Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Πόλη στις φλόγες - Garth Risk Hallberg




Στη Νέα Υόρκη μπορείς να αγοράσεις τα πάντα με παράδοση κατ' οίκον. Αυτή τουλάχιστον είναι η αρχή με βάση την οποία λειτουργώ. Είμαστε στη μέση του καλοκαιριού, στη μέση της ζωής μου. Βρίσκομαι σε ένα κατά τα άλλα εγκαταλειμμένο διαμέρισμα στη Δυτική 16η Οδό, ακούω το ήρεμο βουητό του ψυγείου στο διπλανό δωμάτιο και, παρότι περιέχει μόνο ένα μεσοζωικό πακετάκι βούτυρο που άφησαν πίσω τους οι οικοδεσπότες μου όταν έφυγαν για την παραλία, σε σαράντα λεπτά μπορώ να φάω σχεδόν ό,τι θέλω. Όταν ήμουν νέος -ή, μάλλον νεότερος- μπορούσες να παραγγείλεις ακόμα και ναρκωτικά. Υπήρχαν διαφημιστικά φυλλάδια με έναν τηλεφωνικό αριθμό που άρχιζε από 212 και τυπωμένες τις μοναχικές λέξεις παράδοση κατ' οίκον ή, τις πιο πολλές φορές, κάτι μαλακίες για θεραπευτικό μασάζ. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι τα είχα ξεχάσει.
Αλλά βέβαια η πόλη έχει αλλάξει πια, ή οι άνθρωποι θέλουν άλλα πράγματα.

Το παρελθόν, πάντα το παρελθόν, συντελεσμένο μα γεμάτο ερωτήματα και σκοτεινά σημεία, ρίχνει βαριά τη σκιά του στο παρόν, και ας είναι συνήθως αδύνατο να διακρίνει κανείς το νήμα, την άμεση αυτή σύνδεση που ο ανθρώπινος εγκέφαλος κατανοεί και αποδέχεται, την επιστημονική λογική αιτίου και αιτιατού· σε εκείνο, το παρελθόν, απαιτείται να καταφύγει κανείς για να αναζητήσει απαντήσεις και εξηγήσεις, να σκάψει μήπως και καταφέρει να καθαρίσει το έδαφος από τα παρασιτικά φυτά και τα δηλητηριώδη ζωύφια, να σηκώσει ακόμα και τις πιο αδιάφορες πέτρες, με υπομονή και επιμονή, μα κυρίως με διάθεση να ξεβολευτεί και να αναθεωρήσει, αν χρειαστεί, ό,τι πρέπει να αναθεωρηθεί. Δεν είναι εύκολο, σίγουρα δεν είναι, είναι όμως τουλάχιστον παρήγορο και αξιοθαύμαστο αυτό το βλέμμα προς τα περασμένα, η παύση της πορείας στα τυφλά, έστω και αν αποδειχτεί προσωρινή και δίχως χειροπιαστά αποτελέσματα, στην επανεκκίνηση δεν θα είναι ο ίδιος άνθρωπος.

Όταν αυτό το παρελθόν έχει λάβει χώρα σε μια μητρόπολη όπως η Νέα Υόρκη και περιλαμβάνει, στα πρώτα παιδικά και άκρως διαμορφωτικά χρόνια, μια δεκαετία όπως εκείνη του '70, τότε το προσωπικό μπερδεύεται με το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, σε έναν ιστό πυκνό, τότε η ανασκόπηση δεν γίνεται να αφορά μόνο το αμιγώς προσωπικό. Και αυτό, όπως είναι λογικό, κάνει την αναδρόμηση ακόμα πιο σύνθετη, ακόμα πιο απαιτητική. Αυτό επιχειρεί ο αφηγητής του Garth Risk Hallberg, να ανασυνθέσει μια περασμένη εποχή, με επίκεντρο το 1977, να συμπληρώσει τα κενά, να φωτίσει τα σκοτεινά σημεία και να δώσει απαντήσεις στα δικά του προσωπικά ερωτήματα, να φλερτάρει με τους δαίμονες μήπως και καταφέρει να τους γοητεύσει, να τους εξημερώσει.

Ο Hallberg σπάει το σώμα της αφήγησης σε μικρά σχετικά κεφάλαια, συνθέτοντας τη μεγάλη εικόνα αργά και μεθοδικά μέσα από τις επί μέρους ιστορίες των ηρώων του, ιστορίες που μπλέκονται μεταξύ τους με μια ένταση ολοένα αυξανόμενη, καθώς οι χαρακτήρες εναλλάσσονται ανάμεσα στον πρωταγωνιστικό και τον δευτερεύοντα ρόλο, μένοντας για λίγο στα παρασκήνια πριν επανέλθουν στη σκηνή, προσδίδοντας έτσι μια δυναμική, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, ακόμα και στις φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες της ζωής κάποιου από τους ήρωές του, καθώς ο αναγνώστης αδυνατεί να διακρίνει την τελική επίδραση του ελάχιστου στο όλο.

Το μεγαλόπνοο σχέδιο του συγγραφέα απαιτεί την ταυτόχρονη ύπαρξη κόσμων εντελώς ξένων μεταξύ τους, τη μεγαλοαστική τάξη και το περιθώριο, τις δεξιώσεις και τα ναρκωτικά, το φως και το σκοτάδι, γιατί μόνο έτσι μπορεί κανείς να ελπίζει ότι θα αποδώσει μια εποχή στο σύνολό της, όχι με την ακρίβεια του ιστορικού, αλλά με εκείνη του σύγχρονου σε αυτή ανθρώπου, που δέχεται ετερόκλητα ερεθίσματα και επιχειρεί να προσδιορίσει την ταυτότητά του. Και σε αυτό το πάντρεμα έγκειται μία από τις αρετές του συγγραφέα, ο οποίος καταφέρνει με χάρη και επιδεξιότητα να βγει από την αίθουσα δεξιώσεων και να περπατήσει στο σκοτεινό και επικίνδυνο Central Park, να αναφερθεί με ακρίβεια οικονομολόγου στο σκάνδαλο των ομολόγων του δήμου της Νέας Υόρκης, να μεταφέρει τη μαγεία της κατασκευής και εκτόξευσης πυροτεχνημάτων. Μία ιστορία που αποτελείται από δεκάδες επί μέρους άλλες, μια σειρά από αυτόνομα μικρομυθιστορήματα. Ο Hallberg επιλέγει τον δύσκολο δρόμο και παίρνει το ρίσκο της αναλογικά αυστηρότερης κρίσης, ρίχνοντας το έργο του στην αρένα του μεγάλου αμερικανικού μυθιστορήματος. Εκεί επιθυμεί να πετύχει, ο χρόνος θα δείξει αν θα τα καταφέρει.

Παρά τη φαινομενική άνεση του συγγραφέα στην πολυσέλιδη αφήγηση, δεν θα πρέπει κανείς να υποτιμήσει την ικανότητά του να παραδώσει ένα κατανοητό και ευκολοδιάβαστο μυθιστόρημα, παρά τις παρεκβάσεις και τις λεπτομέρειες, απαραίτητες όλες, ή οι περισσότερες τουλάχιστον, για το τελικό αποτέλεσμα, μα πιθανός σκόπελος σε κάθε άλλη περίπτωση για ένα ναυάγιο στο ακατανόητο και στο χάος. Ένα, δεδομένης της έκτασής του, σφιχτοδεμένο μυθιστόρημα, με έναν ρυθμό ολοένα εντεινόμενο, γεγονός στο οποίο, πέραν της δεδομένης αφηγηματικής ικανότητας του συγγραφέα, σημαντικό ρόλο παίζει και η σταδιακή γνωριμία του αναγνώστη με τους χαρακτήρες, τις διακριτές μορφές τους, σε μια δημοκρατική διανομή ρόλων. Μυθιστόρημα, που λόγω του όγκου του, απαιτεί από τον αναγνώστη υπομονή, διάθεση να παραμείνει για λίγο στο χωλ του σπιτιού πριν αρχίσει να περνάει στα υπόλοιπα δωμάτια, μα που είναι σίγουρο πως για την υπομονή του αυτή θα αποζημιωθεί.

Θα έπρεπε κανείς να αναφερθεί και στη σημασία της συγκεκριμένης έκδοσης στα ελληνικά, σύγχρονης σχεδόν με την αμερικάνικη, του πλέον αναμενόμενου βιβλίου του 2015, έκδοσης προσεγμένης με την υπογραφή ενός σπουδαίου μεταφραστή, του Γιώργου Κυριαζή.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

υ.γ Λίγες ακόμα σκέψεις, σχετικά με την ανάγνωση μπορείτε να βρείτε εδώ.


Μετάφραση Γιώργος Κυριαζής
Εκδόσεις Κέδρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου