Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2024

Σχέδια του χάους - Μίνως Ευσταθιάδης

Συμβαίνει συχνά να δένεται ο αναγνώστης με τον –συνήθως αντί– ήρωα μιας αστυνομικής λογοτεχνικής σειράς. Έτσι, κάθε επόμενο βιβλίο αποκτά, κατά κάποιον τρόπο, διττή λειτουργία. Από τη μια, η αφήγηση μιας αυτόνομης ιστορίας με έντονο τον χαρακτήρα του σασπένς και, από την άλλη, η εξέλιξη της ζωής του κεντρικού πρωταγωνιστή, του Κρις Πάπας, στην περίπτωσή μας. Το Σχέδια του χάους είναι το τέταρτο βιβλίο του Μίνου Ευσταθιάδη με πρωταγωνιστή τον Ελληνογερμανό ιδιωτικό αστυνομικό. Εδώ, ο αφηγηματικός χρόνος γυρίζει αρκετά χρόνια πριν, όταν ο Χρήστος Παπαδημητρακόπουλος ήταν ακόμα έφηβος και ζούσε με τους γονείς του στο Αίγιο, πριν φύγει για τη Γερμανία και επιλέξει μια πιο σύντομη εκδοχή για το ονοματεπώνυμό του, πριν αποφασίσει να ασκήσει το επάγγελμα του ιδιωτικού ερευνητή.

Η πρόθεση του δημάρχου να μετατρέψει σε δημοτικό πάρκινγκ το μέρος εκείνο που άπαντες αποκαλούσαν δασάκι θα γεννήσει μια αντίδραση από μέρος της τοπικής κοινωνίας, με πρωτεργάτη έναν ξένο, τον Γάλλο, που εμφανίστηκε μια μέρα στη μικρή επαρχιακή πόλη, λίγο καιρό πριν. Ο Γάλλος, που δεν μιλούσε παρά ελάχιστα ελληνικά, έκανε ιδιαίτερα μαθήματα γαλλικών σε παιδιά, ζωγράφιζε αργά το απόγευμα και νωρίς το πρωί, πάντοτε δίπλα στη θάλασσα, προκαλούσε ανάμεικτα συναισθήματα, σε κάποιους θαυμασμού και σε άλλους καχυποψίας. Σύντομα θα κατηγορηθεί πως διατηρούσε σχέσεις με μια μαθήτρια του, κάποιοι δεν του συγχώρεσαν ποτέ τη ματαίωση των σχεδίων για τη δημιουργία ενός χώρου στάθμευσης, στο πρόσωπό του βρήκαν τον ηθικό αυτουργό της ήττας του πανίσχυρου δημάρχου. Έτσι ξεκινά η ιστορία αυτή.

Ο Ευσταθιάδης, ένας από τους πλέον αξιόλογους εκπροσώπους της εγχώριας λογοτεχνίας του αστυνομικού, δίνει, όπως συνηθίζει, τον λόγο στον ίδιο τον Πάπας για να αφηγηθεί την ιστορία του, χωρίς να παρεμβάλει έναν παντογνώστη αφηγητή. Παρότι, δεν υπάρχει αφορμή για την αναπόληση αυτή, δεν είναι μια ιστορία εγκιβωτισμένη σε μια άλλη δηλαδή, ο Πάπας με τα γνώριμα προτερήματα, κατά άλλους μειονεκτήματα, στον χαρακτήρα και στη στάση του απέναντι στα πράγματα, αφηγείται μια ιστορία στην οποία βρέθηκε ανακατεμένος μέσα από μια σειρά τυχαίων γεγονότων, μια ιστορία που σε μεγάλο βαθμό τον διαμόρφωσε.

Στο γνώριμο ύφος του Ευσταθιάδη, καθώς μετά από τέσσερα βιβλία μπορούμε να μιλάμε με ασφάλεια για ευδιάκριτο προσωπικό ύφος, έχουμε μια ιστορία σφιχτοδεμένη και αρκούντως πρωτότυπη χωρίς αχρείαστη καταφυγή σε μη πειστικές ανατροπές και χρήση υπέρμετρης βίας. Μια ιστορία που, πέρα από το σασπένς γύρω από την εξέλιξή της, διαθέτει και άλλα υποστρώματα και αναγνώσεις, όπως για παράδειγμα η θέση του ξένου σε μια μικρή κοινωνία, κάτι που ο Σιμενόν το έκανε καλύτερα ίσως απ' όλους, ή η ιστορία ενηλικίωσης σε μια παραθαλάσσια κωμόπολη ή η νηνεμία σ' έναν γάμο πριν από την ξαφνική μα διόλου αναπάντεχη έκρηξη που οδηγεί στο διαζύγιο.

Ένα από τα σημαντικότερα ατού στα βιβλία του Ευσταθιάδη είναι η πειστικότητα των χαρακτήρων του, το γεγονός πως δεν αρκείται στα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά τους, αλλά επιλέγει να σκάψει λίγο βαθύτερα, παρότι η ίδια η ιστορία δεν το απαιτεί. Έτσι, λοιπόν, εκτός από το αστυνομικό σκέλος, εξυπηρετείται και εκείνο της εν εξελίξει ολοκλήρωσης του χαρακτήρα του Κρις Πάπας. Τα Σχέδια του χάους θα μπορούσαν να σταθούν και ως μια αρκετά δυνατή ιστορία ενηλικίωσης. Αυτό θεωρώ πως είναι και το μεγαλύτερο κομπλιμέντο για ένα μυθιστόρημα που ξεκάθαρα ανήκει στο κυρίως σώμα της αστυνομικής λογοτεχνίας, αλλά διαθέτει και περαιτέρω λογοτεχνικές αρετές και φιλοδοξίες. Άλλωστε, στην καλή αστυνομική λογοτεχνία η πλοκή είναι η αφορμή για την ανάδειξη της ευρύτερης κοινωνικοπολιτικής συνθήκης που επικρατεί στις χωροχρονικές συντεταγμένες που διαδραματίζεται.

Το Αίγιο συμπρωταγωνιστεί στην ιστορία αυτή. Είναι σύνηθες στην αστυνομική λογοτεχνία να συμβαίνει αυτό, η πόλη, δηλαδή, να αποκτά ξεκάθαρο ρόλο στην υπόθεση και την εξέλιξη της πλοκής, και ο Ευσταθιάδης το κάνει αυτό με τρόπο λειτουργικό και ομαλό, χωρίς να επιχειρεί να πουλήσει κάποιου είδους εξωτισμό. Και το αναφέρω αυτό γιατί τα βιβλία του σιγά σιγά μεταφράζονται και σε άλλες γλώσσες και θα μπορούσε αυτό, ο εξωτισμός δηλαδή, να αποτελέσει μια παγίδα, μια απόπειρα να δελεάσει το αναγνωστικό κοινό εκτός Ελλάδος με ένα περιτύλιγμα κάπως φολκλόρ.

Με τα Σχέδια του χάους ο Ευσταθιάδης προσφέρει μια ακόμα κατάλληλη πύλη εισόδου στη ζωή και τις περιπέτειες του Κρις Πάπας, αλλά κυρίως, και πέρα απ' όλα, παραδίδει ένα ακόμα καλό βιβλίο. Και αυτό είναι το πλέον σημαντικό.

υγ. Είχαν προηγηθεί κατά σειρά: Το δεύτερο μέρος της νύχτας (περισσότερα εδώ), Ο δύτης (περισσότερα εδώ) και Κβάντι (περισσότερα εδώ).

υγ.2 Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών.

Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

Herscht 07769 - László Krasznahorkai

Υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που έχουν γράψει δεκαετίες πριν και τα έργα τους συνεχίζουν να αναβλύζουν φρεσκάδα στο σήμερα, χάρη στη διαχρονικότητα και τη λογοτεχνική τους αξία. Γνωστή αυτή η αίσθηση του κλασικού, που όμως μπορεί να αντιστραφεί. Γιατί υπάρχουν κάποιοι συγκαιρινοί μας συγγραφείς, λίγοι και εκλεκτοί, που τα έργα τους ανήκουν κιόλας στην επικράτεια του κλασικού, με αποτέλεσμα συχνά, και παρά την πραγματολογική γνώση, ο αναγνώστης να τοποθετεί τη συγγραφή τους σ' ένα μακρινό παρελθόν. Σ' αυτή την κατηγορία ανήκει ο σπουδαίος Ούγγρος συγγραφέας, γεννημένος το 1954, Λάσλο Κρασναρχοκάι. Πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά το τελευταίο του βιβλίο, Herscht 07769, με τον συνοδευτικό υπότιτλο Η ιστορία Μπαχ του Φλόριαν Χερστ.

Η αναφορά στο οπισθόφυλλο του ονόματος της πρώην καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ τοποθετεί εξ αρχής τη δράση του μυθιστορήματος στο σήμερα, λειτουργώντας αντιστικτικά στην παραπάνω αίσθηση και δημιουργώντας, εκτός των δεδομένων προσδοκιών που συνοδεύουν κάθε νέο βιβλίο του Κρασναρχοκάι, μια έντονη περιέργεια για τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργούσε η συγχρονία αυτή με πιο κλασικοφανείς αφηγηματικές πρώτες ύλες. Η σιγουριά πως θα ήταν ένα ακόμα σπουδαίο βιβλίο ήταν δεδομένη, ο τρόπος που θα διαχειριζόταν ο συγγραφέας την τόσο παρούσα συγχρονία έμενε να φανεί.

Ο Φλόριαν Χέρστ, με τη γεμάτη δυσκολίες παιδική ηλικία, ζει στην Κάνα, μια μικρή πόλη της γερμανικής Θουριγγίας, στα μέρη όπου γεννήθηκε ο Μπαχ και τώρα ξεμυτίζουν διάφορες νεοναζιστικές οργανώσεις. Δουλεύει βοηθός του Μπόση, λάτρη του Μπαχ και αρχηγού ενός τοπικού εθνικιστικού πυρήνα, που αναλαμβάνει τον καθαρισμό τοίχων από γκράφιτι. Ο Χερστ για αρκετό καιρό παρακολουθούσε μαθήματα εκλαϊκευμένης φυσικής, τα οποία παρέδιδε ένας ευρυμαθής ερασιτέχνης μετεωρολόγος. Εκεί, κάπου ανάμεσα στην εμμονή και τη συνειδητοποίηση, γεννήθηκε η πεποίθηση του Χερστ πως ο κόσμος, αφού δημιουργήθηκε από μια τυχαιότητα, μπορεί ανά πάσα στιγμή να καταστραφεί με τον ίδιο τρόπο. Αποφασίζει να στείλει μια επιστολή στην Άνγκελα Μέρκελ, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου, στα στοιχεία αποστολέα γράφει απλώς Χερστ 07769, στοιχεία αρκετά για το τοπικό ταχυδρομείο, ώστε να του παραδώσει κάποια ενδεχόμενη απάντηση.

Αυτή είναι η σύνοψη της πλοκής της ιστορίας αυτής. Ένας παντογνώστης αφηγητής αναλαμβάνει να ακολουθήσει τον Χερστ, τον Μπόση, αλλά και αρκετούς από τους κατοίκους της μικρής αυτής πόλης στην καθημερινότητά τους. Ο Κρασναρχοκάι επιλέγει μια μονοπερίοδη αφήγηση, μία και μόνο τελεία υπάρχει, στο τέλος του βιβλίου. Παράλληλα με την προώθηση της πλοκής, που σε πολλά ομοιάζει με ένα pageturner μυθιστόρημα καταιγιστικής δράσης, ο αναγνώστης ακολουθεί κατάπληκτος ένα αφηγηματικό ρεσιτάλ δεξιοτεχνίας, που επιβάλλει τη λειτουργικότητά της, παραμερίζοντας όποιες ενστάσεις περί στείρου εντυπωσιασμού. Έτσι, με αυτό το εντυπωσιακό στην εκτέλεση εύρημα, ο συγγραφέας μετατοπίζει το αχόρταγο γύρισμα των σελίδων από την πλοκή στην αφήγηση, επιβεβαιώνοντας τη γόνιμη και καλοχωνεμένη επιρροή της κεντροευρωπαϊκής λογοτεχνίας, κυρίως της εκδοχής που εισήγαγε ο Μπέρνχαρντ.

Ο Φλόριαν Χερστ είναι ένας χαρακτήρας που παραμένει ανεξίτηλα χαραγμένος στην αναγνωστική μνήμη, παρότι δεν διαθέτει τίποτα το ηρωικό, ένας απλός άνθρωπος, μάλλον αδιάφορος και αφελής, που οι γύρω του δεν είναι απόλυτα σίγουροι γιατί τον συμπαθούν διαισθητικά. Συγγενεύει με έναν ακόμα συγκινητικό χαρακτήρα του Κρασναρχοκάι, τον Κόριμ από το Πόλεμος και πόλεμος, ενώ μοιάζει να αποτελεί μια σύνθεση του Γκρέινιερ και του Μπάλαρντ από τα Όνειρα τρένων του Ντένις Τζόνσον και το Τέκνο του Θεού του Κόρμακ ΜακΚάρθι αντίστοιχα, σημαντικών βιβλίων που επίσης κυκλοφόρησαν φέτος.

Ο Κρασναρχοκάι, με βασικά υλικά, υπογράφει ένα έργο πολύ υψηλής λογοτεχνίας, ξεκάθαρα πολιτικό και ανθρώπινο, που απεικονίζει τη γενικότερη ιδεολογική σύγχυση που επικρατεί στην Ευρώπη, σε τέτοιο βαθμό που τα απανωτά γράμματα του Χερστ φαντάζουν ολοένα και λιγότερο αφελή. Επίσης, ανάμεσα σε άλλα, διαπραγματεύεται το κατά πόσο η επαφή με την τέχνη αρκεί για έναν καλύτερο κόσμο, ένα θέμα διαχρονικών αντεγκλήσεων, ενώ την ίδια στιγμή επιτρέπει στο φρικώδες να αποκαλυφθεί με τρόπο αβίαστο και φυσικό, κρούοντας τον δικό του κώδωνα κινδύνου. Ο συγγραφέας δεν διστάζει να αναμετρηθεί σε δύο επικίνδυνα ταμπλό, της έντονης δράσης και της συγχρονίας, με τους δικούς του όρους, χωρίς να απολέσει το γνώριμο και προσωπικό αφηγηματικό του ύφος.

Το Herscht 07769, εκτός από μια ιδανική πύλη εισόδου στο έργο ενός εκ των σημαντικότερων εν ζωή συγγραφέων, απευθύνεται σε ένα διευρυμένο αναγνωστικό κοινό, ίδιον της υψηλής λογοτεχνίας. Η μετάφραση της Μανουέλας Μπέρκι από τα ουγγρικά αποτελεί έναν άθλο, ενώ οι εκδόσεις Πόλις μπορούν να περηφανεύονται πως διαθέτουν στον κατάλογό τους έναν σύγχρονο κλασικό, το έργο του οποίου θα αντέξει στο πέρασμα του χρόνου· μια πρόβλεψη μηδενικού ρίσκου.

υγ.1 η πρώτη γνωριμία με τον σπουδαίο αυτό συγγραφέα υπήρξε το μυθιστόρημα Πόλεμος και πόλεμος (περισσότερα εδώ), ακολούθησε Η μελαγχολία της αντίστασης (εδώ), Το τανγκό του Σατανά (εδώ) και Η επιστροφή του βαρόνου Βένκχαϊμ (εδώ).

υγ.2 Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών.

υγ.3 Αυτή η ανάρτηση αποτελεί την υπ' αριθμό χιλιοστή πεντακοσιοστή αυτού του ψηφιακού τόπου.  

Μετάφραση Μανουέλα Μπέρκι
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

Ρετους - Μιχάλης Φακίνος

Γεννημένος το 1940, ο Μιχάλης Φακίνος, δημιουργικά ανήσυχος, συνεχίζει, συχνά πυκνά, τις λογοτεχνικές του εμφανίσεις. Πολυγραφότατος και ακάματος, μάλλον παραγνωρισμένος από το ευρύ κοινό, ακολουθεί ένα προσωπικό μονοπάτι μέσα στο χρόνια, που, σε αντίστιξη ίσως με την ηλικία του, τον οδηγεί σε ολοένα και πιο μεταμοντέρνα, κρυπτικά μα όχι απροσπέλαστα, κατασκευάσματα, εκεί που το παράλογο συγκατοικεί με την πραγματικότητα, η υπαρξιακή αγωνία με την παιγνιώδη διάθεση, επιμένοντας σε αυτό το προσωπικό όραμα, γνωρίζοντας πως δύσκολα θα βρεθεί σε μια λίστα με ευπώλητα, αδιαφορώντας γι' αυτό. Στα τέλη της χρονιάς που πέρασε κυκλοφόρησε ένα ακόμα μυθιστόρημα, το Ρετούς, δυο χρόνια μετά Το πέτρινο 8, πάντα από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Είναι η ιστορία της Ρετούς, που αυτό δεν είναι το βαφτιστικό της όνομα, αλλά εκείνο που της χάρισε ο, εκλιπών πια, θείος Τέλης, φωτογράφος στο επάγγελμα, με τον οποίο η Ρετούς περνούσε αρκετές ώρες στο φωτογραφείο, επεμβαίνοντας στις φωτογραφίες, ρετουσάροντας με τρόπο αναλογικό πριν περιπέσει η διαδικασία στη σημερινή ψηφιακή, μα και οικιακή, εκδοχή των απανωτών και αλληλοεπικαλυμμένων φίλτρων. Χρόνια μετά, μέρες καραντίνας στην Κυψέλη, με τα μαγικά ονόματα δρόμων, ο τελάλης του θανάτου κάθε βράδυ πραγματοποιεί προσκλητήριο νεκρών, διασωληνωμένων και νοσούντων από τον ιό που φέρει κορώνα τρόμου. Μέτρα αυστηρά, απαγόρευση κυκλοφορίας, παύση της κοινωνικής ζωής, οικιακός εγκλεισμός. Όλα αυτά σε όλους μας κάτι θυμίζουν, όμως δεν έζησαν άπαντες την περίοδο αυτή με το ίδιο κόστος, κάποιοι λαβώθηκαν, αρκετοί οριστικά και τελεσίδικα, όχι μόνο από τον ίδιο τον ιό, αλλά και απ' όσα επιβλήθηκαν για να μας προστατέψουν από αυτόν, όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά.

Αντιλαμβάνομαι τον προβληματισμό σας. Όλα αυτά είναι πολύ πρόσφατα για να περάσουν στις σελίδες ενός βιβλίου, η υποψία εκμετάλλευσης της συγχρονίας στέκει αυστηρή στην πόρτα, ας μη μιλήσουμε και για την άρνηση να βιωθεί ξανά, έστω και με όρους μυθοπλαστικούς, η περίοδος εκείνη, ας την ξεχάσουμε και ας πάμε παρακάτω. Το όνομα του συγγραφέα υπήρξε καθοριστικό για την ανάγνωση αυτή, εγγύηση στο εξώφυλλο που προκάλεσε αδιαφορία για το οπισθόφυλλο, το πώς και το τι της ιστορίας αυτής, ήταν για μένα αρκετό που ο Φακίνος έβγαλε καινούργιο βιβλίο. Διαβάζοντας, ήδη από τις πρώτες σελίδες, ήταν εμφανές πως όπως κάθε επιδέξιος γραφιάς, ο συγγραφέας γνωρίζει πώς να κάνει χρήση του περιβάλλοντος χωροχρόνου, πού να σταθεί και τι να αποφύγει, πώς να τον αφήσει στο σκηνικό, φέρνοντας μπροστά την ιστορία της Ρετούς. Δεν είναι απλό και εύκολο να μιλήσει κανείς για βιβλία όπως αυτό. Κατέθεσα ήδη στα πρακτικά τα περί κρυπτικότητας, διασαφηνίζοντας ωστόσο πως το σύμπαν αυτό, το τόσο ιδιαίτερο, δεν είναι ταυτόχρονα απαγορευμένο και απροσπέλαστο για τον αναγνώστη.

Όλες οι επιλογές, πειραματικές και μη, είναι ταγμένες να υπηρετήσουν τη Ρετούς, να αποτυπώσουν τον καιρό που επικρατεί μέσα της, να της επιτρέψουν να πάρει τον λόγο, να σταθεί μπροστά στον καθρέφτη, να βγει με καφέ και τσιγάρο στο μπαλκόνι, να κοιτάξει ξανά και ξανά φωτογραφίες από το παρελθόν, να χαθεί μέσα στα πήγαινε έλα του χρόνου και των ονείρων, ανάμεσα στα φαντάσματα ζωντανών και νεκρών, στα αμέτρητα τι θα συνέβαινε αν και εφόσον, να μην σκιαχτεί από τη λευκή σελίδα του ημερολογίου και ο παντογνώστης αφηγητής να επέμβει μόνο όταν αυτό είναι αναγκαίο, να διευκολύνει και να προωθήσει την πλοκή, να χαράξει το καλούπι μέσα στο οποίο η λάβα θα κυλήσει, πριν παγώσει και πάρει ένα οριστικό, αν και αφηρημένο, σχήμα. Η μοναξιά είναι εκείνη που διέπει το αφήγημα από άκρη σε άκρη, η επαναλαμβανόμενη φωνή του παλιατζή που ήρθε στη γειτονιά και όλα τα μαζεύει, το όριο ανάμεσα στη λογική και την τρέλα, την αποκαλούμενη λογική και την αποκαλούμενη τρέλα, όπως οι υγιείς τουλάχιστον τις ορίζουν, την ανάγκη για επικοινωνία, η αλληλογραφία με τον παράξενο Κωπηλάτη που στέλνει με drone τα γράμματά του διπλωμένα μέσα σε γυάλινα μπουκάλια, η απεύθυνση στον εαυτό μπροστά στον καθρέφτη, η τήρηση ενός ημερολογίου στο οποίο πια οι μέρες ολοένα γίνονται ένα.

Η Ρετούς δεν επαιτεί το συναίσθημα του αναγνώστη, όχι απαραίτητα με πλήρη συνείδηση επ' αυτού, και ο παντογνώστης αφηγητής/συγγραφέας το σέβεται αυτό μέχρι τέλους. Εκείνο που καθιστά ρεαλιστική, εντός ενός πλαισίου συχνά υπερρεαλιστικού, την ιστορία της Ρετούς, την αποτύπωση της ζωής της, είναι το γεγονός πως η χρωματική παλέτα διαθέτει μια ευρεία ποικιλία, δεν είναι μόνο τα ζοφερά χρώματα εκείνα με τα οποία αποτυπώνεται η καθημερινότητα της Ρετούς, παρότι ο αναγνώστης, ο σώφρων και λογικός αναγνώστης, κυρίως εκείνα διακρίνει, το αίσθημα της λύπησης, για το οποίο η Ρετούς αδιαφορεί, υπάρχουν και οι φωτεινές αποχρώσεις, οι στιγμές που εκείνη φλερτάρει, όπως μπορεί και δύναται, με την ευδαιμονία, με την ικανοποίηση του ζην, μη ούσα σε θέση να διακρίνει τη δυσχερή, για τον εξωτερικό παρατηρητή, θέση της. Το Ρετούς είναι και ταυτόχρονα δεν είναι ένα μυθιστόρημα εγκλωβισμένο στην πανδημική συνθήκη, που απλώς πυροδοτεί μια ανησυχαστική εκτροπή των πραγμάτων, μια απώλεια πυξίδας στα απλά και καθημερινά, στα πράγματα του εαυτού, στο βασίλειο της συνείδησης και της μνήμης, στον έλεγχο του σώματος και του μυαλού, των πραγμάτων, μικρών και ασήμαντων ίσως, ωστόσο δικών της.

Οι λαβύρινθοι εντός των οποίων διέρχεται η Ρετούς καθιστούν άχρηστη τη χρονική διαδοχή και την αιτιοκρατική συνθήκη, ένα παρατεταμένο τώρα με ματιές στο παρελθόν, μια ιδιότυπη, σχεδόν αναρχική, ελευθερία κινήσεων και επιλογών, παρά τους δεδομένους περιορισμούς, η Ρετούς συνεχίζει να είναι η Ρετούς και μπορεί μόνο να υποψιαστεί διαισθητικά τις αλλαγές που έχουν επέλθει κυρίως μέσα της. Αυτό είναι κάτι που αποτυπώνεται από την παιγνιώδη και όχι αγκυλωμένη συγγραφική διάθεση, μια λοξή ματιά, που δεν αντιμάχεται, μα αναγνωρίζει την αδυναμία της πλήρους κατανόησης μιας συνθήκης όπως αυτή, ακόμα και φορώντας τη μπέρτα ενός υπερήρωα, όπως αυτή του παντογνώστη αφηγητή, του μικρού αυτού θεού. Μια ιδιότυπη ροή συνείδησης διέπει την αφήγηση, πότε σε πρώτο και πότε σε τρίτο πρόσωπο, είπαμε, ο συγγραφέας είναι πάντα σε ετοιμότητα να εισέλθει στον αφηγηματικό στίβο, να συνδράμει και να διευκολύνει τα πράγματα. Ο Φακίνος πετυχαίνει μια συνθήκη ανοίκεια, προσιτή μόνο στη θεωρία και ίσως στο συγγενές βίωμα, σε απόσταση, πάντως, από ό,τι συμβαίνει πραγματικά(;) στο μυαλό της Ρετούς, οι υποθέσεις και η λύπηση στέκουν αμήχανες, το τι κρίμα πέφτει από το ίδιο του το βάρος.

Ταυτόχρονα, ωστόσο, εκτός από την ίδια τη Ρετούς, ο αναγνώστης, κατά πάσα πιθανότητα θα συναντήσει και δικά του πράγματα, αναμνήσεις, όνειρα και βιώματα, ενώ η συγγραφική ικανότητα υπηρετεί το σύνολο της κατασκευής αυτής, επιτρέποντας στην ανάγνωση να ξεφύγει από τη στενωπό της ανάγκης να γνωρίζει κάθε στιγμή τι ακριβώς συμβαίνει, χωρίς ωστόσο να απολύει το αφηγηματικό νήμα που διατρέχει τις σελίδες, και εκεί, στο χάσιμο αυτό, είναι πιθανόν να βιώσει απροσδόκητα συναισθήματα που η καλή λογοτεχνία έχει το συνήθειο να προκαλεί, χωρίς η λογική να μπορεί με ακρίβεια να τα ορίσει και να τα κάνει χειροπιαστά, κάπως έτσι θα όριζα την απομάγευση, σκέφτομαι, ενώ το Ρετούς πετυχαίνει μια επιθυμητή, διόλου επιτηδευμένη ποιητικότητα, μια συνθήκη βαρυφορτωμένη με τόνους από μπάζα στερεοτυπίας και λεηλασίας, διαδεδομένη στην κακή εκδοχή της, με αποτέλεσμα η ποιητικότητα να έχει αποκτήσει, δυστυχώς, ένα πρόσημο μάλλον αρνητικό, μια προσποίηση για να μιλήσεις με ωραία λόγια για ένα βιβλίο που δεν σου άρεσε, χωρίς να πεις πως δεν σου άρεσε, πως δεν κατάλαβες γιατί είχε λόγο ύπαρξης, γιατί το διάβασες. Το Ρετούς, θέλω να πω, παρά την κρυπτικότητα και τη μεταμοντέρνα του φύση, λειτουργεί αναγνωστικά με τρόπο περίφημο, ικανοποιώντας ταυτόχρονα και τις δύο λογοτεχνικές όχθες, της δημιουργίας και της ανάγνωσης, και αυτό, όταν συμβαίνει, είναι σημαντικό.

υγ. Είχαν προηγηθεί: Οι κωπηλάτες (περισσότερα εδώ), Ο φύλακας στην πισίνα (εδώ) και Τα χαμένα (εδώ).

Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2024

Το κεφάλι του καθηγητή Dowell - Αλεξάντρ Μπελιάεφ

Αυτή ήταν μια αναπάντεχη έκδοση. Νεοσύστατες, οι εκδόσεις Ενάντια, με έδρα το Ηράκλειο Κρήτης, συστήνουν για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό, σε μετάφραση Κωνσταντίνας Λύγκουρη, τον Ρώσο συγγραφέα Αλεξάντρ Μπελιάεφ (1884-1942), μέσα από το έργο του Το κεφάλι του καθηγητή Dowell. Ειδολογικά, το μυθιστόρημα αυτό (1937), που στην αρχική του μορφή ήταν διήγημα (1925), ανήκει στην κάποτε παρεξηγημένη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας.

Δεν είχα ξεκάθαρο ορίζοντα προσδοκιών πέρα από την αναγνωστική περιέργεια. Το εξώφυλλο και η ηλικία του μυθιστορήματος, που στο είδος του μετράει διπλά και τριπλά, έμοιαζαν να υπόσχονται ένα καλτ περιεχόμενο, μάλλον ξεπερασμένο από τον σχεδόν αιώνα που μεσολάβησε, μια περίοδος τεχνολογικών και γενικότερα επιστημονικών αλμάτων. Συμβαίνει συχνά, το κεντρικό εύρημα, συνήθως δυστοπικό, ενός βιβλίου όπως αυτό, να ξεμένει με την πατίνα του χρόνου έντονα επιστρωμένη. Έρχονται τότε η γλύκα και η νοσταλγία, με την απαραίτητη λογοτεχνική επάρκεια ως βάση, να γεμίσουν τα κενά που η πρόοδος άφησε πίσω της. Έτσι, εκείνο που κάποτε έμοιαζε προφητικό και εξόχως φανταστικό, προσδίδοντας θαυμασμό στον αναγνώστη, αλλά και έναν φόβο ή περιέργεια έστω για το πώς η ανθρωπότητα θα προχωρούσε στο μέλλον, τώρα να εξετάζονται με την αντίθετη ροή των πραγμάτων, πώς ήταν τότε το περιβάλλον που πυροδότησε τη φαντασία, τι ήλπιζαν ή φοβόντουσαν οι άνθρωποι τότε για όσα συνωστίζονταν να συμβούν. Μάλλον, δεν έχει και τόση σημασία αν ο συγγραφέας και η φαντασία του δικαιώθηκαν, αυτό είναι το ατού της λογοτεχνίας, να μην κρίνεται με όρους επιστημονικούς. Εκείνο που μένει διαχρονικό είναι η σκέψη για όσα επίκεινται να συμβούν δια χειρός του είδους μας, πάντοτε με τον μανδύα της προόδου, μανδύας που συχνά καλύπτει κυοφορούμενα τέρατα.

Η ιστορία αρχίζει όταν η Μαρί Λοράν συναντά τον καθηγητή Κερν έχοντας απαντήσει σε μια αγγελία για βοηθό εργαστηρίου. Εκείνο το οποίο ο καθηγητής απαιτεί από τη Λοράν είναι η απόλυτη εχεμύθεια, τίποτα απ' όσα θα δει να συμβαίνουν στο εργαστήριο δεν πρέπει να δραπετεύσει πριν γίνουν οι επιστημονικές ανακοινώσεις. Οι δυο τους θα συμφωνήσουν. Στην κεντρική αίθουσα του εργαστηρίου η Λοράν θα αντικρίσει κάτι που ούτε να το φανταστεί δεν θα μπορούσε. Το ασώματο κεφάλι του καθηγητή Ντόουελ, συνδεδεμένο με πλήθος καλωδίων και σωληνώσεων, είναι εκεί, ζωντανό, όσο και αν ένα τέτοιο επίθετο φαντάζει τουλάχιστον παράξενο. Ο Ντόουελ, διαπρεπής καθηγητής με ρηξικέλευθες ανακοινώσεις στο βιογραφικό του, θα παραχωρήσει το νεκρό κορμί του στη δικαιοδοσία της επιστημονικής έρευνας του άλλοτε βοηθού του, καθηγητή Κερν. Η αποκοπή του κεφαλιού και η επαναφορά του στη ζωή είναι κάτι πάνω στο οποίο δούλευαν από καιρό, ο θάνατος του Ντόουελ ήταν μια καλή ευκαιρία να δοκιμάσουν στον άνθρωπο όσα τα πειράματα στα ζώα υπόσχονταν. Η Λοράν, βρίσκοντας τον τρόπο ώστε η φωνή του καθηγητή Ντόουελ να ακούγεται, αναπτύσσει μαζί του μια ιδιαίτερη σχέση, σύντομα είναι σίγουρη για τις προθέσεις του Κερν, διαπιστώνοντας πως από πλευράς του γίνεται κακή χρήση της εμπιστοσύνης του μέντορά του και πως καθόλου διατεθειμένος δεν είναι να αποδώσει στον Ντόουελ την αναγνώριση που του πρέπει.

Ο Μπελιάεφ, γύρω από το κεντρικό αυτό εύρημα, στήνει την πλοκή μιας ιστορίας που έχει στοιχεία θρίλερ και περιπέτειας, καθώς ο Κερν ετοιμάζεται να υλοποιήσει ακόμα πιο τρομακτικά πειράματα. Η οριστική νίκη απέναντι στον θάνατο αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα κεντρικότερα διακυβεύματα της επιστήμης γενικότερα. Έτσι, σ' αυτή τη –φιλοσοφική– θέση, το μυθιστόρημα δεν φαντάζει παρωχημένο, η δίψα για την αιωνιότητα παραμένει άσβεστη. Οι επικαιροποιημένες επιστημονικές γνώσεις του συγγραφέα επιτρέπουν στην τεχνολογική όψη της ιστορίας να λειτουργήσει παρότι εμφανώς ξεπερασμένη. Άλλωστε, εκείνο που πραγματικά διαπερνά τις σελίδες της ιστορίας αυτής είναι, περισσότερο από ό,τι άλλο, η ηθική της επιστήμης, και από την άποψη αυτή, ο μεγάλος φαν του Ιούλιου Βερν, αποδεικνύεται ιδιαιτέρως οξυδερκής. Άλλωστε, η διαμάχη ανάμεσα στη Λοράν και τον καθηγητή Κερν επ' αυτής της ιδιότυπης δικαιοσύνης εδράζεται. Εκείνη πιστεύει πως πρέπει να υπάρχουν όρια, πως δεν γίνεται στο όνομα της προόδου, ακόμα και εκείνης που υπόσχεται να νικήσει τον ίδιο τον θάνατο, να καταστρατηγούνται τα πάντα, φοβούμενη επίσης την κακή χρήση μιας τέτοιας ανακάλυψης στα χέρια ενός ανθρώπου χωρίς φραγμούς ηθικής. Ο καθηγητής Κερν, την ίδια στιγμή, φροντίζει να κρύψει την αχόρταγη φιλοδοξία του για δόξα πίσω από το προσωπείο της προόδου.

Είναι, ωστόσο, εμφανές πως ο συγγραφέας δεν επιθυμεί να βαρύνει τον φιλοσοφικό στοχασμό πέρα της λειτουργικότητας που χρειάζεται μια ιστορία δράσης, όπως, ταυτόχρονα, δεν εξαντλεί τον αναγνώστη με ενδελεχείς τεχνολογικές περιγραφές, επιτρέποντάς του να συμπληρώσει εκείνος τα κενά με τη δική του φαντασία, τις εικόνες επίσης. Το μυθιστόρημα διαβάζεται απνευστί καθώς η επιθυμία να δεις τι θα συμβεί παρακάτω είναι έντονη. Για τον σημερινό αναγνώστη, οι λογοτεχνικές αρετές του μυθιστορήματος είναι μεν ορατές αλλά έχουν κάτι το παλιακό. Η ανάγνωση θυμίζει κάτι από την παρακολούθηση παλιών ασπρόμαυρων ταινιών, κάτι από τις εποχές που η λογοτεχνία ήταν επιδραστική και προκαλούσε συζητήσεις. Ο ίδιος ο Μπελιάεφ σε συνέντευξή του σχολιάζει πως τα δώδεκα χρόνια που μεσολάβησαν ήταν αρκετά ώστε εκείνο που κάποτε κινδύνευε να χαρακτηριστεί ως αντιεπιστημονικό, μπορούσε πια να καταστεί ανεκτό ως πιθανότητα. Ακόμα περισσότερο σήμερα, που η δημιουργία της ζωής στα εργαστήρια είναι μια πραγματικότητα, ενώ και η μάχη απέναντι στον θάνατο γίνεται ολοένα και πιο αδυσώπητη, ο αναγνώστης υποδέχεται την ιστορία αυτή σαν το γέννημα της φαντασίας ενός παιδιού, το στοιχείο της έκπληξης απουσιάζει.

Τα επίθετα δόθηκαν εξαρχής: η ανάγνωση διαθέτει γλύκα και νοσταλγία. Αυτά ωστόσο αφορούν το τεχνολογικό και το αφηγηματικό κομμάτι. Τα εδάφη της ηθικής παραμένουν εν πολλοίς απάτητα, παρότι ως αντικείμενο έχει εδώ και καιρό εγκαθιδρυθεί ως αναπόσπαστο κομμάτι της επιστήμης, τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα, η πρόοδος διατηρεί ακόμα τη διπλή της όψη. Ανακουφιστική ήταν η απουσία της μεταφυσικής. Κανένας θεός δεν υπήρχε στα επιχειρήματα απέναντι στην ανακάλυψη αυτή. Οι απαντήσεις καθορίζονται από την ανθρώπινη ηθική ή την έλλειψή της, εκεί όπου θα έπρεπε δηλαδή να τις αναζητήσει κανείς. Η κατηγορία της τεχνοφοβίας διατρέχει επίσης τις σελίδες. Είναι το επιχείρημα εκείνων που τυφλά αποδέχονται την επιστήμη, χαρακτηρίζοντας τους σκεπτικιστές για οπισθοδρομισμό και δυσανεξία στην πρόοδο. Διαχρονικό και αυτό.

Παρά τις όποιες παρωχημένες όψεις του, το μυθιστόρημα αυτό δεδομένα προσφέρει αναγνωστική απόλαυση. Είναι επίσης ένα παράδειγμα καλής χρήσης ενός πρωτότυπου ευρήματος, το οποίο αποδεικνύεται λειτουργικό και δεν γονατίζει το κείμενο. Το επαρκούς έμπνευσης και έρευνας επίμετρο της μεταφράστριας συμπληρώνει έξοχα την έκδοση αυτή. Ο Μπελιάεφ προστέθηκε πάραυτα ανάμεσα στους σπουδαίους της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας.

Μια αναπάντεχη, πλην όμως όμορφη, έκπληξη.

Μετάφραση Κωνσταντίνα Λύγκουρη
Εκδόσεις Ενάντια

Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2024

Είδωλα - Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης

 

Δεν είναι μόνο η ανάγνωση όλων των βιβλίων αδύνατη, αλλά και η απλή εποπτεία των καινούργιων εκδόσεων, όσο και αν πιστεύει κανείς πως διαθέτει τα κατάλληλη φίλτρα και τα αξιόπιστα κανάλια πληροφόρησης, πάντοτε κάτι θα διαφεύγει της προσοχής του. Θέλω να πω πως αν δεν ήταν ο Α., τα Είδωλα του Κωνσταντίνου Βλαχογιάννη, που κυκλοφόρησαν το 2021, μάλλον δεν θα τα είχα διαβάσει και είναι κρίμα μεγάλο κανείς να μη διαβάζει αξιόλογα σύγχρονα ελληνικά βιβλία.

Το μεγάλο αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής Σχολής είναι κατάμεστο από φοιτητές. Το είδωλο που σχηματίζεται στους αμφιβληστροειδείς των ματιών τους περπατά νευρικά πέριξ της έδρας, αγορεύοντας με πάθος, οιστρηλατώντας. Το σιωπηλό ακροατήριο, έμπλεο ενθουσιασμού, αφουγκράζεται κάθε λέξη, κάθε φράση του καθηγητή. Είναι λίγο πριν απ' το μεσημέρι και ο ήλιος εισχωρεί μέσα από τα διάφανα παραπετάσματα, φωτίζοντας το πρόσωπο του ομιλητή ως φυσικός προβολέας. Με στομφώδες ύφος και με μια χροιά έξαψης στη φωνή ο επιφανής γλωσσολόγος δίνει μια ακόμα παράσταση. Στα πλαίσια του μαθήματος έχει ανοίξει μια κουβέντα σχετικά με την απροσδιοριστία της ερμηνείας. Είναι η στιγμή που θέτει εμφατικά στο κοινό το ακόλουθο ερώτημα: Είναι ποτέ δυνατόν να σκέφτεσαι χωρίς να χρησιμοποιείς έναν κώδικα, μία γλώσσα; Πώς μπορείς να προσδιορίσεις τα πράγματα, να σχηματίσεις έννοιες; –Μα ακριβώς με αυτόν τον τρόπο, ανταπαντά ο ίδιος. Λησμονώντας τη γλώσσα.
Η συλλογή αυτή αποτελείται από μία νουβέλα και τέσσερα διηγήματα. Το παραπάνω απόσπασμα είναι από Το είδωλο, που ξεκινά ως campus novel και συνεχίζει ως μια ερωτική ιστορία, στην οποία πρωταγωνιστεί ένας γλωσσολόγος, στο ζενίθ της καριέρας του, πρόσφατα χωρισμένος από εκείνη που πίστευε πως θα ήταν η γυναίκα της ζωής του εξαιτίας μιας απιστίας από μεριάς του. Ο τρόπος με τον οποίο ο Βλαχογιάννης διαχειρίζεται την πλοκή, με τα απαραίτητα μικροευρήματα και την πύκνωση του λόγου, του επιτρέπει να διασχίσει αυτό που εδώ και πολλά χρόνια έχει καταλήξει να είναι η λογοτεχνική απόπειρα μιας ερωτικής ιστορίας, ένας βάλτος με λιμνάζοντα ύδατα στερεοτυπίας, πρόκλησης, επιδίωξης έκπληξης και κακού ρεαλισμού. Ένα καλό παράδειγμα αποτελούν οι σκηνές του πρώην ζευγαριού στο μπαρ που συνήθιζαν να επισκέπτονται. Ναι, μια τόσο κοινότοπη και οικεία σκηνή. Μικρές λεπτομέρειες, λειτουργικά τοποθετημένες έγκαιρα, εξασφαλίζουν περαιτέρω την συνοχή. Επιπλέον, η νουβέλα αυτή διαθέτει μια από τις πλέον ευφάνταστα και πηγαία κωμικές σκηνές που έχω υπόψη μου.

Τα διηγήματα που ακολουθούν φέρουν το βάρος που ο πήχης εξαρχής έθεσε. Τα διηγήματα, που δεν είναι το ειδολογικό μου επιθυμητό, παρότι διαθέτουν αρτιότητα και αξιόλογες στιγμές, ίσως και γι' αυτό, αφήνουν την αίσθηση της γρήγορης, αν και όχι βιαστικής, ολοκλήρωσης. Θα ήθελα και άλλο, για να το θέσω με μεγαλύτερη σαφήνεια, και αυτό το αίσθημα είναι διπλής όψης, αφού ταυτόχρονα αποτελεί μειονέκτημα και πλεονέκτημα, μειονέκτημα εξαιτίας της μη εκπλήρωσης των προσδοκιών που με το Είδωλο ο συγγραφέας έθρεψε, πλεονέκτημα λόγω των ορατών προτερημάτων της γραφής του Βλαχογιάννη. Εκείνο που συνέχει τη συλλογή, πέρα από τις γλωσσικές ιδιότητες ύφους και πρόζας, είναι τα ευρήματα στα οποία κάθε ιστορία, εκτός από την τελευταία, πατά. Στις Ρωγμές είναι ο Αντώνης, ήδη ηλικιωμένος όταν εκτυλίχθηκε η ιστορία, κατασκευαστής κατόπτρων, στα Ομοιώματα οι κούκλες μοντέλα που στέκονται στις βιτρίνες, στο Μακριά η γειτνίαση ενός νεκροταφείου και ενός γηπέδου ποδοσφαίρου. Τα διηγήματα είναι ολοκληρωμένα, προσομοιάζουν σε παγόβουνο, όπως το είδος επιτάσσει, αποκαλύπτοντας λίγα και υπονοώντας αρκετά περισσότερα κάτω από την ορατή επιφάνεια. Το ύφος, ταυτόχρονα προσωπικό και γνώριμο, ενσωματώνει με επιτυχία δυνάμεις φαινομενικά αντίθετες, όπως για παράδειγμα τη φαινομενική παλιακότητα με τη φρεσκάδα της συγχρονίας, ή τον εξεζητημένο με τον προφορικό λόγο, και τις θεωρητικές, υψηλές ιδέες με τις προκλήσεις της καθημερινότητας.

Ο Βλαχογιάννης δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με όχημα την πρωτοτυπία, αποδεχόμενος ίσως πως οι περισσότερες ιστορίες έχουν εδώ και καιρό ειπωθεί, ένα διήγημα, αλλά και μια νουβέλα ή ένα μυθιστόρημα, είναι, ή πρέπει να είναι, πολλά περισσότερα από το σπέρμα μιας καλής ιδέας, που από μόνο του δεν αρκεί για τη γονιμοποίηση. Είναι αρκούντως ορατή η φροντίδα με την οποία επένδυσε ο συγγραφέας τις ιστορίες αυτές μέχρι να πάρουν την τελική τους μορφή, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στις, συχνά μη ορατές και όμως καθοριστικής σημασίας, λεπτομέρειες. Η επιμονή και η εργατικότητα είναι στοιχεία που επιβεβαιώνουν πιο ρεαλιστικά τη μάλλον αόριστη ή κενή περιεχομένου περιβόητη ανάγκη του συγγραφέα να αφηγηθεί κάποιες ιστορίες, κάτι που απαιτεί και γνώσεις μηχανικής πέρα από το δεδομένο ταλέντο με τη γλώσσα. Αυτή η αδιαφορία για εντυπωσιασμό, που εν πολλοίς χαρακτηρίζει και τους διάφορους αφηγητές, είναι που καθιστά τη συλλογή αυτή βραδυφλεγή, μακριά από τον κίνδυνο της γρήγορης καύσης και της αναπόφευκτης επιστροφής στο σκοτάδι της αδιαφορίας. Θα έλεγα, μάλιστα, πως αυτό αποτελεί και την κυρίως αρετή της γραφής του Βλαχογιάννη, εκ της οποίας εκπορεύεται μια εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, η πάντοτε επιθυμητή αυτοπεποίθηση, που επιτείνει την προσοχή και δεν αφήνει ενστάσεις να εισχωρήσουν ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη, αφού εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν συγγραφέα και όχι με κάποιον αμήχανα επίδοξο γραφιά. Ο συγγραφέας, επίσης, δεν διστάζει να υποσημειώσει τις διακειμενικές του αναφορές, να μην τις κρύψει προσδοκώντας σε μια οικειοποίηση, θεωρώντας, ορθώς, πως οι αναφορές μας φανερώνουν το εύρος της σχέσης μας με τη λογοτεχνία και δεν θέτουν, όπως αρκετοί θεωρούν, υπό αίρεση μίμησης το δημιούργημα.

Παρά τις όποιες ενστάσεις διατύπωσα παραπάνω σχετικά με την επιθυμία μου τα μικρότερα διηγήματα να εκτείνονται σε περισσότερες σελίδες, επιθυμία διατυπωμένη εκ του ασφαλούς και χωρίς την υποχρέωση της πραγμάτωσης, τα Είδωλα είναι μια απολαυστική και πολλά υποσχόμενη συλλογή, ένα αξιοσημείωτο δείγμα γραφής, σε πείσμα εκείνων που απαξιώνουν συλλήβδην την ελληνόφωνη λογοτεχνία και δη εκείνη της μικρής φόρμας, γενικεύοντας και υιοθετώντας ενστάσεις περί ευκολίας και υπερπαραγωγής. Άλλωστε το εύκολο είναι να απορρίπτεις και όχι να ψάχνεις, να επαναπαύεσαι στην ασφάλεια του μη ρίσκου. Το ίδιο, εκτός από την ανάγνωση, ισχύει βεβαίως και για την ίδια την πράξη της γραφής. Ωστόσο, οι δεδομένοι, παραπάνω αναλυμένοι, περιορισμοί καθιστούν την επιτυχία της αναζήτησης προϊόν τύχης και συγκυρίας. Έτσι έφτασε στα χέρια μου τα Είδωλα του Βλαχογιάννη και νιώθω ευγνωμοσύνη.

Εκδόσεις Περικείμενο

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2024

Κάλμαν - Joachim B. Schmidt

Τι ευχάριστη αναγνωστική έκπληξη ήταν αυτή! Ο τόπος της δράσης, η Ισλανδία, ήταν το πρώτο νήμα ενδιαφέροντος. Η καταγωγή του συγγραφέα, Ελβετός που εδώ και χρόνια ζει στην Ισλανδία, το δεύτερο. Προσδοκίες ιδιαίτερες ωστόσο δεν είχα και μεγάλος λάτρης της βορειοευρωπαϊκής αστυνομικής λογοτεχνίας δεν είμαι. Το εξώφυλλο μου φαινόταν χαριτωμένο, ένας μάλλον χλιαρός επιθετικός προσδιορισμός, το οπισθόφυλλο δεν με έκανε σοφότερο. Έτσι ξεκίνησε η ανάγνωση αυτή.

Πάνε κοντά δέκα χρόνια που διάβασα το Οι σκιές του Μπρούκλιν του Τζόναθαν Λέθεμ. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής εκείνης της ιστορίας πάσχει από το σύνδρομο Τουρέτ, μια νευρολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από πολλαπλά φωνητικά και κινητικά τικ, την ώρα που το μυαλό δεν σταματά ποτέ να παράγει αντηχήσεις και λογοπαίγνια. Σημείωνα τότε πως χωρίς τον Λάιονελ θα επρόκειτο απλώς για ένα αξιοπρεπές αστυνομικό μυθιστόρημα. Ήταν αυτή η συγγραφική ιδέα, και η εκτέλεσή της βεβαίως, που απογείωσε το μυθιστόρημα εκείνο, που την εμπνευσμένη του μετάφραση στα ελληνικά χρωστάμε στον Κώστα Καλτσά. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και στο Κάλμαν.

Η ιστορία εκκινεί όταν ο αφηγητής, Κάλμαν Όντισον, κυνηγός και αλιευτής καρχαριών, θα εντοπίσει μια λακκούβα γεμάτη αίμα σε ένα απόμερο, έρημο σημείο της ισλανδικής επαρχίας σκεπασμένο από παχύ χιόνι. Δεν θα μπορέσει να κρατήσει το εύρημα αυτό για τον εαυτό του. Η αποκάλυψη της ανακάλυψής του θα συμπέσει με την εξαφάνιση του Ρόμπερτ Μακένζι, του πλέον οικονομικά επιφανούς μέλους της τοπικής κοινότητας. Την ίδια στιγμή στο Ρέκιαβικ, μια συγκέντρωση πολιτικών ηγετών από διάφορες χώρες έχει θέσει σε επιφυλακή τα σώματα ασφαλείας. Μια μονάδα ωστόσο θα καταφτάσει ώστε να αναλάβει τις έρευνες για την ανεύρεση του Μακένζι.

Ο Κάλμαν Όντισον είναι στο φάσμα του αυτισμού, κάτι που για την τοπική κοινωνία αποτελεί μια επιστημονική λεπτομέρεια που την αφήνει αδιάφορη σχεδόν στο σύνολό της, για εκείνους είναι ιδιαίτερος αν και συνήθως αναφέρονται σε αυτόν ως ο καθυστερημένος. Ο παππούς του, ο άνθρωπος που τον μεγάλωσε και διαρκώς του διευκρίνιζε πως, όπως κάθε άνθρωπος έτσι και αυτός, είναι απλώς διαφορετικός. Δίπλα του έμαθε την τέχνη του κυνηγιού, τα μυστικά του επαγγέλματος, την επεξεργασία της τροφής. Ο παππούς, ηλικιωμένος και παραδομένος στις ορέξεις της άνοιας, ζει πια σε ένα γηροκομείο σε μια πόλη αρκετά χιλιόμετρα μακριά. Ο Κάλμαν είναι αυτάρκης, ζει μόνος του και με τον τρόπο του καταφέρνει να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της καθημερινότητάς του.

Ειδικός επί του αυτισμού δεν είμαι σε καμία περίπτωση, ωστόσο ο συγγραφέας με έπεισε. Φαντάζομαι πως αφού έχουμε να κάνουμε με φάσμα, τα γνωρίσματα του αυτισμού δεν είναι τόσο αυστηρά, κάθε άνθρωπος, άλλωστε, είναι διαφορετικός. Ο Κάλμαν είναι αυτός που καθιστά το μυθιστόρημα αυτό ξεχωριστό, ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται, οι σκέψεις και τα συναισθήματά του. Χωρίς αυτόν το μυθιστόρημα δεν θα μπορούσε να σταθεί, αλλά και ως έχει, μάλλον δεν αφορά τους φανατικούς λάτρεις του είδους, η ανατροπή και η τελική λύση είναι μάλλον αδύναμες, ειδικά αν κάποιος τις προσεγγίσει μακριά από τη σκοπιά του αυτισμού, κατάλληλες ωστόσο για τη συγκεκριμένη ιστορία.

Ο Σμιντ κατασκευάζει έναν ιδιαίτερο και δύσκολο να λησμονηθεί χαρακτήρα-αφηγητή και πάνω του στήνει όλο τον μηχανισμό της πλοκής. Ο Κάλμαν δεν επιζητά το συναίσθημα του αναγνώστη, η ενσυναίσθηση, αν προκύψει, προκύπτει εκ του φυσικού. Αυτό μοιάζει απλό αλλά είναι καθοριστικό για τη συνολική πρόσληψη του μυθιστορήματος, συμβάλλοντας, πέραν όλων των άλλων, και στην αληθοφάνεια του χαρακτήρα και των ιδιαιτεροτήτων του. Ιδωμένος μέσα από τη δική του ματιά, ο τρόπος με τον οποίο τον αντιμετωπίζουν φτάνει σε εμάς ως απόηχος, ως μια δεδομένη συνθήκη, χωρίς φωνές και επικριτική διάθεση. Έτσι, ο Σμιντ, εκτός της αστυνομικής πλευράς της ιστορίας, δίνει τη συνολική εικόνα της διαβίωσης του Κάλμαν σε ένα απομονωμένο χωριό λίγων δεκάδων κατοίκων, αλλά και, κατ' επέκταση, της Ισλανδίας ολόκληρης. Καταφέρνει με αυτό τον τρόπο να μην δελεαστεί από την εξωτικότητα του μέρους, να μην ξεφύγει από την κεντρική πλοκή και να χαθεί στις καταχωρήσεις ενός ταξιδιωτικού οδηγού. Για τον Κάλμαν, η Ισλανδία είναι απλώς το μέρος που γεννήθηκε.

Στη μεγάλη πλειονότητά τους τα αστυνομικά μυθιστορήματα χρησιμοποιούν τη διαλεύκανση ενός εγκλήματος ως αφορμή, ως πρόφαση για να εξετάσουν κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, επιλέγοντας μια διαφορετική οπτική γωνία θέασης του κόσμου. Ο Σμιντ δεν εξαιρεί τον εαυτό του. Ο Κάλμαν λειτουργεί, αν και με τον τρόπο του, ως ένας αυτόπτης μάρτυρας της οικονομικής έκρηξης της Ισλανδίας μετά την πρόσφατη χρεοκοπία, με βασικό όχημα –σας θυμίζει κάτι;– τον τουρισμό. Η επέλαση αυτή αναπόφευκτα αλλοιώνει μεγάλος μέρος αυτής της γεωγραφικά απομονωμένης χώρας. Έχει πρόσθετο ενδιαφέρον το γεγονός πως ο συγγραφέας επέλεξε τον τόπο αυτό για κατοικία του. Ένας ξένος με το προνόμιο μιας συντεταγμένης μετανάστευσης, που παρατηρεί τις αλλαγές που συμβαίνουν με μια ματιά σίγουρα διαφορετική από εκείνη των γηγενών. Η φαινομενική απλότητα της σκέψης του Κάλμαν αναδεικνύει τις προφανείς επιπτώσεις της συνθήκης του τουρισμού, αλλά και γενικότερα της οικονομικής πολιτικής, την αδιαφορία για την ύπαιθρο και τους κατοίκους της, τη συσσώρευση κερδών και εξουσίας στα χέρια των λίγων. Το χωριό του Κάλμαν, παρότι τόσο μακριά, μοιάζει τόσο οικείο τελικά.

Ευκολοδιάβαστο και γλυκό, μα ταυτόχρονα καλογραμμένο, το μυθιστόρημα δεν έχει ανάγκη από τρομερά ευφάνταστα ευρήματα και συνεχείς ανατροπές, και αυτό είναι κάτι που δεν ενοχλεί, αλλά αποδεικνύεται λειτουργικό και έξυπνο από πλευράς συγγραφέα. Ο Σμιντ επενδύει πολλά στο στήσιμο του αφηγητή, στον χαρακτήρα του Κάλμαν όπως αυτός πηγάζει από την ίδια του την αφήγηση, και πετυχαίνει να εισπράξει υπεραξία χωρίς ο αναγνώστης να νιώσει πως ο συγγραφέας εκμεταλλεύτηκε τον ήρωά του, το όνομα του οποίου μόνο τυχαίο δεν είναι. Το εξώφυλλο, ως αναπόσπαστο μέρος της εμπειρίας, αποδείχτηκε ιδανικό για το ωραίο αυτό μυθιστόρημα.

υγ. Για το Οι σκιές του Μπρούκλιν του Τζόναθαν Λέθεμ περισσότερα θα βρείτε εδώ. Τα Έθιμα ταφής είναι ίσως το πλέον γνωστό μυθιστόρημα που μια μη Ισλανδή συγγραφέας έχει γράψει, περισσότερα εδώ. Για άλλα μυθιστορήματα γραμμένα από Ισλανδούς: Και τα ψάρια τραγουδούν του νομπελίστα Halldór Laxness εδώ, Παράδεισος και κόλαση του Jón Kalman Stefánsson εδώ, Illska Το κακό του Eirikur-Orn Norddahl εδώ.

Μετάφραση Σοφία Αυγερινού
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2024

Ξεφυλλίζοντας το '23 (Μέρος Β')

Είναι η στιγμή του χρόνου, λίγο εκεί γύρω στην αλλαγή του, όταν, εκτός από σχέδια και στόχους που μάλλον, ας μη γελιόμαστε, θα μείνουν απλώς γραμμένα στο χαρτί, το βλέμμα γυρίζει προς τα πίσω να αντικρίσει τα πεπραγμένα, να κάνει ένα ιδιότυπο ταμείο, να κλείσουν οι λογαριασμοί, να δαμαστεί ο χρόνος, που τόσο ορμητικά καλπάζει. Ίσως, άλλη ευκαιρία να μη γυρεύουμε παρά εκείνη που θα μας δώσει την αφορμή για τη σύνταξη μιας ακόμα λίστας και ας ξέρουμε τον σισύφιο χαρακτήρα της, την επόμενη στιγμή, μια άλλη λίστα θα σχηματιζόταν, αναπόφευκτα. Για μένα είναι ένας τρόπος αποτύπωσης των περασμένων ανατρέχοντας σε όσα διάβασα και μου άρεσαν πολύ, ένα ακόμα φίλτρο, όταν κοιτάζω τις αναγνώσεις από απόσταση, να επιβεβαιωθεί ή να διαψευστεί το βάρος τους, το όποιο βάρος τους, να αποτυπωθεί η εξέλιξη, η όποια εξέλιξη.

Αρχική πρόθεση, πριν διατρέξω την αναγνωστική στοίβα με τα διαβασμένα της χρονιάς, ήταν να συμπεριλάβω πέντε ελληνικά βιβλία που ξεχώρισα τη χρονιά που πέρασε. Φιλόδοξη πρόθεση, που γρήγορα κατέπεσε, εξέλιξη που, μάλλον, υπογραμμίζει πως τελικά διάβασα περισσότερα καλά ελληνικά βιβλία απ' όσα διαισθητικά πίστευα. Με χρονολογική σειρά, από το παλιότερο στο πλέον πρόσφατο, ιδού η λίστα:

1. Όλες μας - Λύο Καλοβυρνάς (εκδόσεις Gutenberg). Στο Όλες μας, ο Λύο Καλοβυρνάς παίζει ένα διπλό χαρτί, αρκετά φιλόδοξο η αλήθεια είναι, τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο της ιστορίας του, επιστρατεύοντας δύο ευρήματα σχετικά πρωτότυπα. Η αφήγηση είναι κυρίως πρωτοπρόσωπη και εναλλάσσεται ανάμεσα στα βασικά πρόσωπα της πλοκής, γεγονός που συμβάλει στον πλουραλισμό των οπτικών γωνιών θέασης. Τον λόγο, και εδώ εντοπίζεται το αφηγηματικό εύρημα, παίρνει και ο ίδιος ο συγγραφέας σε μια μάλλον μεταμοντέρνα απόφαση, μέσω της οποίας επιχειρεί να ξεναγήσει τον αναγνώστη στα παρασκήνια της γραφής αυτού του μυθιστορήματος. Στο κείμενο παρεμβάλλονται ονόματα γυναικών-θυμάτων της αντρικής βίας, ως μεσότιτλοι, σαν άλλα εκκλησάκια στην άκρη του δρόμου, μια υποχρέωση στη μνήμη. (Περισσότερα για το βιβλίο διαβάζετε εδώ)

2. Άδειος τόπος - Γιάννης Νικολούδης (εκδόσεις Πατάκη). Με μια υποδειγματική αρχή, αντιπροσωπευτική του ύφους και του στυλ αφήγησης, αλλά και εισαγωγική στην πλοκή, ο ανώνυμος δεσμοφύλακας από τις φυλακές Νέας Αλικαρνασσού καταθέτει την ψυχολογία τού κρατούμενου που αποφυλακίζεται. Ο Άδειος τόπος είναι η ιστορία ενός ανώνυμου πρώην κρατούμενου που επιχειρεί να κάνει μια νέα αρχή εξερχόμενος στην κοινωνία, με τη στάμπα της φυλακής να τον συνοδεύει, τόσο γραφειοκρατικά όσο και εμφανισιακά, όντας κάτι που αναβλύζει από τη συνολική παρουσία του, ένα κυρίαρχο και εμφανές πια συστατικό του χαρακτήρα και της στάσης του σώματος, που αδυνατεί να κρύψει. Η αφήγηση σπάει στα τρία. Τις πρωτοπρόσωπες μαρτυρίες διαδέχεται η, και αυτή σε πρώτο πρόσωπο, αφήγηση του ίδιου του αντιήρωα, ενώ, ανά διαστήματα, ο αφηγητής-ερευνητής συμμετέχει στο άκρως λειτουργικό γαϊτανάκι φωνών που συνθέτει το βιβλίο. (Περισσότερα για το βιβλίο διαβάζετε εδώ)

3. Ω! Τι υπέροχη εκδρομή - Άρης Μαραγκόπουλος (εκδόσεις Τόπος). Από το 1982, όταν κυκλοφόρησε το Όλτσμομπιλ, ο Άρης Μαραγκόπουλος έχει μια σταθερή και πολυσχιδή παρουσία στα εκδοτικά πράγματα, πετυχαίνοντας να δημιουργήσει ένα προσωπικό σύμπαν με έντονο το πολιτικό και αισθητικό στοιχείο. Στο Ω! Τι υπέροχη εκδρομή! συναντάμε τους ήρωες από το προηγούμενο μυθιστόρημά του, το φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ. Η πολιτική αναμετράται σε μια πίστα απαιτητική όπως αυτή της συγχρονίας. Η ιστορία διαδραματίζεται στο ελληνικό παρόν, γεγονός που αναγκάζει τον αφηγητή να πάρει ξεκάθαρη θέση απέναντι στα πράγματα, να επιλέξει να αναδείξει εκείνα που θεωρεί καθοριστικά και σημαντικά. Το πετυχαίνει χωρίς η στράτευση να παρασιτεί εις βάρος της λογοτεχνικής αξίας του μυθιστορήματος. Σε μια περίοδο που η αριστερή ταυτότητα μοιάζει σύμφυτη με την απολογία και την ενοχή, αφηγήσεις όπως αυτή επανατοποθετούν το τρένο στις ράγες, δίνοντας του μια στέρεη και δυναμική πορεία προς τα εμπρός χωρίς ωραιοποιήσεις και μεγάλα λόγια, το Κι ας μην νικήσουμε ποτέ, θα πολεμάμε πάντα, αρκεί ως καύσιμη ύλη. (Περισσότερα για το βιβλίο διαβάζετε εδώ)

4. Διακοπές στην Αβησσυνία - Ελίζα Παναγιωτάτου (εκδόσεις αντίποδες). Δύο χρόνια μετά το Αεροδρόμιο, η Ελίζα Παναγιωτάτου επιστρέφει, για πρώτη φορά μ' ένα μυθιστόρημα. Η ως τώρα πορεία της ανήκε στη μικρή φόρμα, μια γραφή αρκετά προσωπική, θραυσματική και αφαιρετική. Το Διακοπές στην Αβησσυνία είναι ένα βήμα πιο φιλόδοξο. Πρωταγωνίστρια είναι η Τέσση, γεννημένη στα μέσα της δεκαετίας του '80, που δουλεύει σ' ένα τηλεφωνικό κέντρο εξυπηρέτησης πελατών, παλεύοντας να επιβιώσει στην καθημερινότητα τόσο πρακτικά όσο και συναισθηματικά. Της αρέσουν κυρίως οι γυναίκες, αλλά όχι αποκλειστικά. Ο ξαφνικός θάνατος του πατέρα της ανατρέπει την όποια ομαλότητα. Σκαλίζοντας τα διάφορα χαρτιά ανακαλύπτει άγνωστες πτυχές της ζωής του, τον γνωρίζει λίγο καλύτερα, τα κομμάτια ενός ακατανόητου παζλ μπαίνουν σιγά σιγά στη θέση τους. Το Διακοπές στην Αβησσυνία, χαμηλόφωνο και σύγχρονο, ανήκει στο σώμα μιας διακριτής ελληνόφωνης γυναικείας λογοτεχνίας, γεγονός που το καθιστά, εκτός από αναγνωστικά απολαυστικό, αναγκαίο, έτσι όπως αποτυπώνει τον χωροχρόνο και τις κινήσεις των (θηλυκών) υποκειμένων εντός του. (Περισσότερα για το βιβλίο διαβάζετε εδώ)

5. Φελιτσιτά - Μάρω Δούκα (εκδόσεις Πατάκη). Η αφήγηση ξεκινάει όταν ο Κωνσταντίνος Καβουράκης έχει ήδη εγκαταλείψει το σπίτι του στα Σεπόλια και μένει στον δρόμο, σε μια εσοχή της οδού Αιόλου. Ένας ακόμα τσακωμός με τη γυναίκα του διαδραματιζόταν, όταν κάποια στιγμή εκείνος την άρπαξε από τα μαλλιά και ο γιος δεν συγκράτησε την οργή του, χειροδίκησε εναντίον του, να σηκωθείς να φύγεις του είπε και εκείνος έφυγε. Το σημείο μηδέν, ο τσακωμός και η παρεπόμενη φυγή του Καβουράκη από το σπίτι, φέρνει επιτέλους στο λογοτεχνικό προσκήνιο το αδύνατο της επιστροφής σε ένα πρότερο σημείο της οικογενειακής ζωής, ένα ξεκάθαρο πριν και μετά αναδύεται από τα χαλάσματα της μάχης. Οι κουβέντες που ανταλλάχτηκαν και οι ψιλές που έπεσαν, συνέχεια και συνέπεια όσων μέσα στα χρόνια μεσολάβησαν, δεν μπορούν απλώς να ξεχαστούν και τα πρόσωπα να σφυρίξουν αδιάφορα. Σφιχτοδεμένο και χωρίς περιττές κουβέντες, το Φελιτσιτά είναι ένα υπέροχο και γοητευτικό μυθιστόρημα, βαθιά ανθρώπινο, που δείχνει την οξυδερκή και ζωηρή ματιά τής, γεννημένης το 1947, Δούκα στα πράγματα. (Περισσότερα για το βιβλίο διαβάζετε εδώ)

6. Δυναμώστε τη μουσική, παρακαλώ - Μιχάλης Μαλανδράκης (εκδόσεις Πόλις). Τρία χρόνια πριν, είχε προηγηθεί η νουβέλα Patriot. Η τότε σύνοψη της ανάγνωσης περιελάμβανε την παρουσία προσδοκιών για το μέλλον και ειδικότερα για το δεύτερο, πάντοτε κρίσιμο, βήμα του Χανιώτη συγγραφέα. Αυτή είναι η ιστορία του Χάρη Αλεξιάδη, που τον χειμώνα του 1972, παιδί ακόμα, υπήρξε μάρτυρας της σύλληψης ενός γείτονα δημοσιογράφου. Τότε μπήκε μέσα του ο σπόρος της δημοσιογραφίας, μ' ένα περίβλημα εξόχως ιδεολογικό. Ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία δημιουργεί την ανάγκη για πολεμικούς ανταποκριτές στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Ο Χάρης θα επισκεφθεί ξανά και ξανά τα ματωμένα εκείνα χώματα. Ο Μαλανδράκης χειρίζεται άψογα το υλικό του και το εμπλουτίζει με πραγματολογικά στοιχεία έρευνας, καθιστώντας οικείο και γνώριμο το μυθοπλαστικό πρόσωπο του Χάρη. Η αποσπασματικότητα στην αφήγηση, η οικονομία στα μέσα και ο σταθερός ρυθμός που τα χρονικά μπρος πίσω επιβάλλουν επιτρέπουν στο Δυναμώστε τη μουσική, παρακαλώ να αποκτήσει μια ευδιάκριτη αφηγηματική ταυτότητα, λειτουργική και γοητευτική.

7. Λίγα λόγια για μένα - Καλλιρρόη Παρούση (εκδόσεις Τόπος). Ο Χάρης αυτοκτόνησε. Οι αρχές ζητούν τα κείμενά του από την υπεύθυνη του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής. Εκείνη είναι αναγκασμένη να τα παραδώσει. Ο Χάρης ξεκίνησε να παρακολουθεί αυτά τα μαθήματα ύστερα από ισχυρή σύσταση της ψυχοθεραπεύτριάς του, μήπως και αφήσει στο χαρτί εκείνα που τον ταλάνιζαν. Το Λίγα λόγια για μένα αποτελεί την εναλλαγή των κειμένων της μαθητείας τού Χάρη, που θέλησε να κειμενοποιηθεί, και των σημειώσεων της ανώνυμης υπεύθυνης, που στα κείμενα αυτά βρήκε τον χώρο να πει λίγα λόγια για εκείνη, χωρίς να προδώσει, χωρίς να προβεί σε ερμηνεία του κειμενοποιημένου Χάρη. Στο μεταμοντέρνο εγχείρημα της Καλλιρρόης Παρούση οι επαναλαμβανόμενες φράσεις, ο απαραίτητος ζωτικός χώρος για τα πρόσωπα, τις ιδέες και την περιρρέουσα πραγματικότητα, το νήμα της πλοκής ευδιάκριτο παρότι μπερδεμένο, το φλερτάρισμα με διάφορα λογοτεχνικά υποείδη, η αγάπη για τη λογοτεχνία, η απόπειρα να διαλευκανθεί η ανάγκη της, το γιατί γράφουμε και το γιατί διαβάζουμε σ' έναν κόσμο ολοένα και πιο αφόρητα παράλογο και επιβιωτικά αγωνιώδη, τον τρόπο με τον οποίο η γραφή του άλλου εισβάλλει στην επικράτειά μας, η καθησυχαστική ή ανήσυχη αίσθηση πως (και) για εμάς γράφει το αφηγηματικό υποκείμενο, πως η ανάγνωση, και όχι μόνο η γραφή, είναι μια διαδικασία κειμενοποίησης, οι εκδοχές της ζωής που δεν κυριάρχησαν αλλά αυτό διόλου δεν σημαίνει πως ξεχάστηκαν, είναι μερικά από τα συστατικά της κατασκευής. (Περισσότερα για το βιβλίο διαβάζετε εδώ)

8. Ραδιοκασετόφωνο - Ιάκωβος Ανυφαντάκης (εκδόσεις Πατάκη). Ο Ηλίας έχει σχεδόν τα πάντα στη ζωή του. Έναν γιο, μία πρώην γυναίκα, μία πρώην ερωμένη που ίσως ξαναγίνει νυν, ένα πανάκριβο αυτοκίνητο, τρία μαγαζιά, αρκετά σπίτια και πάρα πολλά χρήματα. Εδώ και λίγες ώρες, όμως, δεν έχει πατέρα. Ο παντογνώστης αφηγητής πιάνει το νήμα όταν ο πατέρας και ο ανήλικος γιος βρίσκονται στο αυτοκίνητο πηγαίνοντας προς το χωριό του νεκρού για την κηδεία. Ο Ανυφαντάκης δεν επιλέγει να αφηγηθεί μια εξόχως πρωτότυπη ιστορία, όμως το κάνει με τον δικό του τρόπο, που χαρακτηρίζεται από μια ήπια και σκωπτική αφήγηση. Δεν επιλέγει πρωταγωνιστές συμπαθείς ή που να δοκιμάζονται από την σκληρότητα της ζωής, δεν διαλέγει την ευκολία του συναισθηματικού εκβιασμού. Ο Ηλίας δεν είναι συμπαθής, είναι ωστόσο μια φιγούρα γνώριμη και οικεία, για την κοινή γνώμη πετυχημένος που έχει πιάσει την καλή, για τον ίδιο, ωστόσο, η φαινομενικά ισχυρή αυτοπεποίθηση που νιώθει έχει σαφέστατα δομικά ζητήματα. Ο συγγραφέας ελέγχει το υλικό, τη φιλοδοξία και τις επιδιώξεις του, δεν δείχνει να παρασύρεται από το δέλεαρ μιας πολυσέλιδης εκδοχής, αν και δεν ξέρουμε ποιες υπήρξαν οι προηγηθείσες εκφάνσεις της ιστορίας αυτής, όπως και να έχει, το τελικό αποτέλεσμα είναι αυτό που τίθεται υπό κρίση και αυτή η κρίση είναι κάτι παραπάνω από θετική.

9. Ρετούς - Μιχάλης Φακίνος (εκδόσεις Καστανιώτη). Γεννημένος το 1940, ο Μιχάλης Φακίνος, δημιουργικά ανήσυχος, συνεχίζει, συχνά πυκνά, τις λογοτεχνικές του εμφανίσεις. Πολυγραφότατος και ακάματος, μάλλον παραγνωρισμένος από το ευρύ κοινό, ακολουθεί έναν προσωπικό μονοπάτι μέσα στο χρόνια, που, σε αντίστιξη ίσως με την ηλικία του, τον οδηγεί σε ολοένα και πιο μεταμοντέρνα, κρυπτικά μα όχι απροσπέλαστα, κατασκευάσματα, εκεί που το παράλογο συγκατοικεί με την πραγματικότητα, η υπαρξιακή αγωνία με την παιγνιώδη διάθεση. Η Ρετούς στα χρόνια της πανδημίας, αυτός θα μπορούσε να είναι ένας πιο επεξηγηματικός τίτλος. Η απομόνωση, τα ασφυκτικά μέτρα, τα νεκρικά διαγγέλματα, ο φόβος για την εγγύτητα, η ατομική ευθύνη. Παρότι κοινά για τους περισσότερους, δεν υπήρξαν το ίδιο επιδραστικά, κάποιοι δεν κατάφεραν να εξέλθουν αλώβητοι απ' όλο αυτό. Όμως, το Ρετούς είναι πολλά περισσότερα από μια απλή και ίσως πρώιμη ματιά στα χρόνια εκείνα, οι διακλαδώσεις στα μονοπάτια της σκέψης της Ρετούς είναι ικανά να οδηγήσουν σε διαφορετικά μέρη τον κάθε αναγνώστη.

Και του χρόνου, καλά να είμαστε, ωραία βιβλία να έχουμε διαβάσει.

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2024

Ξεφυλλίζοντας το '23 (Μέρος Α')

Είναι η στιγμή του χρόνου, λίγο εκεί γύρω στην αλλαγή του, όταν, εκτός από σχέδια και στόχους που μάλλον, ας μη γελιόμαστε, θα μείνουν απλώς γραμμένα στο χαρτί, το βλέμμα γυρίζει προς τα πίσω να αντικρίσει τα πεπραγμένα, να κάνει ένα ιδιότυπο ταμείο, να κλείσουν οι λογαριασμοί, να δαμαστεί ο χρόνος, που τόσο ορμητικά καλπάζει. Ίσως, άλλη ευκαιρία να μη γυρεύουμε παρά εκείνη που θα μας δώσει την αφορμή για τη σύνταξη μιας ακόμα λίστας και ας ξέρουμε τον σισύφιο χαρακτήρα της, την επόμενη στιγμή, μια άλλη λίστα θα σχηματιζόταν, αναπόφευκτα. Για μένα είναι ένας τρόπος αποτύπωσης των περασμένων ανατρέχοντας σε όσα διάβασα και μου άρεσαν πολύ, ένα ακόμα φίλτρο, όταν κοιτάζω τις αναγνώσεις από απόσταση, να επιβεβαιωθεί ή να διαψευστεί το βάρος τους, το όποιο βάρος τους, να αποτυπωθεί η εξέλιξη, η όποια εξέλιξη.

Δώδεκα, μία για κάθε μήνα, επιλογές από την μεταφρασμένη λογοτεχνία με τυχαία σειρά:

1. Τέκνο του Θεού - Cormac McCarthy (μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς, εκδόσεις Gutenberg). Η κυκλοφορία στα τέλη της προπερασμένης χρονιάς, μετά από δεκαέξι χρόνια αναμονής, του μυθιστορηματικού δίπτυχου Ο επιβάτης/Stella Maris, αλλά κυρίως ο θάνατος του Κόρμακ ΜακΚάρθυ στις 13 Ιουνίου, ανακίνησαν το ενδιαφέρον γύρω από το έργο ενός από τους σπουδαιότερους συγγραφείς της αμερικανικής, και όχι μόνο, λογοτεχνίας. Επακόλουθο του ενδιαφέροντος αυτού υπήρξε η ένθερμη υποδοχή της μετάφρασης, για πρώτη φορά στα ελληνικά, του μυθιστορήματος Τέκνο του Θεού, το οποίο ταυτόχρονα έλκει και απωθεί τον αναγνώστη και αυτής της δυναμικής αναβλύζει αναθεωρημένη η έννοια της αναγνωστικής απόλαυσης.

2. Ρολόι χωρίς δείκτες - Carson McCullers (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδόσεις Διόπτρα). Είναι ευτυχές γεγονός πως οι εκδόσεις Διόπτρα έχουν αναλάβει να επανεκδώσουν και να συμπληρώσουν το σύνολο του έργου τής, δυστυχώς μάλλον υποτιμημένης στα μέρη μας, Κάρσον Μακάλερς. Το Ρολόι χωρίς δείκτες, που συναρπάζει με την απλότητά του, απόρροια της αφηγηματικής άνεσης και της μη ανάγκης της συγγραφέως για καταφυγή σε περίτεχνα κόλπα και παρακινδυνευμένα τεχνάσματα, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα της εργογραφίας τής Μακάλερς, μια κατάλληλη αναγνωστική πύλη εισόδου. (Περισσότερα για το βιβλίο διαβάζετε εδώ)

3. MANIAC - Benjamín Labatut (μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδόσεις Δώμα). Με το Όταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο, ο Μπενχαμίν Λαμπατούτ έπαψε να αποτελεί ένα ανατέλλον αστέρι της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας και είδε το έργο του να αναγνωρίζεται, να μεταφράζεται και να εκδίδεται σε πολλές χώρες σε όλον τον κόσμο, με την κριτική και τους αναγνώστες να το υποδέχονται θερμά. Με το MANIAC μοιάζει να εγκαθιδρύει ένα νέο υποείδος, αυτό του επιστημονικού ρεαλισμού, σ' ένα αποτέλεσμα αναπάντεχα γοητευτικό, που προκαλεί ίλιγγο, ανοίγοντας στον αναγνώστη νέα παράθυρα αναζήτησης, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει απόλαυση όπως κάνει η καλή λογοτεχνία.

4. Όνειρα τρένων - Denis Johnson (μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς, εκδόσεις Αντίποδες). Τα Όνειρα τρένων του Ντένις Τζόνσον ήταν ένα από τα βιβλία που ανέμενα με μεγάλη ανυπομονησία. Οι προσδοκίες ήταν υψηλότατες, κάτι το οποίο συχνά αποτελεί αναγνωστικό τροχοπέδη, όχι όμως για έναν δημιουργό του βεληνεκούς του Αμερικανού συγγραφέα. Το μέγεθος, αλλά και οι συγγραφικές αποφάσεις σχετικά με το ύφος, τη γλώσσα αλλά και τη διάρθρωση της πλοκής, επιτρέπουν στον αναγνώστη να μελετήσει και να κατανοήσει το γιατί αυτή η νουβέλα θεωρείται υποδειγματική. Υπάρχουν έργα τα οποία συντελούν στην όξυνση της αναγνωστικής επάρκειας, τέτοιο βιβλίο είναι αυτό. (Περισσότερα για το βιβλίο διαβάζετε εδώ)

5. Μοντεβιδέο - Enrique Vila-Matas (μτφρ. Ναννά Παπανικολάου, εκδόσεις Ίκαρος). Το Μοντεβιδέο, το πλέον πρόσφατο βιβλίο του Ενρίκε Βίλα-Μάτας δεν θα μπορούσε να λείπει από τη συγκεκριμένη αναγνωστική σύνοψη της χρονιάς. Χαρακτηριστικό και απολαυστικό δείγμα γραφής του Ισπανού συγγραφέα, που τοποθετεί στον πυρήνα του μυθιστορήματος ένα διήγημα του Κορτάσαρ και δεν διστάζει να φανερώσει τις αναγνωστικές εμμονές και τα λογοτεχνικά πάθη του, να αναμετρηθεί μαζί τους και, έτσι, παίζοντας το παιχνίδι με την προσήλωση παιδιού να επιφέρει καίριο πλήγμα στην διάχυτη πλήξη και την περιρρέουσα  σοβαροφάνεια.

6. Παρακαταθήκη - Hernan Diaz (μτφρ. Κάλλια Παπαδάκη, εκδόσεις Μεταίχμιο). Παρότι κυκλοφόρησε στις αρχές της χρονιάς, η Παρακαταθήκη  του Ερνάν Ντίαζ δεν έχασε τη θέση της ανάμεσα στα καλύτερα μυθιστορήματα του 2023. Ένα ιδιαιτέρως πλουραλιστικό μυθιστόρημα, απολαυστικό στην ανάγνωση, που δεν μπερδεύει τον αναγνώστη με τα τερτίπια του, φτιαγμένο με τρόπο περίτεχνο αλλά ταυτόχρονα προσιτό, που δεν θυσιάζει την απόλαυση για χάρη ή υπό το βάρος της φιλοδοξίας και της εκζήτησης. (Περισσότερα για το βιβλίο διαβάζετε εδώ)

7. Νυχτωδία της Χιλής - Roberto Bolaño (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδόσεις Άγρα). Η ετήσια σταθερά: ένα ακόμα βιβλίο του τεράστιου Ρομπέρτο Μπολάνιο στα ελληνικά σε μετάφραση Κρίτωνα Ηλιόπουλου από τις εκδόσεις Άγρα. Η Νυχτωδία της Χιλής, το άτυπο ταίρι του αριστουργηματικού Φυλαχτού, κυκλοφόρησε όσο εκείνος ζούσε και δεν ανασύρθηκε από κάποιο μπαούλο ή ψηφιακό σύννεφο. Νουβέλα που διαθέτει όλες τις αρετές του μπολανικού σύμπαντος, μια κατάλληλη οδός γνωριμίας  με το έργο του τρομερού Χιλιανού. (Περισσότερα για το βιβλίο διαβάζετε εδώ)

8. Η Κοιλιά του Γαϊδάρου - Andrea Abreu (μτφρ. Ασπασία Καμπύλη, εκδόσεις Carnívora). Οι αισθητικά χαρακτηριστικές εκδόσεις Carnívora, συνυφασμένες με την ισπανόφωνη λογοτεχνία, με την κυκλοφορία του μυθιστορήματος Η κοιλιά του γαϊδάρου της νεαρής Αντρέα Αμπρέου σύστησαν στο ελληνικό κοινό ακόμα μια ενδιαφέρουσα συγγραφική φωνή. Σκληρός ρεαλισμός κάτω από τον μανδύα της τρυφερότητας και της αναπόλησης της παιδικής ηλικίας, ένα καλό βιβλίο, μια πρώτη υπόσχεση εκ μέρους της συγγραφέως. (Περισσότερα για το βιβλίο διαβάζετε εδώ)

9. Herscht 07769 - László Krasznarhokai (μτφρ. Μανουέλα Μπέρκι, εκδόσεις Πόλις). Πώς θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για την αναγνωστική του χρονιά χωρίς να αναφερθεί με θαυμασμό και δέος στο Herscht 07769 του Λάσλο Κρασναρχοκάι; Απευθύνεται σε ένα διευρυμένο αναγνωστικό κοινό, ίδιον της πραγματικά υψηλής λογοτεχνίας, και μας υπενθυμίζει τι μεγάλη τύχη είναι να κοιτάζουμε τον κόσμο τριγύρω μας μέσα από τα μάτια ενός συγγραφέα που βρίσκεται ήδη στο πάνθεον των σπουδαίων. (Περισσότερα για το βιβλίο διαβάζετε εδώ)

10. Ένα ποτήρι οργή - Raduan Nassar (μτφρ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδόσεις Πατάκη). Ο Ραντουάν Νασάρ έγραψε τη δεκαετία του '70, ύστερα αποσύρθηκε και σώπασε. Η έξοδός του από τα όρια της πορτογαλόφωνης αγοράς έγινε χάρη στη βράβευσή του το 2016 με το βραβείο Καμόες. Η νουβέλα του, Ένα ποτήρι οργή με τη μετάφραση εγγύηση της Αθηνάς Ψυλλιά, μια ιστορία σεξουαλικού πάθους, συστήνει έναν από τους πλέον αποκρουστικούς και αντιπαθείς πρωτοπρόσωπους αφηγητές, αναδεικνύει το ανθρώπινο που συνοδεύει το ένστικτο, τη γεμάτη από μαύρες κηλίδες ψυχοσύνθεση, το κακό που επωάζεται πριν ξεχυθεί. (Περισσότερα για το βιβλίο διαβάζετε εδώ)

11. Από το εργοστάσιο της Ζάχαρης - Dorothee Elmiger (μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, εκδόσεις Loggia). Οι εκδόσεις Loggia, με την προγραμματική θέση για σύσταση στο κοινό συγγραφέων που δεν έχουν ως τώρα μεταφραστεί, πρόσθεσαν στον κατάλογό τους τη γεννημένη στην Ελβετία Ντοροτέε Έλμιγκερ, με το μυθιστόρημα Από το εργοστάσιο της ζάχαρης. Η έμπνευση και η υλοποίηση, το κατακερματισμένο κείμενο, οι διακειμενικές αναφορές, οι παύσεις και οι επιταχύνσεις, τα νήματα της αφήγησης που μένουν μετέωρα, η οξυδέρκεια στην παρατήρηση, το αίσθημα μιας άναρχης γραφής που γοητεύει με την άνεση στη διαχείριση του πολυποίκιλου υλικού, ο φαινομενικά παροντικός και γραμμικός χρόνος της συγγραφής· μια μεταμοντέρνα σύνθεση που ωστόσο δεν υποτάσσεται στην εγκεφαλικότητα. (Περισσότερα για το βιβλίο διαβάζετε εδώ)

12. Ζήσε γρήγορα - Brigitte Giraud (μτφρ. Σοφία Αυγερινού, εκδόσεις Καστανιώτη). Το Ζήσε γρήγορα της Μπριζίτ Ζιρό (μτφρ. Σοφία Αυγερινού, εκδόσεις Καστανιώτη), με τον στακάτο ρυθμό και την υψηλή αφηγηματική ένταση, δεν αναλώνεται στο βίωμα, δεν περιορίζεται ούτε στη λογοτεχνία του τραύματος, ούτε στην υποκατηγορία της κουήρ αυτομυθοπλασίας και αυτό, σε συνδυασμό πάντα με τις λογοτεχνικές του αρετές, αποδεικνύεται καθοριστικό στην ανάγνωση και την πρόσληψή του, ικανό να το τοποθετήσει ανάμεσα στα καλύτερα βιβλία ξένης λογοτεχνίας για το 2023. (Περισσότερα για το βιβλίο διαβάζετε εδώ)