Πέμπτη 27 Ιουνίου 2024

Η τέχνη της φυγής - Sergio Pitol

Αυτή η κατηγορία βιβλιοφιλικών βιβλίων, όπως συνηθίζουμε να τα αποκαλούμε καλώς (γιατί χαρακτηρίζονται από την αγάπη για τη λογοτεχνία) ή κακώς (γιατί δεν υπάρχει, μάλλον, βιβλιοεθχρική λογοτεχνία), είναι η δική μου αναγνωστική ανάπαυση, ένα συχνό καταλυτικό του εκάστοτε μπλοκαρίσματος ή της πρότερης υψηλής αναγνωστικής στάθμης ή της πάσης φύσεως απελπισίας. Τέτοια βιβλία, όπως αυτό, στο όριο ανάμεσα στο δοκίμιο και την αυτοβιογραφία με τη λογοτεχνία στον πυρήνα, με ξεκουράζουν, αλλά κυρίως αναθερμαίνουν το πάθος και την εξάρτησή μου από την ανάγνωση, μου υπενθυμίζουν πως (και) εκεί βρίσκεται η διέξοδος. Στα παραπάνω συμπυκνώνονται οι προσδοκίες και το μικροκλίμα όταν έπιασα στα χέρια μου το Η τέχνη της φυγής, το πρώτο μέρος της Τριλογίας της μνήμης του Μεξικανού Σέρχιο Πιτόλ.

Κάποια χρόνια πριν, εν μέσω έρωτα κεραυνοβόλου με τον γοητευτικό Ενρίκε Βίλα Μάτας και το σύμπαν του, ακολούθησα πιστά το νήμα που μου άπλωσε, πώς αλλιώς, και διάβασα το μυθιστόρημα του Πιτόλ,  Η συζυγική ζωή. Απογοητεύτηκα. Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνη την ανάγνωση παρά εκείνα που το τότε κείμενο περιλαμβάνει. Η ανάγνωση είναι πάντοτε ένα παιχνίδι έρμαιο στον χρόνο και τον καιρό, τη στιγμή και τη συγκυρία, την ετοιμότητα και τις προσλαμβάνουσες, και εγώ τότε δεν μπόρεσα, παρά τις όποιες αρετές της γραφής του, κάτι που για παράδειγμα αργότερα με τη Λισπέκτορ συνέβη, να αντλήσω απόλαυση από μια ιστορία που θύμιζε, περισσότερο απ' όσο είναι του γούστου μου, σαπουνόπερα, καλογραμμένη και με διάθεση υπονόμευσης, πλην όμως σαπουνόπερα. Άλλο βιβλίο του δεν διάβασα.

Και μια μέρα ξαφνικά, όπως οι εκδόσεις Δώμα συνηθίζουν να κάνουν, εμφανίστηκε στο βιβλιοπωλείο Η τέχνη της φυγής. Έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου να το ξεφυλλίσω, να δω περί τίνος πρόκειται, να διατρέξω κάποια τυχαία αποσπάσματα, να πάρω μια γεύση, να αναζητήσω το γιατί ο εκδότης επέλεξε να βγάλει αυτό το βιβλίο· μια ακόμα μέρα στη δουλειά, δηλαδή. Με ανακούφιση, εντάξει, ίσως και να είμαι υπερβολικός, αντιλήφθηκα γρήγορα πως δεν ήταν ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, αλλά κάποιου είδους, λιγότερο ή περισσότερο, σύντομα θα αποδεικνυόταν, ιδιότυπο μεμουάρ, εκεί που το βίωμα και η λογοτεχνία συναντιούνται στα φανερά έξω από την κρυψώνα της μυθοπλαστικής συνθήκης, σε πλήρη θέα κάτω από το φως, εκεί που η περασμένη ζωή ανασκαλεύεται αναπόφευκτα, αφού πρόκειται για τη ζωή ενός ανθρώπου της γραφής, με όρους λογοτεχνίας, ανάγνωσης και συγγραφής.

Μου αρέσει να με χαρακτηρίζω αναγνώστη, περισσότερο από κάθε άλλη πιθανή ή απίθανη ιδιότητα. Και όταν αντικρίζω έναν αναγνώστη και συνομιλώ μαζί του, συνήθως περνάω καλά, ανάλογα, βέβαια, και με το πάθος και την ηθική που εκείνος φέρει. Η μοναχική εμπειρία της ανάγνωσης, και πόσο μάλλον της συγγραφής, παρότι στις μέρες μας, λόγω του ψηφιακού, έχει ως ένα βαθμό μεταλλαχθεί, στον πυρήνα της αναντίρρητα διατηρεί την ιδιότητά της αυτή, εκ της οποίας πηγάζει συχνά η ανάγκη για συνάντηση με κάποιο άλλο εξαρτημένο επίσης στη λογοτεχνία πρόσωπο. Έχοντας πιθανότατα μεγάλη ιδέα για όσα αφήνω σε ετούτη την ψηφιακή γωνιά, συχνά σκέφτομαι την ενασχόληση αυτή με όρους αναγνωστικού ημερολογίου, μέσω του οποίου μια εμπειρική και προσωπική λογοτεχνική θεωρία προκύπτει, μια αναγνωστική αισθητική διαμορφώνεται, το αόριστο γίνεται τότε λίγο πιο συγκεκριμένο, οι λέξεις για τις λέξεις εμφανίζονται, ίσως για να καταπέσουν με πάταγο λίγο αργότερα, αλλά όπως και να έχει, προκύπτουν για να οδηγήσουν λίγο πιο βαθιά στη σήραγγα του εαυτού πυρήνα.

Συγγραφικές απόπειρες, όπως αυτή του Πιτόλ εδώ, υποδεικνύουν και υπενθυμίζουν πως η ανάγνωση είναι μια πράξη δυναμική, όχι παθητική και όχι απόλυτα κατανοητή και επεξηγήσιμη, όχι, τουλάχιστον, με τον τρόπο που οι θετικές επιστήμες λειτουργούν. Καλή η φιλολογία και η δοκιμιακή θεωρία, δύσκολα ωστόσο καταφέρνουν να εξηγήσουν το γιατί της ανάγνωσης, την ανάγκη μας να κατανοήσουμε το παράλογο της ύπαρξης μέσα από τις ιστορίες, την ευγνωμοσύνη για εκείνον που ικανοποιώντας μια δική του ανάγκη μας πρόσφερε, σε ανύποπτη στιγμή και χωρίς εκούσια πρόθεση, το απαραίτητο δεκανίκι για ακόμα μια νύχτα, την άρση του συναισθήματος της μοναξιάς στον ακατανόητο ετούτο κόσμο. Μέσα από τις ιστορίες και την αφήγηση των άλλων ελπίζουμε να κατανοήσουμε λίγο ακόμα τον εαυτό μας, να ικανοποιήσουμε τη διαρκώς παρούσα ανησυχία μας, την ακόρεστη δίψα, την απαλοιφή του χρόνιου άλγους που το καθημερινό πεζό προκαλεί.

Και η υπενθύμιση αυτή είναι άκρως σημαντική και απαραίτητη, όταν η διέξοδος μοιάζει δεδομένη και δεν εκτιμάται δεόντως, όταν έχουμε αμελήσει την τύχη, ναι την τύχη, να έχουμε δημιουργήσει ένα μπούνκερ που συνεχώς διευρύνεται έστω και όχι ανάλογα με την επέκταση του περιρρέοντος ζόφου. Είναι, για να κάνω μια αντιστοιχία, όταν λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από την πόλη και την εκεί ρουτίνα, σωτήρια μεν ρουτίνα δε, θυμάσαι πόσο ανάγκη είχες τη φυγή. Το λογοπαίγνιο προκύπτει μάλλον εύκολα: ο Πιτόλ κατέχει την τέχνη της φυγής.

Ας πω, παρότι το θεωρώ προφανές, πως δεν έχουμε να κάνουμε με ένα εγχειρίδιο αυτοβοήθειας, κάτι του στυλ πώς να δραπετεύετε μέσα από τη λογοτεχνία, τέτοια βιβλία κυκλοφορούν αρκετά τον τελευταίο καιρό, ούτε, επίσης, ένα άθροισμα λέξεων διδακτικών και βαρυφορτωμένων με ένα σπουδαίο εγώ που όλα τα έκανε σωστά και με σύστημα. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Η απόπειρα του συγγραφέα να ανασυνθέσει και να επισκεφτεί συνειδητά τα περασμένα χρόνια τον ρίχνει ξανά και ξανά στα βράχια της τυχαιότητας και του ακατανόητου, ένα πώς τα κατάφερα ιδέα δεν έχω αιωρείται από σελίδα σε σελίδα. Η ευγνωμοσύνη, που μάλλον διαισθητικά αναδύεται, προς τη λογοτεχνία, αλλά και την τέχνη εν γένει, αλλά και στις παρέες, στη φιλία κυρίως, για να μη μιλήσουμε για την τυχαιότητα και την τύχη, και όλες τις υπόλοιπες ραγισματιές και χαραμάδες που θέτουν σε σωτήρια αστάθεια την όποια ορθολογική απόπειρα ερμηνείας και κατανόησης.

Αυτό το πάθος, με τον σεβασμό που το ανεξήγητο γεννά, ο αναγνώστης ως ένα βαθμό το μοιράζεται με τον συγγραφέα, αυτά τα κρακ που κατά καιρούς ακούγονται από το εσωτερικό του κρανίου, όλα όσα πέφτουν από το ίδιο τους το βάρος με το άγγιγμα μιας φράσης απλής, αμελητέας ποσοτικά και ποιοτικά. Και έτσι, ο αναγνώστης αναγνωρίζει δικά του βιώματα, και ας μη συμφωνεί με την κρίση για το ένα ή το άλλο βιβλίο, ποιος νοιάζεται άραγε, δεν είναι αυτό το νόημα, όχι αν δεν είσαι φιλόλογος ή αν ήθελες να είσαι ή αν έτσι έχεις στήσει τη ζωή σου, με αναχώματα ισχυρογνωμοσύνης που αργά ή γρήγορα θα ισοπεδωθούν από το πέρασμα του παράλογου, του ανερμήνευτου, όταν παρότι όλα θα τα έχεις κάνει σωστά το αποτέλεσμα θα είναι αποτυχημένο.

Βιβλία όπως αυτό του Πιτόλ, τα έχουμε ανάγκη περισσότερο ίσως από όσο τα έχει ανάγκη ο ίδιος ο συγγραφέας τους, είναι παράδοξη μια τέτοια σκέψη, το ξέρω, αλλά αυτό νιώθω.

υγ. Για το Η συζυγική ζωή έγραφα πριν από έντεκα χρόνια αυτό.

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2024

Grand Hotel Europa - Ilja Leonard Pfeijffer

Μετά πολλών επαίνων κυκλοφόρησε το βιβλίο αυτό, το πρώτο έργο του Ολλανδού Ίλια Λέοναρντ Πφέιφερ που μεταφράζεται στα ελληνικά, δια χειρός Μαργαρίτας Μπονάτσου και σε φροντίδα των εκδόσεων Ίκαρος. Στο οπισθόφυλλο ο αναγνώστης διαβάζει και διαμορφώνει προσδοκίες και επιφυλάξεις: «Ένα χειμαρρώδες, ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα για τις πολλαπλές αντιφάσεις της ευρωπαϊκής ταυτότητας, με επίκεντρο ένα παλιό ξενοδοχείο που πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα στο σήμερα και το χθες». Εγώ ήθελα ένα πολυσέλιδο, σύγχρονο μυθιστόρημα, μια παράλληλη πραγματικότητα, στην οποία να επιστρέφω κατά βούληση.

Πρωτοπρόσωπος αφηγητής της ιστορίας είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Έφτασε στο πάλαι ποτέ περιζήτητο και γεμάτο λάμψη ξενοδοχείο Grand Hotel Europa, πλέον σε παρακμή και σε μετάβαση καθώς ένας βαθύπλουτος Κινέζος το αγόρασε μόλις πρόσφατα, γυρεύοντας καταφύγιο μετά το άδοξο και θλιμμένο τέλος μιας ερωτικής σχέσης, με σκοπό να αναστοχαστεί και να αναζητήσει θαλπωρή στη γραφή, σε έναν μη τόπο όπως είναι ένα ξενοδοχείο και δη σε μετάβαση. Η ακριβής τοποθεσία του ξενοδοχείου δεν κατονομάζεται, παρά μόνο η αίσθηση πως βρίσκεται κάπου στην καρδιά της Ευρώπης. Η αρχή έθρεψε περαιτέρω τις αναγνωστικές προσδοκίες μου, καθώς τα βιβλία με ήρωα-αφηγητή τον ίδιο τον συγγραφέα και τη διαδικασία της συγγραφής στο επίκεντρο είναι ιδιαιτέρως του γούστου μου, η αναγνωστική ζώνη άνεσης που συχνά έχω ανάγκη.

Η συναισθηματική ένταση της αφήγησης προσφέρει το απαραίτητο καύσιμο για την εκκίνηση. Με διαρκείς χρονικές εναλλαγές, τα όσα προηγήθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν και εκείνα που διαδραματίζονται στην καθημερινότητα του συγγραφέα στο ξενοδοχείο, ο Πφέιφερ δημιουργεί ένα ιδανικό περιβάλλον επώασης και ανάπτυξης της ιστορίας, η οποία θα καταλήξει, στο ένα της σκέλος, στο τέλος της σχέσης τού συγγραφέα με την ειδικό στην ιστορία της τέχνης Κλιό, που πίστευε πως είναι ο έρωτας της ζωής του. Είναι στην ουσία ένα ημερολόγιο γραφής, το ξεδίπλωμα ενός πλάνου που καλείται να ικανοποιήσει δύο στοχεύσεις, την επανεξέταση, και ει δυνατόν την επούλωση, της ερωτικής ιστορίας, αλλά και τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος σχετικά με τη ζωή ενός εκπατρισμένου Ολλανδού που τα τελευταία χρόνια ζει στην Ιταλία, πρώτα στη Γένοβα και ύστερα στη Μέκκα του τουρισμού Βενετία, με θέμα την ακραία τουριστικοποίηση των τελευταίων χρόνων, ένα μυθιστόρημα ικανό επιπλέον να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του εκδοτικού οίκου αλλά και του αναγνωστικού κοινού.

Το Grand Hotel Europa δεν είναι ένα μυθιστόρημα, αλλά το προσχέδιο συγγραφής ενός μυθιστορήματος, σελίδες ημερολογίου, σκέψεων και σημειώσεων σχετικά με την επικείμενη συγγραφή. Αυτό είναι το σημείο κλειδί στο βιβλίο, το προτέρημα και το μειονέκτημα, ανάλογα την οπτική γωνία που ο αναγνώστης θα επιλέξει. Δυο ή τρεις φορές, σκέφτηκα να το εγκαταλείψω και μόνο η λοξή σκέψη πως ο συγγραφέας υπονομεύει το ίδιο του το βιβλίο με κράτησε στην ανάγνωση ως το τέλος. Αντιλαμβάνομαι πλήρως πως η σκέψη αυτή δεν μπορεί να καταστήσει ευπώλητο ένα βιβλίο μέσα από μια ευρεία αναγνωστική υποδοχή και αυτό καθιστά ακόμα πιο έντονο του στοιχείο της συνειδητής υπονόμευσης από πλευράς συγγραφέα. Η αναμειγμένη γλώσσα, κομμάτια που δεν θα περιλαμβάνονταν στην τελική εκδοχή, αλλά και άλλα που διακρίνονται για τις λογοτεχνικές τους αρετές, ξενίζει και πετάει διαρκώς έξω τον πιθανά απογοητευμένο αναγνώστη, που στο οπισθόφυλλο αντίκρισε υποσχέσεις για αναλογίες με υψηλές λογοτεχνικές κορυφές.

Το προσχέδιο της μυθιστορηματικής κατασκευής υπερισχύει του όποιου αυτοβιογραφικού ενδιαφέροντος σε μια εποχή που η αυτομυθοπλασία κυριαρχεί, αντίθετα, αποδεικνύεται ιδανικό για να συμπεριλάβει τις σκέψεις του συγγραφέα για διάφορα ζητήματα όπως η μυθοπλαστική διαδικασία, το καταφύγιο με προσδοκία ίασης στη γραφή, την υπερτουριστικοποίηση της σύγχρονης εποχής και το προσφυγικό, στοιχεία που υπό άλλες συνθήκες δύσκολα θα μπορούσαν να συνυπάρξουν χωρίς να βαραίνουν το τελικό αποτέλεσμα. Και είναι αυτή η λοξή, και κάπως παράδοξη, αναγνωστική ματιά που επιτρέπει στις αρετές του Grand Hotel Europa να διαφανούν και έτσι να σιγήσουν οι όποιες σκέψεις μιας γεμάτης απογοήτευση εγκατάλειψης. Ο υπονομευτικός χαρακτήρας του βιβλίου αυτού εκβάλλει κυρίως από την τοποθέτηση του ίδιου του συγγραφέα ανάμεσα στα πρόσωπα της πλοκής, μια πρόθεση αυτοσαρκασμού αναβλύζει, καθώς, πώς αλλιώς, ο ίδιος είναι αναπόσπαστο μέρος πολλών αντιφάσεων, στο όριο του κωμικού, που κυριαρχούν στις μέρες μας. Τα κωμικά μέρη του βιβλίου, και είναι αρκετά αυτά, μετεωρίζονται στο χείλος της τραγικής πραγματικότητας, αστείες αλλά ταυτόχρονα θλιβερές όψεις της ευρωπαϊκής, και όχι μόνο, σύγχρονης συνθήκης.

Η ανεμπόδιστη θέα στην, έστω και κατασκευασμένη, διαδικασία συγγραφής, οι συγγραφικές προθέσεις που δεν χαρακτηρίζονται από μια, προφανώς επίσης κατασκευασμένη, αγνή ανάγκη, αλλά απαρτίζονται από φιλοδοξίες και την κυρίαρχη επιθυμία για δόξα και χρήμα, η απεγνωσμένη προσπάθεια του συγγραφέα να επιβιβαστεί στο άρμα της συγχρονίας, αλλά και η βαθιά ανάγκη για τη διατήρηση και φροντίδα της αυτοεικόνας του, όχι μόνο στον εξωτερικό παρατηρητή αλλά και στα μάτια του ίδιου του αφηγηματικού υποκειμένου, τα παρελκόμενα της συγγραφής λογοτεχνίας, όπως τα επί πληρωμή άρθρα στον τύπο και το κυνήγι επιχορηγήσεων και υποτροφιών, η ματαιοδοξία, η ταυτόχρονη συνύπαρξη του παρελθόντος και του παρόντος ως πρώτες ύλες ενός υπό κατασκευή μυθιστορήματος, όλα αυτά συστατικά ενός πολυσέλιδου βιβλίου, που δεν δοκιμάζει στιγμή να καμουφλάρει τον βερμπαλισμό και τον ανοικονόμητο χαρακτήρα του.

Μια μεταμοντέρνα συνθήκη, έντονα επίπλαστη, είναι το βιβλίο αυτό, ένας σαρκασμός επί του περιβάλλοντος κόσμου, μέρος του οποίου αναπόφευκτα είναι και η λογοτεχνία. Ο Πφέιφερ –κρίνοντας εντελώς υποκειμενικά και πιθανώς λανθασμένα– πετυχαίνει μια παράδοξη σύνθεση, όχι λογοτεχνική με μια αυστηρή θεωρητική ομαδοποίηση, παραδίδει ένα υβριδικό λογοτέχνημα που πιθανώς να ενοχλήσει και να απογοητεύσει, εκτός και αν, όπως προείπα, ιδωθεί από μια διαφορετική γωνία θέασης, άλλωστε, τις σελίδες μοιάζει να τις διαπνέει το ερώτημα: πώς αναμένει κανείς να γραφτεί λογοτεχνία αξιώσεων στη σημερινή εποχή και με τις υπάρχουσες συνθήκες, πώς αναμένει κανείς να διαβάσει ένα Μαγικό βουνό, την εμφανέστερη ίσως διακειμενικότητα του βιβλίου, σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον όπου το οικείο και η απομάγευση διατηρούν σφιχτά τα σκήπτρα, ή, για να μείνουμε στον Τόμας Μαν, πώς να γραφτεί ένα μυθιστόρημα που να διαδραματίζεται στη σημερινή Βενετία; Και ίσως, ιδωμένο υπό αυτό το πρίσμα, το βιβλίο αυτό όντως φέρει με ιδιαίτερη οξυδέρκεια μια ματιά στη συγχρονία, πετυχαίνοντας να αποτυπώσει με λογοτεχνική επίφαση τον κόσμο γύρω μας. Και ίσως τότε, το απογοητευτικό δεν είναι το ίδιο το βιβλίο αλλά η ρεαλιστική αποτύπωση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας.

Καιρό είχα να διαβάσω ένα βιβλίο που να μου προκαλεί ταυτόχρονα τόσο αντιφατικά συναισθήματα, που ενώ σκέφτομαι να το εγκαταλείψω να συνεχίζω με βουλιμία την ανάγνωση, και σήμερα, μέρες μετά το πέρας της ανάγνωσης, ακόμα να μην μπορώ με βεβαιότητα να αποφανθώ, ενώ η σκέψη μου επιστρέφει διαρκώς στις σελίδες του. Και αυτό λίγο δεν το λες.

Μετάφραση Μαργαρίτα Μπονάτσου
Εκδόσεις Ίκαρος 

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2024

Deepfake - Μάκης Μαλαφέκας

Αν έχεις, σκέφτομαι, έναν ήρωα όπως τον Μιχάλη Κρόκο, τότε δεν μπορεί παρά να επιστρέφεις ανά τακτά χρονικά διαστήματα στη θέση μπροστά στη λευκή σελίδα. Ο Κρόκος, στο άκουσμα του χαρακτηρισμού ήρωας, ίσως και να ξεκαρδιζόταν στα γέλια, σίγουρα θα ξεκαρδιζόταν στα γέλια, έστω και άηχα, σίγουρα μειλίχια, κουρασμένος, άυπνος και έρμαιο της υψηλής ζέστης του αθηναϊκού καλοκαιριού. Τέσσερα χρόνια μετά τη Μεσακτή, ο Κρό..., συγγνώμη, ο Μαλαφέκας επέστρεψε. Και αυτό το βιβλίο το περίμενα.

Τρίτο βιβλίο, λοιπόν, με πρωταγωνιστή –το αστείο με τον ήρωα παρατράβηξε– τον Μιχάλη Κρόκο. Είχαν προηγηθεί το Δεν λες κουβέντα, με την αθηναϊκή βερσιόν της Ντοκουμέντα στο επίκεντρο ενός ανελέητου γλεντιού σάτιρας, και η Μεσακτή, με το Νήσος Μύκονος, που πιάνει διαδοχικά Μύκονο και Ικαρία, να προσφέρει ένα μοναδικό, πλην όμως επαναλαμβανόμενο μέσα στα χρόνια, κοινωνιολογικό πείραμα καταμεσής του Αιγαίου. Διευκρινίζω πως και τα τρία βιβλία διαβάζονται ανεξάρτητα και εν μέρει αυτόνομα, παρότι παράπλευρα της κεντρικής κάθε φορά ιστορίας προωθείται και η πλοκή της ζωής του Κρόκου.

Κάτοικος Εξαρχείων, συγγραφέας κάποιων βιβλίων, λάτρης της τζαζ, οξυδερκής παρατηρητής του γύρω κόσμου, ευαίσθητος στις μεταβολές του, περιπατητής και γνώστης της βαθιάς νύχτας, αλλεργικός στην κατ' ευφημισμό πρόοδο και την τουριστική επέλαση στο κορμί της Αθήνας που αγαπά να σιχτιρίζει, σίγουρα όχι πρότυπο, ίσως μάλιστα και αντιπαράδειγμα για μεγάλο μέρος του γονεϊκού πληθυσμού, γοητευτικός ακριβώς γιατί δεν το πολυπιστεύει, επιρρεπής σε διαφόρων ειδών μπλεξίματα, χαρακτηριστικό δείγμα του πρώτα ζούμε και ύστερα γράφουμε, αυτός είναι εν ολίγοις ο Κρόκος, ένας τύπος που βλέπει τον κόσμο γύρω του να τρέχει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και εκείνος, χωρίς κανένα σοβαρό θεωρητικό οπλοστάσιο, απλώς σταματάει σε ένα τυροπιτάδικο για να παραγγείλει έναν ακόμα καφέ. 

Συχνά γίνεται η ταύτιση συγγραφέα και πρωτοπρόσωπου αφηγητή, ειδικά όταν αυτός περνάει από βιβλίο σε βιβλίο, συνηθίζεται να αποκαλείται συγγραφικό άλτερ έγκο, εδώ όμως, νιώθω, πως ο Μαλαφέκας είναι ένας θερμός θαυμαστής του Κρόκου, κάποιος σαν τον οποίο θα ήθελε να είναι, κάποιος τη ζωή του οποίου θα ήθελε να ζει, έτσι όπως είναι ανοιχτή στο αναπάντεχο και το τυχαίο, που πια, ίσως και πάντοτε, βέβαια, κάτι τέτοιο μόνο μέσα στις σελίδες ενός μυθιστορήματος μπορεί να συμβεί.

Μια εισαγγελέας θα πλευρίσει τον Κρόκο, θα τον παραπλανήσει και θα τον μπλέξει σε μια ιστορία με έντονη εσάνς θεωριών συνωμοσίας και τεχνολογικής υπεραιχμής, με καστ από ογκώδη, πλην ανθρωπόμορφα, πλάσματα, χωρίς σβέρκο, καλλίγραμμες νεαρές και μεσήλικες γυναίκες, αδίστακτους πλούσιους που επιθυμούν την περαιτέρω ανέλιξη στην κοινωνικοπολιτική επιρροή. Συμβάντα από απόσταση ευτράπελα μα από μέσα ιδιαιτέρως επικίνδυνα, για μια ακόμα φορά εκείνος θα βάλει το κεφάλι του στον ντορβά, θα τα παίξει όλα για όλα, είναι άλλωστε τέσσερα χρόνια που δεν έχει βγάλει κάποιο βιβλίο, ίσως αυτή να είναι μια καλή ιστορία για να αφηγηθεί εκ των υστέρων, αν έχει καταφέρει, βέβαια, να τη σκαπουλάρει τελικά.

Ο Μαλαφέκας είναι χαρακτηριστικός θιασώτης μιας όχι και τόσο ιδιαίτερα αναπτυγμένης στα καθ' ημάς λογοτεχνικής σκηνής, εκείνης της παλπ λογοτεχνίας που οι Γάλλοι, κυρίως αυτοί, τόσο υπέροχα δείγματα μέσα στα χρόνια μας δίνουν. Ένας αντιήρωας –εντάξει, τέτοιος είναι όντως ο Κρόκος– μπλεγμένος άσχημα στη μητρόπολη που μας αναλογεί στο σύνορο δύσης και ανατολής, εδώ που ούτε ο καπιταλισμός δεν μοιάζει να λειτουργεί σωστά, ποτέ δεν το έκανε, γιατί να το κάνει τώρα. Το είδος, συμπεριλαμβανομένου του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, είναι το ιδανικό όχημα για μια αστική, με όρους πολεοδομικούς και σε καμία περίπτωση ταξικούς, λογοτεχνία. 

Ο Μαλαφέκας δεν παραμελεί την πλοκή του, παρότι είναι το εμφανές πρόσχημα ώστε να συμπεριληφθούν διάφορες ιδιαιτερότητες και κακώς κείμενα της τωρινής Αθήνας. Και αυτό, δευτερευόντως μετά τον Κρόκο, το σουλατσάρισμα στην καυτή Αθήνα είναι το κυρίως δυνατό χαρτί του Deepfake, που του επιτρέπει να υπερβεί τους ειδολογικούς περιορισμούς και να προσελκύσει, ίσως και να γοητεύσει, ένα ετερογενές αναγνωστικό κοινό, αρκεί αυτό να μην πάσχει από μια διάχυτη σοβαροφάνεια.

Το κέντρο των πόλεων πολύ συχνά γίνεται σκηνικό αφηγηματικής πλοκής. Εκείνο που δυστυχώς δεν συμβαίνει συχνά είναι ο συγγραφέας, ή ο αφηγητής τέλος πάντων, να πείθει πως το γνωρίζει καλά και με αυτό το γνωρίζει καλά δεν αναφέρομαι στη γνώση των ονομάτων των οδών ή κάποιων μαγαζιών. Ο Κρόκος το γνωρίζει το κέντρο καλά και αυτό επιτρέπει στο όλο κατασκεύασμα να λειτουργήσει και να μην περιπέσει στην καρικατούρα, αλλά να ισορροπήσει, έστω και καμιά φορά από το ποτό και την κούραση τρεκλίζοντας, στο περβάζι της. Και εδώ έγκειται η παραπάνω αναφορά στην οξυδέρκεια που χαρακτηρίζει τη ματιά του Κρόκου, ένας ιδιότυπος φλανέρ σε μια εποχή απομάγευσης και διάχυτου ζόφου, όχι στον κοελικό ρόλο του παντού κανείς μπορεί να εντοπίσει την ομορφιά, αλλά στον αντίθετο, στον ρόλο εκείνου που νιώθει κομμάτι της πόλης και της εποχής, ή, τουλάχιστον, ως τέτοιος λειτουργεί και πορεύεται.

Γρήγορος ρυθμός, αμείωτη δράση, αγωνία και ανατροπές, με διάχυτο χιούμορ, πότε κατάμαυρο πότε πιο ανοιχτόχρωμο, το μυθιστόρημα διαβάζεται σε ρυθμούς αυτοσχεδιαστικής τζαζ. Η αγάπη για τη λογοτεχνία δεν απουσιάζει, το κλειδί του μυστηρίου, άλλωστε, σε αυτή θα βρεθεί τελικά, και αυτή η αγάπη είναι ένα παράπλευρο αντίδωρο της πλοκής. Το Deepfake είναι ένα άξιο τρίτο μέρος, ξεπερνώντας και αυτό τον συνήθη σκόπελο όπου ενός υποσχόμενου πρώτου μέρους ακολουθούν κακέκτυπα μανιέρας και απόπειρα κεφαλαιοποίησης μιας προηγηθείσας επιτυχίας εν τη απουσία επιθυμίας και έμπνευσης.

Αναμφίβολα, ένα από τα βιβλία του καλοκαιριού (μου).

υγ. Περισσότερα για τη Μεσακτή θα βρείτε εδώ, για το Δεν λες κουβέντα εδώ.

Εκδόσεις Αντίποδες

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024

Μοντεβιδέο - Enrique Vila-Matas

Αν θεωρήσουμε πως όντως υπάρχει μια λογοτεχνική υποκατηγορία που αποκαλείται βιβλιοφιλική, τότε ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας μετά βεβαιότητας είναι ο πλέον επιφανής εκφραστής της. Μια λογοτεχνία για τη λογοτεχνία, συχνά αμφιλεγόμενη ως προς τα κίνητρα, τους σκοπούς και τα γεννήματά της, αυτοτροφοδοτούμενη και στην καλή της εκδοχή, όπως στην περίπτωση του Μοντεβιδέο, άκρως γοητευτική αναγνωστικά. Γεννημένος το 1948 στη Βαρκελώνη, ο πολυγραφότατος Βίλα-Μάτας αντλεί έμπνευση από τη μυθοπλασία και αποτίει φόρο τιμής σ' αυτήν και τους εκφραστές της, υπενθυμίζοντάς μας κάτι που συχνά αφηνόμαστε να ξεχάσουμε: οι συγγραφείς είναι φανατικοί αναγνώστες, πιστοί της λογοτεχνίας, που ζουν μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς τους τριγυρνώντας στα σοκάκια και τις λεωφόρους της.

Ο Βίλα-Μάτας, παρέα με τον Θέρκας και τον εκλιπόντα Μαρίας, αποτελεί κορυφή της σύγχρονης οροσειράς της ισπανικής λογοτεχνίας. Αφηγηματική άνεση, αχαλίνωτη φαντασία, αιχμηρό χιούμορ, αγάπη για τη λογοτεχνία και παιγνιώδης διάθεση· αυτά είναι τα πλέον αναγνωρίσιμα συστατικά του λογοτεχνικού του σύμπαντος, του τρόπου με τον οποίο περιδιαβαίνει, εμπνέεται και δημιουργεί ανάμεσα στις γραμμές της λογοτεχνίας που με πάθος αγαπά.

Σε πρώτο πρόσωπο, ο αφηγητής πιάνει το νήμα από τότε που αποφάσισε, όπως τόσοι και τόσοι, να εγκατασταθεί στο Παρίσι με την πρόθεση να γίνει συγγραφέας της δεκαετίας του '20. Ωστόσο σύντομα καταλήφθηκε από μια υπέρμετρη τεμπελιά, μνημειακών διαστάσεων, μια ρέκλα τεράστια. Όχι μόνο εγκατέλειψε κάθε πρόθεση συγγραφής, ζώντας στο περιθώριο και κάνοντας ύποπτες συναλλαγές στα σκοτεινά, αλλά σε κάθε ευκαιρία φρόντιζε να διατυμπανίζει: «Το ξέρετε ότι σταμάτησα να γράφω, ε;». Έτσι κύλησαν εκείνα τα δύο χρόνια. Ο αφηγητής-συγγραφέας καταφεύγει στη συγγραφή για να αφηγηθεί μια ιστορία εγκατάλειψης της συγγραφής, θέτοντας έτσι τις βάσεις της κατασκευής, τον καταστατικά υπονομευτικό χαρακτήρα της. Με μια υπόνοια αυτομυθοπλασίας στο επίκεντρο, συχνά στόχος ενός βιτριολικού σαρκασμού, θεωρητικοποιεί με φαινομενική ελαφρότητα και διάθεση σάτιρας την πράξη της συγγραφής, συνοψίζει πέντε κυρίαρχες τάσεις στις οποίες μπορούν να χωριστούν οι συγγραφείς, σίγουρος ωστόσο πως ξεχνά και μια έκτη.

Με πλήθος διακειμενικών αναφορών, ο αφηγητής κατατοπίζει με ακρίβεια τον αναγνώστη στον προσωπικό του χάρτη, εντός του οποίου κινείται, αναζητώντας τη δική του θέση. Θα δεχτεί με χαρά και προθυμία μια πρόσκληση για να παραβρεθεί στο Μοντεβιδέο. Εκεί μετά μανίας ζητά να επισκεφτεί το δωμάτιο του ξενοδοχείου που έμεινε ο Κορτάσαρ κάποτε και έγραψε το διήγημα Η κρυμμένη μεσόπορτα, που ανήκει τόσο στον κόσμο της πραγματικότητας όσο και της φαντασίας. Η μεσόπορτα, κρυμμένη πίσω από μια ντουλάπα, είναι εκείνη που διαχωρίζει και συνδέει τους δύο αυτούς κόσμους. Η αναζήτησή της είναι εκείνη που θα πυροδοτήσει την κυρίως πλοκή της αφήγησης, εκεί που η φαινομενική πραγματικότητα θα συναντηθεί με τη μυθοπλασία και κάπως έτσι ο αφηγητής της ιστορίας θα μετατραπεί σε πρωταγωνιστή της.

Όλα τα προαναφερθέντα συστατικά του συγγραφικού σύμπαντος του Βίλα-Μάτας είναι παρόντα σε ζυγισμένη με ακρίβεια αναλογία. Εκείνο που, και εδώ, ξεχωρίζει είναι η ικανότητα του συγγραφέα να προσαρμόζει την ενδοκειμενική ατμόσφαιρα στις συνθήκες του υπό εξέταση έργου ή δημιουργού. Το αφήγημα, άπαξ και αναδυθεί το νήμα που το ενώνει με το διήγημα του Κορτάσαρ, μεταμορφώνεται και προσομοιάζει σε αυτό. Για τον Βίλα-Μάτας, το διήγημα του Κορτάσαρ δεν είναι απλώς μια πρώτη ύλη ή μια αφορμή, αλλά μια σύμβαση που αναδεικνύει την αναγνωστική του δεινότητα και καθρεφτίζει την εμμονή με την οποία ο αφηγητής μπλέκεται στην αναζήτηση του δωματίου με τη μεσόπορτα, του τρόπου με τον οποίο πραγματικότητα και λογοτεχνία αλληλοκαλύπτονται.

Η αναγνωστική απόλαυση στα βιβλία του Βίλα-Μάτας δεν περιορίζεται ποτέ στα όρια της αφήγησης, αλλά επεκτείνεται στην ανάγκη, στη λαχτάρα καλύτερα, του αναγνώστη να διαβάσει ξανά και με άλλο μάτι το διήγημα του Κορτάσαρ, να συντάξει μια λίστα με συγγραφείς και έργα. Το πάθος για τη λογοτεχνία, που τόσο λείπει από την καθημερινότητα, στα βιβλία του Βίλα-Μάτας βρίσκεται σε γενναιόδωρη περίσσεια. Το Μοντεβιδέο είναι χαρακτηριστικό δείγμα γραφής ενός σπουδαίου συγγραφέα που δεν διστάζει να φανερώσει τις εμμονές και τα πάθη του, αναμετράται μαζί τους και, έτσι, παίζοντας το λογοτεχνικό παιχνίδι με την προσήλωση παιδιού επιφέρει καίριο πλήγμα στην πλήξη και τη σοβαροφάνεια.

υγ. Πριν επτά χρόνια είχα διαβάσει το Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική, περισσότερα εδώ.
υγ.2 Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών.
 
Μετάφραση Ναννά Παπανικολάου
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2024

Οι Νετανιάχου - Joshua Cohen

Κάποιους μήνες πριν, είχα διαβάσει τις Μεταφορές του Βασιλιά του Τζόσουα Κόεν, σε μια περίοδο που επιθυμούσα σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία, φρέσκια και ενδεικτική του εκεί κλίματος. Το βιβλίο, παρά το βιαστικό και κάπως αμήχανο κλείσιμό του, ικανοποίησε την επιθυμία εκείνη, διαθέτοντας μια σκηνή που θέτει σοβαρή υποψηφιότητα για την πλέον κωμική που έχω αντικρίσει, σκηνή που ακόμα και σήμερα η ανάμνησή της με κάνει να γελάω. Δεν βρήκε όμως το κοινό του, όχι στον βαθμό που του άξιζε. Στο δεύτερο εξάμηνο της περασμένης χρονιάς κυκλοφόρησε το τελευταίο μυθιστόρημα του Κόεν, Οι Νετανιάχου, και φτιάχνοντας τη λίστα με τα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '23 το συμπεριέλαβα.

Η συγκυρία παίζει καθημερινά τον ρόλο της, σε βαθμό τέτοιο που να θέτει εν αμφιβόλω την ορθολογική στάση απέναντι στα πράγματα. Η ιστορία του βιβλίου αυτού είναι ενδεικτική: Ο Κόεν έλαβε γύρω στις είκοσι απορριπτικές απαντήσεις στην αναζήτηση εκδοτικού οίκου. Όταν τελικά Οι Νετανιάχου κυκλοφόρησαν δεν σημείωσαν κάποια αξιοσημείωτη επιτυχία περνώντας κάτω από τα αναγνωστικά ραντάρ, ώσπου η βράβευσή τους με το Πούλιτζερ έστρεψε πάνω τους το αναγνωστικό και κριτικό ενδιαφέρον εκτοξεύοντας τις πωλήσεις και τις αναφορές σε αυτό. Η ελληνική έκδοση είχε μια αντίστοιχη συγκυρία, έστω και άσχημη, αυτή του πολέμου στη Γάζα, που ξεκίνησε σχεδόν ταυτόχρονα με την κυκλοφορία του βιβλίου. Έτσι, παρότι το προηγούμενο βιβλίο του Κόεν πέρασε μάλλον απαρατήρητο, Οι Νετανιάχου για καιρό υπήρξαν ένα από τα πλέον ευπώλητα βιβλία μεταφρασμένης λογοτεχνίας.

Παρότι είχα προσδοκίες και επιθυμίες σχετικά με το βιβλίο αυτό, είχα και επιφυλάξεις, που είχαν να κάνουν με την ιστορία πίσω από τη συγγραφή, πληροφορίες που δεν επιθυμούσα να μάθω και όμως άκουσα. Ο Κόεν ανέπτυξε με τον υπερήλικα Χάρολντ Μπλουμ μια σχέση φιλική ή μαθησιακή αν προτιμάτε, ανάμεσα στις λογοτεχνικές συζητήσεις τους, που αναπόφευκτα είχαν και το σκέλος του κουτσομπολιού, ο επιφανής κριτικός μοιράστηκε μαζί του και την ιστορία σχετικά με την γνωριμία του με τον πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού του Ισραήλ, όταν εκείνος παρουσιάστηκε στο πανεπιστήμιο που ο Μπλουμ δίδαξε διεκδικώντας τη θέση του καθηγητή. Μια ιστορία με έντονο τον χαρακτήρα του ευτράπελου. Παρά τη θετική προδιάθεση της πρότερης επαφής με το έργο του Κόεν, δυσκολευόμουν να σκεφτώ πώς θα μπορούσε να είναι ένα βιβλίο σάτιρας, που σε καμία περίπτωση δεν είναι το αγαπημένο μου είδος πρόζας και λογοτεχνίας εν γένει.

Οι πρώτες γραμμές του βιβλίου αυτού είναι, από τις πλέον ευφυείς. Εκεί, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, Ρούμπεν Μπλουμ, άλτερ έγκο του Χάρολντ Μπλουμ, εξηγεί πώς οι ιστορικοί, όπως ο ίδιος, έχουν την τύχη πεθαίνοντας να γίνουν ιστορία, αντίθετα με άλλες περισπούδαστες επιστημονικές εκδοχές που δεν λαμβάνουν το αντίδωρο αυτό, οι γιατροί δεν γίνονται πεθαίνοντας ιατρική, οι δικηγόροι δίκαιο κ.ο.κ. Μου πήρε αρκετές σελίδες για να καταλάβω πως ο Ρούμπεν Μπλουμ αποτελούσε τη μυθοπλαστική εκδοχή του πλέον ίσως διάσημου κριτικού λογοτεχνίας, εξαιτίας της σκιάς της αληθινής ιστορίας που έπεφτε εξαρχής στο μυθιστόρημα αυτό. Ο Κόεν, καταρρίπτοντας τους φόβους και τις επιφυλάξεις μου, διαχειρίζεται έξυπνα το επίμαχο επεισόδιο, επιτρέποντας στο μυθιστόρημά του να το ενσωματώσει και να μη συμβεί το αντίθετο, να αποτελέσει δηλαδή ένα αδιάφορο περιτύλιγμα μιας αστείας ιστορίας.

Έτσι έχουμε ένα ωραίο και απολαυστικό εβραϊκό campus novel με μυθοπλαστικούς χαρακτήρες καλοσχηματισμένους, με ιδιότητες και γωνίες, ανθρώπινους και άρα ατελείς και αντιηρωικούς, που προετοιμάζουν το έδαφος για την άφιξη των Νετανιάχου στη σκηνή. Τελειώνοντας την απολαυστική και φρενήρη ανάγνωση αναρωτήθηκα το εξής παράδοξο: θα μπορούσε το μυθιστόρημα Οι Νετανιάχου να λειτουργήσει χωρίς τους Νετανιάχου; Και η απάντηση είναι σαφέστατα και ανεπιφύλακτα ναι. Αυτό είναι για μένα το πιο λαμπερό παράσημο στο συγγραφικό πέτο. Ο Κόεν χρησιμοποίησε ένα επεισόδιο, αστείο ή ενδιαφέρον, με κοντά ωστόσο πόδια, παρά την πραγματολογικό και επίκαιρο χαρακτήρα του, για να συνθέσει ένα ωραίο μυθιστόρημα, με διάφορα επίπεδα, δικαιωματικά τοποθετημένο στην ισχυρή παράδοση της αμερικανοεβραϊκής λογοτεχνίας, αυτού του σημαντικού παραπόταμου της αμερικανικής αλλά και της παγκόσμιας γραμματείας.

Το κατατοπιστικό επίμετρο του συγγραφέα, τοποθετημένο προφανώς στο τέλος του μυθιστορήματος, καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στην απομάγευση και την επεξήγηση, να φωτίσει κάποιες καθοριστικές πτυχές της συγγραφής, επιτελώντας τον μεταμυθοπλαστικό ρόλο του. Σε αυτό, ο Κόεν αφηγείται τη σχέση του με τον Μπλουμ, προσφέρει διάφορα ντεσού, αλλά και την ιστορία του βιβλίου, πώς από μια απλή αφήγηση ενός περιστατικού έγινε μυθιστόρημα, τις περιπέτειες που πέρασε και την αντίδραση της οικογένειας Νετανιάχου.

Ο Κόεν δεν υποκύπτει στην αυτοϊκανοποίηση της σάτιρας, χωρίς να την παραμελεί, χρησιμοποιώντας την με τρόπο τέτοιο που αναδεικνύει τα σκοτεινά κομμάτια του ακαδημαϊκού χώρου, τις διακλαδώσεις του με την πολιτική και την ελίτ, το πώς η ψευδοεπιστήμη βρίσκει τον χώρο να αναπτυχθεί και να χρησιμοποιηθεί ως θεωρία όταν οι ιστορικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες γίνουν πρόσφορες, το πώς η οικογενειοκρατία λειτουργεί και επιβάλλεται και, παρότι η ιστορία μοιάζει και είναι αρκετά συγκεκριμένη, επικεντρωμένη στο κράτος του Ισραήλ και την οικογένεια Νετανιάχου, διατηρεί τον χαρακτήρα του οικουμενικού καθώς ο αναγνώστης, ανάλογα με τον τόπο στον οποίο γεννήθηκε, σίγουρα θα κάνει συνειρμούς με δικά του γνώριμα πρόσωπα και καταστάσεις. Όμως, όπως ήδη είπα, το σημαντικό στο μυθιστόρημα αυτό είναι πως μπορεί να λειτουργήσει αυτόνομα από το κεντρικό επεισόδιο πέριξ του οποίου κινείται και δεν υποκύπτει σε ένα σεφερλικό χιούμορ.

Σε σχέση με το αμήχανο και ίσως βιαστικό τέλος στις Μεταφορές του Βασιλιά, η ολοκλήρωση εδώ αποτελεί την κορύφωση η οποία περίτεχνα και υπομονετικά οικοδομήθηκε στις σελίδες που προηγήθηκαν. Ο Κόεν διαθέτει μια απαράμιλλη αφηγηματική ικανότητα και ο αναγνώστης με προθυμία υποτάσσεται σε αυτή. Οι Νετανιάχου είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα.

υγ. Για τις Μεταφορές του Βασιλιά περισσότερα θα βρείτε εδώ, ενώ για Τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '23 εδώ.

Μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

Οι αλεπούδες του Περ-Λασαίζ - Ρένα Λούνα

 
Γαλλία, λίγα χρόνια μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο κύριος Λουντμίλος, κεντρικό πρόσωπο της πλοκής, από χρόνια χωρισμένος, διάγει μοναχικό βίο στη γαλλική επαρχία, επιθυμώντας μια ζωή μακριά από επίφοβες εκπλήξεις και επώδυνες αλλαγές, κάτι που έχει καταφέρει σε ικανοποιητικό βαθμό, ακολουθώντας απαρέγκλιτα μια ιερά δομημένη καθημερινή ρουτίνα. Τη γαλήνη αυτή έρχεται να διαταράξει το τηλεφώνημα ενός συμβολαιογράφου. Από εκείνον ενημερώνεται πως η κυρία Λουντμίλα, η πρώην σύζυγός του, απεβίωσε και η κηδεία της κιόλας τελέστηκε. Του ζητείται να παραβρεθεί στην ανάγνωση της διαθήκης της εκλιπούσας καθώς γίνεται αναφορά στο όνομά του. Γεμάτος από όχληση αλλά και μια αντανακλαστική περιέργεια, ο κύριος Λουντμίλος θα αφήσει το φιλήσυχο χωριό των λίγων κατοίκων, ελπίζοντας πως αυτή η ανωμαλία θα αποδειχθεί σύντομη, παροδική και κυρίως ανώδυνη. Φευ!

Η Λούνα λαμβάνει τρεις καθοριστικές συγγραφικές επιλογές: α) τοποθετεί την πλοκή σ' ένα σχετικά μακρινό παρελθόν, β) η επιλογή του χρόνου ακολουθείται και από μια γλωσσικά παλιακή αφήγηση, ενώ γ) η δράση διαδραματίζεται στη Γαλλία. Και οι τρεις αυτές επιλογές λειτουργούν αντιστικτικά σε σχέση με την ηλικία και την εμπειρία της, καθώς αποδεικνύονται άκρως βοηθητικές στη σύνθεση και την εκτέλεση της γραφής, διάχυτες από μια αναπάντεχη και καλοδεχούμενη ωριμότητα. Ιδιαίτερης αναφοράς χρήζει η αληθοφάνεια και η πειστικότητα της τότε γαλλικής πραγματικότητας, με πλήθος πραγματολογικών στοιχείων που δείχνουν ικανή γνώση και συγγραφική έρευνα. Μέσω αυτών των επιλογών, δεν μοιάζει να επιζητά την πρωτοτυπία, δεν είναι, άλλωστε, λίγα τα σύγχρονα ελληνικά έργα που διαδραματίζονται εκτός Ελλάδος, αλλά το κατάλληλο περιβάλλον εντός του οποίου θα ευδοκιμήσει η ιστορία της και όχι έναν εξεζητημένο εξωτισμό ή μια βεβιασμένη χωρική εξωστρέφεια.

Ούτε η σύλληψη της ιστορίας διακρίνεται για την πρωτοτυπία της, ούτε η πλοκή στενάζει υπό το βάρος της. Ο θάνατος της πρώην συζύγου του, ενός άλλοτε αγαπημένου προσώπου, έρχεται να πυροδοτήσει ένα ταξίδι στο παρελθόν για τον κύριο Λουντμίλο, έτσι όπως αναμετράται με το πέρασμα του χρόνου, ποιος ήταν τότε και πώς η ζωή κύλησε εντωμεταξύ, τι στόχευσε και τι πέτυχε, ποιες ήταν οι προσδοκίες και ποιες οι εκπλήξεις του βίου του, ποιες υποσχέσεις δόθηκαν με πάθος και εν τέλει προδόθηκαν φτηνά, ένα βότσαλο που αναταράζει την από χρόνια ήσυχη επιφάνεια της λίμνης της ύπαρξής του. Η αναμέτρηση αυτή δεν περιορίζεται σε έναν αόριστο και νεφελώδη συναισθηματικό στίβο, αλλά εμπεριέχει και το απαραίτητο πρακτικό σκέλος της, όχι μόνο για την αληθοφάνεια της ιστορίας εν γένει, όπως είναι η αποδοχή ή όχι της κληρονομιάς, για παράδειγμα, που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με το πώς εκείνος φαντάζεται την καθημερινότητά του.

Η παλιακή αφήγηση του παντογνώστη αφηγητή δημιουργεί, εκτός από την απαιτούμενη απόσταση με τα πρόσωπα της ιστορίας, και δη τον κύριο Λουντμίλο, μια παιγνιώδη συνθήκη, χωρίς ωστόσο να εκπίπτει και να αναλώνεται σε στείρα και εύκολη κοροϊδία. Επίσης, ο εντοπισμός του ημερολογίου της νεκρής, ως εύρημα, προσφέρει μια πρωτοπρόσωπη και έντονα προσωπική εγκιβωτισμένη αναχρονιστική αφήγηση, που λειτουργεί συμπληρωματικά στην κεντρική πλοκή και της προσδίδει μια αναγκαία πολύπλευρη διάσταση, επιτρέποντας στην κυρία Λουντμίλα να καταθέσει και τη δική της οπτική γωνία για το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα, αλλά και στον πρώην άντρα της να δει την εικόνα ως εξωτερικός παρατηρητής. Τέλος, παρά τον πολυσέλιδο χαρακτήρα τους, Οι αλεπούδες του Πιερ-Λασαίζ, διακρίνονται για την απαραίτητη σφιχτή δομή τους, με τις παρεκβάσεις και τις αναλήψεις της πλοκής να μοιάζουν απαραίτητες και τα διάφορα μικροευρήματα να ανατροφοδοτούν διαρκώς τη συντεταγμένη και καλοσχεδιασμένη πορεία της ιστορίας προς την ομαλή ολοκλήρωσή της με μια επιτυχή ρίψη του τίτλου τέλους.

Αυτό είναι ένα πρωτόλειο που δεν υπόσχεται απλώς, όπως συνηθίζεται να λέγεται, ένα λαμπρό και πολλά υποσχόμενο λογοτεχνικό μέλλον, αλλά που προσφέρει μια άρτια απόλαυση και συνιστά μια αναγνωστική έκπληξη, πέρα από προσδοκίες και επιφυλάξεις, μια ιδιαίτερη περίπτωση ανάμεσα στην υπερπροσφορά εγχώριας λογοτεχνίας. Το μυθιστόρημα της γεννημένης το 1992 Ρένας Λούνα, Οι αλεπούδες του Περ-Λασαίζ, είναι από τα έργα εκείνα που επιφέρουν καίριο και καθοριστικό πλήγμα στον σκεπτικισμό και την όποια απογοήτευση σχετικά με την ποιοτική στάθμη της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών.

Εκδόσεις Ο μωβ σκίουρος

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2024

Επικράτειες - Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης

Δεν είναι λίγες οι φορές που σε αυτή τη γωνιά έχω εκφράσει την έλξη που μου γεννά η, έστω και, υποψία συγγραφικής φιλοδοξίας. Με άλλα λόγια θέλω να πω πως προτιμώ έναν συγγραφέα που θέτει ψηλά τον πήχη ακόμα και αν τελικά δεν καταφέρει εν τέλει να τον υπερπηδήσει χωρίς να τον ρίξει, από μία μέτριας ή χαμηλής φιλοδοξίας επιτυχημένη απόπειρα. Η έλξη εντείνεται περαιτέρω όταν έχω μπροστά μου ένα βιβλίο γραμμένο στην ελληνική, εκεί που η πεπατημένη είναι ακόμα πιο οικεία και με τα χρόνια ενοχλητική, εντούτοις, και παρά την περιρρέουσα γκρίνια, ολοένα και πιο φιλόδοξες συγγραφικές απόπειρες επιχειρούνται.

Ούτε, επίσης, είναι λίγες οι φορές που έχω γράψει, έχοντας αποδεχτεί και συμφιλιωθεί από καιρό με, την αδυναμία της πλήρους εποπτείας της λογοτεχνικής παραγωγής, ακόμα και της εγχώριας, ακόμα και ως υπάλληλος βιβλιοπωλείου τώρα πια. Η απόδοση του κρέντιτ στην πηγή είναι μια πράξη ευγνωμοσύνης, πρωτίστως. Κάποιος που σου προτείνει ένα καλό βιβλίο είναι ένας καλός άνθρωπος που σου κάνει ένα σπουδαίο δώρο.

Και τα δύο παραπάνω συναντώνται στο έργο του Βλαχογιάννη, του οποίου τα Είδωλα δεν θα είχα εντοπίσει αν δεν υπήρχε η σύσταση του Α., για να ακολουθήσει, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, η υποψία μιας υψηλής φιλοδοξίας. Κάπως έτσι, ανέμενα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την κυκλοφορία του τελευταίου του βιβλίου με τίτλο Επικράτειες, επαναπρογραμματίζοντας με την εμφάνισή του  τον όποιο αναγνωστικό σχεδιασμό.

Το βιβλίο, που ειδολογικά δεν μου είναι ξεκάθαρο να το κατατάξω ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα ή ως συλλογή εκτεταμένων νουβελών και διηγημάτων με ευδιάκριτη τη μεταξύ τους επικοινωνία και σύνδεση, αποτελείται από δύο μέρη. Το μέρος πρώτο ή φωτιά/αέρας συγκροτείται από τις Επικράτειες και τη Μουσική για αεροδρόμια, το μέρος δεύτερο ή νερό/γη από Το νησί στον χάρτη και τη Μαχαιρωμένη διάρκεια. Τα τέσσερα αυτά στοιχεία της φύσης απεικονίζονται στο ανάγλυφο του εξωφύλλου μιας συνολικά ιδιαιτέρως καλαίσθητης έκδοσης.

Ο κύριος άξονας που διέπει τα συστατικά μέρη του βιβλίου αυτού είναι η ύπαρξη ενός επινοημένου γερμανόφωνου συγγραφέα, ονόματι Μέτσγκερ, που στα γερμανικά σημαίνει χασάπης, και του βιβλίου του Επικράτειες, το οποίο σε κάποια δεδομένη στιγμή σκίζεται και χωρίζεται στα δύο, βιβλίο που αποτελεί ένα μεταμοντέρνο και κυρίως λειτουργικό εύρημα, ένα βιβλίο μέσα σε ένα βιβλίο, το οποίο λειτουργεί ως παράλληλη πραγματικότητα ή, αν προτιμάτε, ως αντίπαλο δέος απέναντι στην πεζή καθημερινότητα των προσώπων του βιβλίου, αυτό το εκκρεμές ανάμεσα στη δημιουργία και την έλξη για ζωή, το μέσα και το έξω που διέπει εν γένει το έργο τού Τόμας Μαν και πιο χαρακτηριστικά τη νουβέλα του Τόνιο Κρέγκερ. Η ύπαρξη του επινοημένου βιβλίου που αλλάζει αναγνωστικά χέρια, από ιστορία σε ιστορία, θυμίζει αρκετά το εύρημα του Μίτσελ στο Cloud Atlas, επιρροή γόνιμη και όχι εγκλωβισμένη στην αντιγραφή, εν τη γενέσει της δείγμα της φιλοδοξίας του συγγραφέα.

Η αντιμετώπιση της πραγματικότητας και η επινόησή της, τα ασαφή όρια ανάμεσα στις δύο αυτές επικράτειες, οι κρυψώνες του προσωπικού, η εμμονή με τη σπουδαία λογοτεχνία και η ανομολόγητη πίστη του ενός και μοναδικού αποδέκτη αυτής. Ο Βλαχογιάννης, μέσα από την αποτύπωση αυτής της αντιθετικής συνύπαρξης, αποτίει έναν φόρο τιμής προς τη σπουδαία λογοτεχνία, το αποκούμπι και το μικρόβιο που καταλαμβάνει το μυαλό ενός επίδοξου γραφιά, που επιθυμεί να αποτυπώσει με λέξεις τις ιδέες και τα συναισθήματά του, ερχόμενος σε διαρκή σύγκρουση με τους δεδομένους περιορισμούς. Οι Επικράτειες είναι, μεταξύ άλλων, ένα βιβλιοφιλικό έργο, με την αγάπη για τη λογοτεχνία να βρίσκεται παντού κατά μήκος του.

Η επιρροή της γερμανόφωνης λογοτεχνίας, είπα για τον Μαν, θα πρόσθετα και τον Μπότο Στράους, είναι εμφανής και δεν περιορίζεται στο βιογραφικό του Βλαχογιάννη που μας πληροφορεί πως είναι καθηγητής γερμανικών. Η ένταξη της επιρροής αυτής προσθέτει επιπλέον ύψος στον πήχη της φιλοδοξίας, με τον κίνδυνο μιας καρικατούρας να ελοχεύει, παγίδα στην οποία ωστόσο ο συγγραφέας όχι μόνο δεν παρασύρεται, αλλά, αντίθετα, τη μεταποιεί σε αρετή του τελικού αποτελέσματος. Αυτή η επιρροή είναι που επιτείνει τον εγκεφαλικό χαρακτήρα, στοιχείο υποβοηθητικό στην περαιτέρω ανάδειξη της αντίθεσης ανάμεσα στις δύο μπάντες, τη ζωή και τη δημιουργία, τον μη έλεγχο της πραγματικής ζωής και την –ψευδαίσθηση– του ελέγχου της επινοημένης μυθοπλασίας.

Επιστρέφοντας στο κομμάτι της φιλοδοξίας, ο Βλαχογιάννης μοιάζει να έχει δουλέψει αρκετά πάνω στο τελικό αποτέλεσμα και να μην έχει μείνει στις ευκολίες και τη βιάση μιας αρχικής κεντρικής ιδέας. Η επιμονή στο χτένισμα του κειμένου είναι πάντοτε κάτι το βοηθητικό, απαλλάσσοντάς το από το περιττό και το αχρείαστο, από τα πυροτεχνήματα που γρήγορα χάνουν την αρχική τους λάμψη. Η διακειμενικότητα, που στο τέλος της έκδοσης δίνεται αναλυτικά, εντείνει με τη σειρά της τον διάλογο ανάμεσα στην πραγματική έξω ζωή και την επινοημένη αντίστοιχή της. Έτσι, δημιουργείται και ένα τρίτο επίπεδο. Ο συγγραφέας, σε ρόλο αφηγητή που επεμβαίνει μέσω υποσημειώσεων, η δική του πάλη ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη, την επιρροή και τη δημιουργία, συναντά τα πρόσωπα του έργου, επίσης ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη, με πρώτη ύλη το βιβλίο Επικράτειες και το βιογραφικό του επινοημένου Μέτσγκερ.

Οι Επικράτειες είναι ένα από τα βιβλία εκείνα για τα οποία ελοχεύει ο κίνδυνος ένα κείμενο αναγνωστικής προσέγγισης, όπως αυτό εδώ εν προκειμένω, να το παρουσιάσουν ως κάτι δύστροπο και απροσπέλαστο, αποτρέποντας αντί παρακινώντας τον επίδοξο αναγνώστη. Οπότε μια σχετική διευκρίνηση κρίνεται απαραίτητη. Οι Επικράτειες παρά τη διάχυτη φιλοδοξία και την εγκεφαλικότητα που τις χαρακτηρίζει είναι ένα βιβλίο που καλωσορίζει και σύντομα, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ανταμείβει τον αναγνώστη, που γρήγορα νιώθει την οικειότητα αυτής της ενδοκειμενικής πάλης. Η δημιουργία, η πρόθεση ή ανάγκη για δημιουργία, αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα της σύνθεσης, μαζί με όσα έπονται αυτής, όπως η ανάγκη για έκφραση, η αγωνία για επικοινωνία, η αναμέτρηση με το συναίσθημα πως είναι κανείς μόνος σε αυτό. Θυμήθηκα τη νουβέλα της Παρούση, Λίγα λόγια για μένα, και την ανάγκη/επιθυμία του ήρωα να κειμενοποιηθεί. Θεωρώ πως τα δύο αυτά πρόσφατα έργα αναπτύσσουν έναν διάλογο, έστω και χωρίς την πρόθεση των συγγραφέων.

Οι Επικράτειες μου άρεσαν πολύ, όχι μόνο για τη φιλοδοξία ή τη διαφορετικότητά τους ως προς το κυρίως σώμα της –ελληνικής– λογοτεχνίας, όχι, θέλω να πω, για όλα όσα σκέφτηκα και υπέθεσα, αλλά ως αυτόνομη αναγνωστική εμπειρία.

υγ. Περισσότερα για τα Είδωλα θα βρείτε εδώ, ενώ για το Λίγα λόγια για μένα εδώ.

Εκδόσεις Περικείμενο

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

Το θέατρο του Σάμπαθ - Philip Roth

Ένας λογαριασμός που παρέμενε ανοιχτός τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της επιμονής αναγνωστών που ιδιαιτέρως εκτιμώ στο πρόσωπο του Φίλιπ Ροθ, για τον οποίο είχα καταλήξει πως, παρότι αναγνώριζα την ικανότητά του, αναγνωστικά δεν ταιριάζαμε. Και ήταν κάτι μάλλον απρόσμενο αυτό, για μια σειρά από λόγους. Όπως για παράδειγμα οι κεντρικοί χαρακτήρες του, άντρες μεσήλικες και άνω, αποτυχημένοι με κάποιο τρόπο, που, θεωρητικά τουλάχιστον, παρότι με ενοχλούν, αναγνωστικά θέλγομαι.

Αρκετές φορές είχα αναρωτηθεί πώς γινόταν να μου αρέσουν πολύ συγγραφείς όπως ο Μπέλοου ή ο Όστερ, για παράδειγμα, και όχι ο Ροθ. Συχνά σκεφτόμουν πως ίσως δεν είχα διαβάσει ακόμα το κατάλληλο βιβλίο του, Το θέατρο του Σάμπαθ σύμφωνα με την πλειοψηφία· το προγραμμάτιζα για να το αναβάλλω λίγο αργότερα υπό το βάρος εκείνων των βιβλίων που λαχταρούσα να πάρω στα χέρια μου. Το έβλεπα λίγο σαν υποχρέωση και αυτό δεν είναι συνήθως βοηθητική αναγνωστική συνθήκη και προσδοκία.

Το γεγονός πως η Λ. με έντονη προθυμία και επιμονή μου δάνεισε Το θέατρο του Σάμπαθ ήταν το ένα σκέλος που επίσπευσε την ανάγνωση αυτή. Το υπόλοιπο κομμάτι συμπλήρωσε ο ενθουσιασμός της για το μυθιστόρημα αυτό, που, σύμφωνα με όσα ξέρω για εκείνη ως αναγνώστρια, θα ανέμενα να αποτελεί ένα ακόμα δείγμα της λογοτεχνικής επιβολής της αντρικής και λευκής κυριαρχίας, που τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζεται, τουλάχιστον, με σκεπτικισμό. Να το διαβάσεις, μου είπε.

Είχαν προηγηθεί: πριν δεκατρία χρόνια, στην πρώτη περίοδο αυτού του ιστολογίου, Το ζώο που ξεψυχά, απογοητεύτηκα, ίσως και λόγω των προσδοκιών που είχα, θεώρησα δύσκολο να δώσω άλλη ευκαιρία σε αυτή τη σχέση. Ωστόσο, εξαιτίας του ονόματος του μεταφραστή Αχιλλέα Κυριακίδη, διάβασα το Καθένας και ενθουσιάστηκα, αν και μπορούσα να αντιληφθώ πως το συγκεκριμένο βιβλίο δεν ήταν το πλέον χαρακτηριστικό δείγμα της εργογραφίας του Ροθ. Το βυζί, παρά την κάπως ενδιαφέρουσα κεντρική ιδέα, που συνοψίζει, όπως εικάζω, μέρος των εμμονών τού συγγραφέα, με έκανε να νιώσω μια αμήχανη αδιαφορία, και από αυτό το συναίσθημα χειρότερο δεν έχω.

Ας διευκρινίσω πως η παραπάνω αποστροφή του λόγου μου, «θεώρησα δύσκολο να δώσω άλλη ευκαιρία σε αυτή τη σχέση», είναι καθ' υπερβολή. Προφανώς και δεν σημαίνει κάτι το αξιολογικό αν θα επιλέξω ή όχι να διαβάσω κάποιο ακόμα βιβλίο του πολυγραφότατου Ροθ, ενός συγγραφέα με σειρά από επαίνους και αναγνώστες. Άλλωστε ένας συγγραφέας μπορεί να ταυτόχρονα να είναι εξαιρετικός και να μην μας ταιριάζει, όχι;

Τούτων λεχθέντων, ας περάσω στο δια ταύτα της ανάγνωσης αυτής. Ο Μίκι Σάμπαθ, πρώην μαριονετίστας που τα τελευταία χρόνια ζει σχεδόν σε απομόνωση και παρά τη συμβίωση σε συναισθηματική απόσταση από τη δεύτερη γυναίκα του, στα εξήντα τέσσερα έτη του θα έρθει αντιμέτωπος με τον ξαφνικό θάνατο της από χρόνια ερωμένης του. Αυτό είναι το γεγονός που θα πυροδοτήσει το ταξίδι του στο παρελθόν.

Η ανάγνωση κυλούσε αναμενόμενα ως τη σελίδα τριακόσια δεκατέσσερα, κάπου στα μισά του βιβλίου δηλαδή. Καλή πρόζα, πλήρης έλεγχος του υλικού, αποτυχημένος ύστερος μεσήλικας ο κεντρικός χαρακτήρας. Περνούσα καλά παρά την πολυλογία, ίσως και να την είχα ανάγκη, δεν σκεφτόμουν να το παρατήσω, δεν ανυπομονούσα όμως και να επιστρέψω σε αυτό, βρισκόμουν στο γνώριμο αυτό μεταίχμιο, που περίμενα και φοβόμουν. Μέχρι που ο διακόπτης γύρισε όταν διάβασα το παρακάτω απόσπασμα:

Μην είσαι υπερβολικά αυστηρός με τον Σάμπαθ, αναγνώστη. Ούτε η αχαλίνωτη μαραθώνια εσωτερική φλυαρία, ούτε η υπερβολική αυτοϋπονόμευση, ούτε χρόνια ολόκληρα αναγνώσεων σχετικών με τον θάνατο, ούτε η πικρή εμπειρία της συμφοράς, της απώλειας, της ταλαιπωρίας και του πένθους διευκολύνουν έναν άντρα του τύπου του (ίσως οποιονδήποτε άντρα οποιουδήποτε τύπου) να χρησιμοποιήσει σωστά το μυαλό του όταν βρίσκεται μπροστά σε μια τέτοια προσφορά και μάλιστα όταν αυτή η επαναλαμβανόμενη προσφορά προέρχεται από κορίτσι που έχει το ένα τρίτο της ηλικίας του και την οδοντοστοιχία της Τζιν Τίρνεϊ στη «Laura».

Δεν ήμουν ιδιαίτερα αυστηρός με τον Σάμπαθ, κάθε άλλο, με έκανε να νιώθω αυτό το γνώριμο συναίσθημα απώθησης-έλξης ενός αποτυχημένου όψιμου μεσήλικα. Και όμως αυτή η ευθεία απεύθυνση του αφηγητή στον αναγνώστη στάθηκε ικανή να μετατοπίσει το κανάλι υποδοχής της ιστορίας του Σάμπαθ. Ίσως γιατί διέκρινα έναν συναισθηματικό, έστω και όχι πολύ γερό, δεσμό μεταξύ συγγραφέα και ήρωα, μια υποψία απόπειρας κατανόησης, ίσως γιατί με λεκτικό και άμεσο τρόπο ο αφηγητής πήρε αποστάσεις από αυτόν, χωρίς διάθεση να δικαιολογήσει ή να κρίνει, απλώς δοκιμάζοντας την ειλικρίνειά μας: ποιος άντρας, και δη στην ηλικία του, θα αντιστεκόταν; Ας μην είμαστε πουριτανοί υποκριτές, έμοιαζε να λέει, αυτός είναι ο κόσμος γύρω μας, από κοινό υλικό είμαστε φτιαγμένοι. Διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, δημιουργήθηκε ένα νήμα που ένωνε τον Ροθ με τον Ουελμπέκ, ένα ακόμα πώς γίνεται να μου αρέσει ο Γάλλος και όχι ο Αμερικανός ομότεχνός του, αφού η συγγένεια, ίσως και η επιρροή, είναι τόσο έντονη;

Ο ρεαλισμός και η επιμονή του αφηγητή στο σκύψιμο πάνω από τον Σάμπαθ, η άρνηση για απανθρωποίηση και τοποθέτησή του σε ένα ασφαλές για εμάς τους υπόλοιπους περιθώριο, η μη αντιμετώπισή του ως μια εξαίρεση του κανόνα. Ο Σάμπαθ μου ήταν εξ αρχής λογοτεχνικά γνώριμος, έτσι πίστευα, δεν μπορούσε να με σοκάρει ή να με ιντριγκάρει, ένιωθα ασφαλής στη μεταξύ μας απόσταση, όμως δεν ήμουν. Το ανθρώπινο υλικό, οι περιβαλλοντολογικές συνθήκες, η κατασκευή του δυτικού πολιτισμού και η ψευδοηθική ήταν εκεί και ήταν κοινό και οικείο έδαφος και ο αφηγητής άλλο δεν έκανε παρά να μου δείχνει το βρώμικο από το υπομονετικό και αργό σκάψιμο νύχι του. Ήταν η άμυνα που με κρατούσε μακριά από τον προβοκατόρικο χαρακτήρα της αφήγησης αυτής, δεν ήταν κάποιος αποτροπιασμός αλλά η άρνηση ή η αδυναμία να διακρίνω πόσο κοντά στον πυρήνα της ανθρώπινης φύσης κινείτο η αφήγηση αυτό που ύψωνε τείχη αμηχανίας από πλευράς μου.

Η μετατόπιση αυτή άλλαξε σε σημαντικό βαθμό τον αναγνωστικό ρου έτσι όπως ο αμυντικός μηχανισμός υποχώρησε, τα κρακ από το εσωτερικό του κρανίου ακούγονταν ευκρινώς και διαρκώς. Η θέα προς τις λογοτεχνικές αρετές έμεινε επιτέλους ανεμπόδιστη και άκρως λειτουργική. Και τότε, ναι, λαχταρούσα να επιστρέψω σε μια ανάγνωση αχόρταγη, χωρίς να έχει και τόση σημασία το πώς στεκόμουν απέναντι στον Σάμπαθ και την αφήγηση της ζωής του, το λογοτεχνικό και αναγνωστικό ζητούμενο άλλωστε αρκετά –θα έπρεπε να– απέχει. Και μόνο για τη μετατόπιση αυτή, την εμπειρία μιας ξαφνικής αποκάλυψης, την πτώση ενός ακόμα πέπλου, η ανάγνωση της λογοτεχνίας ενέχει τόσο σημαντική θέση στην καθημερινότητά μου· ο αφηρημένος τρόπος, το εύπλαστο μεσοδιάστημα, η ανικανότητα αντικειμενικής και ρητής εξήγησης· κατά ένα μεγάλο μέρος η ενασχόληση με την ανάγνωση, μέσα από αυτά, αλλά και άλλα μονοπάτια, μας συστήνει τον ίδιο μας τον εαυτό.

υγ. Για όσα προηγήθηκαν: Το ζώο που ξεψυχά (εδώ), Καθένας (εδώ) και Το βυζί (εδώ).

υγ.2 Εντωμεταξύ διάβασα το μυθιστόρημα Οι Νετανιάχου, στο επίμετρο, ο συγγραφέας Τζόσουα Κοέν, λέει πως ο Χάρολντ Μπλουμ, μεταξύ άλλων ιστοριών που μοιράστηκε μαζί του, του είπε πως ο ίδιος ο Φίλιπ Ροθ του είπε πως δημιούργησε τον πρωταγωνιστή στο Θεάτρο του Σάμπαθ κάνοντας την εξής υπόθεση: «τι θα γινόταν αν ο Χάρολντ, αντί να πάει στα κορυφαία πανεπιστήμια και να κάνει τους γονείς του περήφανους, είχε καταλήξει στο κακόφημο Βίλατζ τη δεκαετία του '50;».

Μετάφραση Ανδρέας Βαχλιώτης
Εκδόσεις Πόλις