Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2020

Περί της εν ύπνω κομψότητος - Vizconde de Lascano Tegui


Η παγκόσμια λογοτεχνία -και όχι μόνο η λογοτεχνία- διαθέτει καλά κρυμμένα μυστικά. Έργα και συγγραφείς που στον καιρό τους δεν εκτιμήθηκαν -για τον έναν ή τον άλλο λόγο. Μια ακόμα τέτοια περίπτωση είναι αυτή του Υποκόμη ντε Λασκάνο Τέγκι. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Εμίλιο γεννήθηκε στην Ουρουγουάη το 1887, γιος Αργεντινού και Ουρουγουανής, έφυγε στα είκοσι ένα του για την Ευρώπη, όπου, παράλληλα με το να γράφει ποίηση, ταξίδεψε περπατώντας στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Βόρεια Αφρική. Το 1909 αποφασίζει να αποδώσει στον εαυτό του έναν τίτλο τιμής και από εκείνη τη στιγμή υπογράφει ως Υποκόμης, έστω και χωρίς κομητεία. Θα εγκατασταθεί στο Παρίσι και θα κάνει διάφορες δουλειές. Θα συνεχίσει να γράφει. Υπήρξε φίλος με τον Πικάσο και τον Απολλιναίρ. Φέτος, χάρη στις εκδόσεις Opera και τον αεικίνητο Αχιλλέα Κυριακίδη, κυκλοφορεί στα ελληνικά το Περί της εν ύπνω κομψότητος, γραμμένο στα ισπανικά το 1925 σε έκδοση του συγγραφέα. Βιβλίο που μέχρι το 1994, όταν και επανεκδόθηκε από τον παρισινό εκδοτικό οίκο Le Dilettante, είχε περιέλθει στη λήθη, παρότι θεωρήθηκε πρόδρομος των έργων του Ζενέ, μεταξύ άλλων. Τίποτα δεν είναι πιο θλιβερό από το να γίνεσαι αποδεκτός, ισχυρίζεται στη σελίδα τριάντα εννέα ο αφηγητής του ιδιότυπου αυτού ημερολογίου.

Αυτό το ημερολόγιο που τηρώ ανόρεχτα ενώ πέφτει το βράδυ, δεν αποτελεί τόσο απεικόνιση όσων μου συμβαίνουν, όσο ανάκληση συμβάντων που η ανάμνησή τους περνάει την πένα της από το μέτωπό μου, θα σημειώσει ο αφηγητής, δίνοντας έτσι, από τις πρώτες σελίδες ήδη, το στίγμα του βιβλίου αυτού. Ένα ημερολόγιο καταγραφής της δύναμης που ασκεί η ανάμνηση στο παρόν, που αναγκάζει τον ανόρεχτο αφηγητή να υπακούσει στον τρόπο με τον οποίο το βίωμα καθορίζει το παρόν, οι καταχωρήσεις αυτές μοιάζουν με σημειώσεις ενός έγκλειστου στο παρελθόν, γεγονότα που δεν αναθυμάται απλώς ο αφηγητής αλλά γεγονότα με τα οποία έρχεται αντιμέτωπος. Ζώντα απομνημονεύματα. Παρότι εν πολλοίς εντοπίζει κανείς γνώριμα χαρακτηριστικά της ημερολογιακής γραφής, όπως η παρουσία γεγονότων μεταξύ τους -φαινομενικά- άσχετων, οι διακυμάνσεις στην αφήγηση και η παρουσία ενός εγώ ολοένα και πιο ανιχνεύσιμου στην πορεία των καταγραφών, το Περί της εν ύπνω κομψότητος πολύ απέχει από το να θεωρηθεί ένα τυπικό δείγμα ημερολογίου. Ο τρόπος με τον οποίο ανατρέχει στα παρελθοντικά αυτά περιστατικά είναι συναισθηματικά ουδέτερος, καμία νοσταλγία δεν απορρέει από εκείνες τις ημέρες, ακόμα και η απόπειρα για κατανόηση δεν είναι πάντοτε ευκρινής. Αυτό όμως καθόλου δεν συνεπάγεται την έλλειψη επικοινωνίας με τον συναισθηματικό του κόσμο, την επίγνωση της ανάγκης του για αγάπη, την απέχθειά του προς την αποδοχή, την αμφιβολία γύρω από την ικανότητά του να πραγματοποιήσει έναν φόνο. Η αδρή χάραξη του παρόντος, με νύξεις που γυρεύουν τις ρίζες τους στο παρελθόν (ο κακός βραδινός ύπνος, η αναρώτηση σχετικά με το τι θα μπορούσε να περιμένει από εκείνον ο πατέρας του, η πρόθεση να γράψει ένα μυθιστόρημα με ήρωα τον συφιλιδικό Δον Ζουάν), λειτουργεί ως κάποιου είδους γέφυρα που ενώνει τις όχθες του χτες και του σήμερα, σκιαγραφώντας τον αφηγητή και προετοιμάζοντας τον αναγνώστη για την κορύφωση των τελευταίων σελίδων. Το ημερολόγιο ενός  διαφθορέα του Σέρεν Κίρκεγκορ αποτελεί πρόδρομο του Περί της εν ύπνω κομψότητος, αν και εδώ ο συγγραφέας δεν νιώθει την υποχρέωση να κρυφτεί πίσω από την ανωνυμία, ούτε και από το λογοτεχνικό εύρημα της εύρεσης κάποιων σελίδων, ενώ η ηθική, και πόσο μάλλον η εκπορευόμενη από τον χριστιανισμό, δεν έχει θέση στην αφήγηση αυτή. Ο αφηγητής δεν νιώθει πως προκαλεί με όσα καταγράφει, γεγονός το οποίο προκαλεί τα ήθη της εποχής -και όχι μόνο. 

Το πιο ενδιαφέρον ίσως απόσπασμα του βιβλίου είναι εκείνο στο οποίο μετακινείται το συναισθηματικό και ταυτόχρονα λογικό κέντρο βάρους της τέλεσης ενός εγκλήματος. Καταγράφει, λοιπόν, ο αφηγητής: Μήπως μου λείπει το θάρρος; Μήπως δεν έχω τόση δύναμη ώστε να μαχαιρώσω χωρίς να λιποθυμήσω τον άγνωστο πάνω στον οποίο θα 'παιζα το πιο επικίνδυνο χαρτί της ζωής μου; Αν φαίνεται εύκολο να σκοτώσεις, είναι άραγε το ίδιο εύκολο να ξεφύγεις από τη συνείδηση που σε καταδίδει και σ' έχει ήδη εξαντλήσει στην ανάλυση, ήδη απ' την παραμονή του φόνου; Το θάρρος είναι μια λογοτεχνική ματαιοδοξία του εγκληματία. Απόσπασμα που συνοψίζει με αρκετή σαφήνεια τη  στάση του αφηγητή. Ο τρόπος με τον οποίο θα σχεδιάσει κανείς έναν φόνο, έτσι ώστε να αποφύγει τις συνέπειες του νόμου, η εξαντλητική αυτή διαδικασία και η κορύφωσή της, η τέλεση του φόνου, αποτελεί την πραγματική δυσκολία, εκεί έγκειται η έλλειψη του θάρρους για τον αφηγητή, το τίμημα που ίσως κληθεί να καταβάλλει, να σκοτώσεις κάποιον είναι εύκολο, στη διαφυγή έγκειται η δυσκολία. Ο αφηγητής του Λασκάνο Τέγκι, που μια ανάλυση τον θεωρεί μεγάλο αδερφό του Μερσώ, δεν περιγράφει το μετά της τέλεσης ενός εγκλήματος, αλλά το κενό που προηγείται και οδηγεί σε αυτό, αποτυπώνοντας κατά αυτό τον τρόπο την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής, που ως προς αυτό τόσο ομοιάζει με τη σημερινή. Και μιλώντας για την επιρροή τού Λασκάνο Τέγκι στη μετέπειτα λογοτεχνία, θα είχε ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς παράλληλα το Περί της εν ύπνω κομψότητος με την Επέκταση του πεδίου της πάλης του πρωτόλειου μυθιστορήματος του Μισέλ Ουελμπέκ.

Η έκδοσης του Περί της εν ύπνω κομψότητος αποτελεί ένα σημαντικό εκδοτικό γεγονός. 

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Opera   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου