Σάββατο, 18 Ιουλίου 2020

Private life (2018)




Λίγο μετά τα τριάντα πέντε, ολοένα και περισσότερο μοιάζει οι άνθρωποι να χωρίζονται σε γονείς και μη γονείς. Είναι η στιγμή που η σύσταση/παραίνεση/συμβουλή -αδιακρισία όπως και αν έχει- να κάνεις παιδί δραπετεύει από τα οικογενειακά τραπέζια -Χριστουγέννων, Πάσχα  και λοιπών εορτών- και ξαμολιέται σε μπάρες, γυμναστήρια, καταστρώματα πλοίων και λοιπά μέχρι πρότινος ασφαλή ως προς την τεκνοποιία τουλάχιστον μέρη. Ασχέτως των λόγων για τους οποίους κανείς επιθυμεί να γίνει γονιός αυτό παραμένει κάτι το οποίο αποτελεί προσωπική απόφαση μάξιμουμ δύο ατόμων. Στη θεωρία. Επίσης μετά τα τριάντα πέντε εμφανίζεται -θαρρείς ξαφνικά, αν και επιστημονικώς αναμενόμενα- η υπογονιμότητα, θέμα προβληματισμού και αγωνίας στις καθημερινές εκμυστηρεύσεις -αφού παραμένει θέμα ταμπού και δικαίως- μεταξύ φίλων. Διάφοροι όροι, γυναικολογικοί, ανδρολογικοί και μη παρελαύνουν. Μια κοινωνία που έχει περιχαρακωθεί γύρω από το -κατάπτυστο- τρίπτυχο -αρνούμαι και να το γράψω- δεν αποτελεί ένα φιλόξενο μέρος για εκείνους που -για τον οποιοδήποτε λόγο- δεν αναπαράγονται. Και όσο οι απόπειρες -μέσω της επιμονής, της τεχνητής γονιμοποίησης ή του λαβύρινθου της υιοθεσίας- βρίσκουν τοίχο τόσο οι σχέσεις δοκιμάζονται. Το Private life, σε σενάριο-σκηνοθεσία Tamara Jenkins (βλ. Savages, που με την ευκαιρία σημείωσα να δω ξανά με την πρώτη ευκαιρία), πραγματεύεται ακριβώς αυτό. Η Ράσελ (Kathryn Hahn) και ο Ρίτσαρντ (Paul Giamatti), μετά από χρόνια αναβολών, επιθυμούν να αποκτήσουν ένα παιδί. Η ηλικία δεν είναι πια σύμμαχός τους, οπότε η καταφυγή στη λύση της τεχνητής γονιμοποίησης ή της υιοθεσίας αποτελεί μονόδρομο. Η μανία με την απόκτηση παιδιού, αργά και σταθερά, θέτει σε κίνδυνο την ίδια τη σχέση.

Μέσα σε ένα παράλληλο σύμπαν γραφειοκρατίας, ορολογίας και κόστους, οι δυο τους προσπαθούν να διατηρήσουν κάποια ισορροπία. Εδώ έγκειται και το ενδιαφέρον της καλογυρισμένης αυτής ταινίας, στη σχέση των δύο, στις δυναμικές που αναπτύσσονται, σε αυτό το ψυχολογικό τρενάκι που μια τους ανεβάζει στις κορυφές της ελπίδας και μια τους πετάει στα τάρταρα της ματαιότητας. Η ταινία θίγει ένα θέμα ταμπού, ακόμα και για το ίδιο το ζευγάρι, ένα "ποιος φταίει;" αιωρείται στον αέρα αναπόφευκτα. Εδώ, εκτός από ελπίδες και λοιπά συναισθήματα διακυβεύονται τζίροι εκατομμυρίων, ένα εμπόριο ελπίδας, μια βιομηχανία ολάκερη. Το σενάριο της Τζένκινς παρά την όποια ελαφρότητα -μάλλον δικαιολογημένη σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο- επιτυγχάνει να αποδώσει το χάος μέσα στο οποίο το ζευγάρι κινείται. Η απόκτηση ενός παιδιού γίνεται αυτοσκοπός που βάλλει εναντίον και των δύο, ιδιαίτερα σε βάρος της Ράσελ που υπόκειται σε όλες αυτές τις ορμονοθεραπείες. Σε κάποια στιγμή, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, μετά από μια ακόμα αποτυχημένη απόπειρα συζητούν, ο Ρίτσαρντ, επιχειρώντας μια λογική προσέγγιση, αναφέρεται στην ανύπαρκτη σεξουαλική τους ζωή, κάτι το οποίο κάνει έξαλλη τη Ράσελ, καθώς αντιλαμβάνεται την αναφορά του Ρίτσαρντ στο μη σεξ ως μια παρατήρηση άσχετη με το ζητούμενο της απόκτησης ενός παιδιού, ως μια ηδονιστική άκαιρη απαίτηση κάποιου που σκέφτεται μόνο το σεξ, σκηνή στην οποία κορυφώνεται ο παραλογισμός μέσα στον οποίο κινείται το ζευγάρι, αναδεικνύοντας την τύφλωση που επιφέρει ο αυτοσκοπός. 

Το σενάριο χωρίς το συγκεκριμένο πρωταγωνιστικό δίδυμο δεν θα λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο. Τόσο η Χαν όσο και ο Τζιαμάτι -ιδιαίτερη αδυναμία- είναι απολαυστικοί. Το Private life θα μπορούσε να προσεγγιστεί συμπληρωματικά με το Marriage story. Οι τέσσερις χαρακτήρες έχουν πολλά κοινά ως προς τη στάση απέναντι στη ζωή, τις αποφάσεις, τις επαγγελματικές ανησυχίες, την εναλλακτικότητα, καθώς είναι ιδιαίτερα προοδευτικοί και απομακρυσμένοι από τη βαθιά, συντηρητική Αμερική. Έχει ενδιαφέρον να δει κανείς πώς ένα μη παιδί κρατάει ενωμένο το ζευγάρι, ενώ στην άλλη περίπτωση το παιδί μετατρέπεται από συνδετικός ιστός σε λάφυρο. Το νεοϋορκέζικο σινεμά, αυτό που συνήθως αποκαλείται ανεξάρτητο, δίνει συχνά το πάτημα στους -Ευρωπαίους κυρίως- κατήγορους να του προσάψουν επιφανειακότητα. Εκτός από τη διαφορετική κουλτούρα που πρέπει να ληφθεί υπόψη, πιστεύω πως θα έπρεπε να προσεγγίσει κανείς ταινίες όπως αυτή με όρους ρεαλιστικής αποτύπωσης της καθημερινότητας. Είναι ιστορίες απλών ανθρώπων, που δεν διαθέτουν τίποτα το ηρωικό, συχνά δε κινούνται και στον αντίποδα αυτού, και, επειδή μοιάζουν βγαλμένες από τις δικές μας ζωές, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο (ποιος για παράδειγμα δεν έχει στον περίγυρό του ζευγάρι που παλεύει να αποκτήσει παιδί ή, ακόμα πιο σύνηθες, ένα ζευγάρι που σκοτώνεται για τους όρους ενός διαζυγίου;), είναι κάπως άδικο να αντιμετωπίζονται με επικριτική διάθεση. Επίσης, σε ένα τόσο σύνθετο περιβάλλον, όπως εκείνο της ζωής στη Νέα Υόρκη, είναι αναμενόμενο τα περισσότερα πράγματα να γίνονται βιαστικά και χωρίς ιδιαίτερη τριβή, και όταν λέω πράγματα δεν εννοώ τις ταινίες αλλά τη ζωή την ίδια.

Συζητώντας για το Marriage story, μιας και αναφέρθηκα σε αυτό, κατέληξα στο -εν πολλοίς αυθαίρετο ίσως- συμπέρασμα πως ήταν ένα συναίσθημα φόβου εκείνο που ωθούσε αρκετούς να εκφράσουν με πάθος την απόρριψή τους, μια άρνηση να αντικρίσουν μια υπαρκτή πλευρά της πραγματικότητας. Ο ρεαλισμός στην τέχνη -και ιδιαίτερα στην ψηφιακή εποχή- έχει, έτσι και αλλιώς, μια υπόνοια από ντοκιμαντέρ, γεγονός το οποίο συχνά ξενίζει εκείνους που αναζητούν μια αποσύνδεση από τη γύρω πραγματικότητα. Αυτό βέβαια σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως η κάθε ταινία που θίγει ένα σύγχρονο ζήτημα αποτελεί πρωτοπορία, ή πως a priori πρέπει να θεωρείται αριστούργημα. Υπάρχει μια σκηνή δείπνου με αφορμή την Ημέρα των Ευχαριστιών, όπου δεκαπέντε με είκοσι μέλη της οικογένειας βρίσκονται γύρω από το τραπέζι, σκηνή που μυρίζει μπαρούτι και φέρνει στον νου του θεατή την Οικογενειακή γιορτή του Βίντενμπεργκ. Είναι ένα καλό σημείο αυτό για να σταθεί κανείς και να παρατηρήσει τις δύο όχθες του Ατλαντικού, σε ένα σινεμά που ομοιάζει αλλά έχει έναν χαρακτήρα πιο ήπιο, πιο ανάλαφρο, εκ φύσεως όμως και όχι χάριν ευκολίας. 

Το Private life, για να κλείσω κάπου το κείμενο, διαθέτει μιαν αλήθεια, και αυτό από μόνο του είναι σπουδαίο, διαθέτει και ένα καλό σενάριο, πράγμα που ολοένα και σπανίζει, διαθέτει και δυο εξαιρετικές ερμηνείες που δεν φωνάζουν για να ακουστούν, διαθέτει και Νέα Υόρκη αμακιγιάριστη, διαθέτει και Έλληνα διευθυντή φωτογραφίας (Χρήστος Βουδούρης) -κάτι που πάντα μου θυμίζει τον ήρωα ενός μυθιστορήματος που εναγωνίως αναζητούσε Έλληνες στους τίτλους τέλους των ταινιών στο σινεμά, και όταν εντόπιζε κάποιον πανηγύριζε, ακόμα και αν ήταν το best boy.

Το Private life είναι μια καλή ταινία.    


υγ. Για το Marriage story έγραφα περισσότερα σε ένα κείμενο που μπορείτε να βρείτε εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου