σημερινή, κατά την οποία οφείλουμε, θαρρείς, να διαλέγουμε στρατόπεδα και ιδεολογικούς συμμάχους, με όρους απόλυτους και χωρίς ναι μεν και αλλά, το Pretend it´s a city προκαλεί -προκάλεσε σε μένα τουλάχιστον- μια αντανακλαστική αμηχανία. Δεν συμφωνούσα με όσα έλεγε η Λέμποβιτς, όχι τουλάχιστον με το σύνολο αυτών, κάποιες φορές ένιωθα και κάποιον εκνευρισμό για να είμαι ειλικρινής, από την πλήρη απαξίωση του κομμουνισμού μέχρι την ατάκα πως μισεί -εντός εισαγωγικών θέλω να πιστεύω- όσους της προτείνουν ένα βιβλίο που τελικά δεν της άρεσε -και που για κάποια όπως η Λέμποβιτς κάτι τέτοιο ταυτίζεται με ποιοτικό έλλειμμα. Μετά το χιούμορ, αυτό υπήρξε το δεύτερο χαρακτηριστικό για το οποίο ξεχώρισα τη σειρά αυτή, και τη Λέμποβιτς ειδικότερα, αφού η σειρά είναι εκείνη -αλλά και το παιδικό ξεκάρδισμα του Σκορσέζε στις ατάκες της. Η ομαλή αποδοχή τής προφανούς -μα τόσο δύσκολα χωνέψιμης- αλήθειας πως δεν γίνεται να συμφωνούμε όλοι με όλους. Σ' αυτό καθοριστικό ρόλο παίζει η αναγνώριση του προσώπου που στέκει απέναντι ισχυριζόμενο κάτι με το οποίο διαφωνούμε. Ένα ευφυές άτομο, ακόμα και αν σταθεί στον δικό μας αντίποδα, προκαλεί τον σεβασμό, τη στιγμή που τεντώνει τις εγκεφαλικές μας συνάψεις σε μια απόπειρα αντίκρουσης. Το γέλιο είναι μια απόδειξη επικράτησης και η ανασύνταξη δεν είναι απλή υπόθεση. Και αν η ευφυΐα της Λέμποβιτς είναι εμφανής, και μάλλον αδιαπραγμάτευτη, εκείνο που τίθεται υπό την κρίση του καθενός είναι το πόσο αυθεντική είναι, για το αν υπάρχει ταύτιση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό. Για μένα, αν με ρωτάτε δηλαδή, η Λέμποβιτς έχει -ή τουλάχιστον πουλάει πολύ πειστικά- κάτι το αυθεντικό, μια ιδιότητα που ολοένα και χάνεται ως ανθρώπινο χαρακτηριστικό, σε μια κοινωνία που, για να δώσω ένα πολύ απλό παράδειγμα, αρνείται να δεχτεί ως άποψη το να μην έχει κάποιος υπολογιστή με πρόσβαση στο ίντερνετ- η Λέμποβιτς είναι ένα τέτοιο άτομο-, ή ίσως ακόμα πιο πέρα να αρνείται να το δεχτεί ως αλήθεια, θεωρώντας δεδομένο πως έχει και απλώς δεν το παραδέχεται σε μια έκφραση δηθενιάς.

Από το Pretend it´s a city δεν θα μπορούσε να λείπει η Νέα Υόρκη, γεγονός που προσδίδει περαιτέρω πόντους στη σειρά. Οι αλλαγές με τα χρόνια, η μανία με την ευζωία, η επέλαση της ασχήμιας, η τουριστική κατάληψη, η κτηματομεσιτική παράνοια, το δυσβάσταχτο κόστος, η κοινωνική συνείδηση, η ανθρώπινη συνύπαρξη, η αγάπη για την πόλη. Βλέποντας τη Λέμποβιτς στη Νέα Υόρκη και σκεπτόμενος με τους όρους της μητρόπολης που μας αναλογεί, τις αντιστοιχίες σε διάφορα επίπεδα, από την ανάπλαση του ιστορικού κέντρου μέχρι τον ίλιγγο των ενοικίων, αναρωτιόμουν ποια αθηναϊκή περσόνα θα μπορούσε να βρίσκεται στη θέση της Λέμποβιτς, ο Τζούμας ή ίσως ο Κωστόπουλος; Μια τέτοια σκέψη όμως προκαλεί μια βαριά μελαγχολία σε διάφορα επίπεδα, οπότε ας την αφήσουμε στην άκρη καλύτερα για να επιστρέψουμε στο Pretned it´s a city που βλέπετε αχόρταγα. Το one woman show της Λέμποβιτς υποστηρίζεται λιτά αλλά απόλυτα ικανοποιητικά σε τεχνικό επίπεδο (σκηνοθεσία, μοντάζ, φωτογραφία, ρεπεράζ) σ' ένα αποτέλεσμα σφιχτοδεμένο που καταφέρνει, γιατί περί κατορθώματος πρόκειται, να μην πάσχει από διάφορες παθογένειες, σχεδόν σύμφυτες με τη δεδομένη συνθήκη. 

Ταυτίστηκα πλήρως με τη Λέμποβιτς στο σημείο που αναρωτιέται γεμάτη πικρόχολη απορία τι στο διάολο σημαίνει η αναγνωστική θέση πως βρήκα ή δεν βρήκα κάτι από τον εαυτό μου σε κάποιο βιβλίο, για να πει το απλό μα τόσο εύστοχο: ένα βιβλίο δεν είναι ένας καθρέπτης, ένα βιβλίο είναι μια πόρτα.

Υπεράνω προσδοκιών -που δεν είχα άλλωστε.

υγ. Και μόνο για την εμφάνιση σε κάποια επεισόδια της Τόνι Μόρισον θα άξιζε να δει κανείς το Pretend it´s a city.

Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2021

Βιβλία από τον τόπο σου


 (πρωτοδημοσιεύτηκε στο 9ο τεύχος του περιοδικού Yusra)

Μία απόπειρα να απαντηθεί το ερώτημα γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη να είναι ατελής. Όπως ατελής είναι καταδικασμένη να είναι και η απόπειρα να εξηγηθεί αυτή η αδυναμία συμπερίληψης όλων των πιθανών απαντήσεων, εκτός και αν καταφύγει κανείς σε κάποιο ψευδοφιλοσοφικό τσιτάτο του στυλ υπάρχουν τόσοι λόγοι όσοι και αναγνώστες. Λόγω ιδιοσυγκρασίας, μάλλον, η πρώτη απάντηση που μου έρχεται στο μυαλό στο άκουσμα της ερώτησης εσύ γιατί διαβάζεις είναι γιατί έτσι. Σπάνια φτάνει στα χείλη ωστόσο, πιθανότητα λόγω έλλειψης του απαραίτητου θάρρους. Εκείνο που συνήθως απαντώ, συνοδευόμενο από μια εσάνς μυστηρίου, επίσης λόγω ιδιοσυγκρασίας, είναι πως δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είναι μια ερώτηση που ακούς συχνά και είναι ίσως η μόνη ερώτηση σχετικά με το διάβασμα που έχει κάποιο ενδιαφέρον, αντίθετα με άλλες συνηθισμένες ερωτήσεις όπως: έχεις διαβάσει όλα τα βιβλία, πόσα βιβλία διαβάζεις σε χ χρονικό διάστημα, πότε προλαβαίνεις, πού βρίσκεις τα λεφτά, πού τα βάζεις, ποιος τα ξεσκονίζει κ.α. Η ανάγνωση λογοτεχνίας είναι από τις συνήθειες εκείνες που προκαλούν μια ιδιότυπη ανασφάλεια αλλά και ενοχή στον εκάστοτε συνομιλητή, που συνήθως σπεύδει να απολογηθεί πως δεν διαβάζει προσθέτοντας μια δικαιολογία για να διώξει από πάνω του την όποια ευθύνη νιώθει, θαρρείς, να τον βαραίνει. Στην, κατά τα άλλα πλούσια, ελληνική γλώσσα γίνεται κατάχρηση του ρήματος διαβάζω. Διαβάζω μαθηματικά, διαβάζω για εξετάσεις, διαβάζω τη μοίρα/το χέρι/τον καφέ/τα ζώδια, διαβάζω εφημερίδες/περιοδικά, διαβάζω λογοτεχνία. Η γκάμα των χρήσεων του ρήματος διαβάζω εκτείνεται έτσι από το άγχος της εξέτασης μέχρι τη χειρομαντία αφήνοντας κάπως μετέωρη την ανάγνωση λογοτεχνίας ανάμεσα στην υποχρέωση και την ανυποληψία. Η γλώσσα έχει συχνά τις απαντήσεις σε διάφορα στοιχεία κουλτούρας και ταυτότητας, συχνότερα σίγουρα από την καταφυγή στο δύσμοιρο dna.

Μία ακόμα παρανόηση σε σχέση με την ανάγνωση αποτελεί η πολυθρύλητη μοναξιά του αναγνώστη, η απομόνωση την οποία αναζητά. Η απομόνωση αυτή είναι τεχνικής φύσεως μάλλον παρά στοιχείο του χαρακτήρα. Με αυτό θέλω να πω πως ο αναγνώστης έχει την ανάγκη να απομονωθεί από το περιβάλλον ώστε να μπορέσει να διαβάσει, αποτελεί δηλαδή κάτι τέτοιο μια βασική προϋπόθεση, όμως η ανάγκη για ανάγνωση κάθε άλλο παρά σε μοναχικότητα προσιδιάζει. Ο αναγνώστης, και μπορεί εδώ να μιλάω με βάση τη δική μου ανάγκη αλλά και πώς αλλιώς μπορεί αλήθεια κανείς να μιλήσει, έχει την ανάγκη να νιώσει πως δεν είναι μόνος σε όλο αυτό, πως κάποιος άλλος, ένας άγνωστος, μοιράζεται τις ίδιες αγωνίες και σκέψεις, και μάλιστα καταφέρνει να τις αποτυπώσει στο χαρτί με τις κατάλληλες λέξεις, πως ανήκει σε μια κοινότητα που δημιουργείται γύρω από το κάθε βιβλίο.

Ανάμεσα στους ανθρώπους που μοιράζονται την ίδια, αν και για διαφορετικούς λόγους και εντός πολλών εισαγωγικών, αγάπη για το διάβασμα, συναντάται συχνά μια απαξίωση για την εγχώρια λογοτεχνία: δεν διαβάζω Έλληνες/μα καλά διαβάζεις Έλληνες; Η λογοτεχνία δεν μονοπωλεί σε καμία περίπτωση αυτή την ενδοοικογενειακή αντιπαράθεση, που στη μέταλ κοινότητα φτάνει στα άκρα, αρκεί κανείς να θυμηθεί το Κάνω μια ευχή. Το πλέον παράδοξο της απαξίωσης αυτής έχει να κάνει με το γεγονός πως αρκετά συχνά βγαίνει από τα χείλη ανθρώπων που γράφουν ή φιλοδοξούν να το κάνουν. Και δεν είναι λίγοι αυτοί, κάποιοι, κάπως κακοπροαίρετα η αλήθεια είναι, εξισώνουν τον αριθμό των αναγνωστών με εκείνον των συγγραφέων. Κάποιοι άλλοι δείχνουν πιο διαλλακτικοί τραβώντας μια γραμμή ανάμεσα στη σύγχρονη και την παλαιότερη ελληνική γραμματεία. Η μανία με το ξένο αποτελεί ανέκαθεν γνώρισμα της καθ' ημάς πραγματικότητας, η προσήλωση στο παρελθόν επίσης, για να μην αναφερθούμε στην αυτοαναίρεση και την αυτοϋπονόμευση. Κανείς δεν θα μπορούσε να αντικρούσει το κάπως αφελές, η αλήθεια είναι, επιχείρημα σχετικά με την ποσοτική υπεροχή της ποιοτικής μεταφρασμένης λογοτεχνίας έναντι της τοπικής. Δεν είναι μόνο τα αριθμητικά μεγέθη που καθιστούν μια τέτοιου είδους επιχειρηματολογία σαθρή, αλλά και τα φίλτρα μέσω των οποίων περνάει ένα βιβλίο μέχρι να μεταφραστεί και να κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία, φίλτρα που εν πολλοίς, και έτσι όπως είναι διαμορφωμένο το εκδοτικό σκηνικό, δεν υπάρχουν για την ελληνόφωνη λογοτεχνία, αφού, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ο καθένας, θαρρείς, μπορεί να δει το πόνημά του τυπωμένο και με λίγη τύχη στην προθήκη κάποιου εκδοτικού οίκου. 

Κατευθύνοντας όμως τη συζήτηση προς την αναλογία καλής και κακής λογοτεχνίας, και παρότι θέτει όμορφα και ύπουλα ως δεδομένη την ύπαρξη καλής εγχώριας λογοτεχνίας, νιώθω πως χάνουμε το βασικό διακύβευμα μιας τέτοιας κουβέντας, το οποίο αργά ή γρήγορα έχει την τάση να επιστρέφει στο αρχικό ερώτημα σχετικά με τους λόγους για τους οποίους διαβάζει κανείς λογοτεχνία, υποερώτημα του οποίου είναι και το πιο εξειδικευμένο: γιατί έχουμε ανάγκη να διαβάζουμε σύγχρονη λογοτεχνία του τόπου μας; Και μπορεί οι άμεσες απαντήσεις Γιατί έτσι/γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς να κλείνουν απότομα ή ευγενικά την πόρτα, όμως δεν είναι οι μόνες. Και οι πιθανές αυτές απαντήσεις δεν χρησιμεύουν μόνο στην κάλυψη ενός εξωτερικού ερωτήματος. Η περιήγηση εντός ενός χόμπι, όπως η ανάγνωση λογοτεχνίας στην προκειμένη περίπτωση, αργά ή γρήγορα δημιουργεί ένα εγχειρίδιο πλοήγησης με αύξοντα βαθμό συνειδητότητας ως απόρροια του χρόνου και της τριβής, μαθαίνει έτσι κανείς να εντοπίζει ευκολότερα εκείνο που πραγματικά τον ενδιαφέρει, να αποφεύγει κακοτοπιές, να εμπιστεύεται το ένστικτό του, να χαράσσει ένα μονοπάτι. Κάπως έτσι προέκυψε για μένα η έννοια της συγχρονίας ως αναγνωστικό ζητούμενο, ως μια ανάγκη που η συγκαιρινή εγχώρια πεζογραφία δύναται να καλύψει σε μεγαλύτερο, τουλάχιστον, βαθμό από ό,τι η παλαιότερη ή εισαγώμενη.

Όλα, θεωρώ, πως ξεκινούν από την ανάγκη μας να διαβάζουμε κάτι που έχει πρωτότυπα γραφτεί στη γλώσσα με την οποία νιώθουμε και σκεφτόμαστε, με τις ίδιες λέξεις με τις οποίες δοκιμάζουμε να εκφραστούμε και να γίνουμε κατανοητοί στους άλλους, χωρίς τη διαμεσολάβηση της μετάφρασης. Ανάγκη που φτάνει ως την πεζογραφία έχοντας τις ρίζες της στην ποίηση, εκεί που το νόημα στέκει κάπως απόμερα και που η επιλογή της κάθε λέξης αποτελεί πράξη ζωτικής σημασίας. Η γλώσσα όμως διαθέτει έναν χαρακτήρα δυναμικό και διαρκώς μεταβαλλόμενο, έτσι στην εξίσωση μπαίνει κάποια στιγμή αναπόφευκτα και ο χρόνος. Ως συγχρονία, λοιπόν, θα μπορούσε να περιγραφεί η αίσθηση πως στέκεσαι και παρατηρείς από την ίδια πλευρά με τον συγγραφέα, πως ο κόσμος που περιγράφεται είναι και δικός σου κόσμος, πως οι ήρωες είναι γνώριμοι και οικείοι, πως έχουν κάτι από σένα τον ίδιο, οι συνθήκες και οι αναπολήσεις επίσης, ένας ιδιότυπος ρεαλισμός που υπάγεται σε γεωγραφικό περιορισμό παρά τις ολοένα αυξανόμενες συνθήκες παγκοσμιοποίησης που κάνουν τον κόσμο να φαντάζει ένα ομογενοποιημένο μείγμα. Δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί. Η συγχρονία, ανάμεσα στη γραφή και την εποχή της απαιτεί ένα ξεχωριστό ταλέντο, μια ικανότητα διάκρισης και ξεκαθαρίσματος τη στιγμή που ο συγγραφέας, όπως και ο αναγνώστης άλλωστε, αποτελεί μέρος αυτής, έτσι ώστε το αποτέλεσμα πραγματικά να αποτυπώνει και να αντανακλά την εποχή και να μην ξενίζει. Σημαντικός παράγοντας για την επιτυχία της συγχρονίας είναι επίσης ο συγγραφέας, αλλά και ο αναγνώστης ταυτόχρονα, να κινείται εντός του κόσμου που περιγράφει και όχι να υποθέτει περί αυτού εκ του μακρόθεν, φροντίζοντας ωστόσο να αφήσει απέξω την περιττή αυτοαναφορικότητα.

Δεν υπάρχει πολλή τέτοια συγκαιρινή και ντόπια λογοτεχνία. Αλήθεια είναι αυτό. Υπάρχει όμως περισσότερη απ' όση πιστεύεται, και αυτό είναι μια πρόκληση. Ξεκινώντας να γράψω το κείμενο αυτό, μία από τις προθέσεις μου ήταν να αναφέρω κάποια παραδείγματα, δεν θα το κάνω όμως, όχι γιατί φοβάμαι μήπως αμελήσω να αναφερθώ στον έναν ή τον άλλο συγγραφέα, αλλά γιατί η αναζήτηση του επόμενου βιβλίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος όχι μόνο τής αναγνωστικής εμπειρίας αλλά και της ζητούμενης συγχρονίας, όσο και αν μια τέτοια δήλωση υπονομεύει εμάς που έχουμε το συνήθειο να μιλάμε και να γράφουμε με περίσσιο πάθος για τα βιβλία που διαβάζουμε.        

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2021

Το μπλουζ της πεταλούδας - Μάρκος Κρητικός

 
Οι πρώτες νότες του Μπλουζ της πεταλούδας ακούγονται όταν η προκλητικά όμορφη δικηγόρος του διπλανού γραφείου αναθέτει στον ιδιωτικό ντετέκτιβ Μίλτο Οικονόμου μια φαινομενικά απλή δουλειά, ικανή να του προσφέρει μια ικανοποιητική αμοιβή ‒αν και στην οικονομική κατάσταση που βρίσκεται ο Οικονόμου, οποιαδήποτε αμοιβή κρίνεται ως ικανοποιητική. Η νεαρή κόρη μιας φίλης της δικηγόρου αρνείται να επιστρέψει στη Σαντορίνη για τις διακοπές και η πλούσια μητέρα της φοβάται πως είναι μπλεγμένη σε κάποια ερωτοδουλειά. Θέλει άμεσες απαντήσεις και δεν υπολογίζει τα χρήματα μπροστά στη σωτηρία της κόρης της. Η χαλαρότητα με την οποία ο Οικονόμου ‒που δεν διακρίνεται για την προνοητικότητά του‒ εισέρχεται στην παρακολούθηση του κοστίζει ‒ανάμεσα σ' άλλα‒ το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Γρήγορα συνειδητοποιεί πως τα πράγματα είναι αρκετά πιο περίπλοκα και επικίνδυνα από ό,τι είχε αρκετά υποθέσει.

Για να είμαι εξ αρχής ειλικρινής άλλη ιστορία με ήρωα τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Μίλτο Οικονόμου δεν είχα διαβάσει. Βιάζομαι να το ξεκαθαρίσω αυτό γιατί η σταθερή παρουσία ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ αποτελεί ίδιον χαρακτηριστικό μεγάλου μέρους της αστυνομικής λογοτεχνίας. Εκτός από σήμα κατατεθέν του συγγραφέα ‒που συχνά ζει στη σκιά του ήρωά του‒, η παρουσία του ίδιου πρωταγωνιστή από ιστορία σε ιστορία συνεισφέρει και την εξέλιξη του ίδιου του χαρακτήρα παράλληλα με την εκάστοτε πλοκή και δράση. Λειτουργεί, δηλαδή, ως ένας συνδετικός ιστός από βιβλίο σε βιβλίο. Ο Μάρκος Κρητικός, με αρκετά βιβλία στο ενεργητικό του, φροντίζει να δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες όσον αφορά τα προηγούμενα, συστήνοντας στους νέους αναγνώστες τον Μίλτο Οικονόμου. Ωστόσο, όλες αυτές οι διευκρινίσεις δεν δείχνουν επιτηδευμένες και αταίριαστες με το κυρίως σώμα της ιστορίας, αλλά απορρέουν άμεσα από τον χαρακτήρα τού Οικονόμου, που διακρίνεται για τη χαμηλή αυτοπεποίθηση και μοιάζει να έχει αποδεχτεί την αφανή παρουσία του στα πράγματα, κάτι που του επιτρέπει χωρίς θυμό να συστήνεται ξανά και ξανά.

Η ιστορία του Κρητικού, με τη στακάτη πρωτοπρόσωπη αφήγηση, διαθέτει όλη τη στερεοτυπική, μα απαραίτητη για το είδος, ποικιλία χαρακτήρων. Ξεκινώντας από τον ίδιο τον Οικονόμου και τα ανάμεικτα συναισθήματα που προκαλεί στον αναγνώστη που μετεωρίζεται ακόμα και στην ίδια σελίδα ανάμεσα στη συμπάθεια και την αντιπάθεια προς το πρόσωπό του, μέχρι τους δεύτερους και τρίτους ρόλους της διανομής, τα πρόσωπα της πλοκής δείχνουν ‒και ως ένα μεγάλο βαθμό είναι‒ γνώριμα. Έτσι, λοιπόν, στις σελίδες του μυθιστορήματος συναντάμε γυμνασμένους κακούς, στυγνούς δολοφόνους, σκοτεινούς αρχηγούς, διεφθαρμένους μπάτσους, μοιραίες γυναίκες και ως δώρο τη φοβερά γνώριμη και δεινή μαγείρισσα σπιτονοικοκυρά του Οικονόμου. Ο συγγραφέας διαχειρίζεται καλά το στοιχείο της στερεοτυπίας που του επιτρέπει να εστιάσει στην πλοκή της ιστορίας του, στις ανατροπές, στα ευρήματα και στις απαντήσεις στα ερωτήματα που προκύπτουν πριν από την τελική λύση. Το γνώριμο μοτίβο, τόσο γνώριμο που δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση σπόιλερ, κατά το οποίο ο ιδιωτικός ντετέκτιβ, ο Μίλτος Οικονόμου στην περίπτωσή μας, παρότι δεν διακρίνεται για τα επαγγελματικά του προσόντα με όρους αριστείας, καταφέρνει να κατατροπώσει τους κακούς και να βγει νικητής και από αυτή τη δοκιμασία, επιδρά σχεδόν συγκινητικά στον αναγνώστη, προσφέροντας μια ιδιότυπη κάθαρση. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το χιούμορ του Οικονόμου. Χιούμορ συνήθως κακό και εξυπνακίστικο, στα όρια όμως του αυτοσαρκασμού, που φανερώνει αυτογνωσία και επιτείνει τη χαμηλή αυτοεκτίμηση του ‒αντι‒ ήρωα, εξισορροπώντας περίφημα τη μονοδιάστατη αφέλεια που φαινομενικά τον διακρίνει.

Ο Οικονόμου έχει το γραφείο του στο Μοναστηράκι. Η εγχώρια δράση μπορεί να στερεί το στοιχείο της εξωτικότητας, τη σκοτεινή πλευρά κάποιας ξένης και μακρινής σε εμάς μητρόπολης, αλλά προσδίδει ένα έντονο στοιχείο οικειότητας. Τα στενά γύρω από την πλατεία, τα παλαιοβιβλιοπωλεία και οι τουρίστες συνθέτουν ένα γνώριμο και συχνά αντιστικτικό της πλοκής σκηνικό. Στο σημείο αυτό ίσως να υστερεί λίγο Το μπλουζ της πεταλούδας, στο γεγονός πως δεν επενδύει περισσότερο στον περιβάλλοντα χώρο δράσης, δεν ενσωματώνει αρκετά τον τόπο στην πλοκή, δεν αναδεικνύει την Αθήνα ως συμπρωταγωνίστρια. Και είναι κρίμα αυτό γιατί ο Οικονόμου μοιάζει να ξέρει καλά τη μητρόπολη που μας αναλογεί.

Στο μυθιστόρημα υπάρχει μια ερωτική υποϊστορία, αρκετά λοξή με μια πρώτη ματιά, που όμως έχει κάτι το εξόχως ρεαλιστικό, καταφέρνοντας με τον τρόπο της να αποτυπώσει το πώς εκφράζεται στις μέρες μας το αίσθημα της ερωτικής επιθυμίας και της συντροφικότητας, η συναισθηματική διαχείριση της ταυτόχρονης ανημπόριας απέναντι στη μοναξιά και τη δέσμευση.

Βασικό ζητούμενο της αστυνομικής λογοτεχνίας είναι η διατήρηση ως τέλους του αναγνωστικού ενδιαφέροντος, ζητούμενο στο οποίο ο Κρητικός παίρνει υψηλό βαθμό. Το μπλουζ της πεταλούδας διαβάζεται μια και έξω, ίσως και λόγω της ύπουλης ‒θα έλεγα εγώ‒ γοητείας που ασκεί ο Μίλτος Οικονόμου στον αναγνώστη.

Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2021

αιδημοσύνη και αξιοπρέπεια - Dag Solstad

 
Ο Ελίας Ρούκλα, βασικά, ήταν ένας ψιλο-αλκοολικός καθηγητής λυκείου γύρω στα πενήντα, με μια γυναίκα που οι δεκαετίες είχαν προσθέσει πάνω της πολλά κιλά. Συνηθισμένη Δευτέρα του Οκτώβρη, που όμως θα άλλαζε τη ζωή του δραματικά, αλλά εκείνος το αγνοούσε παίρνοντας το πρωινό του με ελαφρύ πονοκέφαλο. Ο Ελίας Ρούκλα είχε μια φαινομενικά αδιάφορη μέρα στο σχολείο, ακόμα μία, διδάσκοντας για πολλοστή φορά την Αγριόπαπια του Ίψεν, απόρροια του υφιστάμενου προγράμματος σπουδών. Η ζωή του ήταν έτοιμη να αλλάξει δραματικά, όμως εκείνος δεν το ήξερε αυτό ακόμα, παλεύοντας με τον ελαφρύ πονοκέφαλο και την εφηβική απροθυμία. Ένιωσε ανακούφιση στο χτύπημα του κουδουνιού και αυτό ίσως ήταν το μοναδικό συναίσθημα που μοιράστηκε σε απόλυτο βαθμό με τους έφηβους μαθητές του. Έξω έβρεχε. Η ομπρέλα αρνήθηκε να συνεργαστεί. Κάτι μέσα στον Ελίας Ρούκλα έσπασε. Κοπάνησε με μανία, ξανά και ξανά, την ομπρέλα στις βρύσες, στη μέση του προαυλίου, μπροστά στα μάτια μαθητών και συναδέλφων. Ήξερε πως πια δεν θα μπορούσε να γυρίσει πίσω εκεί. Τώρα έμενε να το ανακοινώσει στην Εύα. Δεν ακολούθησε τη συνηθισμένη διαδρομή. Κάπως έτσι βρέθηκε ακινητοποιημένος σε μια κυκλική διάβαση να παρατηρεί την κίνηση των αυτοκινήτων χωρίς να παίρνει απόφαση να διασχίσει τον δρόμο. 
 
Ναι, τώρα που βρέθηκε σ' αυτή τη δύσκολη κατάσταση ο Ελίας Ρούκλα ανησυχεί για τη γυναίκα του. Θα αναγκαστεί να πει αντίο στη ζωή όπως την ήξερε. Την έλεγαν Εύα Λίντε, κι όταν τη γνώρισε ο Ελίας Ρούκλα ήταν ασυνήθιστα όμορφη· έτσι ήταν κι όταν έγινε δική του, οχτώ χρόνια αργότερα. Προηγήθηκαν οχτώ χρόνια γνωριμίας, η Εύα ήταν παντρεμένη με τον κολλητό του φίλο. Έτσι τη γνώρισε, ως κοπέλα του Γιόχαν Κορνέλιουσεν. Τέλη δεκαετίας του '60, και είχαν και οι τρεις περάσει τα είκοσι: ο Ελίας Ρούκλα πλησίαζε τα τριάντα, το ζευγάρι τα είκοσι πέντε. Ασυνήθιστα όμορφη, αυτό σκέφτηκε ο Ελίας Ρούκλα όταν συνάντησε την Εύα Λίντε, κοπέλα του καλύτερού του φίλου, και δεν έπαψε να το σκέφτεται έκτοτε, κάθε φορά που τη συναντούσε, στο φοιτητικό δωμάτιο του Γιόχαν Κορνέλιουσεν, αρχικά, και στο διαμέρισμα στο οποίο μετακόμισαν παντρεμένοι, αργότερα. Ο Γιόχαν Κορνέλιουσεν έμοιαζε με κομήτη, μια τρομακτική λάμψη που εμφανίστηκε στον ουράνιο θόλο, ακολούθησε μια διαδρομή καθηλώνοντας τους γύρω του και εξαφανίστηκε, ξαφνικά όπως εμφανίστηκε, φεύγοντας για την Αμερική, αφήνοντας πίσω την Εύα Λίντε και την κόρη τους, ζητώντας από τον Ελίας Ρούκλα να τις φροντίσει, αυτές τις αφήνω στην επιμέλειά σου, του είπε από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής λίγο πριν επιβιβαστεί στο αεροπλάνο που θα τον μετέφερε στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, ο ιδανικός προορισμός για έναν αφοσιωμένο μαρξιστή που γνώριζε καλά τα όνειρα και τις επιθυμίες του λαού, γνώση εφαρμόσιμη μόνο στον καπιταλισμό.
 
Ο Ελίας Ρούκλα είχε από καιρό αποφασίσει πως του ταίριαζε η εργένικη ζωή, να ορίζει πλήρως τη ζωή του, τη ρουτίνα του, που ένα μέρος της αφορούσε τη διδασκαλία έργων όπως η Αγριόπαπια του Ίψεν σε εφήβους, αν ήταν στο χέρι του θα πρόσθετε κάποιους συγγραφείς και θα αφαιρούσε κάποιους άλλους από το μάθημα των νορβηγικών, όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Κλείνοντας το τηλέφωνο ήξερε πως έπρεπε να περπατήσει ως το σπίτι του Γιόχαν Κορνέλιουσεν και της Εύα Λίντε, εκεί που τώρα η Εύα Λίντε είχε μείνει μόνη με την κόρη της, να χτυπήσει την πόρτα και να εκφράσει τη διαθεσιμότητά του. Λίγες μέρες μετά οι δυο τους θα βγουν για φαγητό. Ο Ελίας Ρούκλα θα αντικρίσει τη ζωή που ονειρευόταν να ζήσει να εμφανίζεται ξάφνου μπροστά του ως δυνατότητα. Δεν θα αργήσουν να παντρευτούν και να μετακομίσουν σε ένα μεγαλύτερο διαμέρισμα. Εκεί τον περιμένει η Εύα Λίντε να γυρίσει, χωρίς να ξέρει όσα έχουν συμβεί, όσα πρόκειται να αλλάξουν δραματικά τη ζωή τους από εδώ και στο εξής, τη ζωή του και τη ζωή της αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς στη θέα ενός μέλλοντος αρκούντως ζοφερού.
 
(Αν δεν ήταν για τον Γιόχαν Κορνέλιουσεν, αυτό το κείμενο πιθανότατα δεν θα είχε γραφτεί, πόσο μάλλον με τη συγκεκριμένη μορφή. Ο τρόπος με τον οποίο ο Νταγκ Σούλστα συνθέτει τον Γιόχαν Κορνέλιουσεν και πετυχαίνει να περιστρέψει το μυθιστόρημα γύρω από ένα πρόσωπο που δεν εμφανίζεται ποτέ, παρά μόνο ως ανάμνηση και ως συνέπεια, χαράσσεται ανεξίτηλα στη μνήμη. Και μόνο γι' αυτό(ν) αξίζει κανείς να διαβάσει το αιδημοσύνη και αξιοπρέπεια.)
 
Μετάφραση Σωτήρης Σουλιώτης
Εκδόσεις Ποταμός

Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2021

Πέτρινα πλοία - Μαρία Ξυλούρη


Με τα Πέτρινα πλοία, συλλογή δεκαπέντε διηγημάτων, η Μαρία Ξυλούρη κάνει την επανεμφάνισή της, έξι χρόνια μετά την κυκλοφορία του τελευταίου της μυθιστορήματος, Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου, εγκαταλείποντας προσωρινά τη μεγάλη φόρμα για χάρη της μικρής, προλειαίνοντας, τρόπον τινά, το έδαφος για το επόμενο συγγραφικό της βήμα. Από την άποψη αυτή τα Πέτρινα πλοία θα μπορούσαν να ιδωθούν ως ένα έργο μεταβατικό, καθώς στα διηγήματα της συλλογής αποτυπώνεται η έως τώρα συγγραφική πορεία της Ξυλούρη, η εξέλιξη, η ωρίμανση, αλλά και μέρος της ποιητικής της. Εστιάζοντας κανείς στην εργογραφία της Ξυλούρη δεν θα δυσκολευτεί να διακρίνει ένα καθοριστικό σημείο τομής· ανάμεσα στο Πώς τελειώνει ο κόσμος και στη Νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου η συγγραφέας επιλέγει να απομακρυνθεί από το αναπόφευκτα γνώριμο αστικό περιβάλλον των πρώτων της δύο μυθιστορημάτων και να περιπλανηθεί σε τόπους οικεία φανταστικούς, όπως το Νιόφυτο, με ιδιότητες που προσιδιάζουν στον μαγικό ρεαλισμό. Η επιλογή του τόπου εκτός από την ελευθερία αποφυγής των νόμων του αυστηρού ρεαλισμού, καθορίζει εν πολλοίς τις ίδιες τις ιστορίες, τη γλώσσα και την αφήγηση εν γένει, επιτρέποντας στην Ξυλούρη να χαράξει και να ακολουθήσει το ευδιάκριτα προσωπικό της λογοτεχνικό μονοπάτι. Ο προσεχτικός αναγνώστης δεν θα εκπλαγεί ωστόσο από την εξέλιξη αυτή, καθώς τα σημάδια, εν κρυπτώ και εν σπέρματι, προϋπήρχαν, ως υπαινιγμοί και ως φιλοδοξίες. 

Τα διηγήματα της συλλογής αυτής γράφτηκαν σε μια περίοδο δέκα ετών. Τα περισσότερα, αν όχι όλα, θα μπορούσαν να αποτελούν εγκιβωτισμένες ιστορίες των μυθιστορημάτων της, του Καλλιγράφου κυρίως, με χαρακτηριστικότερο όλων παράδειγμα το διήγημα Φεύγει το νησί, αλλά και δοκιμές, πειραματισμούς και διαλείμματα της εκ φύσεως απαιτητικής και χρονοβόρας διαδικασίας της συγγραφής ενός επόμενου μυθιστορήματος. Ένα ερώτημα προκύπτει εδώ, ερώτημα που έχει να κάνει με την απόφαση της συγγραφέως να τα βγάλει απ' το συρτάρι. Το διήγημα, ως είδος, διέπεται από μια σειρά προδιαγραφών, οι οποίες στο Πέτρινα πλοία πληρούνται και με το παραπάνω. Κάθε ένα από τα διηγήματα αυτά διαθέτει την απαραίτητη δυναμική για να σταθεί αυτόνομο. Αυτό όμως από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό για να δικαιολογήσει την παρουσία του στη συλλογή. Κάθε συλλογή διηγημάτων διέπεται επίσης από μια σειρά προδιαγραφών, γεγονός που τη διαφοροποιεί από την ανθολόγηση και την ευκαιριακή συρραφή. Εδώ εντοπίζεται και η σημαντικότερη ίσως αρετή της παρούσας έκδοσης. Η επιλογή των διηγημάτων και ακολούθως η σειροθέτησή τους, που δεν είναι απόρροια του τυχαίου, εξυπηρετούν την αναγνωστική πρόσληψη, προσδίδοντας μια αίσθηση συνέχειας και διαδοχής από διήγημα σε διήγημα, δημιουργώντας παράλληλα με τη συνοχή του συνόλου και ευκρινή υποσύνολα, ενώ οποιαδήποτε υπόνοια ανισότητας απουσιάζει εντελώς.

Η έμπνευση ή η μαρτυρία, ως πρώτος σπόρος κάθε διηγήματος, θα συναντούσε στέρφα γη αν δεν έπεφτε στα χέρια μιας συγγραφέως ικανής και διατεθειμένης να σκύψει με υπομονή και επιμονή, γνωρίζοντας πως η ιδέα/ιστορία ποτέ δεν είναι από μόνη της αρκετή για να παράξει λογοτεχνία, όσο ευφάνταστη, πρωτότυπη ή συγκινητική και αν είναι αυτή. Η Ξυλούρη διαθέτει την εξαιρετικά δυσεύρετη ικανότητα της διπλής προσαρμογής. Προσαρμόζει τις ιστορίες στην Ξυλούρη και την Ξυλούρη στις ιστορίες. Έτσι, στο τελικό αποτέλεσμα κανένα από τα δύο μέρη δεν υπερισχύει αλλά και δεν υστερεί του άλλου. Τη γλώσσα που μετέρχεται η Ξυλούρη την έχει οικειοποιηθεί πλήρως, γεγονός που προσδίδει την απαραίτητη φυσικότητα και εξαλείφει την επιτήδευση, λειτουργώντας ταυτόχρονα συνεκτικά εντός της συλλογής, γλώσσα που γεφυρώνει το παλιακό με το συγκαιρινό, επιτρέποντας στον αναγνώστη να αναγνωρίσει τις επιρροές της συγγραφέως, επιρροές χρονικές αλλά και χωρικές, και να διακρίνει μια καθαρή, προσωπική φωνή. Η γνώριμη αφηγηματική άνεση της Ξυλούρη είναι εμφανής και στη μικρή φόρμα, παρά τους δεδομένους ειδολογικούς περιορισμούς.        

Κάποτε, σε τόπους γύρω από τη Βαλτική, οι άνθρωποι κύκλωναν τους τάφους με πέτρες, σχηματίζοντας πέτρινα πλοία, με την ελπίδα πως εκείνα θα οδηγήσουν τους νεκρούς στον άλλο κόσμο. Ο θάνατος είναι μια εκδοχή απώλειας· ο χωρισμός, ο απογαλακτισμός, η μετανάστευση, κάποιες ακόμα. Οι δεκαπέντε αυτές ιστορίες της Ξυλούρη αποτελούν πέτρινα πλοία, μνημεία της απώλειας, που νιώθουν την ανάγκη να στήσουν όσοι απομένουν πίσω, για να θρηνήσουν, για να θυμούνται, για να καταφέρουν να προχωρήσουν. 

Με τα Πέτρινα πλοία η Ξυλούρη πραγματοποιεί μια δυναμική επανεμφάνιση, επιβεβαιώνοντας και ανανεώνοντας τις προσδοκίες που εξ αρχής είχε δημιουργήσει.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 15 Μαΐου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Εκδόσεις Μεταίχμιο   

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2021

Ρέκβιεμ για μια δημοκρατία - Thomas Cantaloube

Παρίσι, 1959. Ο Πόλεμος της Αλγερίας μαίνεται, η υπεραιωνόβια γαλλική παρουσία στη βορειοαφρικανική χώρα δοκιμάζεται. Η ένταση δεν περιορίζεται στα όρια της αποικίας αλλά επηρεάζει και διχάζει αναπόφευκτα και τη γαλλική πολιτική καθημερινότητα εξαιτίας και της πολυπληθούς αραβικής κοινότητας. Η επάνοδος του Σαρλ ντε Γκωλ στην εξουσία ένα χρόνο νωρίτερα που σήμανε το τέλος της Τέταρτης Γαλλικής Δημοκρατίας ελάχιστα βοήθησε στην εξομάλυνση της κρίσης. Παρακρατικές στρατιωτικές οργανώσεις εμφανίζονται συνεχώς ως απάντηση στο Εθνικό Απελευθερωτικό Κίνημα, ο στρατός και η αστυνομία δεν κινούνται πάντοτε υπό καθεστώς διαφάνειας. Η στυγνή δολοφονία ενός Αλγερινού δικηγόρου, με τη φήμη του μετριοπαθούς, στο σπίτι του στο Παρίσι, με παράπλευρες απώλειες τον αδερφό του, τη Γαλλίδα γυναίκα του και τα δύο μικρά παιδιά τους, υποκινημένη από την αστυνομία, αποτελεί το συμβάν γύρω από το οποίο ο Τομά Κανταλούμπ ξεδιπλώνει την πλοκή του λογοτεχνικού του ντεμπούτου, ενός χορταστικού νουάρ μυθιστορήματος, στα οποία οι Γάλλοι αλλά και οι εκδόσεις Πόλις ειδικεύονται, μυθιστόρημα που κρατάει αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον.

Την εξιχνίαση της δολοφονίας, για λογαριασμό της αστυνομίας, αναλαμβάνει ο άπειρος Λυκ Μπλανσάρ μαζί με τον επιρρεπή στο αλκοόλ Αμεντέ Ζανβιέ. Η υπηρεσία πόνταρε στην απειρία του Μπλανσάρ ώστε ο φάκελος να κλείσει σύντομα χωρίς πολλά πολλά. Όμως, ο Μπλανσάρ χαρακτηρίζεται από ιδεαλισμό και πίστη στο λειτούργημα της αστυνομίας. Είναι ακόμα νέος στην υπηρεσία και δεν έχει προλάβει να διαποτιστεί με τη νοοτροπία των συναδέλφων του. Επιμένει να γυρεύει απαντήσεις και να αναζητά την αλήθεια καθώς η επίσημη εκδοχή δεν τον καλύπτει. Ο Αντουάν Καρεγκά καταφέρνει να βιοπορίζεται μεταφέροντας ηρωίνη, κρυμμένη σε φιάλες παστίς, από τη Μασσαλία στο Παρίσι. Ο πατέρας της δολοφονημένης γυναίκας, παλιός σύντροφός του από την αντίσταση, του ζητάει να ερευνήσει για λογαριασμό του το έγκλημα και να ανακαλύψει τους πραγματικούς ενόχους. Για τον Καρεγκά, η επιθυμία του παλιού συντρόφου του μετατρέπεται σε καθήκον, παρότι γνωρίζει πως μόνο χαμένος μπορεί να βγει από αυτή την ιστορία. Και τέλος, ο μονόχειρας Σείριος Βολκστρόμ, από παλιά γνώριμος των αρχών, με διάφορα μπλεξίματα που τον καθιστούν ευάλωτο στις αστυνομικές «χάρες», όπως αυτή που τον ενέπλεξε στη δολοφονία.

Ο Κανταλούμπ χωρίζει το μυθιστόρημά του σε κεφάλαια, σε καθένα εκ των οποίων αφηγείται εναλλάξ την ιστορία των τριών κεντρικών χαρακτήρων, ετερόκλητων μεταξύ τους, που η εξέλιξη της πλοκής δεν θα αργήσει να τους φέρει κοντά. Έτσι, ο συγγραφέας πετυχαίνει να αναπτύξει ικανοποιητικά την πλοκή και κυρίως να δομήσει με ευκρίνεια τα καλοσχηματισμένα ‒παρά τα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά τους‒ πρόσωπα του δράματος. Ο Κανταλούμπ διατηρεί τον πλήρη έλεγχο της ιστορίας καθ' όλη την έκταση της αφήγησης, συντηρώντας αβίαστα το αναγνωστικό ενδιαφέρον, χωρίς να μετέρχεται ακροβασιών ως προς τις ανατροπές, δίνει έξυπνες λύσεις σε ενδεχόμενα αδιέξοδα, ενώ εμπλουτίζει την κεντρική πλοκή με παράλληλες υποϊστορίες, οι οποίες φροντίζει να εξυπηρετούν με τον τρόπο τους την κυρίως αφήγηση και να μην είναι απλές παρεκβάσεις. Το Παρίσι δεσπόζει, όχι πάντοτε λαμπερό, με τον μητροπολιτικό χαρακτήρα του, τις εναλλαγές και την ποικιλομορφία του. Η παρουσία τριών κυρίως προσώπων δημιουργεί αρχικά μια σύγχυση, που όμως σύντομα υποχωρεί και μετατρέπεται τελικά σε συγκριτικό πλεονέκτημα του μυθιστορήματος, καθώς το καθιστά αρκετά σύνθετο, πολυδιάστατο και άκρως απολαυστικό κατά την ανάγνωση, με τη λειτουργική εναλλαγή των κεφαλαίων. Μένοντας λίγο ακόμα στο δόσιμο των χαρακτήρων, αξίζει να σημειώσει κανείς πως ο Κανταλούμπ με διορατικότητα επενδύει στην αυθεντικότητα και όχι απλώς στην αληθοφάνεια αυτών, και μέσω αυτής τους καθιστά συμπαθείς στον αναγνώστη, αποφεύγοντας να κινηθεί αντίστροφα και να τους στήσει εξ αρχής με μέτρο την αναγνωστική συμπάθεια. Στο πρώτο του μυθιστόρημα, ο Κανταλούμπ, ίσως και με τη βοήθεια της επιμέλειας, αποφεύγει τα αχρείαστα αφηγηματικά ρίσκα και επικεντρώνεται στην στρωτή και ασφαλή, μα διόλου βαρετή, αφήγηση της ιστορίας του, και τα καταφέρνει.

Η ιστορικοπολιτική διάσταση του Ρέκβιεμ για μια δημοκρατία είναι εμφανής και έντονη. Ο Κανταλούμπ στηρίζεται εν μέρει σε πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις, τα οποία και προσαρμόζει στις μυθοπλαστικές ανάγκες της αφήγησής του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο διευθυντής της αστυνομίας του Παρισιού Μωρίς Παπόν, συνεργάτης του καθεστώτος του Βισύ και υπαίτιος για τον εκτοπισμό των Γάλλων Εβραίων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, που κατάφερε να διατηρήσει την ισχύ του παρά το γύρισμα της ιστορίας και να παραμείνει υψηλόβαθμο στέλεχος του κρατικού μηχανισμού, για να καταδικαστεί τελικά το 1998 για τα εγκλήματά του. Ο Κανταλούμπ σχολιάζει δηκτικά τον χαμαιλεοντισμό ανάλογα με την ιστορική και πολιτική συγκυρία, τη γενικότερη ροπή της γαλλικής ‒ στην προκειμένη περίπτωση‒ κοινωνίας στη λήθη με αποτέλεσμα οι δωσίλογοι του χτες να επιβραβεύονται και να παρουσιάζονται ως ήρωες του σήμερα, ενώ και η επίσημη εκδοχή της ιστορίας γράφεται, εν πολλοίς, απ' αυτούς λόγω των κρίσιμων θέσεων που κατέχουν. «Παρά τα πρόσφατα αναγνώσματά του, ο Βολκστρόμ δεν διέθετε μεγάλη πολιτική κουλτούρα. Είχε, όμως, περιπλανηθεί αρκετά στα παρασκήνια της εξουσίας ώστε να κατανοεί πως η τωρινή περίοδος έμοιαζε με τεράστιο χάος όπου οι αλλοτινές συνεργασίες μετρούσαν λιγότερα από τις συγκυριακές μάχες για λόγους τακτικής. Γκωλιστές και αντιγκωλιστές ήταν όλο αγκαλιές και φιλιά. Φανατικοί αντιστασιακοί κυκλοφορούσαν αγκαζέ με δωσίλογους. Φασίστες, οπαδοί του Πουζάντ και νοσταλγοί του Βισύ είχαν επιστρέψει στη δημόσια διοίκηση ή στην Εθνοσυνέλευση, με τις ευλογίες των πρώην αντιπάλων τους. Ως την προσεχή αλλαξοπιστία τους. Η αστυνομία της Γαλλικής Δημοκρατίας καθοδηγούσε εξ αποστάσεως αιμοσταγείς πολιτοφύλακες κατωτάτης υποστάθμης. Ο στρατός και ορισμένοι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί ήταν έτοιμοι να εναντιωθούν στον συνάδελφό τους που έγινε πρόεδρος. Έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Ο Σείριος το απολάμβανε».

Το Ρέκβιεμ για μια δημοκρατία είναι ένα πλήρες και χορταστικό νουάρ μυθιστόρημα, που θα αποζημιώσει τους φανατικούς του είδους. Το ιστορικό πλαίσιο, η πολιτική διάσταση, η ιδιότυπη μάχη ενάντια στη λήθη και το παρασκήνιο πίσω από την επίσημη εκδοχή της ιστορίας προσδίδουν περαιτέρω ενδιαφέρον, χαρακτηριστικά στα οποία διαφαίνεται το δημοσιογραφικό παρελθόν του Κανταλούμπ.

Μετάφραση Δημήτρης Δημακόπουλος
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2021

Υπογαία - Robert Macfarlane

Στη μη μυθοπλαστική αφήγηση, εκείνο που πρώτιστα γυρεύω είναι το πάθος. Το πάθος με το οποίο ο συγγραφέας γράφει για το συνήθως αρκετά εξειδικευμένο θέμα που τον ενδιαφέρει, την ανάγκη να μεταλαμπαδεύσει το ενδιαφέρον αυτό στον άγνωστο αναγνώστη, το πάθος που θα δικαιολογεί το γιατί αποφάσισε να αφιερώσει χρόνο και κόπο στη συγγραφή. Σε μια εποχή που, περισσότερο από κάθε άλλη, το κυνήγι της πρωτοτυπίας μοιάζει να είναι ‒δυστυχώς‒ το κύριο ζητούμενο, με αποτέλεσμα άψυχες αρπαχτές, προωθημένες ποικιλοτρόπως από αμφιλεγόμενες πρακτικές του μάρκετινγκ, το πάθος αποτελεί τη μοναδική ίσως διέξοδο, την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στο θα γράψω γι' αυτό γιατί υπάρχει κενό στην αγορά και το θα γράψω γι' αυτό γιατί γουστάρω. Δυσκολεύομαι να σκεφτώ κάποιο θέμα για το οποίο δεν θα με ενδιέφερε να διαβάσω (αλλά και να ακούσω) μια παθιασμένη αφήγηση. Το πάθος, βέβαια, δεν αρκεί από μόνο του. Η ικανότητα στην αφήγηση είναι απαραίτητη, η συμβολή της επιμέλειας επίσης. Όμως, είναι ένα απαραίτητο συστατικό, χωρίς πάθος λίγα μπορεί κανείς να πετύχει, όσο και αν θολώσει τα νερά.

Όταν κυκλοφόρησε η Υπογαία μου κίνησε το ενδιαφέρον, κρατούσα ωστόσο μικρό καλάθι παρά το δέος ‒και τον φθόνο‒ που ένιωθα στη θέα των τόπων που επισκέφθηκε ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων η Γροιλανδία και η Νορβηγία, τόποι που αναμενόμενα θα ήταν οι απόλυτοι πρωταγωνιστές στο βιβλίο αυτό. Τα βραβεία και τα διθυραμβικά αποσπάσματα κριτικής δεν αρκούσαν, οι δε αναλογίες με συγγραφείς όπως ο Ζέμπαλντ, ο Τσάτγουιν ή ο Λη Φέρμορ ενέτειναν τον σκεπτικισμό μου. Ίσως γι' αυτό και να άργησα να γυρίσω την πρώτη σελίδα τελικά. Βιβλία όπως αυτό είναι συνήθως ή του ύψους ή του βάθους. Η Υπογαία είναι ξεκάθαρα του βάθους. Και σε αυτή την αυθόρμητη ταύτιση του ύψους με το καλό και του βάθους με το κακό πατάει εν πολλοίς ο Ρόμπερτ Μακφάρλεϊν για να οδηγήσει τον αναγνώστη κάτω από την επιφάνεια, σ' ένα συναρπαστικό ‒τελικά‒ ταξίδι.

Γνωρίζουμε τόσο λίγα για τους κόσμους κάτω από τα πόδια μας. Κοιτάξτε ψηλά μια ανέφελη νύχτα και μπορεί να δείτε το φως από ένα αστέρι χιλιάδες τρισεκατομμύρια μίλια μακριά, ή να διακρίνετε τους κρατήρες που άφησαν αστεροειδείς πέφτοντας στην επιφάνεια της σελήνης. Κοιτάξτε χαμηλά και η ματιά σας σταματά στο χώμα, την άσφαλτο, τα δάχτυλα των ποδιών σας. Σπάνια έχω αισθανθεί τόσο μακριά από τον κόσμο των ανθρώπων, όσο όταν βρέθηκα μόλις δέκα μέτρα από κάτω του, πιασμένος στα αστραφτερά σαγόνια μια ασβεστολιθικής στρώσης που πρωτοφτιάχτηκε στον πυθμένα μιας αρχαίας θάλασσας.
Ο Ρόμπερτ Μακφάρλεϊν, τον οποίο για να είμαι ειλικρινής δεν γνώριζα, θεωρείται ένας από τους πλέον σημαντικούς, σύγχρονους συνεχιστές της λογοτεχνίας τοπίου και τα βιβλία του έχουν λάβει αρκετές διακρίσεις και έχουν πετύχει σημαντικές πωλήσεις, ωστόσο η Υπογαία είναι μόλις το πρώτο βιβλίο του που μεταφράζεται στα ελληνικά. Ο Μακφάρλεϊν ταξιδεύει αρκετά, με τα χρόνια ‒και τον ανάλογο προϋπολογισμό‒ έχει δημιουργήσει ένα δίκτυο ανθρώπων ανά τον κόσμο, κατάλληλων να τον οδηγήσουν και να τον πληροφορήσουν κατά την εκάστοτε έρευνα πεδίου. Υποψιάζομαι πως εν πολλοίς λειτουργεί με τη μέθοδο του πρότζεκτ, έχει δηλαδή μια ιδέα, κάπως γενική, και με βάση αυτή σχεδιάζει τις αποστολές του και όταν νιώσει πως έχει το απαραίτητο υλικό προχωρά στη συγγραφή. Η ιδέα εδώ είναι ξεκάθαρη από τον τίτλο κιόλας, ο υπόγειος κόσμος, ο κόσμος των σπηλαίων, των ορυχείων, των κατακομβών αλλά και ο κόσμος που αναδύεται από το λιώσιμο των πάγων.

Παρότι το βιβλίο είναι χωρισμένο σε κεφάλαια, σε καθένα εκ των οποίων ο συγγραφέας βρίσκεται σε ένα διαφορετικό μέρος παρατηρώντας κάποιο υπόγειο φαινόμενο, φυσικό ή τεχνητό, προσπαθεί ‒κάπως επιτηδευμένα η αλήθεια είναι‒ να συνδέσει περαιτέρω τα κεφάλαια μεταξύ τους, πέραν της δικής του παρουσίας, κάνοντας χρήση δύο αντικειμένων που κουβαλάει συνεχώς μαζί του, ένα για να τον προστατεύει εν είδει φυλακτού και ένα με σκοπό να βρει το κατάλληλο σημείο και να το θάψει ώστε να μείνει για πάντα κρυμμένο στη γη. Το πάθος με το οποίο περιγράφει τα μέρη και τα συναισθήματα που του προκαλεί η παρουσία του εκεί είναι διάχυτο και ειλικρινές. Στο σώμα της αφήγησης ενσωματώνει διάφορα πραγματολογικά, ιστορικά και επιστημονικά στοιχεία που προσδίδουν επιπρόσθετο ενδιαφέρον, υπερβαίνοντας τα στενά όρια της απλής περιγραφής του τοπίου και φανερώνουν έναν συγγραφέα που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην έρευνα. Εκεί που υστερεί αφηγηματικά το βιβλίο είναι στο φλανάρισμα, στις σκέψεις δηλαδή που αναδύονται κατά την περιδιάβαση του συγγραφέα, στην προσπάθεια να προσδώσει μια λογοτεχνικότητα στην αφήγηση, μέσα από αναμνήσεις και συνδέσεις. Ένσταση έχω και για το κάπως επιτηδευμένο και ποιητικοφανές λεξιλόγιο του κειμένου χωρίς να ξέρω αν είναι χαρακτηριστικό του πρωτότυπου κειμένου ή της μετάφρασης. 

Τα μέρη στα οποία βρίσκεται ο συγγραφέας είναι μαγικά και εξωτικά, απόκοσμα και γεμάτα μυστήριο, ικανά να προκαλέσουν δέος και να κεντρίσουν τη φαντασία. Η εικονοποιητική δύναμη του γραπτού λόγου βρίσκεται εδώ στα καλύτερά της. Μακράν το αγαπημένο μου κεφάλαιο είναι το αφιερωμένο στις παρισινές κατακόμβες. Κάτω από το Παρίσι υπάρχει μια υπόγεια πόλη, για την οποία ήξερα λόγω του ρόλου που έπαιξε κατά την περίοδο της Κομμούνας, αλλά ούτε να φανταστώ μπορούσα την έκτασή της. Με αφορμή την κοινότητα των «κατακομβόφιλων» ο Μακφάρλεϊν αναφέρεται γενικότερα στην υποκουλτούρα της αστικής εξερεύνησης. Ως τέτοια θα μπορούσε να οριστεί η περιπετειώδης παραβίαση στο οικοδομημένο περιβάλλον, σε μέρη όπως ουρανοξύστες, εγκαταλελειμμένα εργοστάσια, πρώην στρατιωτικές βάσεις, καταφύγια, γέφυρες και δίκτυα αποχέτευσης. Στο κεφάλαιο αυτό, ο συγγραφέας αναφέρεται αρκετά και στο ημιτελές έργο του Βάλτερ Μπένγιαμιν Σχέδιο εργασίας περί στοών, ενώ ο Καλβίνο δεν θα μπορούσε να λείπει από μια αόρατη πόλη. Στις παρισινές κατακόμβες ο δημόσιος χώρος αποκτάει άλλη διάσταση, διέπεται από τους δικούς του κανόνες, διαθέτει τη δική του ανθρωπογεωγραφία. Σίγουρα θα υπάρχει εκεί έξω κάποιο μυθιστόρημα, μάλλον αστυνομικό, που θα διαδραματίζεται στην παρισινή υπογαία.

Από ένα βιβλίο όπως αυτό δεν θα μπορούσε να λείπει ο περιβαλλοντικός προβληματισμός, η εν εξελίξει καταστροφή και η συζήτηση για το αύριο. Τα ορυχεία, εγκαταλελειμμένα αφού στέρεψαν πια, στέκουν αδειανά. Οι πάγοι λιώνουν με ολοένα και αυξανόμενη ταχύτητα καθώς η θερμοκρασία του πλανήτη ανεβαίνει. Σε κάποια στιγμή και ενώ η ομάδα του Μακφάρλεϊν πλέει στα γροιλανδικά φιορδ το gps δείχνει πως είναι μέσα στον πάγο, τέτοια είναι η ταχύτητα της καταστροφής που δεν δίνει τη δυνατότητα στους δορυφόρους να επαναχαρτογραφούν εγκαίρως με βάση τις μεταβολές του τοπίου. Εκείνο που μου φάνηκε επίσης συγκλονιστικό, αν και απόλυτα λογικό παρότι δεν το είχα σκεφτεί ποτέ, αλλά και επίκαιρο λόγω της πανδημίας του μικροσκοπικού αυτού ιού και της απόπειρας να εντοπιστεί η προέλευσή του, είναι πως καθώς λιώνουν οι πάγοι νεκρά κουφάρια, τέλεια διατηρημένα, αναδύονται από τα βάθη του παρελθόντος και μαζί με αυτά διάφοροι μικροοργανισμοί, μεταξύ των οποίων και ιοί, σε τέλεια φόρμα, έτοιμοι να εφορμήσουν σε αναζήτηση ξενιστή.

Η Υπογαία παρά τις όποιες ‒λογοτεχνικές κυρίως‒ αδυναμίες της είναι ένα τρομερά ενδιαφέρον βιβλίο που σίγουρα δεν απευθύνεται μόνο σε αναγνώστες εξειδικευμένου ενδιαφέροντος, ικανό να εξάψει τη φαντασία και να ανοίξει την όρεξη για περιπέτεια. Βιβλίο που χαρίζει μια νέα οπτική για τον άγνωστο υπόγειο κόσμο, για τη γοητεία και τους κινδύνους που κρύβει, για την επιστημονική αναζήτηση που λαμβάνει χώρα στα βάθη της γης, για τις κοινότητες των ανθρώπων που περιστρέφονται γύρω του. Στο έδαφος θάβουμε όσα φοβόμαστε και θέλουμε να χάσουμε, και όσα αγαπάμε και θέλουμε να θυμόμαστε. 

Ένα βιβλίο διαφορετικό απ' ό,τι άλλο είχα διαβάσει.

Μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2021

The salt of the earth (2014)

Ήταν ένα βράδυ που το βλέμμα γύρευε εικόνες για να αναπαυθεί και να χορτάσει· τότε θυμήθηκα πως αυτό το ντοκιμαντέρ ήταν στα χρωστούμενα. Ο Σεμπαστιάο Σαλγάδο, ένας από τους πλέον διάσημους και επιδραστικούς φωτογράφους των τελευταίων δεκαετιών, αφηγείται την ίδια του τη ζωή μέσα από τις φωτογραφίες του. Ήδη, κάποια χρόνια πριν, ο γιος του, Ζουλιάνο, σκηνοθέτης στο επάγγελμα, είχε αρχίσει να τον ακολουθεί και να τον καταγράφει σε διάφορες αποστολές. Αργότερα στο πρότζεκτ ενεπλάκη ο Βέντερς, συνεισφέροντας τη δική του ματιά στα πράγματα. Το ντοκιμαντέρ γρήγορα αποδείχτηκε αρκετά διαφορετικό απ' αυτό που φανταζόμουν και περίμενα, κυρίως λόγω της πολιτικής και οικολογικής του διάστασης, αλλά και της σκληρότητας στο πλευρό της ομορφιάς των φωτογραφιών. Ήταν κάτι παραπάνω από μια απλή ‒όσο απλή μπορεί να είναι μιλώντας για το έργο ενός φωτογράφου αυτού του διαμετρήματος‒ παρουσίαση της ζωής και του έργου τού Σεμπαστιάο Σαλγάδο.

Ο Σαλγάδο με τη γυναίκα του Λέιλα, νέοι ακόμα, εγκατέλειψαν τη Βραζιλία που ασφυκτιούσε κάτω από το δικτατορικό καθεστώς. Βρέθηκαν στο Παρίσι. Εκείνος συνέχισε τις σπουδές του στα οικονομικά, εκείνη γράφτηκε στην αρχιτεκτονική. Κάποια στιγμή της έκανε δώρο μια φωτογραφική μηχανή, θεωρούσε πως θα της φανεί επαγγελματικά χρήσιμη. Ο Σαλγάδο είχε αρχίσει την πολλά υποσχόμενη σταδιοδρομία του ως οικονομολόγος, πρώτα στο Παρίσι, ύστερα στο Λονδίνο. Χρησιμοποιούσε τη φωτογραφική μηχανή πιο συχνά από ό,τι η Λέιλα, κάθε μέρα το πάθος του για το κάδρο και τη σύλληψη του φωτός μεγάλωνε. Τότε πήραν, από κοινού, μια τολμηρή απόφαση. Εκείνος θα παρατούσε τη δουλειά. Θα επέστρεφαν στο Παρίσι και θα ξόδευαν τις οικονομίες τους για τον απαραίτητο εξοπλισμό. Στο μεταξύ γεννήθηκε ο Ζουλιάνο. Πρώτο πρότζεκτ υπήρξε το Other Americas. Από το 1977 έως το 1984 ο Σαλγάδο θα ταξιδέψει στη Λατινική Αμερική, αλλά όχι στη Βραζιλία, όχι ακόμα. Νιώθει οικεία σ' εκείνα τα μέρη αν και του λείπει η Λέιλα και το παιδί. Ήταν η αρχή όσων σπουδαίων ακολούθησαν.

Ο Σαλγάδο θέλησε μέσα από τις φωτογραφίες του να δείξει τι συνέβαινε σε διάφορες μακρινές γωνιές του πλανήτη, εκεί που τα φώτα της δημοσιότητας δεν έφταναν. Η δημοσιότητα του έργου του καθιστούσε συνένοχη στο εκάστοτε έγκλημα τη σιωπηλή πλειοψηφία, που εθελοτυφλεί, που κάνει πως δεν ξέρει. Επεδίωκε να είναι πάντοτε στην πρώτη γραμμή, τολμούσε εκεί που άλλοι πισωπατούσαν. Οι εκτοπίσεις πληθυσμών, κυρίως στην Αφρική, τον διέλυσαν συναισθηματικά, τον έκαναν να χάσει κάθε ελπίδα ανθρώπινη, η εγγύτητα στο μίσος και την περιφρόνηση της ανθρώπινης ύπαρξης τον άλλαξαν, τον έφεραν μπροστά σ' ένα αδιέξοδο, δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο, δεν άντεχε, η ζοφοχωρητικότητα εξαντλήθηκε στους προσφυγικούς καταυλισμούς, τα δολοφονημένα σώματα στην άκρη των δρόμων τον στοίχειωναν. Ένιωσε την ανάγκη να στρέψει το βλέμμα στη φύση, στα παρθένα εδάφη αυτού του πλανήτη, στα τελευταία είδη του ζωικού βασιλείου, να βρεθεί εκεί, να βγάλει το κεφάλι έξω από τον βούρκο και να αναπνεύσει, μήπως και αποκαταστήσει τη σχέση του με την ύπαρξη. Πήρε το ρίσκο να αφήσει πίσω την πολιτική φωτογραφία και να δοκιμάσει στη φωτογραφία τοπίου και άγριας φύσης, για εκείνον ήταν μονόδρομος.

Στο μεταξύ η πολιτική κατάσταση στη Βραζιλία είχε από καιρό εξομαλυνθεί. Όταν πρωτογύρισαν, μετά την πτώση της δικτατορίας, αντίκρισαν έναν τόπο διαφορετικό από εκείνο που θυμούνταν, σε διάφορα επίπεδα. Δεν ήταν μόνο ο αστικός ιστός, εκεί που η οικοδόμηση εξαπλωνόταν ανεξέλεγκτα, ανοίκειος, αλλά και το φυσικό τοπίο, με την ερημοποίηση ολοένα να κερδίζει μέτρα. Το σπίτι που γεννήθηκε και μεγάλωσε, εκείνος ο επίγειος παράδεισος των παιδικών του χρόνων, η αγροικία με την πυκνή βλάστηση, γεμάτη από ζωή, είχε πια ξεραθεί. Τα λίγα ζώα λιμοκτονούσαν, το έδαφος αδυνατούσε να συγκρατήσει το νερό της βροχής. Τότε ήταν που η Λέιλα είχε την τρελή ιδέα να φυτέψουν τα δέντρα από την αρχή, ένα ένα, να δημιουργήσουν το δάσος ξανά, να φέρουν πίσω πουλιά και ζώα, να πρασινίσουν τον ξερό τόπο. Εκεί βρήκε καταφύγιο ο Σαλγάδο, εκεί ένιωσε ξανά μέρος του πλανήτη, άνθρωπος μακριά από τους ανθρώπους. Το πρότζεκτ ξεπέρασε κάθε προσδοκία, πλέον η έκταση εκείνη αποτελεί εθνικό δρυμό, την απόδειξη πως η κατάσταση μπορεί να αναστραφεί, πως η ελπίδα δεν έχει χαθεί παντελώς.

Καλλιτέχνες όπως ο Σαλγάδο χωρίς να προβάλλουν την πολιτική τους στράτευση καταφέρνουν να ορθώσουν λόγο ξεκάθαρα πολιτικό, κάνοντας χρήση των δυνατοτήτων του μέσου. Και η φωτογραφία έχει ‒και‒ αυτή τη δύναμη, να δείξει χωρίς να χρειαστεί να επιχειρηματολογήσει περαιτέρω. Η συνολική πολιτική διάσταση του έργου του είναι εμφανής και στον λόγο του, στη στάση του απέναντι στα πράγματα. Έτσι, λοιπόν, ενώ περίμενα να αντικρίσω φωτογραφικό κάλλος και μια περιπετειώδη και εξωτική ζωή, το Αλάτι της γης αποδείχτηκε πολλά περισσότερα. Η αντίστιξη της συνύπαρξης στο ίδιο κάδρο της ομορφιάς και του πόνου είναι το κύριο χαρακτηριστικό του ντοκιμαντέρ αυτού, η εικαστική αρτιότητα και η ανθρώπινη κτηνωδία, η υπενθύμιση των άκρων εντός των οποίων κινείται το πλέον ενδιαφέρον και επικίνδυνο πλάσμα του πλανήτη γη, ο άνθρωπος.

Για το τέλος δύο πράγματα σχετικά με τον τίτλο του ντοκιμαντέρ. Το Αλάτι της γης αποτελεί χωρίο από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (5 : 13): «Υμείς εστέ το αλάτι της γης· εάν δε το άλας μωρανθή, εν τίνι αλισθήσεται». Επίσης, το επίθετο σαλγάδο, στα πορτογαλικά, σημαίνει αλατισμένος.

Ειδική μνεία αρμόζει στο υπέροχο soundtrack δια χειρός Λοράν Πετιράρντ.

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2021

Το Φιλί της Γυναίκας-Αράχνης - Manuel Puig

Το φιλί της Γυναίκας-Αράχνης, το πλέον γνωστό ίσως έργο τού Αργεντινού συγγραφέα Μανουέλ Πουίχ, ήταν από καιρό εξαντλημένο. Η πρόσφατη κυκλοφορία του, σε νέα μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη, από τις εκδόσεις Carnívora ήρθε να καλύψει το κενό αυτό. Γραμμένο στο Μεξικό, όπου ο Πουίχ κατέφυγε εξόριστος το 1973, το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 1976 από έναν καταλανικό εκδοτικό οίκο. Στην Αργεντινή παρέμεινε για χρόνια λογοκριμένο. Ο Πουίχ προσδιόριζε τη ζωή και το έργο του ως μια συνεχή απόπειρα κατανόησης της ομοφυλοφιλίας του και της αντίδρασης που αυτή προκαλούσε. Αναζητούσε μέσω της γραφής μια διαφυγή από το δίπολο της σεξουαλικής και πολιτικής καταπίεσης. Πέθανε το 1990 στο Μεξικό από καρδιακή προσβολή.

Παρά την κάπως νεφελώδη αρχή, εξαιτίας της διαλογικής μορφής της αφήγησης στην οποία δεν ονομάζεται το εκάστοτε πρόσωπο, όπως σ' ένα τυπικό θεατρικό κείμενο για παράδειγμα, αφού εδώ η αλλαγή προσώπου σηματοδοτείται απλώς και μόνο με τη χρήση εισαγωγικών, ο αναγνώστης σύντομα αντιλαμβάνεται πως η σκηνή διαδραματίζεται στο κελί μιας φυλακής, το οποίο μοιράζονται δύο άντρες. Ο Βαλεντίν, νεαρός πολιτικός κρατούμενος, συνελήφθη κατά τη διάρκεια επεισοδίων με την αστυνομία, είναι ιδεαλιστής και ταγμένος στον πολιτικό αγώνα, διαθέτει ακλόνητη πίστη στην επανάσταση που θα οδηγήσει σ' ένα καλύτερο αύριο τη χώρα, και ο ομοφυλόφιλος  Μολίνα, μεγαλύτερος σε ηλικία, ποινικός κρατούμενος, καταδικασμένος σε οκταετή φυλάκιση για σεξουαλική παρενόχληση ανηλίκου. Η απομόνωση των πολιτικών κρατουμένων και η τοποθέτησή τους ανάμεσα σε ποινικούς υπήρξε αρκετά συνηθισμένη πρακτική, σε μια απόπειρα της εξουσίας να εμποδίσει τη μεταξύ τους επικοινωνία, να αποτρέψει τη συνέχεια του πολιτικού αγώνα εντός της φυλακής και να κάμψει το φρόνημα. Ο Μολίνα αφηγείται στον Βαλεντίν ταινίες που είχε δει και του άρεσαν, ένας τρόπος ψυχαγωγίας που απαλύνει τη ζοφερή καθημερινότητα και επιτρέπει στους δυο τους να κοιμούνται πιο εύκολα τα βράδια. Ο Πουίχ εμπλουτίζει το τεχνικό εύρημα του συνεχούς, χωρίς άλλες αφηγηματικές παρεμβολές, διαλόγου ανάμεσα στους δύο με την αφήγηση των ταινιών και την ακόλουθη συζήτηση. Το εύρημα αυτό επιτρέπει στον συγγραφέα να συστήσει στον αναγνώστη τους ήρωές του χωρίς να χρειαστεί να παρέμβει ο ίδιος αφηγηματικά. Ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει καθένας από τους δύο τις ταινίες φανερώνει σημαντικά πράγματα του χαρακτήρα και των εμπειριών τους. Έτσι, η ρομαντική ματιά του Μολίνα έρχεται σε αντίθεση με το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο μέσω του οποίου αντιλαμβάνεται την τέχνη, αλλά και τον κόσμο εν γένει, ο Βαλεντίν. Δεν είναι όμως μόνο οι χαρακτήρες που σκιαγραφούνται μέσω του διαλόγου, μέσω αυτού δίνεται και το σύνολο των πραγματολογικών στοιχείων, πραγματοποιούνται οι αναδρομές στο παρελθόν, αποκαλύπτονται οι ανατροπές και προετοιμάζονται οι κορυφώσεις της πλοκής.

Ο Πουίχ δεν εγκλωβίζεται στη φόρμα, αντίθετα, μέσω αυτής, καταφέρνει να παραδώσει ένα σπουδαίο μυθιστόρημα και να μεταφέρει τον αναγνώστη στη μαύρη εκείνη περίοδο της αργεντίνικης ιστορίας, που στον πυρήνα της διαθέτει, σε αναλογία πάντα, τόσα κοινά με κάθε εποχή και κάθε τόπο. Παραιτείται από την πλεονεκτική θέση του αφηγητή, επεμβαίνοντας στην ιστορία μόνο μέσω των εννέα εκτενών υποσημειώσεων, που στην πλειοψηφία τους έχουν τη μορφή δοκιμίου σχετικά με το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας, χωρίς να διαθέτουν άμεση και προφανή οργανική λειτουργία ως προς την κυρίως πλοκή, λειτουργώντας συμπληρωματικά στον βιωματικό και ενστικτώδη τρόπο με τον οποίο ο Μολίνα διαχειρίζεται τη σεξουαλικότητά του, αντίθετα με τον Βαλεντίν που μελετάει συστηματικά την πολιτική θεωρία ως αναγκαία συνθήκη επιβεβαίωσης και διαμόρφωσης της προσωπικής του στάσης. Ο Πουίχ εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη σύγχυση που δημιουργείται στον αναγνώστη από την απουσία μιας ευκρινούς σηματοδότησης αναφορικά με τον εκάστοτε ομιλητή για να καταλύσει τη δεδομένη δυαδικότητα και να φέρει πιο κοντά τους δύο φυλακισμένους, καθώς η απόσταση που ο ένας νιώθει από τον άλλον ολοένα και γεφυρώνεται.

Η αμεσότητα του διαλόγου, η έλλειψη αφήγησης και εσωτερικού μονολόγου δημιουργούν ένα αίσθημα οικειότητας απέναντι στα δύο πρόσωπα, που συνοδεύεται από την επιφυλακτικότητα σχετικά με όσα πιθανόν κρατούν μυστικά, το χαρτί που ανά πάσα στιγμή μπορεί να τραβήξουν από το μανίκι, το ενδεχόμενο να υποκρίνονται. Σ' αυτή τη διάχυτη επιφυλακτικότητα στηρίζεται το σασπένς, καθώς η πλοκή προχωρά και εξελίσσεται στον χρόνο που η δεδομένη συνθήκη ορίζει, ενώ οι ταινίες που εξιστορεί ο Μολίνα λειτουργούν εν είδει προοικονομίας. Το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται κυρίως από την απόδοση της συνθήκης του εγκλεισμού, την αποτύπωση του περιορισμού, την ανάγκη των δύο για διαφυγή και συντροφικότητα. Το κελί, ως σκηνική σύμβαση, όμως, άλλο δεν αποτελεί παρά την προέκταση του έξω κόσμου, ιδιαίτερα για εκείνους που δεν ανταποκρίνονται στο αποδεκτό και επιτρεπτό πολιτικοκοινωνικό προφίλ, κινούμενοι στο περιθώριο. Το φιλί της Γυναίκας-Αράχνης είναι ένα αποκλειστικά διαλογικό μυθιστόρημα, που αν και προσομοιάζει σε θεατρικό κείμενο, όχι μόνο δεν απολύει τα χαρακτηριστικά του είδους του, αλλά τα αναδεικνύει με τρόπο μοναδικό.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών, το Σάββατο 3 Απριλίου, το λινκ για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.
 
Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora