Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2020

Περί χρόνου και ποταμού - Thomas Wolfe


 

Στη θέα ενός πολυσέλιδου μυθιστορήματος μια φωνή φορτωμένη φόβο στις πλάτες της ακούγεται από τα παρασκήνια του μυαλού -εκεί από όπου εμφανίζονται επίσης οι ίλιγγοι, οι ενοχές, αλλά και τα όνειρα της ημέρας-: η απόλαυση είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τον διαθέτεις; Και ανάθεμα αν υπάρχει ποτέ απάντηση σε ένα ερώτημα όπως αυτό. Επίσης: Η διάσπαση της ανάγνωσης σε μικρές και αραιές δόσεις λειτουργεί αποξενωτικά -ως προς την προσδοκώμενη παράλληλη αυτή πραγματικότητα- και απογοητευτικά -ως προς την ψυχολογία του αναγνώστη. Και αν οι συνθήκες διαμορφώνονται, ο χρόνος εκ του μηδενός δεν γεννάται. Δεδομένων αυτών και παρούσης της παρασκηνιακής φωνής, η απόφαση λήφθηκε όταν το επικείμενο κενό δράσης του Αυγούστου δελέαζε και γεννούσε -τι άλλο παρά- προσδοκίες: Αυτός θα ήταν ο μήνας του Περί χρόνου και ποταμού

Μια τέτοια εμπειρία μοιάζει αδύνατον να αποτυπωθεί στο χαρτί, όσες σημειώσεις και αν κρατήσει κανείς, όσα ημερολογιακά αποσπάσματα και αν παραθέσει. Στην προκειμένη περίπτωση ο χρόνος που περνάει ο αναγνώστης με το βιβλίο δεν είναι ο βασικός συντελεστής για τη γέννηση της εμπειρίας. Με αναλογίες ίσως είναι πιο ασφαλές να μιλήσει κανείς, κι εγώ κάπως έτσι είχα νιώσει το εξάμηνο εκείνο που διάβασα το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Όπως και τότε, έτσι και τώρα, το συναίσθημα πως ο συγγραφέας επιχειρεί να χωρέσει τη ζωή στο μυθιστόρημα ήταν διάχυτο. Ο Φόκνερ, αναφερόμενος στον Γουλφ, το διατύπωσε ως εξής: "... ο Γουλφ προσπάθησε να πετύχει όσο ουδείς άλλος το αδιανόητο, προσπάθησε να συμπυκνώσει μέσα στη λογοτεχνία όλη την ανθρώπινη εμπειρία"

Η ιστορία ξεκινά με τον νεαρό ήρωα να στέκεται στην αποβάθρα του σιδηροδρομικού σταθμού μιας πόλης που βρισκόταν στους λόφους δυτικά της Κατόμπα παρέα με τη μητέρα του και την αδερφή του, περιμένοντας το τρένο εκείνο που θα τον μεταφέρει στη Νέα Αγγλία για σπουδές. Το τρένο φτάνει και οι δύο γυναίκες αποχαιρετούν τον νεαρό άντρα, ο οποίος επιβιβάζεται στο βαγόνι και το πολύωρο ταξίδι του προς τον βορρά ξεκινά. Η αναμονή του τρένου, η αμήχανη αυτή στιγμή σε έναν μη τόπο όπως η αποβάθρα ενός σιδηροδρομικού σταθμού, ενός τόπου ήδη μεταβατικού παρά την απουσία κίνησης, αποτυπώνει την αναμονή του νεαρού για τη νέα ζωή, για όλα εκείνα που τον περιμένουν μακριά από το μέρος που ως τώρα γνώριζε ως σπίτι του, μια αναμονή γεμάτη από προσδοκίες και φόβο. Αλλά και ο αποχαιρετισμός μητέρας και γιου, βιαστικός και θορυβώδης, τι άλλο παρά από μια κοπή ομφάλιου λώρου είναι, από έναν ακαριαίο απογαλακτισμό, που θέτει δια παντός ένα σημείο διαχωρισμού της ζωής σε πριν και μετά; Το Περί χρόνου και ποταμού ακολουθεί τον νεαρό ήρωα σε αυτό το ταξίδι, στην απόπειρά του να κατανοήσει τον εαυτό του και τον κόσμο, καταγράφοντας -μεταξύ πολλών άλλων- τους θριάμβους και τις πανωλεθρίες της νιότης, τα ύψη και τα βάθη της ύπαρξης, όλα εκείνα τα οποία εκ των υστέρων και μόνο δύναται να προσεγγιστούν με τη λογική αντί του συναισθήματος.  

Ο αναγνώστης θα φτάσει στη σελίδα 123 για να μάθει το όνομα του ήρωα, και μάλιστα όχι ευθέως, καθώς διαβάζει τη χαραγμένη στο εσωτερικό του ρολογιού αφιέρωση: "Στον Γιουτζίν Γκαντ Δώρο για τα δωδέκατα γενέθλιά του από τον αδερφό του Μπεν Χ. Γκαντ 3 Οκτωβρίου του 1912". Λίγο πιο κάτω (σελ.127) πληροφορούμαστε τον χρόνο: "ήταν ένα λεπτό μετά τα μεσάνυχτα, ξημέρωνε Κυριακή, τρεις Οκτωβρίου του 1920, κι εκείνος τραβούσε προς τη Βιρτζίνια [...]". Ο τρόπος με τον οποίο, καθ' όλη την έκταση του μυθιστορήματος, ο αφηγητής αποφεύγει να αποκαλέσει τον ήρωα με το όνομά του, είναι ορατός και προκαλεί την περιέργεια του τι μπορεί να κρύβεται πίσω από μια τέτοια συνειδητή συγγραφική απόφαση. Πρώτη φορά που τον ονομάζει Γιουτζίν είναι στη σελίδα 289, για να ακολουθήσει μια δεύτερη στη σελίδα 386 κ.ο.κ. Στην πορεία του μυθιστορήματος υπάρχουν κάποια κεφάλαια στα οποία τον αποκαλεί με το όνομά του συχνά-πυκνά, κάτι που τελικά αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα. Η μη χρήση του ονόματος του ήρωα μοιάζει να λειτουργεί αποπροσωποποιητικά. Από τη μία μετακινώντας τον Γιουτζίν από το επίκεντρο της δράσης αναδεικνύονται τα δευτερεύοντα -άκρως σημαντικά στη συνολική πλοκή- πρόσωπα, ενώ από την άλλη στο πρόσωπο του νεαρού άντρα συσσωρεύεται ένα πλήθος νεαρών αντρών που φέρουν παρόμοια χαρακτηριστικά και ανησυχίες. 

Το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται ως αυτοβιογραφικό. Ακόμα και αν ο Γουλφ επιθυμούσε να διατηρήσει εαυτόν εκτός, κάτι τέτοιο θα ήταν πρακτικά αδύνατο, ο κόσμος που επιχειρεί να συμπεριλάβει δεν είναι άλλος παρά ο δικός του κόσμος. Και υπό το πρίσμα του αυτοβιογραφικού ο παραπάνω συλλογισμός περί ονόματος λαμβάνει νέες υποθέσεις, καθώς ίσως να μην είναι απλό να αποκαλείς τον εαυτό σου με ένα άλλο όνομα, παρότι αρχικά κάτι τέτοιο έμοιαζε ιδανική, αν και σχηματική, κρυψώνα. Η πλοκή τού μυθιστορήματος αποτελείται από μια σύνθεση επεισοδίων της ζωής του νεαρού, στα οποία οι συμπρωταγωνιστές του έχουν κομβικό ρόλο. Ο Γουλφ -πέραν των τόσων άλλων- πετυχαίνει να δημιουργήσει αξέχαστους δευτερεύοντες χαρακτήρες σχεδόν από το τίποτα. Η ανθρώπινη επαφή κατέχει βαρύνουσα σημασία στην πορεία του ατόμου, στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται ο χαρακτήρας του, αλλά και στη χάραξη της διαδρομής και στις αποφάσεις που καλείται να πάρει. Η τελική συγγραφή του μυθιστορήματος υπήρξε η συρραφή και η εξέλιξη αποσπασμάτων, σημειώσεων, δοκιμίων, ακόμα και θεατρικών έργων. Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε οκτώ βιβλία, η ονοματοδότηση των οποίων αποτελεί σαφέστατα ερμηνευτικό κλειδί για το ταξίδι του ήρωα. i. Ορέστης: Η φυγή πριν τη μανία, ii. Ο νεαρός Φάουστους, ii. Τηλέμαχος, iv. Πρωτέας: Η πόλη, v. Το ταξίδι του Ιάσονα, vi. Ανταίος: Στη γη ξανά, vii. Ο Κρόνος και η Ρέα: Το όνειρο του χρόνου, viii. Ο Φάουστ και η Ελένη. 

Παρότι η πλοκή και οι χαρακτήρες κυριαρχούν κατά την ανάγνωση, κάτι τέτοιο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει γλωσσική υστέρηση, απεναντίας, η γουλφική γλώσσα, με τις εναλλαγές και τα λυρικά της ξεσπάσματα, την ορμή και τον πλούτο της, είναι εκείνη που προάγει την πλοκή και αναδεικνύει τα πρόσωπα. Το Περί χρόνου και ποταμού -ανάμεσα σε τόσα άλλα- είναι και ένα μυθιστόρημα που διαπραγματεύεται το θέμα της γραφής. Οι κατάλληλες συνθήκες, η αυτοπειθαρχία, οι τύψεις, οι προσδοκίες, η ματαιοδοξία και η ματαίωση είναι παρούσες ως οφείλουν να είναι. Η επιθυμία να βιοπορίζεται κανείς μέσω της συγγραφής είναι επίσης παρούσα, διαχρονική και αδιέξοδη. Ο προβληματισμός για την ακαδημαϊκή ένταξη της συγγραφής, για το αν είναι κάτι το οποίο διδάσκεται, συναντάται επίσης. Υπάρχει όμως και πολλή αγάπη για τη λογοτεχνία, για την ανάγνωση, για τη γνώση, για τις βιβλιοθήκες, τις δυσεύρετες ευτελείς εκδόσεις και τη συσσώρευση βιβλίων, αγάπη που περιλαμβάνει και τα στερεότυπα περί γραφής (βλ. γαλλική λογοτεχνία). Και αν γράφοντας ο Γουλφ επιχείρησε να εντάξει στο έργο του το όλο, κάτι αντίστοιχο επιχείρησε να κάνει και ζώντας, να συλλέξει, δηλαδή, το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας. 

Η ανάγνωση του Περί χρόνου και ποταμού -ανάμεσα σε άλλα- απάντησε με σαφήνεια στο ερώτημα περί μεγάλου αμερικανικού μυθιστορήματος, και δικαιολόγησε -εν μέρει- τη μανία για τη συγγραφή του επόμενου. Η ανάγνωση αυτή επίσης επιβεβαίωσε την αδυναμία μου στη μεγάλη φόρμα, την ανάγκη μου για καταφυγή στις φτερούγες της, αλλά και την υπεροχή της παρότι η εποχή μοιάζει να απαιτεί ολοένα και μεγαλύτερη συντομία, ελπίζοντας να αποσπάσει τον αναγνώστη από τις αποσπάσεις του, έχοντας αποδεχτεί πως ο χρόνος που της αναλογεί είναι το κενό ανάμεσα στον θόρυβο. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα βιβλίο από τα οκτώ, τότε θα ήταν το δεύτερο, εκεί που ο αναγνώστης, ο παθιασμένος αναγνώστης για τον οποίο η λογοτεχνία είναι ζωτικής σημασίας υπόθεση, θα ταυτιστεί αντικρίζοντας τις σκέψεις του στο χαρτί.

Το Περί χρόνου και ποταμού δεν είναι κάποιο ξεχασμένο και μη αναγνωρισμένο έγκαιρα έργο. Ευπώλητο ήδη από την κυκλοφορία του το 1935, έτυχε θερμής υποδοχής από την πλειοψηφία των κριτικών και των συγγραφέων. Εξαιρέσεις θα υπάρχουν πάντοτε. Ενώ στη συνέχεια, όπως συμβαίνει με τα αριστουργήματα, ο χρόνος του προσέδωσε λάμψη. Ο πρόωρος θάνατος του Γουλφ έβαλε φρένο στη συνέχεια. Η έκδοση του Περί χρόνου και ποταμού στα ελληνικά από τις εκδόσεις Εξάντα αποτελεί ένα σημαντικό εκδοτικό γεγονός από πολλές απόψεις, μια παρακαταθήκη για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Η εμπνευσμένη μετάφραση του Γιάννη Λειβαδά είναι η απαραίτητη γέφυρα.

 

Μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς
Εκδόσεις Εξάντα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου