Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2020

Hell's Angels - Hunter S. Thompson




Σε ανύποπτη στιγμή είχα ακούσει πως επρόκειτο να κυκλοφορήσει το βιβλίο αυτό. Στο άκουσμα της επικείμενης έκδοσης ενός ακόμα βιβλίου του Τόμπσον στα ελληνικά ενθουσιάστηκα. Πέρασε όμως καιρός χωρίς καμιά νεότερη πληροφορία, και κάπως το ξέχασα. Επαναπαύεται κανείς στο γεγονός πως σε μια τυχαία βόλτα στο βιβλιοπωλείο θα αντικρίσει το βιβλίο εκείνο που περίμενε με πάθος να κυκλοφορήσει και που στο ενδιάμεσο το αμέλησε, καθώς το πάθος του διοχετεύτηκε σε κάποια άλλα. Δεν συμβαίνει μόνο με τα βιβλία αυτό. Και αν ένα πρωί, απόρροια κάποιου ονείρου ή μιας διαδοχής άσχετων μεταξύ τους σκέψεων, δεν αναρωτιόμουν τι να απέγινε εκείνη η έκδοση, σκέψη που αρθρώθηκε ψηφιακά και απαντήθηκε πάραυτα, ίσως ακόμα και σήμερα, παρά τις όποιες βόλτες σε ενημερωμένα βιβλιοπωλεία, να αγνοούσα το γεγονός πως ένα ακόμα βιβλίο του Τόμπσον κυκλοφορεί στα ελληνικά. Και θα συνέβαινε αυτό καθώς το βιβλίο αποτελεί μέρος της σειράς Modern Classics, η οποία διατίθεται αποκλειστικά στα καταστήματα Public. 

Όπως είναι γνωστό, δεν υπάρχει κάποιος μαθηματικός τύπος που να προσδιορίζει με ακρίβεια τη χρονική απόσταση ανάμεσα στην απόκτηση και την ανάγνωση ενός βιβλίου. Κάποιες φορές η απόσταση τείνει  στο μηδέν, καθώς η ανάγνωση έχει αρχίσει πριν τη λογιστική καταγραφή της συναλλαγής, αφού ο αναγνώστης κατευθύνεται προς το ταμείο διαβάζοντας τις πρώτες σελίδες, ενώ κάποιες άλλες φορές η χρονική απόσταση τείνει στο άπειρο, και φυσικά αίτια καθιστούν σε ανύποπτη στιγμή τη χρονική απόσταση σε μέγεθος αδύνατο να προσδιορισθεί. Η τυχαιότητα βασιλεύει και εδώ, και ας επιχειρούμε, άνθρωποι καθώς είμαστε, να τη ντύσουμε με τα ενδύματα της προσωπικής επιλογής. Θέλω να πω πως παρά τον αρχικό ενθουσιασμό της απόκτησης του Hell's Angels, αρκετές μέρες πέρασαν, μέρες κατά τις οποίες το παραμέριζα καθώς αναζητούσα στο ράφι με τα αδιάβαστα την επόμενη ανάγνωση, και ίσως, αν δεν διάβαζα το μυθιστόρημα του Ανυφαντάκη, κάποιοι άλλοι, στο οποίο υπάρχει μια μικρή, ελάχιστη η αλήθεια είναι, αναφορά στο βιβλίο του Τόμπσον, ακόμα να βρισκόταν στο ράφι με τα αδιάβαστα, ράφι το οποίο μετά τα Χριστούγεννα γνωρίζει πιένες όπως μπορεί κανείς να φανταστεί. Ήταν όμως η ελάχιστη αυτή αναφορά ικανή να υφάνει μια αναγνωστική διαδοχή, το ένα βιβλίο πρότεινε το επόμενο.

Και αφού ανέλυσα τόσο την απόκτηση όσο και την τελική ανάγνωση του βιβλίου αυτού, αξίζει, πιστεύω, να γίνει αναφορά στην παντελή έλλειψη οποιασδήποτε κριτικής, καταγεγραμμένης τουλάχιστον στη biblionet κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή που γράφεται το κείμενο αυτό. Να πέρασε απαρατήρητος ένας συγγραφέας όπως ο Τόμπσον το θεωρώ δύσκολο, ενώ και το θέμα του βιβλίου είναι ιντριγκαδόρικο. Συμφωνώ πως κανείς δεν περιμένει ουρές αναγνωστών έξω από τα βιβλιοπωλεία, όχι μόνο γι' αυτό, αλλά και για οποιοδήποτε βιβλίο κυκλοφορεί, όμως και αυτό το άλλο άκρο, να μην υπάρχει δηλαδή η οποιαδήποτε αναφορά σ' αυτό, προκαλεί επίσης απορία και ερωτήματα. Δεν ξέρω κατά πόσο θα κινδύνευε κανείς να εμπλακεί σε θεωρίες συνωμοσίας επιχειρώντας να διακρίνει τους τρόπους με τους οποίους τα βιβλία φτάνουν στα γραφεία των κριτικών ή των συστηματικών αναγνωστών. Υποθέτω όμως πως ο τρόπος που το Public έχει επιλέξει να προωθεί τα βιβλία των εκδόσεών του σίγουρα παίζει κάποιο ρόλο. Το ζήτημα της διαφημιστικής δαπάνης δεν το γνωρίζω καθόλου, οπότε το αφήνω εκτός συλλογισμού. Πρόκειται για το κατάστημα εκείνο με τα περισσότερα φυσικά σημεία πώλησης στην Ελλάδα, χώρια το ηλεκτρονικό σκέλος της επιχείρησης. Αυτό το γεγονός από μόνο του δίνει ένα τεράστιο αβαντάζ τόσο ως προς τη διανομή όσο και ως προς την τοποθέτηση του προϊόντος. Μοιάζει όμως να μην έχει κάποια επιρροή σε αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε χώρο του βιβλίου.

Και τώρα είναι η στιγμή να πούμε λίγα λόγια για το βιβλίο αυτό! Πρώτα, νομίζω πως οφείλω να αιτιολογήσω την προσμονή μου για τη συγκεκριμένη έκδοση. Το πρώτο βιβλίο του Τόμπσον που διάβασα ήταν το Μεθυσμένο ημερολόγιο, όταν κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οξύ. Η παρουσία του Θάνου Ανεστόπουλου στο πάνελ της παρουσίασης ήταν αρκετή τότε για μένα. Θυμάμαι ακόμα την αποφορά αλκοόλ της κάθε σελίδας, την αγωνία για επιβίωση του αφηγητή, αυτή τη ζάλη που μόνο όποιος έχει ζήσει μπορεί να αποδώσει, ζάλη αντίστοιχη εκείνης του πρόξενου Τζέφρυ. Αυτή η διαφορετική εκδοχή της ρεαλιστικής και βιωματικής γραφής, αυτή η παντελής απουσία διδακτισμού και ωραιοποίησης, αυτή η περιδιάβαση στα βάθη της ψυχής, στο περιθώριο της ύπαρξης, το φλερτάρισμα με την άκρη του γκρεμού. Αργότερα είδα την κινηματογραφική εκδοχή του Φόβος και παράνοια στο Λας Βέγκας, το βιβλίο, από τις εκδόσεις Πατάκη, όσο και αν το έψαξα τότε δεν το βρήκα. 

Τα βιβλία του Τόμπσον δεν θα μπορούσε κανείς να τα κατατάξει ούτε στη fiction ούτε στη non-fiction κατηγορία, όχι αποκλειστικά τουλάχιστον. Τα βιβλία αυτά ανήκουν στην αρκετά θολή κατηγορία όπου το βίωμα, η δημοσιογραφική έρευνα και η λογοτεχνία συναντώνται, η λογοτεχνία γίνεται ζωή, θαρρείς. Ο αφηγητής ενεργεί εντός της ιστορίας, επηρεάζοντας την εξέλιξη σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, λαμβάνει αποφάσεις όχι από την απόσταση του γραφείου αλλά τη στιγμή της δράσης. Η αποτύπωση στο χαρτί, που ακολουθεί μετά, είναι ένα ιδιότυπο ρεπορτάζ. Συγγραφείς-δημοσιογράφους όπως ο Τόμπσον δεν τους ενδιαφέρει το ρεπορτάζ αλλά η εμπειρία του ρεπορτάζ, πλησιάζουν αυτό που τους κινεί την περιέργεια. Αυτό συμβαίνει στο Hell's Angels άλλωστε. Ο Τόμπσον θέλησε να περάσει κάποιο καιρό μαζί με τους άγριους αυτούς τύπους από προσωπική περιέργεια, χωρίς να είναι εξασφαλισμένη η επιτυχία του κομματιού που θα έγραφε, έμεινε μαζί τους για σχεδόν ένα χρόνο επειδή ένιωθε μια ιδιότυπη έλξη κυκλοφορώντας ανάμεσά τους, ταξιδεύοντας μαζί τους από συνάντηση σε συνάντηση, με τη δημοσιογραφική ταυτότητα σε πρώτη ζήτηση. 

Το πιο ενδιαφέρον ίσως στοιχείο του βιβλίου είναι η απουσία οποιασδήποτε διάθεσης του συγγραφέα να κρίνει και να κατατάξει τους Hell's Angels σε κάποια κατηγορία του ηθικού κώδικα. Είναι τέτοιος ο τρόπος του, που σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει να μην τους θεωρεί κάτι τόσο σημαντικό, σίγουρα όχι κάτι τόσο τερατώδες όπως αυτό που παρουσιαζόταν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να αποτυπώσει την εμπειρία του στο χαρτί, τον χρόνο που πέρασε δίπλα τους. Θυμίζει λίγο τους κατοίκους των Εξαρχείων, για να δώσω ένα παράδειγμα σύγχρονο και κατανοητό. Οι κάτοικοι των Εξαρχείων παρουσιάζουν την καθημερινότητά τους σε φίλους και γνωστούς, ως προσωπική εμπειρία, ακυρώνοντας τις υπερβολές των μέσων, αλλά αναγνωρίζοντας και τις παθογένειες της γειτονιάς. Ο Τόμπσον ακόμα και όταν καταδεικνύει τα ψέματα και τις υπερβολές του Τύπου και της τηλεόρασης δεν το κάνει με διάθεση υπεράσπισης τους, αλλά με πρόθεση να αναδείξει τη δύναμη που έχουν τα μέσα να χειραγωγούν, να προκαλούν αναταραχή, να κάνουν την τρίχα τριχιά. Και βέβαια τον τρόπο του συστήματος να μετατρέπει τους εχθρούς του σε φίλους, να τους χρησιμοποιεί, για όσο του είναι χρήσιμοι. Η πολιτική ήταν και είναι πάντοτε σημαντικό και οργανικό μέρος της κοινωνίας, και όσοι επιχειρούν να μειώσουν και να απαξιώσουν την αξία της ενεργούν εκ του πονηρού. Όλες εκείνες τις ομάδες ή μονάδες που σε κάθε ευκαιρία διατρανώνουν τον μη πολιτικό χαρακτήρα τους είναι να τις φοβάται κανείς, γιατί την κρίσιμη στιγμή η απόφαση που θα πάρουν θα 'ναι διαμορφωμένη από το μίσος και μια αόριστη πατριωτική περηφάνια, ενάντια στα συμφέροντα των πολλών.

Έτσι το βιβλίο αυτό, εκτός της εγκυκλοπαιδικής πλευράς του σχετικά με τους Hell's Angels, του μύθου μιας εποχής και γενιάς, μιας δεκαετίας που τόσα και τόσα γέννησε στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, είναι και ένα πολιτικό βιβλίο. Οι αναλογίες του τότε με το σήμερα είναι τρομακτικές, ενώ ενδιαφέρον έχει να αναλογιστεί κανείς ποιοι θα μπορούσαν να είναι οι Hell's Angels της εποχής μας, και πώς αντιμετωπίζονται αυτές οι ομάδες από το σύστημα, πώς διαμορφώνεται η μυθολογία τους, πώς αντιστρέφεται το κλίμα απέναντί τους. Η αποτύπωση μιας εποχής με ιδιότυπο λεξιλόγιο και ελάχιστες ευθείες αναλογίες με τις δικές μας προσλαμβάνουσες, και αυτό μάλιστα σε συνδυασμό με τον ιδιαίτερα παρορμητικό τρόπο γραφής του Τόμπσον μετατρέπουν τη μετάφραση του Θάνου Καραγιαννόπουλου σε έναν μικρό άθλο.

Μετάφραση Θάνος Καραγιαννόπουλος
Εκδόσεις Public                    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου