Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2023

Ο άνεμος που σαρώνει - Selva Almada

Πολλάκις έχω διατυπώσει στη γωνιά αυτή την αδυναμία μου για την προερχόμενη από τη Λατινική Αμερική σύγχρονη γυναικεία λογοτεχνία, ένα σχετικά πρόσφατο παρακλάδι ενδιαφέροντος μιας ευρύτερης αδυναμίας για την ισπανόφωνη γραμματεία, που εν μέρει οφείλεται στο άνοιγμα που έχουν κάνει προς αυτή την κατεύθυνση αρκετοί εγχώριοι εκδοτικοί οίκοι. Αυτή η αδυναμία είναι που μου γέννησε την περιέργεια και έφερε το βιβλίο της γεννημένης το 1973 Αργεντινής συγγραφέως πιο άμεσα στην κορυφή της στοίβας με τα προσεχώς, ενώ ταυτόχρονα καθόρισε σε μεγάλο βαθμό και τις αναγνωστικές προσδοκίες.

Ο άνεμος που σαρώνει είναι μια νουβέλα, γραμμένη το 2012, που σχετικά πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος σε μετάφραση Αγγελικής Βασιλάκου. Η υπόθεση διαδραματίζεται μέσα σε κάποιες ώρες. Ο αιδεσιμότατος Πίρσον, παρέα με την έφηβη κόρη του, κηρύσσει το Ευαγγέλιο διατρέχοντας την αργεντίνικη ύπαιθρο, όταν το αυτοκίνητό τους χαλάει και ένας διερχόμενος οδηγός φορτηγού τους ρυμουλκεί μέχρι το συνεργείο που διατηρεί στη μέση του πουθενά ο Γκρίνγκο Μπάουερ. Ο μηχανικός μένει εκεί μαζί με τον Ταπιόκα, ένα νεαρό αγόρι που πριν από κάποια χρόνια η μητέρα του το εγκατέλειψε εκεί λέγοντας στον Μπάουερ πως είναι γιος του. Οι τέσσερίς τους θα συνυπάρξουν όσο διαρκεί η επισκευή του αυτοκινήτου.

Φτιαγμένη από απλά υλικά, χωρίς πρόθεση πρόκλησης στείρου εντυπωσιασμού, η νουβέλα της Αλμάδα πετυχαίνει να εντυπωθεί στον αναγνώστη. Παρά την χαμηλών τόνων αφήγηση, χωρίς κορυφώσεις και ανατροπές που να κόβουν την ανάσα, Ο άνεμος που σαρώνει διαπραγματεύεται μια σειρά από περίπλοκα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Μεταξύ αυτών είναι το πώς συστήνουμε τον εαυτό μας σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτα για μας, η πατρική φιγούρα, η αλλαγή πλεύσης, η ανάγκη για νόημα και πίστη, η ματαιότητα και σκληρότητα της εφηβικής περιόδου και η καταφυγή στη μοναξιά, ενώ παράπλευρα αποτυπώνεται σε αδρές γραμμές η μεγάλη εικόνα της αργεντίνικης πραγματικότητας περισσότερο ως μακρινός απόηχος. Αυτή η, λόγω μεγέθους κυρίως, νουβέλα μοιάζει με μια άσκηση ύφους, που φέρνει στον νου το, κατά Ζολά, πειραματικό μυθιστόρημα. Η συγγραφέας απομονώνει τους τέσσερις χαρακτήρες σε ένα περιβάλλον αποκομμένο από τον μεγάλο κόσμο. Εκεί τους παρατηρεί να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, φέρνοντας ο καθένας τις αποσκευές του από το παρελθόν, το μονοπάτι που ακολούθησε ώσπου να βρεθεί, ηθελημένα ή μη, τη συγκεκριμένη στιγμή στον καθορισμένο χώρο του συνεργείου.

Η Αλμάδα στρέφει την πλήρη προσοχή της στα τέσσερα πρόσωπα, χωρίς να ξεχωρίζει κάποιο από αυτά σε ρόλο πιο κεντρικό. Ο τρόπος με τον οποίο αποκαλύπτεται το παρελθόν, πότε ως ανάδυση σε μια συζήτηση και πότε ως αναληπτική παρέμβαση του παντογνώστη αφηγητή, επιτρέπει στα πρόσωπα να αποκτήσουν το απαραίτητο βάρος, την αναγκαία αληθοφάνεια, ενώ ταυτόχρονα προσδίδει μια αβίαστη και φυσική σχέση αιτίου και αιτιατού στο πώς διαχειρίζονται την αναγκαστική τους συνύπαρξη. Επίσης, φέρνει στην επιφάνεια στοιχεία που επιτρέπουν στον αναγνώστη να πραγματοποιήσει υποθέσεις γύρω από τη σχέση πατέρα παιδιού, αλλά και να φλερτάρει με την πιθανή εξέλιξή της στο μέλλον, όταν τα παιδιά θα έχουν ενηλικιωθεί και θα μπορούν να πάρουν περισσότερες αποφάσεις. Η μητρική απουσία διαδραματίζει κομβικό ρόλο στο μικροκλίμα της ιστορίας, μια απουσία εμφανώς και καθοριστικά παρούσα, κοινός τόπος και για τα δύο ζευγάρια χαρακτήρων, που φέρνει στο προσκήνιο την πατρότητα και τις ιδιαιτερότητές της, πάλι με τρόπο ομαλό και χωρίς η θεωρητική παρατήρηση να υπερβαίνει τα λογοτεχνικά όρια, αλλά αποτελώντας μια μεταβλητή που κινεί το ενδιαφέρον της συγγραφέως στο ανάπτυγμα της εξίσωσης αυτής, μια συγγραφική επιλογή ανάμεσα σε τόσες άλλες.

Η ύφανση της πλοκής σκοπίμως δεν είναι πυκνή, χωρίς ωστόσο αυτό να είναι τελικά μειονέκτημα της γραφής, παρότι στο άκουσμά του ως τέτοιο μοιάζει. Η συνειδητή αυτή συγγραφική απόφαση επιτρέπει στον χωροχρόνο να διεισδύσει ανάμεσα στις γραμμές τής ιστορίας και να αποτυπώσει τις ιδιαιτερότητές του αλλά και τα συναισθήματα που γεννά. Το περιβάλλον εντός του οποίου συμβαίνει η ιστορία παίζει καθοριστικό ρόλο, η συνάντησή τους δεν θα ήταν ίδια σε άλλο τόπο με παρουσία περισσότερων ανθρώπινων ερεθισμάτων και με τον χρόνο να υπακούει σε άλλους ρυθμούς. Η αφήγηση των πεπραγμένων δεν αποτελεί έναν εμμονικό μονόδρομο που θα μπορούσε να αποδειχτεί τελικά αδιέξοδος, αφού εδώ το σημαντικό δεν είναι το τι έγινε, αλλά το πώς τα τέσσερα πρόσωπα αντιμετωπίζουν ό,τι συμβαίνει. Και αυτό το πώς εν πολλοίς αποτελείται από μύχιες και κρυφές σκέψεις, κενά σιωπής και στιγμές αδράνειας. Η Αλμάδα διαχειρίζεται με τρόπο άρτιο τις συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα η ιστορία αυτή και τις καθιστά βασικά συστατικά της νουβέλας της. Επίσης, ενώ τα δίπολα υπάρχουν (μεταξύ άλλων ο πνευματικός Πίρσον και ο πρακτικός Μπάουερ, το αγόρι και το κορίτσι, η ζωή σε διαρκή κίνηση και σε απόλυτη στάση), η συγγραφέας δεν εγκλωβίζεται στην στερεοτυπία που απορρέει από αυτά, και αυτή είναι μια ακόμα από τις αρετές της γραφής της.

Ο άνεμος που σαρώνει είναι ένα από εκείνα τα λογοτεχνικά έργα που διακρίνονται για τη βραδυφλεγή καύση τους, που δεν εντυπωσιάζουν στην πρώτη επαφή αλλά ωστόσο αντέχουν στη φθορά του χρόνου που ακολουθεί την ανάγνωση. Ένα καλό βιβλίο.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Κλειδάριθμος

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2023

Ο ποταμός της μνήμης - Richard Powers

Πριν από αρκετά χρόνια, οκτώ αν κάνω σωστά τις πράξεις και τους υπολογισμούς, η Σ., με βλέμμα γεμάτο λάμψη, μου μίλησε για το βιβλίο αυτό. Ωστόσο, οι μηχανισμοί που φέρνουν στα χέρια μας το επόμενο βιβλίο είναι, τις περισσότερες φορές, ανεξήγητοι, η πληροφορία καταγράφηκε αλλά δεν αξιοποιήθηκε παρά μόνο πριν από λίγες μόλις μέρες, όταν η ανάγκη για μια πολυσέλιδη, γενναιόδωρη αφήγηση χτύπησε με επιμονή την πόρτα. Πριν από τρία χρόνια διάβασα ένα άλλο βιβλίο του Πάουερς, Οι κορυφές της ζωής, που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Ενθουσιάστηκα. Ήταν το βιβλίο που τότε είχα ανάγκη, μια μεγάλη αφήγηση ικανή να δημιουργήσει χώρο σε μια περίοδο αρκετά ασφυκτική. Και τα βιβλία αυτά, που, αριστουργήματα ή μη, κάποτε μας βοήθησαν να μείνουμε στην επιφάνεια και να βρούμε τις ανάσες μας ξανά, έχουν μια θέση ξεχωριστή στην καρδιά μας. Τέτοιο βιβλίο ήταν Οι κορυφές της ζωής. Η εμπειρία εκείνη έφερε ξανά στο προσκήνιο την ανάμνηση εκείνου του γεμάτου λάμψη βλέμματος. Πέρασε αρκετός καιρός από τότε. Άλλα βιβλία μεσολάβησαν. Στο παζάρι της Κλαυθμώνος Ο ποταμός της μνήμης κόστιζε δυόμιση ευρώ. Δεν είχα πλέον κάποια δικαιολογία. Η στιγμή έφτασε. Οι προσδοκίες αναπόφευκτα βάραιναν την επιλογή.

Η Κάριν κατάφερε να ξεφύγει από το ασφυκτικό περιβάλλον της μικρής επαρχιακής πόλης στις βορειοαμερικανικές μεσοδυτικές πολιτείες, εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε, πόλη γνωστή εξαιτίας του ξεχειμωνιάσματος των καναδικών γερανών τους χειμερινούς μήνες στον ποταμό Πλατ. Δυσκολεύτηκε αρκετά αλλά κατάφερε να πάρει τον έλεγχο της ζωής της, να αφήσει μεγάλο μέρος του παρελθόντος της πίσω, να νιώσει καλά με τον εαυτό της, να βρει ικανοποίηση και νόημα στις ταπεινές δουλειές που χρειάστηκε να κάνει, να αφεθεί σε μια σχέση, όσο μπορούσε τουλάχιστον να αφεθεί. Πίσω, στη γενέθλια πόλη, άλλος συγγενής εκτός από τον Μαρκ, τον μικρότερο αδερφό της, δεν της είχε μείνει. Οι δυσκολίες της ενηλικίωσης, με εκείνη στον ρόλο της μεγάλης αδερφής, ύφαναν το κυρίως μέρος των μεταξύ τους συναισθημάτων. Η χιλιομετρική απόσταση φάνηκε να δίνει οριστικά το πραγματικό βάρος στη σχέση τους. Όμως, η ζωή είναι γεμάτη από ανατροπές.

Όταν το τηλέφωνό της χτύπησε, έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια της, ο αδερφός της ήταν σε κρίσιμη κατάσταση αλλά ζωντανός μετά από ένα αυτοκινητικό ατύχημα και νοσηλευόταν στην τοπική κλινική. Η Κάριν θα ζητήσει και θα λάβει μια ολιγοήμερη άδεια από τη δουλειά της για να βρεθεί στο πλευρό του Μαρκ, που την είχε ανάγκη. Η ανακούφισή της όταν ο Μαρκ επανέκτησε την επαφή με το περιβάλλον γρήγορα υποχώρησε αφού εκείνος αρνιόταν πεισματικά να δεχτεί πως ήταν η Κάριν εκείνη που βρισκόταν στο δωμάτιο και όχι κάποια σωσίας που είχε πάρει τη θέση της. Η υπομονή των πρώτων ημερών, πως αυτό ήταν μια κατάσταση προσωρινή, έδωσε τη θέση της στον εκνευρισμό μιας μόνιμης συνθήκης. Η Κάριν αναγκάστηκε να πάρει άδεια άνευ αποδοχών, ρισκάροντας πως η θέση της θα καλυπτόταν από κάποιον άλλο διαθέσιμο αντικαταστάτη. Η γνωμάτευση των θεραπόντων ιατρών ήταν πως ο Μάρκ έπασχε από το σύνδρομο Κάπγκρας, σπάνιο και όχι σύνηθες αποτέλεσμα κρανιοεγκεφαλικού τραύματος.

«Στο Κάπγκρας το άτομο πιστεύει ότι οι αγαπημένοι του έχουν αντικατασταθεί με ρομπότ, σωσίες ή εξωγήινους. Όλους τους άλλους τους αναγνωρίζει. Ενώ το αγαπημένο πρόσωπο διεγείρει μεν τη μνήμη, αλλά όχι και το συναίσθημα. Η απουσία συναισθηματικής επιβεβαίωσης υπερτερεί αυτού που λέει η λογική της μνήμης. Ή, για να το πω αλλιώς, η διάνοια επινοεί περίπλοκα λεπτομερείς μεν, αλλά παράλογες εξηγήσεις για να δικαιολογήσει μιαν ανεπάρκεια στο συναίσθημα. Η λογική εξαρτάται από το συναίσθημα».

Η Κάριν, σε μια προσπάθεια κατανόησης και, συναισθηματικής κυρίως, επιβίωσης, αρχίζει τη μελέτη γύρω από το σύνδρομο Κάπγκρας αλλά και τη γενικότερη μελέτη της λειτουργίας του εγκεφάλου. Θα επικοινωνήσει με τον Τζέραλντ Βέμπερ, έναν νευρολόγο και διάσημο συγγραφέα βιβλίων εκλαϊκευμένης νευρολογίας που ζει στην ανατολική ακτή. Θα καταφέρει να του κινήσει το ενδιαφέρον και να τον φέρει ως εκεί. Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το περίγραμμα της υπόθεσης του μυθιστορήματος αυτού.

Ένας παντογνώστης αφηγητής θα ηγηθεί της προώθησης της πλοκής στην οποία πρωταγωνιστούν τα δύο αδέρφια και ο Βέμπερ, ενώ παράλληλα, καθώς οι μήνες κυλούν, οι γερανοί φτάνουν και αποχωρούν από τα μέρη εκείνα. Ο Πάουερς είναι σπουδαίος μάστορας στην κατασκευή, κάτι το οποίο είχα την τύχη να απολαύσω και στο προηγούμενο βιβλίο του. Μια αφήγηση ρέουσα που δεν ανακόπτεται χωρίς ωστόσο να παραμελεί τις απαραίτητες τεχνικές προδιαγραφές, χωρίς δηλαδή να υποκύπτει άνευ όρων στην ευκολία γυρίσματος της σελίδας. Τα σκοτεινά σημεία του ανθρώπινου εγκεφάλου μπορεί να μοιάζουν αρκούντως γοητευτικά, αλλά χωρίς την ορθή χρήση τους δεν θα κατάφερναν να διαμορφώσουν ένα ωραίο μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας πείθει τον αναγνώστη πως έχει επαρκή και εις σχετικό βάθος γνώση για το αντικείμενο, πως το σύνδρομο Κάπγκρας δεν είναι ένα απλό και φαντασμαγορικό εύρημα που στην πορεία αποδεικνύεται αντί για θησαυρός άνθρακας, και αυτό, παρότι βρισκόμαστε σε μυθοπλαστικά εδάφη, είναι απαραίτητο.

Ο Βέμπερ θα μπορούσε, στα μάτια μου τουλάχιστον αυτό συνέβη, να θεωρηθεί άλτερ έγκο του Όλιβερ Σακς. Η παρουσία του, εκτός από καταλυτική για την προώθηση της κεντρικής πλοκής, διαπραγματεύεται αρκετά ακόμα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την έννοια ή τον ρόλο, αν προτιμάτε, του επιστήμονα, την ταλάντευση ανάμεσα στην επιλογή της περαιτέρω επιστημονικής έρευνας και την εκλαΐκευση της εμπειρίας, ανάμεσα στη συγγραφή επιστημονικών άρθρων που αφορούν λίγους ειδικούς και την απόπειρα επεξήγησης σε ένα πιο ευρύ κοινό, το ηθικό ερώτημα αν πρόκειται για εκμετάλλευση των ασθενών ή όχι η μεταφορά των περιστατικών στις σελίδες των βιβλίων του, αν προκύπτουν ζητήματα σχετικά με τη χρήση ευαίσθητων και ξεκάθαρα προσωπικών δεδομένων, αλλά και αν η απόπειρα απόκρυψής τους αποτελεί μια καλή δικαιολογία για τον μυθοπλαστικό εμπλουτισμό τους προς τέρψιν εντυπωσιασμού. Ο Πάουερς έχει τη διορατικότητα να μην του στήσει έναν ανδριάντα, αλλά να προσδώσει στον Βέμπερ τα απαραίτητα, ανθρώπινα χαρακτηριστικά, καταφέρνοντας να δώσει το απαραίτητο βάθος στον χαρακτήρα αυτό, ίσως τον πιο καλοσχηματισμένο και σίγουρα τον πλέον γοητευτικό μεταξύ των προσώπων της πλοκής.

Εκείνο ωστόσο που κυρίως πετυχαίνει ο Πάουερς είναι να διαποτίσει το σύνολο του μυθιστορήματος με τα λόγια του Βέμπερ: Η λογική εξαρτάται από το συναίσθημα. Το επιστημονικό και σπάνιο εύρημα του συνδρόμου Κάπγκρας δεν εξαντλείται στον εντυπωσιασμό, αλλά καθίσταται οργανικό μέρος της συνολικής αναγνωστικής πρόσληψης. Και αυτό αποδεικνύεται ο πλέον καθοριστικός παράγοντας που επιτρέπει στο Ο ποταμός της μνήμης να υπερβεί κατά πολύ τους όποιους περιορισμούς καλείται να αντιμετωπίσει ένα μυθιστόρημα όπως αυτό, που εξαρτάται σε τόσο μεγάλο βαθμό από το κεντρικό εύρημα και τη διαρκή προσήλωση στην προώθηση της πλοκής. Ο πρωτότυπος τίτλος του μυθιστορήματος είναι The Echo Maker. Παρότι δεν ξέρω τους λόγους για τους οποίους λήφθηκε η απόφαση για την αλλαγή του στην ελληνική έκδοση, οφείλω να παραδεχτώ πως αποδεικνύεται αρκετά λειτουργικός και επαρκής.

Ένα πολύ καλό μυθιστόρημα ήταν αυτό.

υγ. Για το Οι κορυφές της ζωής περισσότερα εδώ, ενώ οι εκδόσεις Gutenberg έχουν προαναγγείλει το τελευταίο του βιβλίο.
 
Μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2023

Μαθήματα - Ian McEwan

Ο ΜακΓιούαν είναι ένας από τους συγγραφείς που έχω κατά νου ως άνισους. Μια πρώτη περίοδος εντυπωσιακή, με βιβλία που μου άρεσαν πολύ (Ξένοι στη Βενετία, Ο τσιμεντόκηπος, Ο αθώος, Μαύρα σκυλιά, Εξιλέωση, Άμστερνταμ, Στην Ακτή), με μια συνέχεια όμως καθόλου αντάξια. Και η περίπτωσή του δεν υπόκειται στην κατηγορία πως ήταν καλά βιβλία αλλά όχι του επιπέδου του, ήταν βιβλία που δεν μου άρεσαν, σίγουρα όχι κακογραμμένα, αλλά όχι του γούστου μου. Όταν κυκλοφόρησαν τα Μαθήματα, το ένστικτό μου ενεργοποιήθηκε, να δεις που αυτό θα είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα, ισχυριζόταν. Μου έκανε εντύπωση αυτή η προδιάθεση, πίστευα πως, στον ωκεανό των βιβλίων που θέλω να διαβάσω, τα δικά του δεν ήταν πια μέρη που θα ήθελα να εξερευνήσω, να διαβάσω κάποιο παλιό βιβλίο του ξανά ναι, αλλά ως εκεί. Τόση εντύπωση μου έκανε η προδιάθεση αυτή που σχεδόν αμέσως το έπιασα στα χέρια μου, ήθελα να διαβάσω κάποιο πολυσέλιδο, χορταστικό μυθιστόρημα και από τα τόσα αδιάβαστα τράβηξα αυτό από τη στοίβα. Άβυσσος η ψυχή του αναγνώστη, διόλου υπάκουη στη λογική, συχνά παρορμητική και υποταγμένη σε μεγάλο βαθμό στο ένστικτο.

Από τις πρώτες σελίδες, η επιλογή μου έμοιαζε να είναι αντάξια των τότε αναγνωστικών μου αναγκών, μια γενναιόδωρη αφήγηση ανοιγόταν μπροστά μου. Συνέχιζα ωστόσο να κρατώ μικρό καλάθι, φοβόμουν πως από στιγμή σε στιγμή θα απογοητευόμουν, η λογική επέμενε να ακουστεί, να προειδοποιήσει. Η αρχή προοικονομούσε ένα τυπικό μυθιστόρημα ενηλικίωσης, με τον Ρόλαντ Μπέινς σε ένα μάθημα πιάνου, όντας εσώκλειστος σε ένα σχολείο στην Αγγλία, την ώρα που οι γονείς του ήταν μίλια μακριά στις βόρειες ακτές της Αφρικής. Ένα πεταχτό φιλί στο στόμα, ανταμοιβή μιας πετυχημένης τρίλιας, το άρωμα και η διαγραφή  του στήθους τής δασκάλας κάτω από το φόρεμα ήταν ικανά να γεννήσουν μια ακατανίκητη φαντασίωση στον δωδεκάχρονο πιτσιρικά. Μια ιστορία αρκετά ειπωμένη στις λογοτεχνικές σελίδες. Σύντομα ωστόσο, αυτό αποδείχτηκε μια πρόληψη από το παρελθόν, μια ανάμνηση που ξεπήδησε ύστερα από μια ακόμα νύχτα αϋπνίας του πρωταγωνιστή.

Ο ΜακΓιούαν πιάνει την ιστορία του Ρόλαντ Μπέινς in media vita, ένας μεσήλικας που η γυναίκα του μια μέρα εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω της ένα σημείωμα και εκείνον αποσβολωμένο με ένα βρέφος λίγων μηνών στην αγκαλιά. Μια τριτοπρόσωπη αφήγηση ενός παντογνώστη αφηγητή συναισθηματικά αποστασιοποιημένου, με συχνή καταφυγή στην ανάληψη του παρελθόντος, των όσων προηγήθηκαν, φροντίζοντας ωστόσο παράλληλα να προωθεί την πλοκή. Η αφηγηματική ικανότητα και η εμπειρία τού συγγραφέα είναι ορατές από την πρώτη στιγμή, το χτίσιμο των χαρακτήρων υπομονετικό, οι ανατροπές και οι εκπλήξεις μετρημένες και χρηστικές, η ένταξη της ατομικής ιστορίας στο μεγάλο κάδρο ομαλά υλοποιημένη. Τα Μαθήματα είναι ένα στέρεο μυθιστόρημα, για τις σελίδες του ικανοποιητικά σφιχτοδεμένο, από το οποίο απουσιάζει η όποια διάθεση διδαχής, χωρίς να γίνεται αναχωρητικό, καθώς η οικονομοκοινωνικοπολιτική πραγματικότητα είναι έντονα παρούσα.

Οι ιστορίες μεσήλικων αντρών που απέτυχαν, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, είναι ένα από τα λογοτεχνικά μοτίβα που με συγκινούν, που με κινητοποιούν συναισθηματικά, όχι μόνο τώρα που βρίσκομαι και εγώ στα ηλικιακά αυτά περίχωρα, αλλά ανέκαθεν. Ένας άντρας που μένει μόνος του να μεγαλώσει ένα παιδί, που η γυναίκα του τους εγκατέλειψε αρνούμενη να συνεισφέρει ακόμα και το παραμικρό, ενέτεινε τη συναισθηματική αυτή κινητοποίηση. Ένα στερεότυπο χάνει την εξουσία του, δεν είναι ο πατέρας στον ρόλο του κακού, αλλά η μητέρα, με ή χωρίς εισαγωγικά. Οι ρίζες του στερεότυπου αυτού είναι βαθιές στο έδαφος του συνειδητού, φτάνουν αρκετά μέσα στο υπόστρωμά του. Η συναισθηματική αποστασιοποίηση του αφηγητή αποδεικνύεται καθοριστική, το συναίσθημα δεν εκβιάζεται, τα γεγονότα δίνονται σχεδόν αποστειρωμένα ή μάλλον εσωτερικευμένα, έτσι όπως η ζωή του Ρόλαντ Μπέινς συνεχίζει να κυλά αδιαφορώντας για το κάθε χτες, μη δίνοντας την επιλογή της παύσης.

Τα Μαθήματα είναι επομένως ένα ιδιότυπο και εν μέρει μυθιστόρημα ενηλικίωσης, καθώς το παιδικό παρελθόν αποδεικνύεται σε πολλά σημεία καθοριστικό για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα αλλά και του συναισθήματος του πρωταγωνιστή καθώς αφήνει πίσω του την παιδική ηλικία. Όμως, ταυτόχρονα, είναι και μια ιδιότυπη και εν μέρει οικογενειακή σάγκα, καθώς το παρελθόν της οικογένειας, οι απαντήσεις σε ένα πλήθος ερωτημάτων, είναι επίσης κομβικής σημασίας. Ωστόσο, τα Μαθήματα είναι, πρώτα και κύρια, ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που διατρέχει το κοντινό παρελθόν και φτάνει ως τις μέρες μας, μια οξυδερκής διάβαση με όχημα την ατομική ιστορία του Μπέινς, μια πολυσυλλεκτική αφήγηση που κινητοποιεί τη λογική και το συναίσθημα του αναγνώστη, χωρίς να τον κουράζει ή να τον κάνει να περνά τις σελίδες διαγώνια, ένα πολυσέλιδο, χορταστικό μυθιστόρημα, όπως αυτά που η αγγλόφωνη λογοτεχνία κατά καιρούς προσφέρει. 

Ο ΜακΓιούαν δεν αναλώνει όλη του τη μαστοριά στο κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας αυτής, αλλά αντιλαμβάνεται πως ο στενός περίγυρος του Μπέινς είναι εξόχως σημαντικός να δοθεί σε βάθος. Οι επιλογές και οι αποφάσεις των ατόμων δεν στέκουν μετέωρες και χωρίς αιτιολόγηση. Η πολυεστιακή αφήγηση αφαιρεί βάρος από τους ώμους του κεντρικού πρωταγωνιστή, που δύσκολα κανείς θα τον εγκλώβιζε στα όρια του ήρωα ή του αντιήρωα, ένας απλός άνθρωπος είναι, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι, που παλεύει με όσα η ζωή τον φέρνει αντιμέτωπο, έτσι όπως οι όποιες βεβαιότητές του καταρρέουν συχνά πυκνά και μάχεται να κατανοήσει και αποπειράται να νιώσει την ψευδαίσθηση έστω του ελέγχου επί της ίδιας του της ύπαρξης, αποτυγχάνοντας ωστόσο ξανά και ξανά, χωρίς αυτό ωστόσο να τον καθιστά ένα θύμα του καιρού μας, τα προνόμια του είναι άλλωστε δεδομένα. 

Η παράθεση των γεγονότων είναι τέτοια που επιτρέπει στον αναγνώστη να δώσει τις δικές του εξηγήσεις για τις αποφάσεις ζωής των χαρακτήρων, να δικαιολογήσει ή να σταθεί αυστηρός απέναντί τους. Η ζωή είναι μια σύνθετη συνάρτηση, άλλωστε, και η ενσυναίσθηση δεν αρκεί για να χαμηλώσει τον δείκτη που στρέφουμε, συχνά με ύφος, στους άλλους, έτοιμοι να υποδείξουμε πώς θα έπρεπε να γίνει το ένα ή το άλλο, τι είναι σωστό και τι όχι. Η ελευθερία αυτή που δίνεται στον αναγνώστη αποδεικνύεται καθοριστική για τη συνολική πρόσληψη του έργου, καθώς καθένας θα σταθεί σε διαφορετικές γωνιές του δωματίου αυτού, θα δει εκείνα που θέλει ή απλώς μπορεί να δει, θα ταυτιστεί ή θα συναισθανθεί ανάλογα με τα δικά του βιώματα, το δικό του modus vivendi, θα έρθει αντιμέτωπος με την κατάρρευση των προσδοκιών ή των υποθέσεων που θα έχει φροντίσει να δημιουργήσει, ακόμα και με τις ίδιες του τις βεβαιότητες, θα απογοητευτεί ή θα συμπορευθεί, θα διαλέξει στρατόπεδο, θα δικαιολογήσει ή θα κατακρίνει. Και αυτό θεωρώ πως είναι το μεγάλο προτέρημα του μυθιστορήματος αυτού, ο χώρος που αφήνει στον αναγνώστη, ο τρόπος με τον οποίο τον παρασύρει στον ταυτόχρονα μοναδικό και γνώριμο κόσμο του. Βέβαια, χωρίς τη συγγραφική μαστοριά στην κατασκευή, τίποτα από τα παραπάνω δεν θα λειτουργούσε.

Η ανάγνωση αποδείχτηκε απολαυστική, οι όποιες επιφυλάξεις σύντομα υποχώρησαν από το ίδιο τους το βάρος, η αναγνωστική ανάγκη καλύφθηκε. Ο καιρός θα δείξει αν τα Μαθήματα θα αποδειχτούν το κύκνειο άσμα του γεννημένου το 1948 ΜακΓιούαν. Σίγουρα όμως πρόκειται για ένα υπέροχο μυθιστόρημα που θα λάβει εξέχουσα θέση στο συνολικό του έργο.

υγ. Για προηγούμενα βιβλία του ΜακΓιούαν: Ξένοι στη Βενετία (εδώ), Μαύρα σκυλιά (εδώ), Άμστερνταμ (εδώ), Ο τσιμεντόκηπος (εδώ),  Ο αθώος (εδώ).

Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2023

Όλα για το τίποτα - Walter Kempowski

Σχετικά πρόσφατα, οι εκδόσεις Δώμα σύστησαν για πρώτη φορά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έναν σπουδαίο της γερμανικής λογοτεχνίας, τον Βάλτερ Κεμπόφσκι. Η κυκλοφορία του κύκνειου άσματος του γεννημένου το 1929 συγγραφέα υπήρξε ένα από τα πλέον σημαντικά στιγμιότυπα της εγχώριας βιβλιοπαραγωγής της προηγούμενης χρονιάς. Παρότι η μετάφραση της Δέσποινας Κανελλοπούλου έγινε από το γερμανικό πρωτότυπο, για τον τίτλο, επιλέχθηκε εκείνος της αγγλικής έκδοσης (All for nothing) αντί της γερμανικής (Alles umsonst, Όλα μάταια).

Γενάρης, 1945. Το ανατολικό μέτωπο καταρρέει, οι Ρώσοι προελαύνουν. Στο Γκεόργκενχοφ ο αχός της επέλασης ακούγεται καθαρά. Εκεί βρίσκεται το αρχοντικό της οικογένειας φον Γκλόμπιχ. Ο πατέρας, αξιωματικός της Βέρμαχτ, απουσιάζει εδώ και μήνες στην Ιταλία. Η μητέρα, διαρκώς κουρασμένη, μάταια αναζητά την ησυχία. Ο δωδεκάχρονος Πήτερ διάγει έναν βίο μοναχικό, καθώς τα παιδιά του γειτονικού οικισμού δεν είναι του επιπέδου του, ακόμα και τα μαθήματα τα κάνει κατ' οίκον. Γύρω από τον στενό οικογενειακό πυρήνα κινείται μια ομάδα προσώπων, που φροντίζει να μη διαταράσσεται η οικιακή ρουτίνα, να μη λείπει τίποτα παρά την ολοένα και πιο δύσκολη καθημερινότητα. Τα νέα που φτάνουν είναι αντιφατικά, τα καραβάνια των Γερμανών προσφύγων ολοένα και πυκνώνουν, η μητέρα, πατέρα απόντος αρχηγός, καλείται να πάρει μια δύσκολη απόφαση.

Με σημείο αναφοράς το αρχοντικό της οικογένειας φον Γκλόμπιχ, με το πρόθεμα φον να υπονοεί μια, έστω και μακρινή, αριστοκρατική καταγωγή, ο Κεμπόφσκι αργά και σταθερά θα οικοδομήσει τον μικρόκοσμο του Γκεόργκενχοφ, λίγα μόλις χιλιόμετρα από το πεδίο των μαχών. Η προπαγάνδα ρίχνει βαριά τη σκιά της στην πρόσληψη των πραγματικών γεγονότων, η σκέψη και μόνο για εγκατάλειψη και φυγή αποδεικνύει έλλειψη εμπιστοσύνης στην πατρίδα και τον στρατό που μάχεται σκληρά απέναντι στους Κόκκινους. Ο συγγραφέας, ευφυώς, επιλέγει να γνωρίσει καλά στον αναγνώστη τους ενοίκους του αρχοντικού, πριν επιταχυνθεί η εξέλιξη της πλοκής, καθώς επιθυμεί τη δημιουργία ενός έντονου συναισθηματικού δεσμού μεταξύ τους, ώστε να μικρύνει η απόσταση που χωρίζει την πολυθρόνα του αναγνώστη από το Γκεόργκενχοφ λίγο πριν τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Και τα καταφέρνει περίφημα.

Χωρίς να εγκαταλείπει εντελώς την τεχνική του κολάζ, που τον καθιέρωσε στα προηγούμενα έργα του, εκεί που η προσωπική εμπειρία και η επίσημη ιστορία συνυπάρχουν αρμονικά, ο συγγραφέας εδώ καταφεύγει σχεδόν αποκλειστικά στη μυθοπλασία, αφήνοντας στην άκρη, ως υπόνοια και μόνο, την υποκειμενική μαρτυρία. Η τοποθέτηση του αρχοντικού στο επίκεντρο της πλοκής ως ενός βασικού χαρακτήρα της, φέρνει στο μυαλό του αναγνώστη το σπουδαίο μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ, Η δοκιμασία (μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, Καστανιώτης). Εκεί, μέσα από την εναλλαγή των ενοίκων και των ιδιοκτητών ενός σπιτιού, η Γερμανίδα συγγραφέας αναβιώνει με έναν μοναδικό τρόπο όλη τη γερμανική ιστορία του εικοστού αιώνα. Τα δύο βιβλία κυκλοφόρησαν σχεδόν ταυτόχρονα στη Γερμανία.

Στο Όλα για το τίποτα ο Κεμπόφσκι, κινούμενος έκκεντρα του μετώπου της μάχης, καταφέρνει να μεταφέρει τον πολεμικό απόηχο, το κλίμα που επικρατεί σε απόσταση αναπνοής, εκεί που η αγωνία και ο εφησυχασμός ανταγωνίζονται να επικρατήσουν έχοντας συμμάχους τις φήμες, την προπαγάνδα και την έλλειψη γνώσης. Άλλωστε, ποτέ άλλοτε, όσο κατά τη διάρκεια ενός πολέμου, η ανθρώπινη ζωή δεν λογίζεται τόσο φτηνή και αναλώσιμη. Ο συγγραφέας, παρότι παραδίδει ένα βαθιά πολιτικό βιβλίο, αρνείται να πάρει θέση, να διαλέξει πλευρά, να βαφτίσει καλούς και κακούς. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι τα βατράχια που την πληρώνουν όταν μαλώνουν τα βουβάλια, η ευκολία με την οποία αλλάζει κατεύθυνση ο άνεμος παρά τις καθησυχαστικές προβλέψεις των πάσης φύσεως μετεωρολόγων.

Το Όλα για το τίποτα είναι ένα σημαντικό μυθιστόρημα. Και είναι σημαντικό γιατί το ιστορικό και πολιτικό του βάρος δεν συνθλίβει τον λογοτεχνικό αυχένα, πετυχαίνοντας να υψώσει μέσα από τα συντρίμμια υψηλή λογοτεχνία, επιπέδου Χάινριχ Μπελ ή Χανς Έριχ Νόσακ. Ο Κεμπόφσκι ήταν ένας ακόμα Γερμανός συγγραφέας στρατευμένος στον αγώνα ενάντια στη λήθη, ένας συγγραφέας που αξίζει να γνωρίσει κανείς.

υγ. Για τη Δοκιμασία περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, για το έργο του Μπελ εδώ και για εκείνο του Νόσακ εδώ.

(Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)
 
Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2023

Σανταράμ - Gregory David Roberts

Πέρυσι τον Δεκέμβρη, συντάσσοντας τη λίστα με τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '22, ανάμεσά τους και το Σανταράμ, έγραφα: «Πίστευα πως το βιβλίο αυτό θα ήταν ένα μεγάλο μέρος του Αυγούστου μου. Μια μεγάλη, χορταστική αφήγηση, δίπλα στο κύμα, ανάμεσα σε βουτιές, καφέδες και μπύρες. Ξέρετε τι λένε για τα σχέδια όμως, ε; Και καμία σημασία δεν έχει ποιον κατηγορεί καθένας ως αυτουργό. Αλλά πού θα πάει, θα έρθει η στιγμή που η πραγματικότητα θα γίνει τόσο δυσβάσταχτη, για ακόμα μια φορά, που η καταφυγή σε μια παράλληλή της θα είναι μονόδρομος. Άλλωστε, η πίστη πως θα το χρειαστώ το βιβλίο αυτό είναι που με κάνει να αρνούμαι την τηλεοπτική του μεταφορά». Και τα έφερε έτσι η ζωή που το Σανταράμ ήταν όντως το μεγαλύτερο μέρος του Αυγούστου μου, απλά με έναν χρόνο καθυστέρηση.

Και μόνο το βιογραφικό σημείωμα στο αυτάκι του βιβλίου να διαβάσει ο αναγνώστης σχετικά με τον Γκρέγκορι Ντέιβιντ Ρόμπερτς, θα νιώσει πως, ακόμα και αν επρόκειτο για μυθοπλαστική σύνθεση, διαθέτει το στοιχείο της υπερβολής. Αντίστοιχα νιώθω κάθε φορά που επανέρχομαι στη βιογραφία τού Τομ Ρόμπινς. Ήταν ήδη προφανές πως το περιεχόμενο του βιβλίου αυτού, σχετικά με την πολυετή παρουσία τού συγγραφέα στην Ινδία, θα ήταν ανάλογο και σε περιεχόμενο, εκεί που η πραγματικότητα υπερβαίνει τη φαντασία και τη λογοτεχνική επινόηση, ένα αρκετά έκκεντρο μεμουάρ με αρκετό πασπάλισμα εξωτισμού απόρροια της ίδιας της χώρας. Εκείνο που κυρίως με δελέασε για να διαβάσω το Σανταράμ ήταν η έννοια της ξενότητας, ένας άνθρωπος που φτάνει σε μια χώρα έξω από τη γνώριμη σύσταση και λειτουργία που έχουμε οι κάτοικοι του δυτικού κόσμου. Δεν ανέμενα κάτι ανάλογο των βιβλίων του Μπόουλς ή του Τσάτουιν, οι προσδοκίες μου, σε επίπεδο λογοτεχνίας, δεν ήταν τόσο υψηλές, ενώ και το πλαίσιο ήταν εξαρχής αντιδιαμετρικά διαφορετικό.

Δραπέτης από τις αυστραλιανές φυλακές, ο Ρόμπερτς, με πλαστά ταξιδιωτικά έγραφα, θα βρεθεί στην Ινδία. Το παρόν βιβλίο αποτελεί την καταγραφή της εκεί εμπειρίας του. Το γεγονός πως η προσέγγισή μου απέναντι στο βιβλίο ήταν εξαρχής λογοτεχνική και όχι ρεπορταζιακή με απάλλαξε από το μικρόβιο της αμφισβήτησης. Θέλω να πω πως δεν με ένοιαζε να εξακριβώσω την ειλικρίνεια και την πραγματικότητα των γεγονότων. Ακόμα και αν φαντάστηκε το μεγαλύτερο μέρος των όσων περιγράφει, αυτό ήταν κάτι που δεν με απασχόλησε στιγμή και δεν αποτέλεσε σε καμία περίπτωση κριτήριο σχετικά με την απόλαυση που μου χάρισε εν τέλει το βιβλίο αυτό. Η αλήθεια είναι πως στην προκειμένη περίπτωση το περιεχόμενο υπερβαίνει τη λογοτεχνική αξία, είναι αυτό, δηλαδή, που κυρίως χαρακτηρίζει το Σανταράμ, τα ίδια τα γεγονότα και η διαδοχή τους αποτελούν το κυρίως καύσιμο για την ανάγνωση του βιβλίου αυτού.

Αν και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για ένα κακογραμμένο βιβλίο, υπάρχουν λογοτεχνικά στοιχεία που το βαραίνουν. Ο Ρόμπερτς διέθετε συγγραφική φιλοδοξία, υποκινούμενος ίσως από την ίδια την εμπειρία του στην Ινδία, μια σπουδαία ιστορία, σχεδόν απίστευτη, από την οποία κατάφερε να βγει ζωντανός. Δεν ήθελε απλώς να κάνει μια ημερολογιακή καταγραφή των γεγονότων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δοκιμάσει, στιγμές στιγμές, έναν λόγο πιο ποιητικό, να χρησιμοποιήσει αρκετούς επιθετικούς προσδιορισμούς, να αποπειραθεί να προσδώσει μια λογοτεχνικότητα. Αυτό είναι ένα μειονέκτημα του βιβλίου, που του στερεί την ευκολία στο γύρισμα των σελίδων, που το κάνει λίγο πιο δύστροπο από εκείνο που του αναλογούσε. Η φύση της γραφής, ο αφηγητής που είναι και πρωταγωνιστής της ιστορίας, αναπόφευκτα τοποθετεί ένα τεράστιο, διαρκώς παρόν, εγώ. Κάποιες στιγμές μοιάζει να επιδιώκει κάπως βεβιασμένα να ανυψωθεί στο ίδιο επίπεδο των γεγονότων, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια υπόνοια ηρωικής χροιάς, μια ιδιότυπη εγωπάθεια, μια απόπειρα επιτηδευμένης σύνθεσης του εαυτού, που δεν αναδύεται ομαλά και μέσα από την ίδια την ανάγνωση, αλλά προσφέρεται, κάποιες στιγμές, ως μασημένη τροφή, μια υπόνοια πως γυρεύει τον θαυμασμό και τον εντυπωσιασμό. Θυμίζει κάπως τις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις της αστυνομικής λογοτεχνίας, όταν ο ιδιωτικός αστυνομικός αναφέρεται στον χαρακτήρα του αλλά και στον συναισθηματικό του κόσμο επεξηγώντας πώς αυτό επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τα γεγονότα και τις καταστάσεις. Δεν με πείραξε ιδιαίτερα αυτό, ήταν μια σύμβαση που σύντομα την αποδέχτηκα και τη συνήθισα.

Από την άλλη, αυτή η διαρκής παρουσία του εγώ αναδεικνύει ικανοποιητικά την αίσθηση του ξένου, το πώς δοκιμάζει να ενταχθεί και να επιβιώσει κάποιος σε ένα περιβάλλον ανοίκειο του οποίου το λεξιλόγιο δεν το κατέχει. Η σταδιακή κατανόηση εκ μέρους του Ρόμπερτς του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η ινδική κοινωνία αποδεικνύεται ιδιαίτερα λειτουργική, καθοδηγητική για τον αναγνώστη σε ένα εξωτικό περιβάλλον. Είναι ένα σημείο που ο συγγραφέας τα καταφέρνει καλά, φροντίζοντας να μην αναμείξει την εμπειρία με τη μετέπειτα γνώση, πέρα από κάποιες παρεκβάσεις και προοικονομίες απαραίτητες για την προώθηση της πλοκής και τη σύνδεση των γεγονότων. Το περιβάλλον, η Ινδία δηλαδή, κατέχει αναπόφευκτα πρωταγωνιστικό ρόλο. Αναγνωρίζω στον Ρόμπερτς πως δεν προσπάθησε να πουλήσει εξωτισμό, πέρα από κάποιες ποιητικές περιγραφές, όπως προείπα. Η αποφυγή αυτή βοηθάει να αναδυθεί η αγωνία της επιβίωσης που αποτελεί και τον κυρίως πυρήνα της ιστορίας του. Αυτή άλλωστε είναι η συνθήκη της παρουσίας του εκεί, σε αυτή την ιδιότυπη ομηρία στην οποία βρίσκεται όντας φυγάς. Το Σανταράμ δεν είναι οι αναμνήσεις ενός πλάνητα που βρέθηκε στην Ινδία με ένα σακίδιο στην πλάτη και αυτό καλό είναι να το γνωρίζει ο επίδοξος αναγνώστης αν πιστεύει πως θα διαβάσει κάτι μαγικό και εξωτικό, με χρώματα και αρώματα, καθώς εδώ κυριαρχεί το μαύρο και η αποφορά, η πραγματικότητα δηλαδή.

Αν και για μένα το γεγονός πως είναι μια πραγματική ιστορία, έστω με τις παρεμβάσεις και τις αλλοιώσεις της αφήγησης, δεν αποτέλεσε κυρίαρχο αναγνωστικό παράγοντα, αντιλαμβάνομαι πως για αρκετούς αναγνώστες θα λειτουργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο. Πραγματικά ή επινοημένα, τα όσα ήρθε αντιμέτωπος ο Ρόμπερτς αποτελούν μιας πρώτης τάξεως υλικό προς αφήγηση. Όπως προείπα, το περιεχόμενο εδώ υπερβαίνει των άλλων λογοτεχνικών συστατικών, είναι μια σύμβαση την οποία ο αναγνώστης οφείλει να δεχτεί, ειδάλλως θεωρώ πως, αργά ή γρήγορα, θα απορρίψει το βιβλίο. Διαβάζοντας όσα ως τώρα έγραψα αντιλαμβάνομαι πως στάθηκα κυρίως στις αδυναμίες του βιβλίου αυτού. Και αυτό συνέβη ακριβώς γιατί, παρότι είχα όλα τα χαρτιά φανερά, διάβασα το βιβλίο αυτό ως μυθιστόρημα και όχι ως μεμουάρ.

Ωστόσο, οι προσδοκίες που είχα για το Σανταράμ ικανοποιήθηκαν σε μεγάλο, αν και όχι σε απόλυτο, βαθμό. Η ξενότητα, η καταιγιστική δράση, η ανοίκεια, σε όλα τα επίπεδα εκτός ίσως του τουριστικού, ινδική συνθήκη και η μεγάλη απόσταση της πραγματικότητάς μου από εκείνη του Ρόμπερτς ήταν που με κράτησαν στην ανάγνωση παρά τις όποιες λογοτεχνικές ενστάσεις κατέγραψα παραπάνω. Η διαρκής πάλη ανάμεσα στο ηρωικό και το αντιηρωικό, η δυσκολία ταύτισης ή ενσυναίσθησης με τον ίδιο τον πρωταγωνιστή είναι καθοριστική, η εναλλαγή συμπάθειας και αντιπάθειας, επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας, χτίζει σταδιακά μια ιδιαίτερη αναγνωστική σχέση, αρκετά ιδιαίτερη και μάλλον περίπλοκη, σχέση που συνεχίζει να λειτουργεί και μετά το τέλος της αφήγησης. Υπάρχει και μια ωραία, δυνατή ερωτική ιστορία, η οποία ζέχνει ρεαλισμό, ένα καλοδεχούμενο αντίδωρο.

Ένα σίγουρα ιδιαίτερο βιβλίο.

υγ. Την ανάρτηση για τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '22 θα τη βρείτε εδώ. Για τα βιβλία του Μπόουλς: Τσάι στη Σαχάρα (εδώ), Ψηλά πάνω από τον κόσμο (εδώ), Ο καιρός της φιλίας (εδώ). Για τα βιβλία του Τσάτουιν: Ουτς (εδώ), Στην Παταγωνία (εδώ).

Μετάφραση Ευαγγελία Μούμα
Εκδόσεις Κυψέλη

Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2023

Υπέροχη αγαπημένη μου - Marieke Lucas Rijneveld

Συνέβη ως εξής: θα έλειπα από το σπίτι για τρεις μέρες. Πήρα μαζί μου δύο βιβλία από τη στοίβα με τα προσεχώς. Πίστευα πως είμαι καλυμμένος για όλα τα ενδεχόμενα. Το πρώτο, το εγκατέλειψα κάπου στη σελίδα εκατό, δεν τραβούσε με τίποτα. Το Υπέροχη αγαπημένη μου αυτόματα απέκτησε επιπλέον βάρος προσδοκιών, εκεί, δίπλα στη θάλασσα, είχα απαιτήσεις από αυτό. Πριν από δύο χρόνια είχε προηγηθεί το Δυσφορεί η νύχτα, ένα βιβλίο με έντονο το εξωλογοτεχνικό σούσουρο που ωστόσο, παρότι συναισθηματικά με στρίμωξε, μου άρεσε αρκετά. Ήθελα να διαβάσω το επόμενο βιβλίο του Ρίνεβελντ, παρότι η σύγκριση με τη Λολίτα του Ναμπόκοφ συντηρούσε κάποιες επιφυλάξεις μέσα μου.

Η ενόχληση εμφανίστηκε ήδη από τις πρώτες σελίδες. Ο καθόλου αξιόπιστος και συμπαθής πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ένας κτηνίατρος στην ολλανδική επαρχία, αφηγείται, κάπου ανάμεσα στο ημερολόγιο και την απολογία, την ιστορία της σχέσης του με ένα μικρό κορίτσι, την κόρη ενός κτηνοτρόφου στο κτήμα του οποίου βρισκόταν συχνά, αφού ακόμα η πανδημία των τρελών αγελάδων ήταν πρόσφατη και ο φόβος επανεμφάνισής της ορατός. Θεωρώ, ή μάλλον θεωρούσα, πως δύσκολα θα με ξένιζε το θέμα κάποιου βιβλίου, πως η διάκριση ανάμεσα στη μυθοπλασία και την πραγματικότητα θα ήταν αρκετή, πως η λογοτεχνική αξία θα ήταν το ζητούμενο. Όμως εδώ ζορίστηκα. Άσχημα συναισθήματα με κυρίευαν σελίδα τη σελίδα. Συνέχιζα ωστόσο την ανάγνωση ελλείψει εναλλακτικής, τόσο πολύ δεν μου άρεσε το βιβλίο που λίγες ώρες πριν είχα εγκαταλείψει. Θεωρούσα δεδομένο πως με την επιστροφή μου στο σπίτι θα το παρατούσα για να βρω καταφύγιο σε κάποιο επόμενο βιβλίο. Κάπως έτσι συνέχισα να το διαβάζω.

Και όμως, ενάντια σε όλες τις προσωπικές προβλέψεις, με ενεργό ακόμα το σχέδιο εγκατάλειψης, συνέχισα μέχρι το τέλος, παρά την ολοένα και αυξανόμενη δυσφορία που ένιωθα. Η απώθηση συνοδευόταν από μια ταυτόχρονη έλξη, ένας συναισθηματικός συνδυασμός αρκετά αντιφατικός και οξύμωρος. Η ανακούφιση, γυρίζοντας την τελευταία σελίδα, ήταν τεράστια, ένιωθα να έχω απαλλαγεί από ένα βάρος. Το ίδιο απόγευμα συνέχισα άμεσα με το επόμενο βιβλίο, ένιωθα βρώμικος, μια διαφορετική ιστορία είχα ανάγκη. Πέρασαν κάποιες μέρες και ακόμα δεν ήμουν σίγουρος αν θα διέθετα περαιτέρω χρόνο γράφοντας κάποιο κείμενο σχετικά με αυτό, το κουβαλούσα ακόμα μέσα μου, η πνιγηρή και άρρωστη ατμόσφαιρά του ήταν ακόμα παρούσα, δεν ήξερα αν θα άντεχα να επανέλθω σε αυτό. Άλλαξα πολλές φορές γνώμη. Και να που τώρα γράφω ένα κείμενο για αυτό.

Η πρώτη εξήγηση για την ολοκλήρωση της ανάγνωσης αυτής ήταν, αναπόφευκτα, τεχνικής μορφής. Το ύφος, η γλώσσα, η ατμόσφαιρα, η αφήγηση. Ωστόσο, το Υπέροχη αγαπημένη μου δεν είναι κάποιο αριστούργημα της σύγχρονης λογοτεχνίας και παρά την τεχνική του αρτιότητα δεν θα μπορούσε μόνο αυτή να με κρατήσει στην ανάγνωση, κάποια συναισθηματική έδρα έπρεπε να αναζητήσω. Εκεί, πίστευα, βρισκόταν το κλειδί της εξήγησης. Ήδη από το προηγούμενο βιβλίο, το συναίσθημα της δυσφορίας, παρότι διαφορετικής μορφής, ήταν κάτι γνώριμο, ένα περιβάλλον πνιγηρό και άρρωστο, ένα αίσθημα εγκλωβισμού και ζόφου, που, παρά την όποια μυθοπλαστική απόσταση, διέθετε μια αλήθεια για τον κόσμο γύρω μας. Ο τρόπος με τον οποίο ο Ρίνεβελντ συνθέτει και προωθεί την πλοκή είναι αρκετά οριακός, δοκιμάζει τις αντοχές του αναγνώστη, αδιαφορεί για εκείνον, έχει μια ιστορία να πει και τη λέει. Διαβάζοντας το πρώτο του βιβλίο είχα διακρίνει ένα αναγνωστικό συναίσθημα παρόμοιο με εκείνο του φοβερού Γαλατά της Άννα Μπερνς, εδώ, περισσότερο ένιωθα την ανάσα ενός ουελμπεκικού αφηγητή.

Η εκ των υστέρων εξιστόρηση των γεγονότων δημιουργεί την επιθυμία να δεις τι θα συμβεί παρακάτω, όσο και αν φοβάσαι πως δεν θα το αντέξεις, πως θα αηδιάσεις και θα τρελαθείς από τον τρόπο με τον οποίο ο παιδεραστής αφηγητής περιγράφει τη σχέση του με το μικρό κορίτσι. Ίσως, η επιθυμία αυτή να τρέφεται από την αναμονή της τιμωρίας. Ίσως η ελπίδα πως η μισανθρωπία που σε κατακλύζει τελικώς θα ανατραπεί Μπορεί. Ωστόσο, μετά από αρκετή σκέψη, κατέληξα πως η αλήθεια είναι κάπου στη μέση, έχοντας έναν χαρακτήρα τεχνικό, που έχει να κάνει με τον τρόπο που το μικρό κορίτσι, χωρίς να παίρνει σε καμία φάση τα ηνία της αφήγησης, ώστε να πει τη δική του εκδοχή των πραγμάτων, υπάρχει μέσα στην αφήγηση αυτή. Ο πλάγιος τρόπος με τον οποίο κατασκευάζεται και ζωντανεύει εκείνη ως χαρακτήρας αλλά και το περιβάλλον εντός του οποίου ζει. Και σε αυτό το κομμάτι υπάρχει η άμεση συσχέτιση με το προηγούμενο βιβλίο. Το περιβάλλον είναι παρόμοιο, η απόσταση από τον έξω κόσμο και η δύσκολη καθημερινότητα. Ο ρεαλιστικός τρόπος με τον οποίο δίνεται η παιδικότητα, η επιτυχία σε μια πίστα δύσκολη. Εκεί, θεωρώ τελικά, πως βρίσκεται ο πυρήνας και αυτής της ιστορίας. Ο Ρένεβελντ πετυχαίνει να δώσει αυτή τη λοξή ματιά στη γεμάτη ερωτήματα και πανικό προεφηβική ηλικία, αποφεύγοντας εντελώς να μετατρέψει το νεαρό κορίτσι σε μια Λολίτα ή σε μια προυστική Αλμπερτίν. Διατηρεί για εκείνη μια αθωότητα, ενώ το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού είναι διαρκώς παρόν.

Στρέφοντας όλους τους προβολείς στον ενήλικα αφηγητή, ο Ρένεβελντ δημιουργεί την απαραίτητη σκιά στην οποία το μικρό κορίτσι κινείται και αυτό είναι τελικά το στοιχείο εκείνο που επιτρέπει στο μυθιστόρημα να αναπνεύσει. Δεν μπορώ να πω πως το μυθιστόρημα αυτό μου άρεσε, δεν είχε τίποτα να μου αρέσει, και όμως όχι μόνο το τελείωσα, αλλά παρέμεινε μέσα μου για αρκετές μέρες, όταν πια το στοιχείο της πρόκλησης είχε υποχωρήσει πια από το ίδιο του το βάρος. Και αυτό το θεωρώ σημαντικό. Η πρόκληση για την πρόκληση, άλλωστε, είναι καταδικασμένη να μην αντέξει, αργά ή γρήγορα θα εκπέσει. Η οριακή συνθήκη στην οποία με ενέπλεξε, αυτό το ταυτόχρονο συναίσθημα έλξης και απώθησης λειτούργησε περίφημα, δεν μου χάρισε τίποτα, δεν με διευκόλυνε σε κανένα σημείο και αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια ανάγνωση που άφησε έντονο το στίγμα της, πέρα από την τεχνική αρτιότητα που το μυθιστόρημα διαθέτει. Το Υπέροχη αγαπημένη μου δεν είναι ένα παράγωγο αποκλειστικά μυθοπλαστικής φύσης, το γέννημα ενός άρρωστου μυαλού, είναι μια όψη του κόσμου μας, μας αρέσει δεν μας αρέσει, και αυτό το κάνει τόσο αβάσταχτο. Ενάντια σε κάθε πιθανότητα, το Υπέροχη αγαπημένη μου αποδείχτηκε μια ανάγνωση καθοριστική και η ιστορία της το επιβεβαιώνει.

υγ. Για το Δυσφορεί η νύχτα περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για τον Γαλατά της Μπερνς εδώ. Για το τελευταίο μυθιστόρημα του Ουελμπέκ εδώ.

Μετάφραση Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2023

Κρέας για τους λύκους - Hari Kunzru

Έγιναν έτσι τα πράγματα ώστε πιάνοντας στα χέρια μου το βιβλίο αυτό ήδη να έχω ακούσει αρκετά γι' αυτό από αναγνώστες και αναγνώστριες που εμπιστεύομαι την κρίση και τη ματιά τους και ήταν τα όσα άκουσα διφορούμενα και κάλυπταν ένα μεγάλο εύρος συναισθημάτων και αξιολογήσεων, τέτοιο που περισσότερο έθρεψαν τις αμφιβολίες και τις επιφυλάξεις μου, παρά πίστωσαν τον οβολό τους στον λογαριασμό των προσδοκιών. Οι προσδοκίες μου εν πολλοίς είχαν να κάνουν με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός μεσήλικα που συνειδητοποιεί πως πια βρίσκεται στο δεύτερο μισό της ύπαρξης, εκεί που τα πράγματα παγιώνονται και οι δεύτερες ευκαιρίες εκλείπουν από το μενού δυνατοτήτων, έστω και ως ψευδαίσθηση της νεανικής πίστης σε έναν παντοδύναμο εαυτό. Σε αυτό το σχήμα ας προστεθεί η ιδιότητα του συγγραφέα που ο αφηγητής φέρει, το γεγονός πως η αφήγηση εν πολλοίς είχε να κάνει με την ποιητική της κατασκευής ενός επόμενου βιβλίου, που θα πετύχαινε να τραβήξει τον συγγραφέα από τα στάσιμα νερά της μη έμπνευσης ή την αποτυχία υλοποίησης των όποιων σπερμάτων αυτής.

Η πρόσκληση από το Κέντρο Ντόιτερ, στο Βάννζεε του Βερολίνου, για μια τρίμηνη υποτροφία συγγραφής, έμοιαζε να είναι η ευκαιρία του αφηγητή να αφήσει πίσω του μια παγιωμένη, παρότι απέξω ευτυχή, ρουτίνα ύπαρξης και να βρεθεί κάπου μακριά από τη Νέα Υόρκη, τη σύζυγο και το παιδί και όσα η μόνιμη ζωή απαιτεί, με μοναδική υποχρέωση να γράψει το ιδιότυπο δοκίμιο που είχε κατά νου σχετικά με τη γερμανική λυρική ποίηση του 19ου αιώνα. Το Κέντρο Ντόιτερ, όραμα ενός εκλιπόντος πλουσίου, στηρίζεται στην ανοιχτότητα, την οποία και επιβάλλει στα μικρά γράμματα του συμβολαίου που οι συμμετέχοντες καλούνται να υπογράψουν πριν από την άφιξή τους εκεί. Ανοιχτότητα που έχει να κάνει με τη συμμετοχή στην καθημερινότητα του κέντρου, τη συνύπαρξη με τους υπόλοιπους υπότροφους, τη συστηματική παρουσία στο κοινό δωμάτιο εργασίας.

Η αφήγηση ξεκινάει ήδη από τη Νέα Υόρκη, την παραμονή του ταξιδιού, με έναν τρόπο εντυπωσιακό που συμπυκνώνει, παρά τη δεδομένη ατομική της ιδιαιτερότητα, μια κοινή ανθρώπινη εμπειρία τέλματος και υπαρξιακής αγωνίας, για να συνεχίσει με τις πρώτες μέρες στη Γερμανία, τις ιδιαιτερότητες του κέντρου και την απόπειρα του αφηγητή να τις φέρει στα μέτρα του. Ήδη από την άφιξή του η προσδοκία της απόλυτης αφοσίωσης στη συγγραφή αρχίζει να χάνει τη δύναμή της, η αναβολή από μέρα σε μέρα, η δικαιολόγηση πίσω από τη δήθεν αναγκαία έρευνα και τις χρονοβόρες διαδικτυακές διαδρομές, η ανάγκη για αποσύνδεση από τη μέχρι πρότινος ακριβή καθημερινότητά του, η επιθυμία να γνωρίσει το μέρος, αλλά, κυρίως, η κατάθλιψη που αναπόφευκτα τον συνόδευσε ως εκεί, κερδίζουν ολοένα έδαφος, εισάγοντας σύντομα μια νέα καθημερινή ρουτίνα.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση και ο φαινομενικά παροντικός της χρόνος, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο, κατέστησαν την ανάγνωση πυρετική από τις πρώτες κιόλας γραμμές. Ο Κούνζρου καταφέρνει με δεξιοτεχνία να τυλίξει τον αναγνώστη στον ιστό στον οποίο ο ίδιος ο αφηγητής είναι εγκλωβισμένος, με μαεστρία τον παρασέρνει στην εν πολλοίς υποκειμενικά κατασκευασμένη πραγματικότητα, πετυχαίνοντας να της προσδώσει έναν χαρακτήρα ανοίκειο και εγκεφαλικό, πραγματικότητα της οποίας φαινομενικά και μόνο ο αφηγητής έχει τον έλεγχο. Έτσι, ο αναγνώστης παρασέρνεται παρέα με εκείνον στην πτώση, στον ολοένα και πιο αδιέξοδο εγκλωβισμό, την ώρα που τα φαντάσματα όλο και καταλαμβάνουν τον χώρο που η βύθιση του αφηγητή αφήνει ελεύθερο. Η αληθοφάνεια της πτώσης αυτής, η αφηγηματική της αποτύπωση, αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο συγγραφικό επίτευγμα, τουλάχιστον για ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου. Ο τρόπος με τον οποίο οι εμμονές κυριαρχούν και που το πραγματικό διαθλάται, καθιστούν τον αφηγητή θύμα του ίδιου του του εαυτού, κλείνοντας ερμητικά τις όποιες εξόδους κινδύνου, διασπώντας το όποιο λογικό ανάχωμα συναντά στην πτώση του.

Δύο άλλα βιβλία θυμήθηκα κατά τη διάρκεια αυτής της πτώσης, Το τρίτο ράιχ, ίσως το πλέον παρεξηγημένο ως προς την αξία του μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Μπολάνιο, και το Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική, το διαβολεμένα σατιρικό μυθιστόρημα του Ενρίκε Βίλα Μάτας. Το Κρέας για τους λύκους αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο μια σύνθεση των δύο. Από τη μια, η καταβύθιση σε μια ιδιόχειρα κατασκευασμένη πραγματικότητα, εκεί που το παιχνίδι στρατηγικής μετατρέπεται σε ταμπλό ύπαρξης για τον ήρωα με την αναβίωση των φαντασμάτων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, και από την άλλη η σάτιρα των προγραμμάτων φιλοξενίας, η παρουσία του Μάτας στην διαβόητη έκθεση μοντέρνας τέχνης στο Κάσελ της Γερμανίας, εκεί όπου η έκθεση του εαυτού αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του μικροκόσμου στον οποίο μεταβάλλεται για κάποια περίοδο η, κατά τα άλλα αδιάφορη, επαρχιακή πόλη.

Οι ενστάσεις που προλόγισα περισσότερο είχαν να κάνουν με την πολιτική θέση του Κούνζρου έτσι όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από την αφήγηση, αλλά και τις επιφυλάξεις σχετικά με το αν τελικά η κατασκευή αυτή λειτουργεί και νοηματοδοτείται. Ενστάσεις κατανοητές και αναπόφευκτες θα έλεγα, κυρίως ως προς την πολιτική θέση απέναντι στο κακό, στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται το ζήτημα του νεοφασισμού σε σύγκριση με το κομμουνιστικό παρελθόν της Γερμανίας, ή πώς μοιάζει να το διαχειρίζεται τέλος πάντων, σε περίπτωση που η ανάγνωση οδηγήσει στο συμπέρασμα πως η πολιτική πλευρά του βιβλίου αποτελεί κεντρικό άξονα περιστροφής και αναγνωστικής πρόσληψης. Το Κρέας για τους λύκους, έτσι όπως το εξέλαβα εγώ τουλάχιστον, είναι ένα μυθιστόρημα με μανδύα κωμικό, για όσους γελάνε με βιντεάκια ανθρώπινων πτώσεων, με πολιτική απόχρωση για όσους την αναζητούν, όμως, πρωτίστως, και με δεδομένα τα δύο συστατικά ως χροιά, είναι ένα βαθιά υπαρξιακό μυθιστόρημα, κατ' επίφαση αυτομυθοπλαστικό, που πετυχαίνει να διέλθει από σκοτεινές ατραπούς του μυαλού και κρίνοντάς το ως τέτοιο είναι ένα πετυχημένο μυθιστόρημα, με κύριο προσόν την αληθοφάνεια μιας ανοίκειας εμπειρίας αλλά και τη συγχρονία και τον τρόπο με τον οποίο αυτή εισέρχεται.

Οι όποιες ενστάσεις μου έχουν να κάνουν κυρίως με τον τρόπο που ο Κούνζρου εξέρχεται της αφήγησης, όμως, σε ένα κείμενο παρουσίασης, καλό είναι να μη γίνονται τόσο καθοριστικές αποκαλύψεις επί της πλοκής. Δεν χρησιμοποίησα τυχαία τον επιθετικό προσδιορισμό πετυχημένο κρίνοντας παραπάνω το μυθιστόρημα, αντί κάποιου πιο ενθουσιαστικού, όπως σημαντικό ή σπουδαίο, για παράδειγμα, και αυτό εν πολλοίς έχει να κάνει με την τελική γεύση που η ανάγνωση μου άφησε, ανάγνωση κατά τα άλλα με τον τρόπο της απολαυστική και φρενήρης. Η απομάκρυνση από το βιβλίο, τις ημέρες αυτές που μεσολάβησαν μέχρι το κείμενο αυτό, αποδείχτηκε τελικά φθοροποιός, παρότι φαινομενικά οι προσδοκίες μου σε μεγάλο βαθμό καλύφθηκαν, απόδειξη πως κάτι τέτοιο δεν είναι απόλυτη συνθήκη αξιολόγησης ενός βιβλίου.

υγ. Για Το Τρίτο Ράιχ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ για το Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική εδώ.
 
Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2023

Επιστροφή αριθμός δώδεκα

Επιστροφή στο ιστολογείν μετά την πάντοτε αναγκαία θερινή παύση.

Δεν ήταν ένας μη αναμενόμενος Αύγουστος αυτός, ακόμα και οι δυστυχίες που έφερε ήταν, μάλλον, αναμενόμενες, μια λούπα, ακόμα και έτσι όμως αναγκαίος και απαραίτητος. Η πραγματική αλλαγή χρονιάς είναι αυτή, όλα εκείνα που σχεδιάζει κανείς να κάνει, να αρχίσει, να διακόψει ή να συνεχίσει, μια μακροσκελής λίστα σημειώσεων και σκαριφημάτων, όλα είναι εδώ, ο Αύγουστος είναι μια υπόσχεση μετάβασης, εκεί δοκιμάζει κανείς να ράψει την πανοπλία για τη νέα σεζόν, για όσα εκείνη αναπόφευκτα –φοβάσαι ή ελπίζεις πως– θα φέρει. Τι και αν τα περισσότερα θα καταρρεύσουν με τον καλό μήνα ή τον καλό χειμώνα. Έτσι δεν γίνεται πάντα; Λούπα.

Παραδόξως, φέτος τον Αύγουστο, διάβασα αρκετά. Δεν είναι κάτι που συμβαίνει συχνά. Το δέλεαρ του έξω κόσμου υπόσχεται και αποπλανά, τα πρόσωπα και η αλμύρα, η ανάγκη του βλέμματος να αναπαυτεί στη γραμμή του ορίζοντα, η διάρρηξη της ρουτίνας, επίσης. Όχι και οι πιο κατάλληλες συνθήκες για συγκέντρωση, η ζωή μοιάζει να συμβαίνει μόλις λίγο πιο πέρα. Τι συνέβη φέτος; Το πόρισμα θα αργήσει και μάλλον θα ρίξει τις ευθύνες στη μοίρα και την τυχαιότητα, κάπου μακριά και έξω από μένα τέλος πάντων, κάπου στο βασίλειο του ανορθολογικού. Με τον καιρό θα μιλήσουμε και για τα βιβλία αυτά, έστω για κάποια. Καθόλου παραδόξως, δεν πάτησα ούτε έναν πλήκτρο στον επεξεργαστή κειμένου. Να ξεκουραστεί και αυτός από τη βιάση των δακτύλων, μήπως και λίγο λείψουμε ο ένας του άλλου. Σκεφτόμουν συχνά τη φράση: η ανάγνωση είναι μια πράξη ενεργητική· κάποια στιγμή θέλω να γράψω ένα κείμενο σχετικό, να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά. Να ένα σκαρίφημα αυγουστιάτικο.

Μια φίλη διαβάζει για πρώτη φορά το 2666 και εγώ ζήλεψα εξαντλητικά τη δυνατότητα να διαβάσει κανείς για πρώτη φορά ένα βιβλίο όπως αυτό. Της έκανε εντύπωση που σε διάφορες σκοτεινές γωνιές του ψηφιακού κόσμου συνάντησε ενστάσεις βαρεμάρας για το τέταρτο κεφάλαιο. Δεν είναι λογοτεχνικό το διακύβευμα –μια λογοτεχνία αναχωρητική, αποσυνδεδεμένη από τη ζωή–, αλλά κοινωνικοπολιτικό, είναι η αντανάκλαση της αντιμετώπισης της πραγματικότητας με όρους κινητοποίησης του προσωπικού ενδιαφέροντος. Το βαρέθηκα αυτό το θέμα, ας περάσουμε στο επόμενο, λες και πρόκειται για ένα κουτσομπολιό και όχι για μια συντριβή. Και η φωτιά στη Δαδιά θα συνεχίζει να καίει.

Είδα έναν εφιάλτη, κατά μια έννοια λογοτεχνικό. Για κάποιο, αδιευκρίνιστο, λόγο, αποφάσισα να διαβάζω μόνο βιβλία που θεωρούσα εκ των προτέρων πως θα είναι κακογραμμένα και βαρετά και όχι μόνο να τα τελειώνω αλλά να ασχολούμαι περαιτέρω με αυτά σε μια απόπειρα να αναδείξω κάθε πτυχή συγγραφικής αποτυχίας, ένας Ρομπέν των σελίδων διατεθειμένος να χαρίσει οσμή και θέα αίματος στο διψασμένο κοινό. Ξύπνησα απογοητευμένος, μα τι ζωή θα 'ναι αυτή; Εγώ που νόμιζα πως ζόρι θα ήταν να διάβαζα μόνο αριστουργήματα, χάνοντας έτσι το όποιο αισθητικό κριτήριο, ένας μύλος που όλα θα τα άλεθε, βρέθηκα ξάφνου στον αντίποδα. Και δεν το σκέφτεσαι, με ρώτησε εκείνη. Ευτυχώς δεν κρατήθηκε και γέλασε σχεδόν αμέσως.

Κάπου πήρε το μάτι μου μια ένσταση σχετικά με τη συνήθη δυστοπική προοπτική της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας. Έχω βαρεθεί, έλεγε μέσες άκρες, πάντοτε να περιγράφεται ένας φρικώδης μελλοντικός κόσμος, χωρίς καμιά πινελιά ελπίδας. Το διακύβευμα και πάλι δεν είναι λογοτεχνικό, αλλά κοινωνικοπολιτικό, όπως και η πραγματική φύση της λογοτεχνίας του φανταστικού. Για να ελπίζει κανείς σε ένα καλύτερο αύριο, και άρα να γράφει γι' αυτό, απαιτείται πίστη στους σημερινούς κρατούντες των ινίων του κόσμου. Η τεχνολογική πρόοδος, το κυρίως ζητούμενο, από μόνη της δεν είναι καλή ή κακή, αυτό εξαρτάται –σιγά τη σοφία θα πείτε– από τη χρήση της. Ο επιθετικός προσδιορισμός προφητικός θα έκανε –θέλω να πιστεύω– τους –από καιρό πεθαμένους– συγγραφείς να νιώθουν, τουλάχιστον, άβολα.

Κάποιο βράδυ, συνοδεία αλκοόλ και με εμφανή την κόπωση της ολοήμερης έκθεσης στον ήλιο, συζητώντας για, τι άλλο παρά, λογοτεχνία, φτάσαμε σε ένα γνώριμο σημείο, στο ζήτημα της βαθμολόγησης των –στην προκειμένη περίπτωση– βιβλίων. Ίσως, ο αντίλογος έλεγε, κάτι τέτοιο να λειτουργούσε βοηθητικά σε ένα κείμενο παρουσίασης/κριτικής, να το έκανε ταλιράκια για τον επίδοξο αναγνώστη. Είναι γνώριμο σημείο όχι μόνο σε συζητήσεις αλλά και στις κατά καιρούς σκέψεις σχετικά με το Goodreads, στο οποίο δεν κάνω λογαριασμό, παρότι συχνά πυκνά με δελεάζει η ιδέα περαιτέρω ψηφιακής παρουσίας –γνωστό και ως ψώνιο ή ματαιοδοξία, που ποιος είμαι για να μην υποφέρω– ακριβώς εξαιτίας αυτής της υποχρέωσης. Συνθήκη που αναπόφευκτα οδηγεί, αργά ή γρήγορα, σε μαθηματικές στρεβλώσεις, από τη φύση τους απόλυτες, εκεί όπου ο Τόμας Μαν, για παράδειγμα, λαμβάνει χαμηλότερη βαθμολογία από έναν –ούτε καν υποσχόμενο– εγχώριο γραφιά.

Διαβάζω, πάντοτε το κάνω, αντίστοιχα εναρκτήρια κείμενα από αλλοτινούς Σεπτέμβρηδες. Αυτό εδώ δεν είναι τόσο ποιητικό, νοσταλγικό ή γεμάτο από προσδοκίες αλλά και φοβίες. Και εδώ το πόρισμα αργότερα θα βγει, προς το παρόν με καθησυχάζω, γράφω, μου λέω, αυτό που νιώθω, αυτό που –ανάμεσα σε άλλα– είμαι. Άντε να δούμε.