Τέλη του 2015 ή πρώτες μέρες του 2016. Στο υπόγειο βιβλιοπωλείο, χαζεύω. Ένα εξώφυλλο μου τραβάει το ενδιαφέρον, το όνομα ενός συγγραφέα που δεν ξέρω, ένας εκδοτικός οίκος που δεν μου λέει τίποτα, ένας τίτλος· Σαμουήλ Άσκοττ, εκδόσεις Έκλειψη, (ένας αριθμός) φορές. Το αγοράζω, το διαβάζω, μου αρέσει, γράφω γι' αυτό.
Καλοκαίρι, 2016. Μετά από προτροπή αναγνωστών που εκτιμώ, διαβάζω το μια φορά (και ίσως κι άλλη μία) του Κωστή Μαλούτα, εκδόσεις Εκάτη. Από τις πρώτες σελίδες κάτι μου θυμίζει το βιβλίο αυτό, σαν να έχω διαβάσει μια εκδοχή του ήδη, μια διαρκής προμνησία επικρατεί, νιώθω την ύπαρξη ενός γρίφου. Ασχέτως με την τελική λύση, σημειώνω το όνομα του συγγραφέα, θα με απασχολήσει ξανά στο μέλλον, σκέφτομαι.
Κάπου δύο χρόνια μετά, τέλη του 2017 ή πρώτες μέρες του 2018. Κυκλοφορεί το δεύτερο βιβλίο του, Το τελευταίο σήμερα, θυμάμαι εκείνο που σκεφτόμουν, αναρωτιέμαι αν υπάρχει ακόμα ένας γρίφος να λυθεί, το διαβάζω. Επεκτείνω τη σκέψη, ανανεώνω για το εγγύς μέλλον το αναγνωστικό μου ραντεβού μαζί του, πέρα από σκόρπιες ιδέες και ευρήματα, κάτι περισσότερο υπάρχει εδώ, κάτι που προμηνύει και υπόσχεται, ένα σύμπαν.
Περνάει καιρός. Λίγες φορές τον συναντώ τυχαία. Γράφεις; Γράφω. Μετά λίγα πράγματα για τη ζωή. Μέχρι την επόμενη φορά. Ησυχία. Πριν κάποιους μήνες οι εκδόσεις Γεννήτρια ανακοινώνουν το επικείμενο εκδοτικό τους πρόγραμμα, ανάμεσα σε άλλα, Κωστής Μαλούτας, Δεν θυμάμαι.
Στο εισαγωγικό σημείωμα ο συγγραφέας εξηγεί το πώς της γραφής. Θέτει τους περιορισμούς, τις διακειμενικές αναφορές, το πρώτο σπέρμα έμπνευσης, το πρόγραμμα γραφής, επιβεβαιώνει την αλήθεια εκείνων που δεν θυμάται, αφήνει ωστόσο την παρείσφρηση τριών ψευδών καταχωρήσεων. Μια λίστα, σε ημερολογιακή μορφή, πραγμάτων, προσώπων, γεγονότων που ο Μαλούτας θυμάται πως δεν θυμάται πια.
Μοιράστηκα την είδηση για την κυκλοφορία αυτή με δύο τρεις ανθρώπους. Είδα στα μάτια τους τον σκεπτικισμό απέναντι στον ενθουσιασμό μου, είχε να κάνει με την περιγραφή επί του περιεχομένου, ένα και τι με νοιάζει εμένα αναδυόταν. Ίσως, αν επέμενα παραπάνω, το της συγγραφής να αποκτούσε ένα ενδιαφέρον, το της ανάγνωσης ωστόσο, όπως συνήθως συμβαίνει, θα απαιτούσε να διαβάσουμε το βιβλίο.
(Παράλληλα με το βιβλίο του Μαλούτα κυκλοφόρησε και το καινούργιο βιβλίο του Σταύρου Κρητιώτη, Στις χαραμάδες των γεγονότων. Δεν είναι τυχαίο πως επισημαίνω αυτή την κυκλοφορία. Στο παιγνιώδες της γραφής, στα μέρη μας, εκείνον θεωρώ πρωτοπόρο.)
Δεν θυμάμαι αν πολλά από εκείνα που αφηγούμαι τα έζησα ή τα διάβασα κάπου. Αυτή θα ήταν η κύρια συνεισφορά μου σε μια αντίστοιχη με του Μαλούτα λίστα.
Με τον συγγραφέα ανήκουμε στην ίδια γενιά. Το αναφέρω αυτό γιατί αποδεικνύεται καθοριστικό στην ανάγνωση, πολλά από εκείνα που δεν θυμάται, δεν τα θυμάμαι ούτε εγώ, ενώ τα έζησα, σε κάποια άλλα ξέρω την απάντηση, όπως το παγωτό Λάκι Καπ, για παράδειγμα. Και αν φαίνεται παράδοξη μια σύνθεση του εαυτού μέσα από τη λήθη, διόλου τέτοια δεν αποδεικνύεται εν τέλει. Είναι ένα παρόμοιο μονοπάτι με εκείνο της μνήμης. Το ερώτημα είναι καθοριστικό και καίριο, πώς λειτουργεί ο μηχανισμός της μνήμης, οι αποθηκάριοι πώς δουλεύουν, αν δουλεύουν και δεν αράζουν πίνοντας μπύρες, δηλαδή.
Εδώ, ωστόσο, υπάρχει μια ειλικρίνεια, επιτρέψτε μου να πω. Το να μη θυμάσαι μοιάζει και είναι πιο καθαρό, πιο ακριβές. Το να θυμάσαι επιδέχεται φθορά και παραποίηση. Άλλωστε, ακόμα και αν δοκιμάσεις ο ίδιος να αφηγηθείς κάτι που έζησες, αυτό αναπόφευκτα θα έχει μυθοπλαστικά στοιχεία, περισσότερα ή λιγότερα, δεν έχει σημασία, δεν θα είναι ακριβές. Δεν θα είναι ακριβώς ανειλικρινές, όχι τουλάχιστον απέναντι στον αναγνώστη, δεν θα εμπεριέχει ίσως κακή πρόθεση, το πρώτο θύμα της ανακρίβειας είναι ο ίδιος ο πρωτοπρόσωπος, διόλου παντογνώστης εν τέλει, αφηγητής του εαυτού.
Στο μονοπάτι αυτό υπάρχει και ένα συναισθηματικό υπόστρωμα. Πώς στέκεσαι απέναντι σε κάτι που πια δεν θυμάσαι; Στεναχωριέσαι, νιώθεις ενοχές, απορείς ή δεν σε νοιάζει και τόσο; Αυτό το υπόστρωμα μένει εν πολλοίς ανενόχλητο να υπάρχει, ο καθένας μπορεί να κάνει τις γεωτρήσεις του κατά βούληση. Κυρίως όταν τον επισκεφτούν καρέ της δικής του λήθης.
Αυτή η υβριδική κατασκευή, αυτοβιογραφικό δοκίμιο όπως το οπισθόφυλλο την περιγράφει, έχει μια ιδιότητα ευκρινή, εκκινεί ως αυτοβιογραφική αφήγηση, έστω και παράδοξη, αλλά στην πορεία ενσωματώνει ιδιότητες δοκιμίου. Εκεί, στην πορεία, δημιουργείται η κοινή επικράτεια με τον αναγνώστη, άσχετα αν ο αναγνώστης θυμάται ή όχι κάποια από τις καταγραφές, δεν εντοπίζεται αποκλειστικά εκεί αυτό το έδαφος. Και αυτό δεν έχει να κάνει με το γεγονός πως διάφορες καταχωρήσεις είναι τόσο προσωπικές ώστε να υπάγονται αυστηρά και απόλυτα στην λήθινη επικράτεια του συγγραφέα. Ως ένα βαθμό έχει να κάνει με την ανάδυση υποψήφιων καταχωρήσεων από την πλευρά του αναγνώστη. Κυρίως έχει να κάνει, παρότι ο Μαλούτας ορθώς δεν στέκεται σε αυτή τη λειτουργία της μνήμης και σε όσα ερωτήματα πηγάζουν αυτής, με κάτι που έρχεται να παρενοχλήσει ένα δεδομένο: πως όσα θυμόμαστε μας αποτελούν, χωρίς να εξετάζουμε εκείνα τα άλλα που κάποιο κλικ τα διέγραψε και από τον κάδο ανακύκλωσης στην επιφάνεια του υπολογιστή. Ο συγγραφέας δεν εξετάζει το γιατί αλλά το τι ξέχασε. Και αυτό είναι ένα διαφορετικό μονοπάτι.
Το παιγνιώδες της γραφής, με τον τρόπο που τα παιδιά παίζουν, σοβαρά και χαρούμενα, η παρακαταθήκη που οι συνέταιροι στο Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας άφησαν σε κάποιους λίγους κληρονόμους, είναι κάτι το ευπρόσδεκτο, μια λογοτεχνία που δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της, ξύδι για τους ελιτιστές, ακόμα και αν κάπου υπάρχει ο στόχος να δημιουργηθεί κάτι διαφορετικό σε μια εποχή ολοένα και πιο έντονων ανακλάσεων, εν μέσω ενός διάχυτου: όσα ήταν να ειπωθούν, ειπώθηκαν. Οι περιορισμοί που τελικώς απελευθερώνουν και επιτρέπουν στο κείμενο να γραφεί και να μη μείνει ένα ακόμα προσχέδιο προθέσεων και επιθυμιών. Οι περιορισμοί, κειμενικοί αλλά και εξωκειμενικοί, όπως η δέσμευση της καθημερινής ενασχόλησης, εμμονή και πειθαρχία, προσδίδουν με εξωγενή γοητεία, εδώ που πολλά από τα φύλλα, τα περισσότερα, είναι ανοιχτά.
Είναι δύσκολο ή μη χρήσιμο να αποπειραθεί κανείς να εξετάσει το Δεν θυμάμαι με εργαλεία αμιγώς φιλολογικά. Η εμπειρία της ανάγνωσης είναι εδώ το μόνο κριτήριο, αν λειτούργησε ή όχι για τον αναγνώστη, για τον κάθε ένα αναγνώστη ξεχωριστά, αν πέρασε καλά, όπως και αν ορίζεται το καλά, αν τρίπαρε μέσα σε αυτή τη λίστα καταχωρήσεων, αν διέκρινε πράγματα δικά του, έναν τόπο κοινό αποτυχημένης μνήμης, αποτυχημένης δέσμευσης σε εκείνο το φιλόδοξο αυτό εγώ δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Πέρασα καλά, τρίπαρα, διέκρινα, έφαγα τα μούτρα μου, ξέχασα.
Το Δεν θυμάμαι σε μια εποχή αυτομυθοπλασίας, εκεί που το βίωμα είναι πανάκεια για την όποια συγγραφική αδυναμία, ένας τύμβος ατομικότητας που συχνά περνά αδιάφορος, συνεισφέρει κάτι, υπονομεύοντας τον εαυτό του, γιατί πολλοί περηφανεύονται για τη μνήμη τους, αλλά πόσοι για την αδυναμία τους; Ο Μαλούτας πετυχαίνει να δείξει κάτι που μοιάζει απλό και λογικό αλλά στην επιβολή του θυμήσου αμελείται, πως εκεί που δεν θυμάσαι υπάρχουν κάποια ψίχουλα, κάτι βρίσκεται εκεί, κάτι δικό σου, κάτι που έρχεται να φωτίσει με τον τρόπο του, τον παράδοξο και ίσως ακόμα και ενοχλητικό τρόπο του, αυτό που είσαι, αυτό που πίστευες πως θα είσαι, αυτό που πια δεν είσαι, αυτές τις εκδοχές του εαυτού.
Και όλα αυτά τα ψίχουλα λίγο λίγο συνθέτουν κάτι έξω από το αμιγώς υποκειμενικό της γραφής, μια παρελθούσα εποχή, μακρινή ή όχι και τόσο, θυμίζουν κάτι που ξέχασαν, αποδέχονται μια εν γένει αδυναμία του συστήματος, όχι παθητικά ωστόσο, ούτε πιέζοντας το μυαλό να ξεράσει ένα ακόμα καρέ, αλλά διερευνώντας.
Εκδόσεις Γεννήτρια






