Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2021

Τραγούδια για τον δρόμο - Έντυ Διαμαντόπουλος

(Το βιβλίο αυτό είδε άλλα βιβλία που έφτασαν ως το νησί αργότερα από εκείνο να φεύγουν από το ράφι με τα αδιάβαστα. Ελάχιστα το παρηγορούσε το γεγονός πως υπήρχαν βιβλία που τα βρήκε σαν έφτασε και συνέχισε να τα βλέπει να σκονίζονται ξεχασμένα εκεί. Η μετασεισμική μετακόμιση του χάρισε μια πρόσκαιρη ελπίδα, έτσι όπως το σουίφερ το διέτρεξε. Το φως ήταν διαφορετικό σ' αυτό το νέο σπίτι, όμως μόνο για λίγο το απόλαυσε. Ο φόβος της ασταθούς βιβλιοθήκης το οδήγησε σε ένα ερμητικά κλειστό ντουλάπι. Τουλάχιστον, γλίτωνε ένα μέρος της σκόνης. Είχε προηγηθεί η Μεσακτή του Μαλαφέκα κι εγώ αναζητούσα μια ανάλογη αναγνωστική εμπειρία. Τότε θυμήθηκα τα Τραγούδια για τον δρόμο του Έντυ Διαμαντόπουλου.)

Η Νότια Αμερική είναι ένα μυστήριο για μένα. Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα από την παραμονή μου εκεί, τον περισσότερο καιρό ήμουν μεθυσμένος ή φτιαγμένος. Θυμάμαι όμως έναν δρόμο.

Από την εναρκτήρια πρόταση, ο συγγραφέας προβαίνει σε μια ξεκάθαρη δήλωση προθέσεων. Τα συστατικά είναι συγκεντρωμένα εδώ: Νότια Αμερική, αλκοόλ, ναρκωτικά, ο δρόμος και τα τραγούδια του τίτλου. Την ερωτική ιστορία δεν είναι δύσκολο να την υποθέσει κανείς. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής βρέθηκε στη Βραζιλία να δουλεύει ως πωλητής ελληνικών προϊόντων. Εγκατέλειψε την Αθήνα πιστεύοντας -ή μάλλον ελπίζοντας- πως θα άφηνε πίσω του όλα εκείνα που του υπέδειξαν να αναζητήσει στη φυγή παυσίπονο στον πόνο. Όμως όχι. Προφανώς όχι. Μακάρι να ήταν τόσο απλό, μακάρι η έκδοση ενός εισιτηρίου να είχε τέτοια δύναμη. Οι αναμνήσεις εισβάλλουν απρόσκλητες· πριν ο ορίζοντας αποκαλυφθεί στο τέλος της στροφής· μόλις τα μάτια κλείσουν αργά τη νύχτα ή νωρίς το πρωί· όταν δεν θα έπρεπε. Η Μπέλα, το αυτοκίνητό του, μια Ford Mustang του '67, θα τον προδώσει μια νύχτα με βροχή στη μέση του δρόμου για το Πόρτο Αλέγκρε. Η Μάρι θα τον περιμαζέψει. Θέτει έναν και μόνο όρο, να την πάει βόλτα με τη Μπέλα όταν την επισκευάσει. Είναι μουσικός σε περιοδεία με την μπάντα της, τη Banda Voadora, και το επόμενο βράδυ έχουν συναυλία στο Πόρτο Αλέγκρε. Μια ερωτική ιστορία ξεκινά.

Ήταν το βιβλίο που έψαχνα. Στακάτος και γρήγορος ρυθμός, ένας ήρωας ελάχιστα ηρωικός, στα χαμένα, ένα περιβάλλον εξωτικό, ένα παλλόμενο νεύρο αφήγησης, ικανό να σε παρασύρει σε μια αχόρταγη ανάγνωση, που έφερνε εικόνες από το παρελθόν, όχι μόνο το αναγνωστικό. Η αφήγηση δεν έχει τίποτα το επιδεικτικό, παρά την όποια γοητευτική λάμψη με την οποία είναι πασπαλισμένη, είναι μια ιστορία ήττας, μια απεγνωσμένη προσπάθεια διατήρησης του κεφαλιού πάνω από το νερό, μια απέλπιδα απόπειρα επανασυγκρότησης, χωρίς κανένα σχέδιο, υποχείριο της μοίρας και του δρόμου, ιστορία που ο αφηγητής χωρίς δεύτερη σκέψη θα εγκατέλειπε για να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στο παρελθόν, να ρίξει ξανά τη ζαριά. Αυτό είναι που κάνει την ιστορία αυτή θελκτική, η αντίφαση ανάμεσα σε αυτό που ο αφηγητής βιώνει και στον τρόπο με τον οποίο το βιώνει, αυτή η απόσταση που δημιουργείται ανάμεσα σε εκείνον και τον αναγνώστη που λαχταρά τέτοιου είδους εμπειρίες, που αχόρταγα διαβάζει χωρίς να είναι αναγκασμένος να πληρώνει το βαρύ συναισθηματικό τίμημα, έτσι αναπαυτικά όπως στέκεται στον ρόλο του θεατή, παραμερίζοντας αρκετά την όποια ενσυναίσθηση, ώστε να απολαύσει αυτή την τρελή αφήγηση, που όμως είναι φτιαγμένη με βασικό συστατικό της τον πόνο.

Παρότι οι αναφορές του Διαμαντόπουλου είναι ορατές, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση έχει την απαραίτητη δυναμική ώστε να καταστήσει τη φωνή αρκούντως προσωπική. Ο συγγραφέας γνωρίζει τα όρια και τις συμβάσεις της παλπ λογοτεχνίας, τα γνώριμα κλισέ και στερεότυπα του αφηγητή και της ιστορίας του εν γένει, και φροντίζει να κινείται εντός αυτών, χωρίς να παίρνει αχρείαστα ρίσκα. Διανθίζει το κυρίως σώμα της ιστορίας με μικρές, πλην όμως ενδιαφέρουσες, λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, η οικογένεια του ήρωα που διατηρούσε μαγαζί με γραβάτες, ζωή στην οποία εκείνος ένιωθε ασφυξία, ή η λαχτάρα της Μάρι να εγκαταλείψει τη Βραζιλία, αλλά και ο ιδιαίτερος κόσμος των ξενοδοχείων. Σύμφωνα με το βιογραφικό του Διαμαντόπουλου, δεν είναι διόλου απίθανο να έχει ζήσει κάποιο διάστημα εκεί. Όπως και να έχει, πετυχαίνει να χρησιμοποιήσει τη Βραζιλία τόσο όσο είναι απαραίτητο για να δείξει την απόσταση από την Ελλάδα και την προηγούμενη ζωή τού αφηγητή, χωρίς να ποντάρει υπερβολικά στην εξωτικότητα του τόπου, χωρίς να καθιστά τη Βραζιλία πρωταγωνίστρια της ιστορίας, αφού η ίδια ιστορία θα μπορούσε να διαδραματιστεί και αλλού, αποφεύγοντας έτσι τις κακοτοπιές. Οι παρεμβολές των τραγουδιών, με την παράθεση στίχων, λειτουργεί, ενώ η ακρόαση της λίστας επιτείνει την αναγνωστική εμπειρία, μια ακόμα ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια.

Τα Τραγούδια για τον δρόμο ανταποκρίθηκαν πλήρως στις αναγνωστικές μου επιδιώξεις, σ' ένα είδος που εδώ και χρόνια είναι εκτός του αναγνωστικού μου safety zone, είδος ωστόσο που εν πολλοίς με διαμόρφωσε ως αναγνώστη.

υγ. Για τη Μεσακτή του Μαλαφέκα στην οποία αναφέρθηκα μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ.

Εκδόσεις BookLab   

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2021

Η Ελένα ξέρει - Claudia Piñeiro

Η γεννημένη το 1960 Κλαούντια Πινιέιρο, παρότι ιδιαιτέρως γνωστή εντός και εκτός Αργεντινής, δεν είχε μεταφραστεί στα ελληνικά ως τώρα. Το κενό αυτό ήρθαν να καλύψουν οι εξειδικευμένες στην ισπανόφωνη λογοτεχνία εκδόσεις Carnívora, από τις οποίες κυκλοφόρησε πρόσφατα το μυθιστόρημά της Η Ελένα ξέρει, που εκδόθηκε το 2007, σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη.

Το θέμα είναι να σηκώσει απλώς το δεξί πόδι μόλις λίγα εκατοστά πάνω απ' το πάτωμα, να το σπρώξει στον αέρα, ώσπου να βγει μπροστά από τ' αριστερό, και σ' αυτή την απόσταση, όση κι αν είναι, πολλή ή λίγη, να το κάνει να κατέβει. Αυτό είναι όλο κι όλο το θέμα, σκέφτεται η Ελένα. Όμως, παρότι το σκέφτεται και ο εγκέφαλος δίνει την εντολή, το δεξί πόδι δεν κινείται. Δε σηκώνεται. Δεν προχωράει προς τα μπρος στον αέρα. Δεν ξανακατεβαίνει. Δεν κινείται, δε σηκώνεται, δεν προχωράει προς τα εμπρός στον αέρα, δεν ξανακατεβαίνει. Αυτό όλο κι όλο. Αλλά δεν το κάνει. Τότε, η Ελένα κάθεται και περιμένει.

Η Ελένα ξέρει, το έμαθε σταδιακά και με τρόπο οδυνηρό, πως ακόμα και η πιο μικρή κίνηση, που άλλοτε ποτέ δεν θα τη σκεφτόταν, τώρα αποτελεί μια τεράστια πρόκληση, όπως το να κατέβει από το κρεβάτι, να σταθεί στα πόδια της, να κινηθεί στο μικρό της σπίτι. Η Ρίτα, η κόρη της, πέθανε ένα απόγευμα που η βροχή ζύγωνε απειλητικά, δεν πάει πολύς καιρός. Από τότε η Ελένα έμεινε μόνη. Η νόσος του Πάρκινσον καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι του νευρικού της συστήματος. Λαμβάνει τρία χάπια ημερησίως. Κάπου στο ενδιάμεσο, τα χάπια της χαρίζουν μια υποβοήθηση, έναν καλύτερο έλεγχο του σώματος, χάρη στην έκκριση λεβοντόπας που προξενούν. Γύρω από αυτά τα τρία χάπια καταστρώνει το σχέδιο της κάθε ημέρας. Σήμερα, θέλει να πάρει το τρένο και να κατέβει στο Μπουένος Άιρες, έχει μια σημαντική επίσκεψη να κάνει. Θα ξεκινήσει λίγο αφού πάρει το πρώτο χάπι, θα διασχίσει πεζή την απόσταση μέχρι τον σταθμό, ελπίζοντας να αποφύγει να συναντήσει κάποιον γνωστό στον δρόμο, φοβάται ωστόσο την ουρά έξω από την τράπεζα, καθότι είναι μέρα πληρωμών, όμως πρέπει να περάσει από εκεί, αλλιώς ο κύκλος θα είναι τεράστιος, πέρα από τις σωματικές της αντοχές.

Στο σχετικά μικρό αυτό μυθιστόρημα, η Πινιέιρο πετυχαίνει να καθηλώσει τον αναγνώστη, κυρίως για τον άκρως ρεαλιστικό τρόπο με τον οποίο αποδίδει γλωσσικά και υφολογικά την κάθε στιγμή της Ελένα, τον τρόπο με τον οποίο βιώνει τη νόσο του Πάρκινσον, την έντονη αντίθεση μεταξύ της ταχύτητας με την οποία σκέπτεται και ενεργεί, τον εγκλωβισμό ενός άκρως λειτουργικού μυαλού, με τις δικές του ιδιαιτερότητες, τις δικές του προσλαμβάνουσες, τα δικά του βιώματα, μέσα σ' ένα σώμα που ολοένα και λιγότερο υπακούει. Η σκιαγράφηση και της παραμικρότερης λεπτομέρειας, η ακρίβεια των λέξεων, η αποτύπωση της κινητικής και ψυχολογικής κατάστασης της Ελένα είναι εντυπωσιακές. Η Πινιέιρο ενσωματώνει τον αναγνώστη στην Ελένα, τον αναγκάζει να κινηθεί μαζί της, να κοιτάξει τον κόσμο με τα δικά της μάτια, να νιώσει τον τρόμο της αδυναμίας σε μεγαλύτερο βαθμό από εκείνη, άμαθος όπως είναι· είπαμε, η Ελένα ξέρει. Με λόγο κοφτό και ακριβή η συγγραφέας θέτει τα ασφυκτικά στενά όρια εντός των οποίων είναι καταδικασμένη να κινείται η πρωταγωνίστριά της, με κάθε λέξη υπενθυμίζει πως δεν υπάρχει επιστροφή από αυτή τη συνθήκη, μόνο επιδείνωση. Πατά στη λεπτή γραμμή του οίκτου αλλά δεν την περνά, αποφεύγοντας τον συναισθηματικό εκβιασμό του αναγνώστη, δεν θέλει τον οίκτο η Ελένα, δεν θέλει ούτε τον θαυμασμό για το θάρρος και την επιμονή της, θέλει απλώς να φτάσει ως εκείνη την πόρτα, μόνη και με τον τρόπο που εκείνη ξέρει.

Το μυθιστόρημα, που εκτυλίσσεται στη διάρκεια μιας ημέρας, είναι ιδιαιτέρως υποβλητικό, γεγονός στο οποίο συμβάλλει τα μέγιστα η συναισθηματικά ουδέτερη και σταθερή αφηγηματική φωνή, χωρίς εξάρσεις, που λειτουργεί ως ένα βαθμό αντιστικτικά με το καθεαυτό περιεχόμενο της αφήγησης. Η Ελένα ξέρει διαθέτει τον απόηχο ενός νουάρ μυθιστορήματος, ενσωματωμένο με τρόπο περίτεχνο στο παρασκήνιο της ιστορίας, που δυναμώνει με το πέρασμα των σελίδων. Ο τρόπος με τον οποίο η Πινιέιρο παρεμβάλει τις απαραίτητες για την πλοκή αναλήψεις του παρελθόντος στο κυρίως σώμα της αφήγησης είναι υποδειγματικός, και της επιτρέπει, μεταξύ άλλων, να εντάξει περαιτέρω διαστάσεις, κυρίως κοινωνικές, στην ιστορία της, αλλά και να χτίσει αργά και σταθερά το σασπένς, οδηγώντας σε μια αναπάντεχη, κυρίως για την ίδια την Ελένα, ανατροπή. Μέσα από την ασθένεια της Ελένα η συγγραφέας αγγίζει και τη σχέση μητέρας‒κόρης, τη στιγμή της αντιστροφής των ρόλων, όταν δηλαδή η Ελένα εξαρτάται πλήρως από τη Ρίτα, ενώ παράλληλα κριτικάρεται ευθέως ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το σύστημα υγείας, η γραφειοκρατία και τα μικρά γράμματα των ασφαλιστικών συμβολαίων σε μια εποχή ιδιωτικοποίησης της υγείας και πλήρους κατάρρευσης του κράτους πρόνοιας. Το μυθιστόρημα διαθέτει και μια έντονη φεμινιστική ματιά, για το δικαίωμα της γυναίκας στην αυτοδιάθεση του σώματός της, υπενθυμίζοντας πως απέναντί της συχνά στέκονται άλλες γυναίκες. 

Η Πινιέιρο, σε λίγες σελίδες, και χωρίς στιγμή να απολύει τον βηματισμό της, διαπραγματεύεται πλείστα ζητήματα και αποδίδει ευδιάκριτα και τους υπόλοιπους, πλην της Ελένα, χαρακτήρες, σ' ένα σφιχτοδεμένο και συμπαγές σύνολο, που δεν περιορίζεται στην πρόκληση της ενσυναίσθησης. Η Ελένα ξέρει είναι ένα πραγματικά σπουδαίο μυθιστόρημα, παρά τη συναισθηματική δυσφορία που γεννά, δείγμα γραφής μιας ικανότατης συγγραφέως, που δημιουργεί ιδιαίτερη ανυπομονησία για περαιτέρω επαφή με το έργο της.

Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora

Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2021

Γόνιμες μέρες - Τζούλια Γκανάσου

Στον νου μου έρχεται η τελευταία εικόνα προτού χάσω τις αισθήσεις. Κείτομαι στο πεζοδρόμιο. Δίπλα μου υπάρχει ένας νεκρός. Ένα ρυάκι από αίμα μας ενώνει. Στο χέρι μου ξαποσταίνει ένα στιλέτο. Η λαβή του είναι καθαρή. Η λεπίδα είναι ματωμένη. Μια γυναίκα πλησιάζει. Ψηλαφίζει το κεφάλι μου. Σκύβει πάνω από τα χείλη μου. Μυρίζει άνοιξη, νεράντζι, γινωμένο γλυκό πορτοκάλι.

Ένας άντρας ανακτά τις αισθήσεις του, δεν ξέρει πού βρίσκεται, ούτε πώς βρέθηκε εκεί. Δεν μπορεί να ανοίξει τα μάτια, ακούει τη φωνή της κόρης του, τον κατακλύζει το έντονο άρωμά της. Η γυναίκα του επιστρέφει στον θάλαμο, ο γιος του ακόμα να φανεί, η αγωνία τους είναι έκδηλη. Η αγωνία τους δεν έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με την υγεία του, επιθυμούν διακαώς να μάθουν σε τι ήταν μπλεγμένος, να σκαρφιστούν τι θα απαντήσουν στις ερωτήσεις των τρίτων. Οι αστυνομικές αρχές πιέζουν τους θεράποντες γιατρούς να τον καταστήσουν ικανό να απολογηθεί το συντομότερο δυνατόν, η υπόθεση πρέπει να κλείσει, το σώμα δεν αντέχει άλλη αποτυχία. Σταδιακά ο άντρας θυμάται. Προσπαθεί να επικοινωνήσει με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, δεν τα καταφέρνει. Γίνεται αυτήκοος μάρτυρας των όσων συμβαίνουν στον θάλαμο, των ενημερώσεων των γιατρών, των επισκέψεων συγγενών και φίλων, των όσων συζητούν η γυναίκα του και τα παιδιά του σαν εκείνος να μην είναι εκεί. 

Οι Γόνιμες μέρες ανήκουν ειδολογικά στην ευρύτερη κατηγορία της αστυνομικής λογοτεχνίας, καθώς υπάρχει ένα έγκλημα και μια απόπειρα διαλεύκανσης. Η Γκανάσου εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις συμβάσεις του είδους και τις χρησιμοποιεί ως καλούπι. Το σχήμα έγκλημα-διαλεύκανση της επιτρέπει να δημιουργήσει έναν διακριτό άξονα πλοκής και να ενσωματώσει σ' αυτόν τις προεκτάσεις που επιθυμεί πραγματικά να δώσει στην ιστορία της. Η συγγραφέας δεν εγκλωβίζεται, το τελικό αποτέλεσμα υπερβαίνει κατά πολύ τους περιορισμούς του είδους, καθώς ελάχιστα προσομοιάζει σε ένα τυπικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Εστιάζει σε διαφορετικά σημεία και εγείρει πολυποίκιλα ζητήματα προς διερεύνηση, ενώ η διαλεύκανση, σύντομα, περνά σε δεύτερη μοίρα, χωρίς, ωστόσο, η νουβέλα να χάνει σε σασπένς. Αυτό καθόλου δεν σημαίνει πως η Γκανάσου παραμελεί τη σκοτεινή πλευρά της ιστορίας της, τη νυχτερινή και άκρως επικίνδυνη Αθήνα, την οποία νέμονται συμμορίες ντόπιων και ξένων. Αν τα όσα συμβαίνουν στον θάλαμο αφήνουν μια θεατρική αίσθηση, η αποσπασματική ανασύσταση της αιματηρής συμπλοκής είναι χαρακτηριστικά κινηματογραφική και ιδιαίτερα ατμοσφαιρική.

Η Γκανάσου έλαβε μια αφηγηματική απόφαση άκρως λειτουργική για τη νουβέλα της, δίνοντας τον ρόλο του αφηγητή στον κατάκοιτο, ανίκανο να επικοινωνήσει με τους γύρω του, άντρα, μια επιλογή που την έφερε εις πέρας με επιτυχία, παρότι ιδιαιτέρως απαιτητική. Κατάφερε να αποδώσει πειστικά την αγωνία ενός ανθρώπου που πασχίζει να θυμηθεί, που η ζωή του εν πολλοίς κρίνεται από αυτό, και ενώ γύρω του ο κλοιός ολοένα και στενεύει, τόσο από την οικογένειά του, όσο και από τις αρχές. Η συγγραφέας, όμως, δεν αρκέστηκε στην απόδοση της σταδιακής επαναφοράς της μνήμης. Η χορήγηση φαρμάκου, για να βγει από το κώμα και να μπορέσει να καταθέσει, επιδρά περαιτέρω στην ήδη επιβαρυμένη κατάσταση του άντρα, η λειτουργία της μνήμης απορρυθμίζεται και εκείνος χάνει ακόμα περισσότερο τον έλεγχό της, γινόμενος έρμαιο εικόνων από το παρελθόν, από την πρώιμη παιδική ηλικία, εκεί όπου κυριαρχεί η μορφή μιας γυναίκας, εικόνες που παρεμβάλλονται στα γεγονότα εκείνης της βραδιάς, δίνοντάς τους έναν χαρακτήρα υπερρεαλιστικό, τη στιγμή που εντείνουν την υπαρξιακή αγωνία που βιώνει ο άντρας. 

Ως εύρημα, η απώλεια της μνήμης του άντρα φέρνει τον αυτοδιηγητικό αφηγητή και τον αναγνώστη στην ίδια αφετηρία γνώσης. Ο άντρας θυμάται ολοένα και περισσότερα απ' όσα συνέβησαν, καθώς τα κομμάτια του παζλ συμπληρώνονται. Ο αναγνώστης τον ακολουθεί στο ταξίδι αυτό. Ταυτόχρονα, ο αναγνώστης μοιράζεται τις αμφιβολίες της οικογένειας του άντρα, αφού δεν γνωρίζει τον ρόλο του στο συμβάν, τον βαθμό εμπλοκής του σ' αυτό. Με τον τρόπο αυτό η Γκανάσου πετυχαίνει να εγείρει το αναγνωστικό ενδιαφέρον καθιστώντας τον αναγνώστη συναισθηματικά μέτοχο στην ιστορία, συμμεριζόμενο τόσο την αγωνία του άντρα, όσο και εκείνη της οικογένειας, που επιπρόσθετα καλείται να λάβει αποφάσεις για εκείνον, αποφάσεις που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή του, αποφάσεις που μπορεί να έχουν ιδιαίτερο αντίκτυπο και σε αυτούς τους ίδιους. Η νουβέλα θα μπορούσε να περιγραφεί και ως ένα ιδιότυπο οικογενειακό δράμα δωματίου. Η οικογένεια, μετά από χρόνια, είναι συγκεντρωμένη, αυτή τη φορά γύρω από το κρεβάτι στο οποίο κείτεται ο πατέρας. Η αγωνία αναπόφευκτα γεννά ένταση, εστίες που σιγόκαιγαν αναζωπυρώνονται. Η Γκανάσου εγκλωβίζει τον αναγνώστη στο μυαλό και το σώμα του άντρα, έτσι όπως είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου και ακούει τα πάντα, χωρίς να μπορεί να δηλώσει παρών, και αυτή η αδυναμία του άντρα να επικοινωνήσει με το περιβάλλον του, η σιωπηλή του παρουσία αποκλειστικά στον ρόλο του δέκτη, εντείνει το διάχυτο στη νουβέλα αίσθημα ασφυξίας.

Οι Γόνιμες μέρες αποτελούν μια ευτυχή συγκυρία εμπνευσμένης σύλληψης και άρτιας εκτέλεσης, με αποτέλεσμα μια σφιχτοδεμένη νουβέλα που διαβάζεται απνευστί και χαράσσεται στη μνήμη του αναγνώστη.

Εκδόσεις Γκοβόστη

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2021

Το πνεύμα των γονιών μου εξακολουθεί να υψώνεται μέσα στη βροχή - Patricio Pron

Λίγο αφότου έκλεισα την πόρτα πίσω μου, επέστρεψα στο γραφείο· ο ταχυδρόμος συνέχισε με τη διανομή, αυτό τουλάχιστον υποθέτω. Με τον φάκελο σκισμένο και πεταμένο όπως όπως στο πάτωμα, κρατούσα το βιβλίο του Προν στα χέρια μου, και περισσότερο από το όπως πάντα εκπληκτικό και χαρακτηριστικό εξώφυλλο του Κούρτογλου, εκείνο που μου τράβηξε την προσοχή ήταν ο μακρύς τίτλος του μυθιστορήματος, ο μακρύτερος απ' όσους μπορώ να ανακαλέσω, Το πνεύμα των γονιών μου εξακολουθεί να υψώνεται μέσα στη βροχή· η χρήση της κτητικής αντωνυμίας ήταν που τελικά την εγκλώβισε. Δεν είχα σκοπό να διαβάσω το βιβλίο του Προν, όχι εκείνη τη στιγμή, θα έπαιρνε τη θέση του στο ράφι με τα αδιάβαστα, υπήρχαν άλλες προτεραιότητες που διέθεταν την απαραίτητη σκόνη στη ράχη τους. Χωρίς να το σκεφτώ ιδιαίτερα, ξεκίνησα να διαβάζω το πρώτο κεφάλαιο, αποτελούμενο από μόλις δύο σελίδες, τελειώνοντάς το είχα μπροστά μου έναν μονόδρομο να ακολουθήσω.

Υποθέτω πως μια μέρα, κάποια στιγμή, τα παιδιά νιώθουν την ανάγκη να μάθουν ποιοι υπήρξαν οι γονείς τους και ρίχνονται σ' αυτή την αναζήτηση. Τα παιδιά είναι οι ντετέκτιβ των γονιών τους, που τα φέρνουν στον κόσμο για να επιστρέψουν σ' εκείνους μια μέρα και να τους διηγηθούν την ιστορία τους και μ' αυτόν τον τρόπο να μπορέσουν να την κατανοήσουν. Δεν είναι οι κριτές τους, δεδομένου του ότι δεν μπορούν να κρίνουν με πραγματική αμεροληψία τους γονείς στους οποίους οφείλουν τα πάντα, συμπεριλαμβανομένης της ζωής τους, αλλά βέβαια μπορούν να προσπαθήσουν να βάλουν σε μια τάξη την ιστορία τους, να αποκαταστήσουν το νόημα που τα κάπως παιδαριώδη συμβάντα της ζωής και η συσσώρευσή τους φαίνεται να της έχουν στερήσει κι ύστερα να προστατέψουν αυτή την ιστορία και να τη διαιωνίσουν στη μνήμη. Τα παιδιά είναι οι αστυνομικοί των γονιών τους, αλλά εμένα οι αστυνομικοί δεν μ' αρέσουν. Ποτέ δεν τα πήγαιναν καλά με την οικογένειά μου.

Τόπος κοινός στη λογοτεχνία, που όμως εξαιτίας του βιωματικού του χαρακτήρα δεν εμπίπτει στην κατηγορία της μανιέρας, η ανασύσταση της ζωής των γονέων, αυτών των εν πολλοίς αγνώστων, από τα παιδιά τους, κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, με την τάδε ή τη δείνα αφορμή. Ο αφηγητής, συγγραφέας και καθηγητής πανεπιστημίου, που τα τελευταία οχτώ χρόνια ζούσε στη Γερμανία, επιστρέφει στην Αργεντινή, ο πατέρας του βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση στο νοσοκομείο. Όταν φεύγει από το νοσοκομείο, έχοντας περάσει ώρες αμηχανίας στο πλευρό του σιωπηλού πατέρα, επιστρέφει στο σπίτι των γονιών του, που καθόλου οικειότητα δεν αναβλύζει πια, λες και ποτέ εκείνος δεν έζησε εκεί. Στο γραφείο του πατέρα του υπάρχει μια στοίβα με φακέλους, που περιέχουν αρχειοθετημένη την πορεία της έρευνας για την εξαφάνιση ενός άντρα από το χωριό. Μαρτυρίες, ρεπορτάζ, αναφορές. Ο αφηγητής, διατρέχοντας το υλικό, αναρωτιέται τι ήταν εκείνο που ενεργοποίησε και έθρεψε την εμμονή τού πατέρα του με την εξαφάνιση αυτού του άντρα. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα φωτίσει άγνωστες πτυχές της ζωής του πατέρα.

Διατηρώντας τη μυθοπλαστική σύμβαση και παρότι η ιστορία μοιάζει να διαθέτει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα, θα θεωρήσουμε τον αφηγητή άλτερ έγκο του Προν. Η ιστορία αυτή καθαυτή, άλλωστε, δεν κρίνεται με γνώμονα το πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πέραν τούτου, είναι ο τρόπος να αφηγηθεί κανείς μια ιστορία, και δη την ιστορία του, έστω και προσαρμοσμένη στις ανάγκες της μυθοπλασίας, εκείνος που βαραίνει, περισσότερο από ό,τι άλλο, το τελικό αποτέλεσμα. Έτσι, η σύνθεση του μυθιστορήματος με τη χρήση μικρών κεφαλαίων, που σπάνια είναι μεγαλύτερα των δύο σελίδων και κάποιες φορές δεν ξεπερνούν σε έκταση το μέγεθος μιας παραγράφου, είναι μια επιλογή, χρηστική και όχι κενά μεταμοντέρνα, με την οποία ο Πρόν πετυχαίνει τρία πράγματα. Πρώτον, αίρει όλους τους περιορισμούς μιας χρονικά γραμμικής αφήγησης. Δεύτερον, αναπτύσσει τρεις παράλληλες αφηγήσεις· εκείνη που αφορά τη δική του ζωή, εκείνη που αφορά τον πατέρα του και εκείνη που αφορά την έρευνα για την εξαφάνιση του άντρα. Τρίτον, η αίσθηση αποσπασματικότητας υπηρετεί το συγγραφικό εύρημα που αφορά την πρόθεση του αφηγητή να γράψει κάποια στιγμή ένα βιβλίο ώστε να μην ξεχαστούν όσα είχαν κάνει οι γονείς του.

Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο ο Προν στήνει την αφήγησή του γύρω από την εξέλιξη της έρευνας για την εξαφάνιση του άντρα, εξάπτει την περιέργεια όχι μόνο του αναγνώστη, αλλά και του ίδιου του αφηγητή, έτσι όπως έρχεται prima vista αντιμέτωπος με το περιεχόμενο του φακέλου. Η απόπειρα να διακρίνει εκείνο που συνδέει τον πατέρα του με την ιστορία αυτή, δημιουργεί αβίαστα και πειστικά τη συναισθηματική σύνδεση του γιου με τον πατέρα και έτσι δικαιολογείται απόλυτα η έντονη επιθυμία αφήγησης της ιστορίας του, καθώς αποτυπώνεται ευδιάκριτα η ανάγκη του αφηγητή, συστατικό απαραίτητο σε κάθε παρόμοια αφήγηση, πρωτοπρόσωπη και με χαρακτήρα βιωματικό. Μέσω της ιστορίας του πατέρα του, ο αφηγητής φέρνει στο προσκήνιο μια ολόκληρη γενιά, που φέρει το στίγμα της ηττημένης, της υπεύθυνης για τα δεινά της χώρας. Έτσι, το μυθιστόρημα ξεφεύγει από το αμιγώς προσωπικό και εισέρχεται στο συλλογικό. Η άγνοια του γιου για το παρελθόν του πατέρα του, εκτός από την όποια περιφρόνηση, δικαιολογεί, τρόπο τινά, και τη διόλου πολιτική στάση της δικής του γενιάς, εγκαθιδρύοντας μια μοιρολατρική και παθητική στάση απέναντι στα πράγματα, σε μια εποχή που ο σολιψισμός ολοένα και επικρατεί. Γιατί είναι διαφορετικό να ξέρεις πως κάποιος, αν και τελικά ηττήθηκε, αγωνίστηκε για έναν σκοπό, από το να θεωρείς πως δεν έδωσε ποτέ τη δική του μάχη.

Το πνεύμα των γονιών μου εξακολουθεί να υψώνεται μέσα στη βροχή φλερτάρει έντονα με το μη μυθοπλαστικό μονοπάτι που ακολουθεί εδώ και χρόνια ο Χαβιέρ Θέρκας, τον τρόπο με τον οποίο εμπλέκει το προσωπικό και την έρευνα με τη διερεύνηση του παρελθόντος και τη διάσωση της ιστορικής μνήμης. Ο Προν υπογράφει ένα αξιομνημόνευτο μυθιστόρημα, καθώς πετυχαίνει να καταστήσει τη μεταμοντέρνα κατασκευή του όχι απλώς προσιτή αλλά και θελκτική, επίτευγμα απαιτητικό, ξεκάθαρο δείγμα ταλέντου.

Μετάφραση Μαρία Παλαιολόγου
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2021

Μεσακτή - Μάκης Μαλαφέκας

Το καλοκαίρι είχε τελειώσει, είχε περάσει ο χειμώνας, και τώρα ήταν και πάλι καλοκαίρι.

Ο Μιχάλης Κρόκος, πρωτοπρόσωπος αφηγητής της ιστορίας αυτής, δεν είναι ακόμα σίγουρος γιατί άφησε το Παρίσι για να επιστρέψει στην Αθήνα. Μένει στην Ασκληπιού και είναι αυτόπτης μάρτυρας της μετάλλαξης της γειτονιάς των Εξαρχείων. Έχει φτάσει καλοκαίρι, η ζέστη είναι αφόρητη και μόνο η προοπτική ενός νησιού κάνει τη συνθήκη παλέψιμη ‒το διαχειρίσιμη δεν αρκεί. Η Σχοινούσα, εκεί που θα έβρισκε τον Άγγελο, σβήνει από τον ορίζοντα σαν όαση στο μέσον της ερήμου. Ταυτόχρονα, θεωρώντας δεδομένη την ηρωική έξοδο από το κλεινόν άστυ, έχει νοικιάσει το σπίτι του στο Airbnb. Η προοπτική της παραμονής στην Αθήνα και της διανυκτέρευσης στο αμάξι μοιάζει με μονόδρομο. Δεν το βάζει κάτω και κατευθύνεται στα γραφεία του εκδότη του για να συζητήσουν σχετικά με το ενδεχόμενο έκδοσης του παλπ μυθιστορήματος που έγραψε με αφορμή την αθηναϊκή Ντοκουμέντα. Η γραμματέας τον ενημερώνει πως δεν είναι εκεί. Περιφέρεται σε μια Πλάκα γεμάτη τουρίστες και κάθεται να πιει μια παγωμένη μπύρα, να ανασυγκροτήσει τα όσα συνέβησαν τις τελευταίες ώρες. Εκεί, συναντά έναν φίλο από τα χρόνια του Παρισιού, εκδότη μιας free press, τον Βαλάντη Καρατζάκο, που στο άκουσμα της κατάστασής του του προτείνει να περάσει κάποιες μέρες στη βίλα του στη Μεσακτή Ικαρίας, που μια ακύρωση της τελευταίας στιγμής την καθιστά διαθέσιμη, και ως αντάλλαγμα, συμφωνούν, ο Κρόκος να γράψει μια καλοκαιρινή ιστορία σε συνέχειες με συστατικά παραλίες, μπιτσόμπαρα, γκομενάκια και σέρφερ. Κάπως έτσι ο Κρόκος θα βρεθεί στην Ικαρία, απ' όπου έχει μια μακρινή καταγωγή.

Ο Μάκης Μαλαφέκας, γνώριμος στους φαν του ελληνόφωνου νουάρ/παλπ, επιστρέφει, με ήρωα τον Μιχάλη Κρόκο, που λειτουργεί ως άλτερ έγκο του συγγραφέα, να ρίχνεται σε νέες περιπέτειες, καθώς, λίγο μετά την άφιξή του στο νησί, τα πράγματα παίρνουν μια παράξενη τροπή. Ο συγγραφέας επιλέγει ως σκηνικό δράσης το ικαριώτικο καλοκαίρι, έναν από τους πλέον κοινωνιολογικά και ανθρωπολογικά ενδιαφέροντες συνδυασμούς, εξαιτίας του ετερόκλητου πλήθους που συνωστίζεται για να απολαύσει την εμπειρία αυτή, που με τόσο μύθο είναι πασπαλισμένη, πλήθος που αποτελείται μεταξύ άλλων φυλών από γκρούβαλους, φασαίους και ντόπιους, λάτρεις της μακροζωίας και της γιόγκα, ελευθεροκαμπίτες και φραγκάτους, σέρφερ και πανηγυρτζήδες. Ο τόπος στο μυθιστόρημα κατέχει πρωταγωνιστικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί, σε καμία περίπτωση, μια τυχαία επιλογή. Χωρίς την Ικαρία θα είχαμε να κάνουμε με ένα διαφορετικό μυθιστόρημα. Ο Μαλαφέκας δείχνει να γνωρίζει καλά την ικαριώτικη πραγματικότητα, από τον  πανζουρλισμό στο λιμάνι του Ευδήλου κατά την άφιξη του Νήσος Μύκονος, μέχρι την ποιότητα του κρασιού στα πανηγύρια και την πολεμική γύρω από την ονομασία της τοπικής μπύρας, και αυτό σίγουρα αποτελεί ένα από τα δυνατά χαρτιά του μυθιστορήματος, ενώ η αφιέρωση του βιβλίου «στους μόνιμους κατοίκους Ικαρίας» χρήζει ποικίλων ερμηνειών.

Ο Κρόκος είναι ένας γνώριμος ήρωας, ή μάλλον αντιήρωας, που συναντάται κατά κόρον στην νουάρ/παλπ λογοτεχνία. Διακρίνεται κυρίως για τον αυτοσαρκασμό του και την ικανότητά του να μπλέκει σε παράξενες καταστάσεις, λειτουργώντας ως μαγνήτης, με ροπή στο αλκοόλ και τη λογοτεχνία. Παρότι διαθέτει αρκετά ενοχλητικά χαρακτηριστικά, καταφέρνει με την ιδιότυπη αυθεντικότητά του να γίνει εν τέλει συμπαθής στον αναγνώστη, γεγονός που συμβάλλει, μαζί με την πλοκή, στη δημιουργία αναγνωστικού ενδιαφέροντος. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες είναι προσχηματικοί και αναμενόμενα κλισέ· μοιραίες γυναίκες, ανυπόληπτοι εκδότες, αφερέγγυοι φίλοι και μπρατσωμένοι κακοί, έρχονται να συναντηθούν με την εποχική πανίδα του νησιού. Η πλοκή ακολουθεί ένα γνώριμο μοτίβο και δεν εκπλήσσει, διαθέτοντας το στοιχείο της υπερβολής και της ταχύτητας. Τα διάφορα μικροευρήματα λειτουργούν ικανοποιητικά, τα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά επίσης. Η ιστορία, μέσα στην ιστορία, που ο Κρόκος επιδιώκει να γράψει, πετυχαίνει να δημιουργήσει ένα άκρως ενδιαφέρον παιχνίδισμα, λειτουργώντας ως αντανάκλαση της κεντρικής ιστορίας και, ως ένα βαθμό, υπονομεύοντάς την. Η πρόζα του Μαλαφέκα διακρίνεται για το νεύρο, τη ροή και την αμεσότητά της, την αίσθηση του χιούμορ και την αρμονική ένταξη των διαλογικών μερών. Δεν είναι απλό ένα βιβλίο να είναι ευκολοδιάβαστο, οι σελίδες του να γυρίζουν από δάκτυλα ανυπόμονα, είναι κάτι που απαιτεί μια ξεχωριστή συγγραφική ικανότητα και η Μεσακτή αποτελεί ένα τέτοιο βιβλίο. Ο Μαλαφέκας γνωρίζει καλά το είδος που υπηρετεί, υπακούει στους κανόνες και ανταποκρίνεται με επιτυχία στις απαιτήσεις.

Σε κάθε βιβλίο είναι σημαντικό να αναζητά και να εντοπίζει κανείς τις επιδιώξεις του συγγραφέα. Κάνοντας αυτό, και μετά το εντελώς υποκειμενικό μου άρεσε/δεν μου άρεσε, ο αναγνώστης μπορεί να προχωρήσει σε μια πιο αντικειμενική προσέγγιση και αξιολόγηση. Γιατί, μισό να ζωγραφίσω το σύννεφο από το οποίο κάποιοι θα πέσουν, ένα βιβλίο, ένα έργο τέχνης εν γένει, μπορεί να αξίζει ακόμα και αν σε εμάς προσωπικά, για τους δικούς μας λόγους, δεν άρεσε. Άλλωστε, δεν πρέπει να απαλλάσσεται ο αναγνώστης από τη δική του ευθύνη, που εν πολλοίς εμπεριέχεται στην απάντηση του γιατί επέλεξε να διαβάσει το τάδε ή το δείνα βιβλίο. Ο Μαλαφέκας στη Μεσακτή τα καταφέρνει περίφημα. Αν κάποιος γυρεύει ένα καλό παλπ μυθιστόρημα, με στακάτο ρυθμό και αβίαστη ροή, με το οποίο επιπρόσθετα να μπορεί να συνδεθεί ως προς τα συστατικά που το αποτελούν, τον τόπο και τους ανθρώπους, τις αναφορές και τις λεπτές αποχρώσεις σχολιασμού της οικείας πραγματικότητας, τότε η Μεσακτή είναι μια άριστη επιλογή.

Εκδόσεις Μελάνι

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2021

Ανάσες - George Orwell

Η συμπλήρωση εβδομήντα χρόνων από τον θάνατο του Τζορτζ Όργουελ και η συνεπακόλουθη απελευθέρωση των πνευματικών δικαιωμάτων τού έργου του προκάλεσε μια εκδοτική φρενίτιδα, αφού όλοι σχεδόν οι εγχώριοι οίκοι έσπευσαν να κυκλοφορήσουν ταυτόχρονα τα δύο γνωστότερα έργα του. Αναφέρομαι, όπως αντιλαμβάνεστε, στην παραβολική Φάρμα των ζώων και το ‒για πολλούς‒προφητικό 1984. Στον απόηχο όλου αυτού, οι εκδόσεις Αίολος αποφάσισαν να εκδώσουν τις Ανάσες (Coming up for air, 1939), σαφώς λιγότερο γνωστό πλην όμως σημαντικό μυθιστόρημα μιας εξέχουσας προσωπικότητας του εικοστού αιώνα που ακόμα εγείρει έντονη πολεμική.

Η ιδέα μου ήρθε τη μέρα που πήρα την καινούργια μου μασέλα. Θυμάμαι καλά εκείνο το πρωινό. Κατά τις οκτώ παρά τέταρτο πετάχτηκα απ' το κρεβάτι κι έτρεξα στο μπάνιο για να προλάβω να μπω πριν μπουν τα παιδιά. Ήταν ένα φρικτό πρωί του Ιανουαρίου και ο ουρανός ήταν θολός και γκριζοκίτρινος. Από το τετράγωνο παραθυράκι έβλεπα κάτω, εκεί που λέμε ότι είναι η πίσω αυλή μας, μια χορταριασμένη έκταση δέκα επί πέντε με έναν φράχτη από θάμνους γύρω-γύρω κι ένα χέρσο σημείο στη μέση. Όλα τα σπίτια στην οδό Έλσμιρ έχουν παρόμοια πίσω αυλή, μερικές αγριομυρτιές και το ίδιο χορτάρι. Η μόνη διαφορά είναι ότι, όπου δεν υπάρχουν παιδιά, δεν υπάρχει και το χέρσο κομμάτι στη μέση.
Ο σαρανταπεντάχρονος Τζορτζ Μπόουλινγκ δουλεύει ως ασφαλιστής, ζει σ' ένα ήσυχο προάστιο με πανομοιότυπα σπίτια και είναι παντρεμένος με δύο παιδιά. Νιώθει εγκλωβισμένος στην καθημερινότητα αυτή. Εκμεταλλευόμενος το ρεπό από τη δουλειά, κατεβαίνει στο Λονδίνο για να παραλάβει τη νέα του μασέλα. Οι μυρωδιές των αλόγων και η βουή του δρόμου τού ξυπνούν αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια και τη ζωή στο χωριό, τότε που του αρκούσε να ψαρεύει όλη μέρα. Χρόνια δύσκολα, που εν τέλει οδήγησαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, χρόνια ταυτόχρονα αθώα, που τα διακατείχε μια αδικαιολόγητη βεβαιότητα ως προς την τάξη των πραγμάτων. Τώρα, στα τέλη της δεκαετίας του '30, ένας ακόμα πόλεμος είναι προ των πυλών. Η εμπειρία του πολέμου άλλαξε αρκετά τον τρόπο με τον οποίο ο Τζορτζ Μπόουλινγκ αντιμετωπίζει τόσο τις πατριωτικές κορώνες όσο και τις ιδεολογικές παραινέσεις για την ανάγκη συγκρότησης ενός αντιναζιστικού μετώπου. Παρότι ωφελήθηκε από διάφορες συγκυρίες, αδυνατεί να ξεχάσει τη μυρωδιά των ορυγμάτων.

Ο Όργουελ γράφει τις Ανάσες στο Μαρακές, ανάμεσα στο 1938 και 1939, αναρρώνοντας από μια ασθένεια, ενώ έχει προηγηθεί η παρουσία του στον Ισπανικό Εμφύλιο. Είναι επίσης η εποχή που η επιρροή του Χένρυ Μίλλερ στον τριανταπεντάχρονο τότε Όργουελ είναι αρκετά έντονη. Αυτοί οι τρεις άξονες είναι αρκετά κομβικοί για την προσέγγιση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος. Ο αφηγηματικός και συγγραφικός χρόνος στις Ανάσες σχεδόν ταυτίζονται. Ο Μπόουλινγκ είναι ένας απλός άνθρωπος, μια αδιάφορη μονάδα, που νοσταλγεί το παρελθόν εγκλωβισμένος καθώς είναι στο παρόν, σκαρώνοντας μικρές απόπειρες μελλοντικής απόδρασης στο περιθώριο της ιστορίας που με βήματα βαριά καταφτάνει. Μοιάζει με τον κατάλληλο ήρωα μιας εποχής που χαρακτηρίζεται από μια έντονη απομάγευση και η πορεία των πραγμάτων είναι μάλλον απόλυτα προδιαγεγραμμένη.

Παρότι ο κοινωνικοπολιτικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος είναι έντονος και αδιαπραγμάτευτος, οι Ανάσες διαθέτουν κάτι το διαχρονικά επίκαιρο και οικείο, ένα επαναλαμβανόμενο θεματικό μοτίβο στη λογοτεχνία· τον απολογισμό της μέσης ηλικίας, όταν το παρελθόν και το μέλλον απέχουν σχεδόν ισόποσα, όταν υπάρχει ακόμα η ψευδαίσθηση πως κάτι είναι πιθανό να αλλάξει. Μια τέτοια εμπειρία έχει ο Μπόουλινγκ εκείνη την ημέρα που κατεβαίνει στο Λονδίνο για να παραλάβει τη νέα του μασέλα, που ως εύρημα λειτουργεί εξόχως συμβολικά. Μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος αποτελεί η ανάληψη των παιδικών χρόνων του ήρωα. Μέσα από αυτή σκιαγραφείται ικανοποιητικά τόσο η εποχή όσο και ο χαρακτήρας του Μπόουλινγκ. 

Τι απέγιναν τα όνειρα και οι φιλοδοξίες; Αυτό μοιάζει να είναι το ερώτημα που διατρέχει τις σελίδες του μυθιστορήματος, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, τη στιγμή που οι πολεμικές μηχανές ζεσταίνονται. Ο Μπόουλινγκ είναι μέλος της Αριστερής Λέσχης Βιβλίου και συχνά πυκνά παρίσταται σε διάφορες ομιλίες και παρουσιάσεις, πάντα κάθεται στις τελευταίες σειρές και μετανιώνει σχεδόν από την αρχή για την παρουσία του εκεί. Όσα ακούει του μοιάζουν κενά νοήματος και βαρετά. Επισκέπτεται, επίσης, συχνά έναν ηλικιωμένο φίλο του, πρώην καθηγητή, που ζει απομονωμένος στο μικρό του διαμέρισμα και δεν ενδιαφέρεται για τίποτα συγκαιρινό, θεωρώντας πως όλα έχουν προηγηθεί και υπάρξει στην αρχαιότητα. Ούτε αυτά συγκλονίζουν τον Μπόουλινγκ, ούτε εκεί βρίσκει κάποιο νόημα. Αδυνατεί πια να δει πέρα από τον ίδιο του τον εαυτό, τον εγκλωβισμό του, δεν μπορεί να συστρατευτεί με κάποια ιδεολογία για την επίτευξη ενός ανώτερου σκοπού, δεν βρίσκει καταφύγιο πια στη λογοτεχνία, παρότι μικρός διάβαζε ό,τι έπεφτε στα χέρια του, αλλά και μεγαλύτερος, όσο δεν δούλευε, υπήρξε σχετικά επαρκής αναγνώστης. Ο Μπόουλινγκ είναι ένας ήρωας που χαράσσεται στη μνήμη του αναγνώστη, κι εμένα, κατά αναλογία πάντοτε, μου έφερε αρκετές φορές στο νου τον σελινικό Μπαρνταμού.

Στις αναμνήσεις του Μπόουλινγκ κυριαρχεί το ψάρεμα, η ηδονή που αντλούσε από αυτή τη βαρετή και σπανίως επικερδή ασχολία. Το ψάρεμα στις Ανάσες, σύμφωνα με τον συγγραφέα Michael Levenson, διαθέτει την ίδια λειτουργία με το σεξ στον Τροπικό του Καρκίνου του Μίλερ, λειτουργώντας ως το αντίθετο του πολέμου. Το ψάρεμα όμως εδώ λειτουργεί και ως αναφορά στην καταπάτηση και τη λεηλασία της γης από τον άνθρωπο στο όνομα της ανάπτυξης, προσδίδοντας και μια οικολογική προέκταση στο μυθιστόρημα. Σημαντικό παρακλάδι της κεντρικής ιστορίας αποτελεί ο επαγγελματικός κατήφορος του πατέρα τού ήρωα, που κληρονόμησε από τον δικό του πατέρα ένα κατάστημα με ζωοτροφές, και είδε, χρόνο με τον χρόνο τον τζίρο του να συρρικνώνεται, ενώ εκείνος δούλευε ολοένα και πιο σκληρά, φροντίζοντας να διατηρεί την ποιότητα του εμπορεύματός του, και τις μεγάλες αλυσίδες να καταλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς. Και δεν ήταν μόνο ο πατέρας του που οδηγήθηκε στην οικονομική καταστροφή, αλλά και η μεγάλη πλειοψηφία των επαγγελματιών. Παρότι οι Ανάσες, με μια πρώτη ανάγνωση, δείχνουν να είναι ένα προσωποκεντρικό μυθιστόρημα, σύντομα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως η ιστορία του μεσήλικα Τζορτζ Μπόουλινγκ είναι η αφορμή, το μέσο για να αποδώσει ο Όργουελ την προπολεμική πραγματικότητα στο Λονδίνο, φροντίζοντας να πιάσει το νήμα από πιο πριν ώστε να δείξει την εξέλιξη, εμφανώς δυσχερή, των πραγμάτων σε όλα τα επίπεδα της καθημερινότητας.

Στις Ανάσες, το τελευταίο μυθιστόρημα που έγραψε ο Όργουελ πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι η αποτύπωση του παρόντος εκείνη που κυριαρχεί, ο ρεαλισμός, η οξυδέρκεια του συγγραφέα, η ικανότητά του να αφουγκράζεται την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αφού η ιστορία του Μπόουλινγκ δεν είναι ούτε παραβολική ούτε τοποθετημένη σ' ένα απώτερο μέλλον. Οι Ανάσες, πέραν της δεδομένης αναγνωστικής απόλαυσης που προσφέρουν, διευρύνουν την άποψή μας για το λογοτεχνικό σύμπαν του Όργουελ, προσδίδοντάς περαιτέρω σημεία θέασης. Μια σημαντική έκδοση.

Μετάφραση Πάνος Τομαράς
Εκδόσεις Αίολος

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2021

Υλικό καθαρισμού - Μιχάλης Κατράκης

Το Υλικό καθαρισμού του Μιχάλη Κατράκη είναι μια συναισθηματικά απαιτητική συλλογή εννέα διηγημάτων. Ιστορίες από τα βάθη της Αφρικής, το Σίτι του Λονδίνου, το κολαστήριο της Μόριας και των εργοστασίων του Μπαγκλαντές, την εμπόλεμη Σεμπρένιτσα και την καθαρή Τσετσενία, την παραδομένη στη βία Ονδούρα, την καθολική Ιταλία και τη γραφική Γάνδη. Ιστορίες ανθρώπων που έρχονται αντιμέτωποι με τη φρίκη, θύματα παραδόσεων, εκμετάλλευσης, βίας και διακρίσεων. Τεχνικά, οι ιστορίες αυτές αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας, όμως, η γραμμή που τις χωρίζει από την πραγματική ζωή είναι ισχνή και δυσδιάκριτη, οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις κάθε άλλο παρά συμπτωματική είναι. Εκείνο που είναι συμπτωματικό είναι ο τόπος, έτυχε να επιλεχθούν αυτές οι γωνιές του πλανήτη, ανάμεσα σε όλες τις άλλες. Δεν υπάρχει μέρος αυτού του κόσμου χωρίς ιστορίες εκμετάλλευσης, χωρίς ανθρώπινο πόνο.

Δεν είμαι σίγουρος για την αναγκαιότητα του καταγγελτικού χαρακτήρα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Είναι κάτι που η λογοτεχνία θεωρώ πως απώλεσε μαζί με την εξωτικότητά της. Σε καμία περίπτωση δεν υποτιμώ τις ιδέες και τις αλήθειες που ένα λογοτεχνικό κείμενο φέρει, απλώς θεωρώ πως δύσκολα κάποιος θα διαβάσει κάτι που συμβαίνει στον πλανήτη για το οποίο δεν γνωρίζει τίποτα, και αν αυτό συμβεί, κατά πάσα πιθανότητα θα σημαίνει πως έχει απλώς επιλέξει να μην τον ενδιαφέρει, να κάνει πως δεν ξέρει, να εθελοτυφλεί απέναντι στην αδικία και τον ανθρώπινο πόνο. Θέλω να πω πως δεν χρειάζεται κάποιο διήγημα του Κατράκη για να μάθει κανείς πως στα εργοστάσια ρούχων του Μπαγκλαντές, που γεμίζουν εμπόρευμα τις λαμπερές προθήκες των καταστημάτων, οι άνθρωποι εργάζονται υπό εφιαλτικές συνθήκες ή πως η Μόρια είναι ένα ανθρώπινο κολαστήριο επί γης. Συμβαίνει συχνά, η στρατευμένη λογοτεχνία να υστερεί σε λογοτεχνική αξία και να μοιάζει περισσότερο με ένα καλογραμμένο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ ή μια πολιτική μπροσούρα. Εξίσου συχνά παραμένει εγκλωβισμένη στην πρόκληση συναισθήματος δια του εκβιασμού. Το Υλικό καθαρισμού δεν αποτελεί μια τέτοια περίπτωση.

Ο Κατράκης δεν αρκείται στην πρώτη ύλη, δεν επιθυμεί απλώς να αφηγηθεί ιστορίες ανθρώπινου πόνου, αλλά στοχεύει στην παραγωγή καλής λογοτεχνίας. Και ο συνδυασμός αυτός είναι τρομακτικός. Είναι τρομακτικός γιατί πετυχαίνει να δημιουργήσει μια έντονη σύγχυση στον αναγνώστη τη στιγμή που διαβάζει τις ιστορίες αυτές. Σύγχυση που οφείλεται στην ακραία αντίθεση των συναισθημάτων που ταυτόχρονα βιώνει. Ο λογοτεχνικά όμορφος τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας αφηγείται ιστορίες ασχήμιας. Είναι η ενοχή που προκαλεί η αναγνωστική απόλαυση μιας φρικιαστικής ιστορίας, η ενοχή του να σκεφτείς: μου αρέσει αυτό που διαβάζω· βιώνοντας ταυτόχρονα πως μια τέτοια δήλωση είναι λάθος, πως δεν γίνεται να σου αρέσει αυτό για το οποίο διαβάζεις. Το σφιγμένο στομάχι το πιστοποιεί. Ο Κατράκης εμπνέεται από την πραγματικότητα και πλάθει λογοτεχνία, έχοντας πρώτα προβεί στην απαραίτητη έρευνα πεδίου. Στήνει τις ιστορίες του άρτια, λαμβάνει αφηγηματικά ρίσκα, όπως η μη γραμμική αφήγηση, και δικαιώνεται. Δεν εμπλέκει συναισθηματικά τον παντογνώστη αφηγητή, πετυχαίνοντας, μεταξύ άλλων, και την αποστασιοποίηση που εγγυάται τη μη αγιοποίηση των θυμάτων. Οι χαρακτήρες είναι καλοσχηματισμένοι διαθέτοντας επιπλέον ιδιότητες από αυτές του θύματος, κατάσταση στην οποία συναντιούνται αλλά βιώνουν με τρόπο διαφορετικό, κάτι που αποτυπώνεται όχι μόνο στις αντιδράσεις αλλά και στον λόγο τους. Όπως οφείλει να συμβαίνει σε κάθε διήγημα, έτσι κι εδώ, δεν περισσεύει ούτε μια λέξη. Η ικανότητα του Κατράκη να αποτυπώνει γραπτώς την προφορικότητα είναι ζηλευτή, όχι μόνο στα διαλογικά μέρη, αλλά και στις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, όπως για παράδειγμα στην κατάθεση της Μίστι Λαβ στο ομώνυμο διήγημα. Ο συγγραφέας, όπου αυτό είναι δυνατό, προσθέτει και την οπτική του θύτη, που και αυτός με τη σειρά του είναι συχνά θύμα μιας κατάστασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού αποτελεί το διήγημα 4.449km, στο οποίο η αφήγηση γίνεται παράλληλα από τις δύο πλευρές του τείχους που χωρίζει το Μεξικό και τις ΗΠΑ. Η κυριότερη αρετή των διηγημάτων αυτών είναι πως ο Κατράκης δεν επιχειρεί να εκβιάσει περαιτέρω συναισθηματικά τον αναγνώστη γνωρίζοντας πως η ίδια η ιστορία από μόνη της αρκεί.

Σε κάθε συλλογή διηγημάτων είναι σημαντικό να υπάρχει ένα ευκρινές νήμα που συνδέει τα διηγήματα μεταξύ τους, έτσι ώστε να δικαιολογείται η συνύπαρξή αυτών, αποκλείοντας τη μεταβλητή της τυχαιότητας. Τα διηγήματα στο Υλικό καθαρισμού συνδέονται θεματικά και αυτό από μόνο του αποτελεί ένα ευκρινές και ικανοποιητικό νήμα σύνδεσης. Ωστόσο, ο Κατράκης έχει κάτι ακόμα στο μυαλό του, που δεν αποκαλύπτεται παρά στο τέλος της ανάγνωσης, που όχι απλώς δικαιολογεί τη συνύπαρξη, αλλά καταφέρνει να φέρει τον ζόφο σε δωμάτια κλειδωμένα, εκεί που οι προνομιούχοι του δυτικού κόσμου γυρεύουν να κρυφτούν μην αντέχοντας την ανθρώπινη ασχήμια, τη στιγμή που η πρόσβαση στην πληροφορία τίθεται εν αμφιβόλω, στο πλαίσιο μιας σύγχρονης πρακτικής λογοκρισίας με στόχο μια καθησυχαστική φούσκα, που ίσως επαναφέρει τη σημασία της στρατευμένης λογοτεχνίας.

Τελειώνοντας το Υλικό καθαρισμού, καταπατώντας κάθε αναγνωστικό πλάνο, θέλησα διακαώς να διαβάσω κάποιο βιβλίο του Ρομπέρτο Μπολάνιο, και πιστεύω πως αυτό συνοψίζει εν πολλοίς την άποψή μου για τα διηγήματα του Μιχάλη Κατράκη.

Εκδόσεις των συναδέλφων

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2021

Pop. 1280 - Jim Thompson

Το 1986 κυκλοφόρησε το συγκεκριμένο βιβλίο για πρώτη φορά από τις εκδόσεις Γνώση, με τίτλο Κάτοικοι 1280 και με ασπρόμαυρο εξώφυλλο που περισσότερο παρέπεμπε σε δυστοπικό μυθιστόρημα παρά σε ξεκαρδιστικό pulp ανάγνωσμα. Βιβλίο που για χρόνια αντίκριζα στο υπόγεια της Πρωτοπορίας και παρά το όποιο φλερτ δεν αγόρασα ποτέ μέχρι που κάποια στιγμή εξαντλήθηκε. Το 2013, κυκλοφόρησε ξανά, πάλι από τις εκδόσεις Γνώση, σε νέα μετάφραση και με διαφορετικό εξώφυλλο, έκδοση που συνοδευόταν και από κάποια σκίτσα, με τίτλο: Χίλιες διακόσιες ογδόντα μαύρες ψυχές, έκδοση που δεν υπέπεσε έγκαιρα στην αντίληψή μου. Τριάντα πέντε χρόνια μετά την πρώτη πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος στα ελληνικά, οι εκδόσεις Οξύ, από τις οποίες κυκλοφορεί μεγάλο μέρος της πλούσιας εργογραφίας του παραγνωρισμένου όσο ζούσε Τζιμ Τόμπσον, αποφάσισαν να το εκδώσουν ξανά, σε νέα μετάφραση, διατηρώντας τον παιχνιδιάρικο πρωτότυπο τίτλο Pop. 1280, συντομογραφία του population, και επενδύοντας σ' ένα πανέμορφο ποπ εξώφυλλο. Οι ‒εκδοτικές‒ εποχές αλλάζουν.

Μάλιστα κύριε, την είχα καλά στρωμένη τη φάση, όσο πιο καλοστρωμένη γίνεται μια φάση δηλαδή. Ήμουν Σερίφης στην Κομητεία Ποτς, καθάριζα ένα διχίλιαρο το χρόνο στο νερό, χώρια κάτι εξτραδάκια που κονομούσα στην απέξω. [...] Αυτό που αγαπούσα ήταν ο εαυτός μου και ήμουν διατεθειμένος να κάνω ό,τι ήταν απαραίτητο για να συνεχίσω να λέω ψέματα, να εξαπατώ, να μπεκροπίνω, να ξενοπηδάω και να πηγαίνω κάθε Κυριακή στην εκκλησία με τους υπόλοιπους αξιοσέβαστους πολίτες.

Ο Νικ Κόρεϊ είναι Σερίφης στην Κομητεία Ποτς των χιλίων διακοσίων ογδόντα κατοίκων, όπως η ταμπέλα στην είσοδο της πόλης πληροφορεί τον επισκέπτη, οι περισσότεροι εκ των οποίων ουδέποτε απομακρύνθηκαν από τα όρια της, γεγονός που τους ωθεί να τη θεωρούν ως το κέντρο του κόσμου τους. Διεφθαρμένος και βολεμένος στο αξίωμά του, ο Κόρεϊ για άλλο δεν ενδιαφέρεται παρά για να διατηρήσει τα κεκτημένα, φροντίζοντας να επανεκλέγεται ξανά και ξανά, μην και αναγκαστεί να πάρει το δάκτυλο από το μέλι. Αντιμετωπίζει υποψήφιους δελφίνους, επίσης διεφθαρμένους αξιωματούχους, προαγωγούς που τον χλευάζουν επειδή τον δωροδοκούν, αλλά κυρίως, έτσι όπως είναι επιρρεπής στη γυναικεία γοητεία, διάφορες ερωμένες που απαιτούν μονοπώλιο. Σκαρώνει διάφορες δολοπλοκίες και καταφέρνει πάντοτε να βγαίνει ευνοημένος. Με επίκεντρο τον Κόρεϊ, στον οποίο και δίνει τον ρόλο του αφηγητή, ο Τόμπσον στήνει μια σπαρταριστή κωμωδία καταστάσεων, ευφάνταστη, με διαρκή ευρήματα. Όμως, «χιούμορ είναι όταν παρ' όλ' αυτά γελάς», κάτι που ο συγγραφέας το γνωρίζει πολύ καλά. Δεν υπάρχει ίσως καλύτερος τρόπος να κριτικάρεις την πραγματικότητα από τη σάτιρα, έτσι και ο συγγραφέας, μέσα από την αστεία ιστορία του Σερίφη Κόρεϊ, δράττεται της ευκαιρίας να σχολιάσει τα κακώς κείμενα της εξουσίας, την αυθαιρεσία, τις επαφές με τον υπόκοσμο, την ασυδοσία του αξιώματος, χωρίς όμως να αφήνει απέξω και την κοινωνία στο σύνολό της.

Ο Κόρεϊ γίνεται συμπαθής για λόγους που θα έπρεπε να γίνεται αντιπαθής. Η αφέλεια που τον χαρακτηρίζει και η ειλικρίνεια των προθέσεών του λειτουργούν αντισταθμιστικά. Περισσότερο μοιάζει με καρικατούρα παρά με πραγματικό πρόσωπο. Η υπερβολή λειτουργεί περίφημα ως αντίβαρο της παντελούς έλλειψης του ηρωικού στοιχείου από τον κεντρικό χαρακτήρα, πράγμα που τον διασώζει στα μάτια του αναγνώστη. Το Pop. 1280 θα μπορούσε να διαβαστεί και ως ένα καταγγελτικού χαρακτήρα μυθιστόρημα. Δεν λέω πως θα μπορούσε να 'ναι γιατί στον πυρήνα του είναι ένα κοινωνικοπολιτικό μυθιστόρημα που αναδεικνύει διάφορες παθολογίες, παρά το γέλιο που αβίαστα παράγει, γέλιο που συντροφεύει τη μυθοπλαστική σύμβαση, αφού, χωρίς αυτή, άμεσα θα μετατρεπόταν σε οργή. Σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί συγγραφική πρόθεση να καταστεί συμπαθής ή να δικαιολογηθεί ο Κόρεϊ. Ο Τόμπσον έξυπνα καταφεύγει στο γκροτέσκο και στην κατά μία έννοια γελοιοποίηση του Κόρεϊ και της καθημερινότητάς του, του τρόπου του να αντικρίζει και να αντιμετωπίζει τα εμπόδια που του παρουσιάζονται στον αγώνα για τη διατήρηση του αξιώματος του Σερίφη.

Το Pop. 1280 είναι ένα από τα πλέον αστεία μυθιστορήματα που έχω διαβάσει, παρότι το γέλιο του είναι πικρό και επιβεβαιωτικό της παραδοχής πως έτσι έχουν τα πράγματα. Στις κωμωδίες καταστάσεων είθισται το κεντρικό πρόσωπο, μέσα από όσα του συμβαίνουν, να προκαλεί το γέλιο. Συχνά, αυτό το γέλιο είναι ενοχικό, καθώς γίνεται εις βάρος κάποιου, όπως όταν κάποιος παραπατά και σκοντάφτει και οι μάρτυρες, όχι όλοι αλλά αρκετοί, γελούν χωρίς να σκέφτονται, τη στιγμή εκείνη τουλάχιστον, τον πόνο και την ντροπή που ο άτυχος διαβάτης νιώθει. Το διαφορετικό και κατά τη γνώμη μου ευφυές στην περίπτωση του Pop. 1280 είναι πως εδώ το γέλιο το προκαλεί ο θύτης και όχι το θύμα. Ακόμα πιο ευφυές είναι το γεγονός πως ο Τόμπσον στη θέση του θύματος βάζει τον ανυπεράσπιστο ή τον λιγότερο δυνατό πολίτη, εντείνοντας περαιτέρω κατά αυτόν τον τρόπο την εσωτερική αντίφαση της κωμικής πρόσληψης από πλευράς αναγνώστη, που κατά πάσα πιθανότητα θα μπορούσε να 'ναι θύμα ενός Κόρεϊ, και αφού (πιστεύει πως) δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο, γελάει τελικά εις βάρος του ίδιου του του εαυτού. Δεν θα δυσκολευτεί κανείς να εντοπίσει ομοιότητες ανάμεσα στο μυθιστόρημα του Τόμπσον και τη σύγχρονη καθημερινότητα, κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εκεί που συχνά πυκνά κάποιος φαινομενικά αφελής μέτοχος εξουσίας βρίσκεται στο επίκεντρο της σάτιρας για κάποια δήλωση ή πράξη, χωρίς να λαμβάνεται ισότιμα υπόψη ούτε το όφελος που έλαβε μέσω αυτής ούτε το γεγονός πως αποτελεί θύμα μόνο προσωρινά και αναίμακτα συνεχίζοντας να διατηρεί ακέραιο τον ρόλο του θύτη.

Το Pop. 1280, όπως κάθε σπουδαίο έργο σάτιρας, πετυχαίνει να επιζήσει και μετά από την παράσταση, όταν το γέλιο κοπάσει και η συνθήκη λάβει τις πραγματικές της διαστάσεις.

Μετάφραση Κίκα Κραμβουσάνου
Εκδόσεις Οξύ

Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2021

Η λίστα του Λεπορέλο - Φώτης Δούσος

Ένα μοτίβο δολοφονιών σχηματίζεται με θύματα εκδότες. Ο εκδότης Γιάννης Δημάδης παρακολουθεί με αγωνία τις εξελίξεις θεωρώντας πως αργά ή γρήγορα θα φτάσει και η δική του σειρά. Νιώθει τον κλοιό να στενεύει γύρω του. Αποφασίζει να ενεργήσει και να μην περιμένει αμέτοχος τις έρευνες της αστυνομίας, την οποία, άλλωστε, ελάχιστα έως καθόλου εμπιστεύεται. Ύστερα από παρότρυνση της κόρης του προσλαμβάνει μια ντετέκτιβ, την Άρτεμη, παρά τις όποιες επιφυλάξεις έχει σχετικά με το συγκεκριμένο επάγγελμα, αλλά και με το γεγονός πως πρόκειται για γυναίκα. Τα γραφεία τού εκδοτικού οίκου σύντομα μετατρέπονται σε επιχειρησιακό κέντρο. Η ομάδα αποτελείται από τη φοιτήτρια ψυχολογίας κόρη του εκδότη, την έμπειρη στην απόκρουση συγγραφέων γραμματέα, τον αναχωρητή αναγνώστη του εκδοτικού οίκου και έναν ικανό, καίτοι αντιπαθητικό, χωλό κριτικό λογοτεχνίας. Αναζητούν τον δολοφόνο ανάμεσα στους απορριφθέντες αποστολείς χειρογράφων, πριν να είναι αργά.

Ο Φώτης Δούσος είχε μια, από πολλές απόψεις, ενδιαφέρουσα ιδέα: έναν σίριαλ κίλερ που σκοτώνει εκδότες. Γύρω από αυτή την ιδέα έχτισε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, στα όρια της παρωδίας, με κυρίαρχη βιβλιοφιλική εσάνς. Ένας πολλά υποσχόμενος συνδυασμός. Για πρωτοπρόσωπο αφηγητή επέλεξε ένα υποψήφιο θύμα, τον μεγαλοεκδότη Γιάννη Δημάδη. Επιλογή έξυπνη και αφηγηματικά λειτουργική, σίγουρα όχι συνηθισμένη. Η δαμόκλειος σπάθη που αισθάνεται να κρέμεται πάνω από το κεφάλι του λειτουργεί ως καταλύτης της διάθεσης αναστοχασμού και ενδοσκόπησης που καταλαμβάνει τον εκδότη· Αναπόφευκτα, ο εκδότης, με το άγχος του υποψήφιου θύματος, αναλογίζεται τα περασμένα, ενώ ταυτόχρονα τον καταλαμβάνει μια διάθεση για ζωή, τη στιγμή που η αναζήτηση του δολοφόνου συνεχίζεται. Έτσι, η ιστορία του δικαιωματικά αποκτά αφηγηματικό χώρο, χωρίς να αποτελεί μια ανούσια εκτεταμένη παρέκβαση της κυρίως αστυνομικής πλοκής. Μέσω της ιστορίας του Δημάδη, ο Δούσος δεν κατασκευάζει απλώς τον κυρίως χαρακτήρα του, αλλά δημιουργεί και τον απαραίτητο χώρο για να αποτυπωθεί η πραγματικότητα του εκδοτικού χώρου, που αποτελεί εξ αρχής ξεκάθαρη συγγραφική πρόθεση. Ο Δημάδης, ως αφηγητής, λειτουργεί ως ένας εν δυνάμει δούρειος ίππος, εξέχων μέλος του κυκλώματος καθώς είναι, γνωρίζει πολλά από τα κακώς κείμενα του σιναφιού.

Η λίστα του Λεπορέλο, διακειμενική αναφορά στην όπερα του Μότσαρτ, Ντον Τζοβάνι, λειτουργεί ως μια διπλή, άκρως εμπνευσμένη, παρωδία τόσο της αστυνομικής λογοτεχνίας όσο και του ευρύτερου χώρου του βιβλίου. Η παρωδία, είδος άκρως παρεξηγημένο, δεν ταυτίζεται, σε καμία των περιπτώσεων με τον χλευασμό ή την ασέβεια, αντίθετα, προϋποθέτει καλή γνώση και ισχυρό συναισθηματικό δεσμό. Ο Δούσος, ως καλός παρωδός, δεν αφήνει τον εαυτό του έξω απ' όλο αυτό, και παρότι άμεσα δεν κάνει κάποια αναφορά, αναπόφευκτα αυτοϋπονομεύεται σ' αυτό το γκροτέσκο σκηνικό της κοινωνίας του βιβλίου που ο ίδιος στήνει. Ο συγγραφέας γνωρίζει τις συμβάσεις του είδους και τις ακολουθεί, απλώς το κάνει με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, με τις αποφάσεις που παίρνει, εμπνεόμενος από ένα περιβάλλον που το γνωρίζει καλά, μέρος του καθώς είναι. Διαθέτει την απαραίτητη αφηγηματική άνεση, γεγονός που προσδίδει την κατάλληλη ροή στο μυθιστόρημά του. Χρησιμοποιεί με σύνεση τα κλισέ και τις ανατροπές, οδηγώντας με ασφάλεια την ιστορία του σε μια ομαλή λύση, χωρίς να παίρνει αχρείαστα αφηγηματικά ρίσκα. Παρότι δεν αποτελεί πρωταρχικό του στόχο, καταφέρνει να διατηρήσει το απαραίτητο για την ανάγνωση σασπένς μέχρι τέλους. Το σημαντικότερο όμως όλων είναι πως δεν εγκλωβίζεται στο αρχικό του εύρημα, στην πρωτότυπη κεντρική ιδέα γύρω από την οποία έχτισε το μυθιστόρημά του, αλλά, αντίθετα, τη χρησιμοποιεί διαρκώς με τρόπο λειτουργικό, αντλώντας από αυτή όσα έχει να του προσφέρει. 

Το χιούμορ, βασικός πυλώνας του μυθιστορήματος, προκύπτει αβίαστα. Χιούμορ που προϋπάρχει της κυκλοφορίας του βιβλίου, από τη στιγμή που ο μελλοντικός εκδότης παραλαμβάνει ένα χειρόγραφο με θέμα κάποιες δολοφονίες εκδοτών από έναν απογοητευμένο συγγραφέα που βλέπει τα χειρόγραφά του συνεχώς να απορρίπτονται. Ο Δούσος διαθέτει τόσο την οξυδέρκεια εκείνη που αναδεικνύει το προφανές, ιδιαίτερα για όσους γνωρίζουν πρόσωπα και καταστάσεις στον ευρύτερο χώρο του βιβλίου, όσο και την απαραίτητη φαντασία, που μεταξύ άλλων μετατρέπει αστυνομικούς σε αναγνώστες χειρογράφων στο πλαίσιο της έρευνας. Προϊόν της συγγραφικής φαντασίας αποτελεί και το πλήθος των βιβλίων στα οποία γίνεται αναφορά, βιβλία που γράφτηκαν για τις ανάγκες του μυθιστορήματος, βιβλία που απορρίφθηκαν και έμειναν ως χειρόγραφα να σκονίζονται σε κάποιο ράφι και τώρα βρίσκονται στο μικροσκόπιο των διωκτικών αρχών, αλλά και βιβλία που ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων κατά την κυκλοφορία τους και πραγματοποίησαν απανωτές εκδόσεις παρότι θάφτηκαν από την κριτική. Συμπληρωματικά στα φανταστικά βιβλία λειτουργεί και η ονοματοποιία, οι τίτλοι των βιβλίων και τα ονόματα προσώπων και εκδοτικών οίκων τα οποία σκαρφίζεται ο συγγραφέας. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο ο Δούσος εντάσσει στο μυθιστόρημά του τη θεωρία της λογοτεχνίας, κυρίως μέσα από την απόπειρα διάκρισης του προσωπικού ύφους του συγγραφέα-δολοφόνου και της ερμηνευτικής προσέγγισης των χειρογράφων.

Η λίστα του Λεπορέλο είναι ένα έξυπνα γραμμένο βιβλίο, με παιγνιώδη διάθεση από πλευράς συγγραφέα, που με άνεση διαφεύγει του μεγαλύτερου των κινδύνων, τον εγκλωβισμό, δηλαδή, στο ίδιο του το εύρημα. Ένα παράδοξο αστυνομικό μυθιστόρημα, άκρως γοητευτικό, που ικανοποιεί σε μεγάλο βαθμό τόσο τις συγγραφικές προθέσεις όσο και τον αναγνωστικό ορίζοντα προσδοκιών.

Εκδόσεις Νεφέλη

Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2021

Η τρυφερή αδιαφορία του κόσμου - Peter Stamm

Η τρυφερή αδιαφορία του κόσμου είναι ένας από τους πιο όμορφους τίτλους βιβλίων που μπορώ ν' ανακαλέσω. Ο τίτλος ενός βιβλίου, ενός έργου τέχνης γενικότερα, αποτελεί οργανικό μέρος του συνόλου, καίτοι συχνά παραγνωρισμένο, στη σκιά δευτερευόντων συστατικών όπως το εξώφυλλο ή η έκδοση εν γένει. Σημαντικός, όχι μόνο γιατί συνοψίζει το θέμα ή αποτυπώνει την ατμόσφαιρα του κειμένου, αλλά κύρια για την ομορφιά ή το μήνυμα που φέρει σε αυτονομία, για το συναίσθημα που γεννά, για την ποιητική συμπύκνωση που ενίοτε μέσω αυτού επιτυγχάνεται. Η εύρεση ενός τίτλου είναι ζήτημα ταλέντου και έμπνευσης. Και ναι, θα διάβαζα  ένα βιβλίο για τον τίτλο του, και τίποτα κακό σ' αυτό δεν βρίσκω. Λίγο νωρίτερα από το βιβλίο του Σταμ είχε κυκλοφορήσει μια συλλογή διηγημάτων ενός ακόμα γερμανόφωνου συγγραφέα, του Κλέμενς Ζετς, με τον επίσης υπέροχο τίτλο Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων (μτφρ. Χρήστος Αστερίου, εκδόσεις Gutenberg). Και οι δύο τίτλοι μέσα μου ήρθαν και κούμπωσαν και έγιναν ένα: Η τρυφερή αδιαφορία του κόσμου και Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων.

Ο Κρίστοφ, ηλικιωμένος μεσήλικας, ακολουθεί μια νεαρή γυναίκα. Η Μαγκνταλένα, που κανείς δεν τη φωνάζει έτσι και συστήνεται ως Λένα, δείγμα πως τα χρόνια έχουν περάσει και κάποια ονόματα ακούγονται πια παρωχημένα, πομπώδη ίσως και μακριά για την εποχή, είναι ηθοποιός. Βρίσκεται στη Στοκχόλμη με τον σύντροφό της, που παρακολουθεί ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής με θέμα το τηλεοπτικό και το κινηματογραφικό σενάριο, παρότι επιθυμία του είναι να γράψει λογοτεχνία, ας όψεται όμως το ζήτημα του βιοπορισμού. Τον λένε Κρις, από το Κρίστοφ. Ο Κρίστοφ αφήνει ένα μήνυμα για εκείνη στη ρεσεψιόν· «Παρακαλώ συναντήστε με αύριο στις δύο το μεσημέρι στο νεκροταφείο Σκουγκσιρκογκόρντεν. Θα ήθελα να σας διηγηθώ μια ιστορία». Εκείνη, αν και αργοπορημένη, θα εμφανιστεί. Ο Κρίστοφ κάποτε υπήρξε συγγραφέας. Χρόνια πριν, όταν ήταν στην ηλικία του Κρις, έγραψε ένα βιβλίο με θέμα τη σχέση του με τη Μαγκνταλένα, την κάποτε κοπέλα του, που τον άφησε. Το βιβλίο έκανε μεγάλη επιτυχία, όμως εκείνος ποτέ δεν μπόρεσε να γράψει κάτι άλλο. Αυτό είναι μέρος της ιστορίας που ο Κρίστοφ επιθυμεί να αφηγηθεί στη Λένα, της ιστορίας του, που περνά μπροστά από τα μάτια του ξανά, και θέλει τα πράγματα να εξελιχθούν με τρόπο διαφορετικό.

Η τρυφερή αδιαφορία του κόσμου είναι από εκείνα τα μυθιστορήματα που στηρίζονται σε μια κεντρική ιδέα, συνήθως πρωτότυπη, το αποκαλούμενο και συγγραφικό εύρημα. Το εύρημα αποτελεί ευχή και κατάρα για τον συγγραφέα. Κινητοποιεί και περιχαρακώνει το γράψιμο, το μετατρέπει σε κάποιου είδους εγκεφαλικό παιχνίδι, το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας καταναλώνεται για να εξυπηρετήσει το εύρημα αυτό, όμως, πολλές φορές, εγκλωβίζει και οδηγεί σε αδιέξοδα, έτσι, για χάρη της αρχικής ιδέας θυσιάζεται το τελικό αποτέλεσμα, αφού η λάμψη της, όσο έντονη και αν είναι, είναι καταδικασμένη αργά ή γρήγορα να ατονίσει και να χαθεί. Η αποκάλυψη του ευρήματος του Σταμ θα στερούσε από τον υποψήφιο αναγνώστη μεγάλο μέρος της απόλαυσης, έτσι όπως θα απέκλειε το στοιχείο της έκπληξης και θα τον οδηγούσε υποψιασμένο στις σελίδες του μυθιστορήματος, και κάτι τέτοιο δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση δίκαιο. Εκείνο το οποίο όμως με ασφάλεια θα μπορούσε κανείς να πει είναι πως πίσω από το όποιο εύρημα, που περισσότερο αποτελεί τεχνικό και όχι συναισθηματικό κομμάτι της ιστορίας, εκείνο που το μυθιστόρημα του Σταμ διαπραγματεύεται είναι ο στοχασμός σχετικά με την παρελθούσα ζωή, το ταμείο το οποίο καθώς μεγαλώνει κανείς γίνεται ολοένα και πιο απαιτητικό και δύσκολο στη διαχείριση του, έτσι όπως οι δυνάμεις εξασθενούν και το τέλος πλησιάζει.

Το μυθιστόρημα του Σταμ μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα στη γοητεία και την επιτήδευση με την οποία προοδεύει η πλοκή, καθώς ο αναγνώστης, καλώς ή κακώς, διαρκώς έχει κατά νου τον έλεγχο της λειτουργικότητας και της πειστικότητας του ευρήματος, άπαξ και αυτό αποκαλυφθεί, έτσι όπως το θεωρεί δεδομένο και ίσως ρεαλιστικό. Όμως, ίσως όχι και τόσο έντεχνα, και εκεί κρύβεται μια ένσταση ως προς την υλοποίηση της αρχικής ιδέας, η σύγχυση που επικρατεί, σύγχυση όπως αυτή που έχει κανείς καθώς ξυπνάει στη μέση της νύχτας και δεν είναι σίγουρος για το πού βρίσκεται η γραμμή ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, ή η σύγχυση ενός μυαλού κουρασμένου πια, είναι που καθιστά το εύρημα περισσότερο μια διαφυγή ή μια δυνατότητα. Το εύρημα μετατρέπεται έτσι σε μια εναλλακτική δίοδο αφήγησης και απομακρύνεται από τον συνήθη στείρο εντυπωσιασμό που τέτοιου είδους ευρήματα φέρουν. Και κάπως έτσι η συζήτηση επανέρχεται σε λημέρια γνώριμα, εκεί που οι ιστορίες έχουν από καιρό πια ειπωθεί, και εκείνο που απομένει να εκπλήξει και να γοητεύσει είναι ο τρόπος με τον οποίο επαναλαμβάνονται. Ο Σταμ έξυπνα επιλέγει το πρώτο αφηγηματικό πρόσωπο, την υποκειμενική ματιά του Κρίστοφ στη δική του ιστορία. Πετυχαίνει, και αυτό είναι πράγματι σπουδαίο και δύσκολο στην επίτευξή του, να μπολιάσει στο εγκεφαλικό κατασκεύασμα, που το εύρημά του του επιβάλλει, το συναίσθημα, να αποτυπώσει την υπαρξιακή αγωνία του ήρωά του, μέσω μιας αφήγησης που χαρακτηρίζεται από ειλικρίνεια και εξ αυτής πηγάζει αβίαστα η λυρικότητα που συντροφεύει τη νοσταλγία.

Ανάμεσα σε τόσες νέες κυκλοφορίες, Η τρυφερή αδιαφορία του κόσμου διαθέτει κάτι το ξεχωριστό, κάτι ικανό να τη διατηρήσει στην αναγνωστική μνήμη, που δεν είναι το εύρημα αυτό καθεαυτό, όπως θα ανέμενε κανείς, αλλά η χρήση του, ο τρόπος με τον οποίο ο Σταμ πετυχαίνει να μετατρέψει ένα τέχνημα σε λογοτεχνία. Ένα αξιοπρόσεχτο μυθιστόρημα.

υγ. Για τη συλλογή διηγημάτων του Ζετς, Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων, μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Μαριάννα Τσάτσου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2021

Όσα απέμειναν από τους εραστές - Αλέξανδρος Κάσσης

Πάντοτε υπάρχει χώρος για μια ‒ακόμη‒ ιστορία αγάπης. Και ίσως μόνο σε μια τέτοια ιστορία να υπάρχει τόσο μεγάλο κοινό εμβαδό ανάμεσα στους ήρωες και τον αναγνώστη, όχι απαραίτητα ταύτισης, αλλά εντοπισμού του προσωπικού βιώματος, της περιβόητης αναλογίας. Πόσο δε μάλλον όταν πρόκειται για μια νεανική ιστορία αγάπης που απέτυχε να μακροημερεύσει μένοντας για πάντοτε έρμαιο του τι θα γινόταν αν, του πώς θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, περιβάλλον γόνιμο για να ανθήσουν τα απωθημένα και να βασιλεύσει χωρίς αντίπαλο δέος το τέκνο της λήθης, η νοσταλγία. Οι παλιές εκείνες αγάπες που, μαζί με όλα τα άλλα, εμπεριέχουν μια νεότερη εκδοχή του εαυτού μας, των δυνατοτήτων του παλιού καλού καιρού, της ανεμελιάς κυρίως, αυτό που εύστοχα ο Κάσσης περιγράφει ως Όσα απέμειναν από τους εραστές.

Ο Μιχάλης με την Αλεξάνδρα γνωρίστηκαν το 2004, όταν ήταν και οι δύο φοιτητές. Λίγους μήνες αργότερα χώρισαν ύστερα από δική της επιθυμία. Οι δυο τους δεν μίλησαν ποτέ ξανά, αφού πρώτα η Αλεξάνδρα επέστρεψε στον Μιχάλη τα πράγματα που εκείνος είχε αφήσει στο σπίτι της σε μια αμήχανη συνάντηση στην έξοδο του μετρό Πανεπιστήμιο. Μια κοινή γνωστή, η Δανάη, έμεινε να διατηρεί ένα ελάχιστο νήμα επαφής ανάμεσα στους δυο τους, ένας αγγελιοφόρος που επέλεγε σε ποιες ερωτήσεις θα απαντήσει και ποια μυστικά θα κρατήσει. Η Δανάη ζει στο Παρίσι. Ο Μιχάλης επισκέπτεται συχνά τη γαλλική πρωτεύουσα με κάθε αφορμή. Τώρα βρίσκεται εκεί για να δώσει στο μυθιστόρημα που μόλις έχει τελειώσει την απαραίτητη ατμόσφαιρα, εκείνο το απαραίτητο κάτι που θα μετατρέψει το κείμενο σε λογοτεχνία, ή τουλάχιστον ελπίζει να το κάνει. Η Δανάη του τηλεφωνεί για να βρεθούνε και εκείνος δέχεται. Τον ρωτάει αν θα τον πείραζε να έρθει μαζί τους και η Αλεξάνδρα που εκείνες τις μέρες βρίσκεται στο Παρίσι για ένα συνέδριο αρχιτεκτονικής· εκείνος δεν έχει κανένα πρόβλημα. Αντίστοιχα εξελίχθηκε ο διάλογος ανάμεσα στη Δανάη και την Αλεξάνδρα. Οι τρεις τους θα συναντηθούν και θα περπατήσουν μέχρι το μπαρ. Η Αλεξάνδρα παρήγγειλε μια σαγκρία και «ο Μιχάλης χαμογέλασε, αφού η παραγγελία της του ξύπνησε μνήμες, ωστόσο δεν το σχολίασε και φώναξε αμέσως τον μπάρμαν». Όταν η Δανάη λέει πως είναι ώρα να γυρίσει σπίτι, ο Μιχάλης λέει πως θα μείνει για ακόμα ένα ποτό και η Αλεξάνδρα λέει πως ένα ποτό ακόμα είναι μια καλή ιδέα. Έτσι ξεκινά ξανά η ιστορία του Μιχάλη και της Αλεξάνδρας.

Ο Αλέξανδρος Κάσσης επιλέγει μια αρκετά χρηστική φόρμα αφήγησης αναμειγνύοντας το παρελθόν με το παρόν. Η τότε ιστορία των δύο νεαρών παρεμβάλλεται στη νύχτα στο Παρίσι. Με τον τρόπο αυτό ο συγγραφέας πετυχαίνει μια ικανοποιητική αφηγηματική ροή για την ιστορία του, έτσι όπως τα κομμάτια του παζλ συμπληρώνονται σταδιακά, χωρίς ο τριτοπρόσωπος αφηγητής να αναγκάζεται να παρεμβαίνει διαρκώς για να εξηγήσει και να αποκαλύψει, επιτρέποντας έτσι στους δύο πρώην εραστές να συζητούν στο αφηγηματικό παρόν ως τέτοιοι, χρησιμοποιώντας όλες τις στρατηγικές της περίστασης, αναζητώντας απαντήσεις σε διάφορα ερωτήματα που έμεναν από τότε σε εκκρεμότητα αλλά και σε άλλα που στην πορεία προέκυψαν. Στον διάλογο αναμενόμενα κυριαρχούν τα υπονοούμενα που σε καμία περίπτωση δεν θα λειτουργούσαν αν δεν είχαν έναν σχεδόν συνθηματικό χαρακτήρα. Άλλωστε οι δυο τους για πολλά πράγματα μπορεί να έχουν απορίες, γνωρίζουν όμως καλά ‒και όσο η μνήμη τους βοηθάει‒ την ιστορία τους.

Το Όσα απέμειναν από τους εραστές έχει αναπόφευκτα αρκετά διαλογικά κομμάτια που, παρότι δεν είναι δουλεμένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, πετυχαίνουν το πλέον σημαντικό, να προσομοιάζουν δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο δυο άνθρωποι, και δη δυο πρώην εραστές, συζητούν, επιτρέποντας στον αναγνώστη να νιώθει πως κρυφακούει τη συζήτηση από το διπλανό τραπέζι. Έξυπνη επίσης είναι η χρήση του Παρισιού. Ο Κάσσης δεν ρισκάρει να πουλήσει το Παρίσι, την αύρα και τα στενά του σοκάκια, τα φώτα των λεωφόρων και τα αξιοθέατα. Άπαξ και τοποθέτησε τους πρώην εραστές εκεί, το Παρίσι λειτουργεί από μόνο του. Δεν είναι άλλωστε λίγα τα παραδείγματα που το κακέκτυπο μιας πόλης όπως το Παρίσι ξεπηδά από την οθόνη κάποιου που γράφει για εκείνο από απόσταση. Η κομβικής σημασίας αναφορές σε διάφορες ταινίες εκείνης της περιόδου, εκτός της λειτουργικότητάς τους και της περαιτέρω ενίσχυσης της κινηματογραφικής αίσθησης που αποτελεί μέρος των συγγραφικών προθέσεων, μου δημιούργησε μια επιπρόσθετη νοσταλγία για εκείνη την περίοδο της δικής μου ζωής και αυτό λίγο δεν το λες. Το Αγάπα με αν τολμάς θα το ξαναδώ με την πρώτη ευκαιρία.

Συνοψίζοντας, το Όσα απέμειναν από τους εραστές είναι μια ωραία και καλογραμμένη ιστορία αγάπης, που παρά τις όποιες επιμέρους αδυναμίες της πέτυχε να ανταποκριθεί σε μεγάλο μέρος εκείνων που ανέμενα πιάνοντας το βιβλίο στα χέρια μου. 

Εκδόσεις Πνοή

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2021

Όλιβ Κίττριτζ - Elizabeth Strout

Από τη στιγμή που διάβασα Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον (περισσότερα σχετικά με εκείνη την ανάγνωση εδώ) ήταν ζήτημα χρόνου να διαβάσω και το έτερο μυθιστόρημα της Ελίζαμπεθ Στράουτ, Όλιβ Κίττριτζ. Οφείλω να παραδεχτώ, όχι ως κάποιου είδους απολογία, αλλά στο πλαίσιο της πάντοτε απαραίτητης σκιαγράφησης του ορίζοντα προσδοκιών, πως αρχικά απογοητεύτηκα από το γεγονός πως δεν επρόκειτο για ένα μυθιστόρημα αυτομυθοπλασίας. Κάτι τέτοιο περίμενα, επηρεασμένος καθώς ήμουν από Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον, ένα από τα πλέον έξοχα δείγματα autofiction που έχω υπόψη μου. Δεν ξέρω αν  πρέπει να αποδώσω το αρχικό μούδιασμα σ' αυτή την κατάρρευση, τη δυσκολία να ενταχθώ αναγνωστικά στο σύμπαν της Όλιβ Κίττριτζ, ή στον τρόπο με τον οποίο η Στράουτ έστησε -αριστοτεχνικά- το μυθιστόρημά της, τρόπος που απαιτεί έναν χρόνο προσαρμογής.

Η Όλιβ Κίττριτζ είναι ένα μυθιστόρημα που περιστρέφεται γύρω από την Όλιβ Κίττριτζ, μια συνταξιούχο πια καθηγήτρια γυμνασίου που μένει σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη του Μέην. Αυτό είναι κάτι εύκολο να υποθέσει κανείς, ορμώμενος από τον τίτλο του μυθιστορήματος. Όπως έχω αρκετές φορές επαναλάβει στις γραμμές αυτού εδώ του ιστολογίου, οι περισσότερες ιστορίες έχουν από καιρό ειπωθεί, και όσο και αν κάποιοι συγγραφείς επιμένουν να γυρεύουν να επενδύσουν στη θεματική πρωτοτυπία, εκείνο που τελικά απομένει είναι ο τρόπος να αφηγηθεί κανείς μια ιστορία. Θέση η οποία δεν βρίθει πρωτοτυπίας, αλλά αντίθετα αποτελεί κοινό τόπο. Αντίστοιχα, κοινό τόπο αποτελεί και η προσέγγιση εκείνη που δηλώνει πως για να σχηματιστεί ένας ολοκληρωμένος λογοτεχνικός χαρακτήρας, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η απόδοση του κόσμου μέσα στον οποίο ζει και ενεργεί. Η Στράουτ, εκκινώντας από το σημείο αυτό, μοιάζει, μέσω της αφηγηματικής τεχνικής που ακολουθεί, να προχωράει ένα βήμα πιο πέρα.

Η συγγραφέας επιλέγει την τριτοπρόσωπη αφήγηση, κλασικότροπη, οικεία και γνώριμη. Η συγγραφική εκείνη επιλογή που κάνει την Όλιβ Κίττριτζ περαιτέρω ξεχωριστή είναι ο τρόπος με τον οποίο απλώνει την ιστορία της. Συνθέτει την προσωπογραφία της Όλιβ μέσα από ένα πλήθος αφηγήσεων του κόσμου της και των ανθρώπων που τον αποτελούν. Σε κάποια κεφάλαια η Όλιβ δεν εμφανίζεται καθόλου, σε κάποια απλώς συμμετέχει και σε κάποια πρωταγωνιστεί. Η Στράουτ, έχοντας διαρκώς την πρωταγωνίστριά της στο επίκεντρο, περιστρέφεται γύρω της, πλησιάζει και απομακρύνεται, και έτσι όπως κινείται στο κάδρο μπαίνουν αναπόφευκτα και τα υπόλοιπα πρόσωπα της μικρής παραθαλάσσιας πόλης, με τις φαινομενικά και μόνο άσχετες με την Όλιβ ιστορίες, απαραίτητες ωστόσο για την πληρότητα του τελικού κάδρου. Η Στράουτ κάνει ένα ακόμα ενδιαφέρον λογοτεχνικό παιχνίδι. Δημιουργεί μια συγγένεια γνώσης ανάμεσα στην Όλιβ και τον παντογνώστη αφηγητή, ο οποίος μοιάζει να ξέρει αναλογικά όσα και η Όλιβ για τους ανθρώπους αυτούς, άμεσα ή έμμεσα, επιτείνοντας τον απόηχο της ζωής σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, στην οποία όλοι γνωρίζονται και όλοι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, σχετίζονται. Αίσθημα που ισορροπεί, όπως και στην πραγματική ζωή, ανάμεσα στην οικειότητα και την ασφυξία που προκαλεί η έλλειψη, καίτοι φαινομενική, της απρόσωπης ζωής της μεγαλούπολης.   

Το βιβλίο αυτό είχε κυκλοφορήσει και παλαιότερα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγκυρα ως Ο κόσμος της κυρίας Όλιβ, ενώ ο πρωτότυπος τίτλος του μυθιστορήματος περιορίζεται στο ονοματεπώνυμο της πρωταγωνίστριας. Είναι μια περίπτωση «παραποίησης» τίτλου κατά τη γλωσσική μεταφορά, που εμπεριέχει μια απόπειρα επεξήγησης και ερμηνευτικής προσέγγισης, με σκοπό να εξυπηρετήσει την ομαλότερη πρόσληψη και την καλύτερη προώθηση ενός έργου, γεγονός που κατά κόρον συμβαίνει με τους τίτλους των κινηματογραφικών ταινιών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αλλαγή αυτή μοιάζει να έρχεται ενάντια στην ίδια τη συγγραφική πρόθεση. Σκοπός της Στράουτ είναι η σύνθεση της Όλιβ ‒και‒ μέσω του κόσμου της. Ο κόσμος της, δηλαδή, αποτυπώνεται για να υπηρετήσει τη συγκεκριμένη πρόθεση, χωρίς να αποτελεί το κυρίως ζητούμενο όπως ο τίτλος Ο κόσμος της κυρίας Όλιβ προοικονομεί, στερώντας εξ αρχής από το μυθιστόρημα ακριβώς το στοιχείο που το ξεχωρίζει. Η Όλιβ είναι ένας απλός άνθρωπος, όσο απλός είναι ο κάθε άνθρωπος δηλαδή, που ζει σε μια φαινομενικά αδιάφορη εποχή, αρκετά οικεία για τον σύγχρονο αναγνώστη. Και στο συγκεκριμένο πλαίσιο η Στράουτ παραδίδει ένα τεχνικά άρτιο και συναισθηματικά πλήρες μυθιστόρημα, χωρίς να προσβλέπει στην άντληση κάποιου πλεονεκτήματος από την εποχή ή την κοινωνική πραγματικότητα εντός και μέσω της οποίας σκιαγραφεί αριστοτεχνικά την Όλιβ Κίττριτζ. 

Τέτοιου είδους συμβάσεις εμπεριέχουν αναπόφευκτα κάποιο ρίσκο, καθώς αν δεν λειτουργήσουν για τον αναγνώστη τότε αφήνουν ένα αίσθημα δυσαρέσκειας. Σημείο στο οποίο ανοίγει μια πολυκαιρισμένη συζήτηση αναφορικά με τη διάκριση ανάμεσα στο προσωπικό γούστο και την εν γένει αξία ενός έργου. Ως αφηγηματική τεχνική, το μυθιστόρημα ομοιάζει με ένα βιβλίο που δίχασε βαθιά, και που εγώ αγάπησα πολύ, τον Ταμιευτήρα 13 του ΜακΓκρέγκορ (μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδόσεις Άγρα). Εκεί, ο ΜακΓκρέγκορ εκκινώντας από την εξαφάνιση ενός νεαρού κοριτσιού, ξεφεύγει γρήγορα από τις προσδοκίες ενός τυπικού αστυνομικού μυθιστορήματος για να παραδώσει τον απόηχο της εξαφάνισης αυτής για τη μικρή τοπική κοινότητα καθώς τα χρόνια περνούν. Κάτι αντίστοιχο κάνει και η πρωτοεμφανιζόμενη Φίλιπς στη Γη που χάνεται (μτφρ. Ιωάννα Ηλιάδη, εκδόσεις Μεταίχμιο) στην άγνωστη και αρκούντως εξωτική Καμτσάτκα. Στο μυθιστόρημα της Στράουτ τώρα, αν οι ιστορίες των κατοίκων του χωριού δεν λειτουργήσουν ως απαραίτητο μέρος της διαδικασίας ύφανσης της Όλιβ, τότε είναι αναμενόμενο να κουράσουν και να θεωρηθούν ως αχρείαστες παρεκβάσεις.

Παρά την αρχική απογοήτευση στη συνειδητοποίηση πως δεν επρόκειτο για ένα μυθιστόρημα autofiction, που τόσο είχα ανάγκη να διαβάσω εκείνη την περίοδο, η Όλιβ Κίττριτζ αποδείχθηκε ένα έξοχο μυθιστόρημα που κυριάρχησε πλήρως στα συντρίμμια του αρχικού ορίζοντα προσδοκιών. Η Στράουτ, με το αφηγηματικό της εύρημα, κατορθώνει, μέσω της σκιαγράφησης του χαρακτήρα της Όλιβ, να αποδώσει μοναδικά τον τρόπο με τον οποίο ενεργούμε, σχετιζόμαστε, επηρεαζόμαστε, αποκαλυπτόμαστε και κρυβόμαστε, αλλά και πώς βλέπουμε τον εαυτό μας, πώς θεωρούμε πως οι άλλοι μας βλέπουν και πώς φαινόμαστε στον τριγύρω κόσμο, ειδικότερα στο πλαίσιο μιας μικρής κοινωνίας. Η Όλιβ Κίττριτζ, όπως κάθε σπουδαίο μυθιστόρημα, ξεπερνάει τα όρια μέσα στο οποία κινείται.

υγ. Για τον Ταμιευτήρα 13 περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ για τη Γη που χάνεται εδώ.
 
Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Άγρα

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2021

Ημιανάπαυση

Κάποτε, λέγαμε, πως εμείς ‒με κεφαλαία τα γράμματα‒ διακοπές τον Αύγουστο δεν θα κάναμε. Ήμασταν εκ φύσεως διαφορετικοί, αγαπούσαμε, βλέπετε, τη μεγάλη πόλη, θέλαμε να τη μοιραζόμαστε με όσο το δυνατόν λιγότερους εραστές. Και να που η ζωή τα έφερε έτσι, να ακολουθούμε την αντίθετη ροή, εκεί που είστε ήμασταν και όλα τα σχετικά, καθώς τα πλοία γυρνούσαν άδεια από τα νησιά, για να επιστρέψουν άδεια πάλι λίγες εβδομάδες αργότερα. Εμείς στο κατάστρωμα. Θα μπορούσε να είναι ένα κείμενο για τη μεγάλη πόλη αυτό. Για το κέντρο και τον απόηχο του χειμώνα. Για την απογοήτευση που η ταμπέλα «Ραντεβού τον Σεπτέμβρη» γεννά.

Φορτώθηκε αυτός ο Αύγουστος με ακόμα μεγαλύτερες προσδοκίες απ' όσες συνήθιζε. Είναι, στον κόσμο αυτό, ο Αύγουστος, ο μήνας με τη μεγαλύτερη εναπόθεση προσδοκίας, βάρος έντεκα μηνών, δύσκολων και απαιτητικών, στις πλάτες του. Φέτος, ακόμα περισσότερο, αφού ο περσινός δεν εμφανίστηκε, θαρρείς, ποτέ. Άτιμο πράγμα οι προσδοκίες, έτσι όπως θεριεύουν ακαθόριστα, φέρουν το ανικανοποίητο, καταδικασμένες να μην εκπληρωθούν. Τα μέρη πέρασαν αναπόφευκτα σε δεύτερο κάδρο, τα πρόσωπα κυριάρχησαν, αυτή η ανάγκη απαιτούσε φροντίδα. Η δειλή αγκαλιά. Το μέτρημα των πληγών που άνοιξαν. Το κοίταγμα στα μάτια. Κυρίως όμως η αίσθηση, διόλου ψευδής, πως η απόσταση δεν διευρύνθηκε. Το αντίθετο συνέβη.

Δεν ξέρω αν ήταν το καλύτερο καλοκαίρι. Ίσως αυτό, το καλύτερο καλοκαίρι δηλαδή, να είναι κάτι που οριστικά ανήκει στο παρελθόν, στην εποχή της νιότης. Άλλωστε, ένα από τα βέλη της απομάγευσης μηνύει πως τα καλοκαίρια είναι που φέρνουν τους χειμώνες της ζωής. Εκείνο όμως που εξακολουθεί να έχει νόημα ακόμα, παρά το όποιο προχώρημα της ηλικίας, είναι πως η τριακοστή πρώτη Αυγούστου αποτελεί την πρωτοχρονιά. Και ας είναι πια οι στόχοι και τα σχέδια περισσότερο συμβατικά, ξένα και βαριά, οι φιλοδοξίες κενές ενθουσιασμού, ειδικά φέτος.

Καθώς ο Αύγουστος βάδιζε προς το τέλος και η ερώτηση πώς τα πέρασες εμφανιζόταν, η απάντηση, δεν διάβασα ούτε ένα βιβλίο, περιέγραφε επακριβώς τη συνθήκη. Απάντηση δειλή, ειπωμένη με χαμηλή τη φωνή, μια ιδιαιτερότητα προσωπική, που δεν χωρά αλλού, παρά σε μια εκμυστήρευση. Τα υπόλοιπα ακολουθούσαν, υπό το συγκεκριμένο αυτό φως.

Τώρα, ήδη από χτες, είναι πια Σεπτέμβρης. Οι αγκαλιές, παρότι δειλές, οι πληγές, παρότι ανοιχτές, τα βλέμματα, παρότι σιωπηλά, η εγγύτητα, παρότι ανάμνηση πια, θα τον συντροφεύσουν. Ακόμα και έτσι θα είναι δύσκολος.

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2021

Η εποχή του χρόνου

Πάντοτε δυσκολεύομαι να ξεκινήσω κείμενα όπως αυτό, κείμενα αποχαιρετισμού, καίτοι προσωρινού, αποδεικνύονται πάντοτε ιδιοτρόπως άβολα, φαντάζουν όμως απαραίτητα, όπως και ο ίδιος ο αποχωρισμός άλλωστε. Είναι η εποχή που η σωτήρια ρουτίνα κινδυνεύει να μετατραπεί σε ασφυκτική συνθήκη. Τα τελευταία μέτρα διανύονται ασθμαίνοντας, οι μέρες στο ημερολόγιο μετρώνται ξανά και ξανά, τα κείμενα υπολογίζονται με μια μικρή όχληση. Όσο και αν αγαπάς αυτό που κάνεις χρειάζεσαι πάντοτε μια παύση, ένα πισωπάτημα απαραίτητο για να καθαρίσει η ματιά· το έμαθα με τα χρόνια αυτό. Ανακεφαλαίωση και ανανέωση, έλλειψη που χαράσσει έναν μονόδρομο επιστροφής. Φέτος, στο πλευρό της ανάγκης για παύση της ρουτίνας, έρχεται να προστεθεί και εκείνη της εξόδου από την ψηφιακή πραγματικότητα, τη στρεβλή αυτή εκδοχή της ζωής, εκεί που η σημαντικότητα παραμορφώνεται. Ο έξω κόσμος, το ανθρώπινο βλέμμα, η εγγύτητα· αυτά είναι τα κυρίως ζητούμενα. Αυτά που μετράνε αληθινά. Το μεταμεσονύχτιο μπαλκόνι και το αστικό τοπίο, επίσης, οι μεγάλοι απέραντοι δρόμοι την ώρα που οι πόλεις ανάβουν τα φώτα. Από λογοτεχνία, μυθιστορήματα. Ξεκίνησα να φτιάχνω μια λίστα. Η συνομιλία σε θερινό σινεμά. Απομεσήμερο στο σέλας και απόβραδο στον κάστορα. Ίσως κάπου να πετύχω τον Παύλο. Κοκτέιλ αγγούρι στο στενό. Το αύριο μιας παραίτησης. Η πιτσιρικαρία. Ο καναπές στην Πάρου. Ιστορίες τηλεφωνικής εξυπηρέτησης ισπανόφωνων. Ψηφιακή διαφήμιση στο μεγάλο νησί. Μπύρες στην υγειά της μπολιανικής αμετροέπειας. Αγάπη παρά το χάσμα των χρόνων στον ίσκιο της μουριάς. Ο λευκός διάδρομος που το πλοίο πίσω του αφήνει. Κάπως έτσι φαντάζομαι τις μέρες που θα 'ρθουν. Χωρίς εκπλήξεις, παρακαλώ.

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2021

Κβάντι - Μίνως Ευσταθιάδης

Με το Κβάντι ο Μίνως Ευσταθιάδης πραγματοποιεί την τρίτη συγγραφική του απόπειρα στα ύδατα της αστυνομικής λογοτεχνίας, διατηρώντας πάντοτε τον ιδιωτικό αστυνομικό Κρις Πάπας στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η σύμβαση αυτή αποτελεί μια συνήθη τακτική στο λογοτεχνικό αυτό είδος, που, παρότι δεν διαταράσσει την αυτονομία του εκάστοτε μυθιστορήματος, προσφέρει ένα σταθερό σημείο αναφοράς και συνοχής μεταξύ αυτών, δημιουργώντας έναν δυναμικό αναγνωστικό δεσμό, καθώς ο αναγνώστης εκτός της κυρίως πλοκής επιθυμεί να ακολουθήσει και τον ίδιο τον πρωταγωνιστή στο ταξίδι του. Δεν είναι όμως μόνο ο κεντρικός ήρωας, και επομένως η γνώριμη αφηγηματική φωνή αλλά και η ιδιότυπη μεθοδολογία του Κρις Πάπας, που συνδέει το Κβάντι με τα προηγούμενα δύο βιβλία του Ευσταθιάδη, αλλά και διάφορα ακόμα στοιχεία, όπως η ιεροτελεστική φύση των εγκλημάτων, η έντονη παρουσία του αστικού ιστού και της νύχτας, καθώς και ο κομβικός ρόλος κάποιου ζώου στην πλοκή.

Μόλις έχει αρχίσει να βρέχει, αλλά ο δρόμος, τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, τα κτίρια, όλα φαίνονται στεγνά. Το νερό χρειάζεται τον χρόνο του. Ένας άντρας προχωράει με γρήγορο βήμα και το κεφάλι του ελαφρά σκυμμένο μπροστά. Όταν η κινούμενη σκιά εμφανίζεται δίπλα του, είναι ήδη αργά. Κάτω από τις μακρινές λάμπες της οδού Μπερτ η λάμα δεν γυαλίζει καθόλου. Το πρώτο χτύπημα τον βρίσκει πάνω αριστερά από το στομάχι. Αμέσως το μαχαίρι ξαναβυθίζεται στο ίδιο σημείο, μα εκείνος δεν προσπαθεί να το αποφύγει ή να παλέψει. Μόνα τα χέρια εκτελούν μια αντανακλαστική κίνηση στον αέρα, τεντώνονται για να πιάσουν κάτι αόρατο, κάτι που δεν θα καταφέρουν να αγγίξουν. Παραπατάει. Η τρίτη μαχαιριά, ίσως λόγω της μετατόπισης του σώματος, τον πετυχαίνει λίγο ψηλότερα. Ακόμη και τότε δεν κάνει καμία φανερή προσπάθεια να αμυνθεί.

Ο Γκούναρ Ρίχτερ, Γερμανός υπήκοος, εξήντα ενός ετών, επιχειρηματίας με τόπο κατοικίας το Περπινιάν της νότιας Γαλλίας, θα δολοφονηθεί στο Παρίσι στις 27 Οκτωβρίου του 2018, δεχόμενος δεκατέσσερις μαχαιριές. Λίγες μέρες αργότερα ο γιος του δολοφονημένου άντρα θα τηλεφωνήσει στον ιδιωτικό ντετέκτιβ Κρις Πάπας στο γραφείο του στο Αίγιο Αχαΐας για να του ζητήσει να αναλάβει τη διαδικασία της μεταφοράς και της ταφής τού νεκρού στο νεκροταφείο της Ζήριας, καθώς αυτό αποτελούσε την τελευταία επιθυμία τού πατέρα του. Συνδετικός κρίκος υπήρξε η πρώην ηλικιωμένη γραμματέας του Κρις Πάπας από την εποχή που διατηρούσε γραφείο στη Γερμανία, πριν η εκεί αστυνομία τού αφαιρέσει την άδεια άσκησης επαγγέλματος και η ζωή τον οδηγήσει πίσω στο Αίγιο, σε εκείνη τη σχεδόν εγκαταλελειμμένη πολυκατοικία, όπου μοιράζεται έναν επαγγελματικό χώρο μαζί με κάποιους σαφώς πιο φιλόδοξους δικηγόρους, τους οποίους λόγω του ιδιαίτερου ωραρίου του σπανίως συναντά. Δεν είναι μόνο η έλλειψη δουλειάς, και άρα και εισοδήματος, που οδηγεί τον Πάπας να δεχτεί την αλλόκοτη αυτή πρόταση, αλλά η έμφυτη τάση του να ακολουθεί το κάλεσμα του παράλογου, ίσως γιατί θεωρεί πως αυτό αποτελεί το βασικό συστατικό της ζωής και της ύπαρξης, μια συνθήκη αναπόφευκτη. Δέχεται, λοιπόν, να αναλάβει την γραφειοκρατική διεκπεραίωση της ταφής και κάπως έτσι μπλέκει σε μία ιστορία δολοφονιών και έργων τέχνης, που διαδραματίζεται ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αφρική, και που την έκβασή της δύσκολα μπορεί να προβλέψει κανείς.

Υπάρχουν αρκετοί -λογοτεχνικοί- ιδιωτικοί ντετέκτιβ που διαθέτουν ένα κοινό χαρακτηριστικό με μια μεγάλη κατηγορία αναγνωστών: διψούν για καλές και μη συμβατικές ιστορίες. Αντίθετα με τους αναγνώστες όμως που παραμένουν ασφαλείς και αμέτοχοι, εκείνοι είναι που ρίχνουν νερό στον μύλο της πλοκής. Αυτό είναι το πρωτεύον πάθος που τους οδηγεί να μπλέκουν εκεί που άλλοι θα απέφευγαν να πατήσουν ή εκεί που θα σταματούσαν με την πρώτη υποψία για το πού πάνε να μπλέξουν με κίνδυνο της ζωής τους. Τέτοιος ντετέκτιβ είναι και ο Κρις Πάπας, ο κάποτε πιο φτηνός ερευνητής της γερμανικής αγοράς, που λατρεύει το Jameson και δυσκολεύεται να κοιμηθεί τα βράδια. Η σκύλα του, η Μπέτι Μπλου, είναι η μόνη του συντροφιά. Δεν υφίσταται καλή αστυνομική λογοτεχνία χωρίς την παρουσία ενός τσαλακωμένου ντετέκτιβ που στο πρόσωπό του να συγκεντρώνονται ένα πλήθος από ετερόκλητα χαρακτηριστικά. Και ο Κρις Πάπας είναι ένας τέτοιος χαρακτήρας. Αποτυχημένος -όχι μόνο επαγγελματικά-, μοναχικός, με ροπή στο αλκοόλ, πεισματάρης, χωρίς ιδιαίτερη αδυναμία στον ίδιο του τον εαυτό, με τάση στον (ψευδο-)φιλοσοφικό στοχασμό, ευκολόπιστος, απαγγέλει ποίηση στη Μπέτι Μπλου, φοβάται πως θα καταλήξει -αν δεν είναι ήδη- μισάνθρωπος, συνηθίζει να κάνει τσουλήθρα τα βράδια στην πλατεία και που πάνω απ' όλα διαθέτει το ένστικτο που τον προειδοποιεί πως πρόκειται να μπλέξει άσχημα και όμως αυτό σε τίποτα δεν τον διασφαλίζει καθώς το παρακούει χωρίς δεύτερη σκέψη.

Ο Ευσταθιάδης εμφανίζεται εδώ πιο ώριμος -σχόλιο στο οποίο ο Πάπας τουλάχιστον θα μειδιούσε- και με μια καλή ιστορία για να αφηγηθεί. Η καλή ιστορία, μιλώντας για αστυνομική λογοτεχνία, συνίσταται ως έναν μόνο βαθμό στην πρωτοτυπία, ενώ οφείλει να περιλαμβάνει, εκτός του τσαλακωμένου ντετέκτιβ, ικανές και πειστικές ανατροπές, λειτουργικά ευρήματα και ατμόσφαιρα. Ο Ευσταθιάδης τα καταφέρνει καλά σε όλα τα παραπάνω διατηρώντας αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον από την αρχή ως το τέλος της ιστορίας του. Όλα αυτά όμως άσχημα γραμμένα δεν θα λειτουργούσαν. Ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται την ιστορία του, με την εναλλαγή ανάμεσα σε πρώτο και τρίτο αφηγηματικό πρόσωπο λειτουργεί ικανοποιητικά ως προς την τοποθέτηση των κομματιών του παζλ, ενώ δεν παρασύρεται από την εξωτικότητα του περιβάλλοντος στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία, είτε αυτό είναι το Παρίσι, είτε η αφρικανική ενδοχώρα. Επίσης, η επιλογή μιας παράλληλης της κεντρικής ιστορίας, η ιστορία της Μπέτι Μπλου εν προκειμένω, λειτουργεί τόσο οργανικά όσο και αυτόνομα. Στο Κβάντι ο Ευσταθιάδης κάνει ένα ευδιάκριτο βήμα μπροστά.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 5 Ιουνίου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2021

Ο φίλος - Sigrid Nunez

«Μετά τον απροσδόκητο θάνατο του καλύτερου φίλου και μέντορά της μια συγγραφέας βρίσκεται να φροντίζει, προς μεγάλη της δυσαρέσκεια, τον αγαπημένο του σκύλο, έναν μολοσσό», έτσι ξεκινάει η περίληψη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, πρόταση που συνοψίζει αρκετά συμπυκνωμένα την υπόθεση και στην οποία κρύβεται ο βασικός λόγος για τον οποίο διάβασα το μυθιστόρημα της Σίγκριντ Νιούνεζ, Ο φίλος. Αν το μυαλό σας πήγε στη ζωοφιλία, πέσατε έξω. Αγαπώ τα ζώα, αλλά η παρουσία τους εντός ενός βιβλίου δεν θα ήταν από μόνη της ικανή συνθήκη. Αντίθετα, η παρουσία μιας συγγραφέως στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ναι, θα ήταν και με το παραπάνω αρκετή για να επισπεύσω την ανάγνωση ενός βιβλίου, όπως δηλαδή και έγινε. Η βιβλιοφιλική λογοτεχνία, όσο αδόκιμος και αν είναι ο όρος, λες και μπορεί να υπάρξει βιβλιοεχθρική λογοτεχνία, είναι ιδιαιτέρως του γούστου μου. Η ποιητική, η διακειμενικότητα, η αγάπη για την ανάγνωση, η γραφή ως καταφύγιο και ως κρυψώνα του προσωπικού, αλλά και ο σχολιασμός της σύγχρονης λογοτεχνικής πραγματικότητας με το πλήθος των εργαστηρίων δημιουργικής γραφής είναι κάποια από τα αναμενόμενα συστατικά ενός μυθιστορήματος όπως Ο φίλος. Εκείνο που δεν αναφέρεται στο οπισθόφυλλο είναι πως ο καλύτερος φίλος και μέντορας της συγγραφέως αυτοκτόνησε, και αυτό ίσως να μην είχε καμιά ιδιαίτερη αξία ως πληροφορία, αν δεν είχα μόλις ολοκληρώσει τη συγκλονιστική ανάγνωση της αυτοχειρίας του Εντουάρ Λεβε (μτφρ. Κατερίνα Χανδρινού, εκδόσεις Κείμενα). Τα αναγνωστικά νήματα, άλλωστε, κατά κανόνα υφαίνονται εν τη απουσία μας.

Γραμμένο εξ ολοκλήρου σε πρώτο πρόσωπο, Ο φίλος είναι ένα χαμηλόφωνο μυθιστόρημα που διαπραγματεύεται κεφαλαιώδη ζητήματα της ζωής όπως η φιλία, ο έρωτας, η δημιουργία, η καθημερινότητα και η απώλεια. Η αυτοκτονία του πρώην καθηγητή της σοκάρει την ανώνυμη αφηγήτρια. Σε εκείνον απευθύνεται το σύνολο της αφήγησης, πότε έμμεσα και πότε άμεσα, με το ευθύ δεύτερο πρόσωπο. Διαβάζει το τελευταίο μέηλ που αντάλλαξαν, που τότε δεν ήξερε, και δεν μπορούσε να ξέρει ή να φανταστεί πως θα ήταν το τελευταίο, του αναφέρει τα λάθη στη νεκρολογία του, του επισημαίνει ποιες από τις ταφικές επιθυμίες του έγιναν αποδεκτές και ποιες καταπατήθηκαν για να εξυπηρετήσουν τις επιθυμίες των ζώντων, επαναλαμβάνει, για να το ακούσει η ίδια, μήπως και το συνειδητοποιήσει, πως πια δεν είναι πουθενά, πως αυτό ήταν, τέλος. Η γυναίκα του θα της ζητήσει να κρατήσει τον Απόλλωνα, τον τεράστιο μολοσσό, εκείνη θα δεχτεί, παρότι ο κανονισμός της πολυκατοικίας που μένει το απαγορεύει ρητά. Γυναίκα και σκύλος θα συνθέσουν ένα ζεύγος θρήνου.

Η σχέση του αυτόχειρα και της αφηγήτριας στηριζόταν στη λογοτεχνία, στην καθημερινότητα και των δύο άλλωστε εκείνη κυριαρχούσε, τα βιβλία που διάβαζαν και εκείνα που θα έγραφαν, οι διαλέξεις που θα έδιναν, η καθημερινότητα των μαθημάτων δημιουργικής γραφής που έδιναν. Στη λογοτεχνία καταφεύγει η αφηγήτρια για να διαχειριστεί τον πόνο και τη θλίψη της, στη φράξια των αυτόχειρων αλλά και στους δασκάλους, εκείνους που οι νέοι, επίδοξοι συγγραφείς, θεωρούν υπερτιμημένους και παρωχημένους, κρίνοντας από τα πόσα βιβλία κατάφεραν να πουλήσουν εν ζωή. Τώρα που εκείνος πέθανε, δεν υπάρχει κάποιος για να μοιραστεί την απογοήτευσή της, τη ματαιότητα που όλο και περισσότερο νιώθει εξασκώντας το επάγγελμα της καθηγήτριας δημιουργικής γραφής, έτσι όπως έρχεται αντιμέτωπη με φιλόδοξους για χρήμα και φήμη μαθητές, που θεωρούν πως δεν υπάρχει κάτι άλλο για να γράψουν πέρα από τον ίδιο τους τον εαυτό. Και όλα αυτά τη στιγμή που οι δικές της προθεσμίες για να παραδώσει το βιβλίο της έχουν από καιρό παρέλθει.

Η Νιούνεζ, που σε πολλά ομοιάζει με την ανώνυμη αφηγήτρια, επενδύει στην αφηγηματική φωνή. Σε μια τέτοια αφήγηση η πειστικότητα της φωνής αποτελεί το πλέον σημαντικό παράγοντα για την επιτυχία ή μη των συγγραφικών προθέσεων. Η Νιούνεζ τα καταφέρνει περίφημα. Η αφηγηματική φωνή αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του μυθιστορήματος. Χαμηλόφωνη, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις αλλά σε καμία περίπτωση ψυχρή και αποστασιοποιημένη από τον συναισθηματικό της κόσμο, η αφήγηση διατηρεί μέχρι τέλους τη φαινομενική απλότητά της, αποτυπώνοντας με τρόπο εξαίσιο το πέρασμα του χρόνου, καθώς η αφηγήτρια διέρχεται όλων των σταδίων του πένθους. Στην αφήγηση αυτή, η συγγραφέας ενσωματώνει αρμονικά τη διακειμενικότητα, που δεν είναι μια αδικαιολόγητη επίδειξη γνώσεων αλλά κατέχει οργανικό ρόλο στην πλοκή και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του τρόπου με τον οποίο η αφηγήτρια ανταπεξέρχεται στις απαιτήσεις της ζωής.

Ο φίλος θα ήταν ένα πολύ συμπαθητικό, γλυκό και καλογραμμένο μυθιστόρημα, και κάτι τέτοιο καθόλου λίγο δεν θα ήταν, αν μια συνειδητή και προμελετημένη επιλογή της Νιούνεζ δεν ερχόταν να το απογειώσει και να το κάνει να ξεχωρίσει ανάμεσα στα υπόλοιπα συμπαθητικά, γλυκά και καλογραμμένα μυθιστορήματα που φτάνουν από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού κυρίως. Αυτή η απόφαση έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας παίζει με την αυτομυθοπλασία ως λογοτεχνικό είδος. «Ώρες γραφείου. Ο φοιτητής αναφέρει ένα συγκεκριμένο γεγονός της ζωής του και λέει: Μα το ξέρετε ήδη αυτό. Όχι, λέω, δεν το ξέρω. Δείχνει ενοχλημένος. Τι εννοείτε; Δεν διαβάσατε το διήγημά μου; Εξηγώ πως ποτέ δεν εκλαμβάνω αυτόματα ένα έργο μυθοπλασίας ως αυτοβιογραφικό. Όταν τον ρωτάω γιατί πιστεύει πως θα έπρεπε να γνωρίζω ότι γράφει για τον εαυτό του, δείχνει μπερδεμένος και λέει: Μα για ποιον άλλον να γράψω;». Το απόσπασμα αυτό είναι χαρακτηριστικό του παιχνιδιού. Ο τρόπος με τον οποίον η Νιούνεζ μέσω της ηρωίδας της μοιάζει να υποσκάπτει το autofiction, που ως είδος ολοένα και επικρατεί, συνεπικουρούμενο από την κυρίαρχη αισθητική των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της αφήγησης μέσω αυτών του εαυτού, ή για την ακρίβεια μιας εκδοχής του εαυτού, ενώ η ίδια η αφηγήτρια το χρησιμοποιεί κατά κόρον, αφού η αφήγησή της διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά της αυτομυθοπλασίας, με χαρακτηριστικότερο όλων την απουσία ονομάτων. Αν διαβάσει κανείς ξανά το απόσπασμα, θα διαπιστώσει πως εντέχνως γίνεται χρήση του επιθέτου αυτοβιογραφικός. Είναι αυτή η λεπτή φλοίδα που διαχωρίζει την αυτομυθοπλασία από την αυτοβιογραφία, που την καθιστά μια κατασκευαστική διεργασία κατά πολύ πιο απαιτητική και σύνθετη. Η Νιούνεζ το πάει ακόμα πιο πέρα καθώς κατά κάποιο τρόπο εγκιβωτίζει την αυτομυθοπλασία σε ένα αμιγώς(;) μυθοπλαστικό πλαίσιο, και αυτό το ‒ας το ονομάσουμε‒ εύρημα ‒αν και ίσως περισσότερο θα ταίριαζε να το πούμε παιχνίδι‒ παρουσιάζει τεράστιο αναγνωστικό, και όχι μόνο, ενδιαφέρον.

Ο φίλος, που τρύπησε το ταβάνι των προσωπικών μου προσδοκιών, είναι από εκείνα τα ελάχιστα βιβλία που μπορούν να ικανοποιήσουν το σύνολο του αναγνωστικού κοινού. Για το βιβλίο αυτό η Νιούνεζ έλαβε το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας ΗΠΑ το 2018, ενώ είναι το πρώτο βιβλίο της συγγραφέως που μεταφράζεται στα ελληνικά.

Μετάφραση Γιώργος Λαμπράκος
Εκδόσεις Gutenberg