Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2024

Η μοίρα των ζώων - Στέφανος Ρέγκας

Ανοίγεις ένα βιβλίο και δεν ξέρεις τι σε περιμένει, πώς να ξέρεις τι σε περιμένει, δεν αναφέρομαι στην υπόθεση, σε όσα ένα οπισθόφυλλο ελπίζει να αποκαλύψει να πείσει τον αγοραστή να φτάσει στο ταμείο, να κατέβει από τη βιβλιοθήκη να μη σκονιστεί στο ράφι να μην ξεχαστεί πριν επιτελέσει, ανοίγεις ένα βιβλίο και δεν ξέρεις τι σε περιμένει, τι άνθρωπος μπήκες και πώς θα βγεις από εκεί μέσα με το μου αρέσει δεν μου αρέσει άχρηστο και παραπλανητικό. Αυτό συνέβη (και) με το βιβλίο αυτό.

Και πώς να μιλήσεις για ένα βιβλίο όπως αυτό, δεν είναι η πρώτη φορά που αναρωτιέμαι κάτι τέτοιο που φλερτάρω με την ιδέα μιας και μόνο φράσης με θαυμαστικό στο τέλος διάβασέ το! ή με την ιδέα να αντιγράψω ένα σπάραγμα του βιβλίου και τότε το διάβασέ το! να μην χρειάζεται να πληκτρολογηθεί αλλά να σημαίνει με έντονο φως που αναβοσβήνει. Πινακίδα από νέον. Δεν αναφέρομαι στον αταξινόμητο χαρακτήρα της σύνθεσης αυτής, που ακόμα και στο πεζοποίημα ασφυκτιά, ή στην απουσία σταθερών στην πλοκή, ποια πλοκή, ή στους χαρακτήρες, ποιοι χαρακτήρες, ή στο κεντρικό νόημα, ποιο νόημα.

Ο Στέφανος Ρέγκας, από εδώ και στο εξής ποιητής, ναι ποιητής, και ας μην είναι ποίηση με τον αυστηρά ειδολογικό της μανδύα Η μοίρα των ζώων, ο ποιητής παραλείπει μόρια συνδέσμους, αφήνει στο χαρτί δύο ή τρεις εναλλακτικές, επιστρέφει, απευθύνεται σε ένα πρόσωπο συγκεκριμένο, όχι σε σένα αναγνώστη, μιλάει εκλιπαρεί φανερώνει τη μύχια σκέψη, τη μύχια ψυχή, με έναν τρόπο που σε αρπάζει και σε σέρνει μαζί της, να είχες τα λόγια, σκέφτεσαι, να είχες την ποιότητα της εμπειρίας, φαντασιώνεσαι, να ήσουν ο πομπός ή ο δέκτης, να έχεις εκείνες τις λέξεις εντός σου, να τις εντόπιζες και να τις παρατούσες στην οθόνη με τον κέρσορα να αναβοσβήνει. Τίποτα άλλο να μην μένει να ειπωθεί.

Υπάρχουν λέξεις που ανθρωποποιούνται που χάνουν το πρόσημό τους μέσα από την τριβή της γλώσσας, λες ζώο και σκέφτεσαι έναν άνθρωπο, με χίλια μύρια να τον χαρακτηρίζουν απωθητικά, λες μοίρα και σκέφτεσαι χαρτιά τράπουλας, ρωγμές στο κατακάθι, δωδεκάδες αστερισμών, λες ποίηση και σκέφτεσαι το εξεζητημένο, το πομπώδες, το προς επίδειξη μέσα, λες πλήθος και σκέφτεσαι τη μοναξιά, την αλλοτρίωση, την ατομικότητα, τη μάζα, λες έρωτας και σκέφτεσαι το σεξ, τη βία, τη μοναξιά, τον άδειο καναπέ, λες χωρισμός και σκέφτεσαι δικηγόρους, θήτες και θύματα, διατροφές και ωράριο επίσκεψης παιδιών.

Κι εγώ δεν ξέρω τι να πω, τα εργαλεία που με τον καιρό γέμισαν το βαλιτσάκι μου δεν ταιριάζουν, δεν εφαρμόζουν στην εγκοπή να στρίψουν τη βίδα, να χαλαρώσουν τους αρμούς, μια χαραμάδα να δεις στο εσωτερικό, να πείσεις τον εαυτό σου πως διέκρινες την πρόθεση, το νόημα, το οικουμενικά χαζό τι θέλει να πει ο ποιητής, να οικειοποιηθείς το αλλότριο μύχιο, να συναισθανθείς, να ταυτιστείς, να δώσεις τη μονοσήμαντη απάντηση, την απόλυτη αλήθεια, να φλερτάρεις με το αντικειμενικό, να αμφισβητήσεις τη μια ή την άλλη επιλογή, την επιμέλεια, το εξώφυλλο ακόμα ακόμα τα εργαλεία στη θήκη τους λοιπόν να σκονίζονται και να σκούζουν αχρησιμοποίητα παρατημένα.

Ο ποιητής, ναι ποιητής, και ας μην είναι ποίηση με τον αυστηρά ειδολογικό της μανδύα Η μοίρα των ζώων, ζητάει πριν απ' ό,τι άλλο το παράγωγο να διαβαστεί δυνατά, με έξω φωνή, μια προτροπή μάλλον περιττή, αυτό θα γινόταν, αργά ή γρήγορα, στην πρώτη ή στην κάθε επόμενη ανάγνωση περιδιάβαση αναμέτρηση με το κρυπτικό, μα συνάμα αποκαλυπτικό, εκείνο που κάνει την κάθε ερωτική ιστορία μοναδική, τι κλισέ και αυτό ε;, και τότε, διαβάζοντάς το δυνατά, ο ρυθμός και η επιλογή της σειράς, η παράλειψη η επανάληψη τα σημεία στίξης που εκτός από τις τελείες σπάνια εμφανίζονται, τότε όλα βγάζουν νόημα, θαρρείς, κάθε λέξη βρέθηκε εκεί που θα έπρεπε να βρίσκεται εξαρχής, ίσως αυτό να είναι η ποίηση τελικά, οι λέξεις στη θέση τους, οι συγκεκριμένες λέξεις που κανένας προηγουμένως δεν τόλμησε μπόρεσε να βάλει τη μια δίπλα στην άλλη, εκεί που η φιλολογική σκευή θα σήκωνε και θα ανέμιζε δεκάδες εκατοντάδες κόκκινες κάρτες, εκεί που η θεωρία θα έστεκε τουλάχιστον αμήχανη, η λογική θα έτρεχε να κρυφτεί από την επέλαση του συναισθήματος, η ματιά θα θόλωνε από δάκρυ. Πριν καθαρίσει.

Και αν κάποιος δοκίμαζε να μεταφράσει τα σπαράγματα ετούτα, και διάβαζες σε μια κριτική πως η μετάφραση ρέει, τι θα σκεφτόσουν αν όχι την παραποίηση την ομογενοποίηση την παραχάραξη της πρώτης ύλης τον μετασχηματισμό χωρίς έμπνευση τόλμη γνώση, όχι;, τι άλλο;, γιατί, τι κλισέ και αυτό ε;, η τέχνη, του λόγου εν προκειμένω, ελάχιστα έχει να κάνει με τους κανόνες, που καλό απαραίτητο προαπαιτούμενο είναι να τους γνωρίζεις αλλά άψυχο αποδεικνύεται να τους ακολουθείς κατά γράμμα, χωρίς τη διάχυτη ιδέα να τους περιφρονήσεις, την ανάγκη να πολτοποιήσεις το μέσα να το ξεράσεις να το αφήσεις να παγώσει να πάρει σχήμα και μορφή ο πόνος, ο έρωτας, ο αποχωρισμός, το μούδιασμα στο πάνω μέρος του κεφαλιού, στη βάση της σπονδυλικής στήλης στις άκρες των δακτύλων στη ρίζα της ύπαρξης. Η μητρική γλώσσα είναι αυτή που γεννά μεταφέρει υποδέχεται συναίσθημα.

Αφαιρώ τους δεκατρείς τίτλους που στέκονται πριν από το κάθε θραύσμα, τους βάζω σε σειρά, να μια περίληψη για όποιον την έχει ανάγκη μια δήλωση προθέσεων ύφους και επιλογών να το συναίσθημα το εγώ το εμείς να το πριν το μετά η νύχτα τα σπίτια τα δύο πότε τέσσερα πόδια η λάσπη να η εμπιστοσύνη:

όλα είναι τόσο όμορφα/οι άνθρωποι περπατούν συνήθως/μιλάμε όλη τη μέρα/κοιμάσαι ξεκουράζεσαι/ εδώ τραγουδάμε/μεγάλωσα τεράστιος/τίποτα μην κυριαρχεί/έχω κόσμους μέσα μου/κάποτε εδώ ήτανε σπίτι/έρχονται οι δεύτερες μέρες/σου λένε είπαν/η μεγάλη υγεία/για την αγριότητα

 Και από το θραύσμα επτά αντιγράφω:

Έχω κόσμους μέσα μου δεν ξέρεις πώς τραγουδάνε. Καθόλου δεν ξέρεις τραγουδάνε τραγούδια εμβατήρια στα πράγματα πέρα από τις λέξεις ανθρώπους τραγουδάνε σαν δύσεις που δεν είδε κανείς. Κόσμους κόσμου στριμώχνονται και κόσμους είναι δεν είναι μέλλοντα φεύγουν έρχονται σαν ταξίδι ξανά. Άμορφο αλλαγμένο πάντα έρχεται μ' ωραίο όνομα μεγάλο άφωνος αχός και πλησιάζει πια σαν χώμα. Έχεις κόσμους ξεχειλίζουν μοίρα ολοένα σαν σχηματισμοί πουλιών.

Ανοίγεις ένα βιβλίο και δεν ξέρεις τι σε περιμένει και ας μίλησαν γι' αυτό και ας προειδοποίησαν για τον αέρα που ξάφνου σηκώνεται δίπλα στο κύμα παίρνει το βιβλίο από τα χέρια ζορίζει τις σελίδες ταλαιπωρεί αλλά γράφτηκε εκεί διαβάστηκε εκεί έφτασε εδώ μια Κυριακή πρωί στον ήσυχο κατηφορικό δρόμο βρήκε εμένα να μην ξέρω τι να περιμένω να μην ξέρω τι ελπίζω να περιμένω τι προσδοκώ, καλή λογοτεχνία, τι κλισέ και αυτό ε;, αυτό είναι το αίτημα, άψυχο και άχρηστο, παπαγάλος να το φώναζε πάλι χαζό θα ακουγόταν, άνοιξα το βιβλίο και δεν ήξερα τι με περίμενε, ούτε τώρα ξέρω περισσότερα ίσως το μούδιασμα το δάκρυ το κενό που η σκέψη αφήνει πίσω της ίσως μόνο την ευχή προτροπή παράκληση: πάμ' επιτέλους πάμε κάπου πιο πέρα απ' την εμπιστοσύνη.

Εκδόσεις Πλήθος

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2023

Βουκαμβίλια ποπ - ΜΚΧ

Εναλλακτικά: Απομαγνητοφώνηση μιας παρουσίασης εμπλουτισμένη με όσα το άγχος στέρησε σε πρώτο χρόνο.

Αν αυτή ήταν μια τυπική παρουσίαση τότε θα ξεκινούσα με την αφηγηματικότητα της ποίησης της ΜΚΧ, για τις ιστορίες και τα στιγμιότυπα που απομονώνει από τον ζόφο και τη μαγεία της καθημερινότητας. Το κάθε ποίημα, τι και αν συνήθως άτιτλο, γίνεται το κάδρο μέσα στο οποίο μια μικρή πλοκή λαμβάνει χώρα, μια ιστορία από το λεωφορείο, τον δρόμο αργά τη νύχτα, το σχόλασμα από τη δουλειά, τις φίλες και τους συντρόφους, το mansplaining στη λαϊκή, την οπλισμένη με κλειδιά γροθιά, το μάλλον άχρηστο τηλέφωνο ανά χείρας. Οι εικόνες που γεννά δεν είναι αφηρημένες, δεν είναι ασύνδετες μεταξύ τους, δεν γίνονται εν απουσία του ποιητικού υποκειμένου θυσία σε μια απόμακρη και ιδιότροπη μούσα.

Αν αυτή ήταν μια τυπική παρουσίαση τότε θα σας μιλούσα επίσης για την πολιτική διάσταση της ποίησης αυτής, που ανήκει στο σώμα της κουήρ, φεμινιστικής και ταξικής λογοτεχνίας. Θα έλεγα επίσης για την επιδέξια ακροβασία στο όριο της στρατευμένης λογοτεχνίας, σπεύδοντας, με κάποιο άγχος, να υπεραμυνθώ της λογοτεχνικής αξίας των ποιημάτων, την απουσία της συνήθως ξύλινης γλώσσας και των αφόρητων κλισέ, θα αναφερόμουν στον εσωτερικό ρυθμό του κάθε ποιήματος και στον συνολικό συντονισμό της συλλογής. Θα έκανα ειδική αναφορά στις λέξεις που η ΜΚΧ χρησιμοποιεί για να συνθέσει τα ποιήματά της. Λέξεις καθημερινές, φρέσκες, ζωντανές. Λέξεις από το εδώ και το τώρα της γλώσσας, μακριά από τα προπύργια του αναχωρητισμού σε μια χωροχρονική συντεταγμένη κατά την οποία, όσο ποτέ άλλοτε, η ποίηση μπερδεύεται με την ποιητικότητα και η επιτήδευση με το βάρος.

Αν αυτή ήταν μια τυπική παρουσίαση θα έψαχνα στη φαρέτρα των ταπεινών περί ποίησης γνώσεών μου να εντοπίσω σχήματα λόγου και διακειμενικές αναφορές, θα τόνιζα με περισπούδαστο ύφος την ηθελημένη απουσία ρίμας και τον χαρακτήρα πεζοποιήματος, την έντονη προφορικότητα και τους κοφτούς στίχους. Θα έκλεινα ίσως με θετικές παρατηρήσεις γύρω από την καλαίσθητη έκδοση, το όμορφο εξώφυλλο και διάφορα άλλα κενά νοήματος αντίστοιχα σχόλια, μην ξεχνώντας να επισημάνω την αγωνία για το επόμενο βήμα, για το πάντοτε δύσκολο δεύτερο βήμα, φροντίζοντας ταυτόχρονα, ως λάτρης του πεζού λόγου, να προτρέψω τη ΜΚΧ να δοκιμάσει τις δυνάμεις της στη μικρή φόρμα.

Όμως αυτή δεν είναι μια τυπική παρουσίαση όπως θα έχετε σίγουρα καταλάβει. Και δεν είναι μια τυπική παρουσίαση γιατί το υποκείμενο της ανάγνωσης φέρει προνόμια που το εξαιρούν από το κοινό στο οποίο αυτή η ποίηση πρώτιστα και κύρια απευθύνεται. Τα προνόμια αυτά, άλλωστε, με κράτησαν μακριά από την πρώτη παρουσίαση της συλλογής. Τα προνόμια αυτά ωστόσο με φέρνουν σε αυτή τη δεύτερη παρουσίαση με την ευκαιρία της δεύτερης έκδοσης της συλλογής. Τι μεσολάβησε αυτό το διάστημα, θα αναρωτηθείτε και θα έχετε δίκιο. Ας είμαι ειλικρινής. Ήθελα να έχω συμμετάσχει, αυτό σκεφτόμουν οδηγώντας σπίτι μετά την πρώτη παρουσίαση, ήθελα να είμαι στο πάλκο, εγώ που θεωρώ εαυτόν αγοραφοβικό, ήθελα να έχω πάρει λίγη από τη σκληρή ομορφιά της Ποπ βουκαμβίλιας, να αποτελέσω πιο ενεργό μέρος της γιορτής εκείνης που στήθηκε με μεράκι στα γρασίδια ενός πάρκου. Το είχα κιόλας μετανιώσει. Όχι, όμως, για τους πραγματικούς λόγους.

Ήταν τα προνόμιά μου που ένιωθα πως με κρατούσαν μακριά. Σαφέστατα μπορούσα να αντιληφθώ και να απολαύσω τις αρετές της ποίησης της ΜΚΧ, εκ του μακρόθεν ωστόσο και όχι με έναν τρόπο βιωματικό, χωρίς να νιώθω το συναίσθημα, συχνά ψευδές μα τόσο αναγκαίο στην ανάγνωση, πως οι στίχοι με περιλαμβάνουν στην από δω και όχι στην αποκεί πλευρά των προσώπων και της καθημερινότητας. Διάβαζα κάπου πρόσφατα πως μπορεί κανείς να αντιληφθεί πραγματικά τα προνομία του μόνο όταν συναντήσει κάποιον που με λιγότερα προνόμια κατάφερε να πετύχει περισσότερα, και νομίζω πως αυτή η διατύπωση αναφέρεται ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο στέκομαι απέναντι στα προνόμιά μου. Και αυτά τα προνόμια με έφεραν σήμερα να μιλήσω για τη συλλογή αυτή. Μοιάζει οξύμωρο, το ξέρω.

Διατηρώ λοιπόν το προνόμιο της εκ του ασφαλούς πρόσληψης. Τη δυνατότητα να μιλάω για σχήματα λόγου και ομορφιά, λυρισμό και συγχρονία, επιδεικνύοντας την αναγνωστική μου επάρκεια αλλά και την ποικιλομορφία των αναγνωσμάτων μου. Την απόσταση εκείνη που θα με κάνει καλύτερο άνθρωπο επιτρέποντας μου να λυπάμαι την κακή τύχη του να είσαι γυναίκα, απλώνοντας εμπρός μου ένα πεδίο δόξης λαμπρό ώστε να ξετυλίξω τη γαματοσύνη του εαυτού, τη μεγαθυμία μου αλλά ταυτόχρονα να κρατώ και τις επιφυλάξεις μου, να μπορώ να σκέφτομαι πως υπάρχει το στοιχείο της υπερβολής αλλά και της εκμετάλλευσης της γυναικείας ιδιότητας, να ενοχλούμαι που η ποίηση της ΜΚΧ διεκδικεί και δεν αρκείται στη μοιρολατρεία που συχνά διακρίνει την κουήρ ή φεμινιστική γραφή, νιώθοντας άβολα, ίσως και θυμωμένα, που δεν ζητά απλώς και μόνο την παρηγοριά στην οποία με χαρά και έμφαση θα προσερχόμουν να δώσω, συνοδεύοντας τα λόγια με ένα γλυκό ταπ ταπ στην πλάτη.

Ας προσθέσουμε και αυτό γυρίζοντας στον πολιτικό χαρακτήρα της ποίησης της ΜΚΧ, τη διεύρυνση του τρόπου με τον οποίο αντανακλαστικά σκεφτόμαστε απέναντι στη βιωματική λογοτεχνία των λιγότερο προνομιούχων κοινωνικών ομάδων, σε μια εποχή που κάποιοι ισχυρίζονται πως οι από κάτω έχουν καταλάβει τη λογοτεχνική αρένα στερώντας από εμάς τους λευκούς, στρέητ, χριστιανούς, δυτικούς άντρες την πρόσβαση που τόσους αιώνες απολαμβάναμε, έχοντας ντύσει τον κόσμο με τις δικές μας λέξεις, έχοντας εγκαθιδρύσει τον δικό μας κανόνα. Για μένα, η λογοτεχνία όπως αυτή που η ΜΚΧ παράγει, λειτουργεί διασταλτικά, οξύνοντας το βλέμμα μου καθώς σε κάθε ένσταση περί υπερβολικού μια φωνή μέσα μου αντηχεί: σκάσε τώρα και διάβαζε· ενώ, ταυτόχρονα, με κάνει να χαμηλώσω το βλέμμα. Δεν μπορώ και δεν θα μπορέσω ποτέ να νιώσω πώς είναι να είσαι γυναίκα σε ένα λεωφορείο ή αργά το βράδυ κατεβαίνοντας τη Συγγρού. Και αν ισχυριστώ κάτι τέτοιο θα είναι ψέμα, αν πω: ξέρω πώς νιώθεις.

Και είναι μια μάχη συνεχής, μια μάχη αποτελούμενη από διαρκείς και επαναλαμβανόμενες ήττες, ένα εκκωφαντικό τσαλάκωμα της γαματοσύνης, της μη εξαίρεσης του εαυτού από τον κανόνα του συνόλου που ανήκει. Γιατί ακόμα και τώρα που διαλαλώ τη συνείδηση με την οποία προσέρχομαι για να μιλήσω για την ποίηση της ΜΚΧ χρειάστηκε η παρέμβαση της Ε. για να μου υποδείξει πως μιλώντας για προνόμια ίσως να έπρεπε να διαλέξω το ποίημα της σελίδας εβδομήντα και όχι εκείνο της σελίδας δεκαοχτώ που αρχικά είχα επιλέξει. Θα σας διαβάσω και τα δύο για να καταλάβετε πόσο ακόμα δρόμο έχω να διανύσω:

(σελ. 18)

τα ρούχα των κοριτσιών
δεν έχουν τσέπες
⸱
οι τσέπες
στα αντρικά πουκάμισα
έχουν το κατάλληλο μέγεθος
για τις σερβιέτες
⸱
κυκλοφορώ
στο χωριό
με τις σερβιέτες
στην τσέπη
του αντρικού μου πουκαμίσου
και νιώθω
-ρε μάνα-
πως δεν πήγε χαμένη
η κουβέντα
την κυριακή εκείνη
που πρώτη φορά
έχανα μπάνιο στη θάλασσα
για το αίμα, την ντροπή
τους λεκέδες και τον πόνο
⸱
οι σερβιέτες
στην τσέπη
του αντρικού μου πουκαμίσου
τα βλέμματα
χαμηλώνουν
στο ύψος
του στήθους
λες και μεγάλωσε
δυο νούμερα
το σουτιέν
και περήφανη νιώθω
που γυναίκα
δεν έγινα
και κορίτσι
έμεινα για πάντα
 
 
(σελ. 70)
 
οι σύντροφοί μας
θυμώνουν
όταν τους λέμε ότι προτιμάμε
έναν νεκρό άντρα
από έναν παραβιαστικό
και λένε
καλό είναι να αποφεύγονται
οι γενικεύσεις
δεν είναι το ίδιο με τα αφεντικά
όμως
το ξέρουμε όλες
για τα αφεντικά
επιτρέπονται οι γενικεύσεις
τους εξηγούμε
πως όταν είσαι η μοναδική
ανάμεσα σε άντρες
στον νυχτερινό λεωφορείο
είναι σαν να φοράς χειροπέδες
μέσα στο τμήμα
την ώρα που οι μπάτσοι
παίζουν
με τα teaser τους
προσπαθούν λίγο να καταλάβουν
αλλά δυσκολεύονται
γιατί ο φόβος τους
είναι κατάσταση εξαίρεσης
σε αντίθεση
με το καθημερινό λεωφορείο
οι σύντροφοί μας
θέλουν
να χτίζουμε μια κοινή καθημερινότητα
ο αγαπημένος μου λέει
όποτε συμβαίνει αυτό στο λεωφορείο
ή κάποια άλλη παραβίαση
θέλω να μου τηλεφωνείς
χρησιμοποιεί
το ρήμα συμπεριλαμβάνω
είναι καλός στα λογοπαίγνια
η παραβίαση
δεν με περιλαμβάνει
ενώ η λέξη συμπερίληψη
είναι μια
θετική λέξη
για όλες μας
ο αγαπημένος μου
είναι σύμμαχος
όλων μας
γι' αυτό τα βράδια
του διαβάζω
τις καταγγελίες
παραβίασης
μόνο καμιά φορά
ρωτάει
πώς ξέρουμε ότι όλες
λένε την αλήθεια
έχουν το ίδιο βλέμμα
μ' εμένα
τη μέρα που την επόμενή της
μου έκανες δώρο τον σουγιά
απαντώ
και εκείνος 
με αγκαλιάζει
προσπαθώντας να δημιουργήσει
αυτό
που ονομάζεται
ασφαλής χώρος
αλλά
είναι αδύνατο
 
Μακάρι ο στίχος εκείνος που λέει «πώς ξέρουμε ότι όλες/ λένε την αλήθεια» να μείνει να αντηχεί μέσα μου.
 
Εκδόσεις Τεφλόν

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2019

η κούνια - Μοχαμμάντ Χεμματί





Άσε τους να περιγελούν 
τον ποιητή
που μες στη βαρυχειμωνιά
έγραψε ένα ποίημα υμνητικό για σένα,
ωραίο φθινόπωρο.

Μ' αυτή τη σκέψη ξύπνησα σήμερα το πρωί, που ο μήνας έχει επτά, και όλοι μιλούν για βαρυχειμωνιά, ξεχνώντας πως έχουμε φθινόπωρο ακόμα. Ο κόσμος ξεχνάει, ξεχνάει εύκολα. Στον κόσμο αρέσουν τα δίπολα, άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, χειμώνας-καλοκαίρι, εμείς-εκείνοι. Σαν να τον τρομάζει η ελευθερία των επιλογών, προτιμάει τα διλήμματα. Είναι μία από τις δουλειές του ποιητή κι αυτή, να θυμίζει το γκρίζο, να μιλάει για το λευκό στο μαύρο, για τον χειμώνα μες στην καρδιά του καλοκαιριού. Είναι μία από τις δουλειές του ποιητή ν' αποφεύγει τις κενές νοήματος φράσεις, να παίρνει τη λέξη φθινόπωρο και να την κάνει ωραία, να τη διακρίνει μέσα στη βαρυχειμωνιά, να μην παρασύρεται από τον κρύο αέρα. Σήμερα το πρωί ξύπνησα μ' αυτή τη σκέψη, λοιπόν, κι ενώ ήθελα, όσο στο σπίτι θα είχε ησυχία ακόμα, να γράψω λίγα λόγια για την ποιητική συλλογή του Ιρανού Μοχαμμάντ Χεμματί, έμεινα να κοιτάζω έξω απ' το παράθυρο τα δέντρα που άρχισαν να χάνουν τα φύλλα τους σιγά σιγά, μια σφήγκα που δεν ήξερε τι να κάνει, τη γάτα που με κοιτάζει κι εκείνη ανεβασμένη στο πεζούλι.

Τι φρικτό που είναι
να ζεις σ' έναν κόσμο
που τα παιδιά του
πριν μάθουν να συλλαβίζουν τ' όνομα της χώρας τους
γίνονται ποιητές.

Όταν άκουσα την ιστορία πίσω από την έκδοση της συλλογής αυτής, συγκινήθηκα. Ένιωσα πως ήταν λογοτεχνία η ίδια η διαδικασία της μετάφρασης. Όταν συναντήθηκαν ο Μοχαμμάντ Χεμματί με τον Αλέξανδρο Κυπριώτη, ο Μοχαμμάντ με τον Αλέξανδρο καλύτερα, όπως θα λέγαμε σε μια ιστορία, μια αμοιβαία συμπάθεια γεννήθηκε, μεταφραστές στο επάγγελμα και οι δύο, πέρασαν ώρες πολλές συζητώντας για βιβλία που αγάπησαν, για μεταφράσεις που κατέστρεψαν λέξεις δυνατές, για τη μετάφραση ως λειψή πράξη δημιουργίας, για την ανάγκη της προσωπικής έκφρασης. Κάποιοι μεταφραστές καλύπτουν το κενό τους αυτό παραβιάζοντας κείμενα άλλων, προσθέτοντας λέξεις και ποιητικότητα, επεξηγώντας στον χαζό αναγνώστη. Τότε, σαν δοκιμή περισσότερο, δοκίμασε να μεταφράσει ο καθένας ποιήματα δικά του στον άλλον, στα γερμανικά, για να γνωριστούν καλύτερα, κάπως δειλά. Να μεταφράζεις τον ίδιο σου τον εαυτό, πόσο περίεργο έμοιαζε, και όμως ήταν μονόδρομος, ο καθένας τους, βλέπετε, λαχταρούσε να νιώσει τα ποιήματα του άλλου, τα ποιήματα που τόσο όμορφα ακούγονταν στη μητρική τους γλώσσα.

Μόλις είπαμε να βρεθούμε
έγινε επανάσταση και
τα ονόματα των δρόμων τα αλλάξανε
για να μη βρίσκουμε εγώ κι εσύ ο ένας τον άλλον.

Ο Μοχαμμάντ γράφει πολλά χρόνια ποίηση. Δεν έχει δοκιμάσει να εκδώσει ποτέ στο Ιράν. Δεν θα ήθελε να υποβάλει τα ποιήματά του στη διαδικασία της λογοκρισίας, όχι γιατί φοβάται μήπως κοπούν ή απορριφθούν αλλά γιατί δεν θέλει να τα βάλλει σε αυτή τη διαδικασία. Και ας λέει πως η λογοκρισία χρόνων ευθύνεται που οι Ιρανοί ποιητές είναι τόσο καλοί, γιατί έπρεπε πάντα να χρησιμοποιούν το μυαλό και την καρδιά, για να ξεπεράσουν τα βράχια της λογοκρισίας, να πούνε αυτά που νιώθουν να πουν μ' έναν τρόπο πλάγιο, λοξό, να κάνουν τη μεταφορά την καλύτερή τους φίλη, ο Μοχαμμάντ το λέει αυτό γελώντας πικρά, για να μην κλάψει. Η πρώτη φορά που ο Μοχαμμάντ εξέδωσε ποιήματά του ήταν σε χώρες ξένες, σε χώρες μακρινές από τη δική του, σε ένα περιοδικό γερμανικό, και τώρα εδώ. Γιατί πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα και με μισήσαν περισσότερο απ' οπουδήποτε αλλού*. Ο Αλέξανδρος άρχισε να μεταφράζει τα ποιήματα στα ελληνικά για να τα διαβάσει ο ίδιος, πρώτα και κύρια, η ιδέα μιας πιθανής έκδοσης ήταν ακόμα μακρινή. Η ποίηση δεν μεταφράζεται με λεξικά, δεν μεταφράζεται μόνο με αυτά, η προσήλωση στην τεχνική δεν αρκεί, γι' αυτό και ένας υπολογιστής δεν μπορεί να μεταφράσει. Ο Μοχαμμάντ χρησιμοποίησε διάφορους τρόπους για να εξηγήσει στον Αλέξανδρο αν επρόκειτο για εκείνη ή την άλλη λέξη, φωτογραφίες, παροιμίες, ιστορίες του τόπου του, παντομίμα, συζητήσεις επί συζητήσεων. Η διαδικασία αυτή όμως είναι αμφίδρομη, δεν αποκωδικοποιούσε μόνο ο Αλέξανδρος τις λέξεις, αποκωδικοποιούσε και ο Μοχαμμάντ τα δικά του ποιήματα, επιχειρώντας να διακρίνει τι ακριβώς λέει ο ποιητής, κάτι όχι πάντα ξεκάθαρο όταν πρόκειται για μια ποιητική εικόνα, για μια σύνθεση. Η λογική εξήγηση βαθαίνει τις ρίζες της ποίησης. 

Μια κούνια ήθελα να σκαρώσω
για τις λέξεις που ορφάνεψαν.
Πού να 'ξερα πως
μόλις οι λέξεις ησυχάσουν
τον άνθρωπο τον πιάνει ανησυχία.

Ο ποιητής θυμάται πότε έγραψε το ποίημα αυτό και πότε τ' άλλο, με ποια κοπέλα ήταν ερωτευμένος και πώς ήταν η οικονομία της χώρας του, θυμάται ξανά το ποίημα που έγραψε την πρώτη φορά που ταξίδεψε στο εξωτερικό και είδε χαρούμενα πρόσωπα στον υπόγειο. Ο ποιητής ξαναζεί εκείνη τη στιγμή, δυσκολεύεται να εξηγήσει, ζορίζεται συναισθηματικά, θυμάται. Ο μεταφραστής ακούει, ζει τα ποιήματα μέσα από τις περιγραφές, επιχειρεί να διακρίνει τον απόηχο των λέξεων, να καταλάβει, συγκινείται, η ιστορία της γραφής ενός ποιήματος είναι η ίδια ένα ποίημα. Ρωτάει διαρκώς, επιχειρεί να φέρει παραδείγματα, να φέρει την εκεί πραγματικότητα λίγο πιο κοντά στην εδώ, με όχημα μια γλώσσα παρένθετη, τη γερμανική, μια γλώσσα και για τους δύο ουδέτερη, ένα έδαφος λογικής, εκεί που κυριαρχεί η ακρίβεια. Ο Αλέξανδρος γυρίζει στο δωμάτιο του, διαβάζει τα ποιήματα ξανά και ξανά, αλλάζει εκείνη ή την άλλη λέξη, ένα κόμμα κάπου περισσεύει. Σε κάθε ανάγνωση νιώθει την αμφιβολία να διαλύεται, νιώθει αυτή την εγγύτητα της ποίησης. Είναι στο δωμάτιο μόνος, πρέπει να αναμετρηθεί με τη δική του γλώσσα, να πάρει επιλογές, οι γαμημένες οι επιλογές, πάντα αυτές, μία ή μια, ήρθανε ή ήρθαν, θυμάται τον Σλάχτερ, τον μεταφραστή ήρωα ενός διηγήματος που έγραψε παλιά, ένα βράδυ ζεστό, που όλοι έλειπαν διακοπές.

Κάθε φορά που φεύγω
παίρνω ένα κομμάτι σου μαζί μου
ένα χρώμα
μια μυρωδιά
κάτι
σε μια γωνιά της βαλίτσας μου
μέσα σ' ένα βιβλίο
στην τσέπη του παντελονιού μου.
Κάθε φορά στο αεροδρόμιο
στριγκλίζει το μηχάνημα
και η ασφάλεια του αεροδρομίου με περικυκλώνει
και όσο και να με ψάχνουν δεν βρίσκουν τίποτα
και τελικά με ακολουθούν με βλέμματα καχύποπτα.
Κάθε φορά που φτάνω
καταλαβαίνω ότι μου λείπει ένα κομμάτι μου
ίσως να το πήρες εσύ
ενώ κοιμόμουν
και κάπου μες στα μακριά σου τα μαλλιά
κάτω απ' το μαξιλάρι σου
μες στο χώμα σε κάποια από τις γλάστρες του σπιτιού μας
ή ανάμεσα στα χείλη σου
όταν τα φίλησα 
να το έκρυψες.

Και όταν το ποίημα είναι έτοιμο, μεταφρασμένο, επιμελημένο, διορθωμένο, ο μεταφραστής λέει στον ποιητή να του διαβάσει για να κάνουν αντιπαραβολή, και ο ποιητής διαβάζει στη γλώσσα του, και ο μεταφραστής αντιπαραβάλλει στη δική του, και κάπως έτσι τα σύνορα καταργούνται, και κάπως έτσι μεταφράζεται η ποίηση και ζει σε χώρες μακρινές.

Τα κεφάλια τα κόψανε
είναι αιώνες τώρα
που σκεφτόμαστε με τα πόδια μας
κι οι δρόμοι
μας ξέρουν καλύτερα απ' τις μανάδες μας.

Περισσότερα για το εγχείρημα 35 ώρες, τον χρόνο που χρειάζεται ένα ταχυδρομικό περιστέρι να διανύσει την απόσταση Τεχεράνη-Αθήνα, μπορείτε να βρείτε εδώ. Κι εδώ ακούτε το ομώνυμο ποίημα της συλλογής, στο πρωτότυπο και μεταφρασμένο σε σαράντα γλώσσες.

*Ο στίχος είναι από το τραγούδι Πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα, το οποίο μπορείτε να ακούσετε εκεί.

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Τετάρτη 10 Μαΐου 2017

Το Μέσα Από Τα Βλέφαρά Μας - Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης




2015
Το μυθιστόρημα είναι ντοκιμαντέρ.

...της δικής σου ζωής και της παρατήρησης, των βιωμάτων και των φίλων, των μυθιστορημάτων, των τραγουδιών, των ταινιών, της τέχνης. Του έρωτα. Προσκλητήριο ζώντων και τεθνεώτων. Όλων εκείνων που οι φωτογραφίες δεν έχουν τη δύναμη να πουν. Είναι σύνθεση μέσω της αφαίρεσης, το περιττό υποχωρεί από το βάρος του, και παραχωρεί -με το ζόρι, και καλώς παθαίνει- τη θέση του στο ξεχωριστό, στο υποκειμενικά αξιολογημένο ως ξεχωριστό. Η έμπνευση είναι μέσα και γύρω μας, αυτόφωτη και ετερόφωτη, είναι εγώ και οι άλλοι, το άλφα κεφαλαίο, αλλά και το έψιλον. Οι τόποι και η τυχαιότητα, οι φίλοι -ναι ξανά οι φίλοι- και οι επιλογές. Οι χωρισμοί, οριστικοί και προσωρινοί. Οι μάχες: νίκες, ήττες, εκεχειρίες -με όποια σειρά και σε όσες επαναλήψεις. Η πόλη το βράδυ, κάθε βράδυ, η ύπαιθρος την άνοιξη, κάθε άνοιξη. Τα στέκια της Αθήνας, το κέντρο του κόσμου, τα όνειρα της επαρχίας, η περιφέρεια του κύκλου. Το αλκοόλ και ο καφές. Οι εξαρτήσεις: αποδοχή, έξοδος, πτώση -με όποια σειρά και με όσες επαναλήψεις. Τα πάθη και ο τοίχος απέναντι, λευκός με πιτσιλιές κόκκινες, ένας καμβάς. Είναι ο χρόνος, ποτέ όμως γραμμικός.

Βιωματικά θραύσματα που συνθέτουν ένα μυθιστόρημα εν τη απουσία του. Το παρελθόν μαγεύει, όμως και το παρόν μαγεύει. Κάποιοι ίσως αύριο περισσέψουν, όμως κάποιοι άλλοι ίσως αύριο προστεθούν. Ο αναγνώστης και ο δημιουργός, ο δημιουργός που διαβάζει και ο αναγνώστης που δημιουργεί, χορός αέναος προς το μέλλον. Η έκταση ποτέ δεν ήταν συνώνυμο της σπουδαιότητος. Ευτυχώς κάποιοι κυκλοφορούν με το υποδεκάμετρο να προεξέχει από την πίσω τσέπη του καλοσιδερωμένου τους παντελονιού, έτσι τους ξεχωρίζουμε, έτσι τους αποφεύγουμε ακόμα και στο τέλος της βραδιάς, όταν οι ατέλειες παίρνουν την εκδίκησή τους. Ευτυχώς κάποιοι άλλοι προβάλλουν το πάθος για την ομορφιά, αφήνοντας πίσω, ορατή μα στο βάθος, την απέχθεια για την ασχήμια. Ευτυχώς για κάποιους η τέχνη είναι ακόμα γιορτή και όχι μόνο κουτσομπολιό στο προαύλιο της εκκλησίας, μία μέρα την εβδομάδα και αν. Ευτυχώς κάποιοι ακόμα επιμένουν να τριγυρνούν στο κέντρο του κόσμου, αφήνοντας τους άλλους να κρίνουν από απόσταση, επιμένουν να στήνουν εκεί γιορτές, βιβλιοπωλεία, βραδιές, μυθιστορήματα.


Εκδόσεις Bibliothéque


Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Σύρε καλέ την άλυσον - Γλυκερία Μπασδέκη

(Ετούτη τη φορά τα λόγια ανήκουν στη δημιουργό, δικά μου, άξια, δεν βρήκα. Και το Σάββατο δεν μπόρεσα να είμαι εκεί. Γαμώτο.)




Μ' αρέσει που συζητάμε πολιτισμένα


θα σε σκοτώσει
το τσιγάρο ( είπες )

το τραμ Πατήσια - Λάρισα
το νι πριν τα φωνήεντα
το ασετόν, οι λάμπες αλογόνου,
ένας φαντάρος Κώστας
απ' τον Έβρο (είπα)

θα με σκοτώσει επίσης
                        

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Meine Engel brauchen keine Flügel




  
         
Mario Wirz (1956-2013)
Μετάφραση από τα γερμανικά: Αλέξανδρος Κπριώτης




Meine Engel brauchen keine Flügel,
um mich zu erstaunen,
keinen Glanz,
der mich erschreckt,
behutsam stellen sie mich auf die Füße,
halten mich,
bei meinen ersten Schritten in das Tageslicht,
meine Engel sind weiblich oder männlich,
sie brauchen keine Harfen,
um mich zu wecken,
keine Vollkommenheit,
die mich verwirrt,
manchmal pfeifen sie kess
oder trällern die neuesten Schlager,
sie necken übermütig meine Gespenster,
scherzen mit meinem Schatten,
meine Engel verwandeln mein dunkles Schweigen
in ein Lachen,
füttern mich mit Hoffnung,
ihre Hände trösten den geschundenen Körper,
zähnen seinen Schmerz,
meine Engel verteidigen mich,
halten Wache,
auch in dieser Nacht…




Οι δικοί μου οι άγγελοι δεν χρειάζονται φτερά,
για να με θαμπώνουν,
ούτε λάμψη
που να με τρομάζει,
προσεχτικά με βάζουν να σταθώ στα πόδια μου,
με κρατάνε,
στα πρώτα μου τα βήματα στο φως της μέρας,
οι δικοί μου οι άγγελοι είναι θηλυκοί ή αρσενικοί,
δεν χρειάζονται άρπες,
για να με ξυπνάνε,
ούτε τελειότητα,
που να με μπερδεύει,
καμμιά φορά σφυρίζουνε αλήτικα
ή τραγουδάνε τις τελευταίες επιτυχίες,
πειράζουνε ανέμελα τα φαντάσματά μου,
κάνουν αστεία με τη σκιά μου,
οι δικοί μου οι άγγελοι μεταμορφώνουνε τη σκοτεινή σιωπή μου
σε γέλιο,
με ταΐζουνε ελπίδα,
τα χέρια τους παρηγορούν το βασανισμένο σώμα,
δαμάζουνε τον πόνο του,
οι δικοί μου οι άγγελοι με προστατεύουνε,
φυλάνε σκοπιά,
κι αυτή τη νύχτα…


Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Style is the answer to everything.







 Style
 του Charles Bukowski  (μεταφράζει η Ανάδυση)


Style is the answer to everything.
A fresh way to approach a dull or dangerous thing
To do a dull thing with style is preferable to doing a dangerous thing without it
To do a dangerous thing with style is what I call art

Το στυλ είναι η απάντηση σε όλα.
Ένας καινούργιος τρόπος να προσεγγίσεις κάτι ανιαρό ή κάτι επικίνδυνο
Να κάνεις κάτι ανιαρό με στυλ, το προτιμώ, απ’ το να κάνεις κάτι επικίνδυνο χωρίς.
Να κάνεις κάτι επικίνδυνο με στυλ, αυτό το λέω τέχνη.

Bullfighting can be an art
Boxing can be an art
Loving can be an art
Opening a can of sardines can be an art

Οι ταυρομαχίες μπορεί να είναι τέχνη
Το μποξ μπορεί να είναι  τέχνη
Το ν’ αγαπάς μπορεί να είναι τέχνη
Να ανοίγεις μια κονσέρβα με σαρδέλες, μπορεί να είναι τέχνη.

Not many have style
Not many can keep style
I have seen dogs with more style than men,
although not many dogs have style.
Cats have it with abundance.

Δεν είναι πολλοί αυτοί που έχουν στυλ.
Δεν είναι πολλοί αυτοί που μπορούν να διατηρήσουν το στυλ
Έχω δει σκύλους που έχουν πιο πολύ στυλ απ’ τους ανθρώπους,
αλλά δεν είναι πολλοί οι σκύλοι που έχουν στυλ.
Οι γάτες το έχουν άφθονο.

When Hemingway put his brains to the wall with a shotgun,
that was style.
Or sometimes people give you style
Joan of Arc had style
John the Baptist
Jesus
Socrates
Caesar
García Lorca.

Ο Χέμινγουεϊ τίναξε τα μυαλά του στον αέρα με μια καραμπίνα,
αυτό ήταν στυλ.
Ή, μερικές φορές, οι άνθρωποι σου δίνουν στυλ.
Η Ιωάννα της Λωρραίνης είχε στυλ
ο  Ιωάννης ο Βαπτιστής
ο Χριστός
ο Σωκράτης
ο Καίσαρας
ο Λόρκα.

I have met men in jail with style.
I have met more men in jail with style than men out of jail.
Style is the difference, a way of doing, a way of being done.
Six herons standing quietly in a pool of water,
or you, naked, walking out of the bathroom without seeing me.

Στη φυλακή βρήκα πολλούς άντρες με στυλ
Βρήκα πιο πολλούς άντρες με στυλ στη φυλακή, παρά έξω απ’ αυτή.
Στυλ είναι η διαφορά,τρόπος να κάνεις, ο τρόπος να την κάνεις.
Έξι ερωδιοί που στέκουν ήσυχα σε μια λιμνούλα με νερό,
ή εσύ, γυμνή, βγαίνοντας  απ’ το μπάνιο χωρίς να μ’ έχεις δει.



Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Μια εποχή στην κόλαση

Αν θυμάμαι καλά, κάποτε, ήταν η ζωή μου έκπαγλη γιορτή
που άνοιγαν όλες οι καρδιές και όλα τα κρασιά κυλούσαν.

Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου.
Και τη βρήκα πικρή.
Και τη βλαστήμησα.
Οπλίστηκα ενάντια στη δικαιοσύνη. Δραπέτευσα.
Ω Μάγισσες, Μιζέρια, Μίσος, εσείς θα διαφυλάξετε το θησαυρό μου.
Κατόρθωσα να σβήσω από το λογικό μου κάθε ελπίδα ανθρώπινη.
Μ' ύπουλο σάλτο, χύμηξα σα θηρίο πάνω σ'όλες τις χαρές να τις σπαράξω.
Επικαλέστηκα τους δήμιους να δαγκάσω, πεθαίνοντας, τα κοντάκια των όπλων τους.
Επικαλέστηκα κάθε Οργή και Μάστιγα να πνιγώ στο αίμα, στην άμμο.
Η απόγνωση ήταν ο θεός μου.
Κυλίστηκα στη λάσπη.
Στέγνωσα στον αέρα του εγκλήματος.
Ξεγέλεσα την τρέλλα.
Κι' η άνοιξη μου προσκόμισε το φρικαλέο γέλιο του ηλίθιου.
Μα τώρα τελευταία πριν τα τινάξω για καλά,
λέω να αποζητήσω το κλειδί του αρχαίου συμπόσιου μήπως βρω ξανά την όρεξή μου.
Το κλειδί αυτό είν' η συμπόνοια.
Η έμπνευση τούτη δείχνει πως ονειρεύτηκα.

" Θα μείνεις ύαινα .." ολολύζει ο διάβολος και με στεφανώνει με πλήθος ιλαρές παπαρούνες.
" Φτάσε στο θάνατο μ'όλες τις αχαλίνωτες ορέξεις σου, την φιλαυτία σου, και κάθε ασυγχώρητο αμάρτημα!"
Αλλά, σατανά, φίλτατέ μου, να χαρείς, όχι βλοσυρές ματιές. Περιμένω μερικές βδεληρότητες, αναδρομικά.
Ωστόσο, για σας, τους εραστές της απουσίας του περιγραφικού ή διδακτικού ύφους σ' έναν συγγραφέα, για σας αποσπώ τις λίγες ελεεινές αυτές σελίδες από το σημειωματάριο ενός κολασμένου.

(Arthur Rimbaud)

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

Εν Πλω


Χωρίς Κανόνα

Είμαι ένα φύλλο του φθινόπωρου που πέφτει,
είμαι ένα στρώμα από φύλλα πεταμένα
κι αυτό το κίτρινο το χώμα που με βάφει,
κάποια στιγμή θα γίνει ένα και με μένα
Θα πλανηθώ μεσ' στις πτυχές του δέρματος σου,
θ' ακολουθώ κάθε τυχαία χαραγή σου
κι όπου με βγάλει θα φωλιάσω το χειμώνα,
χωρίς κανόνα.

Είμαι μια δύναμη κρυμμένη και το ξέρω
όμως δε ξέρω τι ζημιά μπορώ να κάνω,
Ζω σ' ένα πόλεμο που τρώει τα σωθικά μου,
που όμως κάποτε θα φάει και εμένα.
Στην μυρωδιά σου να μεθάω και να χάνομαι,
μόνο το χρώμα της πνοής σου να αισθάνομαι.
Έτσι ζεστά θα τον περάσω τον χειμώνα,
χωρίς κανόνα.

Είμαι ποτάμι που παρέσυρε τα δέντρα,
κάθε σταγόνα μου τα φύλλα τους δροσίζει,
μα δεν αρκεί αυτό ζωή για να τους δώσει
κι έτσι όλο κλέβουνε ζωή μόνο από μένα.
Πού θα με παν αυτοί οι δρόμοι σου δεν ξέρω
κι αυτό το άγνωστο με κάνει και σε θέλω.
Σ' αυτό το αίνιγμα κουρνιάζω τον χειμώνα
χωρίς κανόνα.

Είμαι ένα πλάτωμα, μια βάση για πυραύλους,
είμαι ένας πύραυλος που έκαψε τη βάση
κι αυτή η θλίψη μου δεν θα σβηστεί στ' αστέρια,
γι' αυτό θλιμμένο βλέπετε πάντα εμένα.
Κι έτσι όπως βλέπω να σε σέρνω και να σέρνομαι
κι όταν σε παίρνω να πετάμε και να φεύγουμε,
θα τον μπερδέψουμε για πάντα τον χειμώνα,
χωρίς κανόνα.


(στίχοι: Στέφανος Κανελλής)

Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

Τάσος Λειβαδίτης - Βιογραφία

"Πρέπει, οπωσδήποτε, ν'αλλάξω ζωή, αλλιώς
είμαι χαμένος. Βέβαια, έχω καιρό μπροστά μου, είμαι ακόμα
νέος. Αν μπορούσα να ξεφύγω αυτήν την άθλια καθημερινότητα,
υποχρεώσεις και συνήθειες και συμβιβασμοί, αν σταθώ
λιγότερο εύκολος
στις διάφορες προφάσεις - μα ιδιαίτερα
αν βάλω πια ένα τέλος σε τούτες τις αιώνιες αναβολές.
Τότε ,αλήθεια, ίσως φτιάξω κάτι, ίσως μάλιστα και κάτι το
μεγάλο
όπως ονειρευόμουν από παιδί..."

Έτσι έγραφε κάποιος ένα βράδυ με χέρια που τρέμανε.
Κι έκλαιγε. Ύστερα νύσταξε κι αποκοιμήθηκε.
Το πρωί, μόλις θυμόταν κάτι αόριστα. Και σε μερικά χρόνια
πέθανε"