Σάββατο, 17 Απριλίου 2021

First Cow (2019)

Αρχές 19ου αιώνα. Ένας μάγειρας (John Magaro) με δημιουργικές ικανότητες, απόρροια και της θητείας του στο πλευρό ενός έμπειρου αρτοποιού κάποτε στη Βοστόνη, γεννημένος στο Μέριλαντ και ορφανός από μικρός, περιπλανήθηκε αρκετά σε αναζήτηση δουλειάς και βρέθηκε, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι την εποχή εκείνη, κάπου στα δυτικά, μάγειρας σε μια ομάδα κυνηγών καστόρων. Μια μέρα, καθώς περιπλανιέται στο πυκνό δάσος αναζητώντας πρώτη ύλη για κάποιο επόμενο γεύμα, πέφτει πάνω σ' έναν Κινέζο μετανάστη (Orion Lee) που κρύβεται από μια συμμορία Ρώσων τυχοδιωκτών που τον κυνηγά για να τον σκοτώσει. Ο King-Lu, όπως είναι το παρατσούκλι του, μπάρκαρε εννιά χρονών από την Καντόνα, βρέθηκε στο Λονδίνο, περιπλανήθηκε στην Αφρική και κατέληξε στην αμερικανική δύση, στη γη των άπειρων δυνατοτήτων για πλουτισμό, γυρεύοντας τη δική του ευκαιρία για να ξεφύγει μια και καλή από τη μίζερη κατάστασή του. Η φιλία των δύο γεννάται με την πρώτη ματιά. Θα χαθούν προσωρινά για να συναντηθούν ξανά σε μια αυτοσχέδια παραγκούπολη που έχει αναπτυχθεί δίπλα σε μια εμπορική βάση υπό τις οδηγίες ενός Βρετανού, που μην αντέχοντας να πίνει το τσάι του χωρίς γάλα, θα μεταφέρει την πρώτη αγελάδα στα μέρη αυτά. Σ' αυτήν, οι δύο φίλοι θα διακρίνουν μια επιχειρηματική ευκαιρία.

Η πρώτη αγελάδα, κινούμενη ανάμεσα στο μετά-γουέστερν και το κοινωνικό δράμα, αναπαριστά ικανοποιητικά την εποχή, αποτυπώνοντας την ατμόσφαιρα και τις ιδιαιτερότητές της, εποχή που μόνο ως προς τα πραγματολογικά της στοιχεία μοιάζει να διαφέρει από τη σημερινή. Η φιλοδοξία για πλουτισμό, η κοινωνική ανισότητα και η λεηλασία του φυσικού περιβάλλοντος είναι κάποια από τα κοινά αυτά χαρακτηριστικά. Οι κάστορες θα υπάρχουν για πάντα, αποφαίνεται μετά βεβαιότητας κάποια στιγμή ο Βρετανός αξιωματούχος, ατάκα που συνοψίζει τη διαχρονικότητα της υπερφίαλης και καταστροφικής αντιμετώπισης της φύσης από τον άνθρωπο, αρκεί στη θέση του κάστορα να βάλει κανείς οποιοδήποτε ζώο ή ορυκτό. Στο επίκεντρο της ταινίας βρίσκεται η φιλία των δύο πρωταγωνιστών, φιλία στην οποία βρίσκουν καταφύγιο όχι μόνο για την επιβίωση αλλά και για την κάλυψη του κενού της μοναξιάς. Οι δυο τους, παρότι προέρχονται από φαινομενικά ανόμοια περιβάλλοντα, αναγνωρίζουν ο ένας στον άλλον κάτι από τον εαυτό τους, ένα κοινό έδαφος στο οποίο ανθίζει μια συντροφικότητα χωρίς υστεροβουλία. Η Reichardt δεν στοχεύει να αναδείξει τη δεδομένη κακομοιριά τους, δεν εμμένει στην προφανή ανάγκη τους για επιβίωση, δεν δείχνει διάθεση να τους δικαιολογήσει και να τους απενοχοποιήσει, αντίθετα, εντοπίζει σ' αυτούς την αλλοτρίωση της ‒κάθε‒ εποχής, και αυτό είναι κάτι που προκαλεί αμηχανία στον θεατή εκείνον που αναζητά την ταύτιση και το ηρωικό στοιχείο, μια συνειδητή έκκληση για εθελοτυφλία. Ο μάγειρας και ο King-Lu συμπεριφέρονται ως τυχοδιώκτες, όσο και αν κάτι τέτοιο δεν είναι εγγενές στοιχείο του χαρακτήρα τους, σε μια εποχή τυχοδιωκτισμού, και δεν θα μπορούσαν να συμπεριφέρονται διαφορετικά, θα ήταν αφελές να αναμέναμε κάτι διαφορετικό από αυτούς, καθώς η στάση τους αυτή αποτελεί μονόδρομο για την επιβίωση και τη μοναδική ρεαλιστική διέξοδο από τη δυσχερή κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Ο χαρακτήρας και η σχέση των δύο πρωταγωνιστών αποτελούν το πλέον ρεαλιστικό κομμάτι του σεναρίου, το φίλτρο μέσα από το οποίο η ταινία αποκτά περαιτέρω αναγνώσεις.

Βασισμένη στο μυθιστόρημα του John Raymond, The Half-Life, Η πρώτη αγελάδα κυκλοφόρησε το 2019. Επαινέθηκε από το σύνολο σχεδόν της κριτικής, συλλέγοντας διάφορα βραβεία, όμως μάλλον δυσκόλεψε, παρά απογοήτευσε, αρκετούς θεατές, κυρίως εξαιτίας της αργής κινηματογράφισης και της απλής, δίχως ιδιαίτερες εξάρσεις, πλοκής. Η ράθυμη, ας την ονομάσουμε έτσι, σκηνοθεσία αποτελεί ίδιον χαρακτηριστικό της Kelly Reichardt (Wendy and Lucy, Night Moves, Certain Women), που μοιάζει να έλκεται από τις ‒φαινομενικά και μόνο‒ απλές ιστορίες και να επενδύει στην εσωτερική τους δυναμική, προσδοκώντας σ' ένα βραδυφλεγές και υποβλητικό αποτέλεσμα, στην αίσθηση μιας υποδόριας έντασης που δεν εκτονώνεται, χωρίς να αποπειράται να εντυπωσιάσει και να εκβιάσει το συναίσθημα. Ένα κινηματογραφικό στυλ όχι και τόσο αμερικάνικο η αλήθεια είναι. Η σκηνοθεσία της Reichardt διακρίνεται για την προσήλωση στα σφικτά, κοντινά κάδρα και στηρίζεται, σε μεγάλο βαθμό, στις ερμηνείες των ηθοποιών, οι οποίοι υπακούουν και ακολουθούν υποδειγματικά τα σκηνοθετικά θέλω, τη στιγμή που η κάμερα εστιάζει περισσότερο στις εκφράσεις του προσώπου και τη στάση του σώματος, παρά στους διαλόγους οι οποίοι διαθέτουν μια προσχηματική απλότητα. 

Μην έχοντας διαβάσει το βιβλίο δεν μπορώ να γνωρίζω την πιστότητα της κινηματογραφικής μεταφοράς, πιστότητα που συχνά εγκλωβίζει σκηνοθέτες και σεναριογράφους, αν και εδώ κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να συμβαίνει, καθώς Η πρώτη αγελάδα μοιάζει ταιριαστή στιγμή στην εργογραφία της δημιουργού. Ο προσωπικός χαρακτήρας των ταινιών της Reichardt, παρά τις όποιες επιρροές και συγγένειες μπορεί κάποιος να εντοπίσει, είναι εμφανής και αναγνωρίσιμος, σε βαθμό ικανό να διχάσει το κοινό, όχι με όρους ελιτισμού αλλά αισθητικής.       

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2021

Γη που χάνεται - Julia Phillips

Είναι Αύγουστος και στο Πετροπάβλοφσκ, πρωτεύουσα της περιφέρειας της Καμτσάτκα, ο καιρός είναι γλυκός και οι δρόμοι γεμάτοι από κόσμο που απολαμβάνει τη μεγάλη μέρα, λίγο πριν την αναπόφευκτη έλευση ενός ακόμα σκληρού χειμώνα. Ντόπιοι, στη μεγάλη τους πλειοψηφία Ρώσοι, αλλά και τουρίστες από την Ιαπωνία και αλλού, που τα τελευταία χρόνια ολοένα και επισκέπτονται την άλλοτε απομονωμένη και πλήρως στρατικοποιημένη λωρίδα γης. Η χερσόνησος της Καμτσάτκα μοιάζει με νησί, καθώς δεν είναι μόνο η θάλασσα που την περιβάλλει, αλλά και οι ορεινοί όγκοι στον βορρά, που φράζουν τον δρόμο προς την ηπειρωτική Ρωσία, μια πεπερασμένη, παρά τη μεγάλη της έκταση, γη. Γεωγραφική ιδιαιτερότητα που έχει παρεισφρήσει και στον χαρακτήρα των κατοίκων, απομόνωση που κάποιοι βιώνουν ως φυλακή και άλλοι ως ένα ελεγχόμενο περιβάλλον. Η Σοφία και η Αλιόνα, οκτώ και έντεκα χρονών, περνούν τις διακοπές του καλοκαιριού βολτάροντας πότε στο κέντρο και πότε στην παραλία όσο η μητέρα τους λείπει στη δουλειά. Η μικρή κάνει συχνά τη μεγάλη να ντρέπεται με την παιδιάστικη συμπεριφορά της. Η εξαφάνισή τους θα προκαλέσει σοκ στην τοπική κοινωνία, ο φόβος θα φωλιάσει στο μυαλό των κατοίκων, τίποτα πια δεν είναι όπως πριν. Οι φωτογραφίες των δύο κοριτσιών βρίσκονται παντού, η αστυνομία με τη συνδρομή εθελοντών χτενίζουν την περιοχή, όλοι συζητούν για την υπόθεση αυτή. Ο καιρός περνά.

Παρότι η εξαφάνιση των δύο κοριτσιών δεν παύει στιγμή να βρίσκεται στον πυρήνα της αφήγησης, ως φόντο και ως απόηχος, η Φίλιπς, στο ντεμπούτο της, αποφασίζει να κινηθεί κάπως έκκεντρα και να αφηγηθεί τις ιστορίες κάποιων γυναικών της Καμτσάτκα, σ' ένα εύρημα που θυμίζει έντονα τον Ταμιευτήρα 13 του Τζον ΜακΓκρέγκορ. Το αποτέλεσμα είναι συναρπαστικό και δικαιώνει απόλυτα τη συγγραφική επιλογή. Η Γη που χάνεται είναι ένα ιδιότυπα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, χωρισμένο σε κεφάλαια ανά μήνα, που τα συνδέει το ‒συχνά‒ αδιόρατο νήμα της εξαφάνισης της Σοφία και της Αλιόνα. Μία εκ των συγγραφικών προθέσεων είναι η διερεύνηση του αποτυπώματος που αφήνει ένα συνταρακτικό γεγονός, όπως αυτό, σε μια κλειστή κοινωνία. Για να το πετύχει, η Φίλιπς γνωρίζει καλά πως πρέπει να σκιαγραφήσει την κοινωνία αυτή, να συστήσει επαρκώς αυτή την άγνωστη γη στον αναγνώστη. Το αφηγηματικό της εύρημα την εξυπηρετεί στην απόδοση της μεγάλης εικόνας της κοινωνίας της Καμτσάτκα, με τις ιδιαιτερότητες και τις αντιφάσεις της, αλλά και τις ομοιότητές της με κάθε άλλη αντίστοιχη κοινωνία. Από την εξίσωση αυτή δεν θα μπορούσε να απουσιάζει το πέρασμα του χρόνου, η απομάκρυνση από το σημείο μηδέν της εξαφάνισης των δύο κοριτσιών, κάτι το οποίο αποδίδεται περίφημα με την ανά μήνα εξέλιξη της πλοκής. Η Φίλιπς δεν εκβιάζει τη σύνδεση των ιστοριών μεταξύ τους και αυτό βοηθάει την κάθε ιστορία να αναπνεύσει και να λειτουργήσει τόσο αυτόνομα όσο και ως απαραίτητο μέρος του όλου, κάτι στο οποίο συντελούν καθοριστικά οι χαρακτήρες που δημιουργεί, στο σύνολό τους πειστικοί και καλοσχηματισμένοι.

Η γεννημένη το 1989 στο Νιου Τζέρσεϊ Τζούλια Φίλιπς γοητεύεται από την Καμτσάτκα και αποφασίζει να τοποθετήσει εκεί την πλοκή της ιστορίας της, επιλογή που συνοδεύεται από ποικίλους περιορισμούς, με πρώτο και κύριο την απόπειρα απόδοσης ενός μη οικείου σε εκείνη περιβάλλοντος. Η συγγραφέας ταξιδεύει αρκετές φορές ως εκεί, κάνει έρευνα πεδίου, γνωρίζει κόσμο και μελετάει την ιστορία του τόπου. Από αυτή την πρώτη ύλη η Φίλιπς καταφέρνει να παράξει λογοτεχνία. Ο εξωτικός χαρακτήρας του τόπου, σε μια εποχή που κάθε τόπος φαντάζει οικεία γνωστός, προσδίδει στην ανάγνωση λίγη από τη χαμένη μαγεία της αφήγησης, έλλειμμα που η λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας έχει αναλάβει να αναπληρώσει. Η Καμτσάτκα, ωστόσο, παρά την εξωτικότητα και το μυστήριο που αποπνέει, θυμίζει σε πολλά κάθε κομμάτι γης αυτού του πλανήτη. Οι αναλογίες είναι εμφανείς· ο εκτοπισμός των ιθαγενών πληθυσμών, η διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος, η επέλαση του τουρισμού, ο μόχθος για την επιβίωση, οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, η βία της καθημερινότητας. Ανάμεσα σ' αυτά και η συχνά επισφαλής θέση της γυναίκας. Οι ηρωίδες της Φίλιπς, ανεξαρτήτως ηλικίας, μοιράζονται κοινά όνειρα, αντιμετωπίζουν παρόμοιους φόβους, ασφυκτιούν υπό την πίεση της οικογένειας και της κοινωνίας, πληρώνουν υπερκοστολογημένα τα λάθη τους, σκέφτονται τι θα φορέσουν, αποφεύγουν να γυρίσουν μόνες τους σπίτι, εξερευνούν τη σεξουαλικότητά τους, γίνονται μητέρες, δουλεύουν σκληρά, υπομένουν και επαναστατούν. Οι γυναίκες αυτές είναι γνώριμες παρά τα χιλιόμετρα της απόστασης και το μυθιστόρημα είναι αφιερωμένο σε αυτές.

Η Γη που χάνεται δεν είναι ένα ακόμα άψυχο, παρότι τεχνικά άρτιο, μυθιστόρημα κάποιου αποστειρωμένου εργαστηρίου δημιουργικής γραφής, ένα από εκείνα τα κατασκευάσματα φασόν που ολοένα και πιο συχνά εμφανίζονται, ειδικά από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, για να αποθεωθούν πρόσκαιρα και να ξεχαστούν άμεσα. Κάτι το οποίο, για να είμαι ειλικρινής, φοβόμουν αρκετά και δεν μου επέτρεπα να καλλιεργήσω ιδιαίτερες προσδοκίες παρά τα διθυραμβικά σχόλια που συνόδευαν το βιβλίο. Όμως, από τις πρώτες σελίδες οι επιφυλάξεις παραμέρισαν και οι προσδοκίες βρήκαν τον απαραίτητο χώρο για να αναπτυχθούν και, εν τέλει, να ικανοποιηθούν. Και με το παραπάνω μάλιστα. Η Φίλιπς ξέρει πώς να γράφει και να αφηγείται ιστορίες, αξιοποιεί και οικειοποιείται τόσο το αφηγηματικό εύρημα όσο και τον εξωτικό χαρακτήρα του τόπου και παραδίδει ένα δυνατό μυθιστόρημα που συνδυάζει ισότιμα μορφή και περιεχόμενο. Ένα ηχηρό ντεμπούτο, αντίστοιχο από πολλές απόψεις εκείνου της Χάνα Κεντ με τα Έθιμα ταφής

Η Γη που χάνεται ήταν ένα ανέλπιστα απολαυστικό μυθιστόρημα.

υγ. Για το μυθιστόρημα του Τζον ΜακΓκρέγκορ, Ταμιευτήρας 13, περισσότερα θα βρείτε εδώ, ενώ για το ντεμπούτο της Χάνα Κεντ, Έθιμα ταφής, εδώ.

Μετάφραση Ιωάννα Ηλιάδη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2021

Χιλιανός ποιητής - Alejandro Zambra

Ήταν η εποχή με τις καταπιεστικές μανάδες, τους αμίλητους πατεράδες και τους σωματώδεις μεγαλύτερους αδελφούς, αλλά ήταν και η εποχή με τις κουβέρτες, τα παπλώματα και τα πόντσο, οπότε σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση ότι κάθε απόγευμα η Κάρλα και ο Γκονσάλο περνούσαν δύο-τρεις ώρες στον καναπέ σκεπασμένοι μ' ένα μεγαλοπρεπέστατο κόκκινο πόντσο από μαλλί του Τσιλοέ, κάτι που, εκείνο τον παγερό χειμώνα του 1991, ήταν είδος πρώτης ανάγκης.

Οι δύο έφηβοι γνωρίστηκαν βγαίνοντας από μια συναυλία, ένα σύντομο φλερτ που έμοιαζε χωρίς μέλλον. Ο Γκονσάλο, ωστόσο, βρήκε το θάρρος να ζητήσει από την Κάρλα το τηλέφωνό της, εκείνη αρνήθηκε, εκείνος επέμεινε, έστω τα πρώτα έξι νούμερα, της είπε και εκείνη το βρήκε χαριτωμένο, του έδωσε τα πρώτα πέντε. Ο Γκονσάλο σπατάλησε όλο του το χαρτζιλίκι στο κίτρινο τηλέφωνο της γωνίας δοκιμάζοντας συνδυασμούς, επινοώντας τακτικές, ξεκινώντας πότε από την αρχή και πότε από το τέλος, αποτυγχάνοντας ξανά και ξανά. Όταν το χαρτζιλίκι σωνόταν και τα ρέστα από τα ψώνια δεν ήταν αρκετά, κατέφευγε σε γνώριμες τακτικές υπεξαίρεσης χρημάτων με επιδρομές στο πορτοφόλι των δικών του. Ώσπου μια μέρα τα κατάφερε, ζήτησε την Κάρλα από τη φωνή στην άκρη της γραμμής και εκείνη του αποκρίθηκε: μια στιγμή να τη φωνάξω. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Ο εφηβικός αυτός έρωτας ‒με τη διστακτικά διερευνητική αφή, τους απαραίτητους χωρισμούς, τις ποιητικές απόπειρες, τα δάκρυα, την αντανάκλαση στο παράθυρο του λεωφορείου της επιστροφής, τα φτηνά μοτέλ, τη γυμνή σιωπή στα ανάκατα σεντόνια, τη μεγάλη ιδέα για τον ίδιο του τον εαυτό‒ θα ήταν αρκετός για μια νουβέλα στο γνώριμο ύφος του Σάμπρα. Όμως, αυτό εδώ είναι ένα μυθιστόρημα σχεδόν πεντακοσίων σελίδων· πολλά συνέβησαν ακόμα στα χρόνια που πέρασαν.

Η ποίηση, για τον Σάμπρα, αποτελεί το μέσο για να πετύχει τρεις στόχους: να αφηγηθεί τις ιστορίες των χαρακτήρων του, να αναφερθεί στη σύγχρονη χιλιανή κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, και να καταθέσει ‒για ακόμα μια φορά‒ την αγάπη του για τη λογοτεχνία εν γένει. Και όλα αυτά με το γνώριμο ύφος του χωρίς να παρασυρθεί από τη μετάβαση στη μεγάλη φόρμα. Είναι πράγματι εντυπωσιακό το γεγονός πως καταφέρνει να παραμείνει πιστός στις αρχές της ποιητικής του, παρότι εκείνες μοιάζουν φτιαγμένες για μυθοπλασία μπονσάι. Σ' αυτό συντελούν δύο παράγοντες. Από τη μια, η κατάκτηση ενός απόλυτα προσωπικού ύφους, το οποίο αποτυπώνεται τόσο στην αφήγηση όσο και στη γλώσσα, και, από την άλλη, η κατασκευαστική λειτουργικότητα, ο τρόπος με τον οποίο συνέχονται με χαλαρούς, πλην όμως ευδιάκριτους, αρμούς τα τέσσερα κεφάλαια μεταξύ τους. Η κατασκευαστική αυτή ιδιαιτερότητα επιτρέπει στον Σάμπρα να κινηθεί σε γνώριμα λημέρια. Αφήνει την ίδια την ιστορία να τον παρασύρει, καθώς το ενδιαφέρον του για την τύχη των χαρακτήρων του διαρκώς αναζωπυρώνεται, αρνείται να τους εγκαταλείψει. Δεν αφήνει, ωστόσο, τίποτα στην τύχη, κάθε λεπτομέρεια, φαινομενικά ήσσονος σημασίας, δύναται να αποτελέσει νήμα σύνδεσης με τα προηγούμενα κατά την προώθηση της πλοκής, μπορεί και όχι, βέβαια. Η ποιητική του Σάμπρα, άλλωστε, στηρίζεται στην επιλογή μιας εκδοχής της ιστορίας, μιας εκ των άπειρων πιθανοτήτων εξέλιξης της πραγματικότητας. Σ' αυτό το «θα μπορούσε να συμβεί εκείνο ή το άλλο» διαφαίνεται και η παιχνιδιάρικη διάθεση αφήγησης, το σπάσιμο της αφηγηματικής σύμβασης, η τακτική απεύθυνση του συγγραφέα‒αφηγητή στον αναγνώστη.

Εκείνο που, πάνω και πέρα απ' όλα, διακρίνει το έργο του Σάμπρα είναι η αφηγηματική του δεινότητα, ο τρόπος με τον οποίο ξελογιάζει και εγκλωβίζει τον αναγνώστη· ακολουθούν τα ευρήματα, η οξυδερκής παρατήρηση της απλής καθημερινότητας, τα μπρος πίσω στον χρόνο, το αβίαστο συναίσθημα, η pop κουλτούρα και η πανταχού παρούσα αγάπη για τη λογοτεχνία. Αγάπη που δεν διαφαίνεται αποκλειστικά και μόνο από την άνεση με την οποία κινείται ο συγγραφέας εντός της παγκόσμιας ποίησης, αλλά και από τον τρόπο που ως αναγνώστης προσεγγίζει το σύνολο της λογοτεχνίας, ίσως κυρίως απ' αυτό, αγάπη που συνοψίζεται χαρακτηριστικά στην επιθυμία του Γκονσάλο να δηλώνει αναγνώστης. Η επινόηση της Πρου, μιας τριαντάχρονης Αμερικάνας, που θα βρεθεί, μέσα από διάφορες καραμπόλες, να γράφει ένα άρθρο για τη σύγχρονη χιλιανή ποίηση, είναι καταλυτικής σημασίας για το μυθιστόρημα. Η παρουσία μιας εξωτερικής παρατηρήτριας στον μικρόκοσμο της κοινωνίας των ποιητών επιτρέπει στον Σάμπρα να αναφερθεί στις ιδιαιτερότητες, τα γνωρίσματα και την ποικιλομορφία της εκεί ποιητικής σκηνής, εκφράζοντας τα ετερόκλητα συναισθήματά του απέναντί της, αλλά και να επινοήσει ‒θυμίζοντας σ' αυτό τον Μπολάνιο‒ φανταστικά ποιητικά υποκείμενα ανάμεσα σε υπαρκτά, αφήνοντας αχαλίνωτη τη φαντασία του. Στον Χιλιανό ποιητή, ο Σάμπρα βγάζει την ποίηση από τη γυάλα της, τοποθετώντας την εκεί όπου ανήκει, στην απλή καθημερινότητα δηλαδή, να λειτουργεί ως καταφύγιο από τον έξω κόσμο, εκεί όπου πληγωμένοι από τον έρωτα έφηβοι προστρέχουν και δοκιμάζουν να δώσουν στον πόνο τους φωνή, εκεί όπου ονειροπόλοι επιθυμούν να αλλάξουν τον κόσμο με έναν και μόνο στίχο να αρκεί· η εγωπάθεια, η ροπή προς το επίκεντρο της προσοχής, οι ίντριγκες και τα πάθη ακολουθούν. Ο μικρόκοσμος των ποιητών, άλλωστε, διαθέτει και αντανακλά τα κυρίαρχα γνωρίσματα της χιλιανής κοινωνίας, κυρίως τον τρόπο της να πορεύεται στη βαριά σκιά του παρελθόντος.

Με τον Χιλιανό ποιητή ο Σάμπρα τοποθετεί τον πήχη ακόμα ψηλότερα, αρνούμενος τη στασιμότητα και τον εγκλωβισμό σε μια επαναλαμβανόμενη μανιέρα και παραδίδει ένα σπιρτόζικο, χορταστικό, συγκινητικό και αστείο μυθιστόρημα, στο οποίο, παρότι η γραφή του εξακολουθεί να είναι υπαινικτική, πετυχαίνει να δώσει το απαραίτητο βάθος τόσο στα πρόσωπα όσο και στην ιστορία, θυμίζοντας, κατά αναλογία πάντοτε, τον Κόου στα πρώτα του βιβλία. Ο Χιλιανός ποιητής ικανοποιεί και με το παραπάνω τους παλιούς αναγνώστες του Σάμπρα και καλωσορίζει εμφατικά τους νεοεισελθόντες στο σύμπαν αυτού του ιδιαίτερου δημιουργού. Η μετάφραση κόσμημα, με τις επιπρόσθετες απαιτήσεις της ποιητικής φόρμας, ανήκει στον Αχιλλέα Κυριακίδη.

υγ. Όλα ξεκίνησαν όταν διάβασα το μπονσάι και έμεινα με το στόμα ανοιχτό (περισσότερα εδώ), ακολούθησαν οι Τρόποι για να γυρίζεις σπίτι (εδώ) και Η ιδιωτική ζωή των δέντρων (εδώ).     

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος   

Σάββατο, 10 Απριλίου 2021

Μια ‒μάλλον‒ παράξενη επιλογή

Τηλεοπτικές σειρές γενικά δεν βλέπω. Ποτέ δεν έβλεπα, άλλωστε. Υπήρξαν βέβαια εξαιρέσεις στον κανόνα όλα αυτά τα χρόνια. Τελευταία σειρά που παρακολούθησα και μου άρεσε ‒και μάλιστα πάρα πολύ‒ ήταν το Normal People, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Sally Rooney· το μυθιστόρημα ακόμα δεν το έχω διαβάσει. Από τότε πέρασαν αρκετοί μήνες, μήνες εγκλεισμού, περίοδος φαινομενικά κατάλληλη για «κάψιμο». Στα κοινωνικά δίκτυα ο βομβαρδισμός με σειρές είναι διαρκής και ασίγαστος, κατά καιρούς φλέρταρα με κάποιες απ' αυτές αλλά χωρίς ευτυχή κατάληξη· είδα κάποια πρώτα επεισόδια, στα περισσότερα δεν έφτασα καν στους τίτλους τέλους. Στην κορυφή της πυραμίδας άρνησης στέκει η δέσμευση, ο χρόνος που πρέπει να αφιερώσω. Προτιμώ τις ταινίες. Εκ προοιμίου απορρίπτονται οι σειρές που δεν έχουν ολοκληρωθεί· είμαι ανυπόμονος. Κάποια στιγμή πέρυσι είδα το πολυπαινεμένο Bridge, κατάφερα να φτάσω ως το τέλος, αν και μάλλον ασθμαίνοντας. Δεν αρνούμαι πως είχε διάφορα ενδιαφέροντα σημεία, όμως το επαναλαμβανόμενο μοτίβο κάθε επεισοδίου, με την κορύφωση και το ανοιχτό τέλος (βλ. cliffhunger) με κούραζε, μου φαινόταν επιτηδευμένο. Είμαι από εκείνους (τους παράξενους;) που δεν ενδιαφέρονται τόσο για τον προορισμό όσο για το ταξίδι, και αυτός είναι ο λόγος που δεν διαβάζω και τόσα αστυνομικά μυθιστορήματα άλλωστε.

Η φράση κλειδί ήταν πως θυμίζει πολυσέλιδο μυθιστόρημα. Αυτή η φράση μου κίνησε το ενδιαφέρον. Μια φίλη μου μιλούσε για το Six Feet Under, μια αρκετά παλιά σειρά που έβλεπε ξανά και που ως τίτλος κάτι μου θύμιζε. Θυμίζει πολυσέλιδο μυθιστόρημα, μου είπε. Δεν διάβασα τίποτα σχετικό για να μην επηρεαστώ προκαταβολικά αν και μαγκώθηκα όταν είδα πως ήταν πέντε σεζόν. Εντούτοις αποφάσισα να της δώσω μια ευκαιρία, δεν θα υπέγραφα και κανένα συμβόλαιο άλλωστε. Κάπως έτσι είδα το πρώτο επεισόδιο. Και μου άρεσε πολύ. Πάρα πολύ. Κυρίως για το μαύρο του χιούμορ. Το πρώτο εκείνο βράδυ είδα τρία, ίσως τέσσερα, επεισόδια. Η αίσθηση του χιούμορ υποχώρησε αρκετά και αυτό με προβλημάτισε, το μεταφυσικό στοιχείο ‒που συνήθως με ενοχλεί‒ μου γέννησε κάποιες επιφυλάξεις. Την επόμενη μέρα σκεφτόμουν αρκετά τους χαρακτήρες, με συνέλαβα να αναρωτιέμαι σχετικά με την εξέλιξη της πλοκής, κυρίως σε συναισθηματική συνάρτηση με την απώλεια του πατέρα. Παράλληλα, η κεντρική ιδέα της σειράς, που περιστρέφεται γύρω από την καθημερινότητα ενός γραφείου τελετών, μια περίοδο κατά την οποία ο θάνατος μοιάζει να βρίσκεται παντού έκανε την επιλογή να φαντάζει κάπως παράξενη. Κάθε επεισόδιο ξεκινά δείχνοντας κάποιον να πεθαίνει, θάνατος ο οποίος οδηγεί τους οικείους του στο γραφείο τελετών· η προετοιμασία του νεκρού και η τελετή ακολουθούν. Όμως η φίλη είχε απόλυτο δίκιο, η εμπειρία προσομοίαζε αρκετά με την ανάγνωση ενός πολυσέλιδου μυθιστορήματος, στα οποία τρέφω ιδιαίτερη αδυναμία για την παράλληλη πραγματικότητα που δημιουργούν. Ας δω τον πρώτο κύκλο και βλέπουμε, σκέφτηκα. Κάπως έτσι σκεφτόμουν αρχίζοντας τον κάθε επόμενο. Μην τα πολυλογώ, δεν άργησα να φτάσω ως το τέλος, παρότι σε κάποιες στιγμές το όλο πράγμα έμοιαζε κάπως να κάνει κοιλιά, μια δυο μέρες αποχής ήταν αρκετές για να με στήσουν εκ νέου μπροστά στην οθόνη. Ένα ακόμα επεισόδιο και μετά ύπνο, υποσχόμουν. Υπόσχεση που δεν τηρούσα πάντοτε.

Για όποιον δεν ξέρει τη σειρά αυτή, θα πω δυο λόγια σχετικά με την κεντρική υπόθεση, χωρίς ιδιαίτερα ενοχλητικές αποκαλύψεις. Οι Φίσερ, πατέρας και γιος, έχουν ένα ανεξάρτητο γραφείο τελετών. Στο πρώτο επεισόδιο, παραμονές Χριστουγέννων, ο πατέρας πηγαίνει με το αμάξι στο αεροδρόμιο να παραλάβει τον Νέητ, τον μεγάλο γιο, το μαύρο πρόβατο της οικογένειας, που όταν έγινε δεκαεπτά έφυγε από το σπίτι, περιπλανήθηκε αρκετά και κατέληξε στο Σηάτλ να δουλεύει σε έναν μικρό συνεταιρισμό βιολογικών τροφίμων, και τώρα γυρίζει σπίτι για τις οικογενειακές γιορτές. Στη διαδρομή, ο πατέρας θα τρακάρει και θα σκοτωθεί. Ο Νέητ θα παρατείνει για λίγες μέρες την παραμονή του στο Λος Άντζελες. Έτσι ξεκινούν όλα. Ο κυρίως πυρήνας χαρακτήρων ανήκει στην οικογένεια Φίσερ, ο πατέρας-φάντασμα, η χήρα μάνα και τα τρία παιδιά. Σ' αυτούς προστίθεται και ο Ρίκο που δουλεύει στην επιχείρηση, επιχείρηση που στεγάζεται στο σπίτι της οικογένειας Φίσερ, και κάποια ακόμα πρόσωπα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σχετίζονται μαζί τους. 

Η σειρά ανήκει στην κατηγορία του οικογενειακού δράματος και η εξέλιξη της πλοκής στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην εξέλιξη των χαρακτήρων και των μεταξύ τους σχέσεων. Σε αυτό το κομμάτι η σειρά παίρνει άριστα δέκα, οι χαρακτήρες ‒παρά τα όποια κλισέ‒ είναι καλοσχηματισμένοι και αληθοφανείς, με την εξέλιξή τους να είναι εμφανής και πειστική. Οι μεταξύ τους σχέσεις, οι εντάσεις και το σίμωμα, η ωρίμανση και η αντιμετώπιση του πένθους από την απώλεια του πατέρα αλλά και όσων η ζωή φέρνει στο διάβα της, ήταν εκείνο που περισσότερο με συνέδεσε συναισθηματικά. Ιδιαίτερα η απόπειρα των γιων, κυρίως του πρωτότοκου Νέητ, να συνθέσουν μια πλήρη εικόνα του ποιος ήταν πραγματικά ο πατέρας τους, να ανακαλύψουν τα μυστικά και τις κρυφές πτυχές της ζωής του, τα πράγματα δηλαδή που ‒ελπίζω πως μόνο‒ παλαιότερα δεν συζητιούνταν, καθώς δεν περιλαμβάνονταν στο εγχειρίδιο της σχέσης γονιού‒τέκνου. Τα κλισέ και κάποια πρόσκαιρα τραβήγματα του σεναρίου δεν στάθηκαν ικανά να αλλοιώσουν τη γεύση που η σειρά τελικά αφήνει, ενώ ακόμα και οι φάσεις κοιλιάς αποδεικνύεται τελικά πως, παρά την πρόσκαιρη ενόχληση και τις σκέψεις εγκατάλειψης, εν μέρει λειτουργούν για την προώθηση της πλοκής, προσφέροντας τον απαραίτητο χρόνο μεταξύ των κορυφώσεων της έντασης. Εκείνο όμως που κυρίως με κράτησε ήταν η διάρθρωση των επεισοδίων, η αίσθηση, αν μπορώ να το εκφράσω όπως το έχω στο μυαλό μου, της ομαλής μετάβασης από το ένα στο άλλο, χωρίς αυτή να εξαρτάται διαρκώς και αποκλειστικά από κάποιο cliffhunger. Με τον τρόπο αυτό δεν ένιωθα μια εκβιαστική αγωνία για να δω τι θα γίνει στο επόμενο καρέ ‒οκ, συνέβη και αυτό μια δυο φορές‒ αλλά μια πιο αβίαστη επιθυμία σχετικά με την εξέλιξη. Συμβαίνει κι εδώ ό,τι συμβαίνει και στα πολυσέλιδα μυθιστορήματα χαρακτήρων και σχέσεων. Συναισθήματα προς τα πρόσωπα γεννιούνται, συναισθήματα δυναμικά και έντονα, ταύτισης και ενσυναίσθησης, αλλά και αδιαφορίας και όχλησης, καθώς μια οικειότητα μαζί τους αναπτύσσεται διαρκώς, τη στιγμή που οι ηθοποιοί μετατρέπονται σε υπαρκτά πρόσωπα.

Γράφω αυτές τις γραμμές όντας στα μισά του πέμπτου κύκλου. Παρότι η αποθέωση του φινάλε αποτελεί κοινό τόπο όσων έχω ως τώρα ‒ευτυχώς χωρίς σπόιλερς‒ ακούσει, είναι κάτι που δεν πρόκειται να επηρεάσει ‒θεωρώ‒ τη γνώμη μου σχετικά με τη σειρά αυτή, την οποία πραγματικά απόλαυσα και που, σε δεύτερο επίπεδο, λειτούργησε και κάπως εξορκιστικά σε σχέση με τη θανατίλα των ημερών αυτών. Βέβαια, η δέσμευση με μια σειρά εξήντα τριών επεισοδίων είχε ως προφανή παρενέργεια μια παρατεταμένη κινηματογραφική αποχή, αλλά κάθε τι έχει το κόστος του, τουλάχιστον η σειρά άξιζε μια τέτοια θυσία και με το παραπάνω!           

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2021

Η τελευταία πτήση - Μαρία Τζαρδή

Η επιστημονική φαντασία είναι ίσως το πλέον υποτιμημένο λογοτεχνικό είδος, παρότι ευρέως διαδεδομένη, με φανατικό κοινό και μεγάλη ποικιλία θεματικών μοτίβων. Εκείνο που κυρίως τη χαρακτηρίζει -και με έλκει προσωπικά- είναι η κατασκευή ενός -μερικώς ή εξ ολοκλήρου- νέου κόσμου, που αποτελεί μια επιμελώς αλλοιωμένη εκδοχή του συγκαιρινού ή, συνηθέστερα, μια δυστοπική μελλοντική εξέλιξή του, ως όχημα για κοινωνικό, πολιτικό και ανθρωπολογικό σχολιασμό. Σε μια εποχή ακραίας παγκοσμιοποίησης, όπως η σημερινή, κατά την οποία στη λογοτεχνία κυριαρχεί η απομυθοποίηση και η πλήρης κατάρρευση του εξωτικού στοιχείου, η επιστημονική φαντασία εισάγει νέους κόσμους, απομακρύνει τον αναγνώστη από τον γνώριμο ρεαλισμό και του προσφέρει ένα διαφορετικό σημείο θέασης, τη στιγμή που δοκιμάζει και διευρύνει τα μυθοπλαστικά όρια της αφήγησης. Αφορμή για την παραπάνω εισαγωγή αποτέλεσε η ανάγνωση του μυθιστορήματος της Μαρίας Τζαρδή, Η τελευταία πτήση

Η μυρωδιά του καπνού γύρω του τον έκανε να υποθέσει ότι αυτή η πτήση είχε ξεκινήσει καλά.
Τα είχαν πάει καλά στην απογείωση. Θα πρέπει να είχε διαρκέσει λιγότερο απ' ό,τι περίμενε.
Κάποιο αόριστο ρίγος ανακούφισης διαπέρασε το σώμα του για ένα-δύο δευτερόλεπτα χωρίς όμως να σταθεί στο πρόσωπό του, το οποίο συνέχισε να παραμένει ανέκφραστο. Ήταν πολύ καλά εξασκημένος σε κάτι τέτοιο. Οι φωτεινές ενδείξεις του πίνακα πάνω από το κεφάλι του είχαν σβήσει. Του έκανε εντύπωση που επιτρεπόταν το κάπνισμα σε αυτή την πτήση και μάλιστα σε όλες τις θέσεις. Η μνήμη κάποιων διηγήσεων των παλαιότερων, όχι και πολλά χρόνια πριν, τον έκανε να αναρωτηθεί αν αυτή ήταν πράγματι η Τελευταία Πτήση ή απλώς μια επιστροφή στο είδος εκείνο των πτήσεων που συνηθιζόταν κάποτε. Αυτό δεν συνέβαινε άλλωστε σε όλα; Όλα όσα είχα αφήσει πίσω του ακολουθούσαν μια ραγδαία πορεία προς ένα μέλλον με ζοφερές καταστάσεις του παρελθόντος.

Ο Φίλιππος πετάει μακριά από μια πόλη που δεν ονομάζεται, χωρισμένη σε τομείς, με τις υποβαθμισμένες περιοχές στην περίμετρο του κύκλου, αποκλεισμένες και αφημένες στην τύχη τους, μια πόλη που θυμίζει σε μεγάλο βαθμό τις σύγχρονες μητροπόλεις, ένα δυστοπικό περιβάλλον ακραίας φτωχοποίησης και απόλυτου ελέγχου, κάπου στο, όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Στην πόλη εκπέμπει ένας μικρός ραδιοφωνικός σταθμός, τον οποίο ίδρυσε μια μικρή ομάδα ανθρώπων, με πρωτεργάτη εκείνον, ένα εγχείρημα αρκετά φιλόδοξο, τη στιγμή που η ενημέρωση ελέγχεται πλήρως από το κράτος, με στόχο να δώσει διέξοδο σε παραγωγούς και ακροατές, κυρίως μέσω της μουσικής, ένα μικρό γαλατικό χωριό πολυφωνικότητας που αντιστέκεται σε έναν μονοσήμαντο κόσμο στον οποίο ο ζόφος επελαύνει διαρκώς. Με τον καιρό η ομάδα μεγάλωσε, δημιουργήθηκαν σχέσεις και φιλίες μεταξύ των μελών. Όλα ανατρέπονται όταν ο Φίλιππος πουλάει τον σταθμό και εξαφανίζεται μυστηριωδώς.

Πρωτεύον ζητούμενο αποτελεί η εισαγωγή και η εξοικείωση του αναγνώστη στον κόσμο που φαντάστηκε και κατασκεύασε η συγγραφέας. Η Τζαρδή πετυχαίνει την ομαλή και σταδιακή μετάβαση του αναγνώστη σ' αυτόν, χωρίς να μετέρχεται επεξηγηματικών ευκολιών, αφήνοντάς τον να περιδιαβεί το αρχικώς άγνωστο και ανοίκειο περιβάλλον, σαν ένας ταξιδιώτης που μόλις προσγειώθηκε σε μια ξένη πόλη και την παρατηρεί υπό το πρίσμα των δικών του εμπειριών και προσδοκιών, κοιτάζει γύρω του με ενδιαφέρον και διάθεση ανακάλυψης, γοητεύεται από το καινούριο, αναγνωρίζει σιγά σιγά στοιχεία γνώριμα καθώς του αποκαλύπτεται η πραγματικότητα πίσω από τη βιτρίνα, ο ρυθμός και το κόστος της καθημερινότητας, πριν φανταστεί τον εαυτό του να μένει εκεί, πριν συνειδητοποιήσει πως οι διαφορές με την πόλη από την οποία έρχεται δεν είναι και τόσες πολλές τελικά. Στο σημείο αυτό παραμονεύει η παγίδα της αναλυτικής περιγραφής του νεόδμητου κόσμου, ενδελεχείς λεπτομέρειες και άνευ χρησιμότητας ευρήματα και χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τα οποία απομακρύνουν τον αναγνώστη από την ίδια την ιστορία. Η Τζαρδή, αν και γνωρίζει σε βάθος τον κόσμο που κατασκευάζει, αποφεύγει το περιττό, αφού για εκείνη η εκεί πραγματικότητα αποτελεί -ορθά- το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία της. Η συγγραφέας επιλέγει να διασπάσει την αφήγηση σε τρεις χρονικές περιόδους: στην περίοδο πριν την εξαφάνιση του Φίλιππου, στην περίοδο κατά την εξαφάνισή του και σε μια αινιγματική, μάλλον μελλοντική, εκδοχή του κόσμου της. Οι χρονικές αυτές εναλλαγές δεν σηματοδοτούνται ευκρινώς, προκαλώντας μια αρχική αναγνωστική αμηχανία, καθώς η μετάβαση από κεφάλαιο σε κεφάλαιο μοιάζει κάπως χαοτική και ασύνδετη, όμως σύντομα, το αίσθημα αυτό παραμερίζεται και η επιλογή της Τζαρδή λειτουργεί και δικαιώνεται. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την εναλλαγή ανάμεσα στην τριτοπρόπωπη και την πρωτοπρόσωπη αφήγηση.

Το εύρημα του ραδιοφωνικού σταθμού είναι απόλυτα λειτουργικό. Ο ενημερωτικός και ψυχαγωγικός χαρακτήρας του επιτρέπει στη συγγραφέα να εισάγει δύο κομβικής σημασίας στοιχεία της πλοκής, την ενημέρωση, που αποτελεί πρακτικά αναπαραγωγή των δελτίων τύπου των κρατικών μέσων, και τη μουσική, ένα αποκούμπι ελευθερίας. Γύρω όμως από τον σταθμό δημιουργείται και μια ανθρώπινη κοινότητα, τα κυρίως πρόσωπα της ιστορίας αυτής. Οι διαφορετικοί χαρακτήρες, οι μεταξύ τους σχέσεις, οι φιλοδοξίες και οι στόχοι τους, οι ματαιώσεις και οι μικρές νίκες, ο έρωτας, η φιλία, ο τρόπος με τον οποίον στέκονται απέναντι στα πράγματα, ο καθημερινός αγώνας για αξιοπρεπή επιβίωση, ο φόβος για το αύριο. Αυτή η φαινομενική μειοψηφία που πιστεύει πως δεν συμβιβάζεται, που θεωρεί εαυτόν εναλλακτικό και μοιάζει να αποτελεί μια ελπίδα για την αλλαγή, που ταυτόχρονα όμως αποτελεί και μέρος του συστήματος και της επικρατούσας δυστοπίας. Η αναλογία με το σήμερα είναι ευδιάκριτη, η ολοένα και πιο τρομακτική πραγματικότητα, το διάχυτο αίσθημα φόβου και ήττας, η έλλειψη εναλλακτικής και οράματος, η ζωή που συνεχίζεται και, καλώς ή κακώς, προσαρμόζεται στις καινούργιες συνθήκες, αλλά και οι μικρές κοινότητες αντίστασης, που διαρκώς ξεπετάγονται, η συσπείρωση γύρω από αιτήματα κοινά, η πίστη στην κυκλικότητα της ιστορίας. Και όλα αυτά μπορεί να μην ονομάζονται πάντα, αλλά βρίσκονται εκεί. 

Παρότι μια πιο δημιουργική επιμέλεια ίσως να απάλλασσε το μυθιστόρημα από κάποια σημεία μαγκώματος, προσδίδοντάς του επιπλέον συνοχή, καθαρότητα και μια πιο αβίαστη κατά τόπους ροή, η Τζαρδή, ακολουθώντας τις συμβάσεις του είδους, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται σε αυτές, παραδίδει ένα αξιοπρόσεχτο μυθιστόρημα, το οποίο διαθέτει ευκρινείς αφηγηματικές αρετές, ενδιαφέρουσες ιδέες και λειτουργικά ευρήματα.

Εκδόσεις Εύμαρος 

Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021

Τα τυφλά ηλιοτρόπια - Alberto Méndez

Μιλώντας για αναγνωστικές προκαταλήψεις, στην κορυφή θα συναντήσει κανείς εκείνες που έχουν να κάνουν με το θέμα το οποίο διαπραγματεύεται το εκάστοτε βιβλίο. Μια γρήγορη ματιά στο οπισθόφυλλο αρκεί για να αναφωνήσει κανείς: δεν με ενδιαφέρει καθόλου κάτι τέτοιο· πριν αφήσει το βιβλίο πίσω στο ράφι. Στην καθ' ημάς λογοτεχνία η τριάδα μικρασιατική καταστροφή-εμφύλιος-πολυτεχνείο αποτελεί ένα τέτοιο, χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στην αντίστοιχη «εισαγόμενη», οι περισσότεροι θα συμφωνήσουν πως ένα θέμα που -μοιάζει να- έχει κορεστεί είναι ο ισπανικός εμφύλιος. Πόσα βιβλία ακόμα να διαβάσει κανείς σχετικά; Από την άλλη, ένας βασικός ρόλος της λογοτεχνίας, ο βασικότερος ίσως, είναι το γκρέμισμα των πάσης φύσεως προκαταλήψεων και στερεοτύπων. Άλλωστε, σημασία δεν έχει η ιστορία που θα αφηγηθεί κανείς αλλά πώς θα το κάνει. Δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό.

Τα τυφλά ηλιοτρόπια αποτελούν ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του παραπάνω συλλογισμού. Για χρόνια ήθελα να διαβάσω το βιβλίο αυτό, όλο το ανέβαλα όμως. Παρότι το ένστικτό μου -χώρια οι κριτικές και οι γνώμες των φίλων- με παρακινούσε, η άμυνα παρέμενε σταθερή, δεν ήθελα να διαβάσω ακόμα ένα βιβλίο σχετικά με τον ισπανικό εμφύλιο. Πριν δύο χρόνια έκανα ένα πρώτο βήμα, αγόρασα το βιβλίο και το πρόσθεσα στο ράφι με τα προσεχώς, περισσότερο από φόβο μήπως εξαντληθεί. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά, αλλά ούτε και η τελευταία, που η αναβολή θα με οδηγούσε στα παλαιοβιβλιοπωλεία. Από καιρό σε καιρό, διατρέχοντας τις ράχες των υποψήφιων επόμενων βιβλίων, φλέρταρα περισσότερο ή λιγότερο έντονα μαζί του. Μια δυο φορές το τράβηξα για να το ξεφυλλίσω πριν το τοποθετήσω τελικά ξανά στη θέση του. Ώσπου μια μέρα, όπως είθισται να συμβαίνει, απλώς ξεκίνησα να το διαβάζω. Και οι προκαταλήψεις κατέρρευσαν με πάταγο, από την πρώτη κιόλας αράδα.

Τα τυφλά ηλιοτρόπια αποτελούνται από τέσσερις αυτόνομες ιστορίες, τέσσερις νουβέλες -ή μεγάλα διηγήματα, αν προτιμάτε- που όμως ένα ελάχιστο, σχεδόν αδιόρατο, νήμα, επιπρόσθετο των κοινών χωροχρονικών συντεταγμένων, τις συνέχει, γεγονός που καθιστά αποδεκτό τον χαρακτηρισμό σπονδυλωτό μυθιστόρημα, έστω και ιδιότυπο. Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς και τυπικοί, οι τέσσερις αυτές ιστορίες διαδραματίζονται μετά το τέλος του εμφυλίου και την επικράτηση των υποστηρικτών του Φράνκο, ανήκουν, δηλαδή στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας, στη μετεμφυλιακή Ισπανία. Οι πόλεμοι, όμως, και δη οι εμφύλιοι, δεν τελειώνουν οριστικά με την επικράτηση του ενός ή του άλλου αντιπάλου, αλλά εξακολουθούν να καθορίζουν για καιρό, για χρόνια ολόκληρα και για αρκετές γενιές, τη ζωή και τη στάση των ανθρώπων. Οι αφορμές και οι συνέπειες δεν βουβαίνουν από τη μια στιγμή στην άλλη, ο σπόρος της έχθρας δεν ξεριζώνεται έτσι εύκολα, ο απόηχος δεν κοπάζει μονομιάς.       

Ο Αλμπέρτο Μέντεθ αφηγείται τέσσερις ήττες. Η ήττα βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου αυτού και παρότι εκ του μακρόθεν μοιάζει απλή η διάκριση ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους, πλησιάζοντας το βλέμμα διαπιστώνει κανείς πως μια τέτοια απόλυτη διάκριση δεν είναι απλή υπόθεση, το αίσθημα της απώλειας δεν αναγνωρίζει νικητές και ηττημένους. Στην πρώτη ήττα, ο λοχαγός Αλεγκρία, λίγο πριν η Μαδρίτη πέσει στα χέρια των Φρανκιστών, επιλέγει να εγκαταλείψει τους νικητές και να παραδοθεί στον εχθρό, κραυγάζοντας ξανά και ξανά: «Είμαι ένας παραδομένος». Όταν οι πρώην σύντροφοί του τον βρίσκουν στα κρατητήρια των Δημοκρατικών τον οδηγούν σε δίκη για εσχάτη προδοσία. Στη δεύτερη ήττα, Το χειρόγραφο που βρέθηκε στη λησμονιά είναι το ημερολόγιο ενός άντρα που εγκλωβίστηκε με την οικογένειά του σ' έναν ορεινό τόπο, μια αποτυχημένη απόπειρα διαφυγής από τη χώρα. Στην τρίτη ήττα, ένας αιχμάλωτος Δημοκρατικός λαμβάνει προσωρινή αναστολή της εκτέλεσης της θανατικής καταδίκης του, αφηγούμενος στον δικαστή και στη σύζυγό του ιστορίες από τον νεκρό τους γιο. Στην τέταρτη ήττα, ένας κληρικός εξομολογείται στον πατέρα του την προσωπική του συντριβή, ελπίζοντας σε συγχώρεση πρώτα από εκείνον και ακολούθως από τον Θεό.

Ο Μέντεθ με ένα ύφος αρκετά προσωπικό, πετυχαίνει να φτιάξει λογοτεχνία του υψηλότερου επιπέδου, παρότι κινείται σε μέρη αναγνωστικά γνώριμα. Είπαμε όμως, δεν έχει τόση σημασία τι λες αλλά πώς το λες. Σε κάθε ιστορία επιλέγει ένα διαφορετικό αφηγηματικό όχημα. Στην πρώτη και την τρίτη ήττα είναι ο παντογνώστης αφηγητής εκείνος που εξιστορεί την ιστορία του λοχαγού και του καταδικασμένου σε θάνατο. Στη δεύτερη, ο αφηγητής ανακαλύπτει το ημερολόγιο ενός άντρα. Στην τέταρτη ήττα, ο Μέντεθ πειραματίζεται αρκετά, συνδυάζοντας τρεις παράλληλες αφηγήσεις. Στυλιστικά αρτιότερη είναι η πρώτη ιστορία, στην οποία διαφαίνεται η αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα, χωρίς αυτό να συνιστά μομφή αδυναμίας για τις άλλες τρεις. Η δεύτερη ιστορία μου θύμισε έντονα το υπέροχο βιβλίο, Η κίτρινη βροχή, του Χούλιο Γιαμαθάρες, τον μονόλογο του τελευταίου κατοίκου ενός έρημου πια χωριού. Ό,τι και να διαβάσω σχετικά με τον ισπανικό εμφύλιο και τα χρόνια που ακολούθησαν, έχω διαρκώς τον Χαβιέρ Θέρκας στο πίσω μέρος του μυαλού μου, ο τρόπος του να εμπλέκει το προσωπικό στην ιστορία που αφηγείται, αυτό το μεταλογοτεχνικό υβρίδιο που ολοένα και εξελίσσει.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Μέντεθ διαπραγματεύεται και αφηγείται τον ανθρώπινο πόνο διαθέτει μια παραλυτική αυθεντικότητα που ακινητοποιεί τον αναγνώστη και τον κάνει μέτοχο χωρίς να τον εκβιάζει συναισθηματικά. Υπάρχουν πάμπολλες αληθινές ιστορίες από την εποχή εκείνη, ντοκουμέντα και μαρτυρίες ανθρώπων που βίωσαν τη φρίκη του πολέμου, που υπέφεραν στα χέρια του εχθρού, που βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν. Οι ιστορίες του Μέντεθ ίσως και να βασίζονται σε κάποιες πραγματικές. Δεν έχει σημασία αυτό. Ο Μέντεθ παράγει λογοτεχνία, παρότι το υλικό της μυθοπλασίας του ούτε κατ' ελάχιστο δεν μπορεί να ανταγωνιστεί σε φρίκη και πόνο την ίδια την πραγματικότητα, κάτι που του στερεί εκ προοιμίου ένα από τα βασικά ατού της συγγραφής, εκείνο της κατασκευής του κόσμου και των χαρακτήρων. Ο Μέντεθ παράγει λογοτεχνία εντός ενός δεδομένου πλαισίου. Ξέρει καλά πως για να ξεφύγει από το ντοκουμέντο, που όσα και αν έχει να προσφέρει στη συγκρότηση της ιστορικής μνήμης, υπολείπεται σε λογοτεχνική αξία, οφείλει να επενδύσει στη γλώσσα και τη φόρμα. Ταυτόχρονα, όμως, ξέρει πως ούτε να απομακρυνθεί από τον πυρήνα της ιστορίας μπορεί, ούτε να την παραφορτώσει με άχρηστα και περιττά στολίδια. Θέλω να πω, με λίγα λόγια, πως η γλώσσα, το ύφος, η φόρμα, η αφήγηση ή όποια άλλη λογοτεχνική αρετή δεν αρκούν από μόνα τους για να κάνουν σπουδαίο το βιβλίο αυτό. Εκείνο που κάνει Τα τυφλά ηλιοτρόπια ένα σπουδαίο, ένα συγκλονιστικό βιβλίο είναι η αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στη μορφή και το ιστορικά δεδομένο και γνωστό περιεχόμενο, η επίτευξη αυτής της αξιοθαύμαστης ισορροπίας.

Ο Μέντεθ ανήκει στην κατηγορία των συγγραφέων του ενός βιβλίου. Ολοκλήρωσε Τα τυφλά ηλιοτρόπια λίγο πριν τον θάνατό του, το 2004.

Μετάφραση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Εκδόσεις Πάπυρος     

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2021

Τζίντιλι - Δημήτρης Χριστόπουλος

Τζίντιλι στα βλάχικα είναι ο ανεμοστρόβιλος. Τζίντες οι νεράιδες των βουνών. Τα φανταστικά Σόθιψα, χωριό της Εορδαίας, «χτισμένο από Βλάχους, μετά κατοικημένο από ηπειρώτικα μπουλούκια πετροχτιστάδων, πριν έρθουν οι ξεριζωμένοι Πόντιοι», βιώνουν μια πρωτοφανή οικολογική καταστροφή, όταν το πλούσιο σε λιγνίτη έδαφός τους, κατασπαραγμένο από τις εξορύξεις χρόνων, υποχωρεί. Τα φώτα της δημοσιότητας στρέφονται σε εκείνη τη γωνιά της κεντρικής Μακεδονίας, το ενδιαφέρον είναι παγκόσμιο, τριάντα κάτοικοι αγνοούνται ενώ οι υπόλοιποι απομακρύνονται βιαστικά. Ένας θα αρνηθεί να εγκαταλείψει το χωριό του. Μια περιοχή που γνώρισε τη φρίκη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, που τον διαδέχτηκε ο Εμφύλιος, με τις πληγές που άφησε ακόμα ανοιχτές, είδε στην εκμετάλλευση του λιγνίτη φως για ένα καλύτερο αύριο. Η ανάπτυξη καιροφυλακτούσε και η μεταπολιτευτική Ελλάδα αδημονούσε να υψώσει ανάστημα. Τα πάντα όμως έχουν το κόστος τους, και αργά ή γρήγορα ο λογαριασμός πρέπει να εξοφληθεί. Σήμερα, το ζήτημα της απολιγνιτοποίησης είναι επίκαιρο και συνάμα σύνθετο ως προς την επίλυσή του, καθώς τόσο τα αποθέματα εξαντλούνται γρήγορα όσο και οι διεθνείς περιβαλλοντικές συμβάσεις καθιστούν οικονομικά ασύμφορη την παραγωγή ενέργειας. Μια ολόκληρη περιοχή στηρίζεται οικονομικά αποκλειστικά στην εξόρυξη του λιγνίτη.

Η οικολογοτεχνία ως υποείδος περιλαμβάνει λογοτεχνικά έργα που έχουν ως θέμα τους ζητήματα που άπτονται του περιβάλλοντος, με κύριο ‒και επίκαιρο‒ εκείνο της κλιματικής αλλαγής και των επιπτώσεών της στον πλανήτη, ενώ συνήθως διαθέτουν έναν δυστοπικό χαρακτήρα. Κατά πολλούς το πρώτο οικολογοτεχνικό έργο, χρόνια πριν ο όρος επινοηθεί, υπήρξε το Walden του Henry-David Thoreau, εκεί όπου ο συγγραφέας καταγράφει την εμπειρία του από τη διετή παραμονή του στη φύση, εμπειρία που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το πνεύμα εκβιομηχάνισης που χαρακτήριζε ‒και‒ την εποχή του. Γιατί κάθε συζήτηση σχετικά με το οικολογικό ζήτημα δεν μπορεί παρά να είναι μια πολιτική συζήτηση, καθώς είναι οι οικονομικοπολιτικές αποφάσεις του ανθρώπου εκείνες που προκαλούν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Η χρονική περίοδος κατά την οποία διαδραματίζεται το Τζίντιλι του Δημήτρη Χριστόπουλου, κάτι παραπάνω από μισός αιώνας, σε γεωλογικό χρόνο δεν είναι παρά κάποια δευτερόλεπτα, ίσως ούτε τόσα, ικανά όμως να αφήσουν το καθοριστικό τους αποτύπωμα.

Ο Χριστόπουλος, περνώντας στη μεγάλη φόρμα, επιλέγει μια ιδιότυπη κατασκευή. Ο συγγραφέας, σε κάτι που μοιάζει με όνειρο, δέχεται την επίσκεψη ενός άντρα που του αφηγείται τι συνέβη στα Σόθιψα τη νύχτα εκείνη που η γη άνοιξε στα δύο. Ξεκινώντας από τις αιματοβαμμένες πλαγιές των ορεινών όγκων της περιοχής στη διάρκεια του Εμφυλίου, εξιστορεί τα χρόνια της Μεταπολίτευσης για να φτάσει στην κορυφή της σύγχρονης Ελλάδος, το καλοκαίρι του 2004 με τον θρίαμβο του πειρατικού, πριν η μεγάλη πτώση σε όλα τα επίπεδα νομοτελειακά ακολουθήσει. Ο Χριστόπουλος επιλέγει να τοποθετήσει την καταστροφή στο παρόν, απεκδυόμενος τον ρόλο του προφήτη, επιλέγει επίσης τον ελλαδικό χώρο, απαρνούμενος τα θέλγητρα του εξωτικού. Η ιστορία του λαμβάνει χώρα στο εδώ και το τώρα. Η φυσική καταστροφή είναι μόνο ένα από τα θέματα που διαπραγματεύεται το Τζίντιλι, αποτελώντας για τον συγγραφέα την αφορμή ώστε να διηγηθεί το πώς έφτασαν τα Σόθιψα, και κατ' επέκταση η χώρα, ακόμα μια φορά, μπροστά σ' ένα αδιέξοδο, όχι μόνο πολιτικοοικονομικό, αλλά επίσης κοινωνικό, αισθητικό, πολιτισμικό και οικολογικό, και να φανερώσει το σαθρό υπόβαθρο της ελληνικής μεταπολίτευσης, και κατ' επέκταση του σύγχρονου κόσμου.

Η πολυφωνική αφήγηση στην οποία καταφεύγει ο συγγραφέας είναι λειτουργική, γιατί, εκτός του ότι καταγράφει τις διάφορες διακλαδώσεις που αποτελούν την κυρίως ιστορία του τόπου εκείνου, πετυχαίνει να μεταδώσει την αίσθηση του ανέμου που φυσάει διαρκώς, πότε ανεπαίσθητα και πότε μανιασμένα, από το ένα ή το άλλο σημείο του ορίζοντα, σχηματίζοντας δίνες και μεταφέροντας μηνύματα που εκείνοι οι λίγοι που ξέρουν ακούν. Η σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον έχει πάψει προ πολλού να είναι φυσική, και σε αυτή τη μεταφυσική συνθήκη ο Χριστόπουλος επιλέγει να δώσει ενεργό ρόλο στο θύμα, που αντιστέκεται και αντιδρά στην ανθρώπινη πίεση. Η χρήση του μεταφυσικού και το αλλόκοτου είναι ο λογοτεχνικός τρόπος για να δοθεί φωνή στο θύμα, να αποτυπωθούν τα όρια της ανθρώπινης εξουσίας, να ακουστεί καθαρά η φωνή που καλεί τον άνθρωπο να ανακρούσει πρύμναν και να επανεξετάσει το παρόν μοντέλο ανάπτυξης. Η αφήγηση διακρίνεται από την ποιητικότητα του λόγου, τόσο εξαιτίας της αναπάντεχης χρήσης λέξεων και μεταφορών, όσο και της μετρικής της. Ο μακροπερίοδος λόγος του Χριστόπουλου είναι απολαυστικός και δουλεμένος στη λεπτομέρεια, ενώ η γλώσσα που μετέρχεται γεφυρώνει αρμονικά το χτες με το σήμερα σε μία πρόζα που διασταυρώνει οικολογικό άγχος και κοινωνική μέριμνα.  

Στο Τζίντιλι ο Χριστόπουλος τοποθετεί τον πήχη αρκετά ψηλά και τα καταφέρνει περίφημα.

υγ. Μέρος του κειμένου αυτού πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, το Σάββατο 13 Μαρτίου, το λινκ για την ψηφιακή του εκδοχή εδώ.

Εκδόσεις Το ροδακιό