Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2021

Η εποχή του χρόνου

Πάντοτε δυσκολεύομαι να ξεκινήσω κείμενα όπως αυτό, κείμενα αποχαιρετισμού, καίτοι προσωρινού, αποδεικνύονται πάντοτε ιδιοτρόπως άβολα, φαντάζουν όμως απαραίτητα, όπως και ο ίδιος ο αποχωρισμός άλλωστε. Είναι η εποχή που η σωτήρια ρουτίνα κινδυνεύει να μετατραπεί σε ασφυκτική συνθήκη. Τα τελευταία μέτρα διανύονται ασθμαίνοντας, οι μέρες στο ημερολόγιο μετρώνται ξανά και ξανά, τα κείμενα υπολογίζονται με μια μικρή όχληση. Όσο και αν αγαπάς αυτό που κάνεις χρειάζεσαι πάντοτε μια παύση, ένα πισωπάτημα απαραίτητο για να καθαρίσει η ματιά· το έμαθα με τα χρόνια αυτό. Ανακεφαλαίωση και ανανέωση, έλλειψη που χαράσσει έναν μονόδρομο επιστροφής. Φέτος, στο πλευρό της ανάγκης για παύση της ρουτίνας, έρχεται να προστεθεί και εκείνη της εξόδου από την ψηφιακή πραγματικότητα, τη στρεβλή αυτή εκδοχή της ζωής, εκεί που η σημαντικότητα παραμορφώνεται. Ο έξω κόσμος, το ανθρώπινο βλέμμα, η εγγύτητα· αυτά είναι τα κυρίως ζητούμενα. Αυτά που μετράνε αληθινά. Το μεταμεσονύχτιο μπαλκόνι και το αστικό τοπίο, επίσης, οι μεγάλοι απέραντοι δρόμοι την ώρα που οι πόλεις ανάβουν τα φώτα. Από λογοτεχνία, μυθιστορήματα. Ξεκίνησα να φτιάχνω μια λίστα. Η συνομιλία σε θερινό σινεμά. Απομεσήμερο στο σέλας και απόβραδο στον κάστορα. Ίσως κάπου να πετύχω τον Παύλο. Κοκτέιλ αγγούρι στο στενό. Το αύριο μιας παραίτησης. Η πιτσιρικαρία. Ο καναπές στην Πάρου. Ιστορίες τηλεφωνικής εξυπηρέτησης ισπανόφωνων. Ψηφιακή διαφήμιση στο μεγάλο νησί. Μπύρες στην υγειά της μπολιανικής αμετροέπειας. Αγάπη παρά το χάσμα των χρόνων στον ίσκιο της μουριάς. Ο λευκός διάδρομος που το πλοίο πίσω του αφήνει. Κάπως έτσι φαντάζομαι τις μέρες που θα 'ρθουν. Χωρίς εκπλήξεις, παρακαλώ.

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2021

Κβάντι - Μίνως Ευσταθιάδης

Με το Κβάντι ο Μίνως Ευσταθιάδης πραγματοποιεί την τρίτη συγγραφική του απόπειρα στα ύδατα της αστυνομικής λογοτεχνίας, διατηρώντας πάντοτε τον ιδιωτικό αστυνομικό Κρις Πάπας στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η σύμβαση αυτή αποτελεί μια συνήθη τακτική στο λογοτεχνικό αυτό είδος, που, παρότι δεν διαταράσσει την αυτονομία του εκάστοτε μυθιστορήματος, προσφέρει ένα σταθερό σημείο αναφοράς και συνοχής μεταξύ αυτών, δημιουργώντας έναν δυναμικό αναγνωστικό δεσμό, καθώς ο αναγνώστης εκτός της κυρίως πλοκής επιθυμεί να ακολουθήσει και τον ίδιο τον πρωταγωνιστή στο ταξίδι του. Δεν είναι όμως μόνο ο κεντρικός ήρωας, και επομένως η γνώριμη αφηγηματική φωνή αλλά και η ιδιότυπη μεθοδολογία του Κρις Πάπας, που συνδέει το Κβάντι με τα προηγούμενα δύο βιβλία του Ευσταθιάδη, αλλά και διάφορα ακόμα στοιχεία, όπως η ιεροτελεστική φύση των εγκλημάτων, η έντονη παρουσία του αστικού ιστού και της νύχτας, καθώς και ο κομβικός ρόλος κάποιου ζώου στην πλοκή.

Μόλις έχει αρχίσει να βρέχει, αλλά ο δρόμος, τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, τα κτίρια, όλα φαίνονται στεγνά. Το νερό χρειάζεται τον χρόνο του. Ένας άντρας προχωράει με γρήγορο βήμα και το κεφάλι του ελαφρά σκυμμένο μπροστά. Όταν η κινούμενη σκιά εμφανίζεται δίπλα του, είναι ήδη αργά. Κάτω από τις μακρινές λάμπες της οδού Μπερτ η λάμα δεν γυαλίζει καθόλου. Το πρώτο χτύπημα τον βρίσκει πάνω αριστερά από το στομάχι. Αμέσως το μαχαίρι ξαναβυθίζεται στο ίδιο σημείο, μα εκείνος δεν προσπαθεί να το αποφύγει ή να παλέψει. Μόνα τα χέρια εκτελούν μια αντανακλαστική κίνηση στον αέρα, τεντώνονται για να πιάσουν κάτι αόρατο, κάτι που δεν θα καταφέρουν να αγγίξουν. Παραπατάει. Η τρίτη μαχαιριά, ίσως λόγω της μετατόπισης του σώματος, τον πετυχαίνει λίγο ψηλότερα. Ακόμη και τότε δεν κάνει καμία φανερή προσπάθεια να αμυνθεί.

Ο Γκούναρ Ρίχτερ, Γερμανός υπήκοος, εξήντα ενός ετών, επιχειρηματίας με τόπο κατοικίας το Περπινιάν της νότιας Γαλλίας, θα δολοφονηθεί στο Παρίσι στις 27 Οκτωβρίου του 2018, δεχόμενος δεκατέσσερις μαχαιριές. Λίγες μέρες αργότερα ο γιος του δολοφονημένου άντρα θα τηλεφωνήσει στον ιδιωτικό ντετέκτιβ Κρις Πάπας στο γραφείο του στο Αίγιο Αχαΐας για να του ζητήσει να αναλάβει τη διαδικασία της μεταφοράς και της ταφής τού νεκρού στο νεκροταφείο της Ζήριας, καθώς αυτό αποτελούσε την τελευταία επιθυμία τού πατέρα του. Συνδετικός κρίκος υπήρξε η πρώην ηλικιωμένη γραμματέας του Κρις Πάπας από την εποχή που διατηρούσε γραφείο στη Γερμανία, πριν η εκεί αστυνομία τού αφαιρέσει την άδεια άσκησης επαγγέλματος και η ζωή τον οδηγήσει πίσω στο Αίγιο, σε εκείνη τη σχεδόν εγκαταλελειμμένη πολυκατοικία, όπου μοιράζεται έναν επαγγελματικό χώρο μαζί με κάποιους σαφώς πιο φιλόδοξους δικηγόρους, τους οποίους λόγω του ιδιαίτερου ωραρίου του σπανίως συναντά. Δεν είναι μόνο η έλλειψη δουλειάς, και άρα και εισοδήματος, που οδηγεί τον Πάπας να δεχτεί την αλλόκοτη αυτή πρόταση, αλλά η έμφυτη τάση του να ακολουθεί το κάλεσμα του παράλογου, ίσως γιατί θεωρεί πως αυτό αποτελεί το βασικό συστατικό της ζωής και της ύπαρξης, μια συνθήκη αναπόφευκτη. Δέχεται, λοιπόν, να αναλάβει την γραφειοκρατική διεκπεραίωση της ταφής και κάπως έτσι μπλέκει σε μία ιστορία δολοφονιών και έργων τέχνης, που διαδραματίζεται ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αφρική, και που την έκβασή της δύσκολα μπορεί να προβλέψει κανείς.

Υπάρχουν αρκετοί -λογοτεχνικοί- ιδιωτικοί ντετέκτιβ που διαθέτουν ένα κοινό χαρακτηριστικό με μια μεγάλη κατηγορία αναγνωστών: διψούν για καλές και μη συμβατικές ιστορίες. Αντίθετα με τους αναγνώστες όμως που παραμένουν ασφαλείς και αμέτοχοι, εκείνοι είναι που ρίχνουν νερό στον μύλο της πλοκής. Αυτό είναι το πρωτεύον πάθος που τους οδηγεί να μπλέκουν εκεί που άλλοι θα απέφευγαν να πατήσουν ή εκεί που θα σταματούσαν με την πρώτη υποψία για το πού πάνε να μπλέξουν με κίνδυνο της ζωής τους. Τέτοιος ντετέκτιβ είναι και ο Κρις Πάπας, ο κάποτε πιο φτηνός ερευνητής της γερμανικής αγοράς, που λατρεύει το Jameson και δυσκολεύεται να κοιμηθεί τα βράδια. Η σκύλα του, η Μπέτι Μπλου, είναι η μόνη του συντροφιά. Δεν υφίσταται καλή αστυνομική λογοτεχνία χωρίς την παρουσία ενός τσαλακωμένου ντετέκτιβ που στο πρόσωπό του να συγκεντρώνονται ένα πλήθος από ετερόκλητα χαρακτηριστικά. Και ο Κρις Πάπας είναι ένας τέτοιος χαρακτήρας. Αποτυχημένος -όχι μόνο επαγγελματικά-, μοναχικός, με ροπή στο αλκοόλ, πεισματάρης, χωρίς ιδιαίτερη αδυναμία στον ίδιο του τον εαυτό, με τάση στον (ψευδο-)φιλοσοφικό στοχασμό, ευκολόπιστος, απαγγέλει ποίηση στη Μπέτι Μπλου, φοβάται πως θα καταλήξει -αν δεν είναι ήδη- μισάνθρωπος, συνηθίζει να κάνει τσουλήθρα τα βράδια στην πλατεία και που πάνω απ' όλα διαθέτει το ένστικτο που τον προειδοποιεί πως πρόκειται να μπλέξει άσχημα και όμως αυτό σε τίποτα δεν τον διασφαλίζει καθώς το παρακούει χωρίς δεύτερη σκέψη.

Ο Ευσταθιάδης εμφανίζεται εδώ πιο ώριμος -σχόλιο στο οποίο ο Πάπας τουλάχιστον θα μειδιούσε- και με μια καλή ιστορία για να αφηγηθεί. Η καλή ιστορία, μιλώντας για αστυνομική λογοτεχνία, συνίσταται ως έναν μόνο βαθμό στην πρωτοτυπία, ενώ οφείλει να περιλαμβάνει, εκτός του τσαλακωμένου ντετέκτιβ, ικανές και πειστικές ανατροπές, λειτουργικά ευρήματα και ατμόσφαιρα. Ο Ευσταθιάδης τα καταφέρνει καλά σε όλα τα παραπάνω διατηρώντας αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον από την αρχή ως το τέλος της ιστορίας του. Όλα αυτά όμως άσχημα γραμμένα δεν θα λειτουργούσαν. Ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται την ιστορία του, με την εναλλαγή ανάμεσα σε πρώτο και τρίτο αφηγηματικό πρόσωπο λειτουργεί ικανοποιητικά ως προς την τοποθέτηση των κομματιών του παζλ, ενώ δεν παρασύρεται από την εξωτικότητα του περιβάλλοντος στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία, είτε αυτό είναι το Παρίσι, είτε η αφρικανική ενδοχώρα. Επίσης, η επιλογή μιας παράλληλης της κεντρικής ιστορίας, η ιστορία της Μπέτι Μπλου εν προκειμένω, λειτουργεί τόσο οργανικά όσο και αυτόνομα. Στο Κβάντι ο Ευσταθιάδης κάνει ένα ευδιάκριτο βήμα μπροστά.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 5 Ιουνίου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2021

Ο φίλος - Sigrid Nunez

«Μετά τον απροσδόκητο θάνατο του καλύτερου φίλου και μέντορά της μια συγγραφέας βρίσκεται να φροντίζει, προς μεγάλη της δυσαρέσκεια, τον αγαπημένο του σκύλο, έναν μολοσσό», έτσι ξεκινάει η περίληψη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, πρόταση που συνοψίζει αρκετά συμπυκνωμένα την υπόθεση και στην οποία κρύβεται ο βασικός λόγος για τον οποίο διάβασα το μυθιστόρημα της Σίγκριντ Νιούνεζ, Ο φίλος. Αν το μυαλό σας πήγε στη ζωοφιλία, πέσατε έξω. Αγαπώ τα ζώα, αλλά η παρουσία τους εντός ενός βιβλίου δεν θα ήταν από μόνη της ικανή συνθήκη. Αντίθετα, η παρουσία μιας συγγραφέως στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ναι, θα ήταν και με το παραπάνω αρκετή για να επισπεύσω την ανάγνωση ενός βιβλίου, όπως δηλαδή και έγινε. Η βιβλιοφιλική λογοτεχνία, όσο αδόκιμος και αν είναι ο όρος, λες και μπορεί να υπάρξει βιβλιοεχθρική λογοτεχνία, είναι ιδιαιτέρως του γούστου μου. Η ποιητική, η διακειμενικότητα, η αγάπη για την ανάγνωση, η γραφή ως καταφύγιο και ως κρυψώνα του προσωπικού, αλλά και ο σχολιασμός της σύγχρονης λογοτεχνικής πραγματικότητας με το πλήθος των εργαστηρίων δημιουργικής γραφής είναι κάποια από τα αναμενόμενα συστατικά ενός μυθιστορήματος όπως Ο φίλος. Εκείνο που δεν αναφέρεται στο οπισθόφυλλο είναι πως ο καλύτερος φίλος και μέντορας της συγγραφέως αυτοκτόνησε, και αυτό ίσως να μην είχε καμιά ιδιαίτερη αξία ως πληροφορία, αν δεν είχα μόλις ολοκληρώσει τη συγκλονιστική ανάγνωση της αυτοχειρίας του Εντουάρ Λεβε (μτφρ. Κατερίνα Χανδρινού, εκδόσεις Κείμενα). Τα αναγνωστικά νήματα, άλλωστε, κατά κανόνα υφαίνονται εν τη απουσία μας.

Γραμμένο εξ ολοκλήρου σε πρώτο πρόσωπο, Ο φίλος είναι ένα χαμηλόφωνο μυθιστόρημα που διαπραγματεύεται κεφαλαιώδη ζητήματα της ζωής όπως η φιλία, ο έρωτας, η δημιουργία, η καθημερινότητα και η απώλεια. Η αυτοκτονία του πρώην καθηγητή της σοκάρει την ανώνυμη αφηγήτρια. Σε εκείνον απευθύνεται το σύνολο της αφήγησης, πότε έμμεσα και πότε άμεσα, με το ευθύ δεύτερο πρόσωπο. Διαβάζει το τελευταίο μέηλ που αντάλλαξαν, που τότε δεν ήξερε, και δεν μπορούσε να ξέρει ή να φανταστεί πως θα ήταν το τελευταίο, του αναφέρει τα λάθη στη νεκρολογία του, του επισημαίνει ποιες από τις ταφικές επιθυμίες του έγιναν αποδεκτές και ποιες καταπατήθηκαν για να εξυπηρετήσουν τις επιθυμίες των ζώντων, επαναλαμβάνει, για να το ακούσει η ίδια, μήπως και το συνειδητοποιήσει, πως πια δεν είναι πουθενά, πως αυτό ήταν, τέλος. Η γυναίκα του θα της ζητήσει να κρατήσει τον Απόλλωνα, τον τεράστιο μολοσσό, εκείνη θα δεχτεί, παρότι ο κανονισμός της πολυκατοικίας που μένει το απαγορεύει ρητά. Γυναίκα και σκύλος θα συνθέσουν ένα ζεύγος θρήνου.

Η σχέση του αυτόχειρα και της αφηγήτριας στηριζόταν στη λογοτεχνία, στην καθημερινότητα και των δύο άλλωστε εκείνη κυριαρχούσε, τα βιβλία που διάβαζαν και εκείνα που θα έγραφαν, οι διαλέξεις που θα έδιναν, η καθημερινότητα των μαθημάτων δημιουργικής γραφής που έδιναν. Στη λογοτεχνία καταφεύγει η αφηγήτρια για να διαχειριστεί τον πόνο και τη θλίψη της, στη φράξια των αυτόχειρων αλλά και στους δασκάλους, εκείνους που οι νέοι, επίδοξοι συγγραφείς, θεωρούν υπερτιμημένους και παρωχημένους, κρίνοντας από τα πόσα βιβλία κατάφεραν να πουλήσουν εν ζωή. Τώρα που εκείνος πέθανε, δεν υπάρχει κάποιος για να μοιραστεί την απογοήτευσή της, τη ματαιότητα που όλο και περισσότερο νιώθει εξασκώντας το επάγγελμα της καθηγήτριας δημιουργικής γραφής, έτσι όπως έρχεται αντιμέτωπη με φιλόδοξους για χρήμα και φήμη μαθητές, που θεωρούν πως δεν υπάρχει κάτι άλλο για να γράψουν πέρα από τον ίδιο τους τον εαυτό. Και όλα αυτά τη στιγμή που οι δικές της προθεσμίες για να παραδώσει το βιβλίο της έχουν από καιρό παρέλθει.

Η Νιούνεζ, που σε πολλά ομοιάζει με την ανώνυμη αφηγήτρια, επενδύει στην αφηγηματική φωνή. Σε μια τέτοια αφήγηση η πειστικότητα της φωνής αποτελεί το πλέον σημαντικό παράγοντα για την επιτυχία ή μη των συγγραφικών προθέσεων. Η Νιούνεζ τα καταφέρνει περίφημα. Η αφηγηματική φωνή αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του μυθιστορήματος. Χαμηλόφωνη, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις αλλά σε καμία περίπτωση ψυχρή και αποστασιοποιημένη από τον συναισθηματικό της κόσμο, η αφήγηση διατηρεί μέχρι τέλους τη φαινομενική απλότητά της, αποτυπώνοντας με τρόπο εξαίσιο το πέρασμα του χρόνου, καθώς η αφηγήτρια διέρχεται όλων των σταδίων του πένθους. Στην αφήγηση αυτή, η συγγραφέας ενσωματώνει αρμονικά τη διακειμενικότητα, που δεν είναι μια αδικαιολόγητη επίδειξη γνώσεων αλλά κατέχει οργανικό ρόλο στην πλοκή και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του τρόπου με τον οποίο η αφηγήτρια ανταπεξέρχεται στις απαιτήσεις της ζωής.

Ο φίλος θα ήταν ένα πολύ συμπαθητικό, γλυκό και καλογραμμένο μυθιστόρημα, και κάτι τέτοιο καθόλου λίγο δεν θα ήταν, αν μια συνειδητή και προμελετημένη επιλογή της Νιούνεζ δεν ερχόταν να το απογειώσει και να το κάνει να ξεχωρίσει ανάμεσα στα υπόλοιπα συμπαθητικά, γλυκά και καλογραμμένα μυθιστορήματα που φτάνουν από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού κυρίως. Αυτή η απόφαση έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας παίζει με την αυτομυθοπλασία ως λογοτεχνικό είδος. «Ώρες γραφείου. Ο φοιτητής αναφέρει ένα συγκεκριμένο γεγονός της ζωής του και λέει: Μα το ξέρετε ήδη αυτό. Όχι, λέω, δεν το ξέρω. Δείχνει ενοχλημένος. Τι εννοείτε; Δεν διαβάσατε το διήγημά μου; Εξηγώ πως ποτέ δεν εκλαμβάνω αυτόματα ένα έργο μυθοπλασίας ως αυτοβιογραφικό. Όταν τον ρωτάω γιατί πιστεύει πως θα έπρεπε να γνωρίζω ότι γράφει για τον εαυτό του, δείχνει μπερδεμένος και λέει: Μα για ποιον άλλον να γράψω;». Το απόσπασμα αυτό είναι χαρακτηριστικό του παιχνιδιού. Ο τρόπος με τον οποίον η Νιούνεζ μέσω της ηρωίδας της μοιάζει να υποσκάπτει το autofiction, που ως είδος ολοένα και επικρατεί, συνεπικουρούμενο από την κυρίαρχη αισθητική των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της αφήγησης μέσω αυτών του εαυτού, ή για την ακρίβεια μιας εκδοχής του εαυτού, ενώ η ίδια η αφηγήτρια το χρησιμοποιεί κατά κόρον, αφού η αφήγησή της διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά της αυτομυθοπλασίας, με χαρακτηριστικότερο όλων την απουσία ονομάτων. Αν διαβάσει κανείς ξανά το απόσπασμα, θα διαπιστώσει πως εντέχνως γίνεται χρήση του επιθέτου αυτοβιογραφικός. Είναι αυτή η λεπτή φλοίδα που διαχωρίζει την αυτομυθοπλασία από την αυτοβιογραφία, που την καθιστά μια κατασκευαστική διεργασία κατά πολύ πιο απαιτητική και σύνθετη. Η Νιούνεζ το πάει ακόμα πιο πέρα καθώς κατά κάποιο τρόπο εγκιβωτίζει την αυτομυθοπλασία σε ένα αμιγώς(;) μυθοπλαστικό πλαίσιο, και αυτό το ‒ας το ονομάσουμε‒ εύρημα ‒αν και ίσως περισσότερο θα ταίριαζε να το πούμε παιχνίδι‒ παρουσιάζει τεράστιο αναγνωστικό, και όχι μόνο, ενδιαφέρον.

Ο φίλος, που τρύπησε το ταβάνι των προσωπικών μου προσδοκιών, είναι από εκείνα τα ελάχιστα βιβλία που μπορούν να ικανοποιήσουν το σύνολο του αναγνωστικού κοινού. Για το βιβλίο αυτό η Νιούνεζ έλαβε το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας ΗΠΑ το 2018, ενώ είναι το πρώτο βιβλίο της συγγραφέως που μεταφράζεται στα ελληνικά.

Μετάφραση Γιώργος Λαμπράκος
Εκδόσεις Gutenberg   

Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2021

Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης - Franz Kafka

Έχουμε ταχθεί υπέρ των Μαξ Μπροντ αυτού του κόσμου, τελεσίδικα, και, όσα και αν ισχυριστούμε, με τίποτα δεν μπορούμε να φανταστούμε τον κόσμο αυτόν χωρίς τα έργα που ο Κάφκα ζήτησε από τον φίλο του να καταστρέψει· ανακουφιζόμαστε, μάλιστα, ηθικά και συναισθηματικά, στην απλή σκέψη πως θα τα είχε καταστρέψει με τα ίδια του τα χέρια, όπως άλλωστε έκανε νωρίτερα με κάποια άλλα. Ανάμεσα σε εκείνα που η προδοσία του Μπροντ διέσωσε ήταν και Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης, μια ανολοκλήρωτη νουβέλα (γι' αυτό και σπάραγμα), την οποία ο Κάφκα ξεκίνησε να γράφει τον Φεβρουάριο του 1915, μια ιστορία μ' έναν σκύλο, όπως σημείωσε στην καταχώρηση της 9ης Φεβρουαρίου, για την οποία δήλωνε δυσαρεστημένος και ανικανοποίητος, χαρακτηρίζοντας την αρχή άσχημη και μηχανική, ικανή να προκαλέσει πονοκέφαλο. Όμως, όπως εύστοχα σημειώνει ο Αλέξανδρος Κυπριώτης, ο άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από αυτή την υπέροχη έκδοση, «είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να δει κανείς τι είχε στις αποσκευές του μέχρι τότε ο 32άχρονος συγγραφέας της», σε επίπεδο επαγγελματικό, συναισθηματικό και δημιουργικό.

Τον Φεβρουάριο του 1915, λοιπόν, ο Κάφκα εργάζεται ήδη εξίμισι  χρόνια στο Ίδρυμα Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων, τον Γενάρη έχει προηγηθεί μια αποτυχημένη απόπειρα επανασύνδεσης με τη Φελίτσε Μπάουερ, μετά τη διάλυση του σύντομου αρραβώνα τους την προηγούμενη χρονιά, όταν και ξεκίνησε να γράφει τη Δίκη, τη συγγραφή της οποίας σταμάτησε κάποια στιγμή τον Γενάρη του 1915, αφήνοντας  ανολοκλήρωτα κάποια μέρη, έχοντας γράψει όμως την οριστική κατακλείδα, με τον Γιόζεφ Κ. να λέει «Σαν σκυλί!». Στα παραπάνω αξίζει να προσθέσει κανείς πως στις 10 Φεβρουαρίου ο Κάφκα μετακομίζει για πρώτη φορά μακριά από την οικογενειακή εστία, ώστε να μπορεί με ηρεμία να γράφει. Ωστόσο, λίγο παραπάνω από ένα μήνα μετά, σε μια ημερολογιακή καταγραφή που ξεκινά με τη φράση «Από τον θόρυβο κυνηγημένος», ο Κάφκα καταγράφει τους ανυπόφορους, σαν κύλισμα μπάλας του μπόουλινγκ, θορύβους που φτάνουν από το κενό διαμέρισμα του πάνω ορόφου. 

Από τον παράξενο αυτό θόρυβο θα γεννηθεί το παράδοξο με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης, γυρίζοντας στο πάντα τακτοποιημένο διαμέρισμά του, αργά το απόγευμα, μετά από μια άκρως κοπιαστική μέρα στο εργοστάσιο λευκών ειδών όπου εργάζεται, παράδοξο ικανό να κλονίσει το στέρεο και υπό πλήρη έλεγχο οικοδόμημα. Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης αποτελείται από δύο σεκάνς, στις οποίες και αποτυπώνονται τα δύο κολαστήρια του Κάφκα, η προσωπική και η επαγγελματική ζωή του ανθρώπου, οι δύο κύριοι άξονες περιστροφής του δυτικού κόσμου. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τους λόγους που οδήγησαν τον Κάφκα να εγκαταλείψει ανολοκλήρωτη τη νουβέλα αυτή, και να μην επιστρέψει σ' αυτήν ξανά, τουλάχιστον απ' όσα γνωρίζουμε από τα ημερολόγιά του, αφού η τελευταία καταγραφή στην οποία γίνεται αναφορά στον «Εργένη», όπως πια την αποκαλεί, είναι τον Ιούλιο του 1916, όταν και βρίσκονται με τη Φελίτσε διακοπές στο Μαρίενμπαντ και ο Κάφκα της διαβάζει την ιστορία του Μπλούμφελντ, για να γράψει λίγο αργότερα στο ημερολόγιό του: «Δυστυχισμένη νύχτα. Αδύνατον να ζήσω με την Φ. Ανυπόφορη η συμβίωση με οποιονδήποτε. Δεν λυπάμαι γι' αυτό, λυπάμαι για το ότι είναι αδύνατον να μην είμαι μόνος».

Δεν είναι η πρώτη φορά που Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης μεταφράζεται και κυκλοφορεί στα ελληνικά, καθώς υπάρχει σε τουλάχιστον μία συλλογή με έργα του Κάφκα. Και όμως αυτή η καλαίσθητη έκδοση, από τις πρωτοεμφανιζόμενες εκδόσεις η βαλίτσα, είναι σημαντική για μια σειρά από λόγους. Αρχικά, είναι, απ' όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, η πρώτη δίγλωσση έκδοση κάποιου έργου του Κάφκα, η αξία σ' αυτή την επιλογή δεν εξαντλείται μόνο στη δυνατότητα αντιπαράθεσης του μεταφρασμένου με το πρωτότυπο κείμενο. Τα γραπτά του Κάφκα, όσα δεν εκδόθηκαν όσο εκείνος ήταν εν ζωή, έχουν την ιδιαιτερότητα της επιμέλειας στην οποία τα υπέβαλε ο Μπροντ πριν εκδοθούν για πρώτη φορά, διαδικασία η οποία περιελάμβανε κάποιες περαιτέρω προδοσίες. Στο δελτίο τύπου ο μεταφραστής Αλέξανδρος Κυπριώτης σημειώνει πως το γερμανικό κείμενο είναι το επιμελημένο κείμενο της έκδοσης του χειρογράφου του Μπλούμφελντ. Επιπλέον, η εισαγωγή, ιδιαίτερα εμπνευσμένη και κατατοπιστική, εντάσσει το συγκεκριμένο έργο στο γενικότερο πλαίσιο της ζωής του Κάφκα κατά την περίοδο εκείνη και αποτελεί έναν πρότυπο οδηγό πλοήγησης στο καφκικό corpus, εκεί όπου η λογοτεχνία αποτελεί μια κρυψώνα του προσωπικού, συχνά στα βάθη της συνείδησης, καθώς τα ημερολόγια, οι επιστολές και τα βιογραφικά στοιχεία της ζωής του Κάφκα έρχονται να συνεισφέρουν στην πρόσληψη και κατανόηση του συχνά ερμητικού έργου του. Στην κατεύθυνση αυτή κινείται και το επίμετρο με τη μορφή χρονολογίου, στο οποίο ο Κυπριώτης επιχειρεί να δώσει μια συμπυκνωμένα χαρακτηριστική εικόνα του Κάφκα και της εποχής του.

Η παρούσα έκδοση διαθέτει μια λεπτομέρεια, που διόλου λεπτομέρεια δεν είναι. Παρότι η ανάγνωση θεωρείται εμπειρία οπτική, στο βιβλίο περιλαμβάνονται QR κώδικες που οδηγούν στην ακουστική εκδοχή της έκδοσης. Γιατί η πρόσβαση είναι δικαίωμα όλων και συχνά εμείς οι τυχεροί το ξεχνάμε ή, ακόμα χειρότερα, το θεωρούμε ήσσονος σημασίας λεπτομέρεια.

Ο Μπλούμφελντ, ο γηραιός εργένης, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τη βαλίτσα σε μετάφραση, εισαγωγή και επίμετρο Αλέξανδρου Κυπριώτη, με το τόσο ταιριαστό με το περιεχόμενο σκίτσο της Μελίνας Γαληνού στο εξώφυλλο, είναι μια πλήρης απ' όλες τις απόψεις έκδοση ενός σπαράγματος που ο ήρωάς του, ο γηραιός εργένης Μπλούμφελντ, έχει μια σημαντική διαφορά από τους προηγούμενους απ' αυτόν ήρωες του Κάφκα, τόσο από τον Γκέοργκ Μπέντεμαν της Κρίσης και τον Γκρέγκορ Ζάμζα της Μεταμόρφωσης όσο και από τον Γιόζεφ Κ. της Δίκης, γεγονός που καθιστά το έργο αυτό περαιτέρω σημαντικό στην εργογραφία του Τσεχοεβραίου συγγραφέα.

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις η βαλίτσα

Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2021

Να μάθω να μιλώ με τα φυτά - Marta Orriols

Ο Μάουρο κι εγώ υπήρξαμε ζευγάρι για πολλά χρόνια· ύστερα, μόνο για κάποιες ώρες, πάψαμε να είμαστε. Πριν από μερικούς μήνες πέθανε ξαφνικά, δίχως προειδοποίηση. Τον παρέσυρε ένα αυτοκίνητο, και μαζί με αυτόν παρέσυρε ένα σωρό άλλα πράγματα.

Η Πάουλα, μια νεογνολόγος σαράντα δύο ετών, θα δει τη ζωή της, από τη μια στιγμή στην άλλη, να ανατρέπεται. Ένα μεσημέρι, τρώγοντας σε κάποιο εστιατόριο, ο από χρόνια σύντροφός της, Μάουρο, της ανακοινώνει πως θέλει να χωρίσουν. Πριν εκείνη προλάβει  να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς σημαίνει αυτό, το ποδήλατο του Μάουρο θα παρασυρθεί από ένα αμάξι. Λίγες ώρες αργότερα θα ξεψυχήσει στο νοσοκομείο. Ο θάνατός του θα αποκαλύψει την παράλληλη ερωτική ιστορία που ο Μάουρο διατηρούσε με μια κατά πολύ νεότερη γυναίκα. Η Πάουλα διαβάζει ξανά και ξανά τα μηνύματα λαγνείας και υποσχέσεων που αντάλλασσαν οι δύο εραστές. Όλοι την αντιμετωπίζουν ως χήρα, εκείνη ξέρει πως τη στιγμή του ατυχήματος οι δυο τους δεν ήταν πια ζευγάρι. Φίλοι και συνάδελφοι προσπαθούν να της σταθούν και να την παρηγορήσουν. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι απλό. Η διαχείριση της απώλειας είναι μια εντελώς προσωπική υπόθεση. Η οριστικότητα του θανάτου του Μάουρο την παραλύει. Οι απαντήσεις που χρειάζεται δεν υπάρχουν. Αναζητεί ενόχους ανάμεσα στους κοινούς τους φίλους, αναρωτιέται ποιοι γνώριζαν και της απέκρυπταν την αλήθεια. Συνεχίζει να δουλεύει αρνούμενη να πάρει άδεια. Γυρεύει την εξάντληση στη σωματική άσκηση, εξάντληση που μάταια ελπίζει πως θα της προσφέρει το καταφύγιο του ύπνου.

Η Καταλανή Μάρτα Οριόλς στήνει εξ αρχής τη συνθήκη εντός της οποίας πρόκειται να εξελιχθεί η πλοκή της ιστορίας της. Επιλέγει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση για να δώσει την απαραίτητη δυναμική και να αποτυπώσει την άκρως υποκειμενική εμπειρία που η ηρωίδα της βιώνει, αυτό τον διπλό θάνατο, πρώτα της σχέσης και ύστερα του Μάουρο. Ο πόνος πηγαίνει χέρι χέρι με την άγνοια για την κρυφή ζωή του αγαπημένου της καθώς γυρεύει απαντήσεις σε διάφορα ερωτήματα· πόσο καιρό ήταν μαζί; πόσο σοβαρή ήταν η σχέση αυτή; τι τον οδήγησε στην αγκαλιά εκείνης της γυναίκας; τι λάθη έκανε η ίδια; πώς θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί τα πράγματα αν είχαν αποκτήσει ένα παιδί ή αν το αυτοκίνητο δεν είχε παρασύρει το ποδήλατό του; Η διαχείριση του πένθους και η αναζήτηση απαντήσεων συνθέτουν το ένα σκέλος της επόμενης μέρας για την Πάουλα, το άλλο είναι ακριβώς αυτό: η επόμενη μέρα. Η καθημερινότητα που συνεχίζεται, η δουλειά στην κλινική, τα διαδικαστικά σχετικά με το σπίτι, η σχέση με τον πατέρα της, το συναισθηματικό και σωματικό κενό που νιώθει. Στα σαράντα δύο της χρόνια, η Πάουλα δεν είναι ούτε μικρή ούτε μεγάλη, βαδίζει σε ένα ηλικιακό μεταίχμιο κατά το οποίο η διάρρηξη της ρουτίνας και των βεβαιοτήτων είναι αρκούντως σοκαριστική, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αντικατασταθεί στο προσωπικό λεξιλόγιο το συνεχίζω από το αρχίζω. Γύρω της, οι περισσότεροι έχουν οικογένεια και παιδιά, ασχολούνται με ζητήματα πρακτικά της καθημερινότητας. Η Πάουλα μοιάζει με εξωγήινο. 

Σε μια πλοκή όπως αυτή, το όριο ανάμεσα στην καλή και την κακή λογοτεχνία είναι επίφοβο, το φάντασμα της σαπουνόπερας πλανάται σε χαμηλό ύψος. Η Οριόλς πετυχαίνει να γράψει ένα καλό γυναικείο μυθιστόρημα, διαπραγματευόμενη, παρά την κάπως πρωτότυπη συνθήκη, ζητήματα γνώριμα και πολλάκις ειπωμένα. Η αυθεντικότητα στη φωνή της Πάουλα αποτελεί το σπουδαιότερο πλεονέκτημα του βιβλίου. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τη συνθήκη, τα συστατικά που αποτελούν την καθημερινότητά της, τα αδιέξοδα στα οποία προσκρούει και οι αποφάσεις, εν θερμώ και παρορμητικά, που παίρνει συνθέτουν ένα αληθινό πρόσωπο και συμβάλλουν στη δημιουργία του απαραίτητου για την ιστορία ρεαλισμού. Δεν είναι απλώς και μόνο ένα θύμα, μια καημένη που της συνέβη κάτι φοβερά στενάχωρο και σκληρό. Η Οριόλς αποφεύγει τις συναισθηματικές, κυρίως, υπερβολές και επικεντρώνεται στη σκιαγράφηση του παγώματος που η κάθε απώλεια προκαλεί. Τα σκοτεινά σημεία σχετικά με τον Μάουρο, αλλά και την παράλληλη σχέση του, που αναπόφευκτα υπάρχουν και για τα οποία οι απαντήσεις είναι κυρίως υποθετικές λειτουργούν περίφημα. Η εγγύτητα ενός ζευγαριού, εγγύτητα στην οποία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό κάθε σχέση, εδώ καταρρέει, ο Μάουρο, ο νεκρός πια Μάουρο που ήθελε να χωρίσουν, μετατρέπεται για την Πάουλα σ' έναν εν πολλοίς άγνωστο, γεγονός που, αναμενόμενα, της προκαλεί ένα γενικότερο υπαρξιακό ταρακούνημα, στο οποίο και στηρίζεται το μυθιστόρημα.

Το εύρημα του επαγγέλματος της Πάουλα είναι χρηστικό και λειτουργεί αβίαστα και συμπληρωματικά ως προς την ιστορία. Η καθημερινή μάχη ενάντια στον θάνατο, η εξοικείωση με την απώλεια που ποτέ δεν κατακτάται, η ψευδαίσθηση του ελέγχου στην έκβαση της μάχης αυτής. Η Οριόλς, με υλικά σχετικά απλά, πετυχαίνει να συνθέσει ένα σφιχτό μυθιστόρημα, βαθιά ανθρώπινο και αρκούντως σύγχρονο, καταφέρνει να υπερκεράσει τα στενά όρια μιας προσωπικής ιστορίας, καθιστώντας το Να μάθω να μιλώ με τα φυτά ένα ωραίο, αν και συναισθηματικά δύσκολο, μυθιστόρημα, από το οποίο απουσιάζει ο συναισθηματικός εκβιασμός. Πίσω και πέρα από κάθε τι άλλο, κρύβεται το εξής ερώτημα: αν ήταν στο χέρι της, η Πάουλα θα ήθελε να ξέρει την αλήθεια; Ερώτημα το οποίο αναπόφευκτα φέρνει στο μυαλό του αναγνώστη τον Χαβιέρ Μαρίας, καθώς το σύνολο σχεδόν του έργου του διαπραγματεύεται ακριβώς αυτό. «Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα [...]», έτσι ξεκινά η Καρδιά τόσο άσπρη. Το Να μάθω να μιλώ με τα φυτά συγγενεύει με το Θα περάσει και αυτό της Μιλένα Μπουσκέτς (περισσότερα εδώ).

Ο τίτλος και το εξώφυλλο μου τράβηξαν αρχικά το ενδιαφέρον για το βιβλίο αυτό, η χώρα προέλευσης το ενέτεινε, καθοριστικό όμως για να διαβάσω τελικά το Να μάθω να μιλώ με τα φυτά στάθηκε το όνομα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στη μετάφραση.

Μετάφραση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2021

Άρμαντ Β. - Dag Solstad

Ο Σούλστα, γνώριμος ήδη στο ελληνικό κοινό από το εξαιρετικό Αιδημοσύνη και αξιοπρέπεια, ορίζει την ποιητική και την παιγνιώδη διάθεση του νέου εγχειρήματός του, ως προς τη μορφή και το περιεχόμενό του, στην υποσημείωση μιας υποσημείωσης: «Το μυθιστόρημα αυτό, που είναι το σύνολο των υποσημειώσεων του αρχικού μυθιστορήματος, το οποίο αρχικό είναι αόρατο επειδή ο συγγραφέας αρνήθηκε να ασχοληθεί μαζί του και να το κάνει δικό του, έχει θέμα τον Άρμαντ Β., κι αυτό είναι αδιαμφισβήτητο». Το «αδιαμφισβήτητο» λειτουργεί εξόχως αντιστικτικά ως απόλυτη βεβαιότητα σ' ένα πλαίσιο εξαρχής αιρετικό και πειραματικό, που όμως σε καμία περίπτωση, και εδώ έγκειται η συγγραφική ευφυΐα, δεν αιωρείται ασαφές και εκτός ελέγχου. Κάθε αφηγηματικό εύρημα οφείλει αρχικά να δικαιολογεί την επιλογή του και ακολούθως τη χρησιμότητά του. Στην περίπτωσή μας, ο αφηγητής‒συγγραφέας γράφει ένα μυθιστόρημα υπό τη μορφή υποσημειώσεων ενός μυθιστορήματος που αρνήθηκε να γράψει ξέροντας πως δεν θα μπορούσε να τα καταφέρει, όχι τουλάχιστον σύμφωνα με τις δικές του, αυστηρές προδιαγραφές, μη μπορώντας όμως ταυτόχρονα να απεγκλωβιστεί ούτε από την ιστορία του Άρμαντ, ούτε και από τις σκέψεις γύρω από το μέλλον του ίδιου ως συγγραφέα. 

Το αφηγηματικό εύρημα επιτρέπει στο μυθιστόρημα να λειτουργήσει σε δύο επίπεδα. Από τη μία πρόκειται για την ιστορία του Άρμαντ, που στα νιάτα του υπήρξε ιδεολογικά στρατευμένος, ένας «άνθρωπος με χαλαρή εθνική συνείδηση» που βρέθηκε να υπηρετεί στο διπλωματικό σώμα, πετυχαίνοντας μια γρήγορη ανέλιξη. Ως διπλωμάτης έζησε για χρόνια μακριά από τη Νορβηγία, εκμεταλλευόμενος ωστόσο στο έπακρο τα προνόμια της θέσης του. Βαδίζοντας προς το τέλος της καριέρας του, μέσω της οποίας εν πολλοίς αυτοπροσδιορίζεται, έρχεται αντιμέτωπος με διάφορα επεισόδια του παρελθόντος, σχέσεις και αποφάσεις. Ο Άρμαντ που ‒θεωρούσε πως‒ ήταν και ο Άρμαντ που τώρα ‒θεωρεί πως‒ είναι. Αυτές οι «κρίσιμες στιγμές» είναι γνώριμες στο έργο του Σούλστα. Βρίσκουν τους ήρωές του συνήθως ενώ περπατούν, τη στιγμή που ετοιμάζονται να διασχίσουν μια διασταύρωση (για να θυμηθούμε τον καθηγητή Ελίας Ρούκλα ακινητοποιημένο σε μια κυκλική διάβαση στο Αιδημοσύνη και αξιοπρέπεια) ή περνούν έξω από ένα μπαρ, σύνηθες σημείο συνάντησης των φοιτητικών τους χρόνων. Στο λογοτεχνικό σύμπαν του Σούλστα η υπαρξιακή αγωνία των ηρώων του συνδιαλέγεται με την εξέλιξη της νορβηγικής κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας. Η ατομική πορεία, γεμάτη από διαψεύσεις και υποχωρήσεις, λειτουργεί ως αντανάκλαση αλλά και ως επεξήγηση της αντίστοιχης συλλογικής, δίνοντας την απάντηση στο ερώτημα: πώς φτάσαμε εδώ· αναδεικνύοντας την εν γένει ανθρώπινη δυσκολία αναγνώρισης του ειδώλου στον καθρέφτη.

Όμως, ταυτόχρονα, το Άρμαντ Β. είναι και η ιστορία ενός συγγραφέα που ξέρει πια πως δεν μπορεί να γράψει ένα μυθιστόρημα όπως θα το ήθελε. Όπως εύστοχα επισημαίνει στην εμπνευσμένη εισαγωγή της έκδοσης ο Δημήτρης Καρακίτσος, ο αφηγητής‒συγγραφέας, alter ego του Σούλστα, μπροστά στην αδυναμία αυτή δεν βλέπει ένα γκρεμό αλλά ένα νέο δρόμο, τη δυνατότητα να γράψει με έναν άλλο τρόπο. Οι υποσημειώσεις του άγραφου μυθιστορήματος συνθέτουν ένα μυθιστόρημα που διαθέτει την απαραίτητη συνοχή χωρίς να θυσιάζεται ο αποσπασματικός χαρακτήρας της πρώτης ύλης. Μια ιδιότυπη συνομιλία του συγγραφέα με το υπερκείμενο αόρατο μυθιστόρημα, όπου, παράλληλα με την ιστορία του Άρμαντ, θα αποτυπωθεί μέρος της ποιητικής αλλά και των σκέψεων του Σούλστα σχετικά με τη συγγραφή. Ο συγγραφέας δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να κοιτάξει στο εργαστήρι του· το σκαρίφημα ενός μυθιστορήματος, τον τρόπο με τον οποίο γνωρίζει καλύτερα τους ήρωές του, τα απαραίτητα εκείνα κομμάτια που, αν και δεν θα συμπεριληφθούν, πρέπει να γραφούν, τα διαρκή ερωτήματα που το μυθιστόρημα θέτει, με τρομακτικότερο όλων εκείνο του οριστικού τέλους.

Ο συγγραφέας πειραματίζεται πάνω σε κλασικές φόρμες, χωρίς να χάνει στιγμή τον έλεγχο του αφηγηματικού ευρήματος, πάνω στο οποίο οικοδομείται το Άρμαντ Β.. Όμως, υποσημειώσεις χωρίς μυθιστόρημα δεν νοούνται. Αυτό είναι το βασικό εμπόδιο που ο Σούλστα καταφέρνει να υπερκεράσει, καθώς πετυχαίνει να καταστήσει ορατό στα μάτια του αναγνώστη το μυθιστόρημα αυτό μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια, το μυθιστόρημα που με τόση επιμονή ο αφηγητής‒συγγραφέας διατυμπανίζει πως αδυνατεί να γράψει. Αυτό του επιτρέπει να μην εναντιωθεί στη φύση και τη λειτουργία των υποσημειώσεων, υπονομεύοντας, θαρρείς, το ίδιο του το εύρημα, καθώς οι υποσημειώσεις αποτελούν οργανικό μέρος του μυθιστορήματος με θέμα τον Άρμαντ Β., καίτοι αόρατου.

Ο Σούλστα εντυπωσιάζει τον αναγνώστη, χωρίς αυτό να αποτελεί αυτοσκοπό του, καθώς το Άρμαντ Β. είναι πολλά παραπάνω από ένα φανταχτερό και μεταμοντέρνο παιχνίδι μυθοπλασίας. Ο πειραματισμός του έχει στέρεες λογοτεχνικές βάσεις, ενώ επεκτείνεται και στη φιλοσοφική προσέγγιση του σύγχρονου κόσμου, που διακρίνεται για την ταχύτητα και την αποσπασματικότητά του, αναζητώντας τα όρια και τις δυνατότητες της λογοτεχνίας εντός του.

υγ. Για το αιδημοσύνη και αξιοπρέπεια και ‒κυρίως‒ για τον Γιόχαν Κορνέλιουσεν, έναν από τους πλέον σπουδαίους β' ανδρικούς ρόλους, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

υγ2 Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 22 Μαΐου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ

Μετάφραση Σωτήρης Σουλιώτης
Εκδόσεις Ποταμός

Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2021

Ανησυχία - Linn Ullmann

Η ειλικρίνεια οφείλει να προηγηθεί από οτιδήποτε άλλο σ' αυτό το κείμενο· στη θέα της Ανησυχίας, ο ορίζοντας προσδοκιών χαράχτηκε μεμιάς: ένα ‒ακόμα‒ ντοκουμέντο για τον σπουδαίο σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτο. Επιπρόσθετο ενδιαφέρον σ' αυτό κόμιζε η υπογραφή της κόρης του, η αναπόφευκτα προσωπική ματιά του παιδιού που βιογραφεί τον πατέρα του και δη τον διάσημο πατέρα του, αλλά και η αναζήτηση απάντησης στο γιατί η Λιν Ούλμαν, στην προκειμένη περίπτωση, αποφάσισε να γράψει το βιβλίο αυτό. Ένα ενδεχόμενο κοίταγμα από την κλειδαρότρυπα έριχνε βαριά τη σκιά του, την ίδια στιγμή που το αποθεωτικό σχόλιο της συγγραφέως Ράσελ Κασκ έμοιαζε να κλείνει το μάτι πως ίσως η Ανησυχία δεν ήταν ‒μόνο‒ αυτό που νόμιζα. Και δεν ήταν!

Η Λιν Ούλμαν, κόρη της Λιβ Ούλμαν και του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, γεννήθηκε στο Όσλο το 1966. Η γέννηση της Λιν συνέπεσε με το χτίσιμο του σπιτιού στο Χάμαρς του σουηδικού νησιού Φάρο. Ο Μπέργκμαν πρωτοεπισκέφθηκε τη βραχώδη αυτή ακτή το 1965, για τα γυρίσματα του Persona στην οποία πρωταγωνιστούσε η Λιβ Ούλμαν. Εκείνος ήταν τότε σαράντα επτά χρόνων, εκείνη είκοσι επτά. Οι δυο τους δεν παντρεύτηκαν ποτέ, χώρισαν το 1969 όταν η Ούλμαν έφυγε μαζί με τη μικρή Λιν από το σπίτι στο Χάμαρς. Ο Μπέργκμαν θα περνούσε εφεξής εκεί τα καλοκαίρια του, μακριά από τη Στοκχόλμη, πριν αποσυρθεί μόνιμα τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Η Λιν επισκεπτόταν τον πατέρα της στις καλοκαιρινές διακοπές, τον υπόλοιπο χρόνο τον περνούσε με τη μητέρα της. Το 2005 γεννήθηκε η ιδέα για ένα βιβλίο για το πώς είναι να γερνάς. Πατέρας και κόρη μιλούσαν συχνά σχετικά με το βιβλίο αυτό επί δύο χρόνια. Εκείνη αγόρασε ένα μαγνητόφωνο τελευταίας τεχνολογίας για να καταγράψει τις συζητήσεις τους. Σχεδίαζαν, πρότειναν. Έψαχναν τον κατάλληλο τίτλο. Ο θάνατός του άφησε το σχέδιο λειψό, ήδη από την άνοιξη του 2007 ο Μπέργκμαν υπέφερε από αλλεπάλληλα μικρά εγκεφαλικά, η πραγματικότητα συχνά δεν ξεχώριζε πια από το όνειρο, ενώ όσο και αν έψαχνε συνήθως δεν έβρισκε την κατάλληλη λέξη. Το πένθος της απώλειας και οι απαιτήσεις της ζωής των ζωντανών άφησαν τις κασέτες αυτές στην άκρη. Όταν η Λιν Ούλμαν έπιασε να τις απομαγνητοφωνεί είχε την ηλικία του πατέρα της όταν γεννήθηκε εκείνη.

«Για να γράψεις για αληθινούς ανθρώπους ‒γονείς, παιδιά, εραστές, φίλους, εχθρούς, αδέλφια, θείους ή έναν τυχαίο περαστικό‒ είναι απαραίτητο να τους κάνεις μυθιστορηματικούς», ισχυρίζεται κάποια στιγμή η αφηγήτρια. Εκτός από μια σύνοψη της ποιητικής που ακολούθησε η Ούλμαν κατά τη συγγραφή της Ανησυχίας, το παραπάνω απόσπασμα λειτουργεί και ως μια βασική διακήρυξη της μυθοπλαστικής αυτοβιογραφίας (autofiction) εν γένει. Κάπως έτσι το σχόλιο της συγγραφέως Ράσελ Κασκ, της πλέον γνωστής εκπροσώπου του υποείδους, αποκτά ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα. Η Ούλμαν γράφει ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα με πρωταγωνιστές τον πατέρα και τη μητέρα της, αλλά κυρίως την ίδια. Ένα μυθιστόρημα για το πώς είναι να γερνάς, για τις οικογενειακές σχέσεις, για τους έρωτες που δεν άντεξαν στην πρακτική πλευρά της ζωής, για την εξ αποστάσεως γονεϊκότητα, για την αντανάκλαση του παιδικού παρελθόντος στο ενήλικο μέλλον. Για να γράψεις για αληθινούς ανθρώπους, όπως ο εαυτός σου, είναι απαραίτητο να τους κάνεις μυθιστορηματικούς. Έτσι, το πρώτο πρόσωπο της αφήγησης δίνει συχνά πυκνά τη θέση του στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, το εγώ γίνεται το κορίτσι εκείνο, το εγώ που ξέρει όσα είδε μετατρέπεται σε κάποιον που τα ξέρει όλα. 

Ως παντογνώστης αφηγητής, η Ούλμαν μπορεί να υποθέσει και να φανταστεί συναισθήματα και αντιδράσεις, να δώσει εξηγήσεις και απαντήσεις, να συμπληρώσει τα κενά της δικής της ιστορίας. Δίνει την αίσθηση πως γράφει περισσότερο για να καταλάβει παρά για να αποκαλύψει. Μπορεί για εμάς να είναι ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και η Λιβ Ούλμαν, όμως για εκείνη είναι ο πατέρας και η μητέρα της. Το αφηγηματικό εύρημα λειτουργεί σε διάφορα επίπεδα, με κυριότερο τον απεγκλωβισμό της Ανησυχίας από τα στενά τού ‒εκ φύσεως άνευρου ή επίπλαστα συναισθηματικού‒ ντοκουμέντου και την πλεύση της σε καθαρά λογοτεχνικά ύδατα. Σε κανένα σημείο ο αναγνώστης δεν νιώθει σίγουρος πως αυτό που διαβάζει είναι μια ακριβής βιογραφία ‒κυρίως του Μπέργκμαν και δευτερευόντως της Λιβ Ούλμαν‒ και όχι μια μυθοπλαστική παραμόρφωση, μια ψευδαίσθηση. Το συναίσθημα αυτό εντείνεται από την ορατότητα της κατασκευής, καθώς το πώς της γραφής διαρκώς επανέρχεται. 

Ακόμα και αν τα πρόσωπα του βιβλίου δεν ήταν αυτά που είναι, η Ανησυχία θα παρέμενε ένα άρτιο δείγμα μυθοπλαστικής αυτοβιογραφίας, ένα από τα καλύτερα του είδους. Έργο στο οποίο αποτυπώνεται η συγγραφική ικανότητα της Λιν Ούλμαν και γκρεμίζεται η όποια καχυποψία βαραίνει συνήθως τα παιδιά διάσημων γονιών. Η Ανησυχία δεν αφορά μόνο τους θαυμαστές του Μπέργκμαν και, πάρα τη δεδομένη αξία της ως ντοκουμέντου, είναι, πρώτα και κύρια, ένα απολαυστικό και βαθιά προσωπικό μυθιστόρημα.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 12 Ιουνίου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2021

Οι εμπρηστές - R. O. Kwon

Είχαν μαζευτεί σε μια ταράτσα, στο Νόξχερστ, να παρακολουθήσουν την έκρηξη. Ήταν η ταράτσα του Πλατ Χωλ, νομίζω, έντεκα ορόφους πάνω απ' το έδαφος: ξέρω τον εγωισμό του ‒ σίγουρα θα είχε διαλέξει το ψηλότερο σημείο που μπορούσε να βρει. Έχω πολλές φορές προσπαθήσει να φανταστώ πώς ένιωθαν όσο περίμεναν. Έμεναν έξι λεπτά. Το λοξό φως του δειλινού έκανε τους παλιούς πυργίσκους του πανεπιστημίου και τις δίρριχτες στέγες της πόλης ολόγυρα να παίρνουν ένα κοκκινωπό χρώμα. Σε κλίμα εορταστικό, έβαλαν κρασί σε μεγάλα ποτήρια. Γελούσαν, τα χέρια τους έτρεμαν. Εκείνη καθόταν παράμερα, σταυροπόδι, στη δυτική προεξοχή της στέγης, σε απόσταση απ' την εύθυμη διάθεση της υπόλοιπης ομάδας. Έμεναν τρία λεπτά, δύο, ένα. Το κτίριο της κλινικής Φιπς σωριάστηκε.

Ο Γουίλ βρέθηκε στο Νόξχερστ για να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο Έντουαρντς. Απέκρυψε το παρελθόν του, επινόησε μια άλλη ζωή προς αφήγηση, εκεί που ο πατέρας του ποτέ δεν εγκατέλειψε εκείνον και τη μητέρα του, αναγκάζοντάς τον να δουλεύει σερβιτόρος στην άλλη άκρη της πόλης. Τότε ήταν που έχασε πλήρως την πίστη του στον Θεό, τότε που τον χρειάστηκε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Στο Νόξχερστ θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί τη Φοίβη, που κάποτε ήταν ένα μεγάλο ταλέντο στο πιάνο και τα παράτησε όλα όταν συνειδητοποίησε πως δεν της αρκούσε να είναι απλώς καλή αν δεν μπορούσε να γίνει η καλύτερη, αν δεν μπορούσε να ξεπεράσει τα ινδάλματά της. Γεννήθηκε στην Κορέα, η μητέρα της, μετά τον γάμο γνώρισε την κόλαση από τον σύζυγο και την οικογένειά του, κατάφερε να δραπετεύσει στην Αμερική, να κάνει μια νέα αρχή. Ο Τζον Λιλ, παλιός φοιτητής στο Έντουαρντς, εγκατέλειψε τις σπουδές για να βρεθεί στην Κίνα, κοντά στα σύνορα με τη Βόρεια Κορέα, μέλος μιας ομάδας που βοηθούσε όσους επιχειρούσαν να αυτομολήσουν. Συνελήφθη και φυλακίστηκε, βασανίστηκε αρκετά πριν εγκαταλειφθεί να επιστρέψει στην Κίνα και από εκεί στην Αμερική. Γύρισε στο Νόξχερστ όπου δημιούργησε μια θρησκευτική οργάνωση που μαχόταν, μεταξύ άλλων, ενάντια στις αμβλώσεις. Η κλινική Φιπς δεν άργησε να βρεθεί στο στόχαστρο της ομάδας.

Η Κουόν γεννήθηκε στη Νότιο Κορέα και μετακόμισε στην Αμερική με την οικογένειά της όταν ήταν τριών ετών. Μεγάλωσε σ' ένα έντονα θρησκευτικό περιβάλλον, όπως ο Γουίλ, έτσι κι εκείνη απόλεσε την πίστη της στα δεκαεπτά της χρόνια. Οι εμπρηστές είναι το πρωτόλειο μυθιστόρημά της. Χωρισμένο σε κεφάλαια σχετικά μικρής έκτασης, η συγγραφέας αφηγείται την ιστορία των τριών νεαρών, με τον θρησκευτικό φανατισμό να βρίσκεται στο επίκεντρο. Η ιστορία έχει αρκετές αρετές, η πρόζα της Κουόν επίσης. Εκεί που το μυθιστόρημα χωλαίνει είναι στην αφηγηματική συνάρμοση, στον τρόπο, δηλαδή, με τον οποίο  η Κουόν επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία αυτή. Αν και η αρχή είναι αρκετά υποσχόμενη, εκκινώντας από το τέλος, με την έκρηξη και την κατάρρευση της κλινικής αμβλώσεων, και τον Γουίλ να προσπαθεί να κατανοήσει την αντίδραση της Φοίβη μετά από την ενέργεια αυτή, πιάνοντας το νήμα των γεγονότων από την αρχή, σύντομα η συσκότιση και το πέπλο μυστηρίου αποδεικνύονται μια μάλλον επιτηδευμένη απόπειρα δημιουργίας ατμόσφαιρας. Αφηγητής της ιστορίας είναι ο Γουίλ, που δεν είναι ένας παντογνώστης αφηγητής. Τα γεγονότα στα οποία δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας τα υποθέτει, όπως υποθέτει και τις σκέψεις και τα συναισθήματα του Λιλ και κυρίως της Φοίβη. Η χρήση του πλάγιου λόγου είναι χρηστική και ομαλά χωνεμένη, ενώ και η πρωτοπρόσωπη αφήγηση διαθέτει την αρετή του αυθεντικού συναισθήματος, την πάντοτε απαραίτητη υποκειμενικότητα εκείνου που επιθυμεί διακαώς να αφηγηθεί τη δική του ιστορία.

Οι εμπρηστές διαθέτουν τον ενθουσιασμό αλλά και τις αδυναμίες ενός πρωτόλειου μυθιστορήματος. Το θέμα που αποτελεί τον πυρήνα της ιστορίας, ο θρησκευτικός φανατισμός, δηλαδή, είναι αρκετά δυνατό και επίκαιρο ‒όχι μόνο‒ στην Αμερική, ενώ και το δικαίωμα στην άμβλωση βρίσκεται υπό διαρκή απειλή. Η Κουόν, ενώ επενδύει ορθά σε μια αφήγηση αρκετά ελλειπτική, παρασύρεται και βαραίνει την ιστορία της επιχειρώντας να θίξει διάφορα θέματα κάτι που τελικώς αποπροσανατολίζει καθώς δεν υπάρχει ο απαραίτητος χώρος ώστε αυτά να αναπτυχθούν επαρκώς και να σταθούν ακολούθως ως πυλώνες απαραίτητοι για την πλοκή, μένοντας έτσι στην επιφάνεια των πραγμάτων, με την προσχηματικότητα να κυριαρχεί, ενώ το φάντασμα του Τσαρλς Μάνσον πλανάται διαρκώς. Οι μετανάστες δεύτερης γενιάς, τα παιδικά χρόνια, οι οικογενειακές σχέσεις, η επινόηση ενός εναλλακτικού παρελθόντος, οι σχέσεις εξουσίας στον εργασιακό στίβο και η ανάγκη για καταφυγή στην πίστη, μεταξύ άλλων, μοιάζει να υπάρχουν για να δικαιολογήσουν τις πράξεις και τα συναισθήματα των χαρακτήρων. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει, δυστυχώς. Οι χαρακτήρες δεν είναι πειστικοί, ούτε ως εκ φύσεως προβληματικοί. Και είναι κρίμα γιατί πραγματικά η πρόζα της Κουόν έχει αρετές, υπάρχουν σημεία απολαυστικά, σημεία στα οποία αποκαλύπτονται οι δυνατότητες και οι αρετές που αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να έχει.

Δεν θα μου έκανε εντύπωση αν η Ταρτ είναι μία από τις επιρροές της Κουόν, και Οι εμπρηστές είναι μια καλή απάντηση σε όσους, ελαφρά την καρδία, κατηγορούν την Ταρτ για αχρείαστη πολυλογία. Σε κινηματογραφική αναλογία, η αίσθηση που μου άφησε το μυθιστόρημα αυτό ήταν παρόμοια με την ταινία Night moves της Κέλυ Ράινχαρντ. Οι εμπρηστές είναι από τα βιβλία εκείνα για τα οποία οι προσδοκίες και οι επιφυλάξεις συναγωνίζονται να επικρατήσουν πριν από την ανάγνωση, που αποτελούν εκ προοιμίου ένα στοίχημα υψηλού ρίσκου, ένα από τα πολλά μυθιστορήματα που φτάνουν με περγαμηνές από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού κυρίως, εκεί που τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής ευδοκιμούν. Προφανώς και Οι εμπρηστές δεν είναι ένα κακό βιβλίο, απλώς είναι ένα μάλλον αδιάφορο βιβλίο, κάτι που ίσως να είναι χειρότερο τελικά.

Μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου
Εκδόσεις Δώμα

Σάββατο, 3 Ιουλίου 2021

Στη Νέα Ορλεάνη

Στις 23 Αυγούστου του 2005, ο τυφώνας Κατρίνα θα πλήξει τη Νέα Ορλεάνη. Παρότι η μετεωρολογική πρόβλεψη υπήρξε έγκαιρη και σχετικά ακριβής, το τίμημα σε ανθρώπινες ζωές και υλικές ζημιές υπήρξε δυσβάστακτο. Όταν τα νερά υποχώρησαν αποκαλύφθηκε η έκταση της καταστροφής. Η Νέα Ορλεάνη, μια έτσι και αλλιώς ηλικιωμένη και εν πολλοίς εγκαταλελειμμένη πόλη, δεν άντεξε. Οι πολιτικές υποσχέσεις των πρώτων ημερών ξεχάστηκαν μόλις οι κάμερες εγκατέλειψαν την περιοχή και στη θέση τους εμφανίστηκαν πεινασμένα funds οδηγημένα από τη μυρωδιά που εκλύει η επικείμενη διασπάθιση δημοσίου χρήματος. Μια μεγάλη καταστροφή, παράπλευρα με την απώλεια και τον θρήνο, ή ίσως εξαιτίας αυτών, προκαλεί μια αρχική αίσθηση αλλαγής, την ελπίδα για μια νέα αρχή, εκεί όπου η αλληλεγγύη και η συντροφικότητα θα κυριαρχήσουν στον αγώνα για την ανοικοδόμηση του αύριο, αίσθηση που σύντομα και αναπόφευκτα ξεφτίζει. Κάπου εκεί, καθώς η πόλη ετοιμάζεται να γιορτάσει την πρώτη της παρέλαση μετά την καταστροφή, ξεκινά το Treme.

Το Treme δεν το γνώριζα. Υπήρξε ένθερμη πρόταση του Β.Τ. στην ανάρτηση σχετικά με το Six feet under που είχα δει ‒και ενθουσιαστεί‒ πριν από κάποιους μήνες. Διαβάζοντας την υπόθεση στάθηκα ακριβώς σ' αυτό το σημείο της επόμενης μέρας της καταστροφής, που περιλαμβάνει τον θρήνο για τους νεκρούς, το μέτρημα των πληγών και το μάλλον αναγκαία ζωοφόρο αίσθημα ελπίδας που ξεπροβάλει μέσα από τα ερείπια και που διαδέχεται το αρχικό μούδιασμα. Βλέπετε, είχε προηγηθεί, κάποιους μήνες πριν, ο σεισμός που έπληξε το νησί. Κάπως διερευνητικά παρακολούθησα το πρώτο επεισόδιο και η αλήθεια είναι πως δεν υπήρξε έρωτας με την πρώτη ματιά, αλλά μια σχέση που αναπτύχθηκε αργά και σταδιακά, αποκτώντας με τον καιρό στέρεες βάσεις, ικανές να τραβήξουν το κάρο σε κάποια βαλτώδη σημεία της διαδρομής. Τώρα, με την απόσταση που οι τέσσερις σεζόν προσφέρουν, μπορώ να δω καθαρά πως εκείνο που αρχικά μου κίνησε το ενδιαφέρον ήταν ακριβώς εκείνο που αρχικά με έκανε να μαγκώσω, η αναλογία του τραύματος δηλαδή, η ανάσυρση των καταχωνιασμένων εκείνων στιγμών από τη μνήμη, όταν όλα γύρω κατέρρεαν.

Ίσως, σ' έναν διαγωνισμό εκφράσεων κλισέ, ένα από τα πρώτα βραβεία, αν όχι το πρώτο, να πήγαινε σε εκείνη που βεβαιώνει πως η ζωή συνεχίζεται. Το πρόβλημα με την έκφραση αυτή δεν έγκειται στην αλήθεια της, που είναι δεδομένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη, αλλά στη χρήση της σε μια απόπειρα ψυχολογικής ανάτασης, που μάλλον εκνευρισμό παρά ό,τι άλλο προκαλεί. Και όμως η ζωή, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, εν τέλει συνεχίζεται, η καταστροφή παύει σιγά σιγά να μονοπωλεί τις συζητήσεις και τους εφιάλτες, νέες προκλήσεις εμφανίζονται στον ορίζοντα, η περίοδος χάριτος, που προσφέρει η ψυχρή σιωπή μετά το συμβάν, κάποια στιγμή τελειώνει. Έτσι και στο Treme, καθώς οι ήρωες απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από το σημείο μηδέν, τόσο αφήνουν πίσω τους εκείνη τη βδομάδα που άλλαξε άπαξ και δια παντός τη σύγχρονη ιστορία της πόλης. Ο απόηχος σιγά σιγά σβήνει και τελευταία πρωταγωνίστρια απομένει η γραφειοκρατία, μαζί και η ‒αργή και επίπονη‒συνειδητοποίηση πως οι υποσχέσεις ήταν κενές περιεχομένου, εφοδιασμένες με πλήθος μικρών γραμμάτων στις οποίες φύτρωσαν συνθήκες εξαίρεσης και απόρριψης· η ελπίδα για μια συλλογική διεκδίκηση είχε από καιρό ναυαγήσει πριν ακόμα συναντήσει φουρτούνα· τα ερείπια μεταβάλλονται σε αναπόσπαστο μέρος του σκηνικού.

Το στοιχείο εκείνο που διέπει και χαρακτηρίζει τη σειρά στο σύνολό της είναι η μουσική, έννοια συνυφασμένη με τη Νέα Ορλεάνη και δη με τη γειτονιά Treme, από την οποία και πήρε το όνομά της η σειρά. Η μουσική αποτελεί έναν ξεκάθαρο λόγο για να δει ή να μη δει κανείς το Treme. Κάθε επεισόδιο έχει πολλή ζωντανή μουσική, από πλανόδιους μουσικούς δρόμου και παρελάσεις χάλκινων μέχρι καπνισμένα μπαρ και αίθουσες συναυλιών. Αρκετοί από τους ήρωες σχετίζονται άμεσα με τη μουσική, αλλά η πόλη, στο σύνολό της, ζει και αναπνέει στους ρυθμούς της. Η σειρά διαθέτει αρκετούς κεντρικούς χαρακτήρες και η σύνδεση μεταξύ τους είναι χαλαρή. Υποψιάζομαι πως ως προς τους χαρακτήρες και την εξέλιξή τους ίσως κάποιοι εκφράσουν ενστάσεις, ικανές να πλήξουν τη σειρά στο σύνολό της. Εγώ πάντως θεωρώ ένα από τα μεγαλύτερα αβαντάζ της σειράς την απουσία οποιασδήποτε απόπειρας διαμοιρασμού ρόλων καλών/κακών, συμπαθητικών/αντιπαθητικών κ.τ.λ. Οι χαρακτήρες ακολουθούν τη δική τους πορεία χωρίς να εξαναγκάζεται η διασταύρωσή τους. Σε κάθε σειρά οφείλει κανείς να λάβει υπόψη του τον αριθμό των επεισοδίων που αρχικά είχαν σχεδιαστεί και εκείνων που τελικώς, λόγω της αποδοχής, προστέθηκαν. Και σίγουρα αυτό στο Treme συνέβη, και παρότι κάποιες στιγμές έμοιαζε να δημιουργείται μια κοιλιά, σε γενικές γραμμές η επέκταση κρίνεται ως επιτυχής. Διάφορες υποπλοκές εκτυλίσσονται ταυτόχρονα με τρόπο που επιτρέπει τις ετεροχρονισμένες άρσεις και υφέσεις, χωρίς να επικεντρώνεται σε κάποια περισσότερο από άλλες. Όπως και με το Six feet under έτσι κι εδώ η αίσθηση πως διαβάζει κανείς ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα κυριαρχεί, η απόλαυση βρίσκεται σε κάθε σελίδα και το κλείσιμο της ιστορίας δεν είναι το μοναδικό διακύβευμα, έτσι ώστε να εξαναγκάζει το σύνολο να περιστρέφεται προς υπηρέτησή του.

Η μουσική, η παράδοση, η διαφθορά των αρχών, η εγκληματικότητα, η γαστρονομία, οι ξένοι στην πόλη και η λεηλασία του δημόσιου πλούτου, που λιγότερο ή περισσότερο χαρακτηρίζουν κάθε πόλη, στη Νέα Ορλεάνη κυριαρχούν στην καθημερινότητα. Σε όλα αυτά προστίθενται σχέσεις, φιλίες και έρωτες και κάπως έτσι προκύπτει το Treme. Η σκηνοθεσία είναι υψηλού επιπέδου, ειδικά στην κάλυψη των μουσικών τεκταινόμενων, το σενάριο προσφέρει αβίαστα λύσεις, οι ερμηνείες είναι οι κατάλληλες, ενώ σε διάφορα στάδια της παραγωγής εμπλέκονται γνώριμοι του τηλεοπτικού θεάματος όπως οι Overmyer, Simon και Pelecanos. 

Κλείνοντας, νιώθω την ανάγκη να επαναλάβω πως πρόκειται για μια σειρά βραδείας ανάφλεξης, τουλάχιστον έτσι συνέβη με μένα, που όμως άξιζε πέρα για πέρα, για διάφορους λόγους, με κύριους τη μουσική και την πόλη, χωρίς σεναριακές υπερβολές και κυνήγι σασπένς. Η ζωή άλλωστε παρουσιάζει αρκετό σασπένς από μόνη της. Όποιος και όποια έχει κάποια πρόταση για σειρά που να ανταποκρίνεται στην παραπάνω περιγραφή, ας την καταθέσει. Για το φθινόπωρο υπάρχει ο στόχος του The wire για το οποίο τόσα και τόσα αποθεωτικά έχω ακούσει. Για το Six feet under που με έβαλε σε διάθεση σειρών έγραφα αυτό.

Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2021

Το πέρασμα του μακελάρη - John Williams

Υπό άλλες συνθήκες θα απέφευγα να διαβάσω ένα μυθιστόρημα με ειδολογικά χαρακτηριστικά γουέστερν. Ελάχιστες γραμμές από το οπισθόφυλλο θα ήταν αρκετές για να με αποτρέψουν. Όμως, Το πέρασμα του μακελάρη ήταν μια διαφορετική περίπτωση για δύο λόγους. Πρώτον, η συγγραφική υπογραφή· Τζον Γουίλιαμς. Είχε προηγηθεί ο συναισθηματικά βραδυφλεγής Στόουνερ, μυθιστόρημα που όσο απομακρυνόμουν από την ανάγνωση τόσο με στοίχειωνε. Δεν θα ήταν αρκετή όμως η παρουσία του Γουίλιαμς. Άλλωστε, για λόγους επίσης θεματικούς, ακόμα και σήμερα αποφεύγω να διαβάσω τον δικό του Αύγουστο, αν και μετά την εμπειρία με Το πέρασμα του μακελάρη θεωρώ ζήτημα χρόνου την υποχώρηση οποιουδήποτε δισταγμού. Δεν έχει να κάνει με το θέμα αλλά με τον συγγραφέα· θυμάμαι και επαναλαμβάνω ως μάντρα ή ως ξόρκι, αν προτιμάτε, για την καταπολέμηση προλήψεων και λοιπών δεισιδαιμονιών. Και κάπως έτσι φτάνουμε στον δεύτερο λόγο, που έχει να κάνει με μια αναγνωστική αποτυχία, που φέρω βαρέως, κυρίως γιατί με τα χρόνια κατάλαβα πως δεν έφταιγε το βιβλίο αλλά η ελληνική έκδοση του Ματωμένου μεσημβρινού του Κόρμακ Μακάρθυ που έκανε τις σελίδες να κολλάνε στο γύρισμα και την πορεία κάτω από τον ήλιο μαρτυρική, αποτρέποντας με από το να διακρίνω το αριστούργημα για το οποίο όλοι μιλούσαν. Ο παραλληλισμός των δύο έργων ήταν αρκετός, τουλάχιστον ως ένα πρώτο βήμα αποκατάστασης ενός ανοιχτού λογαριασμού.

Γύρω στο 1870, ο κεντρικός ήρωας, Γουίλιαμ Άντριους, εγκαταλείπει τις πολλά υποσχόμενες σπουδές του στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και ταξιδεύει στα δυτικά της χώρας. Φτάνει στο Πέρασμα του Μακελάρη, έναν οικισμό που έχει δημιουργηθεί ως ορμητήριο κυνηγιού και σημείο πώλησης βουβαλίσιου δέρματος. Καθώς η μόδα επιτάσσει, η ζήτηση για δέρμα βουβαλιού είναι τεράστια. Στην περιοχή συγκεντρώνονται διάφοροι τυχοδιώκτες. Ο Άντριους, με τις τσέπες γεμάτες χρήμα, θα συναντήσει τον Μίλερ, έναν έμπειρο κυνηγό που αναζητά χρηματοδότη για μια γερή μπάζα, καθώς έχει εντοπίσει, όπως ισχυρίζεται τουλάχιστον, ένα τεράστιο κοπάδι βουβαλιών σε μια δυσπρόσιτη κοιλάδα. Οι δυο τους θα συμφωνήσουν. Ενώ ο Μίλερ κανονίζει τα του κυνηγιού, ο Άντριους περιπλανιέται στον οικισμό ανυπόμονος, αλλά και ανυποψίαστος, ως προς την επικείμενη περιπέτεια. 

Ο Άντριους δεν γνωρίζει τα της ζωής, όχι εκείνα τουλάχιστον που την απαρτίζουν έξω από τον μικρόκοσμο στον οποίο μεγάλωσε και του οποίου μέλος και συνεχιστής υπό άλλες συνθήκες θα ήταν. Ο Άντριους· που τα χέρια του είναι απαλά, άμαθα στη χειρωνακτική εργασία· που η πατρική φιγούρα τού γεννά ταυτόχρονα αισθήματα ασφάλειας και εγκλωβισμού, αντανακλαστικά μίμησης και ένστικτα επανάστασης· που η σεξουαλικότητά του βράζει παρότι εκείνος δεν το αντιλαμβάνεται και δεν ξέρει πώς να το διαχειριστεί· που η επιθυμία να υπάρξει αυτόφωτος ακολουθώντας ένα ιδεαλιστικό μονοπάτι επιστροφής σε έναν φυσικό τρόπο ζωής, επηρεασμένος από τον Θορό και τον Έμερσον, τον κινητοποιεί· που η ανάγκη να ανακαλύψει ποιος είναι παραμερίζει τον τρόμο που τον κατακλύζει. Ο Άντριους είναι ένας αξέχαστος ήρωας, εξόχως ανθρώπινος λόγω των αντιφάσεων που τον συνθέτουν.   

Ο Γουίλιαμς συστήνει με λεπτομέρειες τα πρόσωπα που ενοικούν στο Πέρασμα του Μακελάρη και τις παράλληλες εμπορικές και κοινωνικές δραστηριότητες που αναπτύσσονται καθώς ο οικισμός μεγαλώνει. Ο οικισμός λειτουργεί ως ένα προκεχωρημένο φυλάκιο, το ύστατο όριο ανάμεσα στην ανθρώπινη κοινωνία και την άγρια φύση. Η λεπτομερής αυτή απόδοση λειτουργεί μεταβατικά, όχι μόνο για τον ήρωα αλλά και για τον αναγνώστη. Σημαντικό είναι να ειπωθεί πως η μόνη γυναίκα του δράματος είναι η Φρανσίν, «μια πόρνη με χρυσή καρδιά», που η παρουσία της προκαλεί στον Άντριους έναν χείμαρρο συναισθημάτων, καταλυτικής σημασίας ως προς το ταξίδι του. Μόλις οι ετοιμασίες ολοκληρωθούν, η τετραμελής ομάδα αναχωρεί για το πολύμηνο κυνήγι, που αποτελεί και το κυρίως μέρος του μυθιστορήματος. Ο Γουίλιαμς επιμένει στην ανάδειξη των ενοχλητικών συναισθημάτων που κατά κύματα πλήττουν τα μέλη της ομάδος καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής τους στο ύπαιθρο· η πλήξη, η κόπωση, η ματαιότητα, ο φόβος, η πείνα και η δίψα, η συνύπαρξη και η μοναξιά, η αναπόληση και ο νόστος, οι εμμονές και τα ένστικτα. Εξ αυτής της επιμονής δικαιολογείται τόσο η έκταση όσο και η λεπτομερής καταγραφή διαφόρων φάσεων του κυνηγιού, καθώς επιτρέπει να διαφανεί το εσωτερικό ταξίδι των ηρώων. Από τη στιγμή που αφήνουν πίσω τους το Πέρασμα του Μακελάρη και τα τέσσερα μέλη της ομάδος μετατρέπονται σε κεντρικούς ήρωες, τέσσερις εκφάνσεις του ανθρώπινου, με ισχυρότατους δεσμούς αλληλεξάρτησης μεταξύ τους.

Το πέρασμα του μακελάρη είναι υποβλητικό, κυρίως όσο έχει να κάνει με τις περιγραφές του τοπίου, που αναδεικνύουν το ελάχιστο μέγεθος του ανθρώπου στη φύση μακριά από το ελεγχόμενο αστικό ή έστω ημιαστικό φρούριο. Ο Γουίλιαμς αργά και με υπομονή πλέκει τον ιστό στον οποίο θα μπλεχτεί ο αρχικά αδιάφορος προς την ιστορία αναγνώστης, για να βρεθεί τελικά, με κομμένη την ανάσα, να παρακολουθεί και να αγωνία για την εξέλιξή της. Αν και δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα, μου φαίνεται αρκετά ασφαλής η εικασία πως η επιλογή του χρόνου και του τόπου από πλευράς συγγραφέα έγινε με σκεπτικό τη δημιουργία μιας παραβολής ή ενός αναλογικού σχήματος. Η πρόθεση να παρασύρει τον αναγνώστη μακριά από τη σύγχρονη πραγματικότητα, να τον φέρει στα βάθη της άγριας δύσης, σε μια εποχή περασμένη, βάρβαρη και τυχοδιωκτική, στις πηγές της ούτως ή άλλως σύντομης αμερικανικής ιστορίας, που, εν πρώτοις, ελάχιστα κοινά με το σήμερα διαθέτει, να μεθύσει τον αναγνώστη με εξωτικότητα, να τον αποκοιμήσει πριν εκείνος διαπιστώσει, αργά και βασανιστικά, τις αναλογίες με τον κόσμο γύρω του, πριν συνειδητοποιήσει πως η ουσία των πραγμάτων ελάχιστα έχει μεταβληθεί. Πόσο μάλλον την εποχή που κυκλοφόρησε το βιβλίο αυτό, τη στιγμή που η  Γενιά Μπητ αμφισβητεί, λογοτεχνικά και όχι μόνο, το αμερικάνικο όνειρο και αναζητά απαντήσεις στον δρόμο. Ο Γουίλιαμς συνεισφέρει με Το πέρασμα του μακελάρη σ' αυτό το ταξίδι αυτογνωσίας και αμφισβήτησης.

Δεν είναι απλό να απαντήσει κανείς, ούτε ίσως ο ίδιος ο Άντριους, τι ήταν εκείνο που τον οδήγησε στα δυτικά να κυνηγάει βουβάλια. Ένας γεμάτος αντιφάσεις συνδυασμός ασφυξίας και φιλοδοξίας; Ο καιροσκοπισμός ως μια πιο φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων; Ίσως. Ίσως κάτι άλλο. Τα αιμόφυρτα βουβάλια στο τέλος ενός ταξιδιού που εν πολλοίς καθορίστηκε από τα οικολογικά, έμπλεα ιδεαλισμού, μανιφέστα του Θορό. Τα πάντα στο Πέρασμα του μακελάρη οφείλουν να εξεταστούν ταυτόχρονα σχηματικά και ρεαλιστικά, και σίγουρα σε αναλογία με το αναγνωστικό σήμερα. Είναι λάθος να εγκλωβίσει κανείς το μυθιστόρημα αυτό στα στενότατα όρια του γουέστερν, ή ακόμα και σε εκείνα της λογοτεχνίας εποχής. Η συγγραφική διάνοια στη σύλληψη, στη σύνθεση και στην εκτέλεση ξεπερνά οποιοδήποτε ειδολογικό και χωροχρονικό περιορισμό, καθιστώντας Το πέρασμα του μακελάρη έργο διαχρονικό και ήδη κλασικό, σημείο αναφοράς στην αμερικανική λογοτεχνία. Η επανάσταση απέναντι στον πατέρα και το κοινωνικά αποδεκτό, η κραυγή για το περιβάλλον, οι πανίσχυροι όροι της αγοράς, το αμερικανικό όνειρο, οι αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης, η ματαιότητα της ύπαρξης, η κολοβή σεξουαλικότητα και η πασπαλισμένη με νοσταλγία και ρομαντισμό αγριότητα του παρελθόντος είναι μόνο κάποια από τα ζητήματα που διαπραγματεύεται το μυθιστόρημα.

Εν ολίγοις, ο Γουίλιαμς παραδίδει ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα, στο οποίο η αναγνωστική δυσκολία συμπορεύεται με το ταξίδι των ηρώων αλλά και την εν γένει τραχύτητα του τοπίου, καθιστώντας έτσι ιδιαιτέρως βιωματική την εμπειρία της ανάγνωσης, που ως αίσθηση, και κατά αναλογία πάντα, μου θύμισε το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου. Ο Γουίλιαμς αποδεικνύεται ‒και εδώ‒ ικανότατος ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, των φόβων και των ελπίδων, αλλά και της ματαιότητας της ύπαρξης. Η μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου στέκει, όπως πάντα άλλωστε, στο ύψος της περίστασης.

υγ. Για τον Στόουνερ, πριν κάποια χρόνια, έγραφα αυτό.

Μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2021

Η ανωμαλία - Hervé Le Tellie

Η πρώτη επαφή με το έργο ενός συγγραφέα, παρά τα όσα έχει διαβάσει και έχει πληροφορηθεί σχετικά ο επίδοξος αναγνώστης, αποτελεί, λιγότερο ή περισσότερο, μια έκπληξη, μια δοκιμασία στατικότητας του ορίζοντα των προσδοκιών που έχει ‒αναπόφευκτα‒ δημιουργηθεί στον προθάλαμο της αναμονής. Τρία κυρίως μονοπάτια ανοίγονται τότε· της κατάρρευσης, της αδιαφορίας και του ενθουσιασμού. Συμβαίνει όμως, με κάποιους συγγραφείς, κάθε επόμενη ανάγνωση να προσομοιάζει με την πρώτη, ίσως μάλιστα και ακόμα πιο έντονα, καθώς η αυτοπεποίθηση του αναγνώστη είναι πια τέτοια ώστε να αποκλείει ‒αρχικά‒ το στοιχείο της έκπληξης· ξέρω τι να περιμένω, σκέφτεται. Το πλήγμα στην αυτοπεποίθηση δεν λειτουργεί πάντοτε με τον ίδιο τρόπο και η περίπτωση που περιγράφεται εδώ δεν εντάσσεται στον άνισο χαρακτήρα κάθε εργογραφίας. Δύο κυρίως μονοπάτια ανοίγονται τότε· της όχλησης και του ενθουσιασμού. Όχληση γιατί δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμο το στοιχείο της επαναλαμβανόμενης έκπληξης, έτσι όπως πλήττει τις βεβαιότητες μας, τη δειγματοληπτική επάρκειά μας. Ενθουσιασμός γιατί οι μισοκοιμισμένες, στις πρώτες σελίδες, εγκεφαλικές συνάψεις ανασυντάσσονται καθώς αναρωτιούνται από πού θα τους έρθει τούτη τη φορά.

Τέτοια περίπτωση συγγραφέα είναι ο Ερβέ Λε Τελιέ, πρόεδρος εδώ και κάποια χρόνια του Εργαστηρίου Δυνητικής Λογοτεχνίας (OuLiPo). Κάθε επόμενη φορά είναι και μια έκπληξη, κάτι που αποτελεί βασικό στοιχείο για την απόφαση να είναι ένα δικό του βιβλίο το επόμενο βιβλίο. Η έκπληξη εδώ αποτελεί μία από τις ελάχιστες προαναγνωστικές βεβαιότητες. Η μεταμοντέρνα γραφή και η παιγνιώδης διάθεση, άλλα δύο. Ακόμα και στην περίπτωση της Ανωμαλίας, που βραβεύτηκε με το όχι και πλέον πρωτοπόρο βραβείο Γκονκούρ και διαβάστηκε από ένα κοινό σαφώς μεγαλύτερο των νοσταλγών του Περέκ και του Καλβίνο, τίποτα δεν προϊδέαζε για ένα μυθιστόρημα συμβατικό και αναμενόμενο, και αυτό εξαιτίας της ανάμειξης σε αυτό του προβοκάτορα παιχνιδιάρη εραστή της λογοτεχνίας, Ερβέ Λε Τελιέ.

Ο πρότερος βίος του συγγραφέα δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να επαναπαυθεί. Τι και αν αναζητά στοιχεία και ενδείξεις, είναι σχεδόν βέβαιος για το μάταιο της επιμονής να διακρίνει τον συνεκτικό ιστό ανάμεσα στις έντεκα, αρκετά ενδιαφέρουσες και αυτόφωτες, ατομικές ιστορίες που απαρτίζουν εκείνο που αρχικά μοιάζει μ' ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, όπως τόσα και τόσα άλλα που έχει πιθανότατα διαβάσει. Το κεντρικό εύρημα, ο άξονας περιστροφής του μυθιστορήματος μένει να αποκαλυφθεί. Προφανώς και δεν θα γίνει αναφορά εδώ σ' αυτόν. Το εκάστοτε εύρημα στα βιβλία του Λε Τελιέ δεν αποτελεί μια εκζήτηση πρωτοτυπίας. Δεν εντυπωσιάζει το πώς το σκέφτηκε αλλά το πώς το χρησιμοποίησε. Για τον Λε Τελιέ η λογοτεχνία είναι ένα παιχνίδι, ένα παιχνίδι μαγικό, μια παρτίδα πόκερ μεταξύ δύο ταχυδακτυλουργών, εκεί που τα κόλπα όχι μόνο επιτρέπονται αλλά επιβάλλονται. Όμως, όπως όλοι όσοι αγαπούν πραγματικά το παιχνίδι, με πρώτα και κύρια τα παιδιά, έτσι και ο Γάλλος συγγραφέας προσεγγίζει τη λογοτεχνία με την απαραίτητη σοβαρότητα, με τα χαρτιά του ανοιχτά και τον άσσο στο χέρι, όχι για να ξεγελάσει ή να εντυπωσιάσει, αλλά για να δημιουργήσει τον απαραίτητο χώρο και τις κατάλληλες συνθήκες όχι μόνο για την ίδια την ιστορία αλλά και για τη φαντασία και τη δημιουργικότητά του. Και ίσως η λογοτεχνία του Λε Τελιέ να είναι τόσο ελκυστική ακριβώς επειδή το πρώτο «θύμα» της έκπληξης είναι ο ίδιος.

Ένα «τι θα συνέβαινε εάν» πλανάται διαρκώς πάνω από την Ανωμαλία, ερώτημα το οποίο απαιτεί για την ανάπτυξή του την καταφυγή στην επιστημονική φαντασία. Η αύρα του σπουδαίου Ντάγκλας Άνταμς γίνεται άμεσα αντιληπτή στα χωροχρονικά αδιέξοδα και παράδοξα στα οποία ειδικευόταν. Αρκετά νωρίς, μόλις στη σελίδα 28, ο Λε Τελιέ δίνει με πλάγιο μα ευδιάκριτο τρόπο το μανιφέστο τού κατ' αυτόν χιούμορ, εκείνο το παρ' όλα αυτά, «Ο Μιεζέλ μπορεί να δείχνει απών και απόμακρος, αλλά έχει τη φήμη ενός ανθρώπου με χιούμορ, παρ' όλα αυτά. Όμως ένας άνθρωπος με χιούμορ, άξιος αυτού του χαρακτηρισμού, δεν είναι "πάντα παρ' όλα αυτά";». Χιούμορ είναι όταν παρ' όλα αυτά γελάς, ισχυρίζεται και η ηρωίδα στη Δοκιμασία της Έρπενμπεκ. Το χιούμορ περιγράφει συχνά, αν όχι πάντοτε, ένα αδιέξοδο, λειτουργεί μ' έναν τρόπο επιβιωτικό, εμφανίζεται απροσδόκητα, όταν κανείς δεν το περιμένει. Αυτό συμβαίνει και σ' ένα μεγάλο ποσοστό της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας, όπως στον Άνταμς για παράδειγμα, εκεί που το χιούμορ πηγάζει πότε από το (επιστημονικό) παράλογο, την ανικανότητα, δηλαδή, να συλλάβουμε κάποιες έννοιες, και πότε απευθείας από τον υπαρξιακό τρόμο. Έτσι συμβαίνει και στην Ανωμαλία.

Οι ενστάσεις που έχω ως τώρα υπόψη μου σχετικά με την Ανωμαλία (παρά τη σχεδόν ομόφωνη αποδοχή του μυθιστορήματος υπάρχουν και τέτοιες) συγκεντρώνονται κάτω από την ομπρέλα του προσχηματικού. Προσχηματικός, λένε, είναι ο χαρακτήρας της επιστημονικής φαντασίας, προσχηματικές οι υποϊστορίες που συνθέτουν την πλοκή, προσχηματικός και ο τρόπος με τον οποίο ο Λε Τελιέ κλείνει το μυθιστόρημά του. Δεν θα διαφωνήσω ως προς τον χαρακτηρισμό. Τόσο το εύρημα, όσο και συνολικά η πλοκή έχουν έναν προσχηματικό χαρακτήρα, ξεκάθαρα. Όμως αυτό δεν αποτελεί συγγραφική αδυναμία αλλά επιδίωξη. Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί με την επιδίωξη αυτή, όμως οφείλουμε να συμφωνήσουμε πως πρόκειται για μια συνειδητή και οργανική απόφαση. Η ανωμαλία, όσο και αν σε μια πρώτη ματιά ίσως να μην της φαίνεται, είναι ένα μυθιστόρημα ιδεών. Αυτό, άλλωστε, είναι που εξακολουθεί να της προσδίδει την απαραίτητη λογοτεχνική λάμψη όταν, αναπόφευκτα, κατακάτσει η επίδραση του κυρίως ευρήματος. Ειπώθηκε και παραπάνω, όμως αξίζει να επαναληφθεί πως για τον Λε Τελιέ το εκάστοτε εύρημα δεν αποτελεί μια εκζήτηση πρωτοτυπίας, γι' αυτό και τα βιβλία του δεν αυτοεγκλωβίζονται.

Απαντώντας στο ερώτημα «τι θα συνέβαινε εάν» ο Λε Τελιέ δοκιμάζει τα όρια του ανθρώπινου μυαλού, κλονίζοντας βεβαιότητες και στριμώχνοντας τους χαρακτήρες του σε καταστάσεις παράλογες. Γι' αυτό και οι υποϊστορίες διαθέτουν έναν προσχηματικό χαρακτήρα, μια πειραματική διάθεση. Το κλείσιμο δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικού χαρακτήρα. Απαραίτητο συστατικό για την επιτυχία του συγγραφικού οράματος είναι η εμπλοκή του αναγνώστη στη συνθήκη «τι θα συνέβαινε εάν βρισκόμουν εγώ στη θέση τους», να μην επαναπαυθεί πως Η ανωμαλία είναι αποτέλεσμα συγγραφικής φαντασίας, αλλά να την αντιμετωπίσει ως κάτι το δυνητικά πιθανό. Σε μια ανώμαλη εξέλιξη η σάτιρα του εμπνευστή της δεν θα μπορούσε να απουσιάζει. Ο Λε Τελιέ βρίσκει την ευκαιρία να αναδείξει και να καυτηριάσει το σαθρό έδαφος στο οποίο στηρίζεται η οργάνωση της ανθρώπινης παρουσίας στον πλανήτη είτε αυτή έχει να κάνει με τον κόσμο των εκδόσεων είτε με τα σχέδια αντιμετώπισης πιθανών απειλών. Η σάτιρα έρχεται και ισορροπεί υπέροχα με τις βιοηθικές προκλήσεις που ανακύπτουν, δίνοντας την απαραίτητη ελαφράδα αλλά και την ποικιλομορφία του όλου.

Η μεγαλύτερη πρόκληση για ένα μυαλό, όπως του Λε Τελιέ, μια γεννήτρια διαρκούς παραγωγής νέων ιδεών, είναι να πειθαρχήσει χωρίς να ευνουχιστεί, να αφαιρέσει το περιττό και να κρατήσει το απαραίτητο, να μην παρασυρθεί από τις σειρήνες της φαντασίας και βρεθεί ξάφνου στα βράχια του βερμπαλισμού και της αυτοϊκανοποίησης, σκόπελο που ο Λε Τελιέ αποφεύγει με άνεση. Η αφήγηση είναι η κατάλληλη για να υποστηρίξει τις συγγραφικές επιδιώξεις, γλωσσικά απλή, μα όχι απλοϊκή, ξεκαθαρίζει και δεν συγχέει περαιτέρω μια εξ ορισμού μπερδεμένη συνθήκη χωρίς όμως και να απομαγεύει επεξηγώντας τα πάντα, ενώ οι χαρακτήρες, παρά την προσχηματικότητά τους, είναι αρκετά ολοκληρωμένοι και σίγουρα πειστικοί. Ένα σύνολο εύρυθμης λειτουργίας που χαρίζει απλόχερα αναγνωστική απόλαυση.

Η ανωμαλία, παρότι πατάει στη λογοτεχνική παράδοση, διαθέτει μια αναζωογονητική φρεσκάδα, που τόσο λείπει από τη λογοτεχνία. Η μετάφραση-εγγύηση είναι του Αχιλλέα Κυριακίδη, που εδώ και πολλά χρόνια, πριν τα βραβεία και τη δόξα, μαζί με τις εκδόσεις Opera είχαν φροντίσει να μας συστήσουν τον Ερβέ Λε Τελιέ.

υγ. Πριν λίγα χρόνια έγραφα για το Ένα τραμ στη Λισαβόνα αυτό.

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Opera


Σάββατο, 26 Ιουνίου 2021

Pretend it's a city (2021)

Τη Φραν Λέμποβιτς δεν τη γνώριζα. Έβαλα να δω το πρώτο επεισόδιο από καθαρή περιέργεια, εξαιτίας των όσων είχα διαβάσει και ακούσει σχετικά. Το Pretend it´s a city είναι μια μίνι σειρά, αποτελούμενη από επτά επεισόδια, με την υπογραφή του Μάρτιν Σκορσέζε, ένα homage σε αυτή την περσόνα της Νέας Υόρκης, που ανάμεσα σε άλλα (αρθρογράφος, ηθοποιός) είναι γνωστή ως public speaker. Στο πλαίσιο της σειράς, η Λέμποβιτς συζητά με τον Σκορσέζε και απαντά σε ερωτήσεις του κοινού, σχεδόν επί παντός επιστητού, αν και το κάθε επεισόδιο διαθέτει μια γενική θεματική, ενώ παρεμβάλλονται πλάνα από προηγούμενες, τηλεοπτικές κυρίως, εμφανίσεις της μέσα στα χρόνια. Η αλήθεια είναι πως τα πρώτα λεπτά της προβολής μού δημιούργησαν ιδιαιτέρως ισχυρά και αντικρουόμενα συναισθήματα. Από τη μια, κάποια ενόχληση, προερχόμενη από τον χαρακτήρα διάλεξης  και τη βεβαιότητα με την οποία η Λέμποβιτς μιλούσε, σαν να κόμιζε την απόλυτη και μοναδική αλήθεια, την οποία και διαλαλούσε καθήμενη σε ύψος. Από την άλλη όμως, η οξυδέρκεια, η ευστροφία, η αίσθηση του χιούμορ που τη διέκριναν, αλλά και η ίδια της η φυσιογνωμία, αποδείχτηκαν καθηλωτικές.

Η Φραν Λέμποβιτς με έκανε να γελάω συχνά πυκνά, γέλιο πηγαίο που με έβρισκε πάντοτε απροετοίμαστο. Και μόνο γι' αυτό η σειρά αυτή κρίνεται, από καθαρά υποκειμενική σκοπιά, ως σπουδαία και απολαυστική. Δεν είναι εύκολο, όχι για μένα τουλάχιστον, να γελάσω με κάποιον που δεν γνωρίζω, που δεν μοιράζομαι μαζί του κάποιον συναισθηματικό δεσμό. Αυτός είναι ο λόγος που δεν μου αρέσουν οι κωμικές σειρές και ταινίες, που δεν είμαι φαν της σταντ απ κωμωδίας. Το χιούμορ της Λέμποβιτς πηγάζει από την υψηλή νοημοσύνη που τη διακρίνει αλλά και την οξυδέρκεια με την οποία παρατηρεί τα πράγματα γύρω της, πράγματα που εκ των υστέρων μοιάζουν απλά και προφανή, πράγματα τα οποία συναντά κάθε κάτοικος μιας μεγαλούπολης. Για παράδειγμα τα όσα αναφέρει σχετικά με τις δημόσιες συγκοινωνίες της Νέας Υόρκης, την καθημερινή ταλαιπωρία στην οποία υπόκεινται τόσα εκατομμύρια επιβάτες, την περίπτωση κατά την οποία ο σταθμός του μετρό που την εξυπηρετεί έκλεισε για πέντε μήνες για να παραδοθεί εν τέλει ξανά στην κυκλοφορία έχοντας αποκτήσει πια έναν χώρο τέχνης και κάποιες επιτοίχιες λιθογραφίες, χωρίς τίποτα άλλο να έχει διορθωθεί, ούτε ο εξαερισμός, ούτε οι ράγες, ούτε τα βαγόνια, τίποτα που να δικαιολογεί τον όρο ανάπλαση. Η ειρωνεία με την οποία αναρωτιέται, ρητορικά και σαρκαστικά, τι άλλο θα χρειαζόταν το νεοϋορκέζικο μετρό παρά τέχνη, και μάλιστα με λεφτά των φορολογούμενων και όχι προσφορά κάποιου ευαγούς ιδρύματος πολιτισμού, προκαλεί αβίαστα το γέλιο παρά τον εξοργιστικό χαρακτήρα ενός ακόμα πλιάτσικου δημοσίου χρήματος.

Η Λέμποβιτς έχει άποψη για τα πάντα. Αυτό θεωρητικά είναι κάτι που με ενοχλεί βαθιά ως χαρακτηριστικό, αυτή η σύγχρονη αλλεργία στην φράση δεν ξέρω/ δεν έχω άποψη. Παρακολουθώντας ωστόσο τη σειρά δεν με ενόχλησε, ίσως γιατί ένιωσα πως υπήρχε μια σύμβαση, πως η Λέμποβιτς, δηλαδή, επιτελούσε κάποιο ρόλο. Είναι καταιγιστική και χειμαρρώδης, ασυγκράτητη. Δεν διστάζει να αυτοσαρκαστεί αν και είναι κάτι παραπάνω από εμφανής η αυτοπεποίθησή της. Η αυτοπεποίθηση στους ανθρώπους, εν γένει, είναι ένα χαρακτηριστικό αμφίσημο, πότε ένδειξη άμυνας, μια προάσπιση του κενού και της αδυναμίας που νιώθουν, και πότε μια ένδειξη σιγουριάς, μια βεβαιότητα εκ της οποίας απορρέει εσωτερική -ζηλευτή και καθησυχαστική- γαλήνη. Η Λέμποβιτς πείθει αρκετά για το δεύτερο, αν και δεν ξέρω πώς θα ένιωθε αν ξαφνικά σταματούσαν να ζητούν τη γνώμη της ή αν συνειδητοποιούσε πως η εποχή την ξεπέρασε. Τα δημόσια πρόσωπα, και ιδίως αυτά που δεν έχουν ένα ευδιάκριτο πεδίο συμβολής στο κοινωνικό γίγνεσθαι παρά να κομίζουν την προσωπική τους γνώμη, συνηθίζουν να ακροβατούν στο χείλος ενός λάκκου γεμάτου από μαϊντανούς. Και το λέω αυτό με την επίγνωση πως το να μιλάς για τα βιβλία που διάβασες και τις ταινίες που είδες δεν απέχει πολύ από την παραπάνω περιγραφή, άσχετα της αποδοχής που τελικώς αυτή η συνήθεια λαμβάνει.

Σε μια εποχή ακραίας πόλωσης, όπως η σημερινή, κατά την οποία οφείλουμε, θαρρείς, να διαλέγουμε στρατόπεδα και ιδεολογικούς συμμάχους, με όρους απόλυτους και χωρίς ναι μεν και αλλά, το Pretend it´s a city προκαλεί -προκάλεσε σε μένα τουλάχιστον- μια αντανακλαστική αμηχανία. Δεν συμφωνούσα με όσα έλεγε η Λέμποβιτς, όχι τουλάχιστον με το σύνολο αυτών, κάποιες φορές ένιωθα και κάποιον εκνευρισμό για να είμαι ειλικρινής, από την πλήρη απαξίωση του κομμουνισμού μέχρι την ατάκα πως μισεί -εντός εισαγωγικών θέλω να πιστεύω- όσους της προτείνουν ένα βιβλίο που τελικά δεν της άρεσε -και που για κάποια όπως η Λέμποβιτς κάτι τέτοιο ταυτίζεται με ποιοτικό έλλειμμα. Μετά το χιούμορ, αυτό υπήρξε το δεύτερο χαρακτηριστικό για το οποίο ξεχώρισα τη σειρά αυτή, και τη Λέμποβιτς ειδικότερα, αφού η σειρά είναι εκείνη -αλλά και το παιδικό ξεκάρδισμα του Σκορσέζε στις ατάκες της. Η ομαλή αποδοχή τής προφανούς -μα τόσο δύσκολα χωνέψιμης- αλήθειας πως δεν γίνεται να συμφωνούμε όλοι με όλους. Σ' αυτό καθοριστικό ρόλο παίζει η αναγνώριση του προσώπου που στέκει απέναντι ισχυριζόμενο κάτι με το οποίο διαφωνούμε. Ένα ευφυές άτομο, ακόμα και αν σταθεί στον δικό μας αντίποδα, προκαλεί τον σεβασμό, τη στιγμή που τεντώνει τις εγκεφαλικές μας συνάψεις σε μια απόπειρα αντίκρουσης. Το γέλιο είναι μια απόδειξη επικράτησης και η ανασύνταξη δεν είναι απλή υπόθεση. Και αν η ευφυΐα της Λέμποβιτς είναι εμφανής, και μάλλον αδιαπραγμάτευτη, εκείνο που τίθεται υπό την κρίση του καθενός είναι το πόσο αυθεντική είναι, για το αν υπάρχει ταύτιση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό. Για μένα, αν με ρωτάτε δηλαδή, η Λέμποβιτς έχει -ή τουλάχιστον πουλάει πολύ πειστικά- κάτι το αυθεντικό, μια ιδιότητα που ολοένα και χάνεται ως ανθρώπινο χαρακτηριστικό, σε μια κοινωνία που, για να δώσω ένα πολύ απλό παράδειγμα, αρνείται να δεχτεί ως άποψη το να μην έχει κάποιος υπολογιστή με πρόσβαση στο ίντερνετ- η Λέμποβιτς είναι ένα τέτοιο άτομο-, ή ίσως ακόμα πιο πέρα να αρνείται να το δεχτεί ως αλήθεια, θεωρώντας δεδομένο πως έχει και απλώς δεν το παραδέχεται σε μια έκφραση δηθενιάς.

Από το Pretend it´s a city δεν θα μπορούσε να λείπει η Νέα Υόρκη, γεγονός που προσδίδει περαιτέρω πόντους στη σειρά. Οι αλλαγές με τα χρόνια, η μανία με την ευζωία, η επέλαση της ασχήμιας, η τουριστική κατάληψη, η κτηματομεσιτική παράνοια, το δυσβάσταχτο κόστος, η κοινωνική συνείδηση, η ανθρώπινη συνύπαρξη, η αγάπη για την πόλη. Βλέποντας τη Λέμποβιτς στη Νέα Υόρκη και σκεπτόμενος με τους όρους της μητρόπολης που μας αναλογεί, τις αντιστοιχίες σε διάφορα επίπεδα, από την ανάπλαση του ιστορικού κέντρου μέχρι τον ίλιγγο των ενοικίων, αναρωτιόμουν ποια αθηναϊκή περσόνα θα μπορούσε να βρίσκεται στη θέση της Λέμποβιτς, ο Τζούμας ή ίσως ο Κωστόπουλος; Μια τέτοια σκέψη όμως προκαλεί μια βαριά μελαγχολία σε διάφορα επίπεδα, οπότε ας την αφήσουμε στην άκρη καλύτερα για να επιστρέψουμε στο Pretned it´s a city που βλέπετε αχόρταγα. Το one woman show της Λέμποβιτς υποστηρίζεται λιτά αλλά απόλυτα ικανοποιητικά σε τεχνικό επίπεδο (σκηνοθεσία, μοντάζ, φωτογραφία, ρεπεράζ) σ' ένα αποτέλεσμα σφιχτοδεμένο που καταφέρνει, γιατί περί κατορθώματος πρόκειται, να μην πάσχει από διάφορες παθογένειες, σχεδόν σύμφυτες με τη δεδομένη συνθήκη. 

Ταυτίστηκα πλήρως με τη Λέμποβιτς στο σημείο που αναρωτιέται γεμάτη πικρόχολη απορία τι στο διάολο σημαίνει η αναγνωστική θέση πως βρήκα ή δεν βρήκα κάτι από τον εαυτό μου σε κάποιο βιβλίο, για να πει το απλό μα τόσο εύστοχο: ένα βιβλίο δεν είναι ένας καθρέπτης, ένα βιβλίο είναι μια πόρτα.

Υπεράνω προσδοκιών -που δεν είχα άλλωστε.

υγ. Και μόνο για την εμφάνιση σε κάποια επεισόδια της Τόνι Μόρισον θα άξιζε να δει κανείς το Pretend it´s a city.

Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2021

Βιβλία από τον τόπο σου


 (πρωτοδημοσιεύτηκε στο 9ο τεύχος του περιοδικού Yusra)

Μία απόπειρα να απαντηθεί το ερώτημα γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη να είναι ατελής. Όπως ατελής είναι καταδικασμένη να είναι και η απόπειρα να εξηγηθεί αυτή η αδυναμία συμπερίληψης όλων των πιθανών απαντήσεων, εκτός και αν καταφύγει κανείς σε κάποιο ψευδοφιλοσοφικό τσιτάτο του στυλ υπάρχουν τόσοι λόγοι όσοι και αναγνώστες. Λόγω ιδιοσυγκρασίας, μάλλον, η πρώτη απάντηση που μου έρχεται στο μυαλό στο άκουσμα της ερώτησης εσύ γιατί διαβάζεις είναι γιατί έτσι. Σπάνια φτάνει στα χείλη ωστόσο, πιθανότητα λόγω έλλειψης του απαραίτητου θάρρους. Εκείνο που συνήθως απαντώ, συνοδευόμενο από μια εσάνς μυστηρίου, επίσης λόγω ιδιοσυγκρασίας, είναι πως δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είναι μια ερώτηση που ακούς συχνά και είναι ίσως η μόνη ερώτηση σχετικά με το διάβασμα που έχει κάποιο ενδιαφέρον, αντίθετα με άλλες συνηθισμένες ερωτήσεις όπως: έχεις διαβάσει όλα τα βιβλία, πόσα βιβλία διαβάζεις σε χ χρονικό διάστημα, πότε προλαβαίνεις, πού βρίσκεις τα λεφτά, πού τα βάζεις, ποιος τα ξεσκονίζει κ.α. Η ανάγνωση λογοτεχνίας είναι από τις συνήθειες εκείνες που προκαλούν μια ιδιότυπη ανασφάλεια αλλά και ενοχή στον εκάστοτε συνομιλητή, που συνήθως σπεύδει να απολογηθεί πως δεν διαβάζει προσθέτοντας μια δικαιολογία για να διώξει από πάνω του την όποια ευθύνη νιώθει, θαρρείς, να τον βαραίνει. Στην, κατά τα άλλα πλούσια, ελληνική γλώσσα γίνεται κατάχρηση του ρήματος διαβάζω. Διαβάζω μαθηματικά, διαβάζω για εξετάσεις, διαβάζω τη μοίρα/το χέρι/τον καφέ/τα ζώδια, διαβάζω εφημερίδες/περιοδικά, διαβάζω λογοτεχνία. Η γκάμα των χρήσεων του ρήματος διαβάζω εκτείνεται έτσι από το άγχος της εξέτασης μέχρι τη χειρομαντία αφήνοντας κάπως μετέωρη την ανάγνωση λογοτεχνίας ανάμεσα στην υποχρέωση και την ανυποληψία. Η γλώσσα έχει συχνά τις απαντήσεις σε διάφορα στοιχεία κουλτούρας και ταυτότητας, συχνότερα σίγουρα από την καταφυγή στο δύσμοιρο dna.

Μία ακόμα παρανόηση σε σχέση με την ανάγνωση αποτελεί η πολυθρύλητη μοναξιά του αναγνώστη, η απομόνωση την οποία αναζητά. Η απομόνωση αυτή είναι τεχνικής φύσεως μάλλον παρά στοιχείο του χαρακτήρα. Με αυτό θέλω να πω πως ο αναγνώστης έχει την ανάγκη να απομονωθεί από το περιβάλλον ώστε να μπορέσει να διαβάσει, αποτελεί δηλαδή κάτι τέτοιο μια βασική προϋπόθεση, όμως η ανάγκη για ανάγνωση κάθε άλλο παρά σε μοναχικότητα προσιδιάζει. Ο αναγνώστης, και μπορεί εδώ να μιλάω με βάση τη δική μου ανάγκη αλλά και πώς αλλιώς μπορεί αλήθεια κανείς να μιλήσει, έχει την ανάγκη να νιώσει πως δεν είναι μόνος σε όλο αυτό, πως κάποιος άλλος, ένας άγνωστος, μοιράζεται τις ίδιες αγωνίες και σκέψεις, και μάλιστα καταφέρνει να τις αποτυπώσει στο χαρτί με τις κατάλληλες λέξεις, πως ανήκει σε μια κοινότητα που δημιουργείται γύρω από το κάθε βιβλίο.

Ανάμεσα στους ανθρώπους που μοιράζονται την ίδια, αν και για διαφορετικούς λόγους και εντός πολλών εισαγωγικών, αγάπη για το διάβασμα, συναντάται συχνά μια απαξίωση για την εγχώρια λογοτεχνία: δεν διαβάζω Έλληνες/μα καλά διαβάζεις Έλληνες; Η λογοτεχνία δεν μονοπωλεί σε καμία περίπτωση αυτή την ενδοοικογενειακή αντιπαράθεση, που στη μέταλ κοινότητα φτάνει στα άκρα, αρκεί κανείς να θυμηθεί το Κάνω μια ευχή. Το πλέον παράδοξο της απαξίωσης αυτής έχει να κάνει με το γεγονός πως αρκετά συχνά βγαίνει από τα χείλη ανθρώπων που γράφουν ή φιλοδοξούν να το κάνουν. Και δεν είναι λίγοι αυτοί, κάποιοι, κάπως κακοπροαίρετα η αλήθεια είναι, εξισώνουν τον αριθμό των αναγνωστών με εκείνον των συγγραφέων. Κάποιοι άλλοι δείχνουν πιο διαλλακτικοί τραβώντας μια γραμμή ανάμεσα στη σύγχρονη και την παλαιότερη ελληνική γραμματεία. Η μανία με το ξένο αποτελεί ανέκαθεν γνώρισμα της καθ' ημάς πραγματικότητας, η προσήλωση στο παρελθόν επίσης, για να μην αναφερθούμε στην αυτοαναίρεση και την αυτοϋπονόμευση. Κανείς δεν θα μπορούσε να αντικρούσει το κάπως αφελές, η αλήθεια είναι, επιχείρημα σχετικά με την ποσοτική υπεροχή της ποιοτικής μεταφρασμένης λογοτεχνίας έναντι της τοπικής. Δεν είναι μόνο τα αριθμητικά μεγέθη που καθιστούν μια τέτοιου είδους επιχειρηματολογία σαθρή, αλλά και τα φίλτρα μέσω των οποίων περνάει ένα βιβλίο μέχρι να μεταφραστεί και να κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία, φίλτρα που εν πολλοίς, και έτσι όπως είναι διαμορφωμένο το εκδοτικό σκηνικό, δεν υπάρχουν για την ελληνόφωνη λογοτεχνία, αφού, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ο καθένας, θαρρείς, μπορεί να δει το πόνημά του τυπωμένο και με λίγη τύχη στην προθήκη κάποιου εκδοτικού οίκου. 

Κατευθύνοντας όμως τη συζήτηση προς την αναλογία καλής και κακής λογοτεχνίας, και παρότι θέτει όμορφα και ύπουλα ως δεδομένη την ύπαρξη καλής εγχώριας λογοτεχνίας, νιώθω πως χάνουμε το βασικό διακύβευμα μιας τέτοιας κουβέντας, το οποίο αργά ή γρήγορα έχει την τάση να επιστρέφει στο αρχικό ερώτημα σχετικά με τους λόγους για τους οποίους διαβάζει κανείς λογοτεχνία, υποερώτημα του οποίου είναι και το πιο εξειδικευμένο: γιατί έχουμε ανάγκη να διαβάζουμε σύγχρονη λογοτεχνία του τόπου μας; Και μπορεί οι άμεσες απαντήσεις Γιατί έτσι/γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς να κλείνουν απότομα ή ευγενικά την πόρτα, όμως δεν είναι οι μόνες. Και οι πιθανές αυτές απαντήσεις δεν χρησιμεύουν μόνο στην κάλυψη ενός εξωτερικού ερωτήματος. Η περιήγηση εντός ενός χόμπι, όπως η ανάγνωση λογοτεχνίας στην προκειμένη περίπτωση, αργά ή γρήγορα δημιουργεί ένα εγχειρίδιο πλοήγησης με αύξοντα βαθμό συνειδητότητας ως απόρροια του χρόνου και της τριβής, μαθαίνει έτσι κανείς να εντοπίζει ευκολότερα εκείνο που πραγματικά τον ενδιαφέρει, να αποφεύγει κακοτοπιές, να εμπιστεύεται το ένστικτό του, να χαράσσει ένα μονοπάτι. Κάπως έτσι προέκυψε για μένα η έννοια της συγχρονίας ως αναγνωστικό ζητούμενο, ως μια ανάγκη που η συγκαιρινή εγχώρια πεζογραφία δύναται να καλύψει σε μεγαλύτερο, τουλάχιστον, βαθμό από ό,τι η παλαιότερη ή εισαγώμενη.

Όλα, θεωρώ, πως ξεκινούν από την ανάγκη μας να διαβάζουμε κάτι που έχει πρωτότυπα γραφτεί στη γλώσσα με την οποία νιώθουμε και σκεφτόμαστε, με τις ίδιες λέξεις με τις οποίες δοκιμάζουμε να εκφραστούμε και να γίνουμε κατανοητοί στους άλλους, χωρίς τη διαμεσολάβηση της μετάφρασης. Ανάγκη που φτάνει ως την πεζογραφία έχοντας τις ρίζες της στην ποίηση, εκεί που το νόημα στέκει κάπως απόμερα και που η επιλογή της κάθε λέξης αποτελεί πράξη ζωτικής σημασίας. Η γλώσσα όμως διαθέτει έναν χαρακτήρα δυναμικό και διαρκώς μεταβαλλόμενο, έτσι στην εξίσωση μπαίνει κάποια στιγμή αναπόφευκτα και ο χρόνος. Ως συγχρονία, λοιπόν, θα μπορούσε να περιγραφεί η αίσθηση πως στέκεσαι και παρατηρείς από την ίδια πλευρά με τον συγγραφέα, πως ο κόσμος που περιγράφεται είναι και δικός σου κόσμος, πως οι ήρωες είναι γνώριμοι και οικείοι, πως έχουν κάτι από σένα τον ίδιο, οι συνθήκες και οι αναπολήσεις επίσης, ένας ιδιότυπος ρεαλισμός που υπάγεται σε γεωγραφικό περιορισμό παρά τις ολοένα αυξανόμενες συνθήκες παγκοσμιοποίησης που κάνουν τον κόσμο να φαντάζει ένα ομογενοποιημένο μείγμα. Δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί. Η συγχρονία, ανάμεσα στη γραφή και την εποχή της απαιτεί ένα ξεχωριστό ταλέντο, μια ικανότητα διάκρισης και ξεκαθαρίσματος τη στιγμή που ο συγγραφέας, όπως και ο αναγνώστης άλλωστε, αποτελεί μέρος αυτής, έτσι ώστε το αποτέλεσμα πραγματικά να αποτυπώνει και να αντανακλά την εποχή και να μην ξενίζει. Σημαντικός παράγοντας για την επιτυχία της συγχρονίας είναι επίσης ο συγγραφέας, αλλά και ο αναγνώστης ταυτόχρονα, να κινείται εντός του κόσμου που περιγράφει και όχι να υποθέτει περί αυτού εκ του μακρόθεν, φροντίζοντας ωστόσο να αφήσει απέξω την περιττή αυτοαναφορικότητα.

Δεν υπάρχει πολλή τέτοια συγκαιρινή και ντόπια λογοτεχνία. Αλήθεια είναι αυτό. Υπάρχει όμως περισσότερη απ' όση πιστεύεται, και αυτό είναι μια πρόκληση. Ξεκινώντας να γράψω το κείμενο αυτό, μία από τις προθέσεις μου ήταν να αναφέρω κάποια παραδείγματα, δεν θα το κάνω όμως, όχι γιατί φοβάμαι μήπως αμελήσω να αναφερθώ στον έναν ή τον άλλο συγγραφέα, αλλά γιατί η αναζήτηση του επόμενου βιβλίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος όχι μόνο τής αναγνωστικής εμπειρίας αλλά και της ζητούμενης συγχρονίας, όσο και αν μια τέτοια δήλωση υπονομεύει εμάς που έχουμε το συνήθειο να μιλάμε και να γράφουμε με περίσσιο πάθος για τα βιβλία που διαβάζουμε.        

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2021

Το μπλουζ της πεταλούδας - Μάρκος Κρητικός

 
Οι πρώτες νότες του Μπλουζ της πεταλούδας ακούγονται όταν η προκλητικά όμορφη δικηγόρος του διπλανού γραφείου αναθέτει στον ιδιωτικό ντετέκτιβ Μίλτο Οικονόμου μια φαινομενικά απλή δουλειά, ικανή να του προσφέρει μια ικανοποιητική αμοιβή ‒αν και στην οικονομική κατάσταση που βρίσκεται ο Οικονόμου, οποιαδήποτε αμοιβή κρίνεται ως ικανοποιητική. Η νεαρή κόρη μιας φίλης της δικηγόρου αρνείται να επιστρέψει στη Σαντορίνη για τις διακοπές και η πλούσια μητέρα της φοβάται πως είναι μπλεγμένη σε κάποια ερωτοδουλειά. Θέλει άμεσες απαντήσεις και δεν υπολογίζει τα χρήματα μπροστά στη σωτηρία της κόρης της. Η χαλαρότητα με την οποία ο Οικονόμου ‒που δεν διακρίνεται για την προνοητικότητά του‒ εισέρχεται στην παρακολούθηση του κοστίζει ‒ανάμεσα σ' άλλα‒ το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Γρήγορα συνειδητοποιεί πως τα πράγματα είναι αρκετά πιο περίπλοκα και επικίνδυνα από ό,τι είχε αρκετά υποθέσει.

Για να είμαι εξ αρχής ειλικρινής άλλη ιστορία με ήρωα τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Μίλτο Οικονόμου δεν είχα διαβάσει. Βιάζομαι να το ξεκαθαρίσω αυτό γιατί η σταθερή παρουσία ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ αποτελεί ίδιον χαρακτηριστικό μεγάλου μέρους της αστυνομικής λογοτεχνίας. Εκτός από σήμα κατατεθέν του συγγραφέα ‒που συχνά ζει στη σκιά του ήρωά του‒, η παρουσία του ίδιου πρωταγωνιστή από ιστορία σε ιστορία συνεισφέρει και την εξέλιξη του ίδιου του χαρακτήρα παράλληλα με την εκάστοτε πλοκή και δράση. Λειτουργεί, δηλαδή, ως ένας συνδετικός ιστός από βιβλίο σε βιβλίο. Ο Μάρκος Κρητικός, με αρκετά βιβλία στο ενεργητικό του, φροντίζει να δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες όσον αφορά τα προηγούμενα, συστήνοντας στους νέους αναγνώστες τον Μίλτο Οικονόμου. Ωστόσο, όλες αυτές οι διευκρινίσεις δεν δείχνουν επιτηδευμένες και αταίριαστες με το κυρίως σώμα της ιστορίας, αλλά απορρέουν άμεσα από τον χαρακτήρα τού Οικονόμου, που διακρίνεται για τη χαμηλή αυτοπεποίθηση και μοιάζει να έχει αποδεχτεί την αφανή παρουσία του στα πράγματα, κάτι που του επιτρέπει χωρίς θυμό να συστήνεται ξανά και ξανά.

Η ιστορία του Κρητικού, με τη στακάτη πρωτοπρόσωπη αφήγηση, διαθέτει όλη τη στερεοτυπική, μα απαραίτητη για το είδος, ποικιλία χαρακτήρων. Ξεκινώντας από τον ίδιο τον Οικονόμου και τα ανάμεικτα συναισθήματα που προκαλεί στον αναγνώστη που μετεωρίζεται ακόμα και στην ίδια σελίδα ανάμεσα στη συμπάθεια και την αντιπάθεια προς το πρόσωπό του, μέχρι τους δεύτερους και τρίτους ρόλους της διανομής, τα πρόσωπα της πλοκής δείχνουν ‒και ως ένα μεγάλο βαθμό είναι‒ γνώριμα. Έτσι, λοιπόν, στις σελίδες του μυθιστορήματος συναντάμε γυμνασμένους κακούς, στυγνούς δολοφόνους, σκοτεινούς αρχηγούς, διεφθαρμένους μπάτσους, μοιραίες γυναίκες και ως δώρο τη φοβερά γνώριμη και δεινή μαγείρισσα σπιτονοικοκυρά του Οικονόμου. Ο συγγραφέας διαχειρίζεται καλά το στοιχείο της στερεοτυπίας που του επιτρέπει να εστιάσει στην πλοκή της ιστορίας του, στις ανατροπές, στα ευρήματα και στις απαντήσεις στα ερωτήματα που προκύπτουν πριν από την τελική λύση. Το γνώριμο μοτίβο, τόσο γνώριμο που δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση σπόιλερ, κατά το οποίο ο ιδιωτικός ντετέκτιβ, ο Μίλτος Οικονόμου στην περίπτωσή μας, παρότι δεν διακρίνεται για τα επαγγελματικά του προσόντα με όρους αριστείας, καταφέρνει να κατατροπώσει τους κακούς και να βγει νικητής και από αυτή τη δοκιμασία, επιδρά σχεδόν συγκινητικά στον αναγνώστη, προσφέροντας μια ιδιότυπη κάθαρση. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το χιούμορ του Οικονόμου. Χιούμορ συνήθως κακό και εξυπνακίστικο, στα όρια όμως του αυτοσαρκασμού, που φανερώνει αυτογνωσία και επιτείνει τη χαμηλή αυτοεκτίμηση του ‒αντι‒ ήρωα, εξισορροπώντας περίφημα τη μονοδιάστατη αφέλεια που φαινομενικά τον διακρίνει.

Ο Οικονόμου έχει το γραφείο του στο Μοναστηράκι. Η εγχώρια δράση μπορεί να στερεί το στοιχείο της εξωτικότητας, τη σκοτεινή πλευρά κάποιας ξένης και μακρινής σε εμάς μητρόπολης, αλλά προσδίδει ένα έντονο στοιχείο οικειότητας. Τα στενά γύρω από την πλατεία, τα παλαιοβιβλιοπωλεία και οι τουρίστες συνθέτουν ένα γνώριμο και συχνά αντιστικτικό της πλοκής σκηνικό. Στο σημείο αυτό ίσως να υστερεί λίγο Το μπλουζ της πεταλούδας, στο γεγονός πως δεν επενδύει περισσότερο στον περιβάλλοντα χώρο δράσης, δεν ενσωματώνει αρκετά τον τόπο στην πλοκή, δεν αναδεικνύει την Αθήνα ως συμπρωταγωνίστρια. Και είναι κρίμα αυτό γιατί ο Οικονόμου μοιάζει να ξέρει καλά τη μητρόπολη που μας αναλογεί.

Στο μυθιστόρημα υπάρχει μια ερωτική υποϊστορία, αρκετά λοξή με μια πρώτη ματιά, που όμως έχει κάτι το εξόχως ρεαλιστικό, καταφέρνοντας με τον τρόπο της να αποτυπώσει το πώς εκφράζεται στις μέρες μας το αίσθημα της ερωτικής επιθυμίας και της συντροφικότητας, η συναισθηματική διαχείριση της ταυτόχρονης ανημπόριας απέναντι στη μοναξιά και τη δέσμευση.

Βασικό ζητούμενο της αστυνομικής λογοτεχνίας είναι η διατήρηση ως τέλους του αναγνωστικού ενδιαφέροντος, ζητούμενο στο οποίο ο Κρητικός παίρνει υψηλό βαθμό. Το μπλουζ της πεταλούδας διαβάζεται μια και έξω, ίσως και λόγω της ύπουλης ‒θα έλεγα εγώ‒ γοητείας που ασκεί ο Μίλτος Οικονόμου στον αναγνώστη.

Εκδόσεις Μεταίχμιο