Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022

Κόκκινες ψυχές - Paul Greveillac

Ο Βλαντίμιρ Σεργκέγιεβιτς Κατούτσκοφ γεννήθηκε μια μουντή μέρα του Μαρτίου του 1930 στη Μόσχα. Η μητέρα του επέμενε να τον ονομάσουν Βλαντίμιρ ‒ προς τιμήν του Μαγιακόφσκι. Έναν μήνα μετά, ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε. Και δημοσιεύτηκε η πράξη γεννήσεως των γκουλάγκ.

Ο Πάβελ Ιβάνοβιτς Γκολτσένκο είχε γεννηθεί τον Απρίλιο του 1931, σε μια εποχή όπου είχε ήδη αρχίσει να δείχνει τα δόντια του αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν «Γκολοντομόρ». Ερχόταν από τη μακρινή, από την πανάρχαια Ουκρανία, αγροτική κοιτίδα της Ρωσίας.

Ο Κατούτσκοφ και ο Γκολτσένκο θα γνωριστούν τυχαία ένα βράδυ στη Μόσχα, ένα χρόνο περίπου μετά τον θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν. Μια φιλία αναπτύσσεται μεταξύ τους, μια σχέση ιδιαίτερη, ανεξάρτητα από την εποχή μέσα στην οποία γεννήθηκε. Ο Κατούτσκοφ, παρά την απαξίωση στο βλέμμα της μητέρας του, δουλεύει ως λογοκριτής στην Γκλαβλίτ, την υπηρεσία που αποφασίζει τι και με τι όρους θα κυκλοφορήσει. Η πίστη με την οποία πρωτοδιάβηκε τη βαριά πόρτα της εισόδου της υπηρεσίας, πως θα μπορούσε δηλαδή να συνεισφέρει από το δικό του μετερίζι στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, εμποδίζοντας σπουδαία βιβλία, όπως η Νέα φρουρά, να χαθούν μες στον σωρό από τις ανοησίες που καθημερινά γράφονται, ολοένα και φθίνει, και ίσως η φθορά αυτή να ξεκίνησε όταν ένιωσε πως ο ίδιος προτιμούσε την εκδοχή της Νέας φρουράς του 1945 από την αναθεωρημένη, με εντολή του Στάλιν, έκδοση του 1951. Ο Γκολτσένκο συνειδητοποίησε αρκετά νωρίς, εξαιτίας της θείας του και της αγάπης της για τον κινηματογράφο, πως αυτό ήθελε να κάνει στη ζωή του, να ζήσει από αυτό. Εκμεταλλεύεται μια υποτροφία για να σπουδάσει στη Μόσχα, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο του, σ' έναν άλλο κόσμο. Δεν είχε φιλοδοξία να γίνει σκηνοθέτης ή διευθυντής φωτογραφίας, ήλπιζε όμως πως θα μπορούσε να είναι παρών στη δημιουργία ταινιών έστω και ως βοηθός οπερατέρ ή τεχνικός πλατό. Το όνομά του όμως δεν υπήρχε στις λίστες, είχε κοπεί. Εκείνο που τελικά κατάφερε ήταν να βρει μια δουλειά ως μηχανικός προβολής στον κινηματογράφο της Γκοσκινό της Κρατικής Επιτροπής Κινηματογράφου.

Ο Γκρεβεγιάκ, στο πρώτο του μυθιστόρημα, επιδεικνύει ένα καλώς εννοούμενο θράσος και μια ισχυρή πίστη στις δυνατότητές του. Με κεντρικούς άξονες τη ζωή των δύο πρωταγωνιστών του, ο γεννημένος το 1981 συγγραφέας παραδίδει μια μεγάλη τοιχογραφία της ζωής στη Μόσχα, από τον θάνατο του Στάλιν έως και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, σ' ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα απολαυστικό και χορταστικό. Υπάρχουν διάφορα στοιχεία ικανά να προκαλέσουν τον αναγνωστικό θαυμασμό. Ένα από αυτά είναι σίγουρα οι γνώσεις του Γκρεβεγιάκ, απόρροια αρκετής έρευνας και μελέτης. Όμως, η παράθεση όλων αυτών των πληροφοριών σχετικά με τη Σοβιετική Ένωση χωρίς τις κατάλληλες συνάψεις με την πλοκή δεν θα πρόσθεταν τίποτα άλλο παρά ένα αχρείαστο βάρος στο τελικό αποτέλεσμα. Εδώ φαίνεται η μαστοριά του συγγραφέα, στον τρόπο με τον οποίο μεταπλάθει και μπλέκει το ιστορικό ντοκουμέντο με τη μυθοπλασία. Η ζωή των δύο, η καθημερινότητα, τα όνειρα, οι απογοητεύσεις, οι έρωτες, η απειθαρχία, οι παρεξηγήσεις, η μοναξιά, η ρουτίνα, οι φόβοι και οι ελπίδες τους, σε συνδυασμό με τα δεύτερα και τρίτα πρόσωπα της πλοκής και τη δική τους ζωή, αποτελούν τις λεπτομέρειες του μεγάλου κοινωνικοπολιτικού κάδρου της περιόδου που φιλοτεχνεί ο συγγραφέας.

Το επάγγελμα των δύο πρωταγωνιστών προφανώς και δεν είναι τυχαίο. Ο Γκρεβεγιάκ, πάνω και πέρα απ' όλα, εκείνο για το οποίο επιθυμεί να μιλήσει μέσα από τις Κόκκινες ψυχές είναι η λογοκρισία. Αυτό είναι που περισσότερο απ' όλα τον απασχολεί, απόρροια της αγάπης του για τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, τα λογοκριμένα βιβλία που κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι, τη στιγμή που στο εξωτερικό γνώριζαν αποδοχή, αλλά και τις ταινίες που φυγαδεύονταν στη δύση. Το ζήτημα της λογοκρισίας αναπόφευκτα καθιστά τις Κόκκινες ψυχές ένα ιδιαιτέρως πολιτικό βιβλίο. Και ίσως αυτός ο αρκετά μονομερής τρόπος παρουσίασης της ζωής τα χρόνια εκείνα στη Σοβιετική Ένωση να ξενίζει κάπως, προσδίδοντας στο μυθιστόρημα μια στράτευση ιδεολογική που δεν του είναι απαραίτητη κατά τη γνώμη μου, μια υπόνοια καρικατούρας και συναισθηματικής καθοδήγησης, μια διάκριση καλού και κακού που στην πραγματική ζωή σπάνια συμβαίνει. Βέβαια, επειδή μπορεί κανείς να κάνει διάφορες αναγνώσεις, κάποια στιγμή ένιωσα πως ο Γκρεβεγιάκ μιλώντας για την εξουσία της λογοκρισίας, εκείνο που θέλει να αναδείξει είναι η δίψα του κόσμου για γραφή και ανάγνωση, την προθυμία του να ρισκάρει για να διαβάσει τη συνέχεια ενός μυθιστορήματος ή ένα ποίημα που δεν θα έπαιρνε ποτέ την έγκριση της Γκλαβλίτ, την κουλτούρα μιας κοινωνίας για την οποία η τέχνη είχε μια δύναμη που ξεπερνούσε τα όρια της απόλαυσης, μια δύναμη ικανή να ανατρέψει και να ονειρευτεί. Και αναδεικνύοντας αυτό, αναπόφευκτα γίνεται η σύνδεση με άλλες εποχές και άλλους τόπους, για να φτάσει η σύνδεση αυτή μέχρι το σήμερα, και τον ρόλο της λογοτεχνίας, αλλά και της τέχνης εν γένει, το πόσο ‒δεν‒ μετράει πια στην καθημερινότητα των πολιτών, και όλα αυτά αφήνοντας στην άκρη το ζήτημα της λογοκρισίας και των διαφορετικών μορφών που αυτή μπορεί να λάβει.

Παρότι αρκετοί γνωστοί συγγραφείς παρελαύνουν από τις σελίδες του μυθιστορήματος, όπως ο Ζαμιάτιν, ο Πάστερνακ, ο Μπουλγκάκοφ, ο Μπρόντσκι κ.α., είναι ο Ταρκόφσκι, που έχει την ηλικία των δύο πρωταγωνιστών, και η εν προόδω φιλμογραφία του, που αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά του βιβλίου, έτσι όπως εκτυλίσσονται παράλληλα και η κάθε επόμενη ταινία βρίσκει τους δύο ήρωες σε διαφορετική φάση. Παρουσία έντονη που μου έφερε στον νου το σπουδαίο Σμιλεύοντας τον χρόνο και τη δίψα του Ταρκόφσκι για δημιουργία. Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αλλά και χρηστικότητα, παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ο παντογνώστης αφηγητής επεμβαίνει με παιγνιώδη διάθεση στην αφήγηση, για να σχολιάσει ή να συνομιλήσει με τον αναγνώστη, αλλά κυρίως για να προάγει την πλοκή και να καλύψει κάποιες χαλαρές συνδέσεις. Συγγραφική επιλογή με αρκετό ρίσκο, ειδικά σ' ένα πρωτόλειο, που όμως δικαιώνεται απόλυτα. Η αφηγηματική ικανότητα του Γκρεβεγιάκ και η ενσωμάτωση των πραγματολογικών στοιχείων στην πλοκή είναι τέτοιες που ακόμα και τώρα νιώθω πως διάβασα ένα βιβλίο πρωτότυπα γραμμένο στα ρωσικά, όμως σ' αυτό καθοριστική είναι και η συμβολή της μεταφράστριας Στέλας Ζουμπουλάκη. 

Οι Κόκκινες ψυχές, το λογοτεχνικό ντεμπούτο του Γκρεβεγιάκ, που έγινε γνωστός στη χώρα μας με την κυκλοφορία του Αφέντες και δούλοι, είναι μια από τις αποδείξεις πως το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων αργεί ακόμα, παρά τις όποιες περί του αντιθέτου φωνές και αν ακούγονται.

Μετάφραση Στέλα Ζουμπουλάκη
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

η ηχώ των πουλιών - Θανάσης Δ. Σταμούλης

Ήδη από τη Σκιά στο δέντρο, το μυθιστόρημα με το οποίο ο Θανάσης Σταμούλης πρωτοεμφανίστηκε το 2016, έγινε αντιληπτός ο ιδιαίτερα προσωπικός τρόπος του να χειρίζεται τη γλώσσα, η διάχυτη ποιητική αίσθηση μιας κατά βάθος ρεαλιστικής περιγραφής του περιβάλλοντος κόσμου, καθώς αφηγούνταν μια ιστορία δίχως κάποια φαινομενική πρωτοτυπία, μια ιστορία ενηλικίωσης στην Κατοχή, μια ιστορία μάλλον γνώριμη, και όμως δοσμένη με έναν τρόπο ικανό να χαραχτεί για καιρό στην αναγνωστική μνήμη. Το πάντα επίφοβο δεύτερο βήμα (Ab Ovo, 2017) ήρθε να επιβεβαιώσει και με το παραπάνω τον αρχικό ενθουσιασμό· η ιστορία τεσσάρων νέων ανθρώπων, η ανάγκη για επιβίωση, η ελπίδα για αναγέννηση και ο φόβος που παραφυλάει στη γωνία· μια ιστορία οικεία, που η γλώσσα και ο ρυθμός της, ο τρόπος αφήγησης εν γένει, τη μετατρέπουν σε νουβέλα, άλλωστε, η Ιστορία, κατά τη Λε Γκεν, είναι ο τρόπος που λέγεται η Ιστορία, και ο Σταμούλης έχει κατακτήσει τον δικό του τρόπο.

Πρόσφατα, και πάντα από τις εκδόσεις Ποταμός, κυκλοφόρησε η ηχώ των πουλιών. Αρχές Δεκέμβρη, ο γιατρός θα γράψει: «ο καρκίνος είναι ορατός με γυμνό μάτι, θυμίζει ανοιχτό σμήνος αστέρων». Ο πατέρας μόλις είχε αρρωστήσει. Δίπλα στον γιο η μητέρα, το πρόσωπό της διάφανο. Ο πατέρας θα πεθάνει, λίγους μήνες μετά. Η ηχώ των πουλιών στέκει κάπου μεταξύ πεζού και ποίησης, κάπου μεταξύ ζωής και θανάτου, μνήμης και λήθης, κάπου μεταξύ βιώματος και λογοτεχνίας, ενώ ταυτόχρονα είναι όλα αυτά μαζί. Εγχειρίδιο είναι εκείνο που η ηχώ των πουλιών δεν είναι. Δεν υπάρχουν συνταγές για τη διαχείριση της απώλειας και ας κυκλοφορούν τόσες. Το κείμενο αυτό έρχεται να προστεθεί στην τεράστια λίστα κειμένων για τη σχέση πατέρα γιου. Για κάθε γιο υπάρχει ένας πατέρας και αυτό είναι το μόνο στο οποίο ομοιάζουν τα κείμενα αυτά μεταξύ τους, οτιδήποτε άλλο είναι βαθιά προσωπικό ανεξαρτήτως των αναλογιών που γεννά. Ο Σταμούλης γράφει την ηχώ των πουλιών γιατί δεν ξέρει άλλο τρόπο για να διαχειριστεί την απώλεια και τη ζωή που προηγήθηκε. Ένα κείμενο ειλικρινές, στο οποίο το συναίσθημα κρύβεται καλά πίσω από τις λέξεις, όπως συμβαίνει στην καλή ποίηση, χωρίς να φωνάζει. Ο συγγραφέας δεν επιζητά την προσοχή και την ενσυναίσθηση, δεν πουλάει το βίωμα του. Η ηχώ των πουλιών είναι λογοτεχνία, και μάλιστα υψηλού επιπέδου. 

Ο Σταμούλης επιλέγει για μότο του βιβλίου τα λόγια της Χέρτα Μύλλερ από τον Άγγελο της πείνας, «Να αφηγηθείς μπορείς μόνο αν εγκαταλείψεις αυτόν για τον οποίο αφηγείσαι». Πάντοτε οι άλλοι μοιάζει να μπορούν να περιγράψουν καλύτερα όσα μας φέρνει η ζωή. Αυτό είναι που κάνει τη λογοτεχνία οικουμενική, το συναίσθημα πως νιώθουμε να μας αφορά προσωπικά κάτι που έγραψε κάποιος άλλος κάποια στιγμή της δικής του ζωής. Οι διακειμενικές αναφορές που ως παραθέματα διανθίζουν την ηχώ των πουλιών είναι ο τρόπος του Σταμούλη να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του σ' όσους έριξαν σωσίβια στον ωκεανό της ύπαρξης. Τέτοιο σωσίβιο είναι και η ηχώ των πουλιών για τον αναγνώστη.

υγ. Για το Η σκιά στο δέντρο περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ για το Ab Ovo εδώ.

Εκδόσεις Ποταμός

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2022

Πάει και αυτός ο χρόνος

Το ετήσιο κείμενο ανασκόπησης, λίγο μετά του Αγιαννιού, είναι ένα από εκείνα που περισσότερο λαχταρώ. Και το λαχταρώ γιατί με ευγενικό τρόπο επιβάλλει την επιστροφή στα κείμενα της χρονιάς που πέρασε, εκατόν δεκατέσσερα για το 2021, και φέρνει στην επιφάνεια, χωρίς να προσβάλει την εκ φύσεως αδύναμη μνήμη, μια ανασκόπηση προσωπική. Δεν είναι μόνο τα βιβλία ή οι ταινίες, οι υποθέσεις και τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά, είναι κυρίως η στιγμή που το κάθε κείμενο γράφτηκε, που το βιβλίο διαβάστηκε εκείνο που περισσότερο βαραίνει σε μια τέτοια ανασκόπηση, όσα συνέβαιναν εκείνη την περίοδο στον έξω κόσμο, στον πραγματικό κόσμο από τον οποίο η μυθοπλασία με έσωζε, εκείνος που ήμουν και εκείνος που έγινα. Αυτός εξακολουθεί να είναι ο τρόπος που αντιλαμβάνομαι την ανάγνωση, έντονα βιωματικός και υποκειμενικός, αδυνατώντας ή αδιαφορώντας να απομονώσω τη λογοτεχνία από το προσωπικό.

Η χρονιά που πέρασε, από το σήμερα, μοιάζει κάπως αδιάφορη σε προσωπικό επίπεδο, στον μεγάλο έξω κόσμο, παράπονο δεν έχω, μια χαρά άσχημα πράγματα συνέβησαν και συνεχίζουν να συμβαίνουν. Διάβασα αρκετά και φέτος, αν και έκανα δύο μεγάλα κενά. Ήταν η πρώτη ίσως φορά που τον Αύγουστο δεν διάβασα ούτε ένα βιβλίο, ξεκίνησα αρκετά αλλά τα παράτησα γρήγορα. Το σημειώνω αυτό κυρίως για να το θυμάμαι, μια καταχώρηση στατιστικού χαρακτήρα για ιδία χρήση. Ακόμα ένα χαρακτηριστικό της αναγνωστικής χρονιάς ήταν η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Διάβασα αρκετή, απογοητεύτηκα από ένα μεγάλο μέρος της, δεν το κρύβω, αλλά υπήρξε στο σύνολο της μια διεργασία που άξιζε τον κόπο και διαρκώς ανανέωνε την επιθυμία να επιμείνω αναζητώντας ένα επόμενο βιβλίο γραμμένο πρωτότυπα στα ελληνικά, και όχι μόνο για μερικά πραγματικά ωραία βιβλία που διάβασα, αλλά κυρίως για την αποτύπωση των όσων ζούμε στην πυροδότηση της επιθυμίας για γραφή. Δύο από τα πιο ωραία ελληνικά βιβλία τα διάβασα τον Δεκέμβρη, λίγο πριν το σφύριγμα της λήξης, το Όσα επιστρέφουν από τη θάλασσα του Πάνου Τσερόλα και Η ηχώ των πουλιών του Θανάση Σταμούλη, οπότε αναπόφευκτα τα σχετικά κείμενα θα περαστούν λογιστικά στο είκοσι δύο. Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί πέρυσι και με τον σπουδαίο Δον Υπαστυνόμο του Δημήτρη Καρακίτσου.

Από την ελληνική λογοτεχνία που διάβασα το 2021 ξεχώρισαν: Η ερευνήτρια του Μισέλ Φάις, μια διπλή βιογράφηση, του υποκειμένου και του αντικειμένου της έρευνας, αλλά και μια ολοκληρωμένη και λεπτομερής προσέγγιση του καφκικού σύμπαντος, που προσφέρει -κυρίως μέσω των διακειμενικών αναφορών- επιπλέον σημεία θέασης και αναγνωστικά νήματα. Το Φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ του Άρη Μαραγκόπουλου, ένα απόλυτα πολιτικό μυθιστόρημα, ακόμα και στην ελάχιστη λεπτομέρειά του. Σε παρόμοιο πλαίσιο κινήθηκε και η επιστροφή του Φαίδωνα Ταμβακάκη στη μεγάλη φόρμα με Το τελευταίο ποστάλι, μια γοητευτική κοσμοπολίτικη αφήγηση που φέρνει στον νου τον κόσμο του Τσίρκα. Το Τζίντιλι του Δημήτρη Χριστόπουλου, με τον μακροπερίοδο λόγο να είναι απολαυστικός και δουλεμένος στη λεπτομέρεια, ενώ η γλώσσα γεφυρώνει αρμονικά το χτες με το σήμερα σε μία πρόζα που διασταυρώνει οικολογικό άγχος και κοινωνική μέριμνα. Τα Πέτρινα πλοία της Μαρίας Ξυλούρη ήταν η καλύτερη συλλογή διηγημάτων που διάβασα φέτος. Στην κατηγορία «Δεν ξέρω από πού μου ήρθε», στις εκπλήξεις δηλαδή της χρονιάς υπάρχουν τρία βιβλία, για τα οποία, παρότι μου μίλησαν με θερμά λόγια, κρατούσα μικρό ‒ή και καθόλου‒ καλάθι: το Ένα πιάτο λιγότερο της Μαριλένας Παπαϊωάννου, το Υλικό καθαρισμού του Μιχάλη Κατράκη και το Από χώμα και κόκαλα του Γιάννη Νικολούδη. Ειδική μνεία αξίζει η συλλογή διηγημάτων του Αχιλλέα Κυριακίδη, Έλγκαρ, το πλέον χαρακτηριστικό έργο του πολυπράγμονα δημιουργού.

Η μεταφρασμένη λογοτεχνία είχε τον πρώτο λόγο. Διάβασα περισσότερα βιβλία που μου άρεσαν παρά που δεν μου άρεσαν και αυτό από μόνο του είναι πολύ ευχάριστο. Τη λίστα με τα καλύτερα της χρονιάς μου μονοπωλούν, όπως είναι αναμενόμενο, σχετικά καινούργιες εκδόσεις, όμως υπήρξαν και εκπλήξεις από το παρελθόν, βιβλία που είτε περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους είτε εμφανίστηκαν ‒από το πουθενά τις περισσότερες φορές‒ στον δρόμο μου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε το Ημερολόγιο του χειμώνα του Paul Auster, που το διάβασα πολλά χρόνια μετά την κυκλοφορία του, την κατάλληλη ίσως στιγμή. Με χρονολογική σειρά ανάγνωσης, ξεχώρισαν επίσης: Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις του Jose Saramago, ένας ιδιαίτερος, μακριά από κάθε άλλον, φόρος τιμής στον Φερνάντο Πεσσόα, που εκτείνεται από τον απόλυτο σεβασμό ως την πλήρη ασέβεια, αντίστοιχο της ζωής και του έργου του ίδιου του ποιητή. Η επιστροφή του βαρόνου Βένκχαϊμ του σπουδαίου László Krasznahorkai, μυθιστόρημα σύγχρονο και συνάμα παλιακό δείχνει αυτό το μυθιστόρημα, με το μεταμοντέρνο να συνομιλεί με το κλασικό, γεγονός που επιβάλλει μια άχρονη αναγνωστική πρόσληψη. Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι του Ocean Vuong, που συνδυάζει σε ικανοποιητικό βαθμό το συναίσθημα του βιώματος και τον εξωτικό χαρακτήρα της αφήγησης, την αναζήτηση της ταυτότητας και την ανάγκη για ρίζες, έχοντας στο επίκεντρό του τη γλώσσα. Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον της Elizabeth Strout που πετυχαίνει να παρουσιάσει ως απλό ένα αρκετά σύνθετο, ως προς τη σύλληψη και την εκτέλεση, κατασκεύασμα, από το οποίο αφαιρεί και την παραμικρότερη υποψία εγκεφαλικότητας, καθιστώντας το βαθιά ανθρώπινο. Ένας άνθρωπος που κοιμάται, ο Georges Perec, εκκινώντας από μια πρωτότυπη, αν και φαινομενικά απλή, κεντρική ιδέα, σίγουρα ενδιαφέρουσα αλλά περιορισμένου βεληνεκούς ως προς την έκταση που θα μπορούσε να λάβει, καταφέρνει με μαεστρία να απλώσει την ιστορία του, χωρίς να χάνει στιγμή τη σύνδεση μαζί της.

Ο δικός μας πόθος της Carolin Emcke, ένα βαθιά προσωπικό βιβλίο, μια αφήγηση χειμαρρώδης, μια απόπειρα πρωτίστως για τη συγγραφέα να κατανοήσει, να φιλτράρει το μερίδιο ευθύνης που της αναλογεί, να διαχειριστεί το αίσθημα της ενοχής. Χιλιανός ποιητής, ο Alejandro Zambra τοποθετεί τον πήχη ακόμα ψηλότερα, αρνούμενος τη στασιμότητα και τον εγκλωβισμό σε μια επαναλαμβανόμενη μανιέρα και παραδίδει ένα σπιρτόζικο, χορταστικό, συγκινητικό και αστείο μυθιστόρημα, στο οποίο, παρότι η γραφή του εξακολουθεί να είναι υπαινικτική, πετυχαίνει να δώσει το απαραίτητο βάθος τόσο στα πρόσωπα όσο και στην ιστορία, θυμίζοντας, κατά αναλογία πάντοτε, τον Κόου στα πρώτα του βιβλία. Δοκιμασία της Jenny Erpenbeck, άργησε αλλά κυκλοφόρησε και στα ελληνικά, πάντοτε σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη, βιβλίο που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 2008 και σήμανε το πέρασμα της συγγραφέως από τη μικρή στη μεγάλη φόρμα. Το φιλί της Γυναίκας-Αράχνης του Manuel Puig ήταν από καιρό εξαντλημένο και η πρόσφατη κυκλοφορία του, σε νέα μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη, από τις εκδόσεις Carnívora ήρθε να καλύψει το κενό αυτό. Το πέρασμα του μακελάρη του John Williams, ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα, στο οποίο η αναγνωστική δυσκολία συμπορεύεται με το ταξίδι των ηρώων αλλά και την εν γένει τραχύτητα του τοπίου, καθιστώντας έτσι ιδιαιτέρως βιωματική την εμπειρία της ανάγνωσης, που ως αίσθηση, και κατά αναλογία πάντα, μου θύμισε το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου. Ανησυχία της Linn Ullmann, ακόμα και αν τα πρόσωπα του βιβλίου δεν ήταν αυτά που είναι θα παρέμενε ένα άρτιο δείγμα μυθοπλαστικής αυτοβιογραφίας, ένα από τα καλύτερα του είδους.

Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης του Franz Kafka έχει μια σημαντική διαφορά από τους προηγούμενους απ' αυτόν ήρωες του συγγραφέα, τόσο από τον Γκέοργκ Μπέντεμαν της Κρίσης και τον Γκρέγκορ Ζάμζα της Μεταμόρφωσης όσο και από τον Γιόζεφ Κ. της Δίκης, γεγονός που καθιστά το έργο αυτό περαιτέρω σημαντικό στην εργογραφία του Τσεχοεβραίου συγγραφέα. Αυτοχειρία του Édouard Levé, η ιδιαίτερη επιλογή της δευτεροπρόσωπης απεύθυνσης δημιουργεί εξ αρχής μια έντονη δυναμική, στην οποία είναι δύσκολο να διακριθούν τα πραγματικά συναισθήματα του αφηγητή απέναντι στον αυτόχειρα. Ο φίλος της Sigrid Nuñez, γραμμένο εξ ολοκλήρου σε πρώτο πρόσωπο είναι ένα χαμηλόφωνο μυθιστόρημα που διαπραγματεύεται κεφαλαιώδη ζητήματα της ζωής όπως η φιλία, ο έρωτας, η δημιουργία, η καθημερινότητα και η απώλεια. Όλοι θέλουν να χορεύουν του Alberto Garlini, χωρίς καμία επίκληση στο συναίσθημα, με όπλο την αφήγηση και ακολουθώντας τους ήρωές του, ο συγγραφέας μεταφέρει τον αναγνώστη στην Ιταλία της δεκαετίας τους ογδόντα μέσα από μια φρενήρη ανάγνωση. Η Ελένα ξέρει της Claudia Piñeiro, ένα πραγματικά σπουδαίο μυθιστόρημα, παρά τη συναισθηματική δυσφορία που γεννά, δείγμα γραφής μιας ικανότατης συγγραφέως, που δημιουργεί ιδιαίτερη ανυπομονησία για περαιτέρω επαφή με το έργο της.  

Νοσταλγία του Mircea Cartarescu, το κλασικότροπο εγκολπώνεται στο μεταμοντέρνο, ο συγγραφέας πετυχαίνει αβίαστα και με άνεση να συνομιλήσει με το παρελθόν της λογοτεχνίας, να φανερώσει μέρος από τις προσλαμβάνουσες, αποτίνοντας παράλληλα και ένα φόρο τιμής σε όσα τον διαμόρφωσαν, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται και να απολύει τη δική του φωνή, τον δικό του τρόπο να παίζει το παιχνίδι της λογοτεχνίας. Αρκαδία της Emanuelle Bayamack -Tam, ένα ιδιαίτερο μυθιστόρημα μαθητείας, που μοιάζει βγαλμένο από το λογοτεχνικό σύμπαν του Τομ Ρόμπινς, αυτού του σύγχρονου παραμυθοποιητή της πραγματικότητας. Το δέρμα του Sergio del Molino, ο τρόπος με τον οποίο ο Ισπανός συγγραφέας μετατρέπει μια μελέτη για την ψωρίαση διαφόρων διάσημων προσωπικοτήτων σ' ένα μυθιστόρημα όπως αυτό, σχεδόν αδύνατο να καταταχθεί και να θυμίσει κάτι άλλο, είναι τουλάχιστον εντυπωσιακός, ως σύλληψη και ως εκτέλεση. Η ανακάλυψη των σωμάτων του Pierre Ducrozet, αυτό το βιβλίο έσκασε πραγματικά από το πουθενά, δεν γνώριζα τίποτα γι' αυτό, δεν είχα καν χτίσει αναγνωστικές προσδοκίες, και ήδη από τις πρώτες κιόλας σελίδες ένιωθα πως έχω απέναντί μου ένα σπουδαίο μυθιστόρημα.

Αφού πέρασα ώρες αφαιρώντας και προσθέτοντας βιβλία, το κείμενο αυτό μπορεί τώρα να κλείσει. Μια καινούργια χρονιά έχει κιόλας ξεκινήσει, ας ελπίσουμε πως, κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, θα είναι μια καλή χρονιά!

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2021

Νοσταλγία - Μιρτσέα Καρταρέσκου

Η οριστική έκδοση του ιδιότυπα σπονδυλωτού μυθιστορήματος Νοσταλγία  του Μιρτσέα Καρταρέσκου κυκλοφόρησε δίχως περικοπές το 1993. Είχε προηγηθεί η λογοκριμένη έκδοσή του με τον τίτλο Visul (Το όνειρο) το 1989, χρονιά μεταβατική για τη σύγχρονη ιστορία της Ρουμανίας, που σημαδεύτηκε από την εκτέλεση του εν ενεργεία προέδρου της χώρας Νικολάε Τσαουσέσκου, ανήμερα των Χριστουγέννων. Ο Καρταρέσκου γεννήθηκε το 1956 στο Βουκουρέστι. Παιδί δύο εργατών, μεγάλωσε σ' ένα σπίτι χωρίς βιβλία, αλλά οι επισκέψεις του στην τοπική βιβλιοθήκη και η συμμετοχή του σε λογοτεχνικές ομάδες τον διαμόρφωσαν εν πολλοίς ως αναγνώστη. Η ανάγνωση ήταν εκείνη που γέννησε μέσα του την ανάγκη να εκφραστεί με τις δικές του λέξεις, γράφοντας αρχικά ποίηση, επηρεασμένος, όπως αρκετοί της γενιάς του, από την αμερικανική αντικουλτούρα της δεκαετίας του 1960 και καλλιτέχνες όπως ο Ντύλαν και ο Χέντριξ. Σπούδασε Ρουμανική Φιλολογία και τη δεκαετία του 1980 εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση, περίοδο κατά την οποία εγκατέλειψε την ποίηση για να αφιερωθεί οριστικά στον πεζό λόγο. Ο Καρταρέσκου θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ρουμανικής λογοτεχνίας. Για το έργο του, που έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες, έχει λάβει πλήθος βραβείων και διακρίσεων. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου, ενώ έχει υπάρξει επισκέπτης καθηγητής στα Πανεπιστήμια του Άμστερνταμ και της Στουτγκάρδης.

Η Νοσταλγία, που πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά σε μετάφραση Βίκτωρ Ιβάνοβιτς από τις εκδόσεις Καστανιώτη, αποτελείται από τρεις εκτεταμένες νουβέλες (Ο Λοξοπάλαβος, Οι δίδυμοι, ΡΕΜ), ενώ δύο μικρότερης έκτασης κείμενα, Ο Ρουλετίστας και Ο αρχιτέκτονας, λειτουργούν ως πρόλογος και επίλογος αντίστοιχα. Κάθε ένα από τα πέντε μέρη της ενιαίας έκδοσης δύναται να διαβαστεί ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα. Παρ' όλα αυτά, η μεταξύ τους σύνδεση δεν περιορίζεται ούτε στη διάρθρωση ούτε στην κοινή θεματική. Στον Ρουλετίστα, ο αναγνώστης συναντά μια φράση που συνοψίζει τον τρόπο με τον οποίο ο Καρταρέσκου αντιλαμβάνεται τη λογοτεχνία: «Σ' αυτόν εδώ τον κόσμο υφίσταται λοιπόν μια περιοχή όπου το αδύνατον γίνεται δυνατό, συγκεκριμένα στον χώρο της μυθοπλασίας, δηλαδή της λογοτεχνίας». Φράση που ταυτόχρονα προσφέρει και το κλειδί για την γενικότερη πρόσβαση στο σύμπαν του Ρουμάνου συγγραφέα και εν προκειμένω του παρόντος μυθιστορήματος.

Στον Ρουλετίστα, ο έμπειρος πεζογράφος, που βιώνει την ματαιότητα των όσων έχει γράψει, μπροστά στη θέα του θανάτου και του οριστικού περάσματος στη λήθη, αποφασίζει να παίξει το τελευταίο του χαρτί, αφηγούμενος την ιστορία κάποιου που είχε συναντήσει παλιά, γνωστού με το όνομα Ρουλετίστας, ενός άτυχου φουκαρά που ωστόσο πλούτισε, συμμετέχοντας σε γύρους ρώσικης ρουλέτας, στρέφοντας το όπλο στον κρόταφό του, προσθέτοντας ολοένα και περισσότερες σφαίρες στη θαλάμη. Μια ιστορία σύντομη, «αυτά τα δέκα-δεκαπέντε φύλλα είναι εντελώς διαφορετικά, είναι χαρτιά από άλλη τράπουλα. Ο αναγνώστης μου δεν είναι πια κανείς άλλος παρά ο θάνατος». Στον Λοξοπάλαβο, ο περιστασιακός πεζογράφος, δάσκαλος στο επάγγελμα, αφηγείται ιστορίες από την παιδική του ηλικία. Επικεντρώνεται σ' ένα καλοκαίρι, που στην πολυκατοικία μετακόμισε ένα νεαρό αγόρι, το οποίο παρότι αρχικά μάγεψε με τις ιστορίες του την παιδική συμμορία, καταδιώχτηκε με μανία μόλις αφυπνίστηκε η σεξουαλικότητά του. Στους Δίδυμους, την πιο κρυπτική και αμφίσημη ιστορία, ο αφηγητής μόνο για λίγο θα παραμείνει εκτός κάδρου, σύντομα θα αποκαλύψει τη δική του μαντλέν, αφήνοντας πίσω του τον αποστασιοποιημένο ρόλο που ένας παντογνώστης αφηγητής διαθέτει και δεν θα διστάσει να απευθυνθεί ευθέως στον αναγνώστη. Οι σκηνές στο μουσείο φυσικής ιστορίας είναι απίστευτης ομορφιάς. Το ΡΕΜ αποτελεί μια ιδιοφυή, παρότι χαλαρή, προέκταση των Διδύμων. Εδώ, η απεύθυνση στον αναγνώστη είναι ακόμα πιο ευδιάκριτη. Σε ρόλο αφηγητή συναντάμε το πνεύμα της αφήγησης, που επισκέπτεται τους ήρωες αυτής της ερωτικής ιστορίας και γίνεται μάρτυρας των πιο μύχιων στιγμών τους. Ο αρχιτέκτονας αποτελεί ένα εντυπωσιακό κλείσιμο, που ξεκινά από την αγορά ενός αυτοκινήτου Ντάτσια για να καταλήξει στη γέννηση ενός καινούργιου γαλαξία που στροβιλίζεται παλλόμενος στη θέση του παλιού.

Ο Καρταρέσκου διαθέτει κάτι από την πάστα των σπουδαίων συγγραφέων. Το κλασικότροπο εγκολπώνεται στο μεταμοντέρνο, ο συγγραφέας πετυχαίνει αβίαστα και με άνεση να συνομιλήσει με το παρελθόν της λογοτεχνίας, να φανερώσει μέρος από τις προσλαμβάνουσες, αποτίνοντας παράλληλα και ένα φόρο τιμής σε όσα τον διαμόρφωσαν, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται και να απολύει τη δική του φωνή, τον δικό του τρόπο να παίζει το παιχνίδι της λογοτεχνίας. Γιατί ο Καρταρέσκου αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία ως ένα παιχνίδι, με τον τρόπο όμως που τα παιδιά αντιμετωπίζουν το παιχνίδι, ως την πλέον σοβαρή και σημαντική υπόθεση δηλαδή. Η καταβύθιση στον δίχως όρια κόσμο του προσφέρει στον αναγνώστη μια εμπειρία μοναδική, εκεί όπου οι ιστορίες γεννούν ιστορίες σε ένα διαρκές πανηγύρι εικόνων και συναισθημάτων.

Το 2011 είχε κυκλοφορήσει η συλλογή διηγημάτων τού Καρταρέσκου, Γιατί αγαπάμε τις γυναίκες (μτφρ. Πάνος Απαλίδης, εκδόσεις Αλλότροπο). Όμως, η πρόσληψη ενός συγγραφέα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην επικράτεια του έργου του. Το 2020 κυκλοφόρησε ένα από τα έργα αναφοράς της ρουμανικής λογοτεχνίας, τα Περιστατικά στο εγγύς εξωπραγματικό του Μαξ Μπλέχερ (μτφρ. Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, εκδόσεις Loggia), που αποτελεί στενό πρόγονο της Νοσταλγίας, μια ευτυχής συγκυρία για τον Έλληνα αναγνώστη. 

Η Νοσταλγία αποτελεί ένα σπουδαίο εκδοτικό γεγονός, που δημιουργεί την ελπίδα πως θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα έργα του Μιρτσέα Καρταρέσκου.

υγ. Για τα Περιστατικά στο εγγύς εξωπραγματικό του Μαξ Μπλέχερ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

υγ2. υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο (επιμ. Μισέλ Φάις) της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 13 Νοεμβρίου, το λινκ για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Μετάφραση Βίκτωρ Ιβάνοβιτς
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2021

Από χώμα και κόκαλα - Γιάννης Νικολούδης

Ένα ειδεχθές έγκλημα λαμβάνει χώρα εν μέσω σφοδρής χιονοθύελλας. Το θύμα, ένας αναπληρωτής δάσκαλος που δουλεύει για πρώτη φορά σ' ένα χωριό της Κρήτης, ο Μάνος. Όταν εγκατέλειψε το χωριό, βρήκε καταφύγιο σ' ένα βενζινάδικο, να ξεχειμωνιάσει εκεί. Το αφεντικό έψαχνε υπάλληλο, ήθελε Έλληνα, κανείς δεν δεχόταν, τότε εμφανίστηκε ο Μάνος. Τον κατατόπισε και έφυγε. Δύο εργάτες της περιφέρειας ανακαλύπτουν το κατακρεουργημένο σώμα, οι αρχές δεν θα αργήσουν να εντοπίσουν τον θύτη, το κουβάρι αρχίζει να ξετυλίγεται, καθώς οι μάρτυρες σιμώνουν, ο αφηγητής αποπειράται να συνθέσει τα κομμάτια της ιστορίας, τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε εκείνης της νύχτας.

Ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία αυτή θυμίζει έντονα μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα, διαθέτοντας στοιχεία δημοσιογραφικού ρεπορτάζ, καίτοι η ιστορία αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Ο αφηγητής, φροντίζοντας επιμελώς να παραμένει στην αφάνεια, «συναντά» τα πρόσωπα της ιστορίας και εντάσσει τη μαρτυρία τους στην αφήγησή του με τρόπο οργανικό και άκρως λειτουργικό, χωρίς ωστόσο να απολύει την παντογνωσία του. Η επιλογή της συγκεκριμένης φόρμας δεν εξυπηρετεί απλώς και μόνο την αφήγηση, αλλά επιτρέπει στον Νικολούδη να αποτυπώσει αβίαστα το περιβάλλον της ‒κρητικής‒ επαρχίας και να κυκλώσει τον εκκωφαντικά σιωπηλό νεκρό, αλλά και τον αμετανόητο θύτη, με τα υπόλοιπα πρόσωπα της ιστορίας. Οι μαρτυρίες διαθέτουν την απαραίτητη προφορικότητα, διαφέρουν υφολογικά μεταξύ τους, σκιαγραφώντας επαρκώς τον εκάστοτε χαρακτήρα και τη συναισθηματική του εμπλοκή με την ιστορία. Ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας συνθέτει τον νεκρό Μάνο, σύνθεση στην οποία καθοριστικό ρόλο κατέχουν οι διάφορες μαρτυρίες, αποδίδει την απομόνωση του νεκρού, την ξενότητα του διαφορετικού, τη μοναξιά που βίωνε ο Μάνος.

Εκείνο που κυρίως χαρακτηρίζει το Από χώμα και κόκαλα είναι η λογοτεχνικότητά του, που λειτουργεί αντιστικτικά με τον ρεπορταζιακό χαρακτήρα της νουβέλας. Ο Νικολούδης πραγματώνει ένα αρκετά προσωπικό ύφος, με μια γλώσσα αβίαστα εικονοπλαστική, χωρίς σπατάλη, και δεν εγκλωβίζεται στις τεχνικές απαιτήσεις της φόρμας που επιλέγει, καταφέρνοντας να συνδυάσει ιδανικά ετερόκλητα λογοτεχνικά είδη. Παρότι αφηγείται μια ιστορία με πρόσωπα εν πολλοίς γνώριμα και σ' ένα οικείο περιβάλλον, όπως αυτό της ελληνικής επαρχίας, ο συγγραφέας πετυχαίνει σε μεγάλο βαθμό να αποφύγει τη χρήση στερεοτυπικών γνωρισμάτων. Η κατασκευαστική αρτιότητα του μακροπερίοδου λόγου εντυπωσιάζει, φανερώνοντας αφηγηματική δεινότητα και επίμονη δουλειά στη λεπτομέρεια. Το σασπένς, που δημιουργούν οι αποκλίσεις στη χρονική ακολουθία της ιστορίας και η εν γένει συναρμογή των κομματιών αυτής, χρησιμεύει ταυτόχρονα και ως ένας, ιδιοφυής κατά τη γνώμη μου, μηχανισμός διαρκούς κατάρριψης των αναγνωστικών βεβαιοτήτων και των βιαστικών κρίσεων. Άλλωστε, στόχος του αφηγητή είναι η όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική καταγραφή των γεγονότων.

Ο Γιάννης Νικολούδης, πέντε χρόνια μετά το Άμοιρο παιδί (εκδόσεις Παράξενες Μέρες), επανεμφανίζεται στη λογοτεχνική επικαιρότητα με την αξιοσύστατη νουβέλα Από χώμα και κόκαλα, που αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πως ο τρόπος με τον οποίο θα αφηγηθεί κανείς μια ιστορία είναι συχνά, αν όχι πάντοτε, εξίσου σημαντικός με την ίδια την ιστορία. Ο Νικολούδης έχει μια δυνατή ιστορία να αφηγηθεί και την αφηγείται με τρόπο υποδειγματικό, επιτρέποντάς της να λειτουργήσει και πέραν της λογοτεχνίας σε επίπεδο κοινωνικοπολιτικό, ίδιον της μη μυθοπλαστικής λογοτεχνίας. 

Το Από χώμα και κόκαλα αποτελεί ένα σταθερό και υποσχόμενο δεύτερο λογοτεχνικό βήμα για τον, γεννημένο στο Ηράκλειο, Γιάννη Νικολούδη.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο (επιμ. Μισέλ Φάις) της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 23 Οκτωβρίου, το λινκ για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Εκδόσεις Σκαρίφημα

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021

Έλγκαρ - Αχιλλέας Κυριακίδης

Ο Αχιλλέας Κυριακίδης, υποδεχόμενος τον αναγνώστη στην είσοδο του καινούργιου του βιβλίου και λίγο πριν τον αφήσει μόνο του ανάμεσα στις είκοσι τέσσερις παραλλαγές που το συνθέτουν, του παραδίδει τρία κλειδιά. Κλειδί πρώτο, η αφιέρωση στην Ιωάννα, μια λύση που αναζητεί το αίνιγμά της. Κλειδί δεύτερο, Οι τέσσερις κύκλοι του Μπόρχες ως μότο. Κλειδί τρίτο, η σημείωση για τις Παραλλαγές Αίνιγμα του Άγγλου συνθέτη σερ Έντουαρντ Έλγκαρ. Τα λόγια του συνθέτη περιγράφουν την αινιγματική συνθήκη: πέρα, μέσα και πάνω απ' όλο το έργο ένα άλλο θέμα κινείται, αλλά δεν παίζεται, κι έτσι το βασικό θέμα δεν εμφανίζεται ποτέ. Στο κατώφλι αυτό νιώθω να λαμβάνω έναν χρησμό και η ανοιχτή του ερμηνεία δεν με βαραίνει μα με απελευθερώνει, όλες οι διαδρομές είναι εδώ διαθέσιμες και ο κύρης λείπει, δοκιμάζω να χαλαρώσω τον αυχένα μου.

Το Έλγκαρ, με τις είκοσι τέσσερις παραλλαγές του, που ακολουθούν το ελληνικό αλφάβητο συνοδευόμενες κάθε μία από δύο μότο, ένα λογοτεχνικό και ένα κινηματογραφικό, είναι, τολμώ να πω, το χαρακτηριστικότερο έργο της κυριακίδειου εργογραφίας. Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στην υψηλή συγκέντρωση των γνώριμων συστατικών του έργου τού πολυσχιδούς δημιουργού, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η μικρή φόρμα, η διακειμενικότητα, τα κινηματογραφικά και μουσικά δάνεια, το λεπτό και φλεγματικό χιούμορ, η λεξιπλασία και η αλλεργία στο περιττό, αλλά στην παιγνιώδη διάθεση που διέπει το σύνολο του έργου του, που εδώ, περισσότερο, από αλλού είναι διακριτή. Σε μια περίοδο που η παραγωγή και η πρόσληψη της λογοτεχνίας πάσχει σε μεγάλο βαθμό από σοβαροφάνεια, βλέμμα στο κενό και λόγος βαρύγδουπος, πλην όμως κενός, ελάχιστος χώρος για παιχνίδι απομένει. Ο Κυριακίδης αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία σαν παιχνίδι, με τον τρόπο που τα παιδιά αντιμετωπίζουν το παιχνίδι, με τη μέγιστη σοβαρότητα δηλαδή. Όλα εκκινούν από την οξυδέρκεια του δημιουργού που ως αναγνώστης διέκρινε την παιγνιώδη ροπή πίσω από την αυστηρή πρόζα του Μπόρχες, αλλά και την αυστηρότητα πίσω από τα γελαστά πρόσωπα στην παιδική χαρά του Εργαστηρίου Δυνητικής Γραφής (OuLiPo). 

Η επιμονή με την οποία, ως άλλοι αλχημιστές, κάποιοι συγγραφείς αναζητούν τη μαθηματική φόρμουλα, δοκιμάζουν την ακολουθία Φιμπονάτσι, θέτουν περιορισμούς, κάθε επόμενη παράγραφος να αρχίζει από το επόμενο γράμμα του αλφάβητου, για παράδειγμα, ή να λείπει εκείνο ή το άλλο γράμμα, μοιάζει με απόπειρα χαρτογράφησης του χάους, με ρυμουλκό που θα τους φέρει στις περίκλειστες λίμνες της λογικής, μια ανάσα από τις μεγάλες θάλασσες της έμπνευσης και του απείρου, μια γέφυρα ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, μια παγίδα συγκέντρωσης, ένα εργαστήριο πειραματισμού και παιχνιδιού. Δεν είναι τυχαίο πως οι συγγραφείς αυτοί είναι και δεινοί, φανατικοί αναγνώστες, ζουν για τη λογοτεχνία. Αυτή η λογοτεχνία παρουσιάζει ένα επιπλέον ενδιαφέρον, παράπλευρο της αναγνωστικής απόλαυσης, που έτσι και αλλιώς υπόκειται σε υποκειμενικά και μη κριτήρια, και έχει να κάνει με το κατασκευαστικό κομμάτι του έργου που ένα μέρος του είναι φανερό, μαζί με κάποιες από τις συγγραφικές επιλογές, τους κανόνες του παιχνιδιού αν προτιμάτε.

Το Έλγκαρ, πιθανολογώ, θα απογοητεύσει κάποιους από τους αναγνώστες του Κυριακίδη. Για παράδειγμα, εκείνους που κατατάσσουν τον συγγραφέα στη σοβαρή λογοτεχνία, εκείνους που εν γένει διακρίνουν τη λογοτεχνία σε σοβαρή και μη, διάκριση η οποία σχηματίζει ένα μειδίαμα στα χείλη του δημιουργού, ή εκείνους που νιώθουν ώριμοι για παιχνίδι αλλά ταυτόχρονα ισχυρίζονται πως λατρεύουν τον Μπόρχες, εκείνους που δεν θα αντιληφθούν τι σημαίνουν τα λόγια του Έλγκαρ στην αρχική σημείωση και έτσι το ενδιαφέρον τους θα περιοριστεί στη λύση του γρίφου και όχι στην ακρόαση της μουσικής. Κάποιους άλλους ωστόσο, ανάμεσά τους και κάποιους που γνώριζαν τον Κυριακίδη μονάχα ως μεταφραστή, θα τους ενθουσιάσει η συλλογή αυτή, θα αναγνωρίσουν πράγματα δικά τους στη ζωή των κύριων και κυριών των παραλλαγών, στις ματαιώσεις, στα όνειρα για παρανομία, στο μπούχτισμα από τη ζωή, θα γελάσουν και θα νιώσουν άσχημα γι' αυτό, θα βρεθούν με μια λίστα βιβλίων και ταινιών και την επιθυμία να καταπιαστούν μαζί τους το συντομότερο δυνατόν, θα νιώσουν λίγο ντέτεκτιβ συγγραφικών προθέσεων.

Πριν από κάθε παρουσίαση σκέφτομαι πως ένα απόσπασμα του έργου θα ήταν κατά πολύ πιο αντιπροσωπευτικό των δικών μου λόγων. Με τα χρόνια η σκέψη αυτή έχει ενσωματωθεί στη διαδικασία, και παρότι γνωρίζω καλά πως θα την απορρίψω ως προοπτική, εντούτοις παίζω το παιχνίδι και ψάχνω να βρω ποιο θα ήταν εκείνο το απόσπασμα το οποίο αυτόνομα θα λειτουργούσε ως σπουδαίος τελάλης του συνόλου. Με τα διηγήματα αυτό μοιάζει να είναι πιο εύκολο, άσχετα αν τελικά δεν είναι. Για το Έλγκαρ θα έδινα τον λόγο στον κύριο Η, πρωταγωνιστή της παραλλαγής Η με τίτλο Αδρεναλίνη. Ο κύριος Η για μέρες οργάνωσε μια παρανομία, αντιμετώπισε όλους τους φόβους και τους εφιάλτες του, την κρίσιμη μέρα, παίρνοντας όλες τις προφυλάξεις μπήκε στο μαγαζί, τριγύρισε στους διαδρόμους και εντόπισε το προς υπεξαίρεση αντικείμενο, η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και εκείνος πάλευε να το κρύψει, βρήκε το θάρρος και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα έχωσε στην τσέπη έναν αυτόματο φακό, έμεινε όμως να κάνει βόλτες, να μην κινήσει υποψίες, και όταν είχε πια βγει στον δρόμο, η χαριτωμένη πωλήτρια τον ακολούθησε για να τον παροτρύνει να πάρει έναν αυτόματο φακό από τα δωρεάν δείγματα. Στην ιστορία αυτή, φαινομενικά απλή, εντοπίζονται αρκετά από τα χαρακτηριστικά της συλλογής αλλά και του modus operandi του Κυριακίδη. Ο κύριος Η, ένας αόρατος, λίγο πριν το τέλος θέλει να ζήσει μια περιπέτεια, να αισθανθεί στις φλέβες του να κυλάει αδρεναλίνη. Η αντίστιξη ανάμεσα στη σοβαρότητα της προετοιμασίας και το διακύβευμα, η κάπως ιδιαίτερη αντιμετώπιση του συγγραφέα στον ήρωά του που τίποτα το ηρωικό δεν διαθέτει, η τελική λύση που προσιδιάζει σε φάρσα προκαλώντας ένα γέλιο πικρό. Ο κύριος Ήττα που απέτυχε με τρόπο οικτρό. Από τέτοιες ιστορίες είναι γεμάτος ο κόσμος.

Δεν είμαι σίγουρος αν έφτασα στη λύση του αινίγματος, αν έστω πλησίασα, δεν είμαι σίγουρος αν υπάρχει μια λύση, αλλά αυτό δεν έχει και τόση σημασία τελικά, αφού η απόπειρα απάντησης ενός αινίγματος, ακόμα και αν θυμίζει το με πάση θυσία κουβάλημα του Κιβωτίου, γεννά περαιτέρω αινίγματα και προσφέρει ευφάνταστες απαντήσεις, οξύνει την παρατηρητικότητα απαιτώντας την προσοχή στη διαδρομή, έτσι όπως τα ερωτήματα ξεπηδούν και οι εικασίες στήνονται και ας είναι να καταρρεύσουν από το ίδιο τους το βάρος.

Απολαυστικός Αχιλλέας Κυριακίδης.

υγ. Πριν από το Έλγκαρ είχαν προηγηθεί Το μουσείο των τύψεων (περισσότερα εδώ) και το Σώμα (περισσότερα εδώ).

Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

Ταξί - Carlos Zanón

Τον φωνάζουν Σαντίνο, αλλά δεν είναι αυτό το όνομά του· είναι ένα παρατσούκλι. Ξεκίνησε σαν αστείο, αλλά σήμερα είναι μάλλον κάτι σαν μπέρτα του μάγου. Το «Σαντίνο» αποδείκνυε την πίστη του στα πράγματα: σ' ένα γκρουπ, εν προκειμένω, σ' ένα τριπλό άλμπουμ, στην ηλικία των δεκαεφτά χρόνων. Και μπορεί και να προέκυψε κάπως παρορμητικά, γιατί ο ίδιος ήδη γνώριζε ότι σε βάθος χρόνου αυτός ο δίσκος δεν θα αποδεικνυόταν καλύτερος από τον προηγούμενο.

Όσο μεγαλώνει κανείς, χρειάζεται περισσότερο το πραγματικό του όνομα. Αυτό που φωνάζουν όσοι τον αγαπάνε κι όσοι τον καταριούνται. Αυτό που κληρονόμησε απ' τους γονείς του, που το επέλεξαν γι' αυτόν και μόνο.

Μερικές φορές πρέπει να θυμάσαι ότι σε λένε Ζούζε και όχι Σαντίνο.

Στον Σαντίνο δεν αρέσει η οδήγηση, αλλά είναι ταξιτζής. Οι λόγοι που τον οδήγησαν να καταλήξει στην ίδια δουλειά που έκανε ο πατέρας του κι ο αδερφός του θα μπορούσαν να συνοψιστούν στους εξής: ποτέ δεν είχε ιδιαίτερο ταλέντο γι' αυτό που τον ενδιέφερε και δεν τον ενδιέφερε καθόλου αυτό στο οποίο ίσως και να είχε ταλέντο· κάποιοι άλλοι ίσως να έλεγαν πως δεν είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κάτι, πως δεν κυνήγησε, όπως θα έλεγαν, τα όνειρά του, έτσι συνηθίζουν, με ευκολία και από απόσταση, να λένε, πως δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει μόνο δεν θέλω, και όλα τα σχετικά περί πίστης και συμπαντικών συμμαχιών. Ο κόσμος του ήταν πάντοτε γεμάτος με μουσικές, βιβλία και ταινίες, κάπου στον αντίποδα της πραγματικής ζωής, άλλωστε από τον δίσκο των Clash επαναβαφτίστηκε στην εφηβεία του. Όταν προέκυψε η κρίση, ο αδερφός του τον ξελάσπωσε παραχωρώντας του παράνομα μια άδεια για ταξί. Δεν υπάρχει χειρότερο από το να σε ξελασπώνει κάποιος, πρέπει να πεις ευχαριστώ, να σκάσεις και να πιάσεις τη μισοφουσκωμένη σαμπρέλα μήπως και κρατηθείς στην επιφάνεια του βούρκου. Δεν είναι ωστόσο όλα άσχημα στο να είναι κανείς ταξιτζής στη Βαρκελώνη, ιδίως τα χαράματα, με τους δρόμους άδειους και τη μηχανή πρόθυμη να ανταποκριθεί στις εντολές του αφέντη της, ιδίως τις νύχτες που ο Σαντίνο δεν θέλει να γυρίσει σπίτι, εκεί που η κοπέλα του εδώ και μέρες τον περιμένει για να συζητήσουν κάτι για το οποίο αρνείται να του πει στο τηλέφωνο και στο μυαλό του Σαντίνο αναμενόμενα αναβοσβήνει η λέξη χωρισμός.

Ο μελαγχολικός ταξιτζής, ο μοναχικός ταξιτζής, το θλιμμένο παιδί, ο Σαντίνο, ο ιδανικός αντιήρωας για ένα μυθιστόρημα όπως αυτό, ένας καλός ξεναγός σε μια Βαρκελώνη σκοτεινή, αμακιγιάριστη, χωρίς τουριστικό γκλίτερ, κάποιος που όχι μόνο γνωρίζει καλά διάφορες γωνιές που κανένας οδηγός πόλης δεν θα τολμούσε να συμπεριλάβει, αλλά ταυτόχρονα δεν παίρνει και τόσο σοβαρά τον εαυτό του ώστε ο φόβος να τον κρατήσει πίσω, προικισμένος με μια σχεδόν μεταφυσική ροπή να βρίσκεται μπλεγμένος, τη λάθος στιγμή στη λάθος θέση, στη λάθος πλευρά. Ο Κάρλος Θανόν δεν γράφει ένα μυθιστόρημα για τη Βαρκελώνη, αλλά ένα μυθιστόρημα για τον Σαντίνο που με το ταξί του κάνει διαδρομές σ' αυτήν, η πόλη είναι το σκηνικό. Ο Σαντίνο, καίτοι μοιάζει βγαλμένος από σελίδες μιας άλλης εποχής, είναι ένας ήρωας του καιρού μας, και πόσο ήρωας μπορεί άραγε να είναι κάποιος στον καιρό μας, χαμένος και μπερδεμένος, χωρίς ταυτότητα και λίγο απ' όλα, με ξεχαρβαλωμένο μηχανισμό πλοήγησης, με το έδαφος κάτω από τα πόδια του διόλου σταθερό, με τα πάθη να είναι εκείνα που τον οδηγούν με συνοδηγό μια άκρως προσωπική ιδεολογία, κάπως δυσδιάκριτη αν δεν είσαι ο Σαντίνο ο ίδιος, ενίοτε και τότε ακόμα. Ο Σαντίνο διαθέτει πλήθος ετερόκλητων χαρακτηριστικών που ίσως να συνόψιζε κανείς κάτω από την ταμπέλα αυθεντικότητας, την πλέον αόριστη και μάλλον άχρηστη ταμπέλα που έχει επινοηθεί, κενή νοήματος, που τελικά μάλλον τίποτα δεν σημαίνει, με αποτέλεσμα στη μια σελίδα να θες να του ρίξεις μια σφαλιάρα και στην επόμενη να τον πάρεις μια αγκαλιά. Ο Σαντίνο είναι καθρέφτης της εποχής μας.

Το Ταξί είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα για το βαρκελονέζικο περιθώριο, που τόσο μοιάζει με το κάθε μητροπολιτικό περιθώριο, με έναν αντιήρωα που για καιρό μένει χαραγμένος στην αναγνωστική μνήμη. Ο Θανόν επιδεικνύει αφηγηματική δεινότητα, πετυχαίνοντας, παρά την έκταση και τα αναγκαία κλισέ στην πλοκή, να παραδώσει ένα σφιχτοδεμένο μυθιστόρημα χωρίς να χάσει τον βηματισμό του, με ευδιάκριτη φωνή και χωνεμένες αναφορές. Στη συνοχή, εκτός του Σαντίνο, βοηθάει και η ατμόσφαιρα που ο Θανόν καλλιεργεί, ατμόσφαιρα που, περισσότερο από σκοτεινιά και λούμπεν, αποπνέει την κόπωση της αϋπνίας, του φόβου και της αδυναμίας να ξεκουραστεί κανείς, το τσίτωμα των νεύρων και τις νευρικές παραισθήσεις, τη συγκεχυμένη πρόσληψη της πραγματικότητας. Το μυθιστόρημα του Θανόν υπερκέρασε τις αναγνωστικές μου προσδοκίες, που περιορίζονταν απλώς σ' ένα ευχάριστο και άκοπο αναγνωστικό διάλειμμα. Το Ταξί είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα του πόσο υποτιμημένη είναι ακόμα η pulp λογοτεχνία. Θα μπορούσε να είναι ταινία του Οικονομίδη με πρωταγωνιστή τον Μουρίκη.

Μετάφραση Δάφνη Χρήστου
Εκδόσεις Μεταίχμιο