Σάββατο, 13 Ιουνίου 2020

Normal People (2020)





Λάτρης των σειρών δεν είμαι. Τις τελευταίες εβδομάδες στα κοινωνικά δίκτυα έπεφτα πάνω σε θετικά σχόλια για το Normal People, σειρά που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της, γεννημένης το 1991, Σάλλυ Ρούνεϊ. Υπήρχε κάτι σε αυτά τα σχόλια που μου τράβηξε την προσοχή αρχικά, που με έκανε να θέλω να δω περί τίνος πρόκειται εν τέλει. Με τον καιρό μαθαίνεις να διακρίνεις τον πόθο πίσω από τα λόγια των ανθρώπων, και ό,τι γεννά πόθο, αξίζει να αναζητηθεί, χωρίς αυτό να εγγυάται την ομοφωνία. Έτσι έγινε -και- ετούτη τη φορά.

Αυτή είναι μια ιστορία αγάπης. Ένας φτωχός και μια πλούσια ερωτεύονται. Κάποιοι θα σταματήσετε να διαβάζετε εδώ το κείμενο αυτό. Το ξέρω και δεν σας κακολογώ. Όμως: Οι ιστορίες έχουν ειπωθεί, όλες οι ιστορίες έχουν ειπωθεί. Ο τρόπος είναι εκείνος που αλλάζει. Μα και ο τρόπος εδώ δεν έχει κάτι το ρηξικέλευθο, δεν αποτελεί κάποια πρωτοπορία παρά βάδισμα σε μονοπάτια γνώριμα και χιλιοπερπατημένα. Τότε; Η ιστορία αυτή διαδραματίζεται στο σήμερα. Σιγά, θα πείτε. Η ιστορία αυτή διαδραματίζεται στο σήμερα, θα επαναλάβω εγώ. Η ιστορία αυτή, όπου ένας φτωχός και μια πλούσια ερωτεύονται, όπου ένας νέος και μια νέα ερωτεύονται, είναι μια ιστορία που θα συμβαίνει πάντα. Η Ρούνεϊ, λίγο πριν την ολοκληρωτική επικράτηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, διηγείται  μια ιστορία αγάπης της γενιάς της με έναν τρόπο τρομακτικά αληθινό. 
Σε μια μικρή πόλη της Ιρλανδίας ο δημοφιλής Κόνελ και η περίεργη Μαριάν θα ερωτευτούν και θα τα φτιάξουν, κρατώντας τη σχέση τους κρυφή. Έρχονται από διαφορετικούς κόσμους, εκείνη μένει στην έπαυλη με τη μητέρα της και τον αδερφό της, εκείνος σ' ένα μικρό σπίτι με τη μητέρα του. Χαμηλών τόνων και χωρίς σεναριακές ακρότητες, το Normal People μοιάζει αρχικά να φλερτάρει με την αδιαφορία, ίσως γιατί απουσιάζει το ανοίκειο που έλκει και εντυπωσιάζει με τη συνθετότητά του, με τη μαθηματική του δομή, ίσως γιατί η σημερινή εποχή δεν διαθέτει κάποια μαγεία, ίσως και για τα δυο. Ο τρόπος με τον οποίο εικονοποιήθηκε το βιβλίο σού αφήνει την αίσθηση πως παρακολουθείς μια σειρά εποχής, με τον τρόπο του Μη μ' αφήσεις ποτέ του Ισιγκούρου, μια αίσθηση ρετρό, μια διακριτική υπενθύμιση πως τα πάθη του ανθρώπου είναι μια ιστορία από τις αρχές του παρελθόντος. Καθώς τα επεισόδια κυλούν, ο θεατής εμπλέκεται συναισθηματικά, χωρίς όμως να νιώσει την ανάγκη να φωνάξει στους ήρωες τι να κάνουν, χωρίς να νιώθει διδακτικός και παντογνώστης, αποδεχόμενος τον ρόλο του έξω από τον χορό, συνειδητοποιώντας πόσο ανούσιες είναι οι συμβουλές και πόσο άχρηστοι οι μέντορες.   

Η σχέση των δύο δεν είναι παρά το νήμα γύρω από το οποίο κρέμονται βαρίδια και στολίδια της εποχής μας, οι αντιφάσεις μιας εποχής όπου μπορεί κανείς να συζητά ανοιχτά για διάφορα θέματα ταμπού, μιας εποχής κουλ ανθρώπων που όμως δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν -με- τον συναισθηματικό τους κόσμο, ανθρώπων που μπορούν να συζητήσουν το ενδεχόμενο της ανταλλαγής ερωτικών συντρόφων -για παράδειγμα- αλλά δεν μπορούν να συζητήσουν το ενδεχόμενο να μείνουν μαζί. Αυτό το σκληρό κουκούλι που περικλείει ένα μαλακό και άγνωστο μέσα. Οι μοναχικοί δρόμοι που τραβάει ο καθένας με τις αδιάφορες -τυχαίες εν πολλοίς- τομές, η ανάγκη για επικοινωνία, για μοίρασμα, μια ανάγκη άγνωστη, που είναι σχεδόν αδύνατο να περιγραφεί και να διατυπωθεί, μια ανάγκη που δεν αναγνωρίζεται σε μια εποχή ατομικότητας, σε μια εποχή ατομικής ευθύνης όπου ο καθένας πρέπει, λένε, να μάθει να στηρίζεται στα πόδια του, μια ανάγκη που εκλαμβάνεται ως αδυναμία, την ώρα που τα πάντα προσεγγίζονται με όρους νίκης και ήττας. Η φιλία, μια έννοια που τόσο διαστρεβλώνεται βιαίως και διαρκώς, λείπει, και όταν βρεθεί, το ενδεχόμενο της απώλειας, ακόμα και για το ρίσκο του έρωτα, σε κοκαλώνει. 

Η οικογένεια δεν θα μπορούσε να λείπει από εδώ. Δεξαμενή νευρώσεων και φοβιών, μια εστία βίας, πάντοτε πίσω από το προκάλυμμα της αγάπης και με την υποστήριξη της κοινωνίας. Η απουσία της πατρικής φιγούρας. Η μεταφόρτωση επιθυμιών και ονείρων. Η αποτυχία του χτες στις πλάτες του αύριο. Η μέτρηση σε χρήμα. Η δια αντιπροσώπου κοινωνική αναγνώριση. Τα οικογενειακά τραπέζια. Το μικρόβιο που καθένας κουβαλάει και διαιωνίζει. Ο ελέφαντας στο κέντρο του δωματίου. Δεν είναι όμως όλα χαμένα, όχι μέχρι να χαθούν. 

Υπάρχει ένα διήγημα του Κορτάσαρ, το οποίο ευφυώς έχει διασκευάσει ο Γκοντάρ (βλ. Week End), όπου ένας απλός, καθημερινός, αδιάφορος Παριζιάνος μετατρέπεται σε έναν δημοφιλή, γοητευτικό και με αρχηγικές αρετές τύπο κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου μποτιλιαρίσματος έξω από το γαλλική μητρόπολη. Όταν όμως η κίνηση επανέρχεται τότε ξαφνικά όλα επιστρέφουν για εκείνον εκεί από όπου ξεκίνησαν, καθώς ο καθένας επιβιβάζεται στο αυτοκίνητό του επιστρέφοντας στην παλιά ζωή του. Η μετάβαση στην εποχή μετά το σχολείο έχει έναν τέτοιο χαρακτήρα, κάποιοι ανθίζουν και κάποιοι μαραίνονται. Κάποιοι δεν θέλουν ποτέ να γυρίσουν πίσω εκεί, κάποιοι άλλοι νοσταλγούν διαρκώς τις μέρες εκείνες. Η ζωή σε μια μικρή πόλη για κάποιους μπορεί να είναι απελευθερωτική.
Η Daisy Edgar-Jones και ο Paul Mescal συνθέτουν ένα δίδυμο υψηλής έντασης, που υπηρετούν άψογα την εξέλιξη των χαρακτήρων σε αυτή την κρίσιμη, αυξημένης μεταβλητότητας, ηλικιακή περίοδο, επιτυγχάνοντας την απαραίτητη εσωτερικότητα που οι ρόλοι απαιτούν. Η κινηματογράφηση έχει κάποιες σπουδαίες στιγμές χωρίς να απαιτεί τον πρώτο ρόλο και να επισκιάζει την ιστορία. Θέλω να διαβάσω και το βιβλίο τώρα. Πέρυσι, όταν είχε κυκλοφορήσει το Συζητήσεις με φίλους, το πρωτόλειο της Ρούνεϊ που είχε δημιουργήσει ένα κάποιο χάιπ στο εξωτερικό, οι αντιφατικές κριτικές της εδώ αναγνωστικής κοινότητας με απέτρεψαν· τώρα, μετά από τη σειρά θέλω να διαβάσω και αυτό.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου