Ένα διδακτορικό σε εξέλιξη, η περίοδος της υποτροφίας έχει παρέλθει, τα ναυάγια δεν είναι μια αφηρημένη εικόνα, τα βράχια, η φουσκοθαλασσιά, η ματαιότητα του πληρώματος, όλα αυτά μαζί, το ένα το άλλο, όλα μαζί, η Αθηνά επιμένει να στέκεται πάνω στο κατάστρωμα, μελετά χάρτες, υπολογίζει διαδρομές, σχεδιάζει τακτικές, δοκιμάζει και ελπίζει πως κάτι θα λειτουργήσει, κρύβεται στο αμπάρι, κλαίει, μαζεύει κουράγιο, επιστρέφει, ο επιβλέπων καθηγητής στην άλλη άκρη του ασύρματου, θόρυβος και κακό σήμα, μια διπλή εγκατάλειψη συμβαίνει, μια καλοκαιρία προσφέρει αναθάρρηση, κρατάει για όσο κρατάει, αυτό είπα να κάνω, αυτό κάνω, αυτό συνεχίζω να κάνω, δεν ξέρω τι άλλο να κάνω, ακούω να λένε γιατί δεν τα παρατάς, γιατί δεν ψάχνεις για μια δουλειά, ποιο είναι το όριο, σκέφτεται εκείνη, ανάμεσα στην αυτοφροντίδα και την αυτοτιμωρία, ο επαγγελματικός αθλητισμός, ένα παιδί θαύμα, τοπικοί αγώνες, ύστερα περιφερικοί, ύστερα σε επίπεδο χώρας και τα λοιπά, μαμά γιατί με έγραψες κολύμβηση, αναρωτιέται κάποια στιγμή, η έξοδος από την πισίνα των ρεκόρ και των μεταλλίων, η κερκίδα στο κολυμβητήριο, από υποκείμενο δράσης υποκείμενο παρατήρησης, ώρες στη βιβλιογραφία, ιστορίες καταστροφής, ιστορίες ήττας, ο κόσμος ενθουσιάζεται με τα ρεκόρ, φθονεί επίσης, αναστατώνεται με την αποτυχία, όσο πιο σκληρή τόσο μεγαλύτερη η αναστάτωση, αναστατωμένοι πίσω από την ταμπέλα του τι κρίμα, τι ατυχία, κοίτα να δεις τι του συνέβη, μια ηδονή είναι και αυτή.
Μια κατασκευή υβριδική, ακατάτακτη ως ακριβές είδος, γι' αυτό λειτουργική ως καταγραφή μιας σύνθεσης, όπως της ύπαρξης, γι' αυτό γνώριμη, ακόμα και αν δεν παλεύεις με ένα διδακτορικό, ακόμα και αν ποτέ δεν αθλήθηκες σε επαγγελματικό επίπεδο, ακόμα και αν δεν είσαι παιδί μεταναστών που έφτασαν με τόσα όνειρα και έφαγαν τα μούτρα τους και τα παιδιά τους είναι η μόνη ελπίδα να αναφωνήσουν πως άξιζε τον κόπο όλο αυτό, να ντοπαριστούν με το ετερόφωτο κατόρθωμα, καθημερινές καταχωρήσεις, κομμάτια βιβλιογραφίας, μια διάθεση παντρέματος της καθημερινής πράξης και της θεωρίας της συγγραφής ενός διδακτορικού, ένα ημερολόγιο ιδιότυπο, ίσως αυτό να δίνει μια σχετικά αντιπροσωπευτική εικόνα του βιβλίου τής Ανελισέ Τσεν, ένα ημερολόγιο καταστρώματος, με τις εναλλαγές του καιρού, τις χαράξεις πορείας με αποπροσανατολισμένη την πυξίδα.
Τρία βιβλία που θυμήθηκα και πλέον λειτουργούν ως τετράδα μαζί με τις Ολυμπιακές ασκήσεις καθημερινής αντοχής. Το Κολυμπώντας, το Γυμναστήριο και Ο Μεγάλος Ρέι. Αν κάποιο άλλο σας έρχεται στον νου, μην διστάσετε.
Αναρωτιέμαι αν είναι η φόρμα ή το περιεχόμενο εκείνο που (συνεχίζει να) με έλκει στο βιβλίο αυτό, σίγουρα και τα δύο, προφανώς, αλλά ποιο υπερισχύει, άραγε. Θα πόνταρα στη φόρμα. Ο αποσπασματικός χαρακτήρας, η σύνθεση ετερόκλητων καταχωρήσεων που ωστόσο συνθέτουν τη μεγάλη εικόνα με σχετική ακρίβεια, το προφανές: μια διδακτορική φοιτήτρια δεν είναι μόνο αυτό, είναι πολλά, απλά το διδακτορικό καταλαμβάνει μια τεράστια επιφάνεια στην ύπαρξη, την ωθεί με μανία να αυτοπροσδιορίζεται μέσω αυτού, να συλλαμβάνει, να αντιδρά, να ενεργεί και να νιώθει σύμφωνα με αυτό, να της καθορίζει την ποιότητα της κάθε μέρας, αυτό είναι που περιμένει/περιμένουν από αυτή, να παραδώσει, να ορκιστεί, να φύγει το δεσποινίδα ή το κυρία μπροστά από το όνομά της δια παντός, το διδακτορικό ύπουλα καθίσταται το συγκεκριμένο σε κάτι έντονα αφηρημένο και άπιαστο όπως τα ερωτήματα που η ζωή συνεχώς θέτει. Η αποσπασματικότητα, η λοξοδρόμηση, το μια εδώ και μια εκεί, το πάλι εδώ και ξανά πάλι εκεί, ενισχύει τον ρεαλισμό, όχι για την ακρίβειά του, αλλά ως αίσθηση, γι' αυτό και καμία μα καμία σημασία δεν έχει αν αυτό είναι πραγματικό, αυτομυθοπλασία κεκαλυμμένη ή απλή μυθιστορία, αν η Αθηνά είναι η Ανελισέ η ίδια ή κάποια που γνωρίζει καλά, αν το θέμα του διδακτορικού είναι πραγματικό ή μια απλή αναλογία με τον τριγύρω κόσμο, της ατομικής ευθύνης, της ορθής διαβίωσης, της διαρκούς αναμέτρησης με τους άλλους εκεί έξω.
Ταυτόχρονα, είπα και προφανώς παραπάνω, η μορφή μόνη της δεν θα διένυε πολλά αναγνωστικά μέτρα, το περιεχόμενο, οι αναλογίες και οι συνδέσεις, είναι η σάρκα μέσα στο καλούπι της κατασκευής, και αν δεν ήταν ένα διδακτορικό θα ήταν μια συγγραφή, η αναρώτηση και η απόπειρα εκλογίκευσης της απόφασης, και αν δεν ήταν πρωταθλητισμός θα ήταν η καθημερινή αντοχή, που μικρό πράγμα σίγουρα δεν είναι, αλλά/και δεν θα λειτουργούσε, επίσης, αν η Τσεν αναλωνόταν απλά σε εύκολες και απλοϊκές αναλογίες και μεταφορές, ακόμα και αν η πρώτη εκείνη σκέψη να ήταν αυτή ακριβώς η αναλογία, πρωτότυπη σε κάποιο βαθμό, ικανή για ένα καινούριο αρχείο κειμενογράφου, αλλά όχι αρκετή εν τέλει. Κάπου λέει: «Μπορεί γι' αυτό να επέλεξα να μελετήσω τα αθλήματα. Ίσως πίστευα πως θα με γλίτωναν από τον κυνισμό».
Δοκιμάζω επίθετα: φρέσκο, αληθινό, αναλογικό, έντονο, αβέβαιο, χαοτικό, συγκροτημένο, πολυποίκιλο, σύγχρονο, παιγνιώδες, αβίαστο, συγκινητικό, θελκτικό. Να μερικά. Εσωτερικής καύσης και ηπιότητας, να (ακόμα) ένα βιβλίο που δεν φωνάζει, που συγγραφέας και αφηγήτρια έχουν επίγνωση του ατομικού τους αγώνα, που ξέρουν πως ο κόσμος εκεί έξω συνεχίζει να γυρίζει στην ίδια τροχιά, πως δεν έχει και τόση σημασία τελικά, πως είναι θύμα(τα) της διδαχής και δεν προτίθεται να τη σφετεριστεί, πως η λογική έχει όρια, πως η ίδια η Αθηνά έχει όρια, η Ανισέ επίσης, πως τα προβλήματα και οι επιθυμίες μας λίγο μακρύτερα δεν διακρίνονται καν, το διδακτορικό/βιβλίο δεν θα είναι παρά ακόμα ένα σε κάποια βιβλιοθήκη, και όμως, εκείνη νιώθει πως πρέπει να συνεχίσει, ακόμα και αν το γιατί είναι άπιαστο, έτσι ζούμε. Κάπου εδώ επανέρχεται και αναδύεται η συγγένεια των επικρατειών παρά τα όποια παρότι δεν. Και αν τα κόκαλα, τα κυρίως οστά της κατασκευής, δεν είναι κοινά, οι χόνδροι και οι τένοντες είναι, ο τρόπος συναρμογής τους, επίσης, η λειτουργία της κατασκευής το ίδιο, η ματαιότητα, κυρίως αυτή, το τέρας το ανίκητο που μόνο να το ξεγελάμε λίγο λίγο και πότε πότε μπορεί, αν μπορεί.
Περιέγραψα σε μια φίλη το βιβλίο αυτό, εκείνη ζωγραφίζει, της ζήτησα ένα σχέδιο, να το προσθέσω, όταν τσαλάκωσε τη σελίδα, όλα έβγαζαν νόημα, εδώ είναι.








