Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2022

Αποσυνάγωγοι - Ογούζ Ατάι

Η είδηση της εξαφάνισης ενός νέου μηχανολόγου ονόματι Τουργκούτ Οζμπέν δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες ημερήσιας κυκλοφορίας κάπου στην τέταρτη ή πέμπτη σελίδα τους. Βρισκόμουν τότε στο εξωτερικό. [...] Ο λόγος για τον οποίο γράφω αυτές τις αράδες που φαινομενικά δεν έχουν καμία σχέση με τούτο το βιβλίο, είναι γιατί θέλω να πω λίγα επεξηγηματικά για την περιπέτειά του, η οποία θα μπορούσε και να ταιριάζει, από πολλές απόψεις, με εκείνη των άτυχων πρωταγωνιστών του.

Το χειρόγραφο, συνοδευόμενο από μια επιστολή, έφτασε με τη μορφή δέματος στο γραφείο του ανώνυμου συγγραφέα στην εφημερίδα που τότε εργαζόταν. Είχαν ήδη περάσει τρία χρόνια από την εξαφάνιση του νεαρού μηχανολόγου Τουργκούτ Οζμπέν που υπέγραφε την επιστολή. Οι δυο τους είχαν γνωριστεί ταξιδεύοντας με το τρένο και ο Τουργκούτ ζήτησε τη διεύθυνση του συνταξιδιώτη του καθώς ο ίδιος, τότε, δεν είχε πια μια σταθερή κατοικία, βρισκόταν ήδη σε πορεία εξαφάνισης. Το εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα ακολουθεί το αντίστοιχο από μεριάς του εκδοτικού οίκου, με το οποίο επισημαίνεται η απουσία οποιασδήποτε βεβαιότητος που θα καθιστούσε το περιεχόμενο του παρόντος βιβλίου πραγματικό και καλεί τον αναγνώστη να το εκλάβει ως ένα ντοκουμέντο ερμηνευτικό της προσωπικότητας του ανθρώπου ή των ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από τις σελίδες του. Έτσι, η ιστορία έκδοσης του βιβλίου, ο τρόπος με τον οποίο έφτασε στα χέρια του συγγραφέα, εγκιβωτίζεται στο ίδιο το μυθιστόρημα, καθιστώντας το πρωτεύον πρόσωπο της πλοκής του. Το εύρημα αυτό, γνώριμο στην ιστορία της λογοτεχνίας, αποσυνδέει τον συγγραφέα από το βιβλίο, καθιστώντας τον έναν μεσολαβητή, ένα απλό γρανάζι για την έκδοση του βιβλίου, σπρώχνοντας τον ίδιο τον Ατάι ακόμα πιο μακριά από τους Αποσυνάγωγους, ή ακόμα πιο βαθιά μέσα τους· όπως προτιμά κανείς.

Στο χειρόγραφο, πρωταγωνιστής είναι ένας απών, ο Σελίμ. Όταν ο Τουργκούτ μαθαίνει για την αυτοκτονία του, κάτι μέσα του σπάει οριστικά. Δεν είναι απλώς η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, αλλά η συνειδητοποίηση του πόσο άγνωστοι παραμένουμε σε αυτή τη ζωή, του πόσο μόνοι διάγουμε τον βίο, αντιμέτωποι με τις αγωνίες, τους φόβους, τα όνειρα και τις ελπίδες μας, παρά τις αγκαλιές, το κρασί και τις υποσχέσεις, γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι. Ποιος ήσουν Σελίμ; Σε ανύποπτη στιγμή, πριν την αυτοκτονία, ο Τουργκούτ θα παρουσιαζόταν βέβαιος για το βάθος της φιλίας αυτής, παρότι κάποια στιγμή η ζωή τους τράβηξε διαφορετικές τροχιές, έτσι όπως ο Τουργκούτ επέλεξε έναν δρόμο γνώριμο και χιλιοπατημένο, εκείνο που πολλοί αποκαλούν φυσική εξέλιξη μιας ζωής, τον γάμο και τα παιδιά, τη σταθερή δουλειά και όλα όσα εκείνα μαζί τους φέρνουν, όπως για παράδειγμα τα τραπεζομάντηλα μιας προίκας και την ακόλουθη επιλογή του κατάλληλου για την εκάστοτε περίσταση. Θα έλεγε, σίγουρα θα έλεγε ο Τουργκούτ πως είναι φίλοι με τον Σελίμ, και θα το πίστευε. Όμως, η αυτοκτονία του Σελίμ έρχεται να καταρρίψει τη βεβαιότητα τούτη, την ασυλλόγιστη βεβαιότητα, την από κεκτημένη ταχύτητας βεβαιότητα, ναι, θα έλεγε, είμαστε φίλοι με τον Σελίμ, καρδιακοί φίλοι. Ο Τουργκούτ επιχειρεί να συνθέσει το πορτραίτο του Σελίμ, να απαντήσει στο ερώτημα ποιος πραγματικά ήταν. Αυτό δεν είναι απλώς ένας φόρος τιμής προς τον εκλιπόντα, αλλά μια αναγκαιότητα που με την είδηση της αυτοχειρίας βαραίνει τον Τουργκούτ, καθώς εμφανίζει ένα ερώτημα, καλά καταχωνιασμένο για χρόνια σε μια εσοχή ολότελα δική του, ποιος είμαι; Σε αυτή τη διαδρομή έρευνας και ανασύνθεσης, ο Τουργκούτ θα συναντήσει διάφορα πρόσωπα με τα οποίο ο Σελίμ συνδέθηκε και θα ανατρέξει σ' όσα γραπτά άφησε πίσω του. Αυτή είναι η υπόθεση των Αποσυνάγωγων, απλή και ανθρώπινη.

Εκείνο που διατρέχει και συνέχει από άκρη σε άκρη τους Αποσυνάγωγους είναι το αίσθημα της αγωνίας, της βαθιάς υπαρξιακής και ανθρώπινης αγωνίας, η πυρετώδης αναζήτηση του Τουργκούτ που φέρνει στην επιφάνεια την πυρετώδη αναζήτηση του Σελίμ, η κοινή, καίτοι ετεροχρονισμένη, καταβύθιση ως την εξαφάνιση των δύο αυτών νεαρών, που υπήρξαν ή ένιωσαν αποσυνάγωγοι της πραγματικότητας, που υποχώρησαν κάτω από το βάρος της επιθυμίας για έναν κόσμο διαφορετικό. Ο Ατάι, για να εκπληρώσει τη φιλοδοξία του, συμμαχεί με τη γλώσσα. Σε εκείνη καταφεύγει για να αποτυπώσει την αγωνία. Οι Αποσυνάγωγοι είναι η γλώσσα, τα όρια της είναι εκείνα που επιτρέπουν στο μυθιστόρημα αυτό να υπάρξει και να επιτελέσει την αποστολή που του ανατέθηκε, να περιγράψει, δηλαδή, την ατομική, ανθρώπινη αγωνία ενάντια στη δεδομένη πραγματικότητα, στην κυρίαρχη πραγματικότητα, τη σύνθλιψη, πρώτα του εμείς, ύστερα του εγώ, αλλά και την αλλοτρίωση και την ποδοπάτηση ονείρων και αξιών.

Οι Αποσυνάγωγοι είναι ένα μυθιστόρημα συναισθηματικά δυσβάσταχτο. Ο Ατάι, παρότι αναφέρεται στην τουρκική πραγματικότητα, έχει την καθοριστική οξυδέρκεια να καταστήσει το μυθιστόρημά του οικουμενικό, προβάλλοντας την κοινή ανθρώπινη αγωνία, αποτυπώνοντάς την στο πλήρες της εύρος. Συναισθηματικά δυσβάσταχτο τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, η πανωλεθρία παραμονεύει σε κάθε γωνία, η αυτοχειρία του Σελίμ και η εξαφάνιση του Τουργκούτ προκαταβάλλονται άλλωστε. Δεν υφίσταται, ή δεν θα έπρεπε να υφίσταται, το αισιόδοξο-απαισιόδοξο ως ζεύγος προσέγγισης, όχι για το μυθιστόρημα αυτό τουλάχιστον. Οι Αποσυνάγωγοι διακρίνονται για τον ιδιότυπο ρεαλισμό τους, αυτό είναι το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένοι, η ίδια η ζωή. Και καθώς όλα υπάρχουν μέσα σε όλα, ο αναγνώστης θα διαβεί και σελίδες που γεννούν ένα γέλιο ασυγκράτητο, ιδιαίτερα εκείνες που έχουν να κάνουν με τον αγώνα ενός απλού πολίτη σε μια δημόσια υπηρεσία, η μάχη για μια απλή υπογραφή, το κυνήγι του προϊστάμενου και η απόπειρα σαγήνης του κλητήρα που θα οδηγήσει ως το γραφείο του διευθυντή.

Ανάμεσα σε άλλα, ο τρόπος με τον οποίο ενοικεί η ίδια η λογοτεχνία εντός της ιστορίας εντείνει τον προαναφερθέντα ρεαλισμό. Η σχέση των πρωταγωνιστών μαζί της, η απόσταση που ενίοτε εκείνη δημιουργεί από την πραγματική ζωή, η καταφυγή στη γραφή και η υποταγή στη ματαιότητα αυτής, οι αναγνωρίσιμες διακειμενικές αναφορές, η συχνά δυσδιάκριτη αποκοπή του αφηγηματικού προσώπου από το ίδιο το πρόσωπο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η λογοτεχνία λειτουργεί ενδοκειμενικά αποτελεί το ποίημα του Σελίμ, Χθες, σήμερα, αύριο, έκτασης εξακοσίων στίχων, χωρισμένο σε ωδές, το οποίο συνοδεύεται από πολυσέλιδο ερμηνευτικό σχολιασμό. Ποίημα το οποίο έρχεται να σταθεί δίπλα στις σελίδες ημερολογίου και τις προφορικές αφηγήσεις του Σελίμ, αποτελώντας καθοριστικά στοιχεία στην απόπειρα ανασύνθεσης που επιχειρεί ο Τουργκούτ.

Η ευφυής σύνθεση και διαχείριση του υλικού, οι εναλλαγές της αφηγηματικής φωνής αλλά και της απεύθυνσης, ο κυρίαρχος μοντερνισμός και ο υποδόριος μεταμοντερνισμός είναι τα κυρίαρχα τεχνικά χαρακτηριστικά της κατασκευής. Ωστόσο, η τεχνική αρτιότητα της κατασκευής, ας σημειωθεί εδώ πως ο Ατάι είχε σπουδάσει πολιτικός μηχανικός, δεν θα ήταν αρκετή από μόνη της, αρκετή δεν θα ήταν ούτε η αγάπη και η γνώση της παγκόσμιας γραμματείας, είναι, λέω ξανά, η ανθρώπινη αγωνία εκείνη που συνέχει το περίτεχνο αυτό κατασκεύασμα, είναι η οικεία οσμή της που λειτουργεί για τον αναγνώστη ως μίτος στον λαβύρινθο των φωνών που η κατάρρευση των συμβάσεων αφήνει πίσω της, καίτοι γνωρίζει την κατάληξη ήδη από την αρχή, ο Σελίμ είναι νεκρός, ο Τουργκούτ εξαφανισμένος.

Οι Αποσυνάγωγοι, παρά το λογοτεχνικό τους εκτόπισμα και τον αναγνωστικό ίλιγγο που προκαλούν, δεν είναι ένα μυθιστόρημα που απευθύνεται σε κάποια ελίτ. Λίγες μόνο σελίδες αρκούν για να γεννήσουν το δέος απέναντι σε αυτό που ο Ατάι οραματίστηκε και υλοποίησε στο πρώτο(!) του μυθιστόρημα. Λίγες σελίδες είναι αρκετές για να νιώσει ο αναγνώστης πως εδώ έχει να αναμετρηθεί μ' ένα μυθιστόρημα που ανήκει στον κανόνα της λογοτεχνίας, για να πειστεί πως η ίδια η διαδρομή, κατά τόπους δύσκολη στην αναπνοή, θα τον αποζημιώσει. Τέτοιο βιβλίο είναι οι Αποσυνάγωγοι, τέτοιου μεγέθους λογοτεχνία.

Η μετάφραση από τα τουρκικά, πραγματικός άθλος, ανήκει στη Νίκη Σταυρίδη· το κατατοπιστικό επίμετρο στον Βασίλη Δρόλια, που αγάπησε και πρότεινε το μυθιστόρημα αυτό ώστε να πάρει τη θέση του στη σειρά Orbis Literæ, εκεί που ορθά ανήκει.

Μετάφραση Νίκη Σταυρίδη
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2022

Οι μεταφορές του Βασιλιά - Joshua Cohen

Ήταν καλοκαίρι, πλησίαζε η εορταστική εβδομάδα —Ημέρα Μετακόμισης (τελευταία μέρα του μήνα, πρώτη μέρα του μήνα) και αμέσως μετά η Ημέρα της Ανεξαρτησίας— και ο Ντέιβιντ Κινγκ είχε πάει στα Χάμπτονς σε ένα πάρτι γενεθλίων για την Αμερική, στο οποίο ήταν προσκεκλημένος ως μέλος του Empire Club, που είχε ζητήσει από τους παρευρισκόμενους να δωρίσουν τουλάχιστον 4.000 δολάρια προσφέροντας ως αντάλλαγμα νερωμένα ποτά και άνοστο μπάρμπεκιου υπό την αιγίδα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Πρώτα σε προσκαλούσαν στο πάρτι και μετά σε έβαζαν να πληρώσεις: αυτό πάει να πει καλή κοινωνία. Να πώς οι δισεκατομμυριούχοι έβγαζαν τα λεφτά τους.

Πιάνοντας στα χέρια μου τις Μεταφορές του Βασιλιά επιθυμούσα σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία, φρέσκια και ενδεικτική του εκεί κλίματος. Αυτές ήταν οι προσδοκίες, συνεπικουρούμενες από την αξιοπιστία των επιλεγμένων τίτλων της λογοτεχνικής σειράς Aldina. Στις πρώτες κιόλας σελίδες, ο Ντέιβιντ Κινγκ, μεσήλικας επιχειρηματίας μεταφορών και αποθήκευσης, χωρισμένος και σε μια περίπλοκη νέα σχέση, θύμισε έντονα τον ανυπέρβλητο ήρωα του Ρίτσαρντ Φορντ, Φρανκ Μπάσκομπ, ιδιαίτερα την εκδοχή του στην Ημέρα Ανεξαρτησίας, όταν και διάγει την υπαρξιακή περίοδό του, έχοντας αφήσει προ πολλού πίσω τη λογοτεχνική συγγραφή και την αθλητικογραφία για να ασχοληθεί με τη μεσιτεία ακινήτων. Ξεφτισμένο αμερικανικό όνειρο και αντρική κρίση μέσης ηλικίας· ένας πολλά υποσχόμενος συνδυασμός για μυθιστόρημα.

Ο Κινγκ παλεύει να ανέλθει οικονομικά, φιλοδοξεί εκείνα που οι πλούσιοι λευκοί προτεστάντες απολαμβάνουν, δυσπρόσιτα ωστόσο για έναν αυτοδημιούργητο Εβραίο. Ο ρεπουμπλικανικός κόλπος υπόσχεται πολλά, στις δεξιώσεις εκείνες είναι καλό να συχνάζει ένας φιλόδοξος επιχειρηματίας. Όμως, υπάρχει και η παροιμία που λέει πως τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και επιδέξιους κώλους. Και ο Ντέιβιντ, ακόμα και όταν παρανομεί φιλοδωρώντας έναν σερβιτόρο, δεν καταφέρνει να γνωρίσει το μεγάλο ψάρι, δεν πετυχαίνει αυτό για το οποίο πλήρωσε την ακριβή συμμετοχή, και τώρα, στην είσοδο του πάρκινγκ παρακαλά το φορτηγάκι του να φτάσει γρήγορα, πριν γίνει ρεζίλι στα μάτια κάποιου τον οποίο θα έπρεπε να γοητεύσει, και πώς να το κάνει αυτό δίπλα σε ένα φορτηγάκι επαγγελματικής χρήσης· ποιος πραγματικά επιτυχημένος κεφαλαιοποιεί εργασία; Είναι εκείνη η στιγμή που το μεγάλο ψάρι θα εμφανιστεί μπροστά του και θα τον αναγνωρίσει από ένα μεταμεσονύχτιο τηλεοπτικό διαφημιστικό σε ένα τοπικό κανάλι, με βασικό σλόγκαν: Ο Ντέιβιντ Κινγκ, ο Βασιλιάς των Μεταφορών που Μετακομίζει και το Σόι σου Μέσα. Αξέχαστο σλόγκαν, θα σχολιάσει.

Ο Κοέν, γεννημένος το 1980, από τους τελευταίους συγγραφείς που ο Χάρολντ Μπλουμ πρόσθεσε στη λίστα με τους σπουδαίους, δεν αρκείται στην εξιστόρηση μιας ιστορίας μεσήλικης αποτυχίας, αλλά φιλοδοξεί κάτι πιο πληθωρικό και σύνθετο. Σύντομα στην ιστορία θα προστεθεί και ο Γιοάβ, γιος μιας ξαδέρφης του Κινγκ που ζει στην Ιερουσαλήμ, που μόλις απολύθηκε από τον στρατό και έρχεται στην Αμερική με τα δικά του όνειρα και τα δικά του τραύματα. Ο Κινγκ θα του βρει σπίτι και θα τον βάλει στη δούλεψή του. Μαζί με τον Γιοάβ θα έρθει και ο Ούρι. Οι δύο νέοι υπηρέτησαν μαζί τη θητεία τους και η νέα τους δουλειά θυμίζει αρκετά μέρος των στρατιωτικών καθηκόντων τους, καθώς, παρότι μίλια μακριά από τη Λωρίδα της Γάζας, συνεχίζουν να εκτελούν εντολές έξωσης.

Το σύγχρονο εβραϊκό ζήτημα είναι εκείνο που διαπνέει τις σελίδες στις Μεταφορές του Βασιλιά, που ακολουθεί την παράδοση της λογοτεχνίας των Εβραίων της Αμερικής. Ο Κοέν δεν δείχνει καμία διάθεση κατάθεσης πιστοποιητικών εβραϊκού φρονήματος. Το κράτος του Ισραήλ έχει πάρει εδώ και χρόνια τη θέση των θυμάτων του Ολοκαυτώματος, οι Εβραίοι δεν είναι πια διωκόμενοι, αναγκασμένοι σε φυγή για να γλιτώσουν τη ζωή τους. Τώρα, είναι το ίδιο το Ισραήλ, που κάποτε υποδέχτηκε τους ανά την Ευρώπη κυνηγημένους, εκείνο που «διώχνει» τους δύο νέους μακριά από τους εφιάλτες μιας θητείας επίπονης. Αλλά και η Ιερουσαλήμ, το άλλοτε λίκνο του εβραϊσμού, η ιερή πόλη που έχει δεινοπαθήσει από ασφυκτική απομάγευση, έχοντας παραπέσει πια κάπου ανάμεσα σε τουριστικό θέρετρο και αεροδρόμιο. Κάποτε ο Κινγκ έκανε το ταξίδι ως εκεί, αλλά δεν βρήκε τίποτα άλλο πέρα από έναν τραπεζικό τρόπο να κρύψει μέρος των εισοδημάτων του από την πρώην γυναίκα του. Στις σελίδες αυτές δεν υπάρχει η ονειροπόληση ενός τόπου θαλπωρής, ενός σανατορίου ανάρρωσης από τα τραύματα της ενήλικης ζωής, όπως συμβαίνει με τους ήρωες της Κράους ή του Φόερ για παράδειγμα.

Ωστόσο, παρά τον διάχυτο εβραϊσμό του, το μυθιστόρημα δεν απομονώνεται σε αυτό, δεν είναι μόνο αυτό. Οι μεταφορές του Βασιλιά είναι ένα μυθιστόρημα έκδηλης συγχρονίας που αποτυπώνει τα παράδοξα και τις αντιφάσεις της ζωής στο μετακαπιταλιστικό περιβάλλον του 21ου αιώνα, κυρίως όμως δίνει χώρο στην αγωνία της ύπαρξης να παρεισφρήσει στις σελίδες του. Το υπόγειο χιούμορ, που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την τραγικότητα των καταστάσεων, δοκιμάζει τα όρια της ενσυναίσθησης του αναγνώστη. Την ίδια στιγμή, στην αντανάκλαση του ειδώλου ο συγγραφέας ύπουλα προσθέτει στοιχεία λιγότερο ή περισσότερο οικεία και σύμφυτα της ανθρώπινης υπόστασης. Οι χαρακτήρες τού μυθιστορήματος δεν είναι απομακρυσμένοι, διαθέτουν την απαραίτητη αληθοφάνεια, την απαραίτητη ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις γνώριμες.

Εδώ, ο Κοέν δεν καταφεύγει σε πολλά μεταμοντέρνα τεχνάσματα, για τα οποία φημίζεται, γεγονός το οποίο καθιστά το συγκεκριμένο μυθιστόρημα μια καλή πύλη γνωριμίας με το έργο του. Δεν θα είχε άδικο κάποιος να το χαρακτηρίσει σπονδυλωτό μυθιστόρημα, καθώς οι υποϊστορίες που το συνθέτουν συνδέονται με τρόπο χαλαρό, αφήνοντας μια αίσθηση αποσπασματικότητας να αιωρείται, κάτι που ωστόσο αποτελεί ξεκάθαρα συγγραφική απόφαση, αλλά δεν επιτρέπει στο βιβλίο τελικά να απογειωθεί και να περάσει στη σφαίρα του αριστουργήματος, παρότι διαθέτει σημεία εξαιρετικής ποιότητας, απόρροια ενός δυναμικού συνδυασμού οξυδέρκειας στην παρατήρηση και ταλέντου στην αφήγηση.

Το εισαγωγικό σημείωμα του Παναγιώτη Κεχαγιά, που υπογράφει και τη μετάφραση, είναι άκρως κατατοπιστικό, αν και θα έπρεπε να έχει τη θέση επιμέτρου, τοποθετημένου στο τέλος, ως ιδανικό συμπλήρωμα της ανάγνωσης του μυθιστορήματος και όχι ως προάγγελός της.

υγ. Για το αριστούργημα του Φορντ, Ημέρα Ανεξαρτησίας, περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Σκοτεινό δάσος της Νικόλ Κράους εδώ, και για το Ιδού εγώ του Τζόναθαν Φόερ εδώ.

Μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2022

Όμορφε κόσμε, πού είσαι - Sally Rooney

Ανέβαλλα διαρκώς τη γνωριμία με τη Σάλλυ Ρούνεϋ. Από το 2017 για την ακρίβεια, όταν και κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο στα ελληνικά. Κάπου ανάμεσα στο είναι/δεν είναι λογοτεχνία παράπεσε η δική μου περιέργεια/επιθυμία. Αλλά δεν χάθηκε. Πρόσφατα επέστρεψα σ' ένα μέρος που ο κόσμος, κάποιες στιγμές, έδειχνε όντως όμορφος. Ήταν μια δύσκολη επιστροφή, όμορφη μα δυσβάσταχτη. Με τη Μ. ανταλλάζαμε βιβλία συχνά-πυκνά. Εμένα μου άρεσε, είπε. Ούτε εκείνη είχε διαβάσει άλλο βιβλίο της νεαρής Ιρλανδής. Είχαμε δει σε σειρά το Κανονικοί άνθρωποι, είχαμε ενθουσιαστεί και είχαμε προγραμματίσει να δούμε και το Συζητήσεις με φίλους, εκείνη το είχε καταγράψει στο σημειωματάριό της μάλιστα· από καταχωρήσεις για το μέλλον, άλλο τίποτα. Πήρα το βιβλίο μαζί μου φεύγοντας· είχα ήδη αρχίσει να διαβάζω τις πρώτες σελίδες στην πλευρά του καναπέ που τόσο άνετα και οικεία ένιωθα.

Η Άλις συναντήθηκε νωρίς με την επιτυχία. Τα βιβλία της βραβεύτηκαν, πούλησαν, μεταφράστηκαν. Εκείνη ωστόσο δεν άντεξε. Υποχώρησε συναισθηματικά, κατρακύλησε σε βάθη σκοτεινά. Έλαβε και ιατρική γνωμάτευση να το πιστοποιεί. Άφησε πίσω της το Δουβλίνο για ένα χωριό παραθαλάσσιο, μακριά από τον πάσης φύσεως θόρυβο. Μέσω τίντερ, βγήκε ραντεβού με τον Φίλιξ, που για λίγο άντεξε τη δοκιμή της ζωής στο Λονδίνο πριν γυρίσει στον γνώριμο μικρόκοσμο, εκεί που δεν διατηρεί και την καλύτερη φήμη, αλλά αντέχει να ζει δουλεύοντας σε μια αποθήκη. Η Αϊλίν γνωρίστηκε με την Άλις στη σχολή. Κολλητές. Λιγότερο λαμπερή καριέρα, επιμελήτρια σ' ένα λογοτεχνικό περιοδικό που επιζεί χάρη στην κρατική χρηματοδότηση. Συγκατοικεί με αγνώστους εν μέσω στεγαστικής υστερίας, επιχειρεί να συνέλθει από έναν χωρισμό, κυρίως όμως παλεύει να απαντήσει στο ερώτημα ποια (θα ήθελε να) είναι τώρα που μεγαλώνει (ή μεγάλωσε). Όταν εκείνη  γεννήθηκε, ο Σάιμον ήταν κιόλας πέντε, μεγάλο παιδί με αναμνήσεις, συστήθηκαν ως οικογενειακοί φίλοι, με τον καιρό όμως η σχέση τους απογαλακτίστηκε. Εκείνος δουλεύει στην επικοινωνία ενός αριστερού κόμματος, ξεπληρώνει με σχετική άνεση το δάνειο πρώτης κατοικίας, αναλώνεται σε σχέσεις με νεότερες κοπέλες. Αυτοί είναι, σε πολύ αδρές γραμμές, οι τέσσερις κεντρικοί χαρακτήρες τού Όμορφε κόσμε, πού είσαι.

Η Ρούνεϋ επιστρατεύει εναλλάξ έναν παντογνώστη αφηγητή και την ηλεκτρονική συνομιλία της Άλις με την Αϊλίν για να αφηγηθεί μια ιστορία συγκαιρινή, κυρίως για όσους βρίσκονται κάπου ανάμεσα στην τρίτη και πέμπτη δεκαετία της ζωής τους. Με τον συγκεκριμένο αφηγηματικό τέχνασμα πετυχαίνει να συγκολλήσει τις επιμέρους ιστορίες που αποτελούν το μυθιστόρημα σ' ένα ενιαίο σώμα, αναδεικνύοντας τις μεταξύ τους σχέσεις. Και αυτό είναι άκρως σημαντικό ως προς την αναγνωστική πρόσληψη, αλλιώς θα επρόκειτο για ένα υπερβολικά χαλαρό σπονδυλωτό μυθιστόρημα που δύσκολα θα λειτουργούσε ως κατασκευή. Ταυτόχρονα όμως, εστιάζοντας πότε εδώ και πότε εκεί, η Ρούνεϋ καταφέρνει κάτι ακόμα σημαντικότερο, να συμπεριλάβει στην ιστορία της τον κόσμο εντός του οποίου ζουν οι τέσσερίς τους, τη μεγάλη εικόνα της εποχής, προσφέροντας στον αναγνώστη επιπλέον λαβές και εμβαδόν ταύτισης και συμπερίληψης, το αίσθημα πως αυτή η ιστορία τον αφορά καθώς μιλάει για πρόσωπα και καταστάσεις σε έντονο βαθμό οικείες.

Οι κοπέλες, λόγω της μεταξύ τους αλληλογραφίας, έχουν πιο μεγάλο εκτόπισμα ως χαρακτήρες, ενώ οι αντίστοιχοι αντρικοί είναι κατά κάποιο τρόπο πιο συμπληρωματικοί. Εντούτοις, και οι τέσσερις βασικοί χαρακτήρες είναι καλοσχηματισμένοι και πειστικοί, αληθινοί και σύγχρονοι. Εκείνο που κυρίως τους χαρακτηρίζει, όπως και την εποχή άλλωστε, είναι το αίσθημα της αβεβαιότητας, η ανάγκη για νοηματοδότηση της ύπαρξης σε όλες της πτυχές της καθημερινότητας, αλλά και η διαρκώς παρούσα αίσθηση πως ο κόσμος αυτός διολισθαίνει προς τον ίδιο του τον αφανισμό, πως η πτώση αυτή είναι πια αντιληπτή και ταχεία. Οι χαρακτήρες της Ρούνεϋ ανήκουν σε μια γενιά που, όπως κάθε γενιά, εκφράζει από νωρίς τις ενστάσεις και την απόρριψη προς τις προηγούμενες, ένα μεγαλοπρεπές και βροντώδες εμείς δεν θα ζήσουμε έτσι, μα μεγαλώνοντας έρχεται αντιμέτωπη, όπως κάθε προηγούμενη γενιά, με τα αδιέξοδα και την απουσία λύσεων, ενώ η συντήρηση καιροφυλακτεί. Κάποια στιγμή, για να δώσω ένα παράδειγμα, η Αϊλίν, που νωρίς απέρριψε το όνειρο μιας πυρηνικής οικογένειας, διακρίνοντας την παθογένεια, στέκεται μετέωρη ανάμεσα στην άρνησή της και τον φόβο της μοναξιάς, της έλλειψης συντροφικότητας. Και αν ακόμα αποφάσιζε να κάνει ένα παιδί, θα ήταν άραγε αυτή μια απόφαση σωστή για κάποια που διακρίνει μόνο ζοφερές μέρες στον ορίζοντα. Τι κάνουμε τώρα, ρωτάει τη φίλη της σε κάποιο μέηλ· πώς υπερνικά κανείς φόβους και βεβαιότητες στεκούμενος την ίδια στιγμή στην άκρη του βατήρα;

Παρότι η Άλις λειτουργεί ως ένα ενδοκειμενικό άλτερ έγκο της συγγραφέως, το Όμορφε κόσμε, πού είσαι δεν ανήκει στο υποείδος της αυτομυθοπλασίας παρά τις όποιες κρυψώνες του προσωπικού προσφέρει απλόχερα στη Ρούνεϋ. Το μυθιστόρημα αποφεύγει να δώσει απαντήσεις. Αποφεύγοντας τις απαντήσεις, αποφεύγεται και ο διδακτισμός, τα ερωτήματα εντείνονται και κυριαρχούν. Καμία υπόσχεση ασφάλειας δεν δίνεται, καμία εδαφική σταθερότητα δεν προαναγγέλλεται, ανακύκλωση και ανατροφοδότηση, διαρκής επανάληψη του μοτίβου, ξανά και ξανά, κάνοντας μια γνώριμη ιρλανδική επωδό να αντηχήσει κάπου στο βάθος. Τα ερωτήματα αυτά δεν χαρακτηρίζονται από πρωτοτυπία, όχι στον πυρήνα τους τουλάχιστον. Εκείνες που σίγουρα διαφέρουν είναι οι επικρατούσες συνθήκες, βέβαια το ίδιο ισχυρίζεται κάθε γενιά. Η Ρούνεϋ πιάνει τον σφυγμό ενός σημαντικού μέρους της νεολαίας –τι υπέροχα διευρυμένος όρος– του δυτικού κόσμου, δεν παραγνωρίζει τα προνόμια των χαρακτήρων της, ίσα-ίσα που στις αντιφάσεις αυτές σκύβει με προσοχή για να διακρίνει τους ίδιους σπόρους. Δεν είναι μόνο το δικαίωμα στην ευτυχία αλλά και το ανάποδό του, όποιο είναι για το καθένα αυτό, που γυρεύει χώρο να πετάξει κλαδιά.

Το Όμορφε κόσμε, πού είσαι μου άρεσε αρκετά, κατά τόπους υπερβολικά. Θα αναζητήσω, σε πρώτη ευκαιρία, και τα υπόλοιπα βιβλία της Ρούνεϋ, αυτό είναι σίγουρο. Σε όποιον αρέσει η Ρούνεϋ θα πρότεινα να διαβάσει το Θαλασσινό νερό της Τζέσικα Άντριους, ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος.

υγ. Για το Θαλασσινό νερό, περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Στέλλα Κάσδαγλη
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

Μητροφάγος - Roque Larraquy

Ο Μητροφάγος, το πρωτόλειο μυθιστόρημα του Ρόκε Λαρράκι, βιβλίο με το οποίο ο Αργεντινός συγγραφέας συστήνεται στο ελληνικό κοινό από τις εκδόσεις Αντίποδες σε μετάφραση Έφης Γιαννοπούλου, αποτελείται από δύο νουβέλες, ανάμεσα στις οποίες υπάρχει μια χαλαρή σύνδεση, ικανή ωστόσο να προσδώσει την απαραίτητη συνοχή. Μια κατασκευή, εγκεφαλική και ψυχρή, στα πρότυπα του σπουδαίου Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες, υψηλής λογοτεχνικής ποιότητας, ταυτόχρονα σαγηνευτική και αποκρουστική· ένα κομμάτι πάγου σε γυμνή παλάμη.

Η πρώτη νουβέλα διαδραματίζεται στις αρχές του εικοστού αιώνα σ' ένα ψυχιατρικό σανατόριο στα περίχωρα του Μπουένος Άιρες. Ο Κιντάνα, πρωταγωνιστής και αφηγητής της ιστορίας, εργάζεται εκεί ως γιατρός. Είναι ερωτευμένος, όπως και η πλειονότητα των συναδέλφων του, με τη δεσποινίδα Μενέντες, την προϊσταμένη των νοσηλευτριών, για την οποία το μόνο που γνωρίζει είναι πως στο πεντάλεπτο διάλειμμα συνηθίζει να καπνίζει κατά μόνας. Η παλιομοδίτικη αφήγηση του ανομολόγητου αυτού έρωτα λειτουργεί άψογα ως εισαγωγή στον μικρόκοσμο του σανατορίου, στα πάθη και στις ίντριγκες πίσω από το πέπλο της επαγγελματικής ρουτίνας, η οποία θα διαρραγεί οριστικά μετά την απόφαση του αμφιλεγόμενου ιδιοκτήτη να υλοποιήσει ένα φιλόδοξο αλλά ηθικά διάτρητο πείραμα, με σκοπό να διερευνήσει το όριο μεταξύ ζωής και θανάτου, τι συμβαίνει μέχρι η ψυχή να εγκαταλείψει το νεκρό σώμα. Ο Λαρράκι με τρόπο πραγματικά ευφυή, μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Κιντάνα, προωθεί παράλληλα την εξέλιξη του πειράματος και της ερωτικής ιστορίας, ενισχύοντας τις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις· άλλωστε, ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις.

Έναν αιώνα αργότερα, ένας καλλιτέχνης στέλνει μια επιστολή στη δεσποινίδα Λίντα Κάρτερ, υποψήφια διδάκτορα στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ. Η διατριβή της πραγματεύεται τη ζωή και το έργο του. Στην επιστολή, θα αναφερθεί αρχικά σε κάποια σημεία του προσχέδιου που χρήζουν διόρθωσης, ωστόσο σύντομα θα περάσει στην ιστορία του. Ξεκινά από τα ιδιαίτερα και τραυματικά παιδικά του χρόνια, όταν του δόθηκε η ταμπέλα παιδί-θαύμα, και φτάνει μέχρι το σήμερα της μεγάλης φήμης και της φιλοδοξίας να καταστήσει εαυτόν ένα υπό διαρκή διαμόρφωση έργο τέχνης, ένα ζωντανό καμβά δοκιμών και πειραμάτων, που σκοπό έχουν να διερευνήσουν τα όρια της σωματικής εμπειρίας, να δώσουν απαντήσεις γύρω από ζητήματα ταυτότητας και κατασκευής του Εγώ. Η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση προσδίδει έναν εξομολογητικό και άρα συναισθηματικό απόηχο στη στεγνή εξωτερική παρατήρηση του εαυτού. Ο Λαρράκι στρέφει τον αφηγητή του απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό για τα πειράματά του, αφαιρώντας τους έτσι μεγάλο βάρος της ηθικής τους διάστασης, ενώ φέρνει τα αποτελέσματα στο φως των Μπιενάλε ανά τον κόσμο. Μετατοπίζει, έτσι, το διακύβευμα, επαναπροσδιορίζει το σημείο όχλησης και στοχασμού.

Ούτε εδώ λείπει ο έρωτας ως σταθερά σε μια συνθήκη ιδιαίτερα μεταβλητή και υπό διαρκή αίρεση, που μοιάζει, όπως και στην πρώτη ιστορία, να λειτουργεί ως ένα ιδιότυπο, ανθρώπινο αντίβαρο. Και αυτό το ανθρώπινο αντίβαρο, οι επιθυμίες που ο αναγνώστης αναγνωρίζει στους δύο πρωταγωνιστές, αλλά και στο σύνολο των χαρακτήρων, δεν τους αφήνει να εξοβελιστούν στον χώρο του μη πραγματικού, κάτι που θα καθησύχαζε τον αναγνώστη πως είναι τέκνα-τέρατα που κατοικούν αποκλειστικά και μόνο στο νατουραλιστικό εργαστήριο του συγγραφέα, τα αντιπαθή πειραματόζωα ενός διεστραμμένου μυαλού σε μια δυστοπία ολότελα ξένη.

Στον Μητροφάγο, ο Λαρράκι καταφέρνει να εμφυσήσει τον τρόμο ανάμεσα στις γραμμές μ' έναν διακριτό ρεαλισμό πίσω από τον λεπτό μανδύα του συμβολικού ή αλληγορικού. Τριβελίζει συνεχώς το μυαλό του αναγνώστη καθώς του προσφέρει μια θέα στον κόσμο χωρίς φίλτρα ωραιοποίησης και περιττής πίστης στον άνθρωπο. Χρησιμοποιεί ισχυρές δόσεις κυνισμού και έχει διαρκώς παρά πόδα το χιούμορ. Ο κυνισμός τον απαλλάσσει από το ταμπού, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση από την υποχρέωση να επέμβει, το χιούμορ από την πλήρη απελπισία. Ο συγγραφέας δημιουργεί ζεύγη τόσο εντός της κάθε νουβέλας όσο και μεταξύ τους· το τότε και το τώρα, η επιστήμη και η τέχνη, η περιφέρεια και το κέντρο. Δεν εκβιάζει ωστόσο τη σύνδεση και την αναλογία, γι' αυτό και το ιδιότυπα σπονδυλωτό μυθιστόρημα λειτουργεί περίφημα ως τέτοιο.

Ο Λαρράκι δεν καταφεύγει στην τυχαιότητα, κάθε τι είναι υπολογισμένο με ακρίβεια και συγκεκριμένη λειτουργία, μεταξύ αυτών και η πρόκληση. Ο Μητροφάγος είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο, που, στο παρασκήνιο της κριτικής στην επιστήμη και την τέχνη, πραγματεύεται την κοινή μας ανάγκη για αποδοχή σ' έναν κόσμο αλλόκοτο.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 1 Οκτωβρίου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

υγ.2 Μιας και έγινε αναφορά στον σπουδαίο Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες, μια παλιότερη ανάρτηση σχετικά με το έργο του μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις αντίποδες

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2022

Προς τον Παράδεισο - Hanya Yanagihara

Εγώ δεν ανέχομαι συναισθηματικό εκβιασμό. Ένα σαρδόνιο χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη της Χάνια. Η πρόταση αυτή συμπυκνώνει τη σχέση μου μαζί της.

Στη μεγάλη πλειοψηφία των κειμένων που γράφω σχετικά με βιβλία που μου άρεσαν, λιγότερο ή περισσότερο, κάνω αναφορά στην απουσία συναισθηματικού εκβιασμού. Αυτό είναι κάτι που μοιάζει να αποτελεί μια προσωπική κόκκινη γραμμή, κάτι που διαχωρίζει τα βιβλία που γουστάρω από τα άλλα, μια αναγνωστική δυσανεξία, ανάμεσα σε άλλες. Τούτου δοθέντος, η Γιαναγκιχάρα και τα βιβλία της θα έπρεπε να ανήκουν στην απέναντι όχθη, ιδανικό παράδειγμα της λογοτεχνίας που δεν συμπαθώ. Και όμως όχι. Μια από τις αποστολές της ανάγνωσης είναι να μας φέρνει αντιμέτωπους με τα κολλήματα και τις βεβαιότητές μας, εκείνο που κάποιοι αποκαλούν ξεβόλεμα. Το Λίγη ζωή, που σ' ένα φανταστικό λεξικό λογοτεχνικών όρων δίπλα στο λήμμα «συναισθηματικός εκβιασμός» θα εμφανιζόταν η φωτογραφία του εξωφύλλου της, με διέλυσε συναισθηματικά, με ισοπέδωσε, αν θέλω να είμαι ακριβής, καθώς η αγωνία: δεν θέλω να ζήσω μόνος μου· αντηχούσε από άκρη σε άκρη των σελίδων. 

Δεν ξέρω αν αποτελεί κάποιου είδους ένοχη απόλαυση για μένα η λογοτεχνία της, βιβλία που βάσει περιγραφής δύσκολα θα πλησίαζα, αλλά που στην περίπτωση της Γιαναγκιχάρα, όχι μόνο τα σίμωσα αλλά και τα αγάπησα. Και ό,τι αγαπάμε χωρίς προφανή εξήγηση, το αγαπάμε διπλά ή τριπλά, σ' έναν κόσμο αιτιοκρατικής κυριαρχίας. Βέβαια, επειδή όλα έχουν μια —τουλάχιστον πιθανή— εξήγηση, στην προκειμένη εξίσωση πρέπει να προστεθεί η υπογραφή της Ξυλούρη στη μετάφραση, που από μόνη της είναι αρκετή για να παρακάμψει ενστάσεις και δισταγμούς, η απαραίτητη προξενήτρα για το διαφορετικό. Και αν έχω αποδεχτεί πως ο εκβιασμός δια χειρός Γιαναγκιχάρα ποδοπατά την κόκκινη γραμμή που με τα χρόνια όλο και παχαίνει, αυτό δεν σημαίνει πως πιάνοντας στα χέρια μου το Προς τον Παράδεισο δεν εξέφραζα τον σκεπτικισμό μου για διάφορα μικροπράγματα, όπως τα χρυσά γράμματα στο εξώφυλλο για παράδειγμα, και παρότι ξεκίνησα το ίδιο κιόλας βράδυ να το διαβάζω, για μέρες επέμενα να μην παραδέχομαι μια ακόμα ήττα στο άτυπο αυτό μπρα ντε φερ.

Γιατί, σαν να μην έφτανε ο εκβιασμός, η Γιαναγκιχάρα αποφάσισε να δοκιμάσει μια ακόμα δυσανεξία μου, εκείνη απέναντι στα έργα εποχής, τοποθετώντας το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος στο 1893, με τίτλο Πλατεία Ουάσινγκτον, ευθεία παραπομπή στο έργο του Χένρι Τζέιμς, το οποίο και κατά κάποιο τρόπο διασκευάζει σε μια πιο κουήρ εκδοχή. Μια ιστορία γνώριμη ανά τους αιώνες όπου ο πλούσιος Ντέιβιντ Μπίνγκαμ καλείται να διαλέξει ανάμεσα σ' ένα γάμο συμφερόντων και σε μια σχέση πάθους, πάντοτε υπό το άγρυπνο βλέμμα του παππού του που επιθυμεί το καλύτερο για εκείνον. Και όμως, διάολε, η Χάνια κατάφερε να μη θέλω να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου, παρά το μελό, παρά την υπερβολή, παρά την πολυλογία, παρά το θέμα, παρά την εποχή, παρά όλα, δεν ήθελα να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου.

Μικρή παρένθεση. Υπάρχουν συγγραφείς και βιβλία που τυγχάνουν ομόφωνης σχεδόν αποδοχής από την εγχώρια κοινότητα. Η Χάνια δεν είναι ανάμεσα σε αυτούς. Θέλω με αυτό να πω πως δεν υπάρχει ένα χάιπ που να σε αναγκάζει να σου αρέσει ένα βιβλίο που δεν σου αρέσει για να μην νιώσεις εκτός της γενικότερης ατμόσφαιρας. Θα ήμουν απλώς ακόμα ένας που θα έλεγε πως η Γιαναγκιχάρα δεν ξέρει να γράφει ή γράφει ροζ ή φλυαρεί ή είναι υπερεκτιμημένη ή οτιδήποτε άλλο. Εγώ δεν ήθελα να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου. Κλείνει η μικρή παρένθεση.

Το Προς τον Παράδεισο αποτελείται από τρία αυτόνομα βιβλία που διαδραματίζονται με διαφορά εκατό χρόνων το ένα από το άλλο, πάντοτε στη Νέα Υόρκη, με το σπίτι της πλατείας Ουάσινγκτον να αποτελεί κοινό σημείο αναφοράς, με τα ίδια ονόματα σε διαφορετικά πρόσωπα να επανέρχονται διαρκώς από ιστορία σε ιστορία. Η ανεξαρτησία των τριών μερών επιτρέπει χωρίς τον φόβο του σπόιλερ να αναφερθεί κανείς στην υπόθεση καθενός ξεχωριστά. Στο δεύτερο μέρος, με τίτλο Λίπο-βάο-ναχέλε, που αποτελεί τοπωνύμιο της Χαβάης, βρισκόμαστε στο 1993 και στο σπίτι της πλατείας Ουάσινγκτον δίνεται μια αποχαιρετιστήρια γιορτή προς τιμή ενός καλού φίλου του οικοδεσπότη που πεθαίνει. Μια Νέα Υόρκη που μαστίζεται από το AIDS, μια γιορτή αποχωρισμού, που φέρνει στο νου του αναγνώστη τις Ώρες, και το πάρτι που η κυρία Νταλαγουέυ ήθελε να οργανώσει για τον ποιητή. Αυτό το μέρος του βιβλίου, αυτή η κατά κάποιο τρόπο διασκευή, αποτελεί τη συγγραφική και αναγνωστική κορυφή του Προς τον Παράδεισο, συγκλονιστικό και αξέχαστο.

Στο τρίτο μέρος (Ζώνη Οκτώ), μια σειρά από πανδημίες πλήττουν τον πλανήτη, βρισκόμαστε στο 2093, πάντοτε στη Νέα Υόρκη. Μια σειρά από πολιτικές αποφάσεις σχετικά με τις κατά καιρούς επιθέσεις του ιού έχουν διαμορφώσει ένα περιβάλλον δυστοπικό, βγαλμένο από τις σελίδες της υψηλής λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας, παρότι το μυαλό των περισσοτέρων θα πάει μονομερώς στην Άτγουντ. Η Γιαναγκιχάρα δούλευε το βιβλίο αυτό αρκετό καιρό πριν η πανδημία μας πλήξει, πριν η δυστοπία του μέλλοντος μοιάσει τόσο γνώριμη και οικεία, ορατή χωρίς τη μεσολάβηση της φαντασίας. Άλλωστε, η πιθανή έλευση μιας πανδημίας ήταν κάτι για το οποίο οι επιστήμονες διαρκώς μιλούσαν, και που σε κάποιες γωνιές της Ασίας είχαν ήδη ξεσπάσει, ακολουθούμενες από τα μέτρα περιορισμού της διασποράς. Δεν ήταν κάτι τόσο αναπάντεχο, θέλω να πω. Και έτσι, κάτι που είναι γραμμένο για το προσεχές μέλλον μοιάζει το πιο σύγχρονο κομμάτι του βιβλίου, αναλογικά μιλώντας πάντα. Στο κομμάτι αυτό του βιβλίου θα αλιεύσουν κάποιοι κατηγορίες περί ψεκασμένων θέσεων της συγγραφέως, βλέποντας το δέντρο και χάνοντας το δάσος.

Αφού πρώτα αναφέρουμε τα δεδομένα, πως η Γιαναγκιχάρα, δηλαδή, έχει ζηλευτή αφηγηματική άνεση και ικανότητα στους χαρακτήρες, αλλά και τη γνώριμη στα έργα της απόσταση του παντογνώστη αφηγητή από τα πρόσωπα του δράματος, σε βαθμό που αδυνατείς να υποθέσεις τα συναισθήματά του απέναντί τους, μια αντίστιξη που φέρνει στο νου ένα χειρουργείο ανοιχτής καρδιάς, ας σταθούμε λίγο στις ιδιαιτερότητες αυτού του βιβλίου. Η φιλόδοξη ιδέα για συνύπαρξη τριών ιστοριών που δεν συνδέονται παρά μόνο με χαλαρά, σχεδόν ανύπαρκτα, νήματα δουλεύει. Και δουλεύει γιατί το παρελθόν στο βιβλίο αυτό παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Το παρελθόν και όσα φέρει, βιώματα και μυστικά, αποφάσεις πολιτικές και ατομικές. Διόλου τυχαία επικεντρώνεται στις σχέσεις παππού-εγγονού, αφήνοντας εκτός κάδρου τον συνδετικό ιστό της μέσης γενιάς. Η χρήση των ίδιων ονομάτων επίσης λειτουργεί, όχι ως ένα νήμα συνέχειας των ατομικών ιστοριών, αλλά ως νήμα συνέχειας της μεγάλης ιστορίας, τα ίδια πρόσωπα και τα ίδια πάθη, όνειρα και αγωνίες γεννιούνται και πεθαίνουν την κάθε στιγμή. 

Και αν το παρελθόν αποτελεί τον έναν πυλώνα του μυθιστορήματος, τότε τον άλλον διαμορφώνει η πάλη ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα. Από το ρομαντικό δίλημμα του πρώτου Ντέιβιντ αν θα παντρευτεί εκείνον που αγαπά ή εκείνον που με γνώμονα τη λογική πρέπει, μέχρι τα αντίστοιχα ερωτήματα που η εμφάνιση του ιού γέννησε, η Γιαναγκιχάρα διαρκώς αφήνει να αιωρείται αυτή η ανάγκη να επιλέξει κανείς ανάμεσα σε εκείνο που θέλει και σε εκείνο που πρέπει για το καλό του, από τη μικρότερη μέχρι τη μεγαλύτερη απόφαση, τα πρόσωπα έρχονται αντιμέτωπα με την ανασφάλεια και τον φόβο, το συναίσθημα ποτέ δεν μπορεί να νικήσει τη λογική σε έναν αγώνα επιχειρημάτων. Και αυτή η μάχη, όσο λογοτεχνικά μελό και αν μοιάζει, είναι μια μάχη καθημερινή, υπαρξιακού χαρακτήρα, για εκείνους που σε ερωτήσεις ενίοτε απαντάνε: δεν ξέρω.

Μικρή παρένθεση. Ας ξεκαθαριστεί πως το βιβλίο αυτό δεν ενδείκνυται για αναγνώστες που δεν αγαπούν τη μεγάλη φόρμα και την πολυλογία της. Δεν χρειάζεται να μας το πείτε, το ξέρουμε ήδη πως κάθε ιστορία μπορεί να ειπωθεί σε λίγες γραμμές κειμένου. Σίγουρα θα βρείτε σελίδες να περισσεύουν, σίγουρα θα διακρίνετε κοιλιές. Ίσως απλώς να μην είναι για εσάς. Κλείνει η μικρή παρένθεση.

Το Προς τον Παράδεισο ανήκει στη λογοτεχνία των εναλλακτικών κόσμων, από την πρώτη κιόλας ιστορία, αφού η έκβαση του αμερικανικού εμφυλίου υπήρξε διαφορετική, γεγονός ιδιαιτέρως καθοριστικό για τη συνέχεια του κόσμου και της ιστορίας. Η Γιαναγκιχάρα εφαρμόζει στη συλλογική ζωή ένα γνώρισμα της ατομικής, εκείνο της ροπής προς τη συντήρηση κατά το πέρασμα των χρόνων. Και αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού δεν το κάνει με μια διδακτική διάθεση νοσταλγικής αποθέωσης, αλλά το εντάσσει οργανικά στις ιστορίες του βιβλίου. Η Χαβάη, ως τόπος που γνώρισε το σύνολο των όψεων της αποικιοκρατίας, είναι επίσης παρούσα. Μέσω αυτής γεννιούνται ενδιαφέροντα ερωτήματα σχετικά με τη διασφάλιση της πολιτισμικής κληρονομιάς, τον ρόλο των ιδιωτών συλλεκτών και των ανά τον κόσμο πολιτιστικών ιδρυμάτων. 

Μια λίστα με θεματικές που υπάρχουν στο μυθιστόρημα, θα ήταν υπερβολικά μακριά και εν πολλοίς ανούσια, άλλωστε η Γιαναγκιχάρα δεν στερείται φιλοδοξίας, σε αυτό το μυθιστόρημα η φιλοδοξία της είναι ακόμα μεγαλύτερη, καθώς επιχειρεί, ακολουθώντας τα βήματα του Μπαλζάκ θαρρείς, να συγκεντρώσει τα ανθρώπινα με κάθε λεπτομέρεια. Η φιλοδοξία της είναι τέτοια που όχι μόνο δεν ασχολείται με την απόκρυψη των διακειμενικών αναφορών, αλλά αντίθετα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να τις αναδείξει, ακολουθώντας το εύρημα της εναλλακτικής ιστορίας, εκεί όπου η Πλατεία Ουάσινγκτον και Οι ώρες δεν θα ήταν τα ίδια βιβλία, και εκείνη αναλαμβάνει το βάρος της εκ νέου συγγραφής τους. 

Για το τέλος, η αναπόφευκτη σύγκριση του Προς τον Παράδεισο με το Λίγη Ζωή και το Οι άνθρωποι στα δέντρα. Το συναίσθημα λέει: Λίγη ζωή. Η τεχνική επάρκεια: Οι άνθρωποι στα δέντρα. Όμως, το Προς τον Παράδεισο είναι ένα πληθωρικό μυθιστόρημα, ιδιαίτερα φιλόδοξο χωρίς να υποχωρεί υπό το βάρος αυτό, με σημεία εντυπωσιακής ομορφιάς, με στιγμές συγκίνησης, που περιλαμβάνει τους γνώριμους αστερισμούς του σύμπαντος της Γιαναγκιχάρα, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και ένα συγγραφικό βήμα προς τα εμπρός. Από τα τρία είναι εκείνο που έχει τις περισσότερες πιθανότητες να αντέξει στον χρόνο.

Τα πάντα στη ζωή, είναι έρμαια της συγκυρίας, και αυτό το βιβλίο εμφανίστηκε την κατάλληλη στιγμή, όταν δύο χρόνια μετά, το ερώτημα, τι θα είχε γίνει αν δεν είχε γίνει ό,τι έγινε, εμφανίστηκε.

υγ. Είχαν προηγηθεί δύο κείμενα για τη Λίγη ζωή, ένα πιο συναισθηματικό εδώ και ένα πιο συνηθισμένο εδώ. Για το Οι άνθρωποι στα δέντρα, που γαμώτο όλο επίκαιρο είναι, εδώ.
 
Μετάφραση Μαρία Ξυλούρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2022

Όσο περιμένεις να συμβεί - Γιάννης Τσίρμπας

Η Βικτώρια δεν υπάρχει, το πρωτόλειο έργο του Γιάννη Τσίρμπα, κυκλοφόρησε το 2013. Ήταν μια περίοδος σκληρή σε κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό επίπεδο, η άνοδος της ακροδεξιάς ήταν έκπληξη μόνο για όσους ενοικούν σε νεφελώδεις παραδοσιακές συνοικίες, η κανονικοποίηση ενός λόγου γεμάτου μίσος κέρδιζε διαρκώς μέτρα στη δημόσια σφαίρα. Ήταν όμως και μια περίοδος με ιδιαίτερο λογοτεχνικό ενδιαφέρον, η υποψία πως κάτι δυναμικό και ελπιδοφόρο έκανε την εμφάνισή του. Καίτοι η πορεία των πραγμάτων διέψευσε την ύπαρξη ενός συνόλου ικανού να λάβει τον χαρακτήρα γενιάς, άφησε παρακαταθήκη αρκετά αξιόλογα έργα, που κατάφεραν να αποτινάξουν από πάνω τους τον μειωτικό —και σίγουρα ανεπαρκή— χαρακτηρισμό «λογοτεχνία της κρίσης». Οι περισσότεροι από τους συγγραφείς που εμφανίστηκαν εκείνη την περίοδο, αργά ή γρήγορα, έκαναν το επόμενο βήμα, το πάντοτε σημαντικό δεύτερο βήμα, κάποιοι δικαίωσαν τις αρχικές προσδοκίες, κάποιοι άλλοι δεν τα κατάφεραν, κάποιους ακόμα τους περιμένουμε, τον Τσίρμπα όχι πια, αφού δέκα σχεδόν χρόνια μετά, κυκλοφόρησε —επιτέλους— η συλλογή διηγημάτων Όσο περιμένεις να συμβεί.

Υπάρχει μια συγκεκριμένη τελετουργία που ακολουθώ όταν πρόκειται να διαβάσω μια συλλογή διηγημάτων. Αρχικά, γυρεύω να εξακριβώσω μέσα από τις πρώτες δημοσιεύσεις το χρονικό διάστημα εντός του οποίου τα διηγήματα γράφτηκαν. Ακολούθως, αναζητώ το ομώνυμο διήγημα, να ξεκινήσω από αυτό, πριν πιάσω με τη σειρά τα υπόλοιπα. Προσπαθώ, επίσης, να διαβάζω το κάθε διήγημα χωρίς διακοπή, αλλά αυτό συχνά, για διάφορους λόγους, δεν το καταφέρνω. Στο Όσο περιμένεις να συμβεί υπάρχουν έξι διηγήματα που έχουν πρωτοδημοσιευτεί αλλού, το παλαιότερο το 2011, το πιο πρόσφατο το 2020· δεν υπάρχει ομώνυμο διήγημα· κατάφερα να διαβάσω το κάθε διήγημα χωρίς διακοπή.

Στη συνολική πρόσληψη μιας συλλογής διηγημάτων σημαντικό ρόλο παίζει ο ενοποιητικός ιστός, η απουσία της τυχαίας συνύπαρξης ως περιρρέουσα κατηγορία, ως ευκολία συρραφής. Γι' αυτό γυρεύω πληροφορίες σχετικά με τον χρόνο γραφής, αφού είναι ένα πρώτο στοιχείο. Ο Τσίρμπας εδώ, παρότι αρκετά από τα διηγήματα είναι γραμμένα μέσα σε μια δεκαετία, οπλίζει με ικανό σκυρόδεμα τη σύνδεση των διηγημάτων, τα καθιστά μέρη μιας συλλογής, που δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό της ως τέτοια. Αυτό οφείλει να του το πιστώσει κανείς. Και ο ιστός αυτός δεν είναι απλά θεματικός. Τα διηγήματα λειτουργούν ως μια αντίστροφη ιστορία ενηλικίωσης, αφήνοντας την αίσθηση ενός ιδιότυπου σπονδυλωτού μυθιστορήματος.

Το εύρημα της χρονικής εξέλιξης λειτουργεί σε διάφορα επίπεδα. Εκτός από συνοχή επιτρέπει και μια εξέλιξη στο ύφος και το περιεχόμενο του κάθε διηγήματος που, πηγαίνοντας προς τα πίσω, φλερτάρουν με τη διηγηματογραφία περασμένων δεκαετιών, για να πειραματιστούν με πιο μεταμοντέρνες φόρμες πλησιάζοντας στο σήμερα. Δεν ξέρω αν ήταν συγγραφική πρόθεση αυτή η ιδιότυπη αποτύπωση της εξέλιξης της λογοτεχνίας από διήγημα σε διήγημα, αλλά μου φάνηκε εξαιρετική, αφού εκτός της λογοτεχνίας δίνεται και το συνακόλουθο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της κάθε εποχής παράλληλα με την ενηλικίωση της αφηγηματικής φωνής, του τρόπου της να αντικρίζει τα πράγματα. Ο συσχετισμός της εποχής και της λογοτεχνικής της αποτύπωσης, μέσα από τα μάτια ενός αφηγητή που γεννήθηκε γύρω στο '80, είναι κάτι που ενισχύει την πιστότητα και την αληθοφάνεια της κάθε φωνής, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει στο συναίσθημα, κυρίως μέσω της νοσταλγίας, να παρεισφρήσει αβίαστα, χωρίς να θορυβεί για να τραβήξει την προσοχή.

Η πρωτοπρόσωπη αντρική/νεανική/παιδική φωνή σε όλα τα διηγήματα (εκτός από τη Σούπα) λειτουργεί επιπλέον συνεκτικά, παρότι είναι ευδιάκριτο πως δεν αντιστοιχεί στον ίδιο χαρακτήρα, όχι σε όλα τα διηγήματα τουλάχιστον, αν και σε κάποια ωστόσο θα μπορούσε. Στους Χάρτες, το πρώτο διήγημα, ο μεσήλικας φρεσκοχωρισμένος αφηγητής αφήνει τη σκούπα ρομπότ να καθαρίσει το νέο του διαμέρισμα πριν να της επαναπρογραμματίσει τον χάρτη, ενώ στο Σύννεφο, το διήγημα που κλείνει τη συλλογή, ο αφηγητής, μαθητής του δημοτικού, εξιστορεί πώς παραλίγο θα καθόταν στο ίδιο θρανίο με τη Σταυρούλα. Στο ενδιάμεσο της ζωής, αποτυχίες και ελπίδες, σωματική εξοικείωση και απογοήτευση, αναπόφευκτη απομάγευση και ασήκωτη ματαιότητα, από τον γάμο στο σεξ και πίσω στον γάμο και τα παιδιά πριν από τον χωρισμό, κάποια στιγμή κάπου αχνοφάνηκε και ο έρωτας,  ιστορίες γνώριμες, οικίες, ιδιαίτερα αν είσαι γύρω στα σαράντα, όσο περιμένεις να συμβεί το ομώνυμο διήγημα δεν μπορεί παρά να είναι ένα εν εξελίξει έργο.

Το Όσο περιμένεις να συμβεί είναι μια χαμηλών τόνων συλλογή διηγημάτων σε αρμονική συγχρονία με την εποχή της.

υγ. Για το Η Βικτώρια δεν υπάρχει περισσότερα θα βρείτε εδώ.

Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2022

Όλα χαμένα - Κώστας Μιχόπουλος

Τέλος μιας ανάγνωσης και αναζήτηση της επόμενης. Ανάμεσα σ' άλλα βιβλία, έπιασα στα χέρια μου και το Όλα χαμένα. Ξεκίνησα για να του ρίξω μια ματιά, κατέληξα να το διαβάσω σε λίγες ώρες. Είναι κάτι που δεν συμβαίνει συχνά, δυστυχώς. Δεν υπάρχουν πάντοτε προσδοκίες πίσω από κάθε ανάγνωση, ενίοτε υπάρχει καχυποψία, πότε-πότε απλή περιέργεια για ένα βιαστικό ξεφύλλισμα, μια ψευδαίσθηση εποπτείας της εκδοτικής παραγωγής, μια διασφάλιση της λειτουργίας του αισθητικού κριτηρίου. Ωστόσο, δεν είναι πάντοτε κακό να μην υπάρχει προσχηματισμένος ορίζοντας, ίσα-ίσα, θα έλεγα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ένα πρωτόλειο έργο, όπως αυτό.

Ένα ζευγάρι, η Μαρία και ο Άρης, αποφασίζουν να πάνε διακοπές Σεπτέμβρη μήπως και αποφύγουν τον συνωστισμό και απολαύσουν το κόπασμα των μελτεμιών και τη χαλαρότητα των ντόπιων στη λήξη της σεζόν, παρατείνοντας μ' αυτό τον τρόπο το τέλος του καλοκαιριού. Ο Άρης βουτάει για ψαροντούφεκο, εκείνη διαμαρτύρεται, της λέει πως σήμερα είναι η τελευταία μέρα που μπορεί να πέσει, ο άνεμος από αύριο θα είναι απαγορευτικός και εκείνοι θα 'χουν όλο τον χρόνο δικό τους, η Μαρία μένει στην παραλία. Η ώρα περνά, ο ήλιος αρχίζει κιόλας να χαμηλώνει στον ορίζοντα, Σεπτέμβρης γαρ. Η Μαρία αρχίζει να ανησυχεί, ο θυμός της υποχωρεί, γύρνα και δεν θα πω κουβέντα, σκέφτεται, μόνο γύρνα.

Αφήνει τα πράγματα του Άρη στην παραλία, να τα βρει βγαίνοντας. Ανεβαίνει την απότομη πλαγιά, οδηγεί μέχρι τη χώρα, φτάνει στο λιμεναρχείο, ακούει τον λιμενικό, που από μέσα του καταριέται την τύχη του, να της εξηγεί τη διαδικασία, ελικόπτερο δεν προβλέπεται, το σκάφος είναι χαλασμένο, θα στείλει σήμα να στείλουν κάποιο άλλο, όλα αυτά το πρωί ωστόσο, εκείνη ως τότε να παραμείνει ήρεμη, να ξεκουραστεί, να φάει κάτι, να μην αγχώνεται, όλα καλά θα πάνε. Αγοράζει καπνό και δύο μπύρες. Ένας νεαρός θα ενδιαφερθεί να μάθει τι συνέβη, θα του πει. Δεν μοιάζει αισιόδοξος για τον κρατικό μηχανισμό, άκουσε ωστόσο πως ο καπετάν Λευτέρης θα πάει για ψάρεμα σε εκείνα νερά, είναι έμπειρος, της δείχνει που δένει. Η Μαρία στρώνει τον υπνόσακό της μπροστά από τη βάρκα, δεν καταφέρνει να κοιμηθεί.

Πρώτος φτάνει ο Νίκος, μπατζανάκης του καπετάνιου, δεν είχε ύπνο. Πάνε χρόνια που δεν ψαρεύουν πια παρέα, αν ήταν στο χέρι του δεν θα ψάρευαν ποτέ ξανά μαζί, ούτε κουβέντα δεν θα αντάλλαζαν δηλαδή, αλλά ας όψεται η γυναίκα του που όλο με το καλό τον παίρνει και του λέει πως ο άντρας της δίδυμης αδερφής της δεν είναι κακός άνθρωπος, μαλάκωσε με τα χρόνια, έπαιξε τον ρόλο του και το έμφραγμα. Η Μαρία του εξηγεί, εκείνος κατανοεί αλλά τις αποφάσεις τις παίρνει ο καπετάνιος, ο Λευτέρης φτάνει, δυσανασχετεί αλλά δέχεται να έρθει μαζί τους, ωστόσο το ψάρεμα θα γίνει, αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο.

Ένας παντογνώστης αφηγητής παίρνει τα γκέμια της ιστορίας αυτής που περιστρέφεται γύρω από την αναζήτηση του Άρη. Η κεντρική ιδέα από μόνη της διόλου πρωτότυπη δεν είναι, το αντίθετο. Η εξαφάνιση ενός ψαρά είναι μια είδηση δυστυχώς γνώριμη, που επιγραμματικά δίνεται και σύντομα ξεχνιέται. Ο συγγραφέας διατηρεί την ένταση σε υψηλά επίπεδα, χωρίς ωστόσο να δελεάζεται από μια καταιγιστική δράση, επιτρέποντας στον χρόνο να κυλήσει βασανιστικά αργά, όπως κυλάει ο χρόνος σε τέτοιες περιπτώσεις δηλαδή. Ο Μιχόπουλος καθιστά λογοτεχνική μια ιδέα μάλλον κινηματογραφική και, με πλήθος ευρημάτων, δίνει επαρκείς διαστάσεις στον χρόνο της αναζήτησης, προσδίδοντας στην ιστορία το ικανό εμβαδόν επί του οποίου θα οικοδομηθεί η αναγνωστική αγωνία και η ανάδειξη των προσώπων της πλοκής, η απαραίτητη λογοτεχνική συνθήκη. Άλλωστε, ο αναγνώστης λογοτεχνίας δεν ενδιαφέρεται τόσο για το τι έγινε όσο για το πώς έγινε.

Η παρουσία του Νίκου και του Λευτέρη, εκτός από λειτουργική ως προς την εξέλιξη της κεντρικής πλοκής, προσφέρει και μια παράλληλη ιστορία, που στέκει αυτόνομη, χωρίς να αποτελεί ένα απλό παραγέμισμα σελίδων. Ο Μιχόπουλος τα καταφέρνει ικανοποιητικά στην κατασκευή των χαρακτήρων, που, με την υποβοήθηση των καλογραμμένων διαλογικών μερών, δείχνουν πειστικοί και αληθινοί, παρά την αναπόφευκτη μάλλον στερεοτυπία. Για να υποστηρίξει την κεντρική ιδέα, ο συγγραφέας παρατάσσει τις εμφανείς γνώσεις του γύρω από την καθημερινότητα της θάλασσας. Αποφεύγει τον σκόπελο της γλωσσικής υπερβολής, της χρήσης όρων και λέξεων προς εντυπωσιασμό. Διατηρεί την αμεσότητα και την απλότητα μιας γλώσσας καθημερινής χρήσης, μιας γλώσσας που ο Μιχόπουλος γνωρίζει και δεν φαντάζεται.

Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, αναρωτιόμουν πώς θα επέλεγε ο συγγραφέας να εξέλθει από την ιστορία του, καθώς πίστευα πως η απόφαση αυτή θα ήταν η πλέον καθοριστική για τη συνολική λειτουργία της κατασκευής. Αποδείχτηκε πως ο Μιχόπουλος γνώριζε εξ αρχής το τέλος, όλα τα κομμάτια μπήκαν αβίαστα στη θέση τους και καμία συγγραφική απόφαση δεν απέμεινε έρμαιο του τυχαίου και της ευκολίας.

Το Όλα χαμένα υπήρξε μια αναγνωστική έκπληξη, ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα με ισχυρές δόσεις αγωνίας, που διαπραγματεύεται με λογοτεχνικό τρόπο ένα δύσκολο θέμα.

Εκδόσεις Νήσος

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2022

Πέθανε με τα μάτια ανοιχτά - Derek Raymond

Ένα μικρό νήμα μεταξύ αναγνώσεων. Στο Νόμο του μίσους του Αλμπέρτο Γκαρλίνι εμφανίζεται ένας ντετέκτιβ της ιταλικής αστυνομίας, ένας χαρακτήρας που, παρότι δεν καταλαμβάνει ιδιαίτερο εμβαδό στην πλοκή, μοιάζει βγαλμένος από το εγχειρίδιο της υψηλής αστυνομικής λογοτεχνίας, ένας χαρακτήρας που πάνω του θα μπορούσε να γραφτεί ένα ολόκληρο νουάρ μυθιστόρημα. Τελειώνοντας την πολυσέλιδη περιπέτειά μου με τις ιταλικές νεοφασιστικές ομάδες, ήθελα διακαώς να συνεχίσω αναγνωστικά σε μονοπάτια σκοτεινά και να ακολουθήσω έναν μοναχικό ντετέκτιβ στην έρευνά του. Τράβηξα το Πέθανε με τα μάτια ανοιχτά από το ράφι με τα αδιάβαστα. Έτσι έγιναν τα πράγματα.

Βρέθηκε μέσα στους θάμνους μπροστά από τον Οίκο του Λόγου του Θεού στην Άλμπατρος Ρόουντ, στη συνοικία Γουέστ Φάιβ. Ήταν 30 Μαρτίου, απόγευμα, σε ώρα αιχμής. Έκανε κρύο διαβολεμένο κι ένας υπάλληλος γραφείου σκόνταψε πάνω στο πτώμα καθώς του ήρθε επιτακτική ανάγκη να ουρήσει ενώ γύριζε στο σπίτι του.

Χωρίς χρονοτριβή ο αφηγητής εισέρχεται στο ψαχνό της ιστορίας, ίσως γιατί τα χρόνια στην υπηρεσία και οι δεκάδες αναφορές που υποχρεώθηκε να συμπληρώσει απαίτησαν από εκείνον την ακρίβεια στο κόψιμο του περιττού λίπους. Ένα πτώμα που η ιστορία του δεν θα απασχολήσει τις εφημερίδες, μια υπόθεση διόλου δελεαστική για τα υψηλά κλιμάκια της υπηρεσίας. Για κάτι τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει το Τμήμα Ανεξιχνίαστων Υποθέσεων, εκεί όπου μια καριέρα ντετέκτιβ μπορεί άκοπα να λιμνάσει. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο μέχρι τέλους ανώνυμος αρχιφύλακας και πρωτοπρόσωπος αφηγητής της ιστορίας αυτής.

Ο δολοφονημένος άφησε πίσω του ηχογραφημένες κασέτες. Αυτό αποτελεί το κεντρικό αφηγηματικό εύρημα του Ντέρεκ Ρέιμοντ, με το οποίο δίνει φωνή στο θύμα, έναν μεσήλικα, αλκοολικό και αποτυχημένο συγγραφέα. Η φωνή του δολοφονημένου στοιχειώνει τα βράδια του ντετέκτιβ έτσι όπως ακούει τις κασέτες ξανά και ξανά, αρχικά αναζητώντας κάποιο στοιχείο, μα στη συνέχεια γυρεύοντας ένα καταφύγιο. Το εύρημα δεν περιορίζεται σε μια οδό προς την επίλυση της υπόθεσης, αλλά επιτρέπει στον Ρέιμοντ να χρησιμοποιήσει μια διπλή πρωτοπρόσωπη αφήγηση, να δώσει την υποκειμενική οπτική τόσο του θύματος όσο και του επιθεωρητή που έχει αναλάβει τη δικαίωσή του, να συνθέσει δύο ολοκληρωμένους χαρακτήρες. Κομμάτια των ηχογραφήσεων παρεμβάλλονται στην αφήγηση, τα αδιέξοδα, η αγωνία και η απογοήτευση της απομαγνητοφωνημένης φωνής επιτείνουν την ατμόσφαιρα, εμπλέκοντας ολοένα και περισσότερο τον επιθεωρητή, και κατ' επέκταση τον αναγνώστη, δικαιολογώντας και ενισχύοντας την επιμονή του στην απόδοση δικαιοσύνης, έτσι όπως ο νεκρός παύει να είναι απρόσωπος, ένα απλό μονόστηλο στην εφημερίδα που γρήγορα ξεχάστηκε.

Η μεθοδολογία του ντετέκτιβ είναι, αναμενόμενα, ιδιαίτερη, απόρροια του χαρακτήρα και της ιδιοσυγκρασίας του. Συναντά ανθρώπους από τη ζωή του νεκρού και εμπλέκεται μαζί τους. Ζει ένα μέρος από τη ζωή του, αναπληρώνει μέρος από το κενό που άφησε, δείχνει πυγμή εκεί που ο νεκρός έδειξε αδυναμία, λειτουργεί ως αγγελιοφόρος του χαμού του· τα βράδια ακούει τη φωνή του ξανά και ξανά στο στερεοφωνικό. Κυκλοφορεί στου ίδιους δρόμους με εκείνον, κάποιους τους γνωρίζει ήδη καλά, κάποιους άλλους όχι και τόσο. Η ιδιότυπη αυτή αστυνομική έρευνα λειτουργεί ως ξενάγηση σε ένα Λονδίνο σκοτεινό και επικίνδυνο, θύμα της δεύτερης θατσερικής τετραετίας, με την εγκληματικότητα να γνωρίζει άνθηση. Οι απεργίες και η διαφθορά, η ανισότητα μεταξύ των τάξεων, η μοναξιά και η απελπισία, η επιβολή άρνησης οποιασδήποτε εναλλακτικής. Ένας κακοτράχαλος μονόδρομος.

Ο Ρέιμοντ επενδύει αρκετά στους χαρακτήρες του χωρίς να αρκείται στην ειδολογική στερεοτυπία που τους καθιστά με ευκολία αναγνωρίσιμους στον αναγνώστη. Χωρίς να παρεκκλίνει των νουάρ συμβάσεων πετυχαίνει να ενσωματώσει μια καλοδεχούμενη λογοτεχνικότητα που δεν βαραίνει τον παλπ χαρακτήρα της αφήγησης και της πλοκής μιας ιστορίας που διαβάζεται με μανία αλλά δεν ξεχνιέται. Σκληρό, αληθινό και καλογραμμένο, το Πέθανε με τα μάτια ανοιχτά ήταν ό,τι είχα ανάγκη να διαβάσω τη δεδομένη στιγμή. Αναπόσπαστο μέρος του νουάρ λογοτεχνικού κανόνα και μια ακόμα απόδειξη πως η συζήτηση περί παραλογοτεχνίας είναι τουλάχιστον παρωχημένη.

Ο Ντέρεκ Ρέιμοντ γεννήθηκε ως Ρόμπιν Κουκ. Η ζωή, ωστόσο, τα έφερε έτσι που όταν αποφάσισε να γράψει επαγγελματικά αντιμετώπισε το πρόβλημα της συνωνυμίας με έναν εμπορικό Αμερικανό συγγραφέα. Η αγάπη του για την αστυνομική λογοτεχνία τον οδήγησε στην επιλογή του συγκεκριμένου ψευδώνυμου, ένας φόρος τιμής στους σπουδαίους. Το Πέθανε με τα μάτια ανοιχτά αποτελεί το πρώτο βιβλίο της σειράς Factory Novels, που χάρισε στον Ρέιμοντ τον τίτλο του νονού του βρετανικού νουάρ. Είναι η πρώτη φορά που μεταφράζεται στα ελληνικά, κάτι το εντυπωσιακό αν σκεφτεί κανείς το πόσο δημοφιλές είναι το αστυνομικό μυθιστόρημα ως είδος στα μέρη μας. Η πολύ καλή μετάφραση ανήκει στη Βίκυ Λιακοπούλου και το κατατοπιστικό, γεμάτο αγάπη επίμετρο στη Χίλντα Παπαδημητρίου.

Τώρα περιμένω να κυκλοφορήσει η συνέχεια.

υγ. Για το Ο νόμος του μίσους περισσότερα θα βρείτε εδώ.

Μετάφραση Βίκυ Λιακοπούλου
Εκδόσεις Έρμα

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2022

Ο νόμος του μίσους - Alberto Garlini

Η περσινή γνωριμία με τον Αλμπέρτο Γκαρλίνι μέσα από το Όλοι θέλουν να χορεύουν αποδείχτηκε ιδιαιτέρως ευτυχής. Ένα χορταστικό μυθιστόρημα για την Ιταλία του '80 με πειστικούς χαρακτήρες που μου προσέφερε απλόχερα μια αχόρταγη ανάγνωση. Κάπου στο βάθος του μυαλού μου περίμενα την κυκλοφορία του επόμενου βιβλίου του στα ελληνικά, γεγονός το οποίο οι εκδόσεις Πόλις είχαν προαναγγείλει. Η στιγμή αυτή έφτασε. Ο νόμος του μίσους ξύπνησε μέσα μου την επιθυμία για μια μεγάλη αφήγηση. Είχα καιρό να διαβάσω ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα που θα λειτουργούσε ως μια παράλληλη πραγματικότητα στην ολοένα και επιταχυνόμενη και πιεστικότερη συνθήκη βίου, ως ένα καταφύγιο αποσυμπίεσης. Οι προσδοκίες ήταν μεγάλες.

Μιλάνο, Μάιος 1985. Ο Φράνκο βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Για χρόνια διέφευγε του εντάλματος σύλληψης έχοντας καταφύγει στη Λατινική Αμερική, όπως τόσοι και τόσοι νοσταλγοί του φασιστικού καθεστώτος, συμμετέχοντας στην εκεί εγκαθίδρυση στρατιωτικών δικτατοριών, αφήνοντας τα χέρια των εργοδοτών του καθαρά από αίμα, έτοιμα να αναλάβουν την εξουσία. Κατηγορείται, μεταξύ άλλων, για τη δολοφονία του άλλοτε συντρόφου του Στέφανο Γκουέρρα, με τον οποίο γνωρίστηκε στη Ρώμη το 1968 εν μέσω καταλήψεων και γενικευμένων διαδηλώσεων στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Οι δυο τους υπήρξαν σημαίνοντα μέλη μιας νεοφασιστικής οργάνωσης που σκοπό είχε τη γενικευμένη αναταραχή που θα οδηγούσε την κοινή γνώμη στην απαίτηση για περισσότερη ασφάλεια και ησυχία. Βούτυρο στο ψωμί για την επάνοδο του φασισμού δηλαδή. Μια σειρά βομβιστικών επιθέσεων, τις οποίες επιχειρούσαν να χρεώσουν στην αριστερά και την αναρχία, θα έχουν ως αποτέλεσμα αρκετούς νεκρούς. Τα απόνερα αυτών των ενεργειών θα εντείνουν τις εντάσεις στο εσωτερικό της οργάνωσης, καθένας θα επιχειρήσει να σώσει το τομάρι του.

Ο Γκαρλίνι σπάει σε δύο χρόνους την αφήγησή του. Στα ολιγοσέλιδα κεφάλαια της απολογίας τού Φράνκο παρεμβάλλονται τα πολυσέλιδα κεφάλαια με πρωταγωνιστή τον Στέφανο, με όσα συνέβησαν εκείνη την περίοδο, κεφάλαια που λειτουργούν ως μια ιδιότυπη ανάληψη μιας ιστορίας της οποίας την κατάληξη ο αναγνώστης εξ αρχής γνωρίζει, ο Στέφανο δολοφονήθηκε. Εκείνο που μένει να αποκαλυφθεί είναι ποιος τράβηξε τη σκανδάλη. Μέσα από τη διαδρομή του Στέφανο στις νεοφασιστικές συμμορίες, ο Γκαρλίνι επιχειρεί να ανασυνθέσει τα «μολυβένια χρόνια» της Ιταλίας, ένα κομμάτι της ιστορίας που η μετέπειτα ανάπτυξη και ευμάρεια της αστικής δημοκρατίας άφησαν για χρόνια στο περιθώριο. Όμως, το αβγό του φιδιού ποτέ δεν ποδοπατήθηκε, αλλά έμεινε να επωάζεται στα σκοτεινά περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή. Και τα τελευταία χρόνια επανήλθε δυναμικά. Τα σύννεφα εμφανίστηκαν ως βατήρες για έκπληκτες πτώσεις.

Ο νόμος του μίσους είναι ένα φιλόδοξο εγχείρημα. Όχι μόνο λόγω του όγκου του και των επακόλουθων τεχνικών απαιτήσεων, αλλά κυρίως λόγω του περιεχομένου του. Ο Γκαρλίνι πετυχαίνει να σαγηνεύσει τον αναγνώστη, τον καθηλώνει να ακολουθήσει με λαχτάρα μια ιστορία ιδιαιτέρως αποκρουστική. Η επιτυχία του εγχειρήματος στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη σύλληψη και την ακόλουθη αποτύπωση του κεντρικού χαρακτήρα, του Στέφανο. Επενδύει στον χαρακτήρα αυτό, αρνείται τη μονοδιάστατη εκδοχή ενός αγράμματου λευκού άντρα που ηγήθηκε ενός παρακλαδιού μιας εγκληματικής, παρακρατικής οργάνωσης, εκδοχή που διαχρονικά κυριαρχεί και το μόνο που καταφέρνει είναι να εκτοπίσει τη συζήτηση από την ίδια την πολιτική και να την παρασύρει σε στερεοτυπικά μονοπάτια. Ο Στέφανο είναι ένας νεαρός φοιτητής, έξυπνος και με ισχυρό ιδεολογικό οπλοστάσιο, που αγαπά τη λογοτεχνία και συγκινείται από την ποίηση, έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του για ένα υψηλό ιδανικό και διαθέτει ηγετικές ικανότητες. Μια παρουσία γοητευτική. Ναι, γοητευτική. Το τέρας μπορεί να είναι γοητευτικό. Δημιουργώντας έναν χαρακτήρα σύνθετο, ο Γκαρλίνι φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με ένα συναίσθημα αντιφατικό, δοκιμάζει τα όρια της ενσυναίσθησης και της ταύτισης με τον Στέφανο. Και αυτό το συναίσθημα γίνεται όλο και πιο προκλητικό έτσι όπως οι σελίδες κυλούν και ο αναγνώστης βυθίζεται στην καθημερινότητα του Στέφανο, έτσι όπως τον γνωρίζει καλύτερα. Ίσως και ο ίδιος ο συγγραφέας να είχε ανάγκη τον Στέφανο για να φτάσει αυτή την ιστορία μέχρι τέλους. 

Η αφηγηματική άνεση και η μαστοριά στην κατασκευή εντείνουν την παραπάνω αντίστιξη. Ο Γκαρλίνι αρνείται τις ευκολίες μιας στρατευμένης λογοτεχνίας, που σε έναν κόσμο σύνθετο μοιάζει απλοϊκή και εν πολλοίς άχρηστη. Καταφεύγει στη μυθοπλασία, κινούμενος ανάμεσα σε πραγματικά γεγονότα, χωρίς να κάνει λογοτεχνικές εκπτώσεις. Η φιλοδοξία του δεν εξαντλείται στην παρουσίαση των γεγονότων εκείνων, ούτε και στον επίκαιρο χαρακτήρα τους, αλλά επιθυμεί, και καταφέρνει, να γράψει ένα ωραίο μυθιστόρημα, γοητευτικό στην ανάγνωση παρά το θέμα του. Πετυχαίνει το σίμωμα του αναγνώστη, που το λογοτεχνικό δέλεαρ τον αναγκάζει να διατηρήσει στραμμένο το βλέμμα στη φρίκη. Αυτή η ταυτόχρονη έλξη-απώθηση με συντρόφευε καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Και αυτό θεωρώ τη μεγαλύτερη επιτυχία του μυθιστορήματος αυτού. Ένα συναίσθημα έντονο, που ξεφεύγει από τα γνώριμα όρια της αναγνωστικής απόλαυσης. Ο τρόπος με τον οποίο το κατάφερε μου έφερε στον μυαλό πρώτα τον Θέρκας, λόγω θεματικής και μεθόδου. Ακολούθως τον Μπολάνιο. Η Αργεντινή ποιήτρια Σεσάρεα, ένας αξέχαστος χαρακτήρας, διαθέτει κάτι από το υλικό με το οποίο ο Χιλιανός οραματίστηκε την Αουξίλια Λακουτύρ, τη μητέρα της μεξικανικής ποίησης, που βρέθηκε κλεισμένη στις τουαλέτες του πανεπιστημίου κατά τη διάρκεια μιας αστυνομικής εισβολής. Στο Φυλαχτό όλα αυτά.

Στο Νόμο του μίσους, ο παντογνώστης αφηγητής στέκει αποστασιοποιημένος, δεν εμπλέκεται ιδεολογικά ή συναισθηματικά, δεν παίρνει θέση, δεν υποκύπτει στο δέλεαρ της διδαχής σχετικά με το καλό και το κακό, αφήνει τον αναγνώστη μόνο του στον κόσμο της ιστορίας. Η ικανότητα του Γκαρλίνι στην κατασκευή χαρακτήρων είναι παροιμιώδης. Δεν παραμελεί τους δευτερεύοντες ρόλους, γνωρίζει καλά τη σημασία τους για τη λειτουργία του μυθιστορήματος. Ο Στέφανο, που ανεξίτηλα εγγράφεται στη μνήμη τού αναγνώστη, πλαισιώνεται από δύο επίσης σημαντικούς γυναικείους χαρακτήρες που αντιπροσωπεύουν τα αντίβαρα που τον καθιστούν ανθρώπινο, που τον κρατούν σε απόσταση από την πλήρη αποκτήνωση, η Σεσάρεα και η Αντονέλλα, η ποίηση και ο έρωτας. Η άνεση του Γκαρλίνι στην κατασκευή χαρακτήρων αποδεικνύεται χαρακτηριστικά από την ύπαρξη ενός ερευνητή της αστυνομίας, που ελάχιστη επιφάνεια καταλαμβάνει στην πλοκή, ένας χαρακτήρας βγαλμένος από το εγχειρίδιο της υψηλής αστυνομικής λογοτεχνίας που πάνω του θα μπορούσε να γραφτεί ένα ολόκληρο μυθιστόρημα.

Ο νόμος του μίσους ξεπέρασε κατά πολύ τις ήδη υψηλές προσδοκίες που είχα ξεκινώντας το. Τώρα περιμένω το επόμενο.

υγ. Περισσότερα για το Όλοι θέλουν να χορεύουν θα βρείτε εδώ, για το Φυλαχτό του Μπολάνιο εδώ, για τον Απατεώνα του Θέρκας εδώ, για την ανάγκη για μεγάλη αφήγηση εδώ

Μετάφραση Βασιλική Πέτσα
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2022

Πώς έγινα καλόγρια - César Aira

Ο Άιρα είναι ένας συγγραφέας που μου ταιριάζει, παρότι έχω διαβάσει μόλις τρία από τα δεκάδες βιβλία που έχει εκδώσει. Το Πώς έγινα καλόγρια, που μόλις κυκλοφόρησε σε συλλογική μετάφραση από τις ειδικευμένες στο λατινοαμερικάνικο νουάρ εκδόσεις Carnívora, θα ήταν το τέταρτο· τα Φαντάσματα και το Canto Castrato περιμένουν υπομονετικά στο ράφι με τα αδιάβαστα. Μου ταιριάζει η ματιά του στα πράγματα, ένα μυαλό που γεννά διαρκώς ιστορίες, στην επιφάνειά τους αστείες και φαινομενικά απλές, που στον πυρήνα τους ωστόσο περιέχουν το παράλογο και αποτελούν ένα μέρος καταφυγής από τον τριγύρω ζόφο. Είναι ο τρόπος τού Άιρα να αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία ως παιχνίδι, με τον τρόπο ωστόσο που τα παιδιά αντιμετωπίζουν το παιχνίδι, με πλήρη έλλειψη σοβαροφάνειας και άκρα σοβαρότητα, με τον αυτοσχεδιασμό να είναι διακριτός και σημαντικός, πρώτα και κύρια, για εκείνον, αφού τη δική του ανάγκη φροντίζει να ικανοποιήσει. Και η ανάγκη αυτή είναι διαρκώς παρούσα και επείγουσα, ως μια επιβιωτική και διανοητική πρόκληση την οποία ωστόσο φροντίζει να απαλλάσσει από την αποστειρωμένη εγκεφαλικότητα και την επίφοβη εσωστρέφεια. Με τέτοιες πινελιές φρόντισα να σχηματίσω τον ορίζοντα προσδοκιών πιάνοντας το βιβλίο αυτό στα χέρια μου, σίγουρος πως, παρά τις εκπλήξεις που θα μου επιφύλασσε ο δαιμόνιος αυτός γραφιάς, το βιβλίο αυτό θα μου άρεσε πολύ.

Η ιστορία μου, η ιστορία του «πώς έγινα καλόγρια», ξεκίνησε πολύ νωρίς στη ζωή μου. Μόλις είχα κλείσει τα έξι. Η αρχή έχει σημαδευτεί από μια ζωηρή ανάμνηση, που μπορώ να ανασυνθέσω με την παραμικρή λεπτομέρεια. Πριν απ' αυτό δεν υπάρχει τίποτα. Ύστερα, όλα συνέχισαν να αποτελούν μία και μοναδική ζωηρή ανάμνηση, συνεχή και αδιάλειπτη, η οποία περιλαμβάνει και τα διαστήματα του ύπνου, ώσπου ενδύθηκα το μοναχικό σχήμα.
Η εξάχρονη Σέσαρ Άιρα, που στα μάτια των άλλων είναι αγόρι, πηγαίνει με τον πατέρα της να δοκιμάσει παγωτό για πρώτη φορά. Και δεν της αρέσει, το βρίσκει μάλιστα αηδιαστικό. Ο πατέρας γίνεται έξαλλος με τον γιο του, σε ποιον δεν αρέσει το παγωτό; Αυτή η εναρκτήρια πράξη συμπυκνώνει σε μεγάλο βαθμό τις αντίρροπες δυνάμεις που αποτελούν το σύμπαν του Άιρα. Η αφήγηση ξεκινά με ένα σκηνικό που μοιάζει αστείο, ένα παιδί, το μοναδικό ίσως, που δεν του αρέσει το παγωτό, που του προκαλεί αναγούλα, και ένας πατέρας έκπληκτος, που απέτυχε εκεί που ήταν σίγουρος πως θα διαπρέψει, και όμως δεν είναι διόλου αστείο σκηνικό για τους πρωταγωνιστές, ακόμα και αν προκαλέσει το γέλιο, αυτό το γέλιο θα αποδειχτεί αντίστοιχα στυφό με τη φράουλα στους γευστικούς κάλυκες της μικρής. Ο συγγραφέας από το τίποτα σχεδόν καταφέρνει ήδη να θέσει στο τραπέζι μια σειρά από ζητήματα υψίστης σημασίας, ήδη από την αρχή. Η διαφορετικότητα, η σχέση γονιού παιδιού, η ενσυναίσθηση και το παράλογο, μεταξύ άλλων· στην εξέλιξη της σκηνής θα εμπλακεί και η τότε σύγχρονη κοινωνικοπολιτική κατάσταση στην Αργεντινή, το απαραίτητο χωροχρονικό πλαίσιο για την ιστορία αυτή. Να πώς λειτουργεί μια ιδέα πέρα από μια ευφάνταστη αρχή μιας αφήγησης.

Ο Άιρα δίνει το όνομά του στην αφηγήτρια, χωρίς αυτό να την καθιστά ξεκάθαρα ένα άλτερ έγκο. Στην πορεία της αφήγησης, υπονομεύει διαρκώς την αξιοπιστία της, παρότι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση διαθέτει αναπόφευκτα μεγαλύτερα περιθώρια αληθοφάνειας, καθώς είναι υποκειμενική από τη φύση της. Η υπονόμευση αυτή δοκιμάζει τον αναγνώστη, παρότι έχει απέναντί του μια σκληρή ιστορία ενηλικίωσης, ταυτόχρονα ωστόσο τον καθησυχάζει, δεν είναι αληθινή αυτή η ιστορία, είναι αποκύημα φαντασίας και αυτή η σκέψη είναι πάντοτε παρήγορη. Πλήττεται και ο ίδιος ο συγγραφέας από την αναξιοπιστία της αφηγήτριας του. Φαντάζομαι πως κάποιοι θα αναφωνήσουν: μα καλά, ένας επιμελητής δεν ασχολήθηκε πριν εκδοθεί, τι παιδαριώδεις ανακολουθίες είναι αυτές. Και όμως, ο συγγραφέας φροντίζει να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της Σέσαρ με έναν τρόπο παράδοξο και όμως ταυτόχρονα ευφυή, καθώς στην πορεία της αφήγησης αναδύεται πως η καταφυγή στη μυθοπλασία, που στην πραγματική ζωή αποκαλούμε ψέμα και φαντασιοπληξία, αποτελεί για εκείνη έναν μονόδρομο διέλευσης από τον κόσμο, ένα μηχανισμό πρόσληψης και επιβίωσης, στον οποίο τα παιδιά συχνά καταφεύγουν. Και έτσι το εύρημα της συνωνυμίας αποκτά επιπλέον διαστάσεις, πέρα από το παιχνίδισμα. Η προαναφερθείσα συγγραφική ανάγκη αναδύεται, καθώς τι άλλο είναι ένας συγγραφέας, παρά ένα παιδί που αγωνίζεται σ' έναν κόσμο ελάχιστα κατανοητό;

Το Πώς έγινα καλόγρια αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του τρόπου με τον οποίο ο Άιρα χτίζει τις νουβέλες του. Οι ραφές είναι ορατές, ο αναγνώστης διακρίνει τις αλλαγές πλεύσης, τις καινούργιες ιδέες και τα ευρήματα που προέκυψαν στην πορεία. Συμφιλιώνεται εξαρχής με την ιδέα πως η εξέλιξη θα τον ξεβολεύει από την πολυθρόνα τού αναμενόμενου, τίποτα δεν ήταν προδιαγεγραμμένο, ίσως μόνο η πρώτη σεκάνς, άντε και ο τίτλος. Όλα αυτά, ξέρω, μοιάζουν με ελαττώματα γραφής, και όμως δεν είναι. Ο Άιρα, έχοντας απεκδυθεί τον μανδύα της σοβαροφανούς λογοτεχνίας, πετυχαίνει, όσο λίγοι, να συγχρονίσει τη γραφή και την ανάγνωση, να καταστήσει τον αναγνώστη αυτόπτη μάρτυρα της διαδικασίας, χωρίς να νοιάζεται να σουλουπώσει την κατασκευή, κάτι το οποίο θα αφαιρούσε το προσωπικό του ύφος, εκείνο που τον καθιστά ξεχωριστό σε κάποιους αναγνώστες, εκείνο που ικανοποιεί τη δική του ανάγκη στην τελική. Έχει ωστόσο φροντίσει να θέσει γερά θεμέλια, όπως η συνοχή της αφηγηματικής φωνής για παράδειγμα, θεμέλια απαραίτητα για να πατήσει και να σταθεί η νουβέλα του. Δεν είναι εύκολο να γράφει κάποιος —φαινομενικά και μόνο— απλά και το αποτέλεσμα να είναι λογοτεχνία. 

Αξίζει κανείς να σταθεί στον τρόπο με τον οποίο τίθεται στην ιστορία το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού ως κάτι το δεδομένο. Η Σέσαρ αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως κορίτσι-γυναίκα, αντίθετα με τον υπόλοιπο κόσμο, των γονιών της συμπεριλαμβανομένων. Αυτό είναι κάτι που δεν δημιουργεί καμία έκπληξη ή τριβή και αυτή η παραδοξότητα το κανονικοποιεί. Το Πώς έγινα καλόγρια, γραμμένο το 1993, αρκετά χρόνια πριν η διαπραγμάτευση της σεξουαλικότητας έρθει στη λογοτεχνική επικαιρότητα, ναι μεν περιστρέφεται γύρω από τον αυτοπροσδιορισμό, χωρίς ωστόσο αυτός να βρίσκεται στο προσκήνιο της πλοκής. Η συγγραφική αυτή επιλογή, που μόνο ως τυχαία ή ως «αστείο» δεν μπορεί να εκληφθεί, αποδεικνύεται καθοριστική στην πρόσληψη της νουβέλας, παρότι δεν αρκεί για να την εντάξει στο υποείδος της λογοτεχνίας φύλου.

Η έκδοση της νουβέλας στα ελληνικά είναι αποτέλεσμα συλλογικής μετάφρασης από τους: Μαρία Αθανασιάδου, Κωνσταντίνα Γερασίμου, Αναστασία Γιαλαντζή, Μαρία Ζαγγίλη, Μαρία Καλουπτσή, Μαρία Καραλή, Κανέλλα Λιακοπούλου, Νίκος Μανουσάκης, Αλίκη Μανωλά, Χρυσούλα Ξένου, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αγγελική Παλασοπούλου, Στέλλα Σουφλέρη, Σοφία Φερτάκη, Ναταλί Φύτρου και Σταύρος Χατζής. Στο επίμετρο της έκδοσης γίνεται αναφορά στη διαδικασία αυτή, στον τρόπο με τον οποίο η ομάδα δούλεψε. Η απόφαση για το εγχείρημα λήφθηκε εν μέσω της πρώτης καραντίνας, όταν ο εγκλεισμός δοκίμασε τις αντοχές όλων μας. Την έκδοση συνοδεύει και ένα κατατοπιστικό ως προς το ποιόν του Άιρα εισαγωγικό σημείωμα, το οποίο, ανεξάρτητα με τον χρόνο ανάγνωσής του, λειτουργεί περίφημα. Το ομοιογενές τελικό μετάφρασμα είναι ένα κείμενο που δεν αναπηδά, το γεγονός δηλαδή πως ο αναγνώστης αδυνατεί να εντοπίσει πού σταματάει και πού αρχίζει η δουλειά του καθενός από τους μεταφραστές, και αυτό είναι κάτι που οφείλει κανείς να πιστώσει στην ομάδα και την επιμελήτρια, Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου.

Το Πώς έγινα καλόγρια είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο, αντιπροσωπευτικό δείγμα ενός ιδιαίτερου δημιουργού, του Σέσαρ Άιρα.

υγ. Είχαν προηγηθεί: Βάραμο (περισσότερα εδώ), Οι νύχτες στη Φλόρες (περισσότερα εδώ) και Συνέδριο λογοτεχνίας (περισσότερα εδώ).
 
Συλλογική μετάφραση
Εκδόσεις Carnívora

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2022

Ο Σινεφίλ - Walker Percy

Ο Σινεφίλ εκδόθηκε το 1961 και ήταν το πρωτόλειο έργο του Γουόκερ Πέρσυ, ενός σαρανταπεντάχρονου που ζούσε στον αμερικανικό νότο, παντελώς άγνωστου ως τότε στο λογοτεχνικό σινάφι. Το μυθιστόρημα κέρδισε το National Book Award, αφού συμπεριλήφθηκε στην τελική λίστα μέσα από μια σειρά συμπτώσεων και ενώ είχε να συναγωνιστεί βιβλία όπως το Catch 22 του Χέλερ και το Η Φράννυ και ο Ζούι του Σάλιντζερ.

Πρόκειται για την ιστορία τού Τζακ Μπόλινγκ, που εκτός από τη θεία του όλοι τον φωνάζουν Μπινξ, μια βδομάδα πριν κλείσει τα τριάντα. Ο Μπινξ, αναδυόμενος χρηματιστής, ζει εργένικα φλερτάροντας με τις κατά καιρούς γραμματείς του και αναζητώντας συχνά καταφύγιο στις σκοτεινές και άδειες κινηματογραφικές αίθουσες των προαστίων. Ώσπου ένα πρωί ξύπνησε με τη στυφή γεύση του πολέμου στο στόμα. Η ονειρική ανάμνηση της ημέρας που έφτασε τόσο κοντά στον θάνατο στο μέτωπο της Κορέας, της στιγμής που ανατάραξε την επιφάνεια των πραγμάτων και ξύπνησε μέσα του μια τρομερή περιέργεια για όλα και εκείνος ορκίστηκε πως αν έβγαινε ζωντανός θα ακολουθούσε την αναζήτηση αυτή, υπόσχεση που ξέχασε γυρίζοντας στην πατρίδα. «Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της απελπισίας είναι ακριβώς αυτός: δεν αντιλαμβάνεται ότι είναι απελπισία». Τη φράση αυτή του Κίρκεγκορ χρησιμοποιεί ο συγγραφέας εν είδει προλογικού σημειώματος για το μυθιστόρημά του, τη στιγμή που στη σελίδα 23 ο Μπινξ ισχυρίζεται πως: «Το να αντιληφθείς την πιθανότητα της αναζήτησης σημαίνει ότι έχεις πάρει χαμπάρι κάτι. Το να μην έχεις πάρει χαμπάρι κάτι σημαίνει ότι βρίσκεσαι σε απελπισία». Τα δύο αυτά αποσπάσματα δίνουν το φιλοσοφικό στίγμα του υπαρξισμού που διαπνέει τις σελίδες του μυθιστορήματος. Ταυτόχρονα, η Νέα Ορλεάνη ζει στους ρυθμούς του καρναβαλιού, του περίφημου Μαρντί Γκρα.

Ο Μπινξ είναι ένας ιδιαίτερος λογοτεχνικός χαρακτήρας. Ο Πέρσυ του παραδίδει τα ηνία της αφήγησης, που αναδεικνύει τις αντιφάσεις και τις ατέλειές του και τον καθιστά εν πολλοίς αναξιόπιστο στα μάτια του αναγνώστη. Ο συγγραφέας δεν επιθυμεί την εξαίρεση του Μπινξ από την εποχή του, ούτε και να τον καταστήσει με το ζόρι αρεστό, δεν κατασκευάζει δηλαδή έναν γοητευτικό νεαρό άντρα με υπαρξιακές ανησυχίες εν μέσω ενός ρηχού καταναλωτικού κόσμου, αλλά έναν άνθρωπο της εποχής του που ξάφνου νιώθει την ανάγκη για αναζήτηση υπό το βάρος της ύπαρξης. Μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ο κόσμος αυτός παίρνει σχήμα και μορφή· ο Μπινξ είναι τέκνο τού κόσμου αυτού και δεν διαθέτει τίποτα το ηρωικό. Ο αναγνώστης δεν αναγνωρίζει απαραίτητα στον Μπινξ κάτι οικείο, αλλά μέσα από την αφήγησή του νιώθει, βιώνει καλύτερα, την ανοικειότητα της ύπαρξης, την ανάδυση του παράλογου. Ο Τζακ Μπινξ Μπόλινγκ αποτελεί τον πρόδρομο ενός άλλου αξέχαστου λογοτεχνικού χαρακτήρα γεννημένου στη Νέα Ορλεάνη, του Ιγνάτιου Τζέυ Ράιλυ στον Συνασπισμό ηλιθίων του Τζον Κέννεντυ Τουλ.

Ο Πέρσυ με διορατικότητα και οξυδέρκεια ιχνηλατεί τον πυρήνα των πραγμάτων και αποφεύγει κάθε μορφή διδακτισμού και συναισθηματικής καθοδήγησης. Αφομοιώνει γόνιμα τις επιρροές από το ρεύμα του υπαρξισμού και τις προσαρμόζει περίφημα στο περιβάλλον του αμερικανικού νότου, αν και ευτυχώς αρνείται να υποκύψει στη γοητεία του φολκλόρ για το οποίο η Νέα Ορλεάνη φημίζεται, ιδιαίτερα εν μέσω καρναβαλιού. Χρησιμοποιεί ωστόσο οργανικά τον απόηχο της πόλης που γιορτάζει, απαλλάσσοντας την επιλογή του συγκεκριμένου χρόνου από την τυχαιότητα. Ο Σινεφίλ, ήδη από τον τίτλο του, αρνείται πεισματικά να είναι αυτό που φαίνεται ή να περιορίζεται σ' αυτό, καθώς τρέφεται από τις ίδιες του τις αντιφάσεις. Και αν είναι μάλλον εύκολο για τον σημερινό αναγνώστη να αντιληφθεί τους λόγους για τους οποίους Ο Σινεφίλ έκανε τόσο μεγάλη αίσθηση όταν κυκλοφόρησε, εντύπωση προκαλεί ο λογοτεχνικά επίκαιρος και φρέσκος χαρακτήρας του μυθιστορήματος, εξήντα χρόνια μετά. Ο Πέρσυ οδηγεί με μαεστρία τον αναγνώστη ανάμεσα στα συντρίμμια ενός ορίζοντα προσδοκιών υπό διαρκή κατάρρευση, στο κατόπι της αναζήτησης νοήματος εντός ενός κόσμου παράλογου, παραδομένου πλήρως στην απελπισία.

Ο Σινεφίλ είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα που επιτέλους κυκλοφόρησε στα ελληνικά. Η καλή μετάφραση είναι της Μυρσίνης Γκανά και το κατατοπιστικό επίμετρο του Θωμά Λιναρά.

υγ. Για τον Συνασπισμό ηλιθίων, το εξωφρενικό μυθιστόρημα του Τουλ, περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υγ1. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο (επιμ. Μισέλ Φάις) της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο Αυγούστου 2022, το λινκ για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.
 
Μετάφραση Μυρσίνη Γκανά
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2022

Εμείς - Ειρήνη Γιαβάση

Υπάρχουν φορές που οι προσδοκίες για κάποιο βιβλίο αιωρούνται στον αέρα χωρίς να εδράζονται σε έδαφος λογικής. Ίσως αυτό να είναι το περιβόητο αναγνωστικό ένστικτο, ίσως και όχι. Και μπορεί οι προσδοκίες αυτές να συμβάλλουν καθοριστικά στην επιλογή του μέσα από ένα μεγάλο σύνολο διαθέσιμων τίτλων, αλλά ταυτόχρονα γυρεύουν να ικανοποιηθούν. Προσδοκίες που διαμορφώνουν έναν ορίζοντα δύσκολο, αν όχι αδύνατο, στην όποια απόπειρα σκιαγράφησης, εν πολλοίς αφηρημένο, βασισμένο στην επιθυμία να διαβάσει κανείς ένα καλό βιβλίο, ή, καλύτερα, στην ανάγκη του αυτή. Έτσι μπήκα στην ανάγνωση του βιβλίου της Ειρήνης Γιαβάση, Εμείς, που κυκλοφόρησε στην αρχή του καλοκαιριού από τις καλαίσθητες εκδόσεις Ο μωβ σκίουρος.

«Σήμερα θα είναι η πιο ζεστή μέρα του χρόνου», ανήγγειλαν οι ειδήσεις το πρωί.

Η αίθουσα του ωδείου γεμίζει σιγά σιγά, οι εξεταστές προσέρχονται και παίρνουν τις θέσεις τους, ο κλιματισμός αρνείται πεισματικά να συνεργαστεί, ο διευθυντής προσπαθεί να βρει λύση. Η αφηγήτρια ζεσταίνεται και ιδρώνει μπροστά από το μαονί πιάνο Blüthner, γυρεύει τις ανάσες εκείνες που θα διώξουν το άγχος μακριά, είναι η μέρα της, η τελική μάχη, η εξέταση για το δίπλωμα. Μια αλλαγή της τελευταίας στιγμής στη σειρά των κομματιών, μετά από παρότρυνση του δασκάλου της, της προκαλεί μια επιπλέον αναστάτωση.

Από την, πάντα σημαντική και δηλωτική προθέσεων, εναρκτήρια πρόταση, η συγγραφέας ορίζει τον πυρήνα της αφήγησης, θέτει την αντίθεση που διαπερνά την ιστορία αυτή. Από τη μια, η πιο ζεστή μέρα του χρόνου, η κορύφωση μιας πορείας χρόνων, η τελική εξέταση της αφηγήτριας. Από την άλλη, η πρόσφατη απώλεια της αδερφής, το παγωμένο άγγιγμα του θανάτου. Το πριν και το μετά. Μια απουσία διαρκώς παρούσα συντροφιά με μια ατελείωτη σειρά ερωτημάτων. Η ζωή συνεχίζεται, δύσκολα και συχνά χωρίς ανάσα, αλλά συνεχίζεται, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Η αφηγήτρια, στο μέσο της σκηνής και με τα μάτια όλων καρφωμένα πάνω της, είναι παρούσα μόνο σωματικά. Οι σκέψεις και τα συναισθήματά της τριγυρνούν στο παρελθόν, πριν και μετά την απώλεια της αδερφής της, πηγαινοέρχονται στο μονοπάτι που την οδήγησε μέχρι την τελική αυτή εξέταση, μια πορεία χρόνων στην οποία τα ασπρόμαυρα πλήκτρα του πιάνου υπήρξαν μια σταθερά. Χέρια και πόδια ξέρουν τι να κάνουν, οι ώρες εξάσκησης τα βαραίνουν. Οι παρόντες στην αίθουσα δεν μπορούν να γνωρίζουν τι σκέφτεται εκείνη τη στιγμή, παρατηρούν απλώς μια συναυλία, καθένας ανάλογα με τις γνώσεις και την ιδιότητά του. Η μοναξιά μιας νεαρής κοπέλας εν μέσω πολυκοσμίας.

Η Γιαβάση έχει μια ενδιαφέρουσα ιδέα για το πώς θα στήσει την αφήγησή της επιχειρώντας να λεκτικοποιήσει τις σκέψεις και τα συναισθήματα μιας μουσικού την ώρα της συναυλίας. Ο ιδιότυπος εσωτερικός μονόλογος της αφηγήτριας, με στοιχεία μοντερνισμού και ευρεία χρήση της τεχνικής της ροής συνείδησης, αποδεικνύεται άκρως λειτουργικός, τόσο σε επίπεδο κατασκευής όσο και αφήγησης. Ωστόσο, το αφηγηματικό εύρημα δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση από μόνο του πανάκεια. Αυτό η Γιαβάση δείχνει να το γνωρίζει καλά. Δεν επαναπαύεται στο εύρημά της, αλλά επιχειρεί να το αξιοποιήσει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, και τα καταφέρνει.

Και δεν καταφέρνει απλώς να μην την καταπιεί και να υπηρετήσει την τεχνική πλευρά του, να ακολουθήσει δηλαδή τον ρυθμό των επιλεγμένων κομματιών, φροντίζοντας να μη χάσει το αφηγηματικό νήμα, αλλά, ταυτόχρονα, πετυχαίνει να προσδώσει την απαραίτητη ψυχή στην αφήγησή της. Έτσι, το τελικό κατασκεύασμα, σε κάθε βιβλίο περί αυτού πρόκειται, δεν χαρακτηρίζεται μόνο από εγκεφαλικότητα. Σ' αυτό βοηθούν και οι καλά χωνεμένες επιρροές της Γιαβάση, ιδίως η λογοτεχνία της Γουλφ αλλά και ο μαγικός ρεαλισμός, μια ικανή αναγνώστρια αναδύεται. Το Εμείς μου θύμισε το μυθιστόρημα της Νάνσυ Χιούστον, Οι παραλλαγές Γκόλντμπεργκ, ένα μυθιστόρημα που με είχε εντυπωσιάσει ιδιαιτέρως. Εκεί, η συγγραφέας, ενώ η οικοδέσποινα παίζει το έργο του Μπαχ, εστιάζει στις σκέψεις καθενός από τους σιωπηλούς λόγω της περίστασης καλεσμένους.

Η Γιαβάση πετυχαίνει ωστόσο και τη συγχρονία παρά το φαινομενικά κλασικότροπο ύφος τής μυθοπλασίας της. Το Εμείς είναι μια ιστορία ενηλικίωσης, που μπορεί να διαθέτει κοινά συστατικά με άλλες αντίστοιχες ιστορίες του παρελθόντος, αλλά πρόκειται για μια ιστορία ενηλικίωσης στο σήμερα. Και αυτό περισσότερο απ' όλα φαίνεται από το βάρος που η αποτυχία φέρει, από τις προσδοκίες με το περιτύλιγμα αγάπης που καλλιεργούνται, από την εκλογίκευση των πάντων, από την αίσθηση αποπροσανατολισμού σε έναν λεπτομερώς χαρτογραφημένο κόσμο. Σ' αυτόν τον κόσμο δοκιμάζει τις δυνάμεις της η νεαρή αφηγήτρια, η αδερφή της δεν κατάφερε να ανταποκριθεί, το βάρος των προσδοκιών επιμερίζεται στους ώμους των δύο μικρότερων. Η εξέταση αποτελεί τον τελευταίο σταθμό ενός μονόδρομου, τον οποίο εκείνη βρέθηκε να περπατά.

Η φωνή της αφηγήτριας, αυτό το ενδόμυχο γαϊτανάκι σκέψεων και συνειρμών, είναι άκρως πειστικό και συμβατό με την ηλικία της. Η Γιαβάση δεν υποκύπτει στον πειρασμό της πλήρους απελευθέρωσης του συναισθήματος και δεν υπερφορτώνει την αφήγηση, κάτι το οποίο αναγνωστικά είναι σωτήριο, αφού την απαλλάσσει από τη συναισθηματική καθοδήγηση και τον εκβιασμό. Η γλώσσα παρά την κατά τόπους ποιητικότητά της όχι μόνο δεν ξενίζει αλλά ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αφήγησης, ενώ και τα υπόλοιπα πρόσωπα του δράματος μοιάζουν γνώριμα, και ως μονάδες αλλά και ως σύνολο. Η πυρηνική οικογένεια με τις ιδιοπάθειες και τα χάσματά της επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να λείπει, εκεί βρίσκονται οι ρίζες της ποικιλόμορφης χλωρίδας, εκεί οι ανθοί εκεί και τα αγκάθια.

Η συγγραφέας ελέγχει πλήρως το υλικό της. Αυτό είναι κάτι που φαινομενικά μοιάζει οξύμωρο αν όχι αρνητικό. Και όμως δεν είναι. Ο συντεταγμένος τρόπος με τον οποίο η ιστορία ξεδιπλώνεται και τα κομμάτια τοποθετούνται στη θέση τους είναι απαραίτητος για το τελικό αποτέλεσμα. Αυτό συμβαίνει χωρίς η αφηγήτρια να καθίσταται ένα απλό φερέφωνο της συγγραφέως, χωρίς εμφανείς ραφές, χωρίς η ροή της συνείδησης να χάνει τη φυσικότητα και τον άναρχο και συνειρμικό χαρακτήρα της. Συγγραφική απόφαση που υπηρετεί και τη συνθήκη εντός της οποίας η αφήγηση λαμβάνει χώρο.

Το Εμείς είναι από τα βιβλία εκείνα που επιβεβαιώνουν πως σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο θα πεις μια ιστορία, χωρίς ταυτόχρονα να παραμελείς προς χάρη του μηχανισμού την ίδια την ιστορία. Η Γιαβάση έχει μια καλή ιστορία να πει, όχι απαραίτητα πρωτότυπη —υπάρχουν αλήθεια ιστορίες που δεν έχουν ειπωθεί;—, και το κάνει με έναν τρόπο τεχνικά άρτιο, που πετυχαίνει να αναδείξει περαιτέρω την ίδια την ιστορία. Το Εμείς, παρότι πρωτόλειο, αποτελεί δείγμα ωριμότητας και σκληρής δουλειάς. Ένα καλό βιβλίο.

υγ. Για τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ περισσότερα θα βρείτε εδώ.

Εκδόσεις Ο μωβ σκίουρος

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2022

Παρατεταμένος χρόνος - Maylis Besserie

Θα μπορούσε να γίνει λόγος για ένα λογοτεχνικό υποείδος. Σ' αυτό, συγγραφείς βρίσκουν την έμπνευση αλλά και την ανάγκη της γραφής στη μυθοπλαστική πλευρά των καθοριστικών για εκείνους συγγραφέων. Όχι μόνο στην τεχνική ή το ύφος, αλλά στην ίδια τη ζωή εκείνων που στοίχειωσαν αναγνωστικά και όχι μόνο τα βράδια τους, στο προσωπικό που μένει εν πολλοίς στο παρασκήνιο της γραφής. Το πέρασμα εκείνων που διαμόρφωσαν μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας από την πλευρά του δημιουργού στον ρόλο του μυθιστορηματικού προσώπου. Είδος που μόνο ελάχιστα συγγενεύει με τη βιογραφία, παρότι διαθέτει μεγάλο εμβαδό έρευνας και πραγματολογικών στοιχείων, εντούτοις ανήκει ξεκάθαρα στα εδάφη τής μυθοπλασίας. Αυτό περίμενα από τον Παρατεταμένο χρόνο, το μυθιστόρημα της Γαλλίδας Μαϋλις Μπεσσερί που κυκλοφόρησε σχετικά πρόσφατα από τις εκδόσεις Ύψιλον σε μετάφραση της Λίζυς Τσιριμώκου. Και αυτό βρήκα.

Παρίσι, 25 Ιουλίου 1989

Είναι νεκρή. Πρέπει να μου το υπενθυμίζω αδιάκοπα: η Σουζάν δεν βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο, δεν είναι μαζί μου, δεν υπάρχει καν πια. Έχει ταφεί. Ωστόσο, σήμερα το πρωί, θαρρείς και ήταν εδώ, κάτω από την παλιά μου κουβέρτα —όχι θαμμένη, μήτε καν νεκρή— εδώ, κάτω από την κουβέρτα, κουλουριασμένη πάνω στον γέρο-Σαμ της. Άλλωστε, ακριβώς επειδή είναι εδώ, γερμένη πάνω στα γέρικα κόκαλά μου, ξαπλωμένη δίπλα στο ταλαίπωρο κουφάρι μου, καταλαβαίνω κι εγώ ότι δεν είμαι θαμμένος.

Παρ' όλα αυτά κρυώνω λίγο. Παραείμαι αδύνατος.

Ο Μπέκετ πέρασε τους τελευταίους μήνες της ζωής του σ' έναν οίκο γηριατρικής φροντίδας στο Παρίσι. Είχε προηγηθεί ο θάνατος της Σουζάν, συνοδοιπόρου του σ' ένα μεγάλο μέρος της διαδρομής. Η Μπεσσερί γράφει ένα μυθιστόρημα για την περίοδο αυτή, αποτελούμενο από προσωπικές, εν είδει ημερολογίου, καταγραφές του ίδιου του ιερού τέρατος της λογοτεχνίας αλλά και αναφορές του νοσηλευτικού προσωπικού του ιδρύματος. Προσπάθησε, με αφορμή γεγονότα τόσο πραγματικά όσο και φανταστικά, να αποδώσει τον Μπέκετ ως ένα πρόσωπο που αντιμετωπίζει το τέλος του, όμοιο με τα πρόσωπα που κατοικούν στο έργο του. Η αλήθεια, σε μυθιστορήματα όπως αυτό, διατηρεί ρόλο σημαντικό πλην όμως δευτερεύοντα, δεν αποτελεί το κυρίως ζητούμενο, δεν γυρεύει να λάβει το χρίσμα του ντοκουμέντου, παρά μόνο μια έκκεντρη θέση ανάμεσα στην τεράστια εργογραφία σχετικά με τον Μπέκετ, ένας ιδιότυπος φόρος τιμής με τον τρόπο που μια συγγραφέας μυθοπλασίας δύναται να αποδώσει. Οι διακειμενικές αναφορές με το ίδιο το έργο του Μπέκετ είναι προφανώς παρούσες, το ίδιο και το βιογραφικό νήμα που συνέχει την ιστορία. Η συγγραφέας φροντίζει με τη φαντασία, ή την επιθυμία της αν προτιμάτε, να γεμίσει τα κενά. Τούτου δοθέντος, η Μπεσσερί κατάφερε να γράψει ένα ωραίο μυθιστόρημα.

Ο Μπέκετ, ως μυθιστορηματικό πρόσωπο του ίδιου του του έργου, αντιμετωπίζει τη φθορά και τον επερχόμενο θάνατο μ' έναν τρόπο γνώριμα ανθρώπινο πλην όμως έντονα προσωπικό. Εδώ έγκειται η κύρια διακειμενική σύνδεση με το έργο του, στη στάση τού Μπέκετ απέναντι στο τέλος. Αυτό είναι το σημαντικό μυθοπλαστικό κενό το οποίο κατά κύριο λόγο επεξεργάζεται η συγγραφέας, ο τρόπος, δηλαδή με τον οποίο θα διαχειριστεί τη στερεοτυπία περί πανανθρώπινης ισότητας και ομοιομορφίας απέναντι στον αναπόφευκτο θάνατο, τη μοναδική φιλοσοφική βεβαιότητα. Εντούτοις, δεν παρασύρεται σε μονοπάτια μακρινά από την διαισθητική αληθοφάνεια μιας εμπειρίας όπως αυτή, που θα ξεμάκραιναν τον Μπέκετ από το ανθρώπινο, από το κοινό έδαφος με τον αναγνώστη. Και αυτό αποτελεί το σημείο κλειδί της επιτυχίας του εγχειρήματος. Εδώ, ταυτόχρονα, υπεισέρχεται και η μυθιστορηματική διάσταση που ο Μπέκετ λαμβάνει στη φαντασία της συγγραφέως, οι γέφυρες ανάμεσα στον δημιουργό και το δημιούργημά του, στο μυαλό που γεννά λογοτεχνία και το μυαλό που ζει τα ανθρώπινα· ο τρόπος με τον οποίο εκείνος βρίσκει αναπόφευκτα καταφύγιο στο παρελθόν, που ανασύρει αναμνήσεις από τα περασμένα, που δοκιμάζει μια επανεξέταση της διαδρομής· ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τον θάνατο της Σουζάν, τη μοναξιά που τόσο λαχτάρησε στη ζωή του, την εξάρτησή του από το νοσηλευτικό προσωπικό, την ανάγκη του να συνεχίσει ως το τέλος με τον δικό του βηματισμό. Η μεταφυσική πρόκληση ενός συνειδητά άθεου όντος, το αδιάβατο τείχος της ματαιότητας της ύπαρξης.

Η Μπεσσερί αποφεύγει το μελό. Αποφεύγει επίσης να παρακάμψει τον ήρωά της επιδεικνύοντας υπέρμετρα τις γνώσεις της σχετικά με εκείνον. Ο Παρατεταμένος χρόνος, παρότι η πλάστιγγα εμφανώς γέρνει προς τη μυθοπλασία, εν τέλει ισορροπεί. Παρά την ιδιαιτερότητα της ιστορίας που η συγγραφέας επιθυμεί να αφηγηθεί, δεν παρεκκλίνει του στόχου της να γράψει ένα μυθιστόρημα, και το βιβλίο, πρώτα και κύρια, ως τέτοιο διαβάζεται. Ο Παρατεταμένος χρόνος απευθύνεται και ικανοποιεί τόσο τους αναγνώστες που γνωρίζουν τον Μπέκετ όσο και εκείνους που τον ξέρουν μόνο ως όνομα, απλά ως κάποιον σημαντικό για τη λογοτεχνία. Η Μπεσσερί πετυχαίνει να καταστήσει τον Μπέκετ έναν λογοτεχνικό ήρωα.

Διαβάζοντας το πρωτόλειο βιβλίο της, γεννημένης το 1982, Μπεσσερί, βιβλίο που έλαβε το «Βραβείο Goncourt μυθιστορήματος πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα», θυμήθηκα κάποια αντίστοιχα μυθιστορήματα, όπως Οι ώρες του Κάνιγχαμ, Το μεγαλείο της ζωής του Κούμπφμελλερ, Οι τρεις τελευταίες μέρες της Μπέλερ, αλλά και Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις του σημαντικού Σαραμάγκου, μυθιστορήματα που, ανάμεσα σε άλλα, συνθέτουν αυτό το γοητευτικό στα μάτια μου λογοτεχνικό υποείδος.

υγ. Περισσότερα για Το μεγαλείο της ζωής, με ήρωα τον Φραντς Κάφκα, θα βρείτε εδώ, για το Οι τρεις τελευταίες μέρες, με ήρωα τον Τόμας Μαν, θα βρείτε εδώ, για το Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις, με ήρωα τον ετερώνυμο του Πεσσόα, Ρικάρντο Ρέις, εδώ.

Μετάφραση Λίζυ Τσιριμώκου
Εκδόσεις Ύψιλον