Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Η Στρατηγική του Πεκινουά - Alexis Ravelo

Το '24, ανάμεσα σε άλλα, διάβασα για πρώτη φορά κάποιο βιβλίο του Αλέξις Ραβέλο, συγκεκριμένα το Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση, που γεννήθηκε το 1971 στις Κανάριες Νήσους και πέθανε εκεί το 2023, πριν συμπληρώσει το τεσσαρακοστό δεύτερο έτος της σύντομης ζωής του, αφήνοντας πίσω του πλούσιο έργο ωστόσο, που ειδολογικά, στη μεγάλη του πλειοψηφία ανήκει στην ευρύτερη κατηγορία της αστυνομικής λογοτεχνίας. Και εκείνη η ανάγνωση αποδείχτηκε μια τεράστια απόλαυση σε μια πίστα από την οποία δεν προσδοκώ μεγάλες συγκινήσεις και απρόσμενες εκπλήξεις, εκείνη της νουάρ λογοτεχνίας, που την αγαπώ γιατί μου καλύπτει δεδομένες αναγνωστικές ανάγκες, αλλά δεν είμαι αυτό που κάποιος θα αποκαλούσε φανατικός θαυμαστής. Το σημείωσα το όνομά του, προς μελλοντική χρήση.

Και μια δύσκολη, πιεσμένη περίοδο, που υστερούσε σε χρόνο και φυσική κατάσταση, τράβηξα από το ράφι το Η Στρατηγική του Πεκινουά. Διαστολή του χρόνου και περαιτέρω επιδείνωση της φυσικής κατάστασης, αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ανάγνωση αυτή, παρότι ο παράδοξα γοητευτικός και αρκούντως αντιηρωικός Ελάδιο Μονρόι απουσίαζε από τον κεντρικό ρόλο.

Το λογοτεχνικό μετερίζι που υπηρετεί ο Ραβέλο, περισσότερο ίσως από κάθε άλλο, διέπεται από συγκεκριμένες ειδολογικές αρχές. Αυτό το χαρακτηριστικό σε αρκετές περιπτώσεις αποδεικνύεται ασφυκτικό, οι συγγραφείς επιχειρούν να ανακατέψουν την τράπουλα, ποντάροντας συνήθως σε κάποιο εύρημα πρωτότυπο, μια ανατροπή μη αναμενόμενη, ελπίζοντας να εντυπωσιάσουν και να αποδειχτούν καινοτόμοι. Όμως, όπως συμβαίνει στο σύνολο της λογοτεχνίας, οι περισσότερες, αν όχι όλες, οι ιστορίες έχουν ειπωθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η άγρα εντυπωσιασμού επιστρέφει συχνά ως μπούμερανγκ και επιφέρει καίριο πλήγμα στη συνολική κατασκευή, που εξ αρχής οικοδομήθηκε με συγκεκριμένο, μη λογοτεχνικό, στόχο. Η διάκριση της λογοτεχνίας σε υποείδη είναι μια κατηγοριοποίηση που συμβαίνει για πλείστους λόγους, ωστόσο δεν αναιρεί την υπακοή στους βασικούς κανόνες της γραφής.

Δεν είναι δύσκολο ή παράτολμο να διακρίνει κανείς στον Ραβέλο έναν φανατικό της νουάρ/αστυνομικής λογοτεχνίας. Η γνώση του πεδίου είναι ένα σημαντικό, αναγκαίο χαρακτηριστικό, στο οποίο, ωστόσο, οφείλει να προστεθεί η συγγραφική ικανότητα, το γεγονός πως κάποιος διαβάζει λογοτεχνία δεν σημαίνει αυτόματα πως μπορεί και να γράψει, κλισέ το ξέρω, αλλά νιώθω την ανάγκη να το γράψω. Και στα δύο μυθιστορήματά του, ο τόπος παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι Κανάριες Νήσοι, νησιωτικό σύμπλεγμα στον Ατλαντικό Ωκεανό, ισπανικό έδαφος τεράστιας γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής σημασίας, απόρροια της περιόδου της αυτοκρατορίας, συνυφασμένο σήμερα με τον τουρισμό, λόγω του εξωτικού χαρακτήρα του και των σταθερών κλιματολογικών συνθηκών καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, δύσκολα, για κάποιον που τις επισκέπτεται ως ταξιδιώτης ή τις παρατηρεί από την ηπειρωτική Ευρώπη, θα μπορούσαν να θεωρηθούν πρόσφορο έδαφος για μια σκοτεινή και σκληρή ιστορία. 

Ο Ραβέλο, γέννημα θρέμμα του νησιού, γνωρίζει από πρώτο χέρι τη σκιά πίσω από τη λάμψη των τουριστικών καταλυμάτων, το παράνομο εμπόριο, τις μεταναστευτικές ροές, το ξέπλυμα χρήματος, την προστασία, τα τεράστια χρηματικά ποσά τα οποία διακινούνται σε αυτή τη σταγόνα γης. Έτσι, έχουμε δύο αρετές ευδιάκριτες, από τη μια η γνώση του πεδίου και η ικανότητα στην κατασκευή ιστοριών, από την άλλη τη χρήση του τόπου, που είναι συνυφασμένη με την αστυνομική λογοτεχνία, κυρίως το αστικό τοπίο, οι δύσκολες πλευρές του πολύβουου κέντρου και τα ακριβά μα έρημα προάστια. Ο συγγραφέας ωστόσο δεν επιθυμεί να γράψει έναν τουριστικό ή αντιτουριστικό οδηγό του νησιού, αλλά χρησιμοποιεί τον τόπο ως ένα ρεαλιστικό σκηνικό, δεν πέφτει έτσι στην παγίδα του εξωτισμού.

Λίγα λόγια για την υπόθεση θα βοηθούσαν: ο Ρούμπιο και η Κόρα, δύο φτωχοδιάβολοι που έχουν κουραστεί να πασχίζουν στο όριο του νόμου για την επιβίωση, αποφασίζουν να ρισκάρουν και να τα βάλουν με τα μεγάλα κεφάλια του οργανωμένου εγκλήματος, να ρίξουν μια τελευταία, καλή ζαριά που αν τους βγει θα τους επιτρέψει να κάνουν μια επανεκκίνηση.

Ο Ραβέλο δεν ποντάρει το σύνολο από τις μάρκες του στις ανατροπές και στην εξεζητημένη ιστορία, χωρίς αυτό να σημαίνει πως τα παραμελεί. Σχηματίζει ικανοποιητικά τους χαρακτήρες του, έτσι ώστε η επιθυμία και το κίνητρο του καθενός να μην ξενίζει, σκιαγραφεί το σκηνικό, αφήνοντας στον ωκεανό την απομόνωση του τόπου, δουλεύει καλά τις γύρω τριγύρω λεπτομέρειες, αναγκαίες για την κυρίως πλοκή, γράφει ένα καλό βιβλίο εντός των ειδολογικών περιορισμών, με γνώση και επιτέλεση των συγγραφικών προθέσεων, στον ρεαλισμό προσθέτει και το απαραίτητο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, προσφέροντας έτσι ένα απολαυστικό μυθιστόρημα, δύσκολο να το αφήσει από τα χέρια του ο αναγνώστης, ατμοσφαιρικό αλλά όχι με τρόπο βεβιασμένο, μια καλή ιστορία στο σύνολό της, με το κακό και το σκοτάδι να κυριαρχούν, χωρίς να επιβάλλονται.

Παρότι ο Ραβέλο κινείται εντός του είδους, το μυθιστόρημα αυτό δεν απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο στους λάτρεις, και αυτό είναι, στα μάτια μου, μια επιπλέον επιτυχία. Ένα απολαυστικό νουάρ μυθιστόρημα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για το Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για λογοτεχνία από τα Κανάρια Νησιά μπορείτε να τσεκάρετε τον έξοχο Σουπερόσαυρο εδώ, και το γλυκύτατο παρά την όποια σκληρότητά του Η κοιλιά του Γαϊδάρου εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή - Joan Didion

(Η χρονιά της μαγικής σκέψης, για χρόνια εξαντλημένη κυκλοφορεί ξανά σε νέα μετάφραση, να μια καλή αφορμή για το κείμενο αυτό.) 

Τέσσερα χρόνια πριν, διάβασα ένα βιβλίο που έμελλε να αποδειχτεί καθοριστικό στον μηχανισμό της μνήμης, που, άγνωστο τις περισσότερες φορές πώς, επιτρέπει σε μια παλιά μυρωδιά να αναδυθεί και να καταλάβει τον χώρο, κάτι σαν την προυστική μαντλέν, το βιβλίο αυτό ήταν το αυτοφροντιστικό ή αυτοβοηθητικό Η χρονιά της μαγικής σκέψης, εκεί όπου η Ντιντιόν αφηγείται τον πρώτο χρόνο μετά την απώλεια του συζύγου της, βιβλίο που δυστυχώς δεν διαβάστηκε όσο του αναλογούσε και πλέον είναι εξαντλημένο. Η εγγύτητα και η διαχείριση του πένθους που ο θάνατος εγείρει, η ανάγνωση ως επαφή με την ανθρώπινη εμπειρία, η διαπλάτυνση μέσω της χαρτογράφησης των ποικίλων ατομικών οδών, η σύνθεση ενός περίπλοκου και χαοτικού οδικού χάρτη. Δεν ξέρω αν σχετίζεται με τη βάδιση στη μέση ηλικία αλλά τον τελευταίο αρκετό καιρό υποκύπτω σε αυτό το φλερτ, μια επιθυμία για κάτι ακόμα του ενός ή της άλλης συγγραφέα γεννιέται, βρίσκομαι να ψάχνω βαθιά στα ράφια, στην καλύτερη περίπτωση, ή στα άδυτα της επικράτειας των μεταχειρισμένων.

Τελευταία φορά που συνειδητά «επέστρεψα» σε εκείνο το βιβλίο ήταν όταν μια κοπέλα, που πρόσφατα έχασε τον πατέρα της, μου το ζήτησε στο βιβλιοπωλείο, ένα κοινό εμβαδό απλώθηκε αναμεταξύ μας, το δικό της βίωμα και η δική μου ανάγνωση, σχεδόν απολογητικά της είπα πως το βιβλίο δεν κυκλοφορεί πια, η εισαγωγή του πρωτότυπου θα απαιτούσε πάνω από ένα μήνα, ας το αφήσουμε, θα δω τι θα κάνω, είπε, και εγώ πίστεψα πως άκουσα μια ελπίδα, σ' ένα μήνα ίσως να είναι αργά, πίστη που αρχικά προσημοποιήθηκε με συν, θα είμαι καλά, αργότερα με πλην, δεν έχω έναν μήνα, έμεινε να αιωρείται αμφίσημη εν τέλει. Εκείνη έφυγε και εγώ, αφού πρώτα αναρωτήθηκα σε ποιο να χάρισα το βιβλίο αυτό έχοντας την ανάγκη να νιώσω πως μια σύντομη ανάκτηση θα ήταν εφικτή, όμως δεν τα κατάφερα, έμεινα να αναζητώ κάποιο άλλο δικό της βιβλίο, ο,τι πιο κοντινό δηλαδή στην ικανοποίηση της πρόσφατης —ξαφνικής και αναπάντεχης, καθηλωτικής— ανάγκης μου. Το 1985, σε μετάφραση Έλλης Μαρμαράς και από τις εκδόσεις Οδυσσέας, κυκλοφόρησε το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή. Ήμουν δύο ετών τότε.

Δεν ήταν με λίγα φορτωμένη η ανάγνωση αυτή παρότι δεν ήξερα τίποτα για το βιβλίο αυτό. Ένας φλου ορίζοντας προσδοκιών αναπτύχθηκε καθώς η ανάγκη για την αναβίωση ενός γνώριμου συναισθήματος κατά την ανάγνωση κυριαρχούσε.

«Μάρτυράς της εγώ. Αυτό θα μεταφραζόταν seré su testigo, και δε θα το βρείτε στο ταξιδιωτικό σας βιβλιαράκι με τους χρήσιμους διαλόγους γιατί δεν πρόκειται για πρόταση χρήσιμη στο φρόνιμο ταξιδιώτη.

Να τι έγινε: άφησε έναν άντρα, άφησε κι ένα δεύτερο. Ταξίδεψε πάλι με τον πρώτο· τον άφησε να πεθάνει μόνος. Έχασε ένα παιδί από την "ιστορία" και ένα άλλο από επιπλοκές (μεταφέρω της εκτιμήσεις άλλων), φαντάστηκε πως θα ήταν ικανή να απαλλαγεί απ' αυτές της τις αποσκευές και ήρθε στην Μπόκα Γκράντε, για τουρισμό. Una turista. Έτσι είπε. Στην πραγματικότητα ήρθε περισσότερο ως προσωρινή κάτοικος παρά ως τουρίστρια, αλλά δεν έκανε αυτή τη διάκριση.

Δεν έκανε όσες διακρίσεις χρειάζονταν. Έζησε τη ζωή της σαν την ονειρευόταν. Πέθανε ελπίζοντας. Εν περιλήψει. Τη μάθατε λοιπόν την ιστορία».

Σκέφτομαι συχνά πως μια καλή περιγραφή του μυθιστορήματος, αλλά και του γιατί μας αρέσει να τα διαβάζουμε, είναι πως πρόκειται για την αφήγηση μιας ιστορίας που θα μπορούσε να δοθεί σε ελάχιστες γραμμές και όμως ο συγγραφέας την απλώνει σε σελίδες επί σελίδων και εμείς συχνά δεν θέλουμε να τελειώσει, όχι ακόμα τουλάχιστον. Και αν η ανυπομονησία χαρακτηρίζει τους μη πιστούς, δεν είναι το αντίθετό της, αλλά το μάγεμα, εκείνο που παρασύρει τους πιστούς, που δεν παύουν να γυρεύουν την επόμενη ιστορία, όπως κάποτε καθισμένοι γύρω από τη φωτιά, κάτω από τον έναστρο ουρανό. Η Ντιντιόν, μέσω της αφηγήτριας της, Γκρέις Στράσερ-Μεντάνα, μιας ανθρωπολόγου που παρότι έχει πια χάσει την πίστη της στην ίδια της τη μέθοδο ταξιδεύει συχνά ανά τον κόσμο, μοιάζει να δίνει τη δυνατότητα στον βιαστικό αναγνώστη να ικανοποιηθεί πως έμαθε και αυτή την ιστορία, με το ελάχιστο ενδιάμεσα στη γέννηση και τον θάνατο, τώρα μπορεί να αποχωρήσει όπως ο τουρίστας που επισκέφθηκε με οργανωμένη εκδρομή ένα εξωτικό μέρος και τώρα δεν σταματά να αφηγείται με ύφος ταξιδιώτη τις εμπειρίες του, έχοντας χώσει την πινέζα στον χάρτη, τσέκ, τα ξέρει όλα πια.

Η Μπόκα Γκράντε, το Μεγάλο Στόμα, είναι η πρωτεύουσα μιας φανταστικής κεντροαμερικανικής χώρας, εκεί που ταξίδεψε η Σάρλοτ, ένα επεισόδιο σε εκείνη τη ζωή που η ίδια αντιμετώπιζε ως μια ιστορία παρατεταμένου πάθους, γνωρίστηκε και συνδέθηκε με διάφορους Βορειοαμερικανούς, ο καθένας εκεί για δικό του λόγο, είμαστε στη δεκαετία του '70, οι Ηνωμένες Πολιτείες πότε λιγότερο και πότε περισσότερο πατάνε το πόδι τους στα νότια, μπλέκονται με την πολιτική, ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις, στήνουν και υποστηρίζουν πραξικοπήματα, απομυζούν φυσικούς πόρους, έχουν στα χέρια τους το πολύτιμο διαβατήριο που θα τους επιτρέψει να πάρουν το τελευταίο αεροπλάνο πριν η κατάσταση βγει εκτός του ελέγχου τους.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες αντιλήφθηκα πως το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή ετοιμαζόταν να πάρει τη θέση του σε μια ειδική κατηγορία αναγνωστικού ενδιαφέροντος, εκεί όπου στέκουν στην κορυφή ο Μπόουλς, ο Γκριν και ο Λόουρυ, γεννημένοι όλοι τους στις αρχές του περασμένου αιώνα, που στο επίκεντρο της λογοτεχνίας τους στέκει αυτό το ιδιότυπο ταξιδιωτικό-μεταποικιακό είδος λογοτεχνικής γραφής, λευκοί που βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά από τις πατρίδες τους, ταξιδιώτες από απόλαυση ή επαγγελματική υποχρέωση, με ευγενείς ή οχί προθέσεις, αποτελούν έμμεσα ή άμεσα το μακρύ χέρι των ισχυρών χωρών σε εκείνα τα εξωτικά μέρη, εξωτικά για να μην πουν υπανάπτυκτα, ενώ οι αποικίες σιγά σιγά παραδίνονται, ποικίλως πώς, στους αυτόχθονες, η εκμετάλλευση αλλάζει πρόσωπο, η πολιτική γίνεται πια αλλιώς, τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Η έννοια του ξένου, του ταξιδευτή που στις αποσκευές του μεταφέρει πράγματα ανοίκεια για τον τόπο, τις δικές του ιδέες και απόψεις, τον τρόπο να ζει, ανάμεσα σε τόσα άλλα, και βρίσκεται σε εκείνα τα μέρη, συγχρωτίζεται κυρίως με ομοίους του, φέρει διαρκώς και εμφανώς ένα προνόμιο που κατά τη δεδομένη περίοδο έχει ισχύ, γίνεται δεκτός από φόβο ή φιλοδοξία χρήματος, με όρους ιδιότυπου κατακτητή, υποτέλεια και αντάρτικο, τα μάτια των ντόπιων, έστω και φαινομενικά χαμηλωμένα, πάντα στραμμένα στον ξένο. Και η λογοτεχνία αυτή, όχι πρόδηλα και αποκλειστικά πολιτική, αναδεικνύει κάτι νέο, που η παλιά λογοτεχνία δεν το έκανε, εγείρει, θέλω να πω, την αμφιβολία σε σχέση με την παλιότερη βεβαιότητα για το πώς είναι και (πρέπει να) λειτουργεί ο κόσμος έξω και πέρα από τα σύνορα της δικής μας πραγματικότητας. Τα πρόσωπα διαλύονται μέσα σε αυτό το άγνωστο περιβάλλον, βυθίζονται στην εκεί συνθήκη, απολύουν τις βεβαιότητες και τις σταθερές τους, οι οποίες τίθενται εν αμφιβόλω, ακόμα και όχι σε συνειδητό επίπεδο, η πολυσημία και η συνθετότητα του κόσμου απλώνεται μπροστά τους.

Το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή αποδεικνύεται πειστικό σε κάτι που θα μπορούσε η συγγραφέας του να αποδειχτεί πειστική και αυτό έχει να κάνει με τη ματιά του ξένου, με τη συνθήκη της παρουσίας μακριά από το γνώριμο, έγκαιρα και φαινομενικά αποκωδικοποιημένο κόσμο, πειστικό για αυτό το βύθισμα στη νέα συνθήκη. Αυτός είναι ένας κόσμος υπό εξαφάνιση, τώρα πια η αποεξωτικοποίηση είναι σε πλήρη ανάπτυξη, κάθε γωνιά έχει πατηθεί και γίνει προσβάσιμη στην κίνηση του τουρισμού και της επιχειρηματικότητας, οι κώδικες γίνονται ολοένα και πιο κοινοί, η φούσκα στην οποία θα τοποθετηθεί ο κάθε επόμενος εκπατρισμένος αποδεικνύεται ολοένα και πιο ασφαλής στη διάρρηξή της, τώρα πια ούτε τα προσχήματα τηρούνται, πηγαίνουμε για να επιβάλλουμε, να δείξουμε, να τους πάρουμε μέτρα για το βεστιάριο της ομοιομορφίας.

Ο αφηγηματικός τρόπος της Ντιντιόν, η κατακερματισμένη χρονικά αφήγηση, τα διάφορα επεισόδια που διαπλέκονται, η προγραμματική σύγχυση που αποτυπώνει καθοριστικά το πώς η αφηγήτρια με τον καιρό περισυνέλλεξε αλλά και φαντάστηκε, γεμίζοντας τα όποια κενά, κατασκευάζοντας την ιδιότυπη αυτή βιογραφία, που, χωρίς φωνές και φανφάρες, είναι σαφέστατα πολιτική, σύγχρονη της εποχής και της κατάστασης που επικρατούσε τότε στον διαιρεμένο κόσμο αποτελούμενο από υπερδυνάμεις και μάχη για διαπλάτυνση των ζωνών επιρροής, ένας κόσμος ακόμα ευμετάβλητος και άρα ανοιχτός στην ελπίδα για κάτι καλύτερο. 

Τι και αν κάτι άλλο φαινομενικά γύρευα στην ανάγνωση, το απόλαυσα το βιβλίο αυτό, η εξ αρχής κατάρρευση του ορίζοντα προσδοκιών και η ανάδειξη ενός νέου εντελώς διαφορετικού ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη.

υγ. Λίγο namedropping: Για το Η χρονιά της μαγικής σκέψης εδώ, για το Ψηλά πάνω από τον κόσμο εδώ, για το Κάτω από το ηφαίστειο εδώ και για τους Θεατρίνους εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Έλλη Μαρμαρά
Εκδόσεις Οδυσσέας 

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

American darling - Russell Banks

(αύριο κυκλοφορεί Το μαγικό βασίλειο του σπουδαίου Ράσελ Μπανκς, πέρυσι το καλοκαίρι διάβασα το εξαντλημένο δυστυχώς American darling, να μια ευκαιρία να ανεβεί αυτό το κείμενο) 

Επιστροφή στο νησί, δύο χρόνια μετά, στο φιλόξενο σπίτι. Μια από τις τελετουργίες η επανεξέταση της βιβλιοθήκης, τι προστέθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, πώς αναδιαμορφώθηκε, τι θα δανειζόμουν, πόσο άλλαξα από την τελευταία φορά, οι βιβλιοθήκες είναι καθρέφτης. Τον Ράσελ Μπανκς τον γνώρισα αργά, ο Κ. είχε επιμείνει να διαβάσω Το γλυκό πεπρωμένο, τον ευγνωμονώ συχνά πυκνά (και) γι' αυτό. Το Oh, Canada ήταν ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα πέρυσι. Στη θέα του American darling δεν αντιστάθηκα, ήταν πρωί, το προηγούμενο βράδυ είχα τελειώσει τα υπέροχα Φωτεινά μονοπάτια της σπουδαίας Μάργκαρετ Ντραμπλ, γύρευα επόμενο βιβλίο, το είχα βρει, βγήκα στο μπαλκόνι.

Μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση ποταμός, μια τεράστια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος, χρωστούμενα που ζητάνε την ικανοποίησή τους, κομμάτια που σιγά σιγά ενώνονται για να δώσουν μια πλήρη εικόνα της ζωής της Χάνα Μάσγκρεϊβ, που πλέον διευθύνει μια μεγάλη φάρμα πίσω στην αμερικανική επαρχία μετά από χρόνια που έζησε στη Λιβερία, ένας απολογισμός ζωής.

Ένας τέτοιος απολογισμός ελάχιστη αιτιοκρατία μπορεί να προσφέρει, μια άναρχη διαδοχή γεγονότων και καταστάσεων, εκεί που στην ιστορία ενός μικρού αφρικανικού κράτους διακλαδώνεται η ατομική ιστορία μιας Αμερικάνας, που βρέθηκε στην Αφρική εγκαταλείποντας τη χώρα της στην οποία ήταν καταζητούμενη λόγω της πολιτικής της δράσης, γόνος μιας εύπορης οικογένειας με πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση σε μια περίοδο που το καζάνι έβραζε, που ένα καλύτερο αύριο ήταν υπό διεκδίκηση, όταν ακόμα η παρτίδα ήταν ανοιχτή σε όλα τα αποτελέσματα, εκείνη άλλαξε όνομα, απέκτησε διαβατήριο, διέφυγε στην Αφρική, πέρασε τα σύνορα της Λιβερίας, γνώρισε, ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια με έναν υπουργό του τότε αμερικανόφιλου δικτάτορα, είδε τα κόζια να αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη ζωή της εκεί, για να επιστρέψει ξανά εκεί από όπου έφυγε, κάποιες στιγμές ο προσανατολισμός απολύεται. Και ανάμεσα σε όλα, σε περίοπτη θέση οι χιμπατζήδες, οι ονειρευτές όπως εκείνη τους αποκαλούσε.

Φιλόδοξο και χορταστικό, να μια συνοπτική αποτίμηση. Είναι το τρίτο βιβλίο του Μπανκς που διαβάζω, το πλέον φιλόδοξο όλων, το πλέον μαξιμαλιστικό, το πλέον σύνθετο στην κατασκευή, τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς τη μορφή. Μια ιστορία μυθοπλασίας που αποτελείται από κομμάτια πραγματικότητας, το αληθοφανές ως προσδιορισμός δεν είναι αρκετός, εδώ έγκειται ο συγκλονισμός της πλοκής, όχι στη φαντασία του συγγραφέα, αλλά στον τρόπο σύνθεσης διάφορων υποϊστοριών, πραγματικών συμβάντων, ώστε να παραχθεί μυθοπλασία, λογοτεχνία υψηλής στάθμης και όχι απλώς ένα άλμπουμ από διαφάνειες της αφρικανικής ιστορίας, της νέας μορφής της αποικιοκρατίας μετά τη φαινομενική λήξη της με την ανεξαρτητοποίηση χωρών όπως η Λιβερία.

Και για να λειτουργήσει όλος αυτός ο μηχανισμός σύνθεσης η Χάνα, ως κυρίως πρόσωπο της πλοκής, αλλά ταυτόχρονα και αφηγηματικό υποκείμενο, οφείλει να είναι πειστική, πειστικός και ο τρόπος με τον οποίο το σώμα της μεταποιήθηκε κάτω από την πίεση της ιστορίας, των συμβάντων και των γεγονότων που ξεπερνούν το ανθρώπινο, η βαριά μπότα που αδιαφορεί για το πού πατάει, τα όρια που ξεπέρασε χωρίς να ξέρει πώς, είπαμε, εδώ η αιτιοκρατία αδυνατεί να ανταποκριθεί. Και ο Μπανκς, άψογα, κατασκευάζει τη Χάνα με κατάλληλες δόσεις ποικιλομορφίας, μια σύνθεση από ζεύγη αντιθέτων, μια αντίστιξη ανθρώπινη ακόμα και σε καταστάσεις μη ανθρώπινες, ένα πρόσωπο τσαλακωμένο αλλά ζωντανό που στο τέλος της διαδρομής αναθυμάται και ανασυνθέτει το μονοπάτι, απίστευτο πώς, έφτασε ως εδώ, χωρίς να χάνει το μέγεθος που αναλογεί στο ανθρώπινο, χωρίς να υπερβαίνει την ιστορία, χωρίς να την ελέγχει, χωρίς να την κατανοεί πλήρως, χωρίς να νιώθει ηρωικά, χωρίς την ανάγκη να απολογηθεί ή να διδάξει, απλά να ανασυνθέσει, αυτή η ανάγκη της είναι που προσδίδει την πειστικότητα, παρέα με την άγνοια, την τυχαιότητα, τις τύψεις, την παραδοχή πως κυρίως ακολούθησε τη ροή των γεγονότων, την ανάγκη για ύπαρξη δρόμων μονής και υποχρεωτικής κατεύθυνσης, το μέγεθός της, το ελάχιστο αποτύπωμα στην ιστορία, ένας αδιάφορος παραπόταμος.

Παρότι το εγώ κυριαρχεί αφηγηματικά, παρότι η Χάνα είναι διαρκώς παρούσα στην αφήγηση, δεν υπερβαίνει την ιστορία, είναι ένα απλό πιόνι, ασχέτως αν διατηρήθηκε σε μεγάλο μέρος της παρτίδας στο ταμπλό, ασχέτως αν φαινομενικά κάποιες στιγμές οι κινήσεις της έμοιαζαν να είναι σημαντικές για την κατάληξη, δεν ήταν. Σκέφτομαι πως σε ένας αντίστοιχης θεματικής μυθιστόρημα, χαμηλής στάθμης, η Χάνα θα υπερέβαινε την ιστορία, είναι σαν να διαβάζω το οπισθόφυλλο: μια απλή γυναίκα που υπερέβη την ιστορία· έτσι θα έλεγε ο κειμενογράφος και έτσι θα ήταν, αλλά αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα μια κακή λογοτεχνία, απόπειρα εντυπωσιασμού, ακόμα και αν επρόκειτο για αληθινή ιστορία, για πραγματικό πρόσωπο, ακόμα και έτσι θα ήταν κίβδηλο και διόλου πειστικό. Άλλωστε, αν επιχειρήσει κανείς να κατατάξει ειδολογικά το American darling, αναπόφευκτα θα το κατέτασσε στο ιστορικό μυθιστόρημα, λογοτεχνικό είδος που πάσχει από διάφορες παθογένειες εν γένει, υβρίδιο καθώς είναι, μια απόπειρα μίξης, διαδεδομένη δυσανάλογα με τη δυσκολία στην υλοποίηση.

Ταυτόχρονα, και ευφυώς, ωστόσο, ο Μπανκς αναμειγνύοντας το ατομικό στο συλλογικό, καταφέρνει να δώσει τη μεγάλη εικόνα υπό το πρίσμα της ατομικής εμπλοκής, η Χάνα ως υποκείμενο και η Χάνα ως παρατηρήτρια, προσφέροντας έτσι μια προσομοίωση του μεγέθους, ασύλληπτου κατά τα άλλα, παρά μόνο με όχημα την ατομική ιστορία μέσα στο πυκνό κυκλοφορικό σύστημα. Θα ήταν αφελές και μειωτικό κάποιος αναγνώστης-κριτικός να ισχυριστεί πως ο Μπανκς καταφέρνει να αποδώσει με ακρίβεια την πρόσφατη ιστορία της Λιβερίας, κάτι τέτοιο θα ήταν ενάντιο στη συγγραφική πρόθεση, μια προσομοίωση μόνο θα μπορούσε να είναι και αυτό είναι, ένα εμβαδό στο οποίο μπόρεσε να στήσει μια σύνθετη, σε μέτρα ανθρώπινα ωστόσο, πλοκή, τη ζωή της Χάνα, μια σύνθεση που όσο σύνθετη και να μοιάζει, δεν είναι παρά μια απλοποιημένη υποεκδοχή της μεγάλης εικόνας, μια παράδοξη και ιδιότυπη δήλωση άγνοιας, μια παραδοχή του πεπερασμένου της ατομικής αντίληψης ακόμα και από ένα τέτοιο λογοτεχνικό μυαλό, όπως αυτό του Μπανκς.

Όπως, επίσης, μειωτικό θα ήταν να ισχυριστεί κάποιος πως το μυθιστόρημα είναι ένα κατηγορώ απέναντι στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, μειωτικό γιατί θα ήταν απλοϊκό και προφανές, ένα στρατευμένο μυθιστόρημα που θα αναδείκνυε τον βρώμικο ρόλο της υπερδύναμης, ο Μπανκς διαθέτει και πετυχαίνει μεγαλύτερη φιλοδοξία από το απλοϊκό και προφανές, εδώ, είπαμε, έχουμε να κάνουμε με λογοτεχνία από το ψηλό ράφι.

Χορταστικό και φιλόδοξο, κατά διαστήματα φρικώδες αλλά καθηλωτικό, το American darling δύσκολα μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, δυστυχώς εξαντλημένο, γαμώτο.

υγ. Προηγήθηκαν: Το γλυκό πεπρωμένο (εδώ) και το Oh, Canada (εδώ).
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Τάκης Κιρκής
Εκδόσεις Πόλις

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Τασμανία - Paolo Giordano

Τα τελευταία χρόνια η ιταλική λογοτεχνία, εκείνη τουλάχιστον που φτάνει στα χέρια μας μεταφρασμένη στα ελληνικά, γνωρίζει σπουδαία άνθιση, κερδίζοντας ολοένα και μεγαλύτερο αναγνωστικό κοινό. Η γεωγραφική εγγύτητα, η συγγενής κουλτούρα, η αλλεπάλληλη διαδοχή περιόδων ανάπτυξης και ύφεσης, η βαριά σκιά του παρελθόντος, μια νέα γενιά, γύρω στα σαράντα σήμερα, πιο εξωστρεφής, όλα αυτά, μεταξύ άλλων, συνθέτουν ένα κοινό εμβαδό λογοτεχνικής συνδιαλλαγής.

Στο βιβλίο του Τζορντάνο αρχικά με τράβηξε η εξωτικότητα του τίτλου, Τασμανία, ακαριαία φαντάστηκα έναν προορισμό διακοπών γεμάτων από ανοίκεια περιπέτεια, το οπισθόφυλλο ήρθε ωστόσο να θέσει τα όρια της απομάγευσης, επισημαίνοντας πως η Τασμανία θα ήταν, σε περίπτωση συντέλειας, ένας προορισμός καταφυγής από τον όλεθρο, γιατί, ας μη γελιόμαστε, η σκέψη της συντέλειας, του ολέθρου, του τέλους του κόσμου, κερδίζει ολοένα έδαφος, η αναζήτηση ενός καταφυγίου, επίσης, ποτέ άλλοτε η ανθρωπότητα δεν συζητούσε ως ενδεχόμενο τον αφανισμό της για τον έναν ή τον άλλο λόγο.

Ο Τζορντάνο, πρωτοπρόσωπος αφηγητής, λίγο μετά τα σαράντα, συνεργάζεται με μια εφημερίδα, στέλνοντας διάφορα κείμενα υπό το πρίσμα των σπουδών του στη φυσική, τη στιγμή που τα τελευταία χρόνια δουλεύει πάνω στην ιδέα της συγγραφής ενός βιβλίου για την ατομική βόμβα και τους επιζώντες στη Χιροσίμα, γυρεύοντας τι το νέο μια τέτοια αφήγηση έχει να φέρει, όχι με ιδιαίτερη επιτυχία είναι η αλήθεια. Η αφήγηση ξεκινά όταν επισκέπτεται το Παρίσι λίγες μόνο μέρες μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Μπατακλάν, τον Νοέμβριο του 2015.

Το Τασμανία ανήκει στο αυτομυθοπλαστικό κόρπους, που τόσο συχνά συναντάμε στις μέρες μας. Και σε κάθε μόδα, έτσι και στην περίπτωση της αυτομυθοπλασίας, λίγα είναι τα βιβλία που ξεχωρίζουν. Η πρόζα και η αφηγηματική άνεση του Τζορντάνο είναι δύο τεχνικά χαρακτηριστικά που όντως καθιστούν το βιβλίο λογοτεχνικά άρτιο, αυτό ωστόσο από μόνο του δεν είναι αρκετό, υπάρχουν πολλά άρτια βιβλία άλλωστε, που περιορίζονται σε αυτό. Το σημαντικότερο ίσως διακύβευμα στην αυτομυθοπλασία είναι ο τρόπος χρήσης του εαυτού. Και σε αυτό ο Τζορντάνο ανταποκρίνεται παραπάνω από ικανοποιητικά. Ο Τζορντάνο, ως αφηγηματικό υποκείμενο, δεν συμπεριφέρεται σαν ο κόσμος να γυρίζει γύρω από αυτόν, όπως θα συνέβαινε σε ένα κακό δείγμα λογοτεχνίας, όχι απαραίτητα αποκλειστικά και μόνο του υποείδους της αυτομυθοπλασίας· η περιβόητη ιδιωτεία στην τέχνη.

Ο αφηγητής θα μπορούσε να είναι ένας ουελμπεκικός μη-ήρωας, τα στοιχεία ταυτότητας, λευκός, δυτικός, λίγο μετά τα σαράντα, επαγγελματικά επιτυχημένος αλλά ανικανοποίητος, με ένα κάποιο προνόμιο αλλά αδυναμία πλήρους χρήσης του, ενώ και ο χαρακτήρας του, αρκετά σκεπτικιστής και καχύποπτος απέναντι στην όποια άκριτη αισιοδοξία, σε διαρκή διαμάχη και χαμένος γύρω από το νόημα της ζωής και την ευτυχία ως πιθανότητα. Ίσως, αυτό που τον διαχωρίζει να είναι ως ένα βαθμό ο φόβος ή για να το θέσω με μεγαλύτερη ακρίβεια η ανάγκη του να εναποθέσει κάπου τις ελπίδες του, έστω σε κάποιον ειδικό που θα μοιραστεί μαζί του το κατάλληλο μέρος καταφυγής μετά τη συντέλεια, ένα ένστικτο επιβίωσης το οποίο ο Ουελμπέκ μοιάζει να αρνείται στους χαρακτήρες του.

Το πλέον αυθεντικό, κατά τη γνώμη μου, στοιχείο της αφήγησης είναι η αμηχανία απέναντι σε ένα ισχυρό ενδεχόμενο συντέλειας, αυτή η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στο κράτημα και το άφημα, ανάμεσα στο πάγωμα και την κατάστρωση σχεδίων για το μέλλον, αυτή η αμηχανία μοιάζει να είναι το συνεκτικό υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο το βιβλίο αυτό, η αλήθεια του, αν προτιμάτε, το κοινό εμβαδόν με τον αναγνώστη, πέρα από τα πιο συγκεκριμένα και διακριτά χαρακτηριστικά. Και αυτή η αμηχανία, έχοντας αναφερθεί παραπάνω στο διακύβευμα της μη ιδιωτείας, είναι που καθιστά τη λογοτεχνία του Τζορντάνο παιδί της εποχής της, σύγχρονη και επίκαιρη, χωρίς να προτείνει ή να υπόσχεται λύσεις, αλλά χτίζοντας πάνω σ' ένα λεπτό, ελάχιστο στρώμα πάγου που ανά πάσα στιγμή μπορεί να υποχωρήσει.

(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Σταύρος Παπασταύρου
Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Το αγόρι από τη θάλασσα - Garret Carr

Λίγους μήνες πριν, διάβασα ένα ωραίο μυθιστόρημα, ήταν το Τέσσερα ερωτικά γράμματα του Ιρλανδού Νάιαλ Ουίλλιαμς, κλασσικότροπο, καλώς εννοούμενο παλιακό, με επικέντρωση στην πλοκή και τη γλώσσα, αργού ρυθμού που πρόσφερε χρόνο για βύθιση κατά την ανάγνωση, σημείωνα τότε πως «λογοτεχνία ίσως να είναι η τέχνη με την οποία μια ιστορία, που μπορεί να συνοψίσει κανείς σε μερικές μόλις γραμμές, να απλώνεται σε δεκάδες σελίδες. Και ίσως αναγνωστική απόλαυση να είναι όταν η ανυπομονησία για το τι συνέβη τελικά να παραμερίζεται για να δώσει τη θέση της στο πώς συνέβησαν τα πράγματα, στην απόλαυση της διαδρομής, στην ανάγκη για λεπτομέρειες, αναλήψεις, παρεκβάσεις και εσωτερικούς μονολόγους, λεπτομέρειες για ανθρώπους και τοπία. Και ακόμα παραπέρα, όταν το τέλος του βιβλίου αφήνει τον αναγνώστη με την επιθυμία για έστω λίγο ακόμη, για μια αναγνωστική παράταση. Αν τα παραπάνω όντως ισχύουν, τότε η λογοτεχνία του Ουίλλιαμς είναι σπουδαία».

Μόλις κυκλοφόρησε Το αγόρι από τη θάλασσα, διαισθητικά σκέφτηκα το Τέσσερα ερωτικά γράμματα, η ανάμνηση της ανάγνωσης εκείνης ξύπνησε μέσα μου ένα όμορφο συναίσθημα, μια νοσταλγία, για το σαββατοκύριακο προβλέπονταν βροχές, η συνθήκη έμοιαζε ιδανική.

Μια μικρή, παραθαλάσσια, σχετικά απομονωμένη πόλη, στη Δυτική Ιρλανδία, εκεί όπου όσοι κάτοικοι παρέμεναν και δεν μετανάστευαν για την Αγγλία ή το Δουβλίνο ασχολούνταν κατά κύριο λόγο με την αλιεία. Μια μέρα, ένας σαλός, από αυτούς που κάθε μικρός τόπος διαθέτει, και όπου μόλις χαθεί κάποιος άλλος βρίσκεται να πάρει τη θέση του, εμφανίζεται με ένα μωρό στην αγκαλιά, το οποίο, κατά δήλωσή του, το βρήκε μέσα σε ένα σχισμένο στα δύο πλαστικό βαρέλι να επιπλέει στη θάλασσα κοντά στην ακτή. Η τοπική κοινωνία το υποδέχεται με διάθεση φροντιστική. Ο Άμπροουζ, ψαράς, πατέρας ήδη ενός αγοριού, σύζυγος της Κριστίν, το φέρνει μια μέρα στο σπίτι, το υιοθετούν, τα γραφειοκρατικά εμπόδια ξεπερνιούνται σύντομα, το ονομάζει Μπρένταν, βρισκόμαστε στο 1973.

Ο Καρ, δάσκαλος δημιουργικής γραφής και συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας, με Το αγόρι από τη θάλασσα κάνει το ντεμπούτο του στην ενήλικη λογοτεχνία. Επιλέγει μια αφήγηση σε πρώτο πληθυντικό, έναν συλλογικό παντογνώστη αφηγητή, μια απόφαση που λειτουργεί τόσο αφηγηματικά, όσο και ως μια υπενθύμιση πως σε τόπους μικρούς οι πάντες γνωρίζουν τα πάντα και μάλιστα με λεπτομέρειες. Η πλοκή δεν έχει κάποια ιδιαίτερη πρωτοτυπία, μια ιστορία ενηλικίωσης δύο παιδιών που η μοίρα τα χαρακτήρισε αδέρφια, το εύρημα της άφιξης του αγοριού απλώς λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης της αφήγησης. Πότε επιταχύνοντας και πότε επιβραδύνοντας, ο Καρ διανύει διάφορες χρονικές περιόδους σε διάστημα δύο δεκαετιών, όπου, παράλληλα με την ιστορία των δύο αγοριών και της οικογένειάς τους, αφηγείται και την ιστορία του τόπου, τη χρυσή εποχή της αλιείας, την είσοδο στην ευρωπαϊκή ένωση, το επαγγελματικό άνοιγμα των συνόρων και τους διάφορους περιορισμούς. Με έναν τρόπο συνοπτικό, κάθε τόσο, αναφέρει διάφορα γεγονότα στη ζωή των υπόλοιπων κατοίκων, μικρές μεταβολές, αρρώστιες, θάνατοι και χρεοκοπίες, μεταξύ άλλων.

Το εύρημα της άφιξης του Μπρένταν από τη θάλασσα, η ροπή του στο να διανύει περπατώντας μεγάλες αποστάσεις και να επισκέπτεται κατοίκους με δυσκολίες ώστε να τους παρηγορήσει με έναν τρόπο μάλλον παιδικό παρά μεταφυσικής υφής, σε συνδυασμό με το μέτωπο του τόπου στον Ατλαντικό Ωκεανό και τον καιρό του, αλλά και τον απόηχο της ιρλανδικής ροπής προς το μαγικό παρέα με τον βαθύ χριστιανισμό, συντελούν στη δημιουργία μιας ατμοσφαιρικής συνοχής, στην οποία ο αναγνώστης, ακόμα και εκείνος που δεν γνωρίζει τα μέρη από πρώτο χέρι, βρίσκεται να πατάει αργά και σταδιακά.

Μια αφήγηση χαμηλού τόνου και ρυθμού, παλιακή και κλασικότροπη, χωρίς διάθεση για πειραματισμούς και πρωτοτυπίες, επιτρέπει στη συνολική κατασκευή να λειτουργήσει, δημιουργώντας τις κατάλληλες αναγνωστικές συνθήκες για τον αναγνώστη εκείνο που επιθυμεί να χωθεί μέσα σε μια αφήγηση και να χαλαρώσει, ελάχιστα είναι απαιτητά από εκείνον, μια ρέουσα αφήγηση, ολοένα και πιο αναμενόμενη, με την καλή έννοια, κάποιες λίγες ανατροπές, όχι βεβιασμένες, μια επιτυχής ισορροπία ανάμεσα στο λυρικό και το ρεαλιστικό, ανάμεσα σε μια λογοτεχνία παραμυθένια και σε μια αντίστοιχη κοινωνικοπολιτική, χωρίς βεβιασμένες γέφυρες αναλογίας, με ελάχιστη ως καθόλου πρόθεση συναισθηματικής καθοδήγησης, χωρίς περιττές εξάρσεις. Και αυτό το αφηγηματικό εμείς υποστηρίζει πλήρως όσα μοιάζει να αποτελούν συγγραφική πρόθεση.

Υπάρχει, και αναφέρομαι συχνά πυκνά σ' αυτό, μια λογοτεχνία που την χαρακτηρίζω τίμια, μια λογοτεχνία που δεν υπόσχεται περισσότερα απ' όσα μπορεί να εκπληρώσει, που στέκεται αντίκρυ στο εξεζητημένο, που δεν στοχεύει στην έκπληξη, παρότι η εποχή δείχνει να το ζητά, καθώς ολοένα και περισσότερο ακούγεται η φράση απόρριψης δεν ήταν κάτι το ξεχωριστό. Αυτή η τίμια λογοτεχνία, που οι Ιρλανδοί ξέρουν να παράγουν με αξιοσύνη, είναι μια λογοτεχνία καταφύγιο, που δεν επιθυμεί να τα κάνει όλα άνω κάτω, αλλά πετυχαίνει να χαρίσει μια όμορφη παράλληλη πραγματικότητα στον αναγνώστη, τον κουρασμένο αναγνώστη από τη ζωή και την καθημερινότητα, εκεί όπου η απομάγευση, και ας μείνω σε αυτήν, κυριαρχεί κατασπαράζοντας κάθε τι στο διάβα της.

Μου άρεσε πολύ αυτό το μυθιστόρημα, εκτίμησα την απλότητά του, τον ομαλό τρόπο με τον οποίο ενέταξε στοιχεία γνώριμα, και συχνά λάφυρα εξωτισμού, όπως τη ζωή του ναυτικού-ψαρά στην καθημερινότητα ενός τόπου πάνω στον Ατλαντικό, ίσως γιατί μου θύμισε πως χρειάζεται κάποια δεξιότητα ώστε να μπορέσεις να αντικρίσεις κάτι ελάχιστα μαγικό μέσα σε έναν κόσμο σκληρό, να χαλαρώσεις και να διαβάσεις για την ιστορία ενός παιδιού, πόσα παραμύθια δεν ξεκινούν έτσι, που ήρθε από τη θάλασσα.

Όπως συνέβη και με τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα, έτσι και Το αγόρι από τη θάλασσα μου έφερε ξανά στην μνήμη την ανάγνωση ενός από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα πέρυσι, την Υδάτινη χώρα του Γκράχαμ Σουίφτ.

υγ. Για τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα περισσότερα θα βρείτε εδώ, για την Υδάτινη χώρα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ιωάννα Ηλιάδη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Στα τέσσερα - Miranda July

Είκοσι ένα χρόνια πριν, στον Δαναό της Κηφισίας, είδα μια ταινία. Ήταν το Εγώ, εσύ και όλοι μας οι γνωστοί, της άγνωστης τότε σε μένα, Μιράντα Τζουλάι, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθέτησε. Θυμάμαι ακόμα κάποια καρέ, το συναίσθημα τρέλας και χρώματος, τόσες και τόσες ταινίες μεσολάβησαν έκτοτε, λίγες θυμάμαι με αντίστοιχη λαχτάρα. Τέτοια λαχτάρα που δεν έχω τολμήσει να επαναλάβω τη θέαση μέσα στα χρόνια.

Πριν από δέκα χρόνια σε μετάφραση Χαράς Γιαννακοπούλου και από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος κυκλοφόρησε, πέρασε και δεν ακούμπησε, Ο πρώτος κακός, το πρώτο μυθιστόρημα της Τζουλάι, ελάχιστα πράγματα θυμάμαι από εκείνη την ανάγνωση, πρακτικά τίποτα, τη λαχτάρα μόνο να διαβάσω το βιβλίο εκείνο λόγω της ανάμνησης της ταινίας.

Τα χρόνια πέρασαν όπως συνηθίζουν με μανία να κάνουν.

Το 2024 κυκλοφόρησε το All fours, από διάφορες πλευρές αντιλήφθηκα πως υπήρχε ένα χάιπ για το βιβλίο αυτό, χάρηκα όταν είδα πως οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια το ενέταξαν στο ανανεωμένο εκδοτικό τους πρόγραμμα μεταφρασμένης λογοτεχνίας. Το Στα τέσσερα κυκλοφόρησε στα τέλη της περασμένης χρονιάς.

Όταν διάβαζα το Ο πρώτος κακός, σε κάποια αναγνωστική ανασκόπηση εντόπισα πως εκείνη την περίοδο με απασχολούσε διακαώς και απολάμβανα πολύ μυθιστορήματα που στο επίκεντρο της πλοκής υπήρχε ένας μεσήλικας ή κάπως μεγαλύτερος άντρας πρωταγωνιστής ο οποίος από τη μια μέρα στην άλλη ένιωσε (τι ρήμα και αυτό για τους λευκούς μεσήλικες άντρες ε;) το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια του, ο κόσμος όπως τον ήξερε, εξαιτίας ενός ελάχιστου σφάλματος στο σύστημα της ύπαρξης, να καταρρέει. Η τριλογία του Φορντ και το Ένα κάποιο τέλος του Μπαρνς βρίσκονται στην κορυφή εκείνων των αναγνωσμάτων.

Η Τζουλάι, σε κάθε ευκαιρία, αρνείται την όποια αυτοβιογραφική συσχέτιση με την πλοκή, την οποιαδήποτε ταύτιση με την πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια. 

Πετυχημένη σε διάφορες καλλιτεχνικές επικράτειες, μετά τα σαράντα, η αφηγήτρια αποφασίζει κάπως εν θερμώ να διασχίσει την Αμερική, ξεκινώντας από το Λος Άντζελες, όπου μένει με τον άντρα και το παιδί της, για να πάει στη Νέα Υόρκη, με το αυτοκίνητο, θυσιάζοντας την ευκολία που το αεροπορικό εισιτήριο θα της χάριζε, ελπίζοντας σε μια εμπειρία αυτογνωσίας, εκεί που το σώμα ενεργεί μια συγκεκριμένη συνεχή λειτουργία επιτρέποντας στο μυαλό να κινηθεί αυτόνομα. Μισή ώρα από τη στιγμή που θα βγει στον δρόμο θα σταματήσει σε μια μικρή πόλη, θα περιηγηθεί, θα κλείσει εν τέλει δωμάτιο για μια νύχτα σε ένα μοτέλ ξεχασμένο από τον θεό της ανακαίνισης.

Αυτή η ελάχιστη παράκαμψη από το σχεδιασμένο με αρκετή λεπτομέρεια ταξίδι αποδεικνύεται ικανή να το εξοβελίσει πλήρως, μαζί με αυτό και το γενικότερο μονοπάτι στο οποίο βάδιζε ως τότε. Η αφήγηση έχει τον χαρακτήρα ενός ημερολογίου καταγραφής της έκκεντρης αυτής ανακατεύθυνσης. Όταν κάτι το ελάχιστο δημιουργήσει ρήγμα στην κυρίως κατασκευή, η υπονόμευσή της σύντομα γενικεύεται, αποκτά όρους ανταρσίας, περνώντας σε άλλους ορόφους και δωμάτια, δοκιμάζοντας τη στατικότητα συνολικά, τα ίδια τα θεμέλια επίσης. Είναι εκείνο το χρονικό σημείο μιας στροφής μέχρι να εμφανιστεί ξανά μπροστά ο ορίζοντας, αυτό το τόσο κρίσιμο σημείο, εκεί κάπου στη μέση ηλικία, όπως ο Καμύ με ενάργεια το όρισε. Δεν συμβαίνει κάτι άξιο αναφοράς, δεν συμβαίνει κάτι το οποίο με ακρίβεια να μπορεί να περιγραφεί, το παράλογο ενδύεται ρουχισμού ποικιλόμορφου, ξεγελώντας τη λογική χωρίς δυσκολία.

Αναρωτιέμαι αν μπορώ να ανασύρω από τη μνήμη κάποιο αντίστοιχο βιβλίο, κάποια ιστορία κρίσης μέσης ηλικίας με πρωταγωνίστρια γυναίκα, δυσκολεύομαι αν και μάλλον αποκλείω την πιθανότητα να μην έχει συμβεί μια τέτοια ανάγνωση. Ανεξέλεγκτοι οι μηχανισμοί της μνήμης, δεν υπακούν σε καμία μηχανή αναζήτησης.

Σύντομα εμφανίστηκε μια γνώριμη αμφιθυμία. Απολάμβανα και δυσανασχετούσα την ίδια στιγμή, ή, μάλλον καλύτερα, μέχρι κάποια στιγμή, αφού τελικά η ανάγνωση με απορρόφησε και με κράτησε υπάκουο δέσμιο της. Απολάμβανα την πρόζα, την άνεση, την άγνωστη επικράτεια, τη διάθεση για αυτοϋπονόμευση, το φλερτάρισμα με το παράλογο, ακόμα και το προνόμιο της αφηγήτριας. Δυσανασχετούσα με πολλά από αυτά, κυρίως με κάτι που θα το ονομάζαμε προβλήματα του πρώτου κόσμου. Η γοητεία που η αφήγηση μου ασκούσε με τοποθετούσε κάπου ανάμεσα στην απόλαυση και την ενοχή. Μέρες μετά την ανάγνωση νιώθω πως δεν είμαι σίγουρος για τις συγγραφικές προθέσεις. Πρόσφατα το έπαθα αυτό και με τη νουβέλα Οι Άγγλοι καταλαβαίνουν το μαλλί. Δεν μπορώ με βεβαιότητα να σταθώ και να υποστηρίξω αν η αφήγηση υπονομεύεται σκόπιμα, αν οι συγγραφείς ειρωνεύονται τα πρόσωπα που οι ίδιες κατασκεύασαν ή αν είναι μια δική μου ιδέα, μια δικαιολογία για την έλξη που ένιωσα για τις αφηγήσεις αυτές.

Είναι κλισέ, είναι προφανές, δεν είναι πάντα εύκολο, ωστόσο, να διαχωρίσει κανείς τη μορφή από το περιεχόμενο, να τραβήξεις μια ευδιάκριτη γραμμή ανάμεσα στον μύθο και τη ζωή, ακόμα και αν ο μύθος διαπραγματεύεται κάτι που συνέβη, άπαξ και αυτό περάσει στην επικράτειά του διαχωρίζεται από τη ζωή. Είναι κλισέ, είναι προφανές, όμως εγώ δεν μπορώ να εξαιρέσω την αφηγήτρια από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζω, την ίδια στιγμή διάβασα αχόρταγα την αφήγησή της. Αν με βεβαιότητα μπορούσα να υποθέσω τις συγγραφικές προθέσεις, τότε θα είχα περισσότερα στοιχεία στα χέρια μου, ίσως ακόμα στην αμφιθυμία μου να είχα σύμμαχο την ίδια τη συγγραφέα.

Όταν διάβαζα και απολάμβανα τόσο τις αφηγήσεις αποτυχίας διαφόρων μεσήλικων αντρών, απείχα αρκετά από εκείνη την επικράτεια. Ήμουν νέος και σίγουρος πως θα τα κάνω καλύτερα τα πράγματα, το αντιπαράδειγμα με οδηγούσε με ασφάλεια πίστευα. Εκείνο που δεν ήξερα, που δεν μπορούσα να ξέρω σε εκείνη την αναγνωστική φάση ζωής, ήταν αυτό που συνειδητοποίησα μέσα στα χρόνια, πως όσο πιο ασφαλής και εκτός νιώθω σε μια ιστορία ανθρώπινης εμπειρίας, τόσο πιο πιθανό είναι να χαλαρώσω τις άμυνες και να βρεθώ σε δυσχερή θέση, να λυγίσω κάτω από το βάρος μιας αφήγησης που αρχικά ένιωθα πως δεν με αφορά, πως τίποτα δεν έχει να κάνει με μένα. Τελευταία φορά η πανωλεθρία αυτή συνέβη όταν έπιασα να διαβάσω με περισσή αυτοπεποίθηση το Η μητέρα μου γελάει της Άκερμαν.

Τώρα που είμαι μεσήλικας, διαβάζω λιγότερες τέτοιες ιστορίες. Όταν έπιασα το Στα τέσσερα στα χέρια μου δεν είχα ιδιαίτερα σχεδιάσει τον ορίζοντα προσδοκιών, ήθελα απλά να διαβάσω αυτό το βιβλίο για διάφορους λόγους. Όσο η ανάγνωση προχωρούσε και η αμφιθυμία θέριευσε, η λογική ενάντια στο συναίσθημα, τόσο ένιωθα ευάλωτος, ανοιχτός, παρότι η επικράτεια εκείνη είναι μη επισκέψιμη, οι ορμόνες και το πάρτυ τους, η ίδια η γυναικεία φύση με τις αποσκευές της στο σύνολό της. Το προνόμιο, ωστόσο, μου ήταν οικείο, και αυτό επέτεινε τον θυμό με τον οποίο σκεφτόμουν το προνόμιο της αφηγήτριας να μπορεί να αφεθεί και να δράσει εκτός σχεδιασμού, να αναστείλει, να ξοδέψει, να επαναδιαπραγματευτεί όρους και συμφωνίες, να αφεθεί στο συναίσθημά της, να ακούσει την εαυτή της, να την υπακούσει ακόμα-ακόμα. Ξέρετε, το ξέρετε είμαι σίγουρος, πως το προνόμιο είναι κάτι το σχετικό, από τη φύση του συγκριτικό, που μπορεί να έρθει και να κολλήσει σε διάφορα σχήματα και μορφές, δεν απαιτείται μια αναλογία ένα προς ένα, δεν χρειάζεται και εγώ να μπορώ να ταξιδέψω από το Λος Άντζελες ως τη Νέα Υόρκη διαθέτοντας ένα τεράστιο μπάτζετ, για να νιώσω την οικεία όψη του προνομίου. Ο θυμός, αυτό το δεν με αφορά, το εδώ ο κόσμος καίγεται, το αν είναι δυνατόν να συμμερίζομαι συναισθηματικά μια γυναίκα λευκή και πλούσια που κάνει ό,τι της κατέβει στο κεφάλι, είναι μια άρνηση να κοιτάξουμε το δικό μας προνόμιο, ο καθένας το δικό του. Είναι ένα σχήμα η κάθε ιστορία που διαβάζουμε.

Αποσύρω όλο το στράτευμα από το μέτωπο της λογικής επεξεργασίας. Υπογράφω τη συνθήκη αναγνώρισης των λογοτεχνικών αρετών. Το στράτευμα δεν εξυπηρετούσε την προώθηση, αλλά την εσωτερική επιβολή, την αμφισβήτηση του συναισθήματος, την αποτροπή διερεύνησης κοινών πηγών, την αποδοχή της ανεπάρκειας της άμυνας, την ευαλωτότητά της, την αδυναμία να ορίσω με ακρίβεια το συναίσθημα, την αιτία του, τη διαδρομή του, τη φοβία να ψηλαφήσω και να αναζητήσω στα σκοτεινά, την παραδοχή, κυρίως αυτή, πως το Στα τέσσερα μου άρεσε πολύ, το απόλαυσα με τον τρόπο που μπορούσα να το απολαύσω, με τον τρόπο που λειτούργησε μέσα μου αναλογικά, όχι διακριτά, και γι' αυτό τόσο δυναμικά.

Διαρκώς, από ένα σημείο και ύστερα, σκεφτόμουν το I love Dick, τις αναλογίες των δύο βιβλίων μέσα μου.

υγ. Για την τριλογία του Φορντ περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για το Ένα κάποιο τέλος εδώ. Για το συγκλονιστικό Η μητέρα μου γελάει εδώ. Για το I love Dick εδώ. Για το προηγούμενο μυθιστόρημα της Τζουλάι, Ο πρώτος κακός, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Νατάσα Σίδερη
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Πραγματεία μιας εξημέρωσης - Camila Sosa Villada

Πριν από δύο χρόνια περίπου, κυκλοφόρησαν στα ελληνικά Τα παλιοκόριτσα (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Opera) της Καμίλα Σόσα Βιγιάδα, ένα βιβλίο που έκανε ιδιαίτερη αίσθηση, διαβάστηκε και συζητήθηκε ευρέως, μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, έντονα αυτοβιογραφική, με σκηνικό τη νύχτα, μια διαδικασία μεταμορφωτικής ενηλικίωσης, ένα μονοπάτι κακοτράχαλο γεμάτο ωστόσο από ομορφιές και πίστη, σκληρό μα πασπαλισμένο από χρυσόσκονη.

Πρόσφατα, πάντα από τις εκδόσεις Opera, σε μετάφραση της Μαρίας Μπεζαντάκου, κυκλοφόρησε η Πραγματεία μιας εξημέρωσης, το δεύτερο βιβλίο της Καμίλα Σόσα Βιγιάδα, που γεννήθηκε ως Κριστιάν Ομάρ το 1982 και προτιμάει τον όρο τραβεστί έναντι του τρανς γυναίκα ή τρανσέξουαλ, αφού έτσι μεγάλωσε όπως δηλώνει σε κάθε ευκαιρία.

Εδώ, η συγγραφέας αφήνει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση κατά μέρος, για να αφηγηθεί την ιστορία της τραβεστί θεατρίνας, πρώην πόρνης, όπως ο πατέρας της είχε προβλέψει, και νυν σταρ, όπως μόνο εκείνη πίστεψε πως θα μπορούσε να γίνει, που έχει αφήσει πια πίσω της τον δρόμο και τις σκοτεινές του γωνιές· επιτυχία και οικονομική ευμάρεια, να το προνόμιο της. Το προνόμιο είναι στο κέντρο της αφήγησης, λειτουργώντας διττά, από τη μια, η αποδοχή του άλλοτε τέρατος, η λάμψη που η επιτυχία και το χρήμα εκπέμπουν, από την άλλη, η αναπόφευκτη εξημέρωση, η κανονικοποίηση των επιθυμιών και των αναγκών.

Αποφασίζει να ανεβάσει, με κάθε κόστος και παρά τις περί του αντιθέτου συμβουλές, το θεατρικό του Κοκτώ, Η ανθρώπινη φωνή, έτσι ξεκινά η αφήγηση αυτή, «Μια θεατρίνα. Μόνη πάνω στη σκηνή. Στα θεωρεία, στην πλατεία, στον εξώστη, το κενό που την κοιτάζει. Ούτε μια θέση κενή». Η σύσταση του κοινού μεσοαστική, εκείνοι που άλλοτε θα αποστρέφαν το βλέμμα τώρα γυρεύουν ένα εισιτήριο. Ο γκέι σύζυγός της, επιτυχημένος δικηγόρος από πλούσια οικογένεια, την περιμένει σπίτι μαζί με τον υιοθετημένο γιο τους, που διαρκώς βανδαλίζει με μπογιές και χρώματα τους κοινόχρηστους χώρους της υπερπολυτελούς πολυκατοικίας στην οποία μένουν, προκαλώντας την οργή των γειτόνων. Την επομένη, αφού πρώτα εκείνη καθαρίσει τον καθρέφτη στην είσοδο, θα ξεκινήσουν για την πόλη που μεγάλωσε, εκεί ζει η οικογένειά της, οι χωρισμένοι γονείς της και ο αδερφός της, παντρεμένος με παιδί.

Η αφηγηματική φωνή· αποστασιοποιημένη, απόμακρη, κυνική, ειρωνική, δεικτική και επιτηδευμένη· υποστηρίζει έξοχα ως ένα ιδιότυπο voice over το τράβελινγκ της κάμερας διαμέσου της καθημερινότητας της διάσημης θεατρίνας, που όλοι πια την αγαπούν και τη φθονούν, όπως είθισται να συμβαίνει. Η Βιγιάδα στήνει μια καλοσχεδιασμένη παγίδα, αφήνοντας να αιωρείται το ερώτημα: ποιος φαντάστηκε τη ζωή αυτή, εμείς ή εκείνη, ποιος έφερε ποιον στα μέτρα του, ποιος εγκλωβίστηκε στο κυρίαρχο σχήμα της επιτυχίας, του προνομίου, ποιος εξημερώνει και ποιος εξημερώνεται, η θεατρίνα ή οι θεατές, είναι η επιθυμία εκείνου του αγοριού να ζήσει όπως θέλησε, που πάλεψε για όλα αυτά και κυρίως για την αποδοχή και την έξοδο από την οικονομική ανέχεια, ή είναι η μοναδική δίοδος της μεσοαστικής ετεροκανονικότητας να πλησιάσει και να θεωρητικοποιήσει, να απενοχοποιηθεί, να νιώσει προοδευτική και ανοιχτόμυαλη, σχεδιάζοντας εκείνη το πώς φαντάζεται την επιτυχία μιας τραβεστί θεατρίνας;

Σε ένα σύμπαν που αναπόφευκτα φέρνει στο νου τον Αλμοδόβαρ, η Βιγιάδα δεν εγκλωβίζεται στον στερεοτυπικό ιστό με τον οποίο πλέκει την κατασκευή της, πετυχαίνει να προσδώσει στην αφήγησή της, εκτός των λογοτεχνικών περγαμηνών, ένα ενδιαφέρον δοκιμιακό πλαίσιο, κινούμενη στο όριο της πρόκλησης, όχι της αναμενόμενης, εκείνης που ένας ανυποψίαστος αναγνώστης θα εκλάμβανε ως τέτοια, αλλά περισσότερο στις επικράτειες που διέσχισε ο Πολ Πρεθιάδο στο Είμαι το τέρας που σας μιλά (μτφρ. Αναστασία Μελία Ελευθερίου, εκδόσεις Αντίποδες), συνεχίζοντας το νήμα της αφήγησης των διάφορων μεταμορφωτικών ενηλικιώσεων, μη βάζοντας την τελεία στο ίδιο σημείο, προχωρώντας σε κάτι που μοιάζει με μια ιδιότυπη ονειροφαντασία.

Σε μια περίοδο, που οι προοδευτικές κοινωνικές ομάδες μιλούν για τρανς ορατότητα, γενικά και αόριστα στην πλειοψηφία των εκδοχών, μέσα από τα δικά τους προνόμια και εργαλεία, η Βιγιάδα έρχεται να δοκιμάσει περαιτέρω την (αν)ελαστικότητά μας με όρους καλής λογοτεχνίας.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Μιλώντας για μεταμορφωτικές ενηλικιώσεις, δύσκολες, σκληρές, μα πασπαλισμένες με χρυσόσκονη, δεν θα μπορούσα παρά, ανάμεσα σε άλλα, να αναφέρω και τα: Λόλα Καραμπόλα και Κακή συνήθεια, τα βρίσκετε εδώ και εδώ. Για το Είμαι το τέρας που σας μιλά περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Μαρία Μπεζαντάκου
Εκδόσεις Opera

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν - Lucie Rico

Η Πολ, λίγο μετά τα τριάντα πέντε, έχει εγκαταλείψει το χωριό όπου μεγάλωσε, εκεί που η οικογένειά της εκτρέφει και πουλάει πουλερικά, για τη μεγάλη πόλη. Επιστρέφει σπάνια, αυτή τη φορά για τον επικείμενο θάνατο της μητέρας της. Εκείνη, λίγο πριν ξεψυχήσει, θα της ζητήσει/επιβάλει μια τελευταία επιθυμία. Να σφάξει τον Τεοντόρ, το μονόματο κοτόπουλο. «Θα πρέπει κάποιος να σκοτώσει τον Τεοντόρ. Τον μονόματο. Θα ήθελα να το αναλάβεις εσύ». Εκείνη δέχεται, είναι πιο εύκολο να δεχτεί παρά να αρνηθεί, ο θάνατός της, πιστεύει, θα την απαλλάξει από την υποχρέωση αυτή, τότε η μητέρα δεν θα υπάρχει. «Είναι, αναμφίβολα, δύσκολο να πει κάποιος στα παιδιά του τι στ' αλήθεια προσδοκά εκ μέρους τους». Και τα παιδιά, από μικρά ακόμα, κουβαλούν αυτό το ανείπωτο παράπονο σταυρό στις πλάτες, το ανικανοποίητο των γεννητόρων, τη διαρκή μομφή που αιωρείται, ακόμα και όταν τα παιδιά μεγαλώσουν και απογαλακτιστούν και αποκτήσουν βάδισμα και εγκαταλείψουν την οικογενειακή στέγη και πάρουν, πιστεύουν, τη ζωή στα χέρια του, εκείνη η μομφή διαρκώς αιωρείται. Έτσι συμβαίνει.

«Η Πολ έκλεισε, για την επομένη, ένα πάγκο στην αγορά. Θα μοσχοπουλήσει τον Τεοντόρ και, στη συνέχεια, θα αποδεσμευτεί. Λέει και ξαναλέει: έτσι πρέπει να γίνεται με τα νεκρά κοτόπουλα». Πάνε είκοσι χρόνια τώρα που εκείνη δεν τρώει κρέας. Ήταν τα δέκατα έκτα γενέθλιά της, έφαγε μια μπριζόλα καπνιστή, κάπνισε το πρώτο της τσιγάρο, είδε τη μητέρα της να κάνει κάτι που έκανε σε όλη της τη ζωή, να πιάνει ένα κοτόπουλο που με τόση αγάπη και φροντίδα είχε μεγαλώσει και να το στραγγαλίζει με τα γυμνά της χέρια, της φάνηκε ξάφνου παράλογο. Τώρα όμως βρίσκεται εδώ, η τέφρα της μητέρας της σε ένα βάζο πάνω στο τραπέζι, ο Τεοντόρ ανύποπτος στην αγκαλιά της. Μια τελευταία υπόσχεση, να σφάξει τον Τέοντορ, και ύστερα θα είναι ελεύθερη να γυρίσει στη μεγάλη πόλη να συνεχίσει τη ζωή που επέλεξε για εκείνη, το τελευταίο νήμα θα έχει κοπεί. Παίρνει μολύβι και χαρτί. Σημειώνει ό,τι της έρχεται στο κεφάλι για τον Τεοντόρ. «Κοτόπουλο εύρωστο και γλυκό, μαθημένο στην προσήλωση και την τρυφερότητα, κοτόπουλο που αξίζει την αγάπη. Κι ύστερα "κοτόπουλο-κλόουν". Θα ήθελε εκείνοι που θα το καταβροχθίσουν να έχουν συνείδηση της κατάστασής του».

Την επομένη θα πάει στην αγορά. Θα πουλήσει τον Τεοντόρ. Γυρίζοντας στο σπίτι των παιδικών της χρόνων έχει ξοφλήσει το τελευταίο γραμμάτιο που σύναψε με τη μητέρα. Είναι πια ελεύθερη. Είναι πια ελεύθερη; «Είναι, αναμφίβολα, δύσκολο να πει κάποιος στα παιδιά του τι στ' αλήθεια προσδοκά εκ μέρους τους». Η αντίδραση των παιδιών είναι συνήθης, επί αυτής σφυρηλατείται ο προθάλαμος της ενήλικης ζωής. Αρκεί μια ελάχιστη, στο μάτι του παρατηρητή τέτοια, για το υποκείμενο τεράστια και καθοριστική, διαφοροποίηση. Θα το κάνω, σκεφτόμαστε, με τους δικούς μου όρους. Έτσι όπως εγώ το θέλω. Καμία σχέση με όσα έκαναν εκείνοι. Καμία σχέση. Οι νεκρολογίες σε μορφή βιογραφικού σημειώματος, ξεχωριστή για κάθε πτώμα, είναι η καθοριστική διαφοροποίηση, μια πράξη αγάπης που έρχεται να ρίξει καθησυχαστικό μανδύα στη δολοφονία και την πώληση της νεκρής, ξεπουπουλιασμένης σάρκας. Η Πολ, χωρίς να το σχεδιάσει, χωρίς να το καταλάβει καλά-καλά, συνεχίζει την οικογενειακή επιχείρηση, είπαμε όμως, με τους δικούς της όρους, ιδία επιλογή και βούληση, αναβάλει ολοένα και περισσότερο την επιστροφή, ο αγαπητικός απαντά στα τηλέφωνα, δείχνει κατανόηση σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως πένθος.

Η Ρικό, γεννημένη το 1988 στο Περπινιάν της Γαλλίας, κάνει το λογοτεχνικό της ντεμπούτο με το μυθιστόρημα αυτό, το οποίο με μια πρώτη ματιά θα μπορούσε να το κατατάξει κανείς στην οικολογική πεζογραφία, άλλωστε το 2021 το Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν τιμήθηκε με το βραβείο οικολογικού μυθιστορήματος. Όμως, με κάθε αυστηρή κατάταξη συμβαίνει αυτό, δεν είναι μόνο ένα οικολογικό μυθιστόρημα. Σε μια εποχή που στη Γαλλία, όπως και στη χώρα μας, η κτηνοτροφία βρίσκεται στο επίκεντρο, ένας κλάδος που τις τελευταίες δεκαετίες έχει πλήρως βιομηχανοποιηθεί, η Πολ, χορτοφάγος από επιλογή, νιώθει πως βιογραφώντας το κάθε κοτόπουλο διαφεύγει του αιματοβαμμένου μοτίβου. Το εύρημα αυτό, παιχνιδιάρικο περισσότερο παρά πρωτότυπο, επιτρέπει στη Ρικό να γλεντήσει τους τρόπους με τους οποίους πείθουμε εαυτούς σχετικά με την ηθική μας υπεροχή, τις δικαιολογίες που μετερχόμαστε για να αναδυθούμε ξεχωριστοί και ακέραιοι. Μαύρο χιούμορ, όπως το αίμα από τα σφαγμένα κοτόπουλα, στο όριο της φάρσας. Η συγγραφέας αξιοποιεί το εύρημά της, το εντάσσει σε μια πλοκή ολοένα και πιο αποκαλυπτική για την τύχη που η αυτοπειθώ αναπόφευκτα έχει.

Το εύρημα, ωστόσο, εξαρχής ταυτίζεται με την ικανοποίηση της γονεϊκής επιθυμίας, καίτοι ανείπωτη, γενική και ανικανοποίητη, παγίδα, παρότι εμφανής, δύσκολο να αποφευχθεί κατά την αυτόνομη βάδιση. Θυμήθηκα ένα μικρό μυθιστόρημα που διάβασα πριν από δώδεκα χρόνια και ακόμα το θυμάμαι, το Δείπνο με μύδια, της Μπιργκίτ Βαντερμπέκε, τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύτηκε τον πόλεμο εντός της οικογενειακής εστίας πίσω από ένα ξεχωριστό δείπνο με μύδια. Σίγουρα το Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν ικανοποιεί τις συμβατικές υποχρεώσεις του οικολογικού μυθιστορήματος, με τρόπο ευφυώς πλάγιο αναφέρεται στην βιολογική κτηνοτροφία, στις αρετές με τις οποίες ενδύονται οι οικογενειακές, μικρές φάρμες, το πλεονέκτημα που διαθέτουν έναντι της βιομηχανοποιημένης κτηνοτροφίας, όχι μόνο σε επίπεδο ποιότητος αλλά και ηθικής. Και το κάνει με ένα τρόπο έξυπνο, αποφεύγοντας το προφανές που όλοι γνωρίζουμε ή απλώς κάνουμε πως δεν γνωρίζουμε, δεν στοχεύει να ενημερώσει το καταναλωτικό κοινό για τις συνθήκες διαβίωσης, εκτροφής και θανάτωσης των πτηνών, το πώς η αγορά καιροφυλακτεί να εκμεταλλευτεί το όποιο πλεονέκτημα, αλλά κυρίως, όπως κάνει με την ίδια την Πολ, έτσι και με τον αναγνώστη, η Ρικό τοποθετεί στο επίκεντρο όλες αυτές τις δικαιολογίες, όλα αυτά τα κομμάτια γαματοσύνης που μας κάνουν να νιώθουμε ξεχωριστοί, και σε αυτή την επικράτεια.

Δεν εξαντλείται όμως σε αυτό το μυθιστόρημα αυτό. Με τη μητέρα πια νεκρή και απενεργοποιημένη, η Πολ θεωρητικά, έτσι πρόσμενε, είναι πλέον ελεύθερη και απαλλαγμένη από όλο αυτό το βάρος που εν ζωή οι δικοί της άφηναν με τα χρόνια στους ώμους της. Η φυγή και η χάραξη μιας ζωής εντελώς διαφορετικής δεν ήταν, ποτέ δεν είναι, αρκετή. Το κομμάτι της αυτογνωσίας απαιτεί πολλά περισσότερα, η απλή ερώτηση, ποια είμαι, μόνο απλή δεν είναι. Το αντιπαράδειγμα, το οποίο οι γονείς συχνά προσωποποιούν, αποδεικνύεται δυσκολοκατάβλητο, μοιάζει απλό το να μην γίνω σαν αυτούς αλλά μόνο απλό δεν είναι. Η Ρικό, εκτός από το οικολογικό κομμάτι, με το οποίο έρχεται να επιτεθεί στην αυτοεικόνα μας ως καταναλωτές, διαπραγματεύεται, σε δεύτερο αλλά καθοριστικό επίπεδο, την προαιώνια διαμάχη γονέα-τέκνου, και δη νεκρού γονέα-τέκνου.

Η συγγραφέας με τρόπο ευφάνταστο, χωρίς να απολύει τον βηματισμό, δίνοντας την απαραίτητη προσοχή στις μικρές λεπτομέρειες της πλοκής, διατηρώντας ένα διαολεμένο κέφι να κανιβαλίσει και να δει το γέλιο να παγώνει στο πρόσωπο του αναγνώστη, χωρίς να έχει και να εκφράζει πρόθεση να διδάξει, άλλωστε, κάποια που γράφει ένα τέτοιο μυθιστόρημα θα έπρεπε να είναι η πρώτη που γνωρίζει πόσο τρωτή είναι η αυτοεικόνα μας στην εποχή της ιδιώτευσης και της ατομικής ευθύνης, παραδίδει ένα χορταστικό μυθιστόρημα, που διαφεύγει με άνεση των ειδολογικών του περιορισμών, μια ευχάριστη έκπληξη.

υγ. Για το Δείπνο με μύδια περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Μαρία Γυπαράκη
Εκδόσεις Στίλβη

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Μάλινα - Ingeborg Bachmann

Ο χρόνος κυλούσε. Η αναμονή παρατεινόταν. Το βιβλίο έφτασε. Πειθάρχησα. Δεν ήταν εκείνη η στιγμή. Πολλές φορές έχω παρομοιάσει την ανάγνωση με την φυσική άσκηση. Μέχρι να μπουν και τα τελευταία δώρα κάτω από το δέντρο, η ανάγνωση δεν βρίσκει χρόνο. Οι κυκλοφορίες στο τέλος της χρονιάς έρχονται και στοιβάζουν τις αναγνωστικές επιθυμίες, λαχτάρα και ανυπομονησία. Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος πως είναι η κατάλληλη στιγμή να διαβάσεις ένα βιβλίο. Ισχύει. Ισχύει επίσης πως ενίοτε ένα βιβλίο έρχεται σε μια δύσκολη/ακατάλληλη περίοδο και τη φέρνει στα μέτρα του. Ένιωθα πως έπρεπε να περιμένω. Να επανέλθω αργά και σταδιακά. Να είμαι έτοιμος για μια αναγνωστική επιστροφή που λαχταρούσα καιρό.

Το 2013. Τότε είχα διαβάσει το μυθιστόρημα της Μπάχμαν, το μοναδικό που εξέδωσε εν ζωή, το Μάλινα, στα ελληνικά, σε μετάφραση Ιάκωβου Κοπερτί, είχε μεταφερθεί ως Ο Ιβάν, ο Μαλίνα κι Εγώ. Είχε προηγηθεί το σοκ με το ανολοκλήρωτο Η περίπτωση Φράντσα, νωρίτερα τα βιβλία του Μαξ Φρις, ακριβώς πριν η Τζέννυ Έρπενμπεκ. Το μου άρεσε/δεν μου άρεσε ως δίπολο συχνά η λογοτεχνία το διαπερνά, το αφήνει πίσω της, άλλα ρήματα πρέπει να αναζητήσει κανείς. Τέτοια η περίπτωση της Μπάχμαν. Ίσως με στοίχειωσε; Ο χρόνος κύλησε. Το βιβλίο μεταφράστηκε ξανά από τον Αλέξανδρο Κυπριώτη, βρέθηκε στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Πότλατς. Ένιωθα έτοιμος για μια διπλή αναμέτρηση, με το βιβλίο και την επιστροφή μου, δώδεκα χρόνια μετά, σ' αυτό.

Αντί εισαγωγής, φράση πρώτη: Αν είχαμε τον λόγο, θα είχαμε τη γλώσσα, δεν θα χρειαζόμασταν όπλα. Αντί εισαγωγής, φράση τελευταία: Θα σας μαρτυρήσω ένα τρομερό μυστικό: η γλώσσα είναι η τιμωρία. Μπαίνοντας στο μυθιστόρημα, παρουσιάζονται τα πρόσωπα της πλοκής. Ύστερα ορίζεται ο χρόνος, αφού πρώτα το Εγώ της αφήγησης διατυπώσει τη δυσανεξία του για το σήμερα: Όποιος έχει γράψει ποτέ ένα τρομερά ικετευτικό γράμμα, για να το κάνει μετά ωστόσο κομμάτια και να τ' απορρίψει, γνωρίζει ακόμα καλύτερα τι εννοούμε με το «σήμερα» εδώ. Με τον τόπο, τη Βιέννη, τα πράγματα είναι πιο απλά, αποτέλεσμα μιας ήπιας σύμπτωσης καθώς υπήρξε. Όταν ο Ζίγκφριντ, πιθανότατα ο Ζίγκφριντ Ούνζελντ, διευθυντής του γερμανικού εκδοτικού οίκου Suhrkamp, ρωτάει το Εγώ: Τι βιβλίο θα είναι, τι θα είναι δηλαδή το βιβλίο σου; Εκείνο, στην κορυφή του πόλου, απ' την οποία δεν υπάρχει επιστροφή, ουρλιάζει: Ένα βιβλίο για την κόλαση. Ένα βιβλίο για την κόλαση!

Τα παραπάνω κομμάτια δίνουν μια ιδέα, δεν απαντούν ωστόσο: ποιος ήταν ο Μάλινα; Ακόμα πιο πέρα: ήταν ο Μάλινα; Κάποιες φορές, τα ερωτήματα επιφέρουν περαιτέρω ερωτήματα, όχι απαντήσεις, είναι λίγο σαν να απλώνεται μπροστά σου μια θέα που κόβει την ανάσα, ο συσχετισμός είναι παρών, οι απαντήσεις μάλλον όχι, το αίσθημα είναι ιλίγγου ή δέους, μια ανοίκεια οικειότητα, της θέας αυτής, σκέφτεσαι, μέρος είμαι κι εγώ, δεν βοηθά πολύ η σκέψη αυτή, μάλλον επιτείνει το συναίσθημα. Το τερατώδες τι θέλει να πει ο ποιητής, η απόπειρα για μονοσημία, για καλούπι, εδώ αδυνατεί ακόμα και να επιχειρηθεί να εφαρμοστεί, ερωτήματα και επιπλέον ερωτήματα. Κάποιοι διαβάζουν για τις απαντήσεις, κάποιοι για τις ερωτήσεις, κάποιοι για το ταξίδι ανάμεσα σε υψώσεις και καταρρεύσεις.

Ας κάνω πρώτα ένα διαισθητικό σχόλιο γύρω από τη μετάφραση. Συνυπολογίζοντας τα χρόνια που μεσολάβησαν, όσα η εμπειρία και η λήθη επέφεραν, τότε, διαβάζοντας μαγεμένος αυτό το λογοτεχνικό επίτευγμα, ένιωθα πως ανάμεσα σε μένα και ένα ακραία απαιτητικό κείμενο κρεμόταν ένα πέπλο να δυσχεραίνει την επαφή. Αυτή τη φορά, σε αυτή τη μετάφραση αυτό δεν υπήρχε. Στέκομαι σε αυτή την υποκειμενική αίσθηση, γερμανικά δεν ξέρω, μου φαίνεται απλό και φτηνό να κρίνω την προηγούμενη μετάφραση απλά και μόνο εξαιτίας του διαφορετικού τίτλου και του παρατονισμένου ονόματος του Μάλινα.

Η τυχαιότητα είναι μια μομφή που αποδίδεται ελαφρά τη καρδία, θεραπεία για πάσα νόσο, λες και αυτό και μόνο αρκεί για να περικλύσει, για να καθυποτάξει το κρινόμενο. Η συνειρμική γραφή, η ροή της συνείδησης, αναλογιστείτε, πώς έγινε η υποδοχή τους στην αρχή. Προτεταμένα δάκτυλα υποδείκνυαν. Η τυχαιότητα είναι ένας εύκολος και ασφαλής δρόμος κρίσης. Το Μάλινα, όταν κυκλοφόρησε, η κριτική το υποδέχτηκε με δυσπιστία, ας μην πω με δυσφορία. Κάτι που ήταν γυναίκα η συγγραφέας, κάτι που το κείμενο δεν προσέφερε απαντήσεις συγκεκριμένες, κάτι το απαιτητό της διαρκούς εγρήγορσης, κάτι το δυσφορικό της ενοίκησης εντός ενός μυαλού σε έκσταση και πυρετό, ίσως τίποτα απ' όλα αυτά, ίσως όλα μαζί.

Διαισθητικά, όπως εγώ το υποδέχτηκα, με τα δικά μου εργαλεία, τη στιγμή που το υποδέχτηκα, με τη δική μου ικανότητα να αφήνομαι μάλλον μικρή, θα χρησιμοποιούσα τη λέξη παραλήρημα. Τεράστιου εύρους, κυρίως ανεξερεύνητων επικρατειών, επιλογή που επιτείνει το ανένταχτο του εγχειρήματος, την υπέρβαση των θεωρητικών ορισμών ενός λογοτεχνικού λεξικού. Η ανάγνωση συχνά είναι και εμπειρία, όχι πάντα, όχι, σίγουρα όχι πάντα. Από την πλευρά των υποστηρικτών, έρχεται ακόμα ένας περιορισμός, για μένα, για εκείνους τιμητικός τίτλος που επιτείνει την εν γένει σημαντικότητα του βιβλίου, αντιπατριαρχικό ή φεμινιστικό. Ναι, σίγουρα έχει στοιχεία τέτοια, αρκετά ίσως, αλλά είναι στενό και άβολο και αυτό το δωματιάκι.

Στο οπισθόφυλλο υπάρχει το απόσπασμα από μια συνέντευξη: Ήθελα να δείξω ότι η κοινωνία μας είναι τόσο άρρωστη, που αυτή αρρωσταίνει και το άτομο. Πεθαίνει, λένε. Όμως δεν είναι αλήθεια αυτό: ο καθένας από μας σε τελική ανάλυση δολοφονείται.

Κάπου, παράφραση δική μου, λέει το Εγώ κάτι που θα συνοψιζόταν στο τι άλλο να έκανε, άντρας ήταν. Στο περίπου. Το τριγκάρισμα είναι ακαριαίο, διόλου αντιπατριαρχικό δεν είναι αυτό, ένα στεγνό ξέπλυμα, μια φωνή αντίδρασης. Υπάρχουν έργα, τα σπουδαία έργα, που είναι ακατάβλητα θηρία, κάπου κάτι κυνηγάς, κάτι άλλο σε περικυκλώνει, ξεφεύγεις, επιστρέφεις και πάλι από την αρχή, εγκλωβίζεις και εγκλωβίζεσαι. Είναι κλισέ, αλλά αμελείται συχνά, ενίοτε και εμπρόθετα, κάποια έργα δεν υποτάσσονται ποτέ οριστικά στην ανάγνωση, απλώς τοποθετούνται στο απλό μου άρεσε/δεν μου άρεσε και προχωράμε μπροστά. Ποτέ δεν είμαστε οι ίδιοι.

Τα ερωτήματα που ένα τέτοιο βιβλίο γεννά δεν περιορίζονται σε όσα διαδραματίζονται εντός των γραμμών της πλοκής, όσο προσχηματική και αν είναι αυτή η πλοκή, αλλά έρχονται και παίρνουν θέση και στο εσωτερικό, στον μέσα πυρήνα της ανάγνωσης, αρχικά με μια ανάγκη κατανόησης, απαντήσεων, ακολούθως το πώς νιώθω γι' αυτό που διαβάζω να μετατρέπεται σε πώς νιώθω με αυτό που διαβάζω, εν τέλει: πώς νιώθω; Και το Μάλινα, στο οποίο υπάρχουν κάποια ρήγματα στον ορθολογισμό, κάποια σκόρπια κομμάτια και αποστροφές λόγου που σαν να προλόγισαν τα όσα ακολούθως συνέβησαν στη ζωή της Μπάχμαν, μαζί με το υπόλοιπο έργο της, την έντονη προσωπικότητά της και την παρουσία της στα πράγματα, κυρίως αλλά όχι μόνο στα λογοτεχνικά, μετέτρεψαν για πολλούς το πρόσωπο σε λογοτεχνία, είναι και αυτός ένας τρόπος να αναζητήσει κανείς απαντήσεις, λογικές και αντικειμενικές ζαριές σε ασφαλές περιβάλλον παιχνιδιού, παρέα με τις πιο εμετικές: γυναίκα, σαλή και/ή διαταραγμένη.

Ούτε είμαι σίγουρος πως επισημαίνοντας πως η Μπάχμαν υπήρξε εξαίρετη ποιήτρια, και αυτό είναι κάτι πιο συνολικά αποδεκτό, δίνουμε μια κατεύθυνση σύλληψης, εκτέλεσης και πρόσληψης του Μάλινα. Ούτε αυτό είναι αρκετό. Κάπου προς το τέλος, το Εγώ, συνομιλώντας με τον Μάλινα, λέει: Δεν αφηγούμαι, ποτέ δεν θ' αφηγηθώ, είναι κάτι παραπάνω από μια διαταραχή στη μνήμη μου. Κάτι τελευταίο. Συχνά λέγεται για κάποιο έργο τέχνης πως ο δημιουργός επιχείρησε και πέτυχε/δεν πέτυχε να εντάξει την εποχή του ή ακόμα και τη συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης. Τότε, επισημαίνονται αυτά και συντελούν στο πέτυχε/δεν πέτυχε. Η Μπάχμαν πέτυχε, ακόμα και αν δεν είναι πρόδηλο πως επιχείρησε κάτι τέτοιο, μια ανθρωποποίηση, μια οριακή συνθήκη διάπλευσης του ρεύματος.

Η ανάγνωση είναι αυτό που μας μένει και η καθησυχαστική προοπτική πως το βιβλίο θα είναι εκεί, αν το χρειαστούμε ξανά.

υγ. Όσα έγραφα το 2013 για το βιβλίο αυτό, τα βρίσκετε εδώ. Για το Η περίπτωση Φράντσα εδώ. Για το Ρέκβιεμ για τη Φάννυ Γκόλντμαν εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Πότλατς 

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Οι υπάλληλοι - Olga Ravn

Είχα πρωτοακούσει γι' αυτό το βιβλίο και τη συγγραφέα του, τη Δανή Όλγα Ράουν, πριν κάποια χρόνια, όταν Οι υπάλληλοι βρέθηκαν στη βραχεία λίστα για το Διεθνές Βραβείο Booker 2021. Πρόσφατα, κυκλοφόρησαν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μεταφραστική φροντίδα τού Σωτήρη Σουλιώτη.

Μια ειδική επιτροπή εξετάζει το σύνολο των εργαζομένων, ανθρώπων και ανθρωποειδών, στο Πλοίο Έξι Χιλιάδες, έτη φωτός μακριά από τη γη, με αφορμή κάποια ανωμαλία ή παρέκκλιση του αρχικού σχεδιασμού. Το υβριδικά αποσπασματικό αυτό μυθιστόρημα αρθρώνεται από μέρη των ανώνυμων, σηματοδοτημένων με απλή αρίθμηση, μαρτυριών του πληρώματος. Ειδολογικά, με ισχυρή βεβαιότητα, θα το κατέτασσε κανείς στη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, που έχει, πάντοτε είχε, την τάση να λειτουργεί ως ένα εναλλακτικό ρεαλιστικό εργαστήρι, οικείο και ανοίκειο για τον αναγνώστη, ιδιαίτερα τον συσκαιρινό της συγγραφής.

Υπάρχουν ιδέες-ευρήματα που κατά ένα μεγάλο ποσοστό καθορίζουν την πλοκή και τα πρόσωπα, με μια διάθεση μαξιμαλιστική και τη φιλοδοξία να δημιουργήσουν έναν ολόκληρο κόσμο. Υπάρχουν και ιδέες-ευρήματα που λειτουργούν με έναν πιο μινιμαλιστικό τρόπο, μια συνθήκη, μια λεπτή μεμβράνη που περικλείει την πλοκή και τα πρόσωπα, που κυρίως επιτείνουν την ατμοσφαιρικότητα και συντελούν στο ενδοκειμενικό κλίμα. Οι υπάλληλοι ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία, ο σκοπός και η καθημερινότητα του Πλοίου Έξι Χιλιάδες συντίθεται έμμεσα και σταδιακά μέσα από τις απρόσωπες και σχετικά ψυχρές μαρτυρίες. Καθώς τα κομμάτια σιγά σιγά παίρνουν τη θέση τους, ο αναγνώστης αργά και σταθερά εικονοποιεί και κατανοεί τη συνθήκη.

Η Ράουν κάνει ιδανική χρήση της ιδέας-ευρήματος, χωρίς να αυτοεγκλωβίζεται την αξιοποιεί. Πρόσθετο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προμετωπίδα ευχαριστίας στην καλλιτέχνιδα Λέα Γκουλντίτε Έστερλουντ για τις εγκαταστάσεις και τα γλυπτά της, ωδή στο άγνωστο πού και πώς η έμπνευση εμφανίζεται και επενεργεί γονιμοποιητικά. Η λογοτεχνία επιστημονικής λογοτεχνίας είθισται να σημαίνει ένα καμπανάκι κινδύνου, μια προειδοποίηση και όχι προφητεία των επερχόμενων, η καλή λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας με έναν τρόπο διακριτικό, όχι προφανή, υπαινικτικό και όχι υπό το πρίσμα μιας στείρας πολιτικής στράτευσης, επιτρέπει στη φαντασία του αναγνώστη, στο ευρύτερο σύστημα πρόσληψής του, να λειτουργήσει εν μέρει αυτόνομα, να συνάψει τις δύο πραγματικότητες, να διακρίνει τις αναλογίες. Σε καμία περίπτωση δεν είναι μειονέκτημα ο χειρισμός της συγγραφέα, δεν είναι πως δεν έχει τις απαντήσεις για τα ερωτήματα που προκύπτουν, δεν είναι η ιδέα-εύρημα ένας ναός, αλλά μια διαδρομή προσκυνήματος, μια επικράτεια απόκοσμη και ανοίκεια, ταυτόχρονα, παράδοξα, ίσως και όχι, γνώριμη, διαμορφωμένη από ερωτήματα και αγωνίες, χωρίς να προσφέρει αφειδώς ψευδοβεβαιότητες ανακούφισης.

Με την τεχνητή νοημοσύνη σε μια λεωφόρο χωρίς όριο ταχύτητας, αυτό που φανταζόμασταν πριν πέντε χρόνια είναι πια αιώνες μακρινό. Ο αφαιρετικός και υπαινικτικός τρόπος της Ράουν επιτρέπει στο μυθιστόρημα να επιζήσει της επέλασης, ακριβώς γιατί δεν συγκεκριμενοποιεί, επιτείνοντας με την ψυχρότητα των μαρτυριών και το μπέρδεμα ανθρώπινου και τεχνικού υποκειμένου τη ροπή της απομάκρυνσης από τον αναλογικό φυσικό κόσμο σε μια πραγματικότητα ψηφιακής και τεχνολογικής κυριαρχίας. Έτσι, τα ψήγματα και οι υποψίες συναισθήματος, διασκορπισμένα στην επικράτεια των μαρτυριών, απόρροια της μνήμης ή του αλγόριθμου, αναδύονται και με τον τρόπο τους τρομοκρατούν τον αναγνώστη, υπενθυμίζοντάς του με πόση ευκολία η εικονική πραγματικότητα ναρκώνει και μας αφήνει συναισθηματικά απροστάτευτους.

Ωστόσο, το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, που πετυχαίνει η Ράουν και αποδίδεται ικανοποιητικά στη μετάφραση είναι η αφηγηματική ποιητικότητα, μια γλώσσα αλλόκοτη και χωρίς φτιασίδια, μια γλώσσα στέρεη, ακριβής, μια εταιρική διάλεκτος ανάκρισης, με τους ανακριτές στο σκοτάδι, που ξεπερνά την ίδια την αρχική ιδέα-εύρημα, και αποδεικνύεται καθοριστική για τη συνολική λειτουργία της κατασκευής, οριακής και αρχικά δυσνόητης ως προς τη χρησιμότητα και τη λειτουργία της. Ποίηση όπως εκείνη των ορόσημων του είδους της επιστημονικής φαντασίας, ποίηση που συχνά αποτυπώνεται υπέροχα στις κινηματογραφικές της μεταφορές, ποίηση σε μορφή πάγου, που προκαλεί αυτό το μεικτό και αντιθετικό συναίσθημα ηδονής-πόνου στην επαφή με το δέρμα, ποίηση που φιλοδοξεί να ανθίσει σε έναν μη τόπο αποστειρωμένο και πλήρως ελεγχόμενο όπως ένα επανδρωμένο διαστημικό πλοίο με το πλήρωμα να αποτελείται από ανθρώπους και ανθρωποειδή, με τα όρια και τις διαφορές μεταξύ τους ολοένα και να γίνονται δυσδιάκριτα. Ονειρεύονται οι άνθρωποι το ανθρώπινο;

(πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Η ατμόσφαιρα μου θύμισε τις Τροχιές της Σαμάνθα Χάρβεϊ, περισσότερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Σωτήρης Σουλιώτης
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Ταξίδι στην άκρη της ζωής - Tezer Özlü

Μια θέση προνομίου. Μπορώ να ρωτάω, σας άρεσε κάποιο βιβλίο που διαβάσατε τελευταία. Να ακούω την απάντηση, κυρίως να αντικρίζω το βλέμμα. Την Τεζέρ Οζλού δεν την γνώριζα. Οι κόρες των ματιών του διαστάλησαν ενώ έλεγε: διάβασα ένα πολύ ωραίο βιβλίο. Σημείωσα τις λεπτομέρειες. Ανάμεσά τους το όνομα της μεταφράστριας. Νίκη Σταυρίδη. Δική της μετάφραση το αριστούργημα του Ογούζ Ατάι, Αποσυνάγωγοι, δικαίως εντάχθηκε στη σειρά Orbis Literae. Ήμασταν, λίγο αργότερα, καλεσμένοι και οι δύο στο Πατάρι, τη σαββατιάτικη σύναξη των εκδόσεων Gutenberg. Το πάθος, ο λόγος, η στάση της. Η κυρία Νίκη μετέφρασε και το Ταξίδι στην άκρη της ζωής. Τα νήματα έγιναν ξεκάθαρα, η επιθυμία να διαβάσω άμεσα το βιβλίο αυτό επιτακτική.

Συγγραφέας και βιβλίο έξω και πέρα από την επικράτεια της προσδοκίας. Ούτε την έκδοση ως έκδοση δεν είχα υπόψη μου. Τι και αν περνάω το μεγαλύτερο μέρος της μέρας μου ανάμεσα σε βιβλία. Η επαφή με τη λογοτεχνία θρέφει την αυτοπεποίθηση, η επαφή με τη λογοτεχνία την γκρεμίζει. Αν κάτι μένει, είναι η άγνοια, είναι η αίσθηση αδυναμίας ελέγχου, ευτυχώς, αν με ρωτάτε. Το γκρέμισμα της προσδοκίας θεριεύει την έκπληξη. Είχα το βλέμμα του, είχα το όνομα της μεταφράστριας. Αυτά είχα. Από τις πρώτες σελίδες ένα σοκ. Αυτό είναι ένα φοβερό βιβλίο, σκεφτόμουν.

Γεννήθηκε το 1943, πέθανε το 1986. Έζησε πολλά χρόνια μακριά από την πατρίδα της την Τουρκία. Πέθανε στη Ζυρίχη αυτοεξόριστη. Φοίτησε σε σχολείο Αυστριακών καλογριών, τα γερμανικά ήταν σχεδόν μητρική της γλώσσα, εξάσκησε τη μετάφραση.

Παλιά, στρέφαμε τη φωτογραφική μηχανή προς το μέρος μας, βγάζαμε φωτογραφία τον εαυτό μας, το αποτέλεσμα ήταν συνήθως αποκαρδιωτικό. Αργότερα, στην ψηφιακή εποχή, δεν χρειάζεται αυτό, καδράρουμε τους εαυτούς μας, δοκιμάζουμε όσες φορές θέλουμε, σβήνουμε όσες δεν θέλουμε, διαμοιραζόμαστε όσες μας κολακεύουν. Στο ενδιάμεσο η φωτογραφία εαυτού απέκτησε όνομα, σέλφι. Τι ήταν εκείνο που κάναμε παλιά; Σκέφτομαι πως η αντανάκλασή μας είναι η διαφορά.

Η Λ. είπε: τι και αν δεν είχε όνομα, η αυτομυθοπλασία υπήρχε από χρόνια. Αναφερόταν στη λογοτεχνία της Οζλού, μεταξύ άλλων. Σκέφτομαι πως η αντανάκλασή μας είναι η διαφορά. Τα εργαλεία του μάρκετινγκ, επίσης, η ολοένα και μεγαλύτερη ροπή στην ιδιώτευση. Όταν κυκλοφόρησαν τα βιβλία της, η τουρκική κριτική δεν είχε υπόψη της κάτι ανάλογο. Ακόμα αποκαλείται: η θλιμμένη πριγκίπισσα της τουρκικής λογοτεχνίας. Με εκνευρίζει ο χαρακτηρισμός αυτός, εκείνη ίσως να την έκανε να γελά, σκέφτομαι. Οι κανόνες, τα ήθη και τα έθιμα της λογοτεχνίας είναι από τα πλέον επιβλητικά πλαίσια, εκτός αυτών δεν σου επιτρέπεται να κινηθείς. Αν είσαι τυχερή, κάποιοι κάποτε θα διακρίνουν τις αρετές, τη σπουδαιότητα, εσύ θα είσαι νεκρή πια.

Το βιβλίο γράφτηκε αρχικά στα γερμανικά υπό τον τίτλο: Στα ίχνη μιας αυτοκτονίας. Βραβεύτηκε, μεταφράστηκε σε άλλες γλώσσες. Η ίδια το μετέφερε στα τουρκικά, ο εκεί εκδότης ούτε που ήθελε να ακούσει για τον πρωτότυπο τίτλο, η Οζλού συμβιβάστηκε με το Ταξίδι στην άκρη της ζωής, λιγότερο απαισιόδοξο, θύμιζε και το ταξίδι του Σελίν.

Το μυθιστόρημα διαπραγματεύεται όντως ένα ταξίδι, χιλιόμετρα διανυθέντα, διανυκτερεύσεις σε πάμπολλα ξενοδοχεία, η Πράγα του Κάφκα, η Τεργέστη του Σβέβο, το Τορίνο του Παβέζε. Τα αποσπάσματα από το έργο του αυτόχειρα Παβέζε αναμειγνύονται με τις σημειώσεις του ταξιδιού αυτού. Η Οζλού δεν γράφει για να αποκαλύψει, αλλά ούτε και για να αποκρύψει. Τι και αν το εγώ είναι διαρκώς παρόν. Τι και αν κάνει αλλεπάλληλες εναλλαγές απεύθυνσης, απευθυνόμενη συχνά στην εαυτή της με ένα εσύ που δοκιμάζει να δημιουργήσει μια απόσταση, ικανή για παρατήρηση και στοχασμό, μια προσωρινά λυτρωτική έξοδος από το σαρκίο, από την καρδιά και το μυαλό. Η Οζλού γράφει σ' ένα περιβάλλον αναγκαιότητας, σαν να μην μπορούσε να κάνει αλλιώς, αλλά διαφεύγει αυτής της ανάγκης, δεν την προβάλει, δεν κρύβεται πίσω της, δεν παίρνει την εαυτή της στα σοβαρά, αλλά δεν την περιφρονεί κιόλας. Η πρόζα της είναι καθηλωτική, μια διαρκής διερεύνηση της επάρκειας των λέξεων να φέρουν την εμπειρία της ζωής στο χαρτί, να ανακουφίσουν, όχι, όχι αυτό, σίγουρα όχι να ανακουφίσουν. Κομίζει τιμαλφή στη λογοτεχνία, αντίδωρα για όσα έλαβε, ένα παράδοξα ανθρώπινο ανταποδοτικό τέλος.

Η λογοτεχνία είναι έντονα παρούσα από άκρη σε άκρη. Ένα απόσπασμα είναι αντιπροσωπευτικό, για το πώς η λογοτεχνία και η ορμή της διαφυγής συναποτελούν την ύπαρξή της. «Το πρωί βλέπω ένα μεγάλο μέρος της πόλης από το παράθυρο. Έπρεπε τάχα να γνωρίσω τόσο πολλές χώρες, τόσο πολλούς ανθρώπους, τόσο πολλούς ήρωες μυθιστορημάτων; Έπρεπε οι στενότεροι φίλοι μου να είναι οι συγγραφείς που βρίσκονται πίσω από τους ήρωες μυθιστορημάτων; Έπρεπε τάχα να ανέβω σε τόσο πολλά αεροπλάνα, τρένα, λεωφορεία; Να ζήσω την προέκταση της νύχτας διάφορων πόλεων και ξυπνώντας το πρωί να περπατήσω στις μακριές λεωφόρους τους; Γιατί η ζωή μου δεν περιορίστηκε σε μια μικρή πόλη με μια πλατεία και μερικούς δρόμους; Αφήνω την ενατένιση της πλατιάς θέας της πόλης και κάθομαι στο τραπέζι». Κάπου αλλού θα αναρωτιέται ποιος θα της έλεγε όταν μετέφραζε τις Άγριες φράουλες του Μπεργκμαν πως κάποια χρόνια αργότερα θα βρισκόταν στη Σουηδία μαζεύοντας αυτό το φρούτο.

Ένιωσα μέσα μου να συμπληρώνεται μια αγία τριάδα, το νεότερο μέλος της η Οζλού, στο πλευρό της Λισπέκτορ και της Μπάχμαν. Αλλά πολλές φορές αναλογίστηκα τον Ζέμπαλντ, τον τρόπο με τον οποίο σχεδίαζε τα καλοκαιρινά του ταξίδια, χειμώνα στην Αγγλία.

Το σκεφτόμουν και με αφορμή τον Μάλινα της Μπαχμαν που επίσης διάβασα πρόσφατα. Όποια και αν είναι η αγαθή πρόθεση τοποθέτησης, κάθε ταμπέλα απλά περιορίζει, χτίζει ένα μικρό δωμάτιο εντός του οποίου η σπουδαία λογοτεχνία ασφυκτιά, περισσότερο και από την ασφυξία που δημιουργοί όπως η Οζλού ένιωθε στην ίδια της την ύπαρξη. Είναι αντιπατριαρχικό, είναι φεμινιστικό, είναι αυτομυθοπλασία, είναι ωδή στη λογοτεχνία, είναι ροή συνείδησης, είναι φιλοσοφικό, είναι ταξιδιωτικό, είναι άλλα τόσα, δεν είναι μόνο αυτά. Τέτοιες ταμπέλες μας βοηθούν να φέρουμε στα μέτρα μας έργα όπως αυτό της Οζλού, εξομαλύνουν το δέος του ανοίκειου, παρέα με τις ταμπέλες και οι μονοσήμαντες ερμηνείες, αυτό και εκείνο θέλει να πει, γι' αυτό γράφει.

Η Οζλού, πρώτη και κύρια, μήτε την εαυτή της, μήτε τη λογοτεχνία την ίδια τις αντιμετωπίζει ως κάτι που μπορεί να φέρει στα μέτρα της, να ελέγξει και να εξηγήσει. Διερευνά και αποδέχεται, ευγνωμονεί τα νήματα που τις προσφέρονται, τα επεξεργάζεται με προσοχή, μέρος του όλου νιώθει να είναι. Η στάση της, που δεν είναι η ταπεινότητα που τη χαρακτηρίζει, απαλλάσσει τη γραφή της από δύο συνήθης νόσους, τουλάχιστον στην εποχή αυτή που ζούμε, τη διδαχή και τον αυτοθαυμασμό. Η λογοτεχνία της είναι κάτι το πολύ διαφορετικό, φαινομενικά ιδιωτική, αλλά με τον τρόπο της συμπεριληπτική, φαινομενικά αναχωρητική, αλλά έντονα πολιτική, φαινομενικά απότοκο της συγκεκριμένης χωροχρονικής συνθήκης, αλλά πέρα και έξω από κάθε τι συγκεκριμένο, φαινομενικά ποιητική, αλλά εξόχως ρεαλιστική, ένας χαμαιλέοντας γραφής που παίρνει το χρώμα δέρματος που έχει το βλέμμα που τον αντικρίζει.


Είχα καιρό να πάθω τέτοιο σοκ. Έψαξα και βρήκα και τα άλλα δύο βιβλία της που κυκλοφορούν στα ελληνικά, το ένα, Οι κρύες παιδικές νύχτες, εξαντλημένο, το άλλο, Παλιός κήπος Παλιά αγάπη, επίσης σε μετάφραση Νίκης Σταυρίδη, κυκλοφορεί. Διαβάζοντας τα βιβλία της Οζλού μου έρχονταν κατά νου αναγνώστριες στις οποίες θα άρεσε πολύ η συγγραφέας αυτή. Οι αναγνώστριες είναι πιο ανοιχτές σε δοκιμές, ίσως γιατί θυμούνται πώς ήταν/πώς είναι τα πράγματα εκεί έξω, η λογοτεχνική πατριαρχική συντήρηση, παρότι μοιάζει να πνέει εδώ και χρόνια τα λοίσθια, μέσα από τις στάχτες της αναγεννιέται και κρατάει με μανία το ρόπτρο της θύρας της αίθουσας της καλής λογοτεχνίας, ποιος θα μπει και ποια θα μείνει απέξω. 

Δεν υπάρχει αυτόφωτο αστέρι στον λογοτεχνικό γαλαξία. Υπάρχουν ωστόσο αστέρια ταμιευτήρες φωτός, που ακόμα και όταν βιολογικά σβήσουν, μοιάζουν με ήλιους. Τέτοια (και) η περίπτωση της Οζλού.

υγ. Για τους Αποσυνάγωγους περισσότερα θα βρείτε εδώ, παρέα με τον Α. κάναμε και μια ανάγνωση ενός συγκλονιστικού αποσπάσματος, το βρίσκετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Νίκη Σταυρίδη
Εκδόσεις Τσουκάτου

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Κακιά - Myriam Gurba

Σε φάση πλημμυρίδας, λίγο πριν από τις γιορτές, μια έκπληξη. Από το 2019, σε σταθερό βηματισμό, το έντυπο Yusra έχει καταφέρει να δημιουργήσει έναν πυρήνα ανατροφοδοτούμενου διαλόγου για το εδώ και το τώρα, διευρύνοντας ολοένα το αναγνωστικό κοινό. Η είδηση της επικείμενης κυκλοφορίας ενός βιβλίου, η συστέγαση ενός εκδοτικού οίκου στο περιοδικό εγχείρημα, δημιούργησε, όπως ήταν αναμενόμενο, προσδοκίες. Προσδοκίες ποικίλες, μεταξύ άλλων, η συγχρονία. Η Κακιά, της Μίριαμ Γκούρμπα, σε μετάφραση Ζωής Κόκκα και επιμέλεια Γιώτας Τεμπρίδου, με την ιδιαίτερη αισθητική στην έκδοση, ήταν πια στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

Η Σοφία, διέσχιζε ένα βράδυ το γήπεδο μπέιζμπολ της γειτονιάς, ένιωσε μια παρουσία, ήρθε αντιμέτωπη με τον βιαστή και δολοφόνο της. Το αίμα κύλησε σκούρο. «Ένας παρουσιαστής στις ειδήσεις περιέγραψε τον φόνο ως "τον μέχρι θανάτου ξυλοδαρμό με ρόπαλο μιας περαστικής στο Όουκλι Παρκ"», η Σοφία, η βιασμένη και νεκρή Σοφία ήταν για τον παρουσιαστή στις ειδήσεις μια περαστική, μια ανώνυμη περαστική, σε λάθος σημείο και σε λάθος στιγμή. Η Σοφία, όμως, ήταν και κάτι άλλο, μια Ιφιγένεια που θυσιάστηκε, στη θέση άλλων περαστικών στο Όουκλι Παρκ. Το προνόμιο, μεταξύ άλλων, εδράζεται και στην τυχαιότητα, στη συγκυρία, όχι στη σύνθετη μόνο, σε εκείνη που φέρνει στον κόσμο ένα άτομο, μη λευκό, μη αρσενικό, μη πλούσιο, μη προνομιούχο, αλλά και στην απλή συγκυρία, στην επιλογή διάσχισης ενός πάρκου, μια νύχτα. Η αφηγήτρια, που έχουμε κάθε λόγο να θεωρούμε πως ταυτίζεται με τη συγγραφέα, περνούσε και εκείνη από το πάρκο αυτό. Μάλιστα, ένα βράδυ παραλίγο θα ήταν η Σοφία ή η Ιφιγένεια, εκείνη γλίτωσε, το κακό είναι και αυτό σχετικό. «Η Σοφία είναι πάντα μαζί μου. Με στοιχειώνει. Η ενοχή είναι φάντασμα».

Η ενοχή του ελάχιστου προνομίου, της απλής σύμπτωσης, του τυχαίου που γεννά τον τρόμο του μη ελέγχου. Η αφηγήτρια θα πιάσει το νήμα από τη γέννησή της, σελίδα τη σελίδα θα πλησιάσει ως εκεί, μια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του χρόνου, μια σειρά από συμπτώσεις, μια σειρά από αποφάσεις, μια σειρά από απλά γεγονότα, όπως η απλή επιλογή της διάσχισης ενός πάρκου μια συγκεκριμένη νύχτα. Η ενοχή εκλύεται από δύο παρεμφερή σημεία, θα μπορούσα να είμαι εγώ, μπορεί να είμαι εγώ, δεν ήμουν εγώ, όχι ακόμα, ήταν η Σοφία, ήταν η κάθε Σοφία, η κάθε ανώνυμη και αβιογράφητη περαστική ενός πάρκου.

Φέτος το καλοκαίρι διάβασα Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, ήταν μια από τις πιο δυνατές εμπειρίες. Η αφήγηση της αδερφής της Λιλιάνα ακόμα διευρύνεται μέσα μου. Κυρίως γιατί ήρθε να σπάσει το απόστημα της περαστικής ενός πάρκου, των αρχικών ενός ονόματος, τον αριθμό μιας ηλικίας, μια ακόμα προσθήκη σε ένα άθροισμα δολοφονημένων γυναικών. Η αδερφή της έρχεται να συγκρουστεί με αυτό. Η Λιλιάνα υπήρξε. Η Λιλιάνα υπήρξε και δολοφονήθηκε.

Υπήρχε μια περίοδος που το μόνο που ενδιέφερε την αφηγήτρια ήταν το διάβασμα και η γυμναστική, αδιαφορούσε για ό,τι άλλο, να δυναμώσει το μυαλό, να δυναμώσει το σώμα, να καταστεί πρώτα ένας άρτιος αμυντικός μηχανισμός, ύστερα επιθετικός, η απειλή ήταν παντού. Πιάνομαι από το σημείο αυτό για δύο λόγους, ο πρώτος, προσωπικός και υποκειμενικός, γιατί ένιωσα μια κάποιου είδους, ανεδαφική το παραδέχομαι, ταύτιση, ένιωσα να καταλαβαίνω την εμμονή αυτή, με την αδυναμία στον πυρήνα, αδυναμία που γεννοβολά διαρκώς τρόμο που θέτει επί κινδύνω την ίδια την ύπαρξη· ο δεύτερος είναι γιατί διακρίνω εδώ μια επιφάνεια επιθετικότητας από την πλευρά του προνομίου του να νιώθεις άτρωτος και ασφαλής, νιώθω να ακούω, συνοδεία ενός μειδιάματος, έναν ψίθυρο, ύφους αμέτρητων καρδιναλίων, προς τι τέτοια επιθετικότητα, προς τι τέτοια στάση, αρκεί να προσέχει, τι φοράει, με ποιον κυκλοφορεί, πού πηγαίνει, η υπερβολή δεν μου αρέσει, νιώθω να λέει αυτός ο ψίθυρος, για να καταλήξει, χωρίς πρωτοτυπία, σε θεωρητικές ριπές, αυτό εδώ δεν είναι λογοτεχνία.

Υπάρχει αυτή η μερίδα του πληθυσμού, διόλου αναπάντεχα διαθέτει προνόμιο, που αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με όρους θεάματος, όταν βαρεθεί κάτι απλώς σταματάει να παρακολουθεί, διατυμπανίζει τη βαρεμάρα που του προκαλούν όλα αυτά, βαρέθηκα λέει με όλη αυτή την υπερβολή με τις γυναικοκτονίες, κούρασε όλο αυτό. Και κάπως έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, προστίθεται λίπασμα και κοπριά στο παρτέρι της ενοχοποίησης του θύματος και όσων προστρέχουν σε αλληλεγγύη. Πού είναι τα παλιά τα χρόνια που η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, αφορούσε ένα ελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού, ωραίες εποχές, ωραία χρόνια, η ομορφιά των εικόνων και των λέξεων, η συντήρηση σε χαμηλή θερμοκρασία.

Επιστρέφω στο μυθιστόρημα αυτό καθαυτό. Μετά τις πρώτες ποιητικές σελίδες, στις οποίες η αφηγήτρια μας μιλάει για εκείνο το βράδυ όταν η Σοφία βιάστηκε και δολοφονήθηκε, συνεχίζει με ένα πιο στακάτο, πιο θυμωμένο, πιο γυμνό βηματισμό, πιάνει την ιστορία της, της αφηγήτριας, από την αρχή. Η ποιητικότητα των πρώτων σελίδων, ίσως ξενίσει, ίσως φανεί κάπως γλυκερή, ιδιαίτερα σε σχέση με τον τίτλο του μυθιστορήματος, δικαιολογείται ωστόσο, ένας ελάχιστος φόρος τιμής στη Σοφία, στον οποίο η αφηγήτρια δεν κρύβει την αμηχανία που ένιωσε στο άκουσμα της είδησης, τις χαζές σκέψεις αναλογίας που της ήρθαν κατά νου, η πρωτεύουσα της Βουλγαρίας, το γιαούρτι, η Σοφία Λόρεν. Θα ήταν απάνθρωπη μια σοβαροφανής αντιμετώπιση, εκ των υστέρων σμιλεμένη, ανεξάρτητα από την όποια θεωρητική σκευή η χρονική απόσταση προσκόμισε. Ο τρόμος, ο θυμός, η οργή, η θλίψη, αρχικά προκαλούν μια αμηχανία, μια αποσύνδεση, μια συνθήκη εκτός πλαισίου, ένα κακό αστείο, ένα καθόλου αστείο λογοπαίγνιο, μια σκέψη βαλβίδα εκτόνωσης.

Στη συνέχεια, με την άνεση που η χωροχρονική απόσταση προσφέρει απλόχερα, η αφηγήτρια θα πιάσει το νήμα από την αρχή, θα φτάσει ως εκείνο το βράδυ, θα αναμετρηθεί με μια ενοχή άδικη αλλά υπαρκτή, όχι ενός στείρου ανθρωπισμού, κάτι του στυλ καλύτερα να είχαν βιάσει και δολοφονήσει εμένα, κροκοδείλια και υποκριτική στάση, αλλά μια ενοχή ανακούφισης, μια ενοχή σύμπτωσης, μια υπενθύμιση, ωστόσο, προς την ίδια την εαυτή της. Θυμός και οργή ακόλουθα της θλίψης και του φόβου.

Ας διευκρινίσουμε, ωστόσο. Το περιεχόμενο της αφήγησης από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό. Η όποια αρχική δυναμική του σύντομα θα εξασθενούσε και επειδή δεν έχει τη μορφή θεωρίας ή δημοσιογραφικού λόγου δεν θα είχε το απαραίτητο καύσιμο. Η Κακιά διαβάζεται σε υψηλή ένταση. Συμβαίνει και εδώ, όπως ακόμα πιο εμφανώς μου συνέβη διαβάζοντας Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, να υπάρχει μια διαρκής αμφιθυμία, ο ζόφος και η αναγνωστική απόλαυση, τι ντούετο, η ενοχή του αναγνώστη που απολαμβάνει μια σκληρότητα, που αντί να αποστρέφει το βλέμμα βυθίζεται στην ανάγνωση. Η Γκούρμπα λεκτικοποιεί την οργή, τον φόβο, τον θυμό, τη θλίψη, αρνείται να διαπραγματευτεί τα αίτια, αρνείται να διδάξει, δεν επαναφέρει διαρκώς το ζήτημα του προνομίου, εκείνο υπάρχει εκεί και κινείται παράλληλα, το θα μπορούσα να είμαι εγώ δεν είναι μια υποκριτική λούπα συναισθηματικού εκβιασμού και χειραγώγησης, θα μπορούσε να είναι εκείνη, θα μπορούσε να είναι όποια άλλη, θα μπορούσε να είναι εκείνη αλλού, μέρα μεσημέρι μέσα στο αυτοκίνητό της γυρίζοντας σπίτι της αρνούμενη να δεχτεί τον έλεγχο ενός ένστολου τέρατος, για παράδειγμα.

Η Γκούρμπα καταφέρνει και κάτι ακόμα σημαντικό, με έναν τρόπο φαινομενικά παράδοξο. Μιλάει για την εαυτή της, δεν επιχειρεί να μιλήσει στο όνομα της φυλής και του φύλου, όχι περισσότερο απ' όσο αυτά συνθέτουν μαζί με άλλα την ταυτότητά της. Και όμως, αντί αυτό να έχει ως αποτέλεσμα μια εγωκεντρική ιδιώτευση, μια αναχωρητικότητα με ρεαλιστικό μανδύα, η Κακιά πετυχαίνει να συμπεριλάβει, να ενσωματώσει, να αποτυπώσει το ζόφο. Το κάνει επειδή δεν το κάνει. Το κάνει γιατί δεν το εκβιάζει. Γιατί δεν το περιορίζει. Λέξεις κενές η ειλικρίνεια και η ρεαλιστική αποτύπωση. Δεν αρνούμαι, φλέρταρα μαζί τους, να τις προσθέσω στις αρετές. Είναι ωστόσο κενές. Είναι κενές γιατί δεν διακυβεύεται αυτό εδώ. Υπάρχει αυτή η παρεξήγηση, ηθελημένη σε μεγάλο βαθμό, η αυτομυθοπλασία να κρίνεται με βάση την ακρίβεια και την αλήθεια. Θυμάμαι και οργίζομαι με εκείνον τον γόνο που αμφισβήτησε τον βιασμό που διαπραγματεύεται ο Λουί στο δεύτερο βιβλίο του. Πρόσφατα έγραψα ένα κείμενο για τις Αδέσποτες σκύλες της Ντάλια ντε λα Σέρδα, διακρίνω ένα νήμα σύνδεσης μεταξύ των δύο βιβλίων, άσχετα που τις Αδέσποτες σκύλες τις περιβάλλει ένα (λεπτό) χαρτί μυθοπλασίας.

Η Κακιά είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο από ένταση, ένα παράδοξα τρυφερό και γεμάτο από οργή ανάθημα, μια αφήγηση γύρω από ένα εγώ που δημιουργεί ωστόσο έναν τόπο κοινό, που δεν ενισχύει απλώς την εικόνα μας για τον κόσμο, δεν επιβεβαιώνει ή σοκάρει, άραγε ποιους;, τα όσα γνωρίζαμε από πριν, δεν έρχεται με προγραμματικές θέσεις και προθέσειςκαι ίσως γι' αυτό τα καταφέρνει και σε αυτό το πεδίο, πέρα από εκείνο της καλής λογοτεχνίας.

υγ. Για Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, για τις Αδέσποτες σκύλες εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ζωή Κόκκα
Εκδόσεις Yusra