Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αμερική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αμερική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Junot Díaz - δύο βιβλία

Συμβαίνει κατά κόρον, για κάθε ένα βιβλίο που πιάνεις να διαβάσεις, πολλά έχεις απορρίψει, δεν γίνεται αλλιώς. Η σύντομη θαυμαστή ζωή του Όσκαρ Γουάο κυκλοφόρησε πριν ακόμα μετοικήσω εδώ, πριν η ανάγνωση οργανωθεί και συστηματοποιηθεί, τα νήματα, η εποπτεία, οι λίστες, οι υποδείξεις/προτάσεις, μεταξύ άλλων. Το Να πώς χάνεις μια γυναίκα κυκλοφόρησε όταν οι μηχανισμοί ήταν καλά λαδωμένοι, ήταν ένα από εκείνα τα βιβλία που απορρίφθηκαν για χάρη άλλων, τα χρόνια πέρασαν, για την ακρίβεια δεκαεπτά και έντεκα, αντίστοιχα, όμως κάπως το όνομα του Ντίαζ επανερχόταν, οι δίνες το ξέβραζαν πριν το τραβήξουν ξανά.

Κάθε κείμενο εδώ, κάθε ιδιότυπη ημερολογιακή αναγνωστική καταγραφή, που το άθροισμα τους δίνει ένα φύλλο πορείας χρόνων, θα μπορούσε να περιλαμβάνει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, τη φράση: εγώ ορθολογιστή με θεωρώ αλλά να τι συνέβη· του έχω και όνομα αυτού που συμβαίνει, ρωγμή στον ορθολογισμό, έτσι το αποκαλώ, και είναι ένας από τους άξονες μελέτης του αναγνωστικού φύλλου πορείας, το πώς αναδύονται περαιτέρω συνδέσεις και νήματα, το πώς δεν είναι όλα υποταγμένα στη χαοτική και αγχωτική τυχαιότητα, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Τον Αύγουστο, πιο προγραμματικά αυτόν τον συγκεκριμένο Αύγουστο, θα διάβαζα βιβλία παλιότερα, ακόμα και εξαντλημένα, θα διάβαζα μόνο για μένα, αποκλειστικά, ήδη από τις αρχές του μήνα το Να πώς χάνεις μια γυναίκα είχε ανέλθει ταχύτητα στην καινούργια αυτή στοίβα.

Μιλώ για τυχαιότητα, γιατί πρόσφατα είχα διαβάσει, και είχα απολαύσει, το Στα θερμοκήπια του Αυγούστου, και πιάνοντας στα χέρια μου το κάπως υβριδικό, ας δοκιμάσω να το πω ποικίλο στις εναλλακτικές της πραγματικότητας, μια σειρά απαντήσεων και εκδοχών στο Να πώς χάνεις μια γυναίκα, σύντομα ένιωσα τη σύνδεση. Το χαρακτηριστικό των συνδέσεων, όταν δεν νιώθεις εγκλωβισμό σε ένα μονοσήμαντο σύμπαν, στο οποίο όλα εξηγούνται με όρους απόλυτους, το χαρακτηριστικό τους, έλεγα, είναι ένα γαϊτανάκι, μια σειρά από συνάψεις, λαμπάκια και προβολάκια που φωτίζουν επικράτειες νέες και παρθένες, μια παράπλευρη πηγή απόλαυσης, μια επιπρόσθετη γωνία παρατήρησης, μια ακόμα ρωγμή και τι μπορεί να αναβλύσει από εκεί.

Και απορρίπτοντας όρους απόλυτους και μονοσήμαντους πάσχουμε από μια νόσο που προκαλεί φρίκη και δυσανεξία στην εποχή μας, ανάλογη της συναναστροφής με τη φτώχεια, η νόσος της δηλωμένης άγνοιας, του να πεις δεν ξέρω, δεν ξέρω πώς έφτασα εδώ, σε αυτό το βιβλίο, γιατί τώρα και γιατί μετά από εκείνο ή το άλλο, η τυχαιότητα στην οποία αφήνομαι ενίοτε. Όποτε και αν διάβαζα το ένα ή το άλλο βιβλίο, κάτι άλλο θα αναπηδούσε, πέρα από διάφορα τεχνικά διακριτικά, το ύφος, η πρόζα, οι χαρακτήρες και η πλοκή, ίσως και από το στείρο μου άρεσε δεν μου άρεσε, αν και γι' αυτό το τελευταίο έχω κάποιες επιφυλάξεις. Έχοντας διαβάσει τα διηγήματα του Παπαντώνη, στα οποία ωστόσο, παρότι διακριτά το ένα από το άλλο, υπήρχε μια αίσθηση συνέχειας ή εκδοχών, καλλιέργειες διαφορετικές αλλά λόγω του θερμοκηπίου συγγενικές ως προς τη φύτευση την ανάπτυξη και τη συγκομιδή, τις συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας επίσης, βρέθηκα να είμαι έτοιμος απέναντι στις εκδοχές του Ντίαζ, στους ποικίλους τρόπους που ένα άτομο μπορεί να χάσει ένα άλλο άτομο, κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο δύναται να καταστεί επιχειρηματικό, το να χάνεις, κάτι το συναισθηματικό, η αγάπη, το χάνω κερδίζω, διαγράμματα και εξισώσεις, πιθανότητες, κυρίως αυτές, αιτιοκρατία απόλυτη, απέναντι σε ένα βουνό από ανομολόγητα πάθη, καύσεις που αναδύονται χαμηλά από το υπογάστριο, η τρέλα και η παράκρουση, η απόπειρα, αποτυχημένη ξανά και ξανά, εκλογίκευσης, η ανάγκη να πιούμε να καπνίσουμε να θρηνήσουμε αυτό που χάθηκε, ένιωθα αυτή την αντίθεση διαρκώς παρούσα, αυτό καθιστούσε περαιτέρω υβριδικό το τελικό αποτέλεσμα, απόλυτη συνέχεια και συνέπεια στον τίτλο του βιβλίου, και υπήρχαν σημεία, κομμάτια του παλίμψηστου, ασχέτως αν θα μπορούσαν περίφημα να λειτουργήσουν και ως μεμονωμένα διηγήματα, στα οποία ένιωθα τον συγγραφέα/αφηγητή να σκάβει βαθιά, να εξερευνά κοιτάσματα για τα οποία πολλά έχουμε διαβάσει και ακούσει, στη λογοτεχνία και στη ζωή, και δεν μου έκανε εντύπωση η όποια αυτοβιογραφική εσάνς μπορεί ένα τέτοιο συναισθηματικό βάθος απώλειας να φέρει, αλλά κυρίως η αναζήτηση σε εκείνα τα βάθη της απελπισίας, εκείνου που όχι μόνο δεν μας δίδαξαν, πώς και τι άλλωστε, αλλά εκείνο, το συναίσθημα, που πάντοτε θα διαφεύγει, του οποίου θύματα θα είναι και οι πλέον τεχνοκράτες.

Μου άρεσε τόσο πολύ που όχι μόνο έσπευσα να βρω την από χρόνια εξαντλημένη σύντομη θαυμαστή ζωή του Όσκαρ Γουάο, για το οποίο ο Ντίαζ είχε πάρει το Βραβείο Πούλιτζερ, αλλά και να το διαβάσω πάραυτα, πριν τελειώσει ο Αύγουστος.

Ο Όσκαρ Γουάο, ένας υπέρβαρος, νεαρός, νερντ με καταγωγή από τον Άγιο Δομίνικο, που ζει στο Νιου Τζέρσεϊ, γράφει ακατάπαυστα, διαβάζει στους ίδιους ρυθμούς, αποτυγχάνει ξανά και ξανά στον έρωτα, ποιον έρωτα δηλαδή, δεν έχει φιλήσει ακόμα ένα κορίτσι, όλα είναι πλατωνικά στο υπερδραστήριο μυαλό του, υποπλοκές και ανατροπές στα βιβλία που γράφει, ο Όσκαρ έχει πεθάνει, το ξέρουμε ήδη, έζησε μια σύντομη ζωή, το ξέρουμε και αυτό, η θαυμαστότητά της μένει να αποδειχθεί, γιατί θέλουμε αποδείξεις, δεν είμαστε έτσι εύκολα διατεθειμένοι να αποδώσουμε τον επιθετικό αυτό προσδιορισμό σε κάθε ανθρώπινη ζωή, είμαστε εκλεκτικοί και απαιτητικοί, θέλουμε αποδείξεις και ονόματα και το κορμάκι του να ψάξουν πόντο πόντο. Ο παρατηρητής, έτσι αυτοαποκαλείται ο αφηγητής, που υπήρξε φίλος του Όσκαρ, βασικά πρώτα υπήρξε γκόμενος της αδερφής του και ύστερα και μόνο με τη διευρυμένη έννοια του όρου υπήρξε φίλος, ο παρατηρητής, λοιπόν, τον οποίο έχουμε κάθε λόγο να τον θεωρούμε αναξιόπιστο, ήδη από την αρχή της αφήγησης, και αυτή η αναξιοπιστία αποτελεί οργανικό μέρος του μυθιστορήματος συνολικά, δεν εξαντλεί την αφήγηση σε αυτό που ο τίτλος προσιδιάζει, αλλά επεκτείνεται μέσα από άτομα από την οικογένεια του Όσκαρ, την αδερφή, τη μητέρα, τη γιαγιά, πρόσωπα που είχαν αυτούς τους ρόλους ακόμα και αν δεν υπήρχαν βιολογικά πειστήρια, και φιλοδοξεί, με μπολντ τη λέξη φιλοδοξία στην αναφορά αυτού του μυθιστορήματος, να πιάσει μια εποχή, ένα έθνος κράτος το οποίο υπέφερε και υποφέρει, μια σχέση αλληλεξάρτησης θύτη και θύματος, μια γενικευμένη εκδοχή του συνδρόμου της Στοκχόλμης, του ισχυρού και του ανίσχυρου, του καιροσκοπισμού και των δεινών των μοντέλων εξουσίας και χρήματος, ένα ντουέτο μεταφυσικής και εγκληματικότητας, ή κάπως έτσι.

Μετά τις πρώτες σελίδες, ένα τρομερό βιβλίο ήρθε να συνοδεύσει την ανάγνωση, ο Συνασπισμός ηλιθίων, το αγαπημένο βιβλίο της Μ. που διάβαζε μόνο λογοτεχνία που δεν είχε καθόλου να κάνει με ιστορίες αγάπης, δεν τις μπορούσε δεν τις ήθελε με τίποτα, έχω χρόνια να τη δω, δεν έχω νέα της, δεν ξέρω αν πια έχει συμβιβαστεί ή συμφιλιωθεί, ποιο είναι πιο κατάλληλο ρήμα άραγε, ο Συνασπισμός ηλιθίων είναι ένα βιβλίο που συνομιλεί με το μυθιστόρημα του Ντίαζ, δεν με απασχολεί να το αποδείξω αυτό, αλλά ο Ιγνάτιος και ο Όσκαρ είναι από την ίδια πάστα φτιαγμένοι, αυτή την πάστα που ο κόσμος γελά μαζί της, του φαίνεται αστεία, σίγουρα όχι θαυμαστή μια ζωή, που καλώς, δεν το παραδέχονται αλλά το σκέφτονται, υπήρξε σύντομη.

Ο Ντίαζ από το 2012 είναι σιωπηλός. Πού και πού κάποιο διήγημα σε κάποια συλλογή, το 2018 ένα παιδικό βιβλίο, ως εκεί. Ίσως κάτι να ετοιμάζει, ποιος να ξέρει, την πρώτη του συλλογή διηγημάτων, είμαι βέβαιος πως, κανείς δεν πρόκειται να την εκδώσει στα ελληνικά εκτός και αν στο μέλλον λάβει κάποια σημαντική διάκριση, οπότε ο αναγνωστικός λογαριασμός με τον Ντίαζ αναστέλλεται προσωρινά.

υγ. Για το Στα θερμοκήπια του Αυγούστου περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ για το Συνασπισμός ηλιθίων εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
*Να πώς χάνεις μια γυναίκα, μτφρ. Νίνα Μπούρη, εκδόσεις Πατάκη
**Η σύντομη θαυμαστή ζωή του Όσκαρ Γουάο, μτφρ. Αλέξανδρος Καλοφωλιάς, εκδόσεις Λιβάνη 

 

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Κυνηγόσκυλο - Don DeLillo

Ντον ΝτεΛίλλο, ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή συγγραφείς παγκοσμίως. Το Κυνηγόσκυλο, γραμμένο το 1978, το έκτο στη σειρά μυθιστόρημά του, κυκλοφόρησε πρόσφατα για πρώτη φορά στα ελληνικά, σε υψηλού επιπέδου μετάφραση του Αποστόλη Πρίτσα, από τις εκδόσεις Gutenberg.

Λίγο αφότου κυκλοφόρησε το βιβλίο αυτό, ο ΝτεΛίλλο έλαβε την υποτροφία του ιδρύματος Γκουγκενχάιμ, με την οποία ταξίδεψε στη Μέση Ανατολή πριν εγκατασταθεί στην Ελλάδα και μπει στην πλέον γόνιμη συγγραφική περίοδο, τα έργα της οποίας, αποκορύφωμά τους ο Υπόγειος κόσμος, του προσέδωσαν δικαίως τεράστια φήμη και εκτεταμένη αποδοχή.

Μια φήμη κυκλοφορεί έντονα, η ύπαρξη μιας μπομπίνας, μια πορνοταινία γυρισμένη στα υπόγεια του αρχηγείου των Ναζί, με πρωταγωνιστή τον Αδόλφο Χίτλερ. Φήμη ικανή να προκαλέσει ντελίριο ενδιαφέροντος σε συλλέκτες τέχνης, συνωμοσιολόγους, μαικήνες του πορνό και στελέχη μυστικών υπηρεσιών, τα θολά ύδατα θα ανακινηθούν. Αυτή, σε λίγες γραμμές, είναι η υπόθεση του τρελού αυτού μυθιστορήματος, μια παλπ κατασκευή υψηλών προδιαγραφών, γραμμένη μισό αιώνα πριν και όμως διόλου παρωχημένη, ούτε ως προς την χωροχρονική επικράτεια, ούτε ως προς τα συστατικά. 

Ο κόσμος, όσο παράδοξο και αν φαντάζει, ελάχιστα έχει μεταβληθεί από τότε στον πυρήνα του, και η παραδοξότητα αυτή πηγάζει από τη διάχυση της συνωμοσιολαγνείας, την επικράτησή της στα υψηλά στρώματα εξουσίας και διοίκησης, αλλά και το κακό, σε όποια μορφή, τη δόξα, την εξουσία, το χρήμα, το σεξ, επίσης. Ο συγγραφέας διαθέτει αυξημένη οξυδέρκεια, ιδιαίτερα ευαίσθητες κεραίες λήψης της πραγματικότητας, ζει και δημιουργεί πέρα από το προφανές και την επιβεβλημένη μονοσημία, χρησιμοποιεί τον κόσμο ως πρώτη ύλη. Η ομοιότητα αφαιρεί την, έτσι και αλλιώς προβληματική, χρήση του επιθέτου προφητικός. Ο ΝτεΛίλλο δεν είδε το μέλλον, αλλά το παρόν. Αφήνω εδώ το όνομα του Τζέφρι Έπστιν να υπάρχει.

Ο ΝτεΛίλλο περνάει καλά μέσα σε αυτό το ζοφερό σκηνικό, περνάει καλά γιατί ίσως δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, το κωμικοτραγικό γλέντι είναι μια νησίδα επιβίωσης, το χιούμορ επίσης, το μαύρο χιούμορ για την ακρίβεια, όταν κανείς δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, παρά να σατιρίσει και να γελάσει, έστω και αν η επίγευση είναι πικρή, πικρότατη. Ο Χίτλερ πρωταγωνιστής σε μια ταινία πορνό, το απόλυτο κακό με κατεβασμένα τα εσώρουχα να λαμβάνει μέρος σε ένα όργιο. Η ύπαρξη και μόνο της φήμης είναι αρκετή να κινητοποιήσει μια σειρά από μηχανισμούς. Μηχανισμοί υπόγειοι, παράλληλοι, αδιόρατοι, πλην όμως παρόντες.

Ένα παράλληλο αναγνωστικό ενδιαφέρον, πέρα του ίδιου του βιβλίου και της απόλαυσης που αυτό μεμονωμένα χαρίζει, είναι η αναζήτηση και εύρεση κοινών στοιχείων, μοτίβων και τεχνικών που συνέχουν το συνολικό κόρπους ενός συγγραφέα σημαντικού. Το πλέον εμφανές, και κατά τη γνώμη μου σημαντικό, έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τον χρόνο, την επιβράδυνση και την επιτάχυνσή του, με έναν τρόπο μοναδικό, που ίσως μόνο ο κινηματογράφος να είναι σε θέση να πετύχει. 

Το Κυνηγόσκυλο είναι μια σειρά από στιγμιότυπα, σπαρμένα κατά μήκος των σελίδων, που προωθούν την πλοκή συνέχοντάς την ολοένα και περισσότερο, παραπόταμοι που συναντιούνται και ενώνονται. Στιγμιότυπα έξω από τον κυρίως χωροχρόνο, αποκομμένα από τη σύνθετη επικράτεια, τεχνητά αποσυνδεδεμένα, τοποθετημένα ωστόσο μαεστρικά, αυτάρκη και ικανά να αυτονομηθούν, να σταθούν και να συνθέσουν την πλοκή του μυθιστορήματος, ως υποπλοκή του σύνθετου κόσμου που τη συμπεριλαμβάνει. 

Η απόκτηση της ταινίας αποτελεί τον αυτοσκοπό των προσώπων της πλοκής, το έντονο φως του προβολέα που στρέφει ο συγγραφέας/αφηγητής εντείνει το τριγύρω σκοτάδι, λες και ο έξω κόσμος έχει παυθεί, έχει ακινητοποιηθεί, η ψυχρότητα του ανατομικού εργαστηρίου, η υποδόρια αίσθηση, αλλά και η αληθοφάνεια, αυτός ο ιδιότυπος ρεαλισμός που χαρακτηρίζει συνολικά το έργο του. 

Ο τρόπος με τον οποίο ο ΝτεΛίλλο συναρμόζει τα στιγμιότυπα και διαχειρίζεται τον χρόνο, σε συνδυασμό πάντα με τη δεδομένη ικανότητά του σε κάθε αναγκαίο μετερίζι της γραφής, επιτρέπει κάτι ακόμα μοναδικά παράδοξο. Ενώ προγραμματικά το Κυνηγόσκυλο, όπως και η πλειοψηφία των μυθιστορημάτων του, έχει έντονη τη φιλοδοξία που κάθε μεγάλο μυθιστόρημα οφείλει να έχει, αναγκαιότητα που επιτρέπει, δικαιολογεί και ενίοτε καλωσορίζει την αμετροέπεια, η τελική αίσθηση που ο αναγνώστης απολαμβάνει διαπνέεται από μια δωρικότητα, από την αίσθηση πως κάθε περιττό ίχνος λίπους έχει αφαιρεθεί με ακρίβεια χιλιοστού. Η ικανότητα αυτή του ΝτεΛίλλο, που στις νουβέλες της τελευταίας περιόδου έφτασε στο αποκορύφωμά της, διαπνέει (και αυτό) το μυθιστόρημα από άκρη σε άκρη.

Μια παλπ κατασκευή, λοιπόν, ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, ωστόσο, ένα μείζον λογοτεχνικό γεγονός από το άλμπουμ αυτού του σπουδαίου, του Ντον ΝτεΛίλλο. Αυτό είναι το Κυνηγόσκυλο.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Περισσότερα κείμενα για βιβλία του Ντον ΝτεΛίλλο βρίσκετε: εδώ για το Κοσμόπολις, εδώ για το Σημείο Ωμέγα, εδώ για τον Λευκό Θόρυβο, εδώ για το Οι χρόνοι του σώματος, εδώ για το Zero K, εδώ για τη Σιωπή, εδώ για το Υπόγειος κόσμος, εδώ για το Ζυγός.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αποστόλης Πρίτσας
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Μεταξύ φίλων - Hal Ebbott

«Κυριευμένος από μια τέτοια γενναιόδωρη μελαγχολία, ο Έιμος μερικές φορές αναλογιζόταν, αυτό δεν είναι άραγε η οικογένεια; Ατελείς άνθρωποι που τους έφερε κοντά η τύχη, κι ωστόσο επιλέγουν να ξυπνούν κάθε πρωί και να προσπαθούν, να επενδύουν στο να κάνουν τα πράγματα λειτουργικά».

«Η Άννα χασμουρήθηκε στο πίσω κάθισμα. Η Κλερ τέντωσε τα χέρια της μπροστά και χτύπησε ρυθμικά το ταμπλό. Η σιωπή των οικογενειών δεν είναι ποτέ στ' αλήθεια απόλυτη. Οι ρίζες μιλούν, η ανάσα».

Είναι γνωστό το περί ευτυχισμένης οικογενειακής ομοιομορφίας και της δυστυχισμένης ιδιωτικότητας, μια προφανής διακειμενικότητα. Ωστόσο, ένα διαβαθμισμένο εργαλείο αξιολόγησης της ευτυχίας, μοιάζει να είναι απαραίτητο, η γνώση πως κάτι τέτοιο δεν υπάρχει ουδόλως βοηθάει. Δεν είμαι σίγουρος, λοιπόν, πως συμφωνώ με τον ορισμό του Λέοντος, γιατί δυσκολεύομαι να δεχτώ την ύπαρξη ευτυχισμένων οικογενειών, όχι σε απόλυτο βαθμό και σε όλο το μήκος της σύνθεσής τους, αφού στιγμές που προσιδιάζουν σε ευτυχία σίγουρα μπορούν να ανασυρθούν. Ευτυχισμένων στα βάθη και όχι στη βιτρίνα του εκάστοτε ντελάλη, ευτυχισμένων πραγματικά και όχι συγκριτικά. Έλεγα σε μια ψυχίατρο, με κάποια αφορμή, πως αν δεν υπήρχαν οικογένειες, τότε οι ειδικοί ψυχικής υγείας θα ζούσαν από την ελεημοσύνη των περαστικών, εκείνη γέλασε και συμφώνησε με τον βιαστικό και μάλλον εξυπνακίστικο αφορισμό. Ανάμεσα σε διάφορες υπογραμμίσεις, ξεχώρισα τις παραπάνω δύο, κάπως νιώθω πως περικλείουν το Μεταξύ φίλων, το λογοτεχνικό ντεμπούτο του Χαλ Έμποτ, βιβλίο που επέλεξα να διαβάσω στηριζόμενος στην αναγνωστική μου διαίσθηση. Το επίθετο «ατελείς» και η απουσία απόλυτης σιωπής, κυρίως.

Ο Έιμος και ο Έμερσον, μεσήλικες πια, είναι φίλοι από το κολέγιο, ο Έμερσον, μάλιστα, είναι εκείνος που γνώρισε στον Έιμος την Κλερ, την οποία παντρεύτηκε και απέκτησε μαζί της ένα παιδί, την Άννα. Θα περάσουν μαζί τους ένα σαββατοκύριακο στην εξοχή, στο σπίτι της οικογένειας του Έμερσον. Ύστερα, θα επιστρέψουν στην καθημερινότητά τους.

Η βεβαιότητα, η ανάγκη της, είναι ένα καταφύγιο, να θεωρείς κάτι δεδομένο, πόσο λάθος έμοιαζε κάτι τέτοιο παλιά, πόσο απαραίτητο καθώς τα χρόνια περνούν και ο κόσμος απλώνεται ολοένα και πιο σύνθετος, ενίοτε τρομακτικός επίσης, καταφύγιο ατελές, σίγουρα ατελές, αλλά ικανό να θραύσει κάτι από την ορμή των κυμάτων, να μην πλημμυρίσει το εσωτερικό του, να μην παρασύρει τα πάντα στο διάβα του το νερό, να δώσει χρόνο για ανασύνταξη πριν το επόμενο σκάσει με μανία. Η διάρρηξη της βεβαιότητας, η άρνηση της αποδοχής της αρχικά, η απόπειρα μη απώλειας της με κόπο κατακτημένης ισορροπίας, έστω και φαινομενικά, έστω και αν είναι εύθραυστη, τελικά, αυτό είναι που διαπραγματεύεται το μυθιστόρημα αυτό, το αίσθημα της μοναξιάς, τη συνέπεια της διάρρηξης, επίσης.

Η αφήγηση, ένας τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής, του Άμποτ έχει κάτι το όμορφα παλιακό, κάτι που πια μοιάζει να είναι ικανές μόνο κάποιες λίγες γυναίκες συγγραφείς να το φέρουν στο χαρτί, σε μια εποχή ολοένα και πιο φρενήρους ταχύτητας, εκείνος βρίσκει, δημιουργεί καλύτερα, τον απαραίτητο χώρο για να φιλοξενήσει τη σκέψη, για να σταθεί στη μία ή την άλλη λεπτομέρεια, που αποδεικνύεται καθοριστική ή όχι. Και αυτός ο χώρος, ο ήπιος ρυθμός, σε συνδυασμό με την αφηγηματική ικανότητα του συγγραφέα, λιγότερο η ίδια η ιστορία, η πλοκή και η προώθησή της, κάνει το μυθιστόρημα αυτό ξεχωριστό. Παλιακό αλλά χωρίς μυρωδιά ναφθαλίνης.

Ο Άμποτ πετυχαίνει κάτι ακόμα στο ντεμπούτο του. Δημιουργεί ένα σχετικά περίκλειστο περιβάλλον, μέσα στον ευρύτερο κόσμο, όπου κινούνται τα πρόσωπα, μελετάει αυτό το μικροκλίμα, διερευνά τον διαχωρισμό, εστιάζει ζουμάροντας αρκετά τον φακό, τόσο που τα πρόσωπα, παρά τους στενούς δεσμούς, διακρίνονται ως ατομικότητες, εκεί που το γυαλί ραγίζει, μια θραύση αδιόρατη από απόσταση, μια ατέλεια στη φαινομενική ευτυχία και ηρεμία. Ακολουθώντας αυτή την τακτική, ο φακός, που παρά τις προδιαγραφές του κινείται αρκετά και δυσκολεύεται να εστιάσει, φωτίζει την ευαλωτότητα της βεβαιότητας και της ισορροπίας, την ανεπάρκεια, επίσης, της όποιας διδαχής, συμβουλής ή συνταγής. Με αυτό το λίγο, που είναι αρκετό, ασχολείται στην πραγματικότητα, την ευθραυστότητα και την κατάρρευση, χωρίς να έχει ανάγκη από ένα ευφάνταστο, σύνθετο και ρηξικέλευθο δράμα, από φωνές και εντάσεις, από απόλυτα διλήμματα, από σπουδαίες, σοφές αποφάσεις, από νικητές και χαμένους, από ευχάριστα ή δυσάρεστα φινάλε, από μια οριστική τελεία μετά την ύστατη φράση. Ένας ψίθυρος είναι το μυθιστόρημα αυτό.

Ο τρεμάμενος φακός, το εξωφρενικό ζουμάρισμα, η ασταθής εικόνα, η λεπτομέρεια, όλα αυτά λειτουργούν εν τέλει συμπεριληπτικά, η ατομικότητα, η εύθραυστη ισορροπία, η ανάγκη για βεβαιότητες και σταθερές, κάτι θυμίζουν, κάτι φέρουν ως αίσθηση, ο αναγνώστης κρατά τον τρεμάμενο φακό, ζουμάρει, επιχειρεί να δει καθαρά τις λεπτομέρειες, βρίσκεται σε βάθη, η ένα προς ένα αναλογίες είναι άχρηστες εδώ μέσα, οι διδαχές, οι συμβουλές ή οι συνταγές, επίσης, η λογική αποδεικνύεται ανίκανη.

Διαβάζω το βιβλίο που έχω ανάγκη να διαβάσω, να ένα κλισέ, πέρα από τις αντικειμενικές αρετές της γραφής του Άμποτ, στην προκειμένη περίπτωση, σκέφτομαι το ατελείς, ξανά, διαρκώς το σκέφτομαι, τη σύμπραξη ή τη συνύπαρξη, επίσης, την πολυπλοκότητα του έξω, την άβυσσο του μέσα, τη λογική σκέψη, την ανάγκη για μια αυτοεικόνα, άπαξ και το μάτι εντοπίσει την μικρορωγμή, για πόσο καιρό αθέατη αλήθεια, είναι αδύνατο πια να μην τη βλέπει, την ατέλεια σε εμάς δεν την βλέπουμε ή τη συγχωρούμε, τέλος πάντων, στους άλλους όχι, και αν τη διακρίνουμε η κατάρρευση συμβαίνει, η περιφερόμενη γαματοσύνη μας, οι πάσσαλοι στήριξης, όλα για όσα πειστήκαμε, χωλαίνουν.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Κάλλια Παπαδάκη
Εκδόσεις Μεταίχμιο 

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

Μέρες χωρίς αλκοόλ - Michael Deagler

Αυτό είναι το πρωτόλειο μυθιστόρημα του Μάικλ Ντίγκλερ, Μέρες χωρίς αλκοόλ, βραβευμένο με το PEN-Hemingway Award, μεταφρασμένο από τον Πάνο Τομαρά, το εκατοστό δέκατο έκτο βιβλίο της σειράς Aldina των εκδόσεων Gutenberg. Το περίμενα πώς και τι. Το οπισθόφυλλο αρκούσε: «Μην ανησυχείτε για όσα έκανε ο Ντένις Μονκ όταν έπινε. Τώρα είναι νηφάλιος, έτοιμος να γίνει ξανά αποδεκτός». Με δελέαζε, παρότι σειρήνες ακούγονταν στο βάθος. Η έξη. Άπαξ και εμφανιστεί, εγκαθίσταται. Ακόμα και έξω από την έξη, το παρελθοντικό δεν επιτρέπεται. Δεν ήσουν, είσαι ακόμα. Μην το ξεχνάς. Ένα τίποτα σε γραπώνει ξανά, οι μέρες μηδενίζονται, το χωρίς παραπατά και πέφτει με τα μούτρα στο πάτωμα. Οι άλλοι σίγουρα δεν το ξεχνούν. Στην τρίτη δεκαετία της ζωής του, ο Ντένις αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με το αλκοόλ —πόσο αποστειρωμένη ως περιγραφή— τώρα δεν πίνει.

Αν το μυθιστόρημα μπορούσε να πυκνώσει τόσο ώστε να γίνει μια παράγραφος, αυτή θα ήταν: «"Αισθάνομαι λες και πέρασα τα προηγούμενα οχτώ χρόνια σε κρουαζιερόπλοιο", είπα. "Δηλαδή ήταν απαίσια, σιχαμερά και πανάκριβα, αλλά ήμουν τύφλα, οπότε δεν μ' ένοιαζε. Και σ' όλη τη διάρκεια πετούσα στη θάλασσα πράγματα που νόμιζα πως δεν είχα ανάγκη. Σωσίβια, αποσκευές, ξαπλώστρες. Τα έριχνα από την κουπαστή. Κι ύστερα, σε μια στιγμή, δεν ξέρω, τρέλας, πήδηξα κι εγώ από το καράβι. Βούτηξα στη θάλασσα. Το κεφάλι μου καθάρισε από την ψυχρολουσία κι ένιωσα καλά για λίγο. Τώρα όμως κολυμπάω μόνος μου στα απόνερα του κρουαζιερόπλοιου. Και αρχίζω να κουράζομαι. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να γραπωθώ από τα πράγματα που έριξα στη θάλασσα, τις ξαπλώστρες και τις βαλίτσες, για να κρατηθώ στην επιφάνεια". Ακούγοντας τα λόγια μου, ο παραλληλισμός μου δεν μου φάνηκε τόσο βαθυστόχαστος όσο νόμιζα». Είναι η τελευταία πρόταση που πυκνώνει περαιτέρω το μυθιστόρημα αυτό.

Ο Βρετανός πρόξενος, η Υβόν και το μεσκάλ, το Μεθυσμένο ημερολόγιο, τα έργα του Μπουκόφσκι, επίσης. Να μια τριάδα περί αλκοόλ. Κάρβερ διάβασα αρκετά μεγάλος, το εικονοστάσι είχε τοποθετηθεί. Επέστρεψα Κάτω από το ηφαίστειο, πρόσφατα σχετικά, στα άλλα ακόμα όχι, περισσότερο γύρω από το πώς θα μου φανεί τώρα πια η λογοτεχνία του Μπουκόφσκι αναρωτιέμαι, και η χρόνια υπόσχεση στον εαυτό πως θα διαβάσω Μπερλίν. Υπήρχε κάτι το μαγικό γύρω από το αλκοόλ, το ίδιο και με τα ναρκωτικά σε ένα βαθμό, ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζονταν τα πάσης εθνικότητας όνειρα στα απόνερα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου απλοί άνθρωποι. Τώρα πια αυτό δεν υπάρχει, όχι σε έκταση τουλάχιστον, όχι πως οι συνθήκες δεν είναι δόκιμες για υποστυλώματα.

Τον Μονκ δεν τον πειράζει να μιλάμε για αλκοόλ, δεν τον πειράζει ούτε να πηγαίνει συνοδεύοντας κάποιον σε ένα μπαρ, περνώντας το βράδυ του πίνοντας νερό ή αναψυκτικό ενώ τα ποτά πάνε και έρχονται. Δεν επιθυμεί επιβράβευση επί αυτού. Εκείνο που τον απασχολεί, που τον κρατάει μουδιασμένο είναι τι θα κάνει τώρα κολυμπώντας στα απόνερα.

Κάπου εδώ θα μιλήσω για τις σειρήνες που ακούγονταν στο βάθος, σειρήνες που σίγησαν γρήγορα, λίγο μετά τις πρώτες σελίδες, όταν πια έγινε φανερό πως ο Ντίγκλερ δεν επιθυμούσε να γράψει μια αυτοβιογραφία, έναν πανηγυρικό για κάποιον που κατάφερε να σωθεί από το αλκοόλ, ούτε και ένα δακρύβρεχτο μυθιστόρημα, από τη ζωή βγαλμένο, για κάποιον που ξέφυγε και όλοι και όλα του γυρνούν την πλάτη, καμία διάθεση για εκβιασμό και καθοδήγηση, μήτε άγιος, μήτε ρεμάλι, ο Μονκ είναι ένας καθημερινός τύπος. 

Παρένθεση. Δεν έχω υπάρξει ποτέ κοντά στον αλκοολισμό, ακόμα και αν για κάποιους φίλους μας το λέγαμε, δεν ξέραμε τι λέμε, μια δική μας ανάγκη μας ωθούσε στην υπερβολή. Οπότε δεν μπορώ να μιλήσω με τέτοιους όρους αληθοφανούς ρεαλισμού. Γνώρισα μια κοπέλα που είναι εδώ και ένα χρόνο καθαρή, αγόρασε το βιβλίο, υπήρξα αδιάκριτος, αν επιστρέψει θα τη ρωτήσω πώς της φάνηκε. Παρένθεση.

Δεύτερη παρένθεση. Θυμάμαι μια ταινία, μπορεί να ήταν και περισσότερες και το μοντάζ της μνήμης τώρα πια να τις έχει ενώσει. Ο νεαρός γιος λέει στη χήρα μάνα να τον κλειδώσει στο δωμάτιο και να μην του ανοίξει μέχρι να καθαρίσει από τα ναρκωτικά. Όταν η στέρηση τον καταβάλλει, χτυπάει με μανία την πόρτα, βρίζοντας και απειλώντας θεούς και δαίμονες, θυμάμαι, πλάνο κοντινό, το βλέμμα της μάνας να μην ξέρει τι να κάνει. Ηθικοπλαστικός κινηματογράφος, η συνέχεια της παιδικής/εφηβικής λογοτεχνίας της εποχής που σου μάθαινε πώς να λες όχι σε κάποιον που σου έδινε μια καραμέλα. Έχει κάτι το γκροτέσκο αυτή η ανάμνηση. Δεύτερη παρένθεση.

Πρόσφατα διάβασα το Ο Μεγάλος Ρέι του Μάικλ Κίμπαλ. Γιος μιλάει για τον νεκρό πατέρα. Η σύνδεση γίνεται για τον τρόπο, την αφηγηματική φωνή, για την οριακή απόσταση παρατήρησης και διαχείρισης του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, για το ούτε αποστειρωμένα μακριά, ούτε παραμορφωτικά κοντά. Οι δύο Μάικλ, σε μια εποχή που το βίωμα έχει λάβει πρωτοκαθεδρία, δεν φοβούνται την επένδυση στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση που ωστόσο διατηρεί ορατή τη διάκριση γράφοντος και αφηγηματικού υποκειμένου.

Αν έπρεπε με ένα επίθετο να χαρακτηρίσω την πρόζα του Ντίγκλερ, θα έπαιρνα το ρίσκο της παρεξήγησης και θα χρησιμοποιούσα το αμήχανη. Σηκώνω το γάντι. Συμβαίνει, ξέρετε (προφανώς ξέρετε, όλα τα ξέρετε) κάποιοι να μην ξέρουν τι να κάνουν, πώς να το κάνουν, δεν έχουν ανά πάσα στιγμή ένα έτοιμο σχέδιο δράσης, περιφέρονται κάπως αμήχανα, έχοντας γνώση της άγνοιας ή της αδυναμίας ή της ατολμίας ή του παράλογου. Ίσως γιατί έχουν συνηθίσει να λαμβάνουν χωρίς να το ζητήσουν συμβουλές από ανθρώπους που δεν θα ήταν το πετυχημένος το πρώτο επίθετο που θα σου ερχόταν στο μυαλό. Αυτή η αμηχανία, τόσο σύγχρονα δοσμένη, είναι που κατά την ταπεινή μου γνώμη κάνει σπουδαίο αυτό το χαμηλόφωνο μυθιστόρημα, που το απαλλάσσει από άσκοπες και αχρείαστες φωνασκίες, από απόπειρες καταβύθισης σε δήθεν αβύσσους υπαρξιακής αγωνίας, από μια στράτευση, με το ζόρι να πάρει θέση και να διδάξει, από το όποιο στείρο και καλά κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, από το να απομακρυνθεί από τον Μονκ και να επιμείνει να περικλύσει στις τριακόσιες πενήντα σελίδες τη σημερινή Αμερική στα πέριξ της Φιλαδέλφεια.

Αυτή η αμηχανία μεταβιβάζεται και στον αναγνώστη, κανένα νήμα για επείγουσα ενσυναίσθηση δεν πετιέται από την κουπαστή του κρουαζιερόπλοιου, ο Μονκ παλεύει όπως μπορεί ανάμεσα σε βαλίτσες και ξαπλώστρες, και αυτή η αμηχανία που διαποτίζει κάθε σχισμή, κάθε ίχνος σκέψης και απόφασης, κάθε περιστατικό δράσης, κάθε νέα απόπειρα να βρει ένα δωμάτιο, να βρει μια δουλειά, να δοκιμάσει ίσως να ξεφύγει από την πόλη αυτή, αποτυπώνει στα μάτια μου κάτι το αληθοφανές, προσφέρει το παροντικό στάτους του Μονκ, που δεν είναι πια διαρκώς μεθυσμένος, και αυτό έρχεται σε σύγκρουση με τον αναγνώστη που συνειδητοποιεί πως τον σκέφτεται με όρους αλκοολικού, δύσπιστα και καχύποπτα, ακόμα και αν βάζει ένα πρώην μπροστά. Και ο Ντίγκλερ ούτε με αυτό ασχολείται, ευφυώς θεωρώ, ο ίδιος ο Μονκ, νηφάλιος πια, είναι πιο δύσπιστος και καχύποπτος απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό από ό,τι οι συγγενείς, οι φίλοι και οι γνωστοί του, πόσο μάλλον από έναν τυχαίο αναγνώστη της ιστορίας του κάπου πολύ μακριά.

Μου άρεσε πολύ αυτό το χαμηλόφωνο μυθιστόρημα, χωρίς εξάρσεις και πυροτεχνήματα, χωρίς φανφάρες και διδαχές, χωρίς παραδειγματισμό, παρά μόνο καλή λογοτεχνία, σύγχρονη και άρα (πάλι) αμήχανη με τρόπο όχι βεβιασμένο αλλά γάργαρο, αφιλτράριστο και κυρίως γνώριμο και οικείο, με πρωταγωνιστή —φαντάζεστε να τον αποκαλούσα ήρωα τον Μονκ;— κάποιον που προσπαθεί να πατήσει στα πόδια του, που παλεύει να δει τι στο διάολο μπορεί να κάνει τώρα που το κεφάλι του είναι καθαρό, τώρα που οι δαίμονες άλλαξαν τάγμα και βάρδια.

υγ. Για το Κάτω από το ηφαίστειο περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για το Ο Μεγάλος Ρέι εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Πάνος Τομαράς
Εκδόσεις Gutenberg

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Αγαπητοί όλοι. - Michael Kimball

Ένα από τα συγκλονιστικότερα βιβλία που διάβασα το '25 ήταν Ο Μεγάλος Ρέι του Μάικλ Κίμπαλ, μια μυθοπλαστική κατασκευή για την απώλεια του πατέρα, ποικίλων αποχρώσεων, σύνθεση ενός σύνθετου συναισθήματος, συχνά αντιφατικού και αντιστικτικού, που δεν στόχευε τόσο στην κατανόηση, όσο στην αποτύπωση, στη χαρτογράφηση της επικράτειας μιας παρουσίας που εξελίχτηκε σε απόσταση και εν τέλει σε απόλυτη και οριστική απουσία, το πένθος και η ζωή στους ώμους του επιζήσαντα γιου.

Σημείωσα το όνομα του συγγραφέα, ήθελα να διαβάσω ό,τι άλλο δικό του θα μπορούσα να βρω, στα ελληνικά είχε κυκλοφορήσει το 2010, εκδόσεις Οκτώ, μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου, το Αγαπητοί όλοι, το βρήκα και το τοποθέτησα στη στοίβα με τα προσεχώς. Όταν μετέφερα το κείμενο για τον Μεγάλο Ρέι από την Εφημερίδα των Συντακτών στην ψηφιακή αυτή γωνιά, το διάβασα ξανά, το εμβαδόν του μέσα μου είχε μεγαλώσει περαιτέρω, η ανάγνωση αυτή επισπεύστηκε, εν μέσω επανέναρξης της εκδοτικής μηχανής μετά τη μεταχριστουγεννιάτικη αγρανάπαυση.

Ο Τζόναθαν Μπέντερ αυτοκτονεί. Αφήνει πίσω του επιστολές, σημειώσεις, αποκόμματα τύπου και εγκυκλοπαιδειών. Ο αδερφός του, με τον οποίο δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση, επιχειρεί να ανασυνθέσει τη ζωή τού Τζόναθαν, εν πολλοίς άγνωστη σε αυτόν, θα προσθέσει στο αρχείο αποσπάσματα από το ημερολόγιο της μητέρας τους και διαλόγους με τον πατέρα τους, αλλά και κομμάτια από τον επικήδειο λόγο που εκφώνησε η πρώην σύζυγός του. Κατά τόπους παρεμβαίνει για να διευκρινίσει κάτι, για να πει τη δική του εκδοχή, για να παραδεχτεί την άγνοιά του επί κάποιου θέματος ή περιστατικού. Οι παρεμβάσεις αυτές, περισσότερο από το ημερολόγιο της μητέρας ή τους διαλόγους με τον πατέρα θα φωτίσουν μια πλευρά δυσπρόσιτη, εκείνη της απόστασης μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, δύο αδερφών που η ζωή του καθενός τράβηξε το δικό της μονοπάτι, που παρότι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο ίδιο σπίτι, από τους ίδιους γονείς, περισσότερο διαφέρουν παρά ομοιάζουν. Το ποιος είναι πιο σιωπηλός, ο νεκρός Τζόναθαν με όσα άφησε πίσω του, ή ο ζωντανός Ρόμπερτ, με τις σποραδικές παρεμβάσεις, είναι ένα καλό ερώτημα. Η σύνθεση ακολουθεί χρονολογική σειρά, ξεκινάει από το 1967, όταν και γεννήθηκε ο μεγάλος αδερφός, και φτάνει μέχρι το 1999, όταν έθεσε τέλος στη ζωή του στο γεμάτο αναθυμιάσεις από το αυτοκίνητο γκαράζ.

Μια κατασκευή με την τεχνική του κολάζ, αποκόμματα που παίρνουν τη θέση τους για να συνθέσουν τη ζωή ενός απλού ανθρώπου, που ταλαιπωρήθηκε και ταλαιπώρησε τους γύρω του, που κάποιες στιγμές έμοιαζε να βγάζει το κεφάλι έξω από το νερό, για να βυθιστεί ξανά λίγο μετά, μια περίοδος ηλιοφάνειας και ήπιου καιρού που ένα έντονο και επικίνδυνο καιρικό φαινόμενο θα ακολουθούσε, κάποιες στιγμές γαλήνης και νηνεμίας που σύντομα γινόταν βορά ενός ανεμοστρόβιλου. Εκείνος, που είχε κλίση στην πρόγνωση του καιρού, μελέτη των μοντέλων και εμπειρική παρατήρηση, αδυνατούσε να προβλέψει τις δικές του αναταραχές, τα τραντάγματα που τον εξοβέλιζαν της πορείας του, να πάρει τα μέτρα και τις προφυλάξεις, όπως με τόσο πάθος και αίσθηση καθήκοντος προειδοποιούσε τους τηλεθεατές.

Ο κύριος άξονας του μυθιστορήματος αυτού είναι το κατασκευαστικό του πλάνο, ο τρόπος με τον οποίο τα κομμάτια θα πάρουν τη θέση τους, ο τρόπος τού Κίμπαλ να πει μια ιστορία γνώριμη, οικεία, παρότι όπως κάθε ατομική ιστορία μοναδική στις λεπτομέρειες και τις αποχρώσεις της. Και καταφέρνει δύο πράγματα: να καταστήσει την κατασκευή λειτουργική, μια σύνθεση την οποία ο αναγνώστης, άπαξ και εισέλθει, με άνεση μπορεί να ακολουθήσει τον ιδιαίτερο βηματισμό της, αλλά και να επιτρέψει στο συναίσθημα να παρεισφρήσει, να διεκδικήσει και να καταλάβει τον χώρο που του αναλογεί, να δώσει διαστάσεις στη ζωή του Τζόναθαν, το απαραίτητο βάθος, με δεδομένη τη σιωπή του, πέρα από τα μηνύματα που άφησε πίσω του, αλλά και την απόσταση που χώριζε τα δύο αδέρφια.

Ο Ρόμπερτ, ο βιογράφος αδερφός, ο ιδιότυπος αυτός βιογράφος, αποδεικνύεται ιδιαιτέρως αληθοφανής, παρότι ελάχιστα μαθαίνουμε για εκείνον, και όσα μαθαίνουμε πάντοτε είναι συγκριτικά με τον αυτόχειρα, συνθέτει χωρίς να μυρίζει στείρο επαγγελματισμό, αλλά και χωρίς να επιχειρεί να ενδυθεί έναν μανδύα θρήνου και απώλειας μεγαλύτερου μεγέθους από εκείνον που η απόσταση των δύο αδερφών αντιστρόφως ανάλογα ύφανε. Είναι σημαντικό, καθηλωτικό και συγκινητικό, αβίαστα συγκινητικό και όχι απόρροια εκβιασμού και χειραγώγησης, να θυμόμαστε πως ο Τζόναθαν υπήρξε ένας απλός άνθρωπος, που έζησε, όπως έζησε, υπέφερε, όπως υπέφερε, ευτύχισε, όπως ευτύχισε, συσχετίστηκε, όπως συσχετίστηκε, ονειρεύτηκε, όπως ονειρεύτηκε, αγάπησε, όπως αγάπησε, και πέθανε, όπως πέθανε. Μια χαμηλή συχνότητα, αδιόρατη στον θόρυβο της καθημερινότητας, μοναχική, όπως κάθε ζωή σε εκείνα τα μήκη και πλάτη της επικράτειας στην οποία κινείται, ένα απειροελάχιστο ίχνος σκόνης.

Ο Κίμπαλ διαθέτει μια αρετή, πέρα από τη δεινότητα στην αφήγηση και τη σύνθεση μικρών στιγμιοτύπων, που έχει να κάνει με την οξυδερκή και πανοπτική ματιά του στο συναίσθημα, δεν περιορίζεται σε μια γωνία θέασης, δεν αφουγκράζεται το στερεότυπο ως αυθεντικό, δεν καταφεύγει στο κλισέ, στην γενίκευση, στον μέσο όρο, δεν γυρεύει την φαντασμαγορική υπερβολή, ζητά, μελετά και ανασύρει τις αποχρώσεις, τις ιδιαιτερότητες, τις αντιφάσεις, το ορατό και το αόρατο, το γνωστό και το άγνωστο, το συνειδητό και το υπόγειο, το λογικό και το παράλογο, το κωμικό και το γελοίο, το ζοφερό και το θλιβερό, το γαμώτο. Αλλά ούτε και επιδεικνύει την αρετή του αυτή, η κατασκευή να υπερτερεί του Τζόναθαν, σε καμία περίπτωση, απλώς τοποθετεί το πλαίσιο στο οποίο τα καρέ θα πάρουν τη θέση τους και χρόνο με τον χρόνο θα συνοδεύσουν τον αναγνώστη μέχρι τη διαθήκη του Τζόναθαν.

Ο χαρακτηρισμός συγκινητικό έχει ξεχειλώσει, μην ρίχνετε πέτρες, ωστόσο, η ζωή έχει γίνει έτσι, που κάθε τι, που λίγο φεύγει από την επικράτεια της απομάγευσης, μπορεί να συγκινήσει, αυτό λέει πολλά για το πώς ζούμε. Το ξεχείλωμα αποκαλύπτεται στη σύγκριση, όπως συμβαίνει εδώ, η συγκίνηση που εκλύεται είναι κατακλυσμιαία, ο τρόπος αβίαστος, ή αριστοτεχνικά ενορχηστρωμένος, το τέλος γνωστό και όμως δυσβάσταχτο, ο Τζόναθαν, ένας απλός άνθρωπος, καθίσταται ένας αλησμόνητος χαρακτήρας εν τη απουσία του, ο βιογράφος αδερφός στη σκιά, επίσης. Σε μια εποχή που η υπερβολή φωλιάζει σε κάθε προσωπική αφήγηση, που η καχυποψία του αναγνώστη έτοιμη είναι να γεννήσει ένα και τι με νοιάζει εμένα/τα παραλές/σιγά δηλαδή, το μυθοπλαστικό Αγαπητοί όλοι επαναπροσδιορίζει την αξία των φύλλων στο λογοτεχνικό τραπέζι.

Ένα σημαντικό μυθιστόρημα για έναν ασήμαντο άνθρωπο, με ασήμαντη ζωή και ασήμαντο θάνατο, που έρχεται, χωρίς κόλπα και τερτίπια, και καταλαμβάνει έναν χώρο που δύσκολα ο αναγνώστης θα ανέμενε, και ας είχε διαβάσει, όπως εγώ, τον Μεγάλο Ρέι, και ας ένιωθε, όπως εγώ, υποψιασμένος, και τι με αυτό;

 υγ. Για το Ο Μεγάλος Ρέι περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου
Εκδόσεις Οκτώ 

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Θρήνος για την Τζούλια - Susan Taubes

Ολοένα και αθροίζονται τα ωραία βιβλία στη νεοσύστατη σειρά μεταφρασμένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Αλεξάνδρεια, να, ακόμα ένα. Τη Σούζαν Τάουμπες δεν την γνώριζα. Γεννήθηκε το 1928 στη Βουδαπέστη, έντεκα χρονών μετανάστευσε με τον ψυχαναλυτή πατέρα της στην Αμερική, όπου και πέθανε το 1969. Η παρούσα έκδοση αποτελείται από την ομώνυμη του τίτλου νουβέλα και από εννέα διηγήματα, κάτι το οποίο δίνει μια αρκετά πλήρη εικόνα. Η αξία του έργου της αναγνωρίστηκε μετά την αυτοκτονία της.

«Εξαφανίστηκε. Η Τζούλια με εγκατέλειψε. Πλέον για τα καλά, νομίζω. Έφυγε σιωπηλά υπό την κάλυψη της νύχτας. Ο μόνος τρόπος να μην την ακολουθήσει κανείς. Τη σκέφτομαι να βγαίνει μέσα στη νύχτα, να καίγεται σαν κερί, να σβήνει ίσως. Δεν θα μάθω ποτέ πού. Δεν θα μάθω ποτέ πριν από πόσο καιρό. Αυτό ήταν το δωμάτιο της Τζούλιας».

Έτσι ξεκινάει ο Θρήνος για την Τζούλια. Μια αντρική, πρωτοπρόσωπη αφηγηματική φωνή θρηνεί τη φυγή της, μόνος στο άλλοτε δωμάτιο της. Ένας εραστής, ένας σύζυγος, ένα παιδί ή μήπως ένας πατέρας; Όχι. Τότε; Ένα ασώματο υποκείμενο, ένα πνεύμα, η συνείδησή της, ίσως. Ένας εσώψυχος ένοικος, ένας παντεπόπτης οφθαλμός, όχι όμως παντογνώστης, εξού και πιάστηκε απροετοίμαστος στη φυγή της, αντιμέτωπος διαρκώς με έναν γρίφο, την Τζούλια, τώρα θρηνεί και πιάνει το νήμα από την αρχή, μια ιδιότυπη νεκρολογία, τώρα που πια για εκείνον δεν υπάρχει.

Η Τζούλια, για τον αναγνώστη, είναι εξαρχής απούσα, εκείνο το εξαφανίστηκε είναι παντοδύναμο, η φωνή της δεν θα ακουστεί ούτε μια στιγμή, όχι τουλάχιστον αφιλτράριστη, όχι χωρίς τον διαμεσολαβητή αφηγητή, υπό το πρίσμα εκείνου θα περιγραφεί, θα βιογραφηθεί, θα ερμηνευτεί, με τα όρια της επικράτειας να είναι πεπερασμένα, για τον αναγνώστη η πραγματική Τζούλια δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η αφήγηση εκείνου, τώρα πια ούτε για εκείνον υπάρχει, είναι πια αθέατη, εκτός της οθόνης του ραντάρ. Αυτή η ετεροβιογράφηση αποτελεί το εύρημα. Μια ιδέα καθοριστική, όχι μόνο αφηγηματικά, όχι μόνο λογοτεχνικά, όχι μόνο στυλιστικά, αλλά με ρίζες βαθύτερες, η γυναικεία φύση, τα όρια, οι περιορισμοί, το αναμενόμενο, ο ετεροπροσδιορισμός, η αντρική σκιά που πέφτει παχιά, αλλά και ο εαυτός ως παρατηρητής.

Η αφήγηση αφήνει να αιωρείται η πηγή του θρήνου, αφήνει να αιωρείται ακόμα και το αν είναι θρήνος, ή μήπως θυμός, κατάπληξη, σοκ, απώλεια ελέγχου; Όσο ήταν παρών εκείνος, η Τζούλια ενεργούσε με έναν τρόπο αναμενόμενο, ακόμα και όταν φαινομενικά έδειχνε να παρεκκλίνει, η στιγμή που εξαφανίστηκε, ωστόσο, δεν ήταν μέρος του σεναρίου.

Επαναδιατυπώνω το παραπάνω: Η Τζούλια, για τον αναγνώστη, έλεγα, είναι εξαρχής απούσα, όχι, δεν είναι έτσι, η Τζούλια, για τον αναγνώστη, αλλά και για τον αφηγητή, είναι παρούσα δια της απουσίας της, ηχηρή δια της σιγής της, αυτόφωτη στο σκοτάδι που άφησε ξοπίσω της. Ο τρόπος που γράφει η Τάουμπες είναι συγκλονιστικός, εγκλωβίζει τη φωνή στο απόν σώμα τής Τζούλια, αυτό το παράσιτο που ο ξενιστής του έφυγε και το άφησε πίσω να θρηνεί. Όσα γνώριζε, όσα έλεγχε, όσα καθόριζε είναι πια θρήνος. Όσα ήταν η Τζούλια, τα θεωρούσε δικά του. Όσα αφηγείται είναι δικά του, είναι όσα ενίσχυαν το εγώ του, όσα καθιστούσαν τη Τζούλια μια άβουλη κούκλα, ένα παιδικό παιχνίδι, μια χαριτωμένη κοπέλα, γυναίκα, που όλο στριφογυρνούσε, που όλο τολμούσε εντός των ορίων, ένας γρίφος για να περνάει η ώρα του, αχ το σκασμένο, μονολογούσε, κοίτα τι σκαρφίστηκε πάλι, και γελούσε βλέποντάς την να χτυπά ξανά και ξανά στον τοίχο ύστερα από κάθε απόπειρα άλματος.

Παρά τον θρήνο του, παρά την εγκατάλειψη που βιώνει, εκείνος, όταν αφηγείται τα περασμένα, μετέρχεται της τότε παντοδυναμίας του, βρίσκει ξανά τη δύναμη που ένιωθε τότε, τα απομνημονεύματά του ως μια τελευταία στιγμή θριάμβου, ένας εκπεσών παντοδύναμος δυνάστης που χαζογελούσε/χαζογελά με την ελευθερία που οι υπόδουλοι πίστευαν πως διαθέτουν, τώρα παντέρημος και μόνος, βασιλιάς χωρίς βασίλειο, που αρνείται ή ίσως δεν ξέρει καν πώς να παραδεχτεί την ήττα του, τη συντριβή του, το κενό της ύπαρξής του, αναπολεί τα περασμένα και αντλεί τις ύστατες σταγόνες ηδονής. Ποιος είσαι τώρα, ε;

Λίγο καιρό πριν, διάβασα το Μάλινα της Μπάχμαν, μια από τις αναγνωστικές κορυφές της εν εξελίξει χρονιάς, διαβάζοντας τον Θρήνο για την Τζούλια διέκρινα αυτή τη διακειμενική συγγένεια, αναγνώρισα το παρεμφερές συναίσθημα εκείνης της ανάγνωσης. Ίσως, σκέφτομαι, εκτός των άλλων κοινών γνωρισμάτων, να είναι εκείνο το σκοτεινό παιγνιώδες, μια ζαβολιά ως πέπλο, μια μεμβράνη δύο όψεων ανακλαστικών, από τη μια ο ρεαλισμός του βιώματος, από την άλλη ο μυθοπλαστικός αναχωρητισμός, το μέρος και το όλο, το εγώ και το εμείς, το εγώ και το εγώ. Το παιγνιώδες ως οχυρό, ένα δικό τους δωμάτιο, εκεί που οι δυνατότητες πολλαπλασιάζονται, που οι περιορισμοί σε κάποιο βαθμό αίρονται. Ο παιγνιώδης χαρακτήρας δεν είναι εδώ μια πηγή χαράς και ανεμελιάς, δεν είναι ούτε το σημείο αφετηρίας μιας καθολικής επανάστασης, αλλά ένας τόπος δυνατοτήτων σε συγκατοίκηση με τους περιορισμούς. Εδώ έγκειται και η εγκεφαλικότητα, μια παρτίδα επίθεσης και άμυνας, εδώ, ωστόσο, το πιόνι μπορεί να αφήσει πίσω του το ταμπλό, απλώς να διαφύγει, βγάζοντας τη γλώσσα στους κανόνες. Μόνο η Τζούλια ξέρει τι θυσίασε, αν θυσίασε, και τι υπερέβη, αν υπερέβη, ποιο τίμημα πληρώνει, αν πληρώνει, ποια ηδονή απολαμβάνει, αν απολαμβάνει, από ποιο παράσιτο υποφέρει, αν υποφέρει πλέον.

Σε αυτό το άυλο υποκείμενο, περισσότερο διέκρινα μια πατρική φιγούρα, ίσως επηρεασμένος και από το επάγγελμα του ψυχαναλυτή που εξασκούσε ο πατέρας της. Και αν μια τέτοια αρχή προσφέρει ένα έδαφος ανάγνωσης και ανάλυσης, σίγουρα ενδιαφέρον και πολυεπίπεδο, εντούτοις, όπως και κάθε αντίστοιχη αρχή ως εναρκτήρια θέση, μάλλον περιορίζει τον φωτισμό σε ένα και μόνο, μικρότερο ή μεγαλύτερο, μέρος της επικράτειας από την οποία τελικώς απέδρασε η Τζούλια. Το ίδιο ισχύει και αν γίνει απόπειρα διάκρισης του αυτοβιογραφικού χαρακτήρα της νουβέλας, αν η Τζούλια είναι η Σούζαν, αρκεί, θεωρώ, να πει κανείς, σίγουρα έχει κάτι από εκείνη, αλλά την υπερβαίνει, θα ήταν απερίσκεπτο και εγωπαθές να ικανοποιηθεί κανείς με μια τέτοια προσέγγιση, ίσως να ήταν και αρσενικό. Ο Θρήνος για την Τζούλια, όπως και το Μάλινα, δεν είναι αυτομυθοπλαστικά κείμενα, δεν είναι απλώς και μόνο αυτό που τα τελευταία χρόνια συνηθίζεται, είναι κάτι πολύ διαφορετικό, και ας μην είναι αυτό το χαρακτηριστικό που τα εξυψώνει λογοτεχνικά.

Αποκλειστικά παραβολικά ή παραδειγματικά ή διδακτικά, η νουβέλα δεν θα λειτουργούσε λογοτεχνικά. Το ίδιο ισχύει και για τα διηγήματα της Τάουμπες. Πυκνογραμμένα, αφήνουν την αίσθηση ενός εκτενέστερου κειμένου, ο αναγνώστης νιώθει πως ξέρει περισσότερα. Η ασφυξία είναι διάχυτη, οι περιορισμοί παρόντες, το παιγνιώδες επίσης. Διαβάζοντας τον Θρήνο για την Τζούλια είναι εμφανές πως η νουβέλα ανήκει σε ένα ευρύτερο προσωπικό σύμπαν, δεν είναι απλώς ένα εύρημα γραφής, μια καλή ιδέα, μια καλογραμμένη νουβέλα, αλλά μέρος ενός συστήματος πλανητών, αστερισμών, δορυφόρων και ήλιων, και αυτό είναι κάτι που τα διηγήματα έρχονται να επιβεβαιώσουν μια κοινή φωνή, μια δημιουργό.

Η κοινή ανθρώπινη εμπειρία, με τις ιδιαιτερότητες, τους περιορισμούς και τα προνόμια είναι εκείνη που απαλύνει την αίσθηση του ολοκληρωτικά ανοίκειου, άγνωστου και ξένου, είναι εκείνη που επιτρέπει στον αναγνώστη, ασχέτως φυλής, τάξης και φύλου, να αναγνωρίσει, να παραδεχτεί ή να περιφρονήσει το σύμπαν των προσώπων και των ιστοριών τής Τάουμπες, χάνοντας και βρίσκοντας ξανά την αναπνοή του, δυσφορώντας για τον έναν ή τον άλλο λόγο, κάτι που επιβάλλει η γραφή της, αδιάφορη για, ή ίσως γνωρίζοντας εκ των προτέρων, τους εξωκειμενικούς και λοιπούς περιορισμούς, άλλωστε, αυτοί υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό η πρώτη ύλη.

Ο πρόλογος της Φρανσέσκα Γουέιντ είναι υποδειγματικός, κυρίως γιατί δεν επιχειρεί η ανάγνωση και η ερμηνεία της να υπερβεί το ίδιο το έργο, ενσωματώνοντας, ωστόσο, τον θαυμασμό της γι' αυτό, δίνοντάς του την απαραίτητη ψυχή και απαλλάσσοντάς τον από τον αμιγώς τεχνικό χαρακτήρα του. Κάποιες φορές ο λόγος για τη λογοτεχνία ανήκει δικαιωματικά στην επικράτεια της δημιουργίας.

Τώρα που ξέρω ανυπομονώ για το Διαζύγιο, που επίσης έχει ανακοινωθεί πως κάποια στιγμή θα κυκλοφορήσει.

υγ. Για το Μάλινα της Μπάχμαν, περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αντωνία Γουναροπούλου
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Το Μαγικό Βασίλειο - Russell Banks

Ο αχός της χριστουγεννιάτικης εκδοτικής θύελλας κατακάθισε· σιγά-σιγά εμφανίζονται καινούρια βιβλία, το νερό στον μύλο της παραγωγής συνεχίζει να κυλάει. Οι εκδόσεις Πόλις, σε καλή μετάφραση της Άννας Μαραγκάκη, κυκλοφόρησαν αυτό που έμελλε να είναι το τελευταίο μυθιστόρημα του Ράσελ Μπανκς, Το Μαγικό Βασίλειο. Μια γενιά συγγραφέων, γεννημένων στα πέριξ του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αποχωρεί, οι εργογραφίες κλείνουν, τα βιβλία τους, ευτυχώς, μένουν.

Σε μια περίοδο που το αυτομυθοπλαστικό θεριεύει και κυριαρχεί στην αφήγηση, μοιάζει κάπως παλιακή η δήλωση πως το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και κάθε ομοιότητα με πρόσωπα υπαρκτά είναι τυχαία και συμπτωματική. Δεδομένης της σύμβασης αυτής, ο συγγραφέας Ράσελ Μπανκς θα εντοπίσει στη Βιβλιοθήκη εις Μνήμην των Βετεράνων Πολέμου κάποιες μπομπίνες, προσεκτικά τυλιγμένες με ζελατίνα. Πάνω στο περιτύλιγμα ήταν γραμμένο: Το Μαγικό Βασίλειο. Εκφωνητής ο Χάρλεϊ Μαν, γεννημένος το 1890, απεβίωσε το 1972 λίγο αφότου τελείωσε την ηχητική καταγραφή της ιστορίας του. Με τη συνδρομή του συγγραφέα, το απομαγνητοφωνημένο υλικό θα μετατραπεί σε ένα χορταστικό μυθιστόρημα.

Πρόκειται για μια ιστορία ενηλικίωσης. Ο Χάρλεϊ, ενήλικας πια, βρέθηκε κάτοχος μιας τεράστιας έκτασης στη Φλόριντα, νότια του Ορλάντο και δυτικά της λίμνης Οκιτσόουμπι, εκεί που πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας, στην αυτόνομη κοινότητα των Σέικερς, όπου εκείνος και τα τέσσερα αδέρφια του βρήκαν καταφύγιο μετά τον θάνατο του πατέρα. Είναι μια περίοδος, τα τέλη του 19ου και οι αρχές του 20 αιώνα, που διάφορες αυτόνομες κοινότητες αναπτύσσονται από άκρη σε άκρη της αμερικανικής επικράτειας, με έντονο το στοιχείο του κομμουνισμού, άλλες με λιγότερο και άλλες με περισσότερο κυρίαρχη τη θρησκεία. Στο μέρος εκείνο υπάρχει πια το θεματικό πάρκο της Walt Disney. Εκπρόσωποι της οποίας ξεγέλασαν τον Χάρλεϊ, υποσχόμενοι πως στα συμβόλαια μεταβίβασης θα υπάρχει δια βίου ο όρος της μη κατάτμησης της έκτασης, με αυτό τον όρο εκείνος δέχτηκε να απολέσει τον τόπο που τόσο καθοριστικός υπήρξε για την ενήλικη ζωή του.

Έχουμε, λοιπόν, μια κατά δήλωση του ίδιου του συγγραφέα μυθοπλαστική σύνθεση, την αφήγηση του Χάρλεϊ, στενά ωστόσο συνδεδεμένη με την υπαρκτή καπιταλιστική μεταμόρφωση ενός τόπου, ανάμεσα σε τόσους άλλους, εκεί όπου μια δράκα ανθρώπων, υπό την καθοδήγηση άλλων εμπνευσμένων, δοκίμασαν ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, κάτι που σήμερα μοιάζει μακρινό, σε κάποιους γελοιωδώς αφελές και σε άλλους μια χαμένη εναλλακτική ενός κόσμου ολοένα και πιο ζοφερού.

Ο πυρήνας του μυθιστορήματος είναι ξεκάθαρα πολιτικός. Ο Μπανκς αποδεικνύεται για ακόμα μια φορά ιδιαιτέρως ευφυής στη σύλληψη και την εκτέλεση, πετυχαίνοντας να μη θυσιάσει το πολιτικό/ρεαλιστικό στο ατομικό/μυθοπλαστικό, αλλά ούτε και το αντίθετο. Πετυχαίνει να μπλέξει αρμονικά και λειτουργικά τα δύο. Δίνοντας τον λόγο στον Χάρλεϊ, σε πρώτο πρόσωπο, ενισχύει το κανάλι του προσωπικού, της ατομικής ιστορίας, της ιστορίας του Χάρλεϊ, μέσα από την οποία ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με μια αρκετά απομακρυσμένη συνθήκη οργάνωσης και διαχείρισης του βίου. Ο,τι μας έχει συμβεί αναπόφευκτα φέρει κάτι το προσωπικό ως θεματοφύλακα στη θεωρητική στειρότητα, στην εκ του μακρόθεν κριτική, την υπεράσπιση ή την κατηγόρια μιας συνθήκης όπως εκείνη μέσα στην οποία ο αφηγητής γεννήθηκε και μεγάλωσε, διαφεύγει, με τον τρόπο αυτό, της οποιασδήποτε στενωπού άσπρο-μαύρο, σωστό-λάθος, καθώς όσα συνέβησαν ήταν ζωή. Και το πολιτικό, ο τρόπος με τον οποίο ένας μονόδρομος έχει πια απλωθεί, διαρκώς παρόν, ακόμα και όταν είναι στο παρασκήνιο, όλα όσα συνέβαιναν στον έξω κόσμο δεν άγγιζαν, θαρρείς, την καθημερινότητα των ανθρώπων εκείνων, η σταδιακή διάβρωση και κατάρρευση των εναλλακτικών, με τα όποια πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά τους. Η μετατροπή μιας απόπειρας ευτοπίας σε ένα θεματικό πάρκο.

Ο Μπανκς κατασκευάζει, θα επαναλάβω: ευφυώς, ένα οικοδόμημα σύνθετο, πολλών χώρων και χρήσεων, εντός του οποίου ο αναγνώστης κινείται ανεμπόδιστα, παρότι η επίγευση είναι εκείνη της πικρίας, του αδιεξόδου, του τέλους. Γιατί, ο Μπανκς, δεν συμπεριφέρεται με όρους στείρας διδαχής και στράτευσης, αφήνει τον Χάρλεϊ να πει την ιστορία του, την ώρα που το θεματικό πάρκο υποδέχεται καθημερινά χιλιάδες επισκέπτες, μια απόπειρα πλήξης της λήθης.

Με άνεση και χάρη, σε μια εποχή που η μεγάλη αφήγηση διέρχεται πυρών και κρίσης, ο Μπανκς πετυχαίνει να παραδώσει ένα χορταστικό μυθιστόρημα, που διαβάζεται σε φρενήρη ρυθμό.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Η επαφή μου με τον σπουδαίο Ράσελ Μπανκς, που την χρωστώ στον Κ., ήταν Το γλυκό πεπρωμένο, περισσότερα εδώ, ακολούθησε το υπέροχο Oh, Canada, περισσότερα εδώ, και το δυστυχώς εξαντλημένο American darling, περισσότερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Άννα Μαραγκάκη
Εκδόσεις Πόλις

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Ο Μεγάλος Ρέι - Michael Kimball

Στα τέλη της περασμένης χρονιάς, στα χασομέρια της εκδοτικής πλημμυρίδας πριν από τις γιορτές, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο το οποίο είχα κυκλώσει από τότε που διάβασα για την επικείμενη έκδοσή του, ο λόγος για το μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Μάικλ Κίμπαλ, Ο Μεγάλος Ρέι, σε μετάφραση Άκη Παπαντώνη από τις εκδόσεις Κίχλη. Δύο ήταν οι λόγοι της προσμονής. Ο πρώτος είχε να κάνει με τα όσα ενθουσιαστικά λόγια είχα διαβάσει για το προηγούμενο βιβλίο του, που είχε κυκλοφορήσει παλιότερα στα ελληνικά, το Αγαπητοί όλοι σε μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου από τις εκδόσεις Οκτώ. Ο δεύτερος λόγος είχε να κάνει με το θέμα του, ανασύρω από το οπισθόφυλλο: «Ο Μεγάλος Ρέι είναι παράφορος, μεγαλόσωμος και νοσηρά παχύσαρκος· μια κολοσσιαία παρουσία στη ζωή τού γιου του Ντάνι. Όταν πεθαίνει, ο Ντάνι προσπαθεί να σηκώσει το βάρος της απουσίας τού πατέρα του, αλλά και να διαλύσει το σκοτάδι που εκείνος είχε αφήσει πίσω του».

Το πένθος, η αντιμετώπιση της συνθήκης απουσίας ενός γονέα, οι τελευταίες μέρες, τα ανοιχτά γραμμάτια, οι συγκρούσεις, το συνολικό παλίμψηστο της σχέσης, το μαύρο κουτί που αναπόδραστα εμφανίζεται, τρομακτικό και μόνο στη θέα, πόσο μάλλον στο περιεχόμενό του, όσο καλά και αν πιστεύει καθένας μας πως προετοιμάστηκε γι' αυτή την απουσία, όλα αυτά είναι θέματα που διαχρονικά απασχολούν την τέχνη και εν γένει την ανθρώπινη εμπειρία. Αυτό που μοιάζει να μεταβάλλεται τα τελευταία κάποια χρόνια, με την επικράτηση της αυτομυθοπλασίας και τη βασιλεία της ταύτισης των εγώ του δημιουργού, του αφηγητή και του κεντρικού ήρωα, είναι η κατάλυση της μυθοπλαστικής σύμβασης.

Ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, όπως αυτό, ο συγγραφέας που γράφει για τον νεκρό πατέρα του, ακόμα και αν, όπως στην περίπτωσή μου, δεν προκαλεί κάποια κόπωση, αναπόφευκτα προσφέρει μια πανοπλία στον αναγνώστη, μια αίσθηση δύναμης, ξέρω τι να περιμένω, σκέφτομαι/σκέφτεται. Και αυτή η αίσθηση, η ψευδαίσθηση καλύτερα ειπωμένο, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ίδια τη λειτουργία της καλής λογοτεχνίας, στο μονοπάτι της οποίας ο αναγνώστης (θα έπρεπε να) νιώθει να εκτίθεται ολοένα και περισσότερο στο πέλαγος των άπειρων ενδεχομένων, αντιμέτωπος με το τεράστιο γκρι εμβαδόν του πολύπλοκου φαινομένου της ύπαρξης συνολικά. Η απώλεια ενός γονέα είναι ένα θέμα που με έλκει αναγνωστικά, έλξη που προφανώς και φανερώνει αρκετά για μένα τον ίδιο. Έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο αυτό με δύο βεβαιότητες, που σύντομα κατέρρευσαν με πάταγο, η πρώτη είχε να κάνει με τον αυτομυθοπλαστικό χαρακτήρα της αφήγησης, η δεύτερη με την αυτοπεποίθηση πως ήμουν προετοιμασμένος γι' αυτή.

Το πέπλο της αυτομυθοπλασίας έπεσε πρώτο, ήδη από την περίληψη στο οπισθόφυλλο, το πρώτο πρόσωπο ήταν απλώς και μόνο αφηγηματική επιλογή και όχι μια πύλη για το προσωπικό. Η αυτοπεποίθηση υποχωρούσε μέχρι να αφανιστεί και να παραδοθώ πλήρως συναισθηματικά. Η φύση της αφήγησης, προσωπική και μύχια, ακόμα και αν κατασκευασμένη στο συγγραφικό εργαστήρι, καθιστά τη συναισθηματική πρόσληψη επιπλέον του συνηθισμένου υποκειμενική. Η τεχνική του Κίμπαλ, ωστόσο, μπορεί να αναγνωριστεί ως ευφυής και με αντικειμενικά κριτήρια. Ο συγγραφέας, μέσω του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, πετυχαίνει να κατασκευάσει μια αφήγηση εγκεφαλική, αλλά όχι αποστειρωμένη και ψυχρή, αυτό είναι το σημαντικότερο στο βιβλίο αυτό, η άψογη κατασκευή, η χρονική σύνθεση του παρόντος και των αναλήψεων, η σε εύρος διερεύνηση της επικράτειας του πένθους, οι αποχρώσεις, η αμηχανία της πολυπλοκότητας του συναισθήματος του γιου, από την ανακούφιση ως την απόλυτη θλίψη. Ανασύρω από το κείμενο: «Εξακολουθώ να μη συμπαθώ τον πατέρα μου, αλλά εξακολουθεί να μου λείπει». Η ελάχιστη αυτή ψηφίδα συνοψίζει άψογα τα παραπάνω. Ο Μεγάλος Ρέι είναι μια καλοσχεδιασμένη και άρτια υλοποιημένη κατασκευή που, ταυτόχρονα, έχει παλμό, έχει ζωή και θάνατο.

Αλλά και πιο πριν, ένα θραύσμα αναρώτησης, ταυτόχρονα προσωπικό και τεχνικό: «Η ζωή του πατέρα μου ήταν συνηθισμένη με πάρα πολλούς τρόπους. Αναρωτιέμαι αν τον μετατρέπω σε κάτι περισσότερο από αυτό που ήταν μόνο και μόνο επειδή ήταν πατέρας μου». Εκτός από καθοριστικό ερώτημα, το παραπάνω απόσπασμα δείχνει την απουσία ενεργού συναισθηματικού εκβιασμού, η συνθήκη, ο γιος που γράφει για τον νεκρό πατέρα του από ανάγκη πρώτιστα προσωπική, συντηρείται άψογα από την αρχή μέχρι το τέλος, έτσι, η πρόσληψη του έργου γίνεται και με όρους λογοτεχνίας, που εκτείνονται πέρα από την επικράτεια της συγκεκριμένης απώλειας, εκεί που βρίσκεται η καλή λογοτεχνία.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Έκλεψα και πρόσθεσα το μυθιστόρημα αυτό στα αγαπημένα μου του '25, παρότι το διάβασα την πρώτη μέρα της νέας χρονιάς. Τα βρίσκετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Άκης Παπαντώνης
Εκδόσεις Κίχλη

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης - Ottessa Moshfegh

Υπήρξε μια περίοδος στην οποία δοκίμαζα να γράφω κείμενα για βιβλία πριν να τα διαβάσω, μιλούσα για προσδοκίες και επιθυμίες, γιατί εκείνο το βιβλίο και όχι κάποιο άλλο, γιατί τότε, με έναν τρόπο εκείνα τα κείμενα ήταν ακόμα πιο προσωπικά, οι λέξεις πιο δυσεύρετες, η διαμάχη με την τυχαία επιλογή έντονη. Ύστερα ακολουθούσε το κυρίως κείμενο ως ένας ιδιότυπος απολογισμός. Τώρα πια δεν το κάνω αυτό, αν και το κείμενο πριν την ανάγνωση, χωρίς να κειμενοποιείται, υπάρχει, πάντοτε θα συμβαίνει αυτό.

Σκέφτομαι έντονα εκείνα τα κείμενα τώρα που κάθομαι να γράψω για το Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης. Γιατί, ανάμεσα σε τόσα, νεότερα και παλαιότερα, στελέχη της στοίβας με τα προσεχώς, επέλεξα να διαβάσω αυτό το βιβλίο με το που βγήκε; Αν υπήρχε κείμενο πριν, θα ήταν πιο απλό να απαντηθεί το ερώτημα, θα ήταν πιο εύκολο να διακρίνω αν οι προσδοκίες υλοποιήθηκαν και σε τι βαθμό.

Ωστόσο, τέτοιο κείμενο δεν υπάρχει. Διάβαζα το Κυνηγόσκυλο του ΝτεΛίλλο, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο της Οτέσα Μόσφεγκ, που πρωτοκυκλοφόρησε, αγαπήθηκε, δίχασε και μισήθηκε το 2018. Με το που τελείωσα το ένα ξεκίνησα το άλλο, στο λεωφορείο για τη δουλειά. Λίγο πριν κατέβω, ένας νεαρός με πλησίασε, δεν είναι αντιπαθητική η τύπισσα, με ρώτησε, δεν ξέρω ακόμα, του είπα, είμαι στην αρχή, το θυμάμαι έντονα, συνέχισε, αν και πάνε χρόνια από τότε που το διάβασα στα αγγλικά. Η Λ., όταν τη ρώτησα, είχε πει κάτι αντίστοιχο, πρόσθεσε και κάτι για λευκό φεμινισμό, έχω κουραστεί πια, συμπλήρωσε, αλλά εσύ να το διαβάσεις, δεν θα σου πάρει πολύ. Η ταχύτητα και η ολιγωρία δεν είναι καλές δικαιολογίες όταν κοιτάζω τη στοίβα με τα προσεχώς. Το είχα κιόλας ξεκινήσει, δεν είχε νόημα να κάνω τέτοιες σκέψεις, ωστόσο.

Η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, ορφανή από γονείς, πλούσια ορφανή για την ακρίβεια, αποφασίζει να περάσει έναν χρόνο ξεκούρασης και χαλάρωσης, να κοιμάται πολύ, να βλέπει ξανά και ξανά τις ίδιες ταινίες στο βίντεο, να παίρνει καμένο καφέ από ένα εικοσιτετράωρο κιόσκι στο οποίο δουλεύουν κάτι Αιγύπτιοι, να αποσυνδεθεί από τα πάντα, βρίσκει μετά από ατυχή τηλεφωνήματα μια ψυχίατρο διατεθειμένη να της συνταγογραφεί διάφορα φαρμακευτικά σκευάσματα τα οποία, ελπίζει εκείνη, να τη ναρκώσουν, να της χαρίσουν ύπνο και αποσύνδεση, ξεκούραση και χαλάρωση. Έχει μια φίλη που την επισκέπτεται συχνά πυκνά, σαν απόπειρα αυτοκτονίας εν εξελίξει μοιάζει αυτό, της λέει, το αντίθετο, απαντά εκείνη, είναι μια απόπειρα ζωής. Η αφήγηση αποτελεί το ιδιότυπο ημερολόγιο εκείνης της χρονιάς, εντός του οποίου εισέρχονται αναλήψεις από το παρελθόν, κομμάτια που συμπληρώνουν το παζλ. 

Στις πρώτες κιόλας σελίδες σκέφτηκα: τι προνόμιο που έχει η τύπισσα. Αμέσως, δάγκωσα λίγο τη γλώσσα μου, ονόμαζα προνομιούχα κάποια που έπαιρνε συνειδητά κοκτέιλ χαπιών και λοιπών σκευασμάτων, ένα πρεζάκι που μόνο να κοιμάται ήθελε. Ήταν ένα πολύ ιδιαίτερο και ιδιότυπο προνόμιο, αν ήταν, αυτό. Αν δεν είχε το προνόμιο της μη ανάγκης για δουλειά, θα ήταν απλά μια απόφαση ανάμεσα στην αυτοκτονία ή στην απόπειρα να συνεχίσει, αγχομαχώντας υπό το βάρος της καθημερινότητας, που όπως και αν την περιγράψει κανείς, λιγότερο ή περισσότερο ζοφερή, θα συμφωνούσαμε πως σίγουρα δεν είναι φροντιστική, το αντίθετο μάλιστα. Επειδή η συγκυρία είναι μια κατεξοχήν πληγή στον ορθολογισμό, έτυχε εκείνες τις μέρες να διαβάζω για την ολοένα και αυξανόμενη τάση στον δυτικό κόσμο άνθρωποι να πηγαίνουν διακοπές για να κοιμηθούν, όχι για να δουν ή να γνωρίσουν κάτι νέο, αλλά για να κοιμηθούν. Βγάζει νόημα αυτό, σίγουρα το κάνει.

Η ιδιώτευση της λογοτεχνίας, αναλογική του σύγχρονου κόσμου, είτε με είτε χωρίς μυθοπλαστικό μανδύα, αναδεικνύει ολοένα και περισσότερο το πώς, τον τρόπο με τον οποίο το άτομο μιλάει για τον εαυτό του. Αν έμενε κανείς μόνο στην παραπάνω παράγραφο της πλοκής, τότε ένα όφου και δεν με νοιάζει θα ακουγόταν κατά πάσα πιθανότητα, δικαιολογημένα ίσως, αναπόφευκτα μάλλον. Η ιδιώτευση μας κατακλύζει, μας δίνει τον αέρα της σημαντικότητας του εγώ μας, με το τίποτα σκεφτόμαστε πως είμαστε υποκείμενα κατάλληλα για μια τέτοια αφήγηση, δεν το κάνουμε για διάφορους λόγους, αλλά έχουμε ένα σωρό πράγματα να αφηγηθούμε, η σημαντικότητά μας είναι αδιαμφισβήτητη, τα κοινωνικά δίκτυα είναι μια κάποια λύση, αλλά και πάλι, θέλουμε και άλλο.

Γυρίζω στο πώς άρον άρον πριν χαθώ στην ατραπό αυτή. Διαβάζω ολοένα και περισσότερο λογοτεχνία επί της οποίας εγώ μοιάζει να ξεκινώ με ένα σαφές προνόμιο, ακόμα και αν αυτό το προνόμιο αναλώνεται και μόνο στο γεγονός πως δεν χρειάστηκε να με απασχολήσουν σκέψεις, φόβοι και γεγονότα όπως αυτά που αποτελούν τον πυρήνα, τη ραχοκοκαλιά της λογοτεχνίας αυτής, αλλά και των υποκειμένων της. Η ενοχή στην αρχή συσκότιζε, ακόμα και ένα αδύναμο κείμενο που ελάχιστη ικανοποίηση μου είχε προσφέρει, δεν μπορούσα να διαχωρίσω τη σημασία και την ανάγκη ύπαρξής του από την αξία του. Σιγά σιγά ο κουρνιαχτός κατακάθεται, ωστόσο.

Η σκέψη περί προνομίου, η πιο σύντομη διαδρομή για την επικράτεια του δεν με νοιάζει, έσβηνε καθώς η ανάγνωση συνεχιζόταν, παρότι η πηγή της ενσυναίσθησης δεν προσέφερε γάργαρο νερό στον μύλο. Ο τρόπος της με κρατούσε στην ανάγνωση, πέρα από σκέψεις συγκεκριμένες. Πρόσφατα έγραφα ξανά κάτι που σκέφτομαι συχνά τώρα τελευταία και έχει να κάνει με το πόσο ύπουλα μπορεί να σε εγκλωβίσει και να σου τα σκάσει (σικ) μια ιστορία που φαινομενικά δεν σε ενδιαφέρει, που δεν σε απασχολεί, που δεν είσαι εσύ. Όπως η ιστορία αυτή στην προκειμένη περίπτωση. Αν είχε κάτι από μένα, εξαρχής θα ήμουν σε εγρήγορση, θα γύρευα αναλογίες και εναλλακτικές, ναι μεν αλλά, εγώ, πολλά εγώ η αλήθεια είναι. Τώρα όμως; Με άνεση και χωρίς ντροπή την όρισα ως προνομιούχο, χαλάρωσα και συνέχισα την ανάγνωση, δεν ένιωθα ανοιχτός σε πλήξη κάποιας ευαίσθητης φτέρνας . Χαλάρωσα και δεν είχα την εγρήγορση.

Ο τρόπος της Μόσφεγκ σίγουρα είναι ιδιαίτερος και επαρκής, ξέρει τι θέλει να κάνει και το κάνει, υπάρχει πλάνο και σχέδιο που υλοποιείται, ξέρει σε ποια λογοτεχνική επικράτεια κινείται, ζει σε έναν κόσμο που της δίνει την απαραίτητη πρώτη ύλη, η αφηγηματική της άνεση της προσφέρει το απαραίτητο καύσιμο.

Ήμασταν σε διαφορετικά δωμάτια εκείνη και εγώ. Σίγουρα. Αρκετές φορές αναλογίστηκα το Στα τέσσερα της Τζουλάι που διάβασα πρόσφατα, αλλά και το I love Dick, λίγο νωρίτερα. Υπάρχει ένα νήμα εδώ. Στα διαλείμματα της ανάγνωσης σκεφτόμουν διαρκώς ποια είναι η στάση της συγγραφέως απέναντι στην αφηγήτριά της, την υπονομεύει, άραγε, ή την αγαπά ή και τα δύο, πότε το ένα και πότε το άλλο, μια αποδοχή της σύνθεσης της ύπαρξης εντός του συγκεκριμένου κόσμου στον οποίο λαμβάνει χώρα ο καθένας μας.

Δεν υπάρχουν για μένα ευκολοδιάβαστα βιβλία, αν δεν είναι του γούστου μου, ακόμα και το πιο ανασοκοπτικό αστυνομικό μπορώ να το σέρνω για μέρες, αν δεν το έχω παρατήσει από τις πρώτες σελίδες, ο εγκέφαλός μου, ίσως όχι περισσότερο ύποπτος φυγής από τον μέσο όρο, αν δεν λάβει ικανοποίηση κάνει πάρτι, από τα ρεβίθια στο ψυγείο που μούχλιασαν μέχρι το νόημα της ύπαρξης, οτιδήποτε άλλο από την ανάγνωση. Η Μόσφεγκ τον κράτησε ήσυχο και υπάκουο για μεγάλα διαστήματα.

Χαλάρωσα, έλεγα, και δεν είχα την εγρήγορση. Η αναχαίτιση δεν λειτούργησε, όταν πλησίασα τα θραύσματα δεν ήμουν σίγουρος, δεν τα αναγνώριζα ευθέως, άμεσα δεν τα σχετικοποιούσα, δεν αναγνώριζα με μια πρώτη ματιά ένα έδαφος οικείο μια ύλη κοινή. Και ωστόσο κάτι αναδευόταν μέσα μου, έντονα, ολοένα και πιο έντονα, στις τελευταίες σελίδες είχα παραιτηθεί της όποια μάχης.

Και γι' αυτό γράφω τα κείμενα αυτά εδώ και τόσα χρόνια, να καταλάβω, να διερευνήσω, να ολοκληρώσω την ανάγνωση, την επαφή με την ανθρώπινη εμπειρία που μοιάζει τόσο μακρινή και ξένη. Μια καλή σημείωση για σκέψη θα ήταν τα δεύτερα πρόσωπα της πλοκής, κυρίως η φιλενάδα και οι γονείς της, η Μόσφεγκ τους έδωσε τον απαραίτητο λίγο χώρο να σχηματοποιηθούν και να αποκτήσουν διαστάσεις και όγκο. Η παρουσία τους, στην ανάμνηση, στο όνειρο, στο παρόν μαζί της, έδωσε χώρο και στην αφηγήτρια, η συσχέτιση με άλλα πρόσωπα, η όποια συσχέτιση δίνει χώρο, σχήμα και μορφή, συμπληρώνει το κάδρο μιας πρωτοπρόσωπης θέασης και αφήγησης. Μια ακόμα καλή σημείωση είναι μια φαινομενική παραδοξότητα στην ιδιώτευση αυτή. Ένα εγώ κατακλυσμιαίας παρουσίας, από άκρη σε άκρη, εγώ, εγώ, εγώ, που ωστόσο, υποσκάπτει την ιδιώτευση αυτή, όχι απαραίτητα για να την υπονομεύσει, αλλά για να αποκαλύψει τον τρόπο με τον οποίο αλληλοτροφοδοτείται με τον τριγύρω κόσμο, δεν γεννήθηκε εν κενώ, δεν μεγαλώνει εν κενώ. Θα χρησιμοποιούσα ίσως τη λέξη παραβολή, αλλά δεν θα έπρεπε, θα ήταν λάθος χρήση. Η Μόσφεγκ δεν κάνει βήμα πίσω ή στο πλάι ώστε να επιτρέψει μια τέτοια ματιά στο βιβλίο της, στην ιστορία αυτή, δεν είναι ένα σχήμα λόγου, δεν είναι μια εκκεντρική συμπεριφορά που θα λειτουργήσει ως βατήρας για να μιλήσει για τον κόσμο, όχι. Και επειδή το κάνει τόσο καλά, δίνεται χώρος, δεν τον δίνει εκείνη, δεν είναι πρόθεση ή επιδίωξη. Αλλά η λογοτεχνία το κάνει συχνά αυτό, να διαφεύγει από τα χέρια του δημιουργού της, να αιωρείται ψηλότερα ή πιο πέρα.

Μια ακόμα καλή σημείωση, απόρροια των παραπάνω είναι το γεγονός πως δεν υπάρχει διάχυτη θεωρητικοποίηση, εύκολα ψυχολογικά και κοινωνικά νήματα, ένα φλερτ με την υψηλή διανόηση, σε αυτό απομακρύνεται πολύ από το I love Dick στο οποίο αναφέρθηκα παραπάνω, ούτε τόσο εγκεφαλικό, την ενδιαφέρει, μοιάζει τουλάχιστον να την ενδιαφέρει, να κινηθεί σε επικράτειες της καθημερινότητας, κοινότοπες και ίσως βαρετές, γνώριμες ωστόσο ό,τι και αν ενδύονται σε μια πρώτη ματιά. Και η αποφυγή της θεωρητικοποίησης λειτουργεί και δευτερογενώς, στον τρόπο με τον οποίο διάβασα το βιβλίο, στον τρόπο με τον οποίο το προσεγγίζω για να καταλάβω τι ήταν εκείνο, ένα ή πολλά, θραύσματα που εντόπισα τριγύρω. Ύπουλος τρόπος, ύπουλος με την καλή έννοια, ύπουλος ως αντίθετος του διδακτισμού και της εύκολης θεωρίας. Τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, δεν χρειάζεται να το λέμε και να επιχειρούμε διαρκώς να το δείξουμε.

Τελειώνοντας το κείμενο αυτό, διαβάζοντάς το ξανά, διακρίνω διάφορες απαντήσεις στα ερωτήματά μου. Δεν ξέρω τι περίμενα, ούτε τώρα που ξέρω τι βρήκα, γιατί ίσως και να μη βρήκα, όχι σε μορφή διακριτή τουλάχιστον. Δεν θα συμφωνήσω με το αντιπαθητική, παρότι εξαρχής τη φόρτωσα με ένα προνόμιο που εκείνη ποτέ δεν αρνήθηκε, το αντίθετο μάλιστα συνέβη, διαρκώς επέστρεφε και το υπενθύμιζε στον αναγνώστη, εκείνη το είχε πάντοτε κατά νου, ζούσε μαζί του και εξαιτίας του. Δεν θα συμφωνήσω ούτε με τα περί λευκού φεμινισμού, συνεχίζοντας τα περί προνομίου λόγια, δεν θα συμφωνήσω γιατί για μένα το Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης δεν ήταν κάποιου είδους έκκεντρο μανιφέστο, σε κανένα επίπεδο, ούτε μια υπαρξιακή κραυγή, ήταν, θέλω να πω, κάτι πέρα από το απλό με νοιάζει δεν με νοιάζει, η λογοτεχνία, για μένα, διαθέτει μια πολυχρησία, ακριβώς γιατί καταστατικά ορίζει ως στόχο την πλήξη της μονοσημίας.

Οπότε συνοψίζοντας: δεν έχω πολλές ή ικανές απαντήσεις για την ανάγνωση αυτή, ο τρόπος της με κέρδισε και με υπέταξε, το κρατάω αυτό, το μου άρεσε δεν μου άρεσε είναι ένα πολύ απλοϊκό και ενοχλητικά εγκλωβιστικό δίπολο, δεν θα περιέγραφε σε καμία περίπτωση την εμπειρία αυτή. Όσο για το hype, μη μου μιλάτε παρακαλώ γι' αυτό, ευχαριστώ.

υγ. Μίλησα για το Στα τέσσερα και για το I love Dick, περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ, αντίστοιχα.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Ψυχογιός

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή - Joan Didion

(Η χρονιά της μαγικής σκέψης, για χρόνια εξαντλημένη κυκλοφορεί ξανά σε νέα μετάφραση, να μια καλή αφορμή για το κείμενο αυτό.) 

Τέσσερα χρόνια πριν, διάβασα ένα βιβλίο που έμελλε να αποδειχτεί καθοριστικό στον μηχανισμό της μνήμης, που, άγνωστο τις περισσότερες φορές πώς, επιτρέπει σε μια παλιά μυρωδιά να αναδυθεί και να καταλάβει τον χώρο, κάτι σαν την προυστική μαντλέν, το βιβλίο αυτό ήταν το αυτοφροντιστικό ή αυτοβοηθητικό Η χρονιά της μαγικής σκέψης, εκεί όπου η Ντιντιόν αφηγείται τον πρώτο χρόνο μετά την απώλεια του συζύγου της, βιβλίο που δυστυχώς δεν διαβάστηκε όσο του αναλογούσε και πλέον είναι εξαντλημένο. Η εγγύτητα και η διαχείριση του πένθους που ο θάνατος εγείρει, η ανάγνωση ως επαφή με την ανθρώπινη εμπειρία, η διαπλάτυνση μέσω της χαρτογράφησης των ποικίλων ατομικών οδών, η σύνθεση ενός περίπλοκου και χαοτικού οδικού χάρτη. Δεν ξέρω αν σχετίζεται με τη βάδιση στη μέση ηλικία αλλά τον τελευταίο αρκετό καιρό υποκύπτω σε αυτό το φλερτ, μια επιθυμία για κάτι ακόμα του ενός ή της άλλης συγγραφέα γεννιέται, βρίσκομαι να ψάχνω βαθιά στα ράφια, στην καλύτερη περίπτωση, ή στα άδυτα της επικράτειας των μεταχειρισμένων.

Τελευταία φορά που συνειδητά «επέστρεψα» σε εκείνο το βιβλίο ήταν όταν μια κοπέλα, που πρόσφατα έχασε τον πατέρα της, μου το ζήτησε στο βιβλιοπωλείο, ένα κοινό εμβαδό απλώθηκε αναμεταξύ μας, το δικό της βίωμα και η δική μου ανάγνωση, σχεδόν απολογητικά της είπα πως το βιβλίο δεν κυκλοφορεί πια, η εισαγωγή του πρωτότυπου θα απαιτούσε πάνω από ένα μήνα, ας το αφήσουμε, θα δω τι θα κάνω, είπε, και εγώ πίστεψα πως άκουσα μια ελπίδα, σ' ένα μήνα ίσως να είναι αργά, πίστη που αρχικά προσημοποιήθηκε με συν, θα είμαι καλά, αργότερα με πλην, δεν έχω έναν μήνα, έμεινε να αιωρείται αμφίσημη εν τέλει. Εκείνη έφυγε και εγώ, αφού πρώτα αναρωτήθηκα σε ποιο να χάρισα το βιβλίο αυτό έχοντας την ανάγκη να νιώσω πως μια σύντομη ανάκτηση θα ήταν εφικτή, όμως δεν τα κατάφερα, έμεινα να αναζητώ κάποιο άλλο δικό της βιβλίο, ο,τι πιο κοντινό δηλαδή στην ικανοποίηση της πρόσφατης —ξαφνικής και αναπάντεχης, καθηλωτικής— ανάγκης μου. Το 1985, σε μετάφραση Έλλης Μαρμαράς και από τις εκδόσεις Οδυσσέας, κυκλοφόρησε το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή. Ήμουν δύο ετών τότε.

Δεν ήταν με λίγα φορτωμένη η ανάγνωση αυτή παρότι δεν ήξερα τίποτα για το βιβλίο αυτό. Ένας φλου ορίζοντας προσδοκιών αναπτύχθηκε καθώς η ανάγκη για την αναβίωση ενός γνώριμου συναισθήματος κατά την ανάγνωση κυριαρχούσε.

«Μάρτυράς της εγώ. Αυτό θα μεταφραζόταν seré su testigo, και δε θα το βρείτε στο ταξιδιωτικό σας βιβλιαράκι με τους χρήσιμους διαλόγους γιατί δεν πρόκειται για πρόταση χρήσιμη στο φρόνιμο ταξιδιώτη.

Να τι έγινε: άφησε έναν άντρα, άφησε κι ένα δεύτερο. Ταξίδεψε πάλι με τον πρώτο· τον άφησε να πεθάνει μόνος. Έχασε ένα παιδί από την "ιστορία" και ένα άλλο από επιπλοκές (μεταφέρω της εκτιμήσεις άλλων), φαντάστηκε πως θα ήταν ικανή να απαλλαγεί απ' αυτές της τις αποσκευές και ήρθε στην Μπόκα Γκράντε, για τουρισμό. Una turista. Έτσι είπε. Στην πραγματικότητα ήρθε περισσότερο ως προσωρινή κάτοικος παρά ως τουρίστρια, αλλά δεν έκανε αυτή τη διάκριση.

Δεν έκανε όσες διακρίσεις χρειάζονταν. Έζησε τη ζωή της σαν την ονειρευόταν. Πέθανε ελπίζοντας. Εν περιλήψει. Τη μάθατε λοιπόν την ιστορία».

Σκέφτομαι συχνά πως μια καλή περιγραφή του μυθιστορήματος, αλλά και του γιατί μας αρέσει να τα διαβάζουμε, είναι πως πρόκειται για την αφήγηση μιας ιστορίας που θα μπορούσε να δοθεί σε ελάχιστες γραμμές και όμως ο συγγραφέας την απλώνει σε σελίδες επί σελίδων και εμείς συχνά δεν θέλουμε να τελειώσει, όχι ακόμα τουλάχιστον. Και αν η ανυπομονησία χαρακτηρίζει τους μη πιστούς, δεν είναι το αντίθετό της, αλλά το μάγεμα, εκείνο που παρασύρει τους πιστούς, που δεν παύουν να γυρεύουν την επόμενη ιστορία, όπως κάποτε καθισμένοι γύρω από τη φωτιά, κάτω από τον έναστρο ουρανό. Η Ντιντιόν, μέσω της αφηγήτριας της, Γκρέις Στράσερ-Μεντάνα, μιας ανθρωπολόγου που παρότι έχει πια χάσει την πίστη της στην ίδια της τη μέθοδο ταξιδεύει συχνά ανά τον κόσμο, μοιάζει να δίνει τη δυνατότητα στον βιαστικό αναγνώστη να ικανοποιηθεί πως έμαθε και αυτή την ιστορία, με το ελάχιστο ενδιάμεσα στη γέννηση και τον θάνατο, τώρα μπορεί να αποχωρήσει όπως ο τουρίστας που επισκέφθηκε με οργανωμένη εκδρομή ένα εξωτικό μέρος και τώρα δεν σταματά να αφηγείται με ύφος ταξιδιώτη τις εμπειρίες του, έχοντας χώσει την πινέζα στον χάρτη, τσέκ, τα ξέρει όλα πια.

Η Μπόκα Γκράντε, το Μεγάλο Στόμα, είναι η πρωτεύουσα μιας φανταστικής κεντροαμερικανικής χώρας, εκεί που ταξίδεψε η Σάρλοτ, ένα επεισόδιο σε εκείνη τη ζωή που η ίδια αντιμετώπιζε ως μια ιστορία παρατεταμένου πάθους, γνωρίστηκε και συνδέθηκε με διάφορους Βορειοαμερικανούς, ο καθένας εκεί για δικό του λόγο, είμαστε στη δεκαετία του '70, οι Ηνωμένες Πολιτείες πότε λιγότερο και πότε περισσότερο πατάνε το πόδι τους στα νότια, μπλέκονται με την πολιτική, ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις, στήνουν και υποστηρίζουν πραξικοπήματα, απομυζούν φυσικούς πόρους, έχουν στα χέρια τους το πολύτιμο διαβατήριο που θα τους επιτρέψει να πάρουν το τελευταίο αεροπλάνο πριν η κατάσταση βγει εκτός του ελέγχου τους.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες αντιλήφθηκα πως το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή ετοιμαζόταν να πάρει τη θέση του σε μια ειδική κατηγορία αναγνωστικού ενδιαφέροντος, εκεί όπου στέκουν στην κορυφή ο Μπόουλς, ο Γκριν και ο Λόουρυ, γεννημένοι όλοι τους στις αρχές του περασμένου αιώνα, που στο επίκεντρο της λογοτεχνίας τους στέκει αυτό το ιδιότυπο ταξιδιωτικό-μεταποικιακό είδος λογοτεχνικής γραφής, λευκοί που βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά από τις πατρίδες τους, ταξιδιώτες από απόλαυση ή επαγγελματική υποχρέωση, με ευγενείς ή οχί προθέσεις, αποτελούν έμμεσα ή άμεσα το μακρύ χέρι των ισχυρών χωρών σε εκείνα τα εξωτικά μέρη, εξωτικά για να μην πουν υπανάπτυκτα, ενώ οι αποικίες σιγά σιγά παραδίνονται, ποικίλως πώς, στους αυτόχθονες, η εκμετάλλευση αλλάζει πρόσωπο, η πολιτική γίνεται πια αλλιώς, τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Η έννοια του ξένου, του ταξιδευτή που στις αποσκευές του μεταφέρει πράγματα ανοίκεια για τον τόπο, τις δικές του ιδέες και απόψεις, τον τρόπο να ζει, ανάμεσα σε τόσα άλλα, και βρίσκεται σε εκείνα τα μέρη, συγχρωτίζεται κυρίως με ομοίους του, φέρει διαρκώς και εμφανώς ένα προνόμιο που κατά τη δεδομένη περίοδο έχει ισχύ, γίνεται δεκτός από φόβο ή φιλοδοξία χρήματος, με όρους ιδιότυπου κατακτητή, υποτέλεια και αντάρτικο, τα μάτια των ντόπιων, έστω και φαινομενικά χαμηλωμένα, πάντα στραμμένα στον ξένο. Και η λογοτεχνία αυτή, όχι πρόδηλα και αποκλειστικά πολιτική, αναδεικνύει κάτι νέο, που η παλιά λογοτεχνία δεν το έκανε, εγείρει, θέλω να πω, την αμφιβολία σε σχέση με την παλιότερη βεβαιότητα για το πώς είναι και (πρέπει να) λειτουργεί ο κόσμος έξω και πέρα από τα σύνορα της δικής μας πραγματικότητας. Τα πρόσωπα διαλύονται μέσα σε αυτό το άγνωστο περιβάλλον, βυθίζονται στην εκεί συνθήκη, απολύουν τις βεβαιότητες και τις σταθερές τους, οι οποίες τίθενται εν αμφιβόλω, ακόμα και όχι σε συνειδητό επίπεδο, η πολυσημία και η συνθετότητα του κόσμου απλώνεται μπροστά τους.

Το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή αποδεικνύεται πειστικό σε κάτι που θα μπορούσε η συγγραφέας του να αποδειχτεί πειστική και αυτό έχει να κάνει με τη ματιά του ξένου, με τη συνθήκη της παρουσίας μακριά από το γνώριμο, έγκαιρα και φαινομενικά αποκωδικοποιημένο κόσμο, πειστικό για αυτό το βύθισμα στη νέα συνθήκη. Αυτός είναι ένας κόσμος υπό εξαφάνιση, τώρα πια η αποεξωτικοποίηση είναι σε πλήρη ανάπτυξη, κάθε γωνιά έχει πατηθεί και γίνει προσβάσιμη στην κίνηση του τουρισμού και της επιχειρηματικότητας, οι κώδικες γίνονται ολοένα και πιο κοινοί, η φούσκα στην οποία θα τοποθετηθεί ο κάθε επόμενος εκπατρισμένος αποδεικνύεται ολοένα και πιο ασφαλής στη διάρρηξή της, τώρα πια ούτε τα προσχήματα τηρούνται, πηγαίνουμε για να επιβάλλουμε, να δείξουμε, να τους πάρουμε μέτρα για το βεστιάριο της ομοιομορφίας.

Ο αφηγηματικός τρόπος της Ντιντιόν, η κατακερματισμένη χρονικά αφήγηση, τα διάφορα επεισόδια που διαπλέκονται, η προγραμματική σύγχυση που αποτυπώνει καθοριστικά το πώς η αφηγήτρια με τον καιρό περισυνέλλεξε αλλά και φαντάστηκε, γεμίζοντας τα όποια κενά, κατασκευάζοντας την ιδιότυπη αυτή βιογραφία, που, χωρίς φωνές και φανφάρες, είναι σαφέστατα πολιτική, σύγχρονη της εποχής και της κατάστασης που επικρατούσε τότε στον διαιρεμένο κόσμο αποτελούμενο από υπερδυνάμεις και μάχη για διαπλάτυνση των ζωνών επιρροής, ένας κόσμος ακόμα ευμετάβλητος και άρα ανοιχτός στην ελπίδα για κάτι καλύτερο. 

Τι και αν κάτι άλλο φαινομενικά γύρευα στην ανάγνωση, το απόλαυσα το βιβλίο αυτό, η εξ αρχής κατάρρευση του ορίζοντα προσδοκιών και η ανάδειξη ενός νέου εντελώς διαφορετικού ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη.

υγ. Λίγο namedropping: Για το Η χρονιά της μαγικής σκέψης εδώ, για το Ψηλά πάνω από τον κόσμο εδώ, για το Κάτω από το ηφαίστειο εδώ και για τους Θεατρίνους εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Έλλη Μαρμαρά
Εκδόσεις Οδυσσέας 

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

American darling - Russell Banks

(αύριο κυκλοφορεί Το μαγικό βασίλειο του σπουδαίου Ράσελ Μπανκς, πέρυσι το καλοκαίρι διάβασα το εξαντλημένο δυστυχώς American darling, να μια ευκαιρία να ανεβεί αυτό το κείμενο) 

Επιστροφή στο νησί, δύο χρόνια μετά, στο φιλόξενο σπίτι. Μια από τις τελετουργίες η επανεξέταση της βιβλιοθήκης, τι προστέθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, πώς αναδιαμορφώθηκε, τι θα δανειζόμουν, πόσο άλλαξα από την τελευταία φορά, οι βιβλιοθήκες είναι καθρέφτης. Τον Ράσελ Μπανκς τον γνώρισα αργά, ο Κ. είχε επιμείνει να διαβάσω Το γλυκό πεπρωμένο, τον ευγνωμονώ συχνά πυκνά (και) γι' αυτό. Το Oh, Canada ήταν ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα πέρυσι. Στη θέα του American darling δεν αντιστάθηκα, ήταν πρωί, το προηγούμενο βράδυ είχα τελειώσει τα υπέροχα Φωτεινά μονοπάτια της σπουδαίας Μάργκαρετ Ντραμπλ, γύρευα επόμενο βιβλίο, το είχα βρει, βγήκα στο μπαλκόνι.

Μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση ποταμός, μια τεράστια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος, χρωστούμενα που ζητάνε την ικανοποίησή τους, κομμάτια που σιγά σιγά ενώνονται για να δώσουν μια πλήρη εικόνα της ζωής της Χάνα Μάσγκρεϊβ, που πλέον διευθύνει μια μεγάλη φάρμα πίσω στην αμερικανική επαρχία μετά από χρόνια που έζησε στη Λιβερία, ένας απολογισμός ζωής.

Ένας τέτοιος απολογισμός ελάχιστη αιτιοκρατία μπορεί να προσφέρει, μια άναρχη διαδοχή γεγονότων και καταστάσεων, εκεί που στην ιστορία ενός μικρού αφρικανικού κράτους διακλαδώνεται η ατομική ιστορία μιας Αμερικάνας, που βρέθηκε στην Αφρική εγκαταλείποντας τη χώρα της στην οποία ήταν καταζητούμενη λόγω της πολιτικής της δράσης, γόνος μιας εύπορης οικογένειας με πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση σε μια περίοδο που το καζάνι έβραζε, που ένα καλύτερο αύριο ήταν υπό διεκδίκηση, όταν ακόμα η παρτίδα ήταν ανοιχτή σε όλα τα αποτελέσματα, εκείνη άλλαξε όνομα, απέκτησε διαβατήριο, διέφυγε στην Αφρική, πέρασε τα σύνορα της Λιβερίας, γνώρισε, ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια με έναν υπουργό του τότε αμερικανόφιλου δικτάτορα, είδε τα κόζια να αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη ζωή της εκεί, για να επιστρέψει ξανά εκεί από όπου έφυγε, κάποιες στιγμές ο προσανατολισμός απολύεται. Και ανάμεσα σε όλα, σε περίοπτη θέση οι χιμπατζήδες, οι ονειρευτές όπως εκείνη τους αποκαλούσε.

Φιλόδοξο και χορταστικό, να μια συνοπτική αποτίμηση. Είναι το τρίτο βιβλίο του Μπανκς που διαβάζω, το πλέον φιλόδοξο όλων, το πλέον μαξιμαλιστικό, το πλέον σύνθετο στην κατασκευή, τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς τη μορφή. Μια ιστορία μυθοπλασίας που αποτελείται από κομμάτια πραγματικότητας, το αληθοφανές ως προσδιορισμός δεν είναι αρκετός, εδώ έγκειται ο συγκλονισμός της πλοκής, όχι στη φαντασία του συγγραφέα, αλλά στον τρόπο σύνθεσης διάφορων υποϊστοριών, πραγματικών συμβάντων, ώστε να παραχθεί μυθοπλασία, λογοτεχνία υψηλής στάθμης και όχι απλώς ένα άλμπουμ από διαφάνειες της αφρικανικής ιστορίας, της νέας μορφής της αποικιοκρατίας μετά τη φαινομενική λήξη της με την ανεξαρτητοποίηση χωρών όπως η Λιβερία.

Και για να λειτουργήσει όλος αυτός ο μηχανισμός σύνθεσης η Χάνα, ως κυρίως πρόσωπο της πλοκής, αλλά ταυτόχρονα και αφηγηματικό υποκείμενο, οφείλει να είναι πειστική, πειστικός και ο τρόπος με τον οποίο το σώμα της μεταποιήθηκε κάτω από την πίεση της ιστορίας, των συμβάντων και των γεγονότων που ξεπερνούν το ανθρώπινο, η βαριά μπότα που αδιαφορεί για το πού πατάει, τα όρια που ξεπέρασε χωρίς να ξέρει πώς, είπαμε, εδώ η αιτιοκρατία αδυνατεί να ανταποκριθεί. Και ο Μπανκς, άψογα, κατασκευάζει τη Χάνα με κατάλληλες δόσεις ποικιλομορφίας, μια σύνθεση από ζεύγη αντιθέτων, μια αντίστιξη ανθρώπινη ακόμα και σε καταστάσεις μη ανθρώπινες, ένα πρόσωπο τσαλακωμένο αλλά ζωντανό που στο τέλος της διαδρομής αναθυμάται και ανασυνθέτει το μονοπάτι, απίστευτο πώς, έφτασε ως εδώ, χωρίς να χάνει το μέγεθος που αναλογεί στο ανθρώπινο, χωρίς να υπερβαίνει την ιστορία, χωρίς να την ελέγχει, χωρίς να την κατανοεί πλήρως, χωρίς να νιώθει ηρωικά, χωρίς την ανάγκη να απολογηθεί ή να διδάξει, απλά να ανασυνθέσει, αυτή η ανάγκη της είναι που προσδίδει την πειστικότητα, παρέα με την άγνοια, την τυχαιότητα, τις τύψεις, την παραδοχή πως κυρίως ακολούθησε τη ροή των γεγονότων, την ανάγκη για ύπαρξη δρόμων μονής και υποχρεωτικής κατεύθυνσης, το μέγεθός της, το ελάχιστο αποτύπωμα στην ιστορία, ένας αδιάφορος παραπόταμος.

Παρότι το εγώ κυριαρχεί αφηγηματικά, παρότι η Χάνα είναι διαρκώς παρούσα στην αφήγηση, δεν υπερβαίνει την ιστορία, είναι ένα απλό πιόνι, ασχέτως αν διατηρήθηκε σε μεγάλο μέρος της παρτίδας στο ταμπλό, ασχέτως αν φαινομενικά κάποιες στιγμές οι κινήσεις της έμοιαζαν να είναι σημαντικές για την κατάληξη, δεν ήταν. Σκέφτομαι πως σε ένας αντίστοιχης θεματικής μυθιστόρημα, χαμηλής στάθμης, η Χάνα θα υπερέβαινε την ιστορία, είναι σαν να διαβάζω το οπισθόφυλλο: μια απλή γυναίκα που υπερέβη την ιστορία· έτσι θα έλεγε ο κειμενογράφος και έτσι θα ήταν, αλλά αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα μια κακή λογοτεχνία, απόπειρα εντυπωσιασμού, ακόμα και αν επρόκειτο για αληθινή ιστορία, για πραγματικό πρόσωπο, ακόμα και έτσι θα ήταν κίβδηλο και διόλου πειστικό. Άλλωστε, αν επιχειρήσει κανείς να κατατάξει ειδολογικά το American darling, αναπόφευκτα θα το κατέτασσε στο ιστορικό μυθιστόρημα, λογοτεχνικό είδος που πάσχει από διάφορες παθογένειες εν γένει, υβρίδιο καθώς είναι, μια απόπειρα μίξης, διαδεδομένη δυσανάλογα με τη δυσκολία στην υλοποίηση.

Ταυτόχρονα, και ευφυώς, ωστόσο, ο Μπανκς αναμειγνύοντας το ατομικό στο συλλογικό, καταφέρνει να δώσει τη μεγάλη εικόνα υπό το πρίσμα της ατομικής εμπλοκής, η Χάνα ως υποκείμενο και η Χάνα ως παρατηρήτρια, προσφέροντας έτσι μια προσομοίωση του μεγέθους, ασύλληπτου κατά τα άλλα, παρά μόνο με όχημα την ατομική ιστορία μέσα στο πυκνό κυκλοφορικό σύστημα. Θα ήταν αφελές και μειωτικό κάποιος αναγνώστης-κριτικός να ισχυριστεί πως ο Μπανκς καταφέρνει να αποδώσει με ακρίβεια την πρόσφατη ιστορία της Λιβερίας, κάτι τέτοιο θα ήταν ενάντιο στη συγγραφική πρόθεση, μια προσομοίωση μόνο θα μπορούσε να είναι και αυτό είναι, ένα εμβαδό στο οποίο μπόρεσε να στήσει μια σύνθετη, σε μέτρα ανθρώπινα ωστόσο, πλοκή, τη ζωή της Χάνα, μια σύνθεση που όσο σύνθετη και να μοιάζει, δεν είναι παρά μια απλοποιημένη υποεκδοχή της μεγάλης εικόνας, μια παράδοξη και ιδιότυπη δήλωση άγνοιας, μια παραδοχή του πεπερασμένου της ατομικής αντίληψης ακόμα και από ένα τέτοιο λογοτεχνικό μυαλό, όπως αυτό του Μπανκς.

Όπως, επίσης, μειωτικό θα ήταν να ισχυριστεί κάποιος πως το μυθιστόρημα είναι ένα κατηγορώ απέναντι στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, μειωτικό γιατί θα ήταν απλοϊκό και προφανές, ένα στρατευμένο μυθιστόρημα που θα αναδείκνυε τον βρώμικο ρόλο της υπερδύναμης, ο Μπανκς διαθέτει και πετυχαίνει μεγαλύτερη φιλοδοξία από το απλοϊκό και προφανές, εδώ, είπαμε, έχουμε να κάνουμε με λογοτεχνία από το ψηλό ράφι.

Χορταστικό και φιλόδοξο, κατά διαστήματα φρικώδες αλλά καθηλωτικό, το American darling δύσκολα μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, δυστυχώς εξαντλημένο, γαμώτο.

υγ. Προηγήθηκαν: Το γλυκό πεπρωμένο (εδώ) και το Oh, Canada (εδώ).
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Τάκης Κιρκής
Εκδόσεις Πόλις