Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2020

Βάθος πεδίου



Υπάρχει μια φωτογραφία που θέλω να δεις, είπε και βάλθηκε να μου εξηγεί πού θα έπρεπε να ψάξω για να τη βρω. Του χαμογέλασα, του είπα πως όλα θα πάνε καλά και να μην ανησυχεί, τον καληνύχτισα -ούτε φιλί ούτε αγκαλιά- και έφυγα κλείνοντας κάπως άτσαλα πίσω μου την πόρτα του δωματίου. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα ζωντανό. Λίγες ώρες αργότερα η καρδιά του θα τον πρόδιδε, για ακόμα μια φορά. Οι γιατροί δεν πρόλαβαν. Δεν κατάλαβα, παρά μέρες μετά, όταν τελικά αντίκρισα τη φωτογραφία, τι ήταν εκείνο το τόσο σημαντικό σε αυτή.

Δυσκολεύτηκα να τη βρω. Δεν τα παράτησα όμως. Ήταν η τελευταία του επιθυμία. Είμαι σίγουρος πως ήξερε ότι θα πεθάνει το ίδιο εκείνο βράδυ, το ένιωθε, και δεν ήθελε να πάρει μαζί του αυτό το, για τόσα χρόνια, καλά φυλαγμένο μυστικό, αυτό το οικογενειακό κειμήλιο. Προτίμησε να τον κατηγορώ νεκρό, που δεν μου έδειξε τη φωτογραφία νωρίτερα, παρά να μην τη δω ποτέ. Οι οδηγίες του -ό,τι μπορούσα ν' ανακαλέσω- δεν με βοήθησαν ιδιαίτερα. Ο πατέρας μου είχε ένα ιδιαίτερο ταλέντο στο να καταχωνιάζει πράγματα. Βέβαια, όταν τα γύρευε, δεν τα έβρισκε ποτέ. Σαν σκύλος που σκάβει και παραχώνει φαγητό όσο είναι χορτάτος, για τις μέρες που θα 'ρθουν. Ίσως, όμως, όταν κρύβουμε κάτι, να μην το κρύβουμε από τους άλλους, αλλά από τον ίδιο μας τον εαυτό, ίσως αυτός να είναι ο μοναδικός τρόπος για να προχωρήσουμε, ίσως και να μη γίνεται αλλιώς. Ήταν τέτοιο το σοκ όταν αντίκρισα τη φωτογραφία που πέρασαν μέρες -ίσως και ένας ολόκληρος μήνας- μέχρι να διαβάσω τις λέξεις στην πίσω πλευρά, και αυτό δεν έγινε παρά τυχαία, όταν μου γλίστρησε από τα χέρια και έπεσε στο πάτωμα ανάποδα. «Αυτές ήταν μέρες, υπέροχες μέρες, όταν όλα έμοιαζαν εφικτά, όταν οι τρεις μας ήμασταν μαζί». Δίπλα, πιο αχνά, η ημερομηνία: 11/4/1983. Τα δεύτερα γενέθλιά μου. Ντυμένος κοκοράκι, καθισμένος μπροστά από μια τούρτα με δύο κεράκια αναμμένα, κοιτάζω ευθεία τον φακό, ενώ πίσω μου, σαφώς απροετοίμαστοι για τη γενέθλια λήψη, οι δικοί μου, λίγο πριν αγκαλιαστούν ή λίγο μετά, αγγίζονται ακόμα με τις άκρες των δακτύλων, κοιτάζονται στα μάτια με τον τρόπο που κοιτάζονται οι εραστές, δεν είναι απλώς αγαπημένοι, είναι εραστές, το χαμόγελό τους είναι πονηρό, ένα σεξουαλικό κάλεσμα, μια υπόσχεση για τη νύχτα που θα 'ρθει ή μια ανάμνηση από τη νύχτα που προηγήθηκε.

Τι να απέγινε τόσος έρωτας;

Η μητέρα μου δεν ήρθε στην κηδεία. Η μητέρα μου προφανώς δεν ήρθε στην κηδεία. Ούτε εκείνος θα ερχόταν στη δική της. Ορκισμένοι εχθροί μέχρι τέλους, κυριολεκτικά. Α ναι, είπε ουδέτερα, χωρίς έκπληξη, σχεδόν χωρίς ερωτηματικό, και αυτή ήταν η μόνη αντίδραση στο άκουσμα του τέλους του. Δεν της έδειξα τη φωτογραφία, με τα χρόνια ξέρεις τι έχει νόημα και τι όχι, με τα χρόνια αποδέχεσαι και εγκαταλείπεις την προσπάθεια, με τα χρόνια συνηθίζεις, τα πάντα συνηθίζεις με τα χρόνια. Αναρωτήθηκα αν είχε και εκείνη κάποια αντίστοιχη τριαδική λήψη, καταχωνιασμένη σε κάποιο συρτάρι. Τις Κυριακές έτρωγα εναλλάξ με τους δικούς μου, τη μια σε εκείνον, την επόμενη σε εκείνη. Η ρουτίνα δεν διασαλεύτηκε ούτε από τον θάνατό του, απλώς πλέον κάθε δεύτερη Κυριακή είχα απαλλαγή από τη μονογονεϊκή υποχρέωση. Εκείνη την Κυριακή, φεύγοντας, ζήτησα και πήρα μαζί μου το άλμπουμ με τις φωτογραφίες απ' όταν ήμουν παιδί. Δεν έδειξε να της κάνει εντύπωση. Πάτησε σε μια καρέκλα, κατέβασε το άλμπουμ, το ξεσκόνισε πρόχειρα και μου το έδωσε. Με φίλησε ενώ εγώ ήδη πατούσα το κουμπί του ασανσέρ.

Πριν ανοίξω το άλμπουμ, έπιασα ξανά να παρατηρώ τη φωτογραφία των τριών μας. Τι να απέγινε τόσος έρωτας; Εγώ μια σταλιά, ανυποψίαστος για όσα λάμβαναν χώρα πίσω από την πλάτη μου, ανυποψίαστος και στη συνέχεια με όσα έγιναν και οδήγησαν μέχρι το διαζύγιο. Φωτογραφίες έχω μόνο μετά τον χωρισμό τους, στις περισσότερες είμαι μόνος, σπάνια έχω κάποια με τη μητέρα μου μαζί, εκείνη άλλωστε είχε συνήθως τον ρόλο του φωτογράφου. Ο πατέρας μου δεν συμπαθούσε τις φωτογραφίες, όλα είναι εδώ, έλεγε και με τον δείκτη σημάδευε τον κρόταφο. Ανοίγω το άλμπουμ. Μια από τις πρώτες φωτογραφίες είναι από τις διακοπές το καλοκαίρι του '84, μάλλον οι πρώτες διακοπές μετά το διαζύγιο, οι πρώτες από αρκετές που ακολούθησαν έκτοτε, μέχρι που σταμάτησα να πηγαίνω μαζί τους, προτιμώντας τους φίλους και τις εκάστοτε συντρόφους για παρέα. Είμαστε οι δυο μας, σε κάποιο παραθαλάσσιο μέρος, η θάλασσα στο βάθος το μαρτυρά, εγώ είμαι καβάλα σε ένα γαϊδουράκι, εκστασιασμένος καβαλάρης που περιμένει τους ινδιάνους να φανούν πίσω από τον στάβλο, εκείνη χαμογελά, ανήσυχη για την ισορροπία μου, με το ένα μάτι κοιτάζει τον φακό και με το άλλο το γαϊδουράκι. Βάζω τις δυο φωτογραφίες δίπλα δίπλα, παίζω μαζί τους προσπαθώντας να βάλω και τον πατέρα μου στο κάδρο με το ζωντανό. Αν έκλεινα για μια στιγμή τα μάτια ίσως κάτι να κατάφερνα.

Τι να απέγινε τόσος έρωτας; Αυτό το ερώτημα με βασανίζει από την πρώτη στιγμή που αντίκρισα τη φωτογραφία αυτή. Μέχρι τότε δεν μπορούσα καν να φανταστώ τους γονείς μου στον ίδιο χώρο, δεν είχα σκεφτεί ποτέ το προφανές: για να προκύψω εγώ αυτοί οι δυο άνθρωποι ξάπλωσαν μαζί στο ίδιο κρεβάτι, τουλάχιστον μια φορά. Μοιάζει χαζό και είναι χαζό, αλλά κάτι τέτοιο δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό. Μεγάλωσα με τον χωρισμό των δικών μου ως κάτι δεδομένο, ως κάτι ακόμα ακόμα φυσιολογικό. Δεν είχα άσχημη παιδική ηλικία, το αντίθετο, αν και σαν παιδί συχνά ρωτούσα πού είναι η μαμά ή ο μπαμπάς, γιατί δεν είναι μαζί μας, γιατί μένει σε άλλο σπίτι. Προφανώς, και ιδίως ως έφηβος, έκανα εκτεταμένη χρήση της μη μεταξύ τους επικοινωνίας, θα μείνω στη μαμά απόψε, έλεγα κλείνοντας την πόρτα πίσω μου κατευθυνόμενος στο σπίτι του κολλητού. Είχα καλές σχέσεις και με τους δύο, κάτι το οποίο δεν άλλαξε με το πέρασμα των χρόνων, το αντίθετο, οι σχέσεις μας διαρκώς βάθαιναν.

Δειλά δειλά άρχισα να εμφανίζω τη φωτογραφία σε διάφορους φίλους. Μεταξύ σοβαρού και αστείου, όπως δηλαδή γίνεται ν' αποκαλυφθούν τα πλέον σοβαρά πράγματα, την παρουσίαζα ως ένα παράξενο εύρημα -κοίτα τι βρήκα- στο σπίτι του νεκρού εδώ και μήνες πια πατέρα μου, ενώ, ύστερα από λίγο, διατύπωνα και το ερώτημα: τι να απέγινε τόσος έρωτας; Ανάλογα με τον συνομιλητή η συζήτηση έπαιρνε κάθε φορά και διαφορετική τροπή, ήταν μια εξωστρέφεια στην οποία δεν ήταν συνηθισμένοι οι κοντινοί μου άνθρωποι, αρκετοί το σχολίασαν αυτό, ήταν κάτι που το έβλεπα κι εγώ, ήταν κάτι για το οποίο όμως δεν είχα κάποια εξήγηση, ήταν όμως κάτι το οποίο με έκανε να νιώθω καλά. Και είναι λογικό αυτό, είπε ο Γιάννης, δεν χρειάζεται να είναι ψυχολόγος κανείς για να το καταλάβει, ο καθένας μας έχει ανάγκη από τις εικόνες του παρελθόντος του, κυρίως από εκείνες που ζέχνουν -τι παράξενη επιλογή λέξης- αγάπη, και αυτή είναι μια τέτοια φωτογραφία σε ένα άδειο άλμπουμ. Σταμάτησε για λίγο, σαν για να με ζυγίσει, και συνέχισε: αν και εγώ πιστεύω, με όλο το θάρρος της γνώμης μου, πως άλλο είναι εκείνο που πραγματικά σε βασανίζει, εκείνο που λόγω βιωμάτων πάντοτε σε βασάνιζε και τώρα ήρθε στην επιφάνεια. Η αγωνία σου, αν θα τα καταφέρεις συναισθηματικά, αν θα τα καταφέρεις εκεί που οι δικοί σου απέτυχαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου